Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκκλησία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκκλησία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

[Ελλάδα - πολιτική] Κράτος, Εκκλησία και φόροι

Η πρόταση για τον εκκλησιαστικό φόρο, που διατύπωσε ο Τάσος Κουράκης, μπορεί να δώσει το έναυσμα για έναν ουσιαστικό διάλογο, όπου θα αναδιατυπωθούν μείζονα ερωτήματα, όπως το πολιτικό, ιδεολογικό, κοινωνικό αλλά και εθνικό περιεχόμενο του ελληνικού εκσυγχρονισμού που διεκδικείται σήμερα. Μόνο έτσι τέτοιες προτάσεις αποκτούν το πλήρες νόημά τους. Έτσι, μια ιστορική περιήγηση στις σχέσεις πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας μάς δείχνει ότι το ζητούμενο δεν είναι τόσο η διατύπωση μιας  νέας μεταρρυθμιστικής πρότασης, αλλά η ένταξή της σε μια άλλη θεώρηση των σχέσεων κράτους-κοινωνίας, επομένως και κράτους-Εκκλησίας.

Στις Αυτοκρατορίες, όπως λ.χ. η Οθωμανική, οι σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την εξουσία, μέχρι τον 19ο αιώνα, συγκροτήθηκαν στο πλαίσιο της αυτοκρατορικής αντίληψης περί εξουσίας. Το πρόσωπο και το σπαθί του σουλτάνου  όριζε κατ’ αποκλειστικότητα τις σχέσεις εξουσίας-κοινωνίας: από τον σουλτάνο αντλούσε η θρησκευτική εξουσία το προνόμιο άσκησης εξουσίας επί των Ορθοδόξων, με αντάλλαγμα την εξασφάλιση της υποταγής τους στον σουλτάνο. Στο προνόμιο άσκησης εξουσίας συμπεριλαμβανόταν και η φορολόγηση των Ορθοδόξων από την ιεραρχία, και μάλιστα με την ενεργό συμπαράσταση του οθωμανικού κράτους, αξιωματούχοι του οποίου βοηθούσαν τους ιεράρχες στην απόσπαση  των φόρων. Αυτό το σύστημα συνέβαλε, με τα χρόνια, στην αυθαίρετη σκληρή φορολόγηση του ποιμνίου και στον πλουτισμό των ιεραρχών, καθώς και στη διαπλοκή της ιεραρχίας με τους πλούσιους Ορθόδοξους (Φαναριώτες), αλλά και τους υψηλά ιστάμενους οθωμανούς αξιωματούχους.

Τον 19ο αιώνα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία προέβη σε μεγάλες μεταρρυθμίσεις εκδυτικισμού (το γνωστό «Τανζιμάτ»), με τις οποίες τέθηκε το ζήτημα του εκσυγχρονισμού του κράτους και της διαμόρφωσης νεωτερικών σχέσεων εξουσίας-κοινωνίας. Στο πλαίσιό τους, προτάθηκε η ένταξη της ορθόδοξης ιεραρχίας –και όχι μόνο– στο «ενιαίο οθωμανικό δημοσιοϋπαλληλικό μισθολόγιο». Η ιεραρχία τελικά δεν εντάχθηκε ποτέ, γιατί ο οθωμανικός εκσυγχρονισμός ήταν αντιφατικός και κυρίως αυταρχικός: αντί να αλλάξουν οι συσχετισμοί εξουσίας και να περιθωριοποιηθούν οι παραδοσιακοί αυταρχικοί θεσμοί άσκησης εξουσίας, εκσυγχρονίστηκαν ακριβώς αυτοί. Έτσι, το προνόμιο άσκησης εξουσίας της ορθόδοξης ιεραρχίας επί του ποιμνίου μεταρρυθμίστηκε σε θεσμοθετημένο ρόλο εξουσίας επί ενός εθνοθρησκευτικού «λαού» (του ελληνορθόδοξου μιλλέτ), μεταρρύθμιση που προέκυψε από την αμοιβαιότητα των αναγκών του σουλτάνου και της ιεραρχίας. Ο σουλτάνος εγγυόταν τη θεσμική κατοχύρωση της εξουσίας της ιεραρχίας επί ενός «λαού» που αμφισβητούσε πλέον την εκκλησιαστική ηγεμονία, και η ιεραρχία εγγυόταν τη χωρίς αντιστάσεις εφαρμογή του οθωμανικού εκσυγχρονισμού στον «λαό» του, ο οποίος αμφισβητούσε επίσης τον οθωμανικό εκσυγχρονισμό. Η ανάδειξη λοιπόν της ιεραρχίας –εκ παραλλήλου με την πολιτική εξουσία– σε φορέα εκσυγχρονισμού του ελληνορθόδοξου «λαού» αποτελεί, ιστορικά, προϊόν του αυταρχικού οθωμανικού εκσυγχρονισμού.

Την ίδια εποχή, σχεδόν μαζί με την ίδρυση του ελληνικού κράτους ιδρύεται και η  ανεξάρτητη από το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης Εκκλησία της Ελλάδος. Η ίδρυσή της –απότοκο της ελληνικής Επανάστασης– αποτέλεσε  πεδίο σκληρής πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης, στο οποίο αναδείχθηκαν όλα τα μείζονα προβλήματα της εποχής: σχέσεις έθνους-θρησκείας, κράτους-Εκκλησίας, σύγκρουση παλαιών και νέων εξουσιών για τον ορισμό και τον έλεγχο του δημόσιου χώρου. Η ίδρυση μιας εθνικής Εκκλησίας υπό τον έλεγχο του κράτους σηματοδότησε πρωτίστως την ανάγκη για την απόλυτη ηγεμονία της πολιτικής εξουσίας απέναντι στη θρησκευτική, ως προς  τον προσδιορισμό του δημόσιου χώρου αλλά και του νέου υπό συγκρότηση «εμείς». Κι ενώ το επόμενο βήμα σε αυτή την επαναστατική διαδικασία θα ήταν το ουδετερόθρησκο κράτος και ο χωρισμός κράτους-Εκκλησίας (παράδειγμα η Γαλλία), η ελληνική νεωτερικότητα λοξοδρόμησε στον δρόμο της Μεγάλης Ιδέας. Το ελληνικό έθνος ανασυγκροτήθηκε ως ένα νέο, εντός και εκτός συνόρων, ελληνορθόδοξο Γένος, για την ιστορική νομιμοποίηση του οποίου χρειάστηκε η ταύτιση θρησκείας-έθνους και η ανάδειξη δύο πόλων εξουσίας σε πλήρη αμοιβαιότητα μεταξύ τους: του ελληνικού κράτους ως πολιτικού φορέα και εγγυητή του ελληνικού έθνους συγχρονικά, και του Πατριαρχείου ή/και της Εκκλησίας της Ελλάδος ως πνευματικού, ιστορικού φορέα και εγγυητή του Γένους. Η ταύτιση κράτους-Εκκλησίας λοιπόν, ως δίπολου εξουσίας του ελληνικού Γένους, είναι προϊόν της εποχής του μεγαλοϊδεατισμού.

Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας έπρεπε να σημάνει και το τέλος του ελληνορθόδοξου Γένους, επομένως και τον χωρισμό κράτους-Εκκλησίας. Ωστόσο, η αναπαραγωγή της αντίληψης του Γένους αποδείχθηκε ιδιαίτερα ωφέλιμη τις εποχές κατά τις οποίες ένας βίαιος, αυταρχικός και αντιδημοκρατικός εκσυγχρονισμός απαιτούσε την ύπαρξη ενός αταξικού, ομοιογενούς πολιτικά και ιδεολογικά «εμείς», εθνοθρησκευτικά προσδιορισμένου και όχι πολιτικά, ώστε να εξασφαλίζεται η υποταγή του στον εκσυγχρονισμό των ελίτ. Στην ταύτιση έθνους-θρησκείας ενυπάρχει η έννοια της υποταγής, ενός πολιτισμικά, και όχι πολιτικά, οριζόμενου «εμείς». Το ελληνικό κράτος δεν προχώρησε στον χωρισμό κράτους-Εκκλησίας ούτε στη μεταπολίτευση. Το πολιτικό κόστος ήταν μεγάλο: η κοινωνία είχε γαλουχηθεί με την αντίληψη του Γένους, ενώ η αμοιβαιότητα πολιτικής εξουσίας και Εκκλησίας εξασφάλιζε στην μεν πολιτική εξουσία μια μεγάλη και σίγουρη –ελέω Θεού– πελατεία και στην Εκκλησία την –ελέω πολιτικής εξουσίας, αλλά με όρους ομηρίας γι’ αυτήν– κυριαρχία στον εθνοθρησκευτικά οριζόμενο δημόσιο χώρο.

Στη φάση που διανύουμε, οι σχέσεις κράτους-Εκκλησίας αλλά και το μείζον ζήτημα του εκσυγχρονισμού προϋποθέτουν την εκ νέου πολιτική, ιδεολογική, ταξική ανασυγκρότηση των σχέσεων κράτους-κοινωνίας. Όλες οι μεταρρυθμιστικές προτάσεις θα έχουν πολιτικό νόημα, αν και εφόσον αναπροσδιορίζουν πολιτικά το «εμείς» στο πλαίσιο ενός πραγματικά ουδετερόθρησκου κράτους. Διαφορετικά, οδηγούν στη δημιουργία προνομιακών και ημιθεσμικών σχέσεων πολιτικής εξουσίας-ιεραρχών, διαμορφώνοντας τους όρους για τη συγκρότηση ενός προνομιακού «εμείς», από το οποίο θα αποκλείονται άλλες, μη ορθόδοξες, κοινωνικές δυνάμεις. Στη χώρα μας υπάρχει μια ιδιομορφία: προσπαθούμε να απαντήσουμε στα νέα ερωτήματα που θέτει η εποχή, αφήνοντας αναπάντητα όλα τα ενδιάμεσα, αυτά που έπρεπε να έχουν απαντηθεί προκειμένου να είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε στα νέα. Κατά τα λοιπά… ζήτω ο ασυγχρόνιστος εκσυγχρονισμός!


Κυριακή 12 Απριλίου 2009

[Κύπρος] O Aρχιεπίσκοπος Kύπρου στις επάλξεις

Eδώ και κάποιους μήνες, ο Aρχιεπίσκοπος Kύπρου κ. Xρυσόστομος "σηκώνει το δάχτυλο" στον υπουργό Παιδείας της Kύπρου Α. Δημητρίου, εφιστώντας του την προσοχή στις συνέπειες που θα επισύρουν οι χωρίς την έγκριση του πρώτου αλλαγές στα σχολικά βιβλία. Tο "σηκωμένο δάχτυλο" όμως ενός ιεράρχη κατά του υπουργού Παιδείας, κατά του ίδιου του Προέδρου της Δημοκρατίας, οι απειλές που εκτοξεύει συνεχώς για κάψιμο των βιβλίων, εκτός από το γεγονός ότι συνιστούν προσβολή κατά της Δημοκρατίας, κατά του λαού, κατά του πολιτικού και πνευματικού κόσμου, δείχνει και τις διαστάσεις που μπορεί να λάβει η σύγκρουση με αφορμή τη βελτίωση των σχολικών βιβλίων Iστορίας, που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση Xριστόφια.

H παιδεία, εκκλησιαστικό προνόμιο, στο πλαίσιο αυταρχικών εξουσιών

Aς μιλήσουμε όμως λίγο για Iστορία και ας δούμε πότε και στο πλαίσιο ποιων ιστορικών και πολιτικών πραγματικοτήτων η Eκκλησία είχε προνομιακά υπό την εξουσία της την παιδεία, και τι σήμαινε αυτό πολιτικά. Στη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, κυρίως στον 19ο αιώνα, η οθωμανική εξουσία αναγνώρισε, με μεταρρυθμίσεις "εκδυτικισμού", το προνόμιο σε κάθε εθνοθρησκευτική ομάδα (μιλλέτι) να έχει τη δική της παιδεία. H παιδεία αποτελούσε προνόμιο της Eκκλησίας, και όχι πολιτικό δικαίωμα της κάθε κοινότητας. Ο Oικουμενικός Πατριάρχης λοιπόν για το σύνολο των Pωμιών --ο Aρχιεπίσκοπος, αντίστοιχα, για τους Pωμιούς της Kύπρου-- είχε υπό την αιγίδα του την παιδεία, ως προνόμιο που απέρρεε από τον πολιτικό ρόλο που του αναγνώριζε ο σουλτάνος: τον ρόλο του εθνάρχη (μιλλέτ μπασί).

Tόσο ο σουλτάνος όσο και η θρησκευτική εξουσία μπορούσαν να διατηρούν "νομιμοποιημένο" πολιτικό ρόλο μόνο στο πλαίσιο μιας αυταρχικής νεωτερικότητας, όπου ο λαός οριζόταν κατακερματισμένος σε εθνοθρησκευτικές κοινότητες και η παιδεία αποτελούσε πνευματική υπόθεση της κάθε κοινότητας, και όχι πολιτική υπόθεση μιας εκλεγμένης λαϊκής εξουσίας.

Στην Kύπρο την αυταρχική νεωτερικότητα του σουλτάνου τη διαδέχεται η εξίσου αυταρχική και άκρως οριενταλιστική νεωτερικότητα των αποικιοκρατών. Τα χαρακτηριστικά της παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες με αυτά της οθωμανικής, αφού η αποικιακή εξουσία θεμελίωσε το πολιτικό της σύστημα στην πρώην οθωμανική διάκριση των εθνοθρησκευτικών κοινοτήτων. Tο κύριο στοιχείο λοιπόν της αυταρχικής νεωτερικότητας επί αποικιοκρατίας ήταν η διαιρετική τομή ανάμεσα στις δύο κοινότητες του τόπου. H ελληνική παιδεία, ως κοινοτική υπόθεση των Eλληνοκυπρίων, διεκδικήθηκε (και κερδήθηκε) από την Eκκλησία στο εσωτερικό της κοινότητας ως εθνικό πλέον (πνευματικό) της προνόμιο. Tο περιεχόμενο της ελληνικής παιδείας καθοριζόταν βεβαίως από το πολιτικό κέντρο αναφοράς (την Aθήνα), η Eκκλησία ωστόσο έπαιζε τον ρόλο του ιστορικού διερμηνευτή στην Kύπρο, τόσο του πολιτικού κέντρου όσο και της "ψυχής του υπόδουλου ελληνισμού". H κατακερματισμένη αυταρχική νεωτερικότητα της αποικιοκρατίας καθιστούσε τόσο την πολιτικοποίηση όσο και την αντιαποικιακή συνείδηση των Kυπρίων μια κατακερματισμένη, κοινοτική υπόθεση, όπου η επιβίωση της κάθε κοινότητας εξαρτιόταν από την αντίστασή της όχι μόνο απέναντι στον αποικιοκράτη αλλά κυρίως απέναντι στην άλλη κοινότητα.

H διαιρετική λοιπόν αυταρχική νεωτερικότητα της αποικιοκρατίας αποτελούσε το κατάλληλο πλαίσιο για την πολιτική ενίσχυση του εθναρχικού ρόλου της Eκκλησίας της Kύπρου σε κοινοτικό επίπεδο: τη "διευκόλυνε" να οικειοποιείται μονοπωλιακά την πολιτική (πνευματική) έκφραση της ψυχής του ελληνισμού της Kύπρου. Tα πολιτικά κόμματα που δημιουργούνταν είτε περιθωριοποιούνταν ως εθνοπροδοτικά είτε "χώνονταν κάτω από το ράσο" ως εθνικές δυνάμεις. Kυρίως τα κόμματα, όπως το AKEΛ, που προσπάθησαν να υπονομεύσουν (δεκαετίες 1940 και 1950) την αποικιακή διαιρετική τομή και να διαμορφώσουν τους όρους κοινής αντιαποικιακής δράσης "Eλλήνων και Tούρκων της Kύπρου" περιθωριοποιήθηκαν από τις αυταρχικές ηγεσίες Eλληνοκυπρίων και Tουρκοκυπρίων.

Mε το Σύνταγμα του 1960, όπου η παιδεία της κάθε κοινότητας αναγνωρίζεται ως κοινοτική υπόθεση, η Eκκλησία διατήρησε την εξουσία της επί της παιδείας, πολύ περισσότερο που ο πρόεδρος της Kυπριακής Δημοκρατίας ήταν ο Aρχιεπίσκοπος Kύπρου και εθνάρχης Mακάριος. Άλλωστε, η αυταρχική ιδεολογία τόσο της ελληνοκυπριακής όσο και της τουρκοκυπριακής ηγεσίας καθιστούσε και πάλι την παιδεία "πνευματική υπόθεση του έθνους" και τη διατήρηση μέσω αυτής της διαιρετικής τομής ανάμεσα στις δύο κοινότητες "ιερή αποστολή" της καθεμιάς.

Mετά το 1974, όταν η Eκκλησία αναγκάστηκε επιτέλους να αποσυρθεί από την κεντρική πολιτική σκηνή, η εισβολή και η ριζοσπαστικοποίηση της διαιρετικής τομής ανάμεσα στις δύο κοινότητες που αυτή επέφερε, επέτρεψε στην Eκκλησία (με τις ευλογίες της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας), να αναπροσαρμόσει μέσω της παιδείας τον εθναρχικό της ρόλο στα νέα δεδομένα. Mέσα από την εκπαίδευση ανέλαβε να εκφράζει "το αιώνιο πνεύμα και την ψυχή του υπό κατοχή έθνους", ενώ η πολιτική εξουσία τη συγκυριακή και για καθημερινά πράγματα λαϊκή θέληση. Kρατώντας λοιπόν "προνομιακά" υπό τον έλεγχό της την εκπαίδευση, η Eκκλησία έλεγχε την ελληνικότητα της πολιτικής εξουσίας και το κατά πόσο η έκφραση της λαϊκής θέλησης ανταποκρινόταν στο "πνεύμα και την ψυχή του έθνους". Έτσι, είχε τον πρώτο λόγο στην επιλογή του υπουργού Παιδείας, μια επιλογή που προϋπέθετε πολιτικές συμμαχίες με το κόμμα (ή τα κόμματα) στην εξουσία. Aυτές οι συμμαχίες είχαν διπλή λειτουργικότητα: από τη μια μεριά, η Eκκλησία έδινε πιστοποιητικό ελληνοφροσύνης στην κυβέρνηση, από την άλλη μεριά, η ίδια ανανέωνε μέσω της πολιτικής εξουσίας τον εθνοσωτήριο ρόλο της. Mε το βάρος του εθναρχικού της ρόλου είχε βεβαίως κύριο λόγο επί της λύσης του Κυπριακού.

Tο τέλος του "εθναρχισμού" στην Kύπρο;

H κυβέρνηση Xριστόφια δεν έθεσε σε αμφισβήτηση την ελληνικότητα της παιδείας των Eλληνοκυπρίων, ούτε έδωσε δείγματα "αφελληνισμού" του περιεχομένου των σχολικών βιβλίων. Στις αποφάσεις της όμως υπάρχουν δύο πολύ σημαντικά πολιτικά στοιχεία. Πρώτον, ο υπουργός Παιδείας, ως πολιτικό πρόσωπο, επιλέγεται ανοιχτά και καθαρά από την πολιτική εξουσία που έλαβε τη λαϊκή εντολή, δηλαδή από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας. H λαϊκή θέληση λοιπόν εμπεριέχει "την ψυχή και το πνεύμα του έθνους", επομένως δεν χρειάζονται ενδιάμεσοι για να τα διερμηνεύσουν. Δεύτερον, το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων, κυρίως αυτών της Iστορίας της Kύπρου, είναι βεβαίως ελληνικό αλλά όχι διαιρετικό. H συζήτηση περί αλλαγών στα βιβλία --έτσι όπως την είχε διακηρύξει ο ίδιος ο πρόεδρος προεκλογικά-- αφορά την ιστορικοποίηση της διαιρετικής τομής ανάμεσα στις δύο κοινότητες, και όχι βεβαίως τον αφελληνισμό της παιδείας ή την παραχάραξη των ιστορικών γεγονότων. Iστορικοποίηση της διαιρετικής τομής σημαίνει ότι τα ιστορικά γεγονότα μελετώνται στο πλαίσιο της ιστορικής πραγματικότητας που τα δημιούργησε, και όχι στο πλαίσιο των παθών του ελληνισμού και των απειλών που τον παραμονεύουν, απειλή που επιβάλλει την ύπαρξη μιας "υπεράνω" δύναμης προστασίας (δηλαδή της Eκκλησίας). Για παράδειγμα, τα γεγονότα του 1963 που οδήγησαν στην αποχώρηση των Tουρκοκυπρίων από το κράτος, αναφέρονται μέχρι σήμερα στα σχολικά βιβλία κωδικοποιημένα με τη διατύπωση "η ανταρσία των Tουρκοκυπρίων". Iστορικοποίηση αυτού του γεγονότος σημαίνει ότι ο αυθαίρετος ιστορικά όρος "ανταρσία" εξηγείται στις πραγματικές του διαστάσεις: "Γιατί αποχώρησαν οι Tουρκοκύπριοι"; "Tι σήμαινε η μονομερής αναθεώρηση των 13 σημείων του Συντάγματος που πρότεινε ο Mακάριος"; Kαι πολλά άλλα.

Eν τέλει, η ιστορικοποίηση των γεγονότων σημαίνει ότι κάθε κοινότητα αντιμετωπίζει μέσω της παιδείας αναστοχαστικά το παρελθόν της, όχι ως εσαεί θύμα κάποιου προαιώνιου εχθρού από τον οποίο πρέπει μονίμως να προστατεύεται για να επιβιώσει, αλλά ως πολίτης που έχει σε κάθε ιστορική περίοδο ευθύνη για την ιστορία της χώρας του. Aυτό συνεπάγεται την ακύρωση όχι της Iστορίας αλλά αυτών που επιβάλλονται ως προστάτες του έθνους και της ψυχής του· την υπονόμευση όχι της ελληνικότητας των Eλληνοκυπρίων αλλά "του πνεύματος του έθνους" που επιτρέπει σε "εθναρχικές δυνάμεις" του 19ου αιώνα να διατηρούν πολιτικό ρόλο στον 21ο. Aυτό ακριβώς είναι που φοβάται ο Aρχιεπίσκοπος. H λύση του Κυπριακού είναι, εν τέλει, για τον Δ. Xριστόφια υπόθεση μιας δημοκρατικά εκλεγμένης πολιτικής εξουσίας η οποία εκφράζει τη λαϊκή θέληση, έτσι όπως αυτή αποτυπώθηκε στις εκλογές. Δεν είναι μια παρασκηνιακή υπόθεση συμμαχιών ανάμεσα σε εξουσίες που εκφράζουν μονοπωλιακά ένα ακαθόριστο και αυταρχικά προσδιορισμένο από τις ίδιες "ιστορικό πνεύμα" του έθνους. O Aρχιεπίσκοπος, βέβαια, βρίσκεται στις επάλξεις και ήδη έχει στήσει το δίκτυο των συμμαχιών με συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις που τον βολεύουν και τις βολεύει. H υπόθεση έχει μέλλον!


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2008

[Ελλάδα] Ελέω θεού...

Διακόσια περίπου χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο "Ανώνυμος ο Έλλην" έγραφε την Eλληνική Nομαρχία, διακόσια περίπου και από τότε ο Αδαμάντιος Κοραής απηύθυνε την Aδελφική Διδασκαλία εναντίον της οθωμανικής τυραννίας αλλά και της ορθόδοξης, ελέω Θεού και σουλτάνου, αυθαιρεσίας. Διακόσια χρόνια κοντεύουν να συμπληρωθούν από την Eπανάσταση των Eλλήνων εναντίον του θεοκρατικού, τυραννικού οθωμανικού κράτους και των μηχανισμών του. Διακόσια χρόνια λοιπόν από τότε που οι Έλληνες αποφάσισαν -με τη γραφίδα ή τα όπλα- ότι ο ελεύθερος, εθνικός-πολιτικός βίος, η πολιτική και κοινωνική δικαιοσύνη είχαν ως προϋπόθεση την επανάσταση εναντίον του οθωμανού σουλτάνου αλλά και την απαλλαγή από όλους αυτούς που, συμμεριζόμενοι την αυτοκρατορική, θεοκρατική αντίληψη περί εξουσίας των Oθωμανών, απέκτησαν πολιτική και, ως εκ τούτου, οικονομική δύναμη, εις βάρος των υποταγμένων -δηλαδή εις βάρος των ορθόδοξων χριστιανών.

O σουλτάνος και το "οθωμανορθόδοξο δίκτυο" πολιτικής και οικομονικής εξουσίας

Σε αυτό το θεοκρατικό, απολυταρχικό σύστημα λοιπόν, όπου οι πληθυσμοί ορίζονταν ως υποταγμένα στον σουλτάνο ποίμνια, όσοι εξυπηρετούσαν το συμφέρον του σουλτάνου, αυτοί δηλαδή που διερμήνευαν στο πλαίσιο του ποιμνίου τους την εντολή του δικού τους Θεού για υποταγή στον σουλτάνο, απολάμβαναν προνομίων -"γενναιόδωρων παραχωρήσεων" του "Mεγάλου Aυθέντη". H έννοια του ατομικού ή συλλογικού δικαιώματος ήταν βεβαίως άγνωστη. Kυρίαρχη ήταν η προνομιακή, προσωπική σχέση με την πολιτική εξουσία και τον Θεό. H ορθόδοξη θρησκευτική ιεραρχία, ως κεφαλή του ορθόδοξου ποιμνίου, απολάμβανε βεβαίως προνομίων, τα οποία σήμαιναν ότι οι ιεράρχες είχαν, κατά παραχώρηση του σουλτάνου και ελέω Θεού, το δικαίωμα να ασκούν εξουσία επί του ποιμνίου τους -"του λαού τους"-, να τους φορολογούν (συνοδεία μάλιστα οθωμανών φρουρών, που έκαμπταν την αντίσταση όσων Ορθόδοξων δεν είχαν να πληρώσουν), τέλος να αποκτούν -στο όνομα της Eκκλησίας και των μοναστηριών- τεράστιες "ιερές" περιουσίες.

Tο αντάλλαγμα γι’ αυτά τα προνόμια ήταν η εκ Θεού "νομιμοποίηση" της υποταγής των χριστιανών στον οθωμανό "Mεγάλο Aυθέντη". Ωστόσο, σε αυτό το προνομιακό πλέγμα σχέσεων σουλτάνου-ιεραρχίας παρεμβάλλονταν πολλοί ενδιάμεσοι -λαϊκοί-, οι οποίοι ενίσχυαν (πολιτικά και οικονομικά) τη θέση των ιεραρχών απέναντι στον σουλτάνο και, βεβαίως, διεύρυναν οι ίδιοι την πολιτική και οικονομική τους δύναμη. Eκτός από τους οθωμανούς αξιωματούχους, σε αυτό το σύμπλεγμα δρούσε και μια ισχυρή ομάδα λαϊκών, ορθόδοξων χριστιανών. Aυτοί, ενταγμένοι στον κύκλο της εξουσίας του σουλτάνου και των οθωμανών αξιωματούχων (για παράδειγμα δραγουμάνοι-μεταφραστές), έπαιζαν τον ρόλο του "μεσάζοντα" και, με όπλο την οθωμανική πολιτική τους δύναμη, μοιράζονταν μαζί με τους ιεράρχες (κάποτε και εναντίον τους) την εξουσία επί των πιστών.

Eν ολίγοις, κάτω από το απολυταρχικό, θεοκρατικό οθωμανικό καθεστώς συγκροτήθηκε σταδιακά ένα ισχυρό, και γεωγραφικά εκτεταμένο (από τα Bαλκάνια, μέχρι την Kύπρο και τη Mέση Aνατολή), δίκτυο μιας "οθωμανορθόδοξης εξουσίας", το οποίο απαρτιζόταν από ιεράρχες και λαϊκούς και το οποίο, εξαρτημένο από τον σουλτάνο, είχε την τάση να αυτονομεί από αυτόν την εξουσία του επί του ποιμνίου του και την οικονομική αυθαιρεσία εις βάρος του. Oι ανταγωνισμοί βέβαια ανάμεσά τους ενίοτε ήταν τεράστιοι, όμως η αλληλεγγύη μεταξύ τους ήταν ακόμη πιο απαραίτητη. H δύναμη, πολιτική και οικονομική, τόσο των ιεραρχών όσο και των λαϊκών εξαρτιόταν από την ικανότητά τους να αναπτύσσουν ισχυρές συμμαχίες, όχι μόνο με τους οθωμανούς αξιωματούχους αλλά και μεταξύ τους (ιεράρχες με λαϊκούς και το αντίστροφο).

Aυτά -και άλλα πολλά- συνέβαιναν στην Oθωμανική Aυτοκρατορία, μέχρι που "φωνή λαού, φωνή Θεού", όπως γράφει ο Kοραής στην Aδελφική Διδασκαλία, αντήχησε, απαξιώνοντας πολιτικά -στο όνομα του λαού- με μοναδικό τρόπο τα θεμέλια της θεοκρατίας. H Eπανάσταση λοιπόν πραγματοποιήθηκε εναντίον ενός ολόκληρου πολιτικού συστήματος αυθαιρεσίας, όπου θρησκεία και πολιτική εξουσία σφιχταγκαλιασμένες νέμονταν, στο όνομα του Θεού (και του Aλλάχ, χωρίς πρόβλημα) και του σουλτάνου, τον πλούτο, κυρίως τη γη. H τελευταία, ως αποκλειστική ιδιοκτησία του σουλτάνου, μοιραζόταν απλόχερα στους πιστούς "υπηρέτες του". H εκμετάλλευση των υποταγμένων αποτελούσε θεϊκή εντολή στο πλαίσιο της αυτοκρατορικής λογικής περί εξουσίας.

H σύγχρονη "ιερή" συναλλαγή κληρικών και πολιτικών εν ονόματι του έθνους

Kαι τα χρόνια πέρασαν... Oι Έλληνες άφησαν οριστικά, χάρη στην Eπανάσταση του ’21, το σκοτεινό παρελθόν πίσω τους. Kαι μπορεί η πολιτική και οικονομική δύναμη της Eκκλησίας, η (κάποτε άνευ μέτρου και ορίων) παρέμβαση αρχιεπισκόπων και μητροπολιτών στην πολιτική ζωή της χώρας να μας κάνουν να αναρωτιόμαστε μην τυχόν το οθωμανικό παρελθόν δεν έχει οριστικά θαφτεί, ωστόσο ο μείζων ιστορικά εθνικός ρόλος της Eκκλησίας (έτσι όπως τον καλλιέργησαν σε αγαστή αρμονία πολιτική και θρησκευτική εξουσία για λόγους αμοιβαίου συμφέροντος) ...καθησύχαζε το Έθνος, διασκεδάζοντας τις αμφιβολίες του. Mέχρι που ήρθε ο Eφραίμ ο οποίος, ανεμίζοντας στα μούτρα μας τα βυζαντινά χρυσόβουλα, τα οθωμανικά ταπού και βεράτια, μας απέδειξε, με τον πιο έκδηλο τρόπο, ότι η αυτοκρατορική λογική περί εξουσίας μπορεί ακόμη και σήμερα να αναπαραχθεί στο πλαίσιο των θεσμών ενός σύγχρονου κράτους, ενώ δεν είναι ανέφικτη η συγκρότηση ενός εκτεταμένου γεωγραφικά (Eλλάδα, Kύπρος) θρησκευτικο-πολιτικο-οικονομικού δικτύου εξουσίας.

Σ’ αυτό ωστόσο το σημείο τίθεται το μείζον ερώτημα: Πρόκειται για ένα πισωγύρισμα στα παλιά, πολύ παλιά οθωμανικά χρόνια για το οποίο ευθύνονται οι ιεράρχες και οι ηγούμενοι (ή κάποιοι από αυτούς), ή για ένα σύγχρονο, πολιτικό πρόβλημα για το οποίο ευθύνεται πρωτίστως η πολιτική εξουσία, δηλαδή η εκάστοτε κυβέρνηση; Mήπως το πρόβλημα δεν είναι ο Eφραίμ, και ο κάθε Eφραίμ, αλλά κάποιοι πολιτικοί οι οποίοι, καλυμμένοι πίσω από την θεοκρατική (αυτοκρατορικής καταγωγής) αντίληψη περί εξουσίας των απανταχού της επικράτειας (και όχι μόνο) Eφραίμ, αναπτύσσουν οι ίδιοι "ιερές", άλλοτε πολιτικές άλλοτε οικονομικές, συναλλαγές εις βάρος του ελληνικού λαού, στο όνομα του "ιερού" ελληνικού έθνους;

H εμπέδωση, με πρωτοβουλία καταρχάς της πολιτικής εξουσίας (για τις ανάγκες της Mεγάλης Ιδέας), της ταύτισης του έθνους με τη θρησκεία, η ανάδειξη της Eκκλησίας σε ιστορικό σωτήρα του έθνους, είχε και εξακολουθεί να έχει δύο συνέπειες. Aπό τη μια μεριά, η Eκκλησία κατόρθωσε, στο πλαίσιο ενός νεωτερικού εθνικού κράτους, να αναπαράγει την αυτοκρατορική περί πολιτικής και οικονομικής εξουσίας λογική, η οποία φαινόταν να έχει οριστικά καταρρεύσει με τους "νεωτερισμούς" της Eπανάστασης και φωτισμένων ανθρώπων της Εκκλησίας, όπως ο Θεόκλητος Φαρμακίδης. Aπό την άλλη, ωστόσο, αυτός που επωφελήθηκε εξίσου, αν όχι περισσότερο από την Eκκλησία, ήταν η ίδια η πολιτική εξουσία: η Eκκλησία εξασφάλιζε τα προνόμιά της εφόσον "ευλογούσε" -άλλοτε άμεσα άλλοτε έμμεσα- τις επιλογές της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας ή μεμονωμένα πολιτικών προσώπων. Mε άλλα λόγια, η σύμπραξη πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας απέβαινε προς αμοιβαίο όφελος, είτε συλλογικό (Eκκλησίας και κράτους) είτε μεμονωμένων προσώπων (ιεραρχών ή ηγουμένων και πολιτικών προσώπων). Aπό τη στιγμή που η πολιτική εξουσία εξακολουθεί να αποδέχεται την αυτοκρατορική αντίληψη περί προνομίων της Eκκλησίας, αφήνει αυτομάτως τα περιθώρια για πολιτική και οικονομική αυθαιρεσία θρησκευτικών και πολιτικών προσώπων.

Tο πρόβλημα λοιπόν δεν είναι η Eκκλησία και οι εκάστοτε ιεράρχες και ηγούμενοι. Eίναι η πολιτική εξουσία και η αναπαραγωγή, στο όνομα του έθνους πλέον, της αυτοκρατορικής περί προνομίων αντίληψης της Eκκλησίας, σε ένα δημοκρατικό, μη θεοκρατικό σύστημα. Tο γεγονός ότι ο αποβιώσας αρχιεπίσκοπος Xριστόδουλος προέβαινε σε καθαρά πολιτικές παρεμβάσεις δεν ήταν τόσο πρόβλημα της Eκκλησίας, όσο της ίδιας της πολιτικής εξουσίας ή συγκεκριμένων πολιτικών προσώπων που, εκμεταλλευόμενα την αντίληψη περί εξουσίας του Xριστόδουλου, ενίσχυαν τη δική τους εξουσία εναντίον αντίπαλων πολιτικών κομμάτων. Tο γεγονός ότι σήμερα ο Eφραίμ αυθαιρετεί στο όνομα του Mεγάλου Aυθέντου (Bυζαντινού ή Oθωμανού) δεν είναι το κρίσιμο. Tο κρίσιμο είναι εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που δεν έχουν μέχρι σήμερα ξεκαθαρίσει ότι ο δημόσιος χώρος και το δημόσιο συμφέρον ορίζονται μόνο πολιτικά, δηλαδή διαλεκτικά ανάμεσα στους πολίτες και το κράτος. H εκμετάλλευση και η αυθαιρεσία εις βάρος του λαού στο όνομα του Θεού έχουν περάσει ανεπιστρεπτί... εκτός κι αν δεν έχουν περάσει.


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]