Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

[Παρέμβαση] Έκκληση 152 ιστορικών: Να αποσυρθεί το άρθρο 2 του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου που περιορίζει την ελευθερία του λόγου

Όσοι και όσες υπογράφουμε αυτό το κείμενο, ιστορικοί από πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και άλλους επιστημονικούς φορείς, παρακολουθούμε με μεγάλο ενδιαφέρον και αγωνία την τύχη του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, το οποίο, έπειτα από πολλούς μήνες αναμονής, συζητιέται την Τρίτη και την Παρασκευή στη Βουλή.. Κι αυτό επειδή θεωρούμε ότι ο ρατσισμός και η ρατσιστική βία είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα που απειλούν την κοινωνία μας και ότι μια κατάλληλη αντιρατσιστική νομοθεσία συνιστά ένα σημαντικό όπλο για την αντιμετώπισή τους.

Δεν θέλουμε εδώ να εκφράσουμε την άποψή μας για επιμέρους διατάξεις, για τα θετικά σημεία και τις αδυναμίες του συγκεκριμένου νομοσχεδίου· άλλωστε, σε πολλά από αυτά οι απόψεις μας ενδεχομένως διαφοροποιούνται. Θέλουμε ωστόσο να εκφράσουμε την έντονη κοινή μας ανησυχία για ένα ζήτημα το οποίο κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση και συνδέεται με το επιστημονικό αντικείμενό μας. Το άρθρο 2 του νομοσχεδίου προβλέπει την τιμωρία όποιου «με πρόθεση προφορικά ή διά του Τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιαδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, επιδοκιμάζει, ευτελίζει ή κακόβουλα αρνείται τη σοβαρότητα εγκλημάτων γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, του Ολοκαυτώματος και εγκλημάτων του ναζισμού και η συμπεριφορά αυτή στρέφεται κατά ομάδας προσώπων που προσδιορίζεται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, ή την αναπηρία, κατά τρόπο που μπορεί να υποκινήσει βία, ή μίσος ή ενέχει απειλητικό, υβριστικό ή προσβλητικό χαρακτήρα κατά μίας τέτοιας ομάδας ή μέλους της». Μάλιστα, με ρητή δέσμευση του υπουργού Δικαιοσύνης (20.8.2014) η διάταξη θα διευρυνθεί συμπεριλαμβάνοντας και την «κακόβουλη άρνηση ή ευτελισμό» γενοκτονιών που έχουν αναγνωρίσει το ελληνικό Κοινοβούλιο, καθώς και «διεθνή ή ελληνικά δικαστήρια με αμετάκλητες αποφάσεις».

Εκφράζουμε τη ρητή αντίθεσή μας με μια τέτοια διάταξη. Είμαστε αντίθετοι στη δίωξη όλων των «αρνητών», ακόμη και εκείνων του φριχτότερου εγκλήματος του 20ού αιώνα, του Ολοκαυτώματος. Η στάση μας αυτή δεν πηγάζει από οποιαδήποτε ανοχή στους «αρνητές» απεχθών εγκλημάτων, ούτε από την άρνηση τιμωρίας εγκληματικών πράξεων, αλλά από την πεποίθηση, ότι, όπως έχει αποδείξει και η διεθνής εμπειρία, τέτοιες διατάξεις οδηγούν σε επικίνδυνες ατραπούς: πλήττουν καίρια το δημοκρατικό και αναφαίρετο δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου, ενώ ταυτόχρονα δεν είναι διόλου αποτελεσματικές, όσον αφορά την καταπολέμηση του ρατσισμού και του ναζισμού, του ρατσιστικού και μισαλλόδοξου λόγου. Συχνά μάλιστα οδηγούν στο αντίθετο αποτέλεσμα, επιτρέποντας οι εχθροί της δημοκρατίας να παρουσιάζονται στην κοινή γνώμη ως «θύματα» λογοκρισίας και αυταρχισμού. Οι προϋποθέσεις που θέτει το νομοσχέδιο καθώς ενέχουν μεγάλη απροσδιοριστία και ρευστότητα δυστυχώς δεν αποτελούν εγγύηση.

Επιπλέον, η προβλεπόμενη διεύρυνση του άρθρου όχι μόνο δεν θεραπεύει αλλά μεγεθύνει το πρόβλημα. Θεωρούμε ότι ο χαρακτηρισμός και η προσέγγιση μαζικών εγκλημάτων ως γενοκτονιών, εθνοκαθάρσεων ή σφαγών πρέπει να είναι αντικείμενο επιστημονικού και νηφάλιου δημόσιου διαλόγου και όχι νομοθετικής ρύθμισης και ποινικής τιμωρίας με κίνδυνο να φιμώνεται κάθε αντίθετη στην κυρίαρχη άποψη, ακόμα και αυτή η ιστορική έρευνα και διδασκαλία. Επειδή η ελευθερία του λόγου και της γραπτής έκφρασης –ακόμη και των πιο λανθασμένων απόψεων– είναι σύμφυτη με τη δημοκρατία καλούμε την κυβέρνηση να αποσύρει το παραπάνω άρθρο.


[Το κείμενο μαζί με τις υπογραφές βρίσκεται στο μπλογκ των Ενθεμάτων της Αυγής, εδώ.]

Τετάρτη 2 Απριλίου 2014

[Θεωρία] Φασισμός και δημοκρατία

Την Τετάρτη 2 Απριλίου, στον Πολυχώρο της Ανοιχτής Πόλης, οι εκδόσεις Νήσος και το Red Notebook διοργάνωσαν εκδήλωση με τίτλο "Φασισμός και Δημοκρατία" και αφορμή την έκδοση του ομώνυμου βιβλίου του Γεράσιμου Κουζέλη.
Μίλησαν οι: Δημήτρης Χριστόπουλος, Μιχάλης Σπουρδαλάκης, Θόδωρος Παρασκευόπουλος, Κύρκος Δοξιάδης και Σία Αναγνωστοπούλου. Συντόνισε ο Αριστείδης Μπαλτάς.

Για τα βίντεο της εκδήλωσης, κλικ εδώ.

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

[Ιστορία] Ο αγώνας της ΕΟΚΑ

Από την εκπομπή "Η Ιστορία στο Κόκκινο" του ραδιοφωνικού σταθμού Στο Κόκκινο 105,5, σε συνεργασία με τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας.

Για περισσότερα, και το ηχητικό της εκπομπής, κλικ εδώ.

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

[Ιστορία] Γιατί αλλάζει ο κόσμος;

Γιατί αλλάζει ο κόσμος;
Η Αριστερά στον 20ο αιώνα: Στρατηγικές επιλογές και ιστορικές συγκυρίες

Σειρά εκδηλώσεων του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς και των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, με αφορμή την συμπλήρωση 100 χρόνων από την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Για περισσότερες λεπτομέρειες και τα βίντεο των εκδηλώσεων, κλικ εδώ.

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

[Κύπρος] Περί Κυπριακού και άλλων τινών

Το Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014, το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς και οι εφημερίδες «Αυγή» και «Εποχή» πραγματοποίησαν μία εκδήλωση για το Κυπριακό, σπάνια για τα ελληνικά δεδομένα -και για τα αριστερά- για ένα τέτοιο ζήτημα. Οι συζητήσεις για το Κυπριακό, όπως και για όλα τα λεγόμενα εθνικά θέματα, διεξάγεται συνήθως στη χώρα μας με όρους ποδοσφαιρικού φανατισμού. Το Κυπριακό συνιστά το γήπεδο για την αναμέτρηση της ομάδας των πατριωτών εναντίον των εθνοπροδοτών της χώρας. Η νίκη της πρώτης εναντίον της δεύτερης είναι εκ των προτέρων δεδομένη, αφού αυτή παίζει με πάντα 13 παίκτες: με τα «ιερά και τα όσια της φυλής», που οι αντίπαλοι δεν διαθέτουν.

Αυτό το «στημένο παιχνίδι» είναι ιστορικά δεξιάς –και μάλιστα ακροδεξιάς– έμπνευσης. Αποτέλεσε τον προνομιακό χώρο της Δεξιάς για να περιθωριοποιεί την Αριστερά, για να την αποκλείει από τα «σπουδαία». Ο ορθός λόγος στην πολιτική, που συνιστά συγκροτητικό στοιχείο της Αριστεράς, τρόμαζε μια Δεξιά με ηθικοποιημένο λόγο. Ο σημαντικότερος δρόμος, λοιπόν, ηθικοποίησης της πολιτικής γενικώς πέρναγε για τη Δεξιά μέσα από τα εθνικά θέματα –με τον μεταφυσικό, αταξικό και ανορθολογικό τρόπο που αυτή ορίζει το περιεχόμενο του όρου «εθνικός»–, και τα θέματα αυτά γίνονταν το βαρύ όπλο ακύρωσης της διαλεκτικής και της ταξικής αντιπαράθεσης στην πολιτική.

Κάπως έτσι, μόνο η Δεξιά θεωρούνταν ικανή να αναλαμβάνει τα μείζονα εθνικά θέματα, και μαζί με αυτά, και το μείζον εθνικό ζήτημα: αυτό της διακυβέρνησης της χώρας. Η Αριστερά, αυτή ας «παίζει με τα κουβαδάκια της» – με την κοινωνία. Για τη Δεξιά η κοινωνία δεν αποτέλεσε ποτέ ζήτημα πολιτικής, παρά μόνο υπό πίεση. Ζήτημα άσκησης υψηλής πολιτικής είναι μόνο το έθνος, που είναι υπεράνω κοινωνίας, τάξεων, κλπ. Αν διαβάσουμε λίγο πιο προσεκτικά το λόγο που παράγει η ΝΔ δια του Κεδίκογλου, του Λαζαρίδη και των άλλων, είναι ακριβώς αυτό: αυτοί παλεύουν για το έθνος, για τη σωτηρία του, ενώ η Αριστερά παλεύει για «συντεχνιακά συμφέροντα». Έτσι βλέπει η Δεξιά, και μέσα σ’ αυτή και το ΠΑΣΟΚ, την κοινωνία: ως πελατεία.

Η αποηθικοποίηση των εθνικών θεμάτων αποτελεί για την Αριστερά μονόδρομο για το ξεγύμνωμα της Δεξιάς. Μονόδρομο για την οριστική ακύρωση των ιστορικών λόγων που αναπαράγουν την εξουσία της σε μια κοινωνία κατά τα άλλα διαλυμένη. Πρέπει να είναι κανείς τυφλός για να μην αντιλαμβάνεται το ιστορικό παιχνίδι που παίχτηκε και παίζεται ανάμεσα στην ταξικότητα του έθνους, στον βαθύ πολιτικό και κοινωνικό του χαρακτήρα –το έθνος ως πολιτικό πρόγραμμα– και την αταξικότητά του, την ηθικοποίησή του και, μέσα από αυτό, την ακύρωση της κοινωνίας ως κατεξοχήν πεδίου ταξικών συγκρούσεων, την ακύρωση δηλαδή της Αριστεράς.

Το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς και οι εφημερίδες «Αυγή» και «Εποχή» ανέλαβαν το Σάββατο να πραγματοποιήσουν μια εκδήλωση με στόχο τον εξορθολογισμό (την απογηπεδοποίηση, αν προτιμάτε) ενός από τα σημαντικά, λεγόμενα εθνικά θέματα: του Κυπριακού. Ανέλαβαν το δύσκολο διάβημα συγκρότησης μιας αριστερής πολιτικής για τα εθνικά θέματα. Δεν έφτιαξαν λοιπόν ένα πάνελ Ελλήνων με αντιπαρατιθέμενες απόψεις, δεν κάλεσαν τους οπαδούς δύο ομάδων. Έδωσαν βήμα στους ίδιους τους Κύπριους και σε έναν ομιλητή από την Τουρκία. Κάλεσαν, λοιπόν, ομιλητές από την Αριστερά της Κύπρου και της Τουρκίας, κάλεσαν αριστερούς με βαθιά γνώση του Κυπριακού, όπως και της Τουρκίας. Οι τρεις αυτοί φορείς της Αριστεράς, όπως έχουν αποδείξει σε όλη τους τη διαδρομή, γνωρίζουν ότι ο ορθός λόγος είναι μια μόνιμη, επίπονη και διαρκής μάχη κατά του εύκολου και παγιδευτικού ανορθολογισμού. Γνωρίζουν δε, ότι ορθός λόγος σημαίνει καταρχάς γνώση και, μέσα από αυτήν, σκέψη και κρίση. Σημαίνει δράση με επίγνωση, δράση με όλα τα όπλα του ορθού λόγου στη φαρέτρα του πολίτη, της κοινωνίας, της Αριστεράς. Μόνο έτσι ο δρόμος για την κυβέρνηση θα είναι επιτυχής. Μόνο έτσι μπορεί να ηττηθεί η Δεξιά και η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία της.

Οι ομιλητές λοιπόν ήταν: Ο Αχμέτ Ινσέλ, καθηγητής πολιτικής οικονομίας στη Σορβόννη και στο Πανεπιστήμιο Γκαλατά Σεράι της Κωνσταντινούπολης, ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της τουρκικής Αριστεράς. Ο Σταύρος Τομπάζος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, από τους ιδρυτές της Ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Κύπρο. Ο Νίκος Μούδουρος, διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ. Ο Τουμάζος Τσελεμπής, νομικός, μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΑΚΕΛ, μέλος επίσης της ομάδας διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό, και τώρα και του Εθνικού Συμβουλίου της Κύπρου. Ποτέ στην Ελλάδα δεν έχει γίνει μια τέτοια εκδήλωση με Κύπριους ομιλητές με βαθιά γνώση του Κυπριακού. Θα σταθώ μόνο στον Τουμάζο Τσελεμπή (όχι για να μειώσω την εξαιρετική ανάλυση που έκαναν οι άλλοι ομιλητές), αλλά γιατί είναι ένας από τους ανθρώπους που χειρίζονται το Κυπριακό και τα σχέδια επίλυσής του επί χρόνια. Με έναν απολύτως ορθολογικό λόγο ανέλυσε τα μείζονα ζητήματα που τίθενται σε ό,τι αφορά τη λύση του Κυπριακού με ομοσπονδία: τι σημαίνει δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία, τι σημαίνει ομοσπονδιακή διακυβέρνηση, τι σημαίνει διευθέτηση του περιουσιακού, του εδαφικού, των εποίκων, κλπ. Ο Τσελεμπής δεν έκρυψε τα προβλήματα που ανακύπτουν, δεν απέκρυψε ούτε τους σκοπέλους της λύσης. Τόνισε, ωστόσο, με επιχειρήματα ότι το Κυπριακό πρέπει να λυθεί χτες.

Οι ομιλίες έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να ανατρέξει και να τις ακούσει. Η απουσία, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ από μια τέτοια εκδήλωση μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι η εκδήλωση έγινε Σάββατο βράδυ και μάλιστα σε μια περίοδο έντονης, προεκλογικής δραστηριότητας. Θα περίμενε όμως κανείς ότι θα ήταν εκεί κάποιοι έστω από αυτούς που κατεξοχήν έχουν αναλάβει τα θέματα εξωτερικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, αυτοί που αμέσως, και ερήμην των οργάνων του κόμματος, πήραν θέση μετά το κοινό ανακοινωθέν Αναστασιάδη-Έρογλου. Θα περίμενε κανείς ότι κάποιος από τους υπεύθυνους της επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του ΣΥΡΙΖΑ, από αυτούς που είχαν χρόνο για την εκπομπή του Τράγκα, παρέα με τον Φαήλο Κρανιδιώτη, θα θυσίαζε το Σάββατό του για να μάθει κάτι από τους ίδιους τους Κύπριους, και ειδικά από τον Τσελεμπή. Μάλλον, όμως, ο τελευταίος ανήκει στους φιλοϊμπεριαλιστές εθνοπροδότες.

Αντί γι΄ αυτό, λοιπόν, την Κυριακή είχαμε την εκκωφαντική κραυγή, την ασυνήθιστη, για τα αυτιά της Αριστεράς, ανορθολογική, επιθετική και ανατριχιαστικά πανομοιότυπη, ως προς το ύφος και τον λόγο με αυτή του Φαήλου, κραυγή του κ. Γ. Αϋφαντή, ο οποίος υπογράφει (και είναι άλλωστε) διπλωματικός σύμβουλος του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ (το άρθρο του και η ανταπάντηση του Αριστείδη Μπαλτά εδώ - βλ. επίσης εδώ το άρθρο του Αρ. Μπαλτά, που στάθηκε αφορμή). Με διαφορά, λοιπόν, κάποιων ωρών περάσαμε από τον ορθό λόγο στον φανατισμό. Από το πάθος με επίγνωση στο μελοδραματικό πάθος. Από τον αριστερό λόγο με επιχειρήματα στον αριστεροφανή, εθνικιστικό λόγο της αμετροέπειας και του χλευασμού.

Δεν θα σχολιάσω τον ανορθολογισμό ενός διπλωμάτη που σηκώνει τη σημαία της Επανάστασης εναντίον των πάντων, του ΟΗΕ συμπεριλαμβανόμενου, κι αυτό όχι από μια ιδεολογικά επεξεργασμένη θέση (γιατί σε αυτή την περίπτωση θα ήταν συνεπής και θα είχε παραιτηθεί από το διπλωματικό σώμα και τη θέση του διπλωματικού συμβούλου του Αλέξη Τσίπρα). Απ’ όσο θυμάμαι, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει πάρει μέχρι τώρα θέση για επίλυση του Κυπριακού εκτός ΟΗΕ. Κατά του ΟΗΕ στην Ιστορία του Κυπριακού ήταν ο Γεώργιος Γρίβας, η ΕΟΚΑ Β’ και οι επίγονοί τους. Στον ΟΗΕ η Αριστερά έχει ασκήσει και ασκεί δριμεία κριτική, αλλά μέχρι τώρα δεν έχει ταχθεί υπέρ της κατάργησής του. Τον εκδημοκρατισμό του διεκδικεί. Δεν θα σχολιάσω ούτε την αήθη επίθεση κατά του Αριστείδη Μπαλτά, όχι με πολιτικά επιχειρήματα αλλά με ειρωνείες του τύπου «ταγός του ΣΥΡΙΖΑ». Από αυτό το ύφος –μίγμα ειρωνείας και καλυμμένης ή απροκάλυπτης επιθετικότητας– είμαστε συνηθισμένοι πολλοί από μας που «πέσαμε στο δρόμο του κ. πρέσβη» (μάλλον έπεσε ο ίδιος στον δικό μας). Δεν θα σχολιάσω καν το χλευαστικό ύφος για την εφημερίδα Αυγή, ούτε θα μπω στον κόπο να θυμίσω τι σημαίνει η Αυγή για τον δικό μας χώρο. Όποιος το ξέρει, καλώς, όποιος δεν το ξέρει, ας ψάξει να βρει το γιατί. Ο κ. Αϋφαντής δεν κατάλαβε ποτέ ότι η Αυγή, όπως και η Εποχή, αλλά και το περιοδικό «ο Πολίτης» κάποτε, άσκησαν τους «ανθρώπους του πνεύματος» (για να μιλήσω μόνο γι΄ αυτό που γνωρίζω «από πρώτο χέρι») της Αριστεράς στη γενναιόδωρη προσφορά, στην αριστερή έννοια του πολίτη, στο μη ξεπούλημα της «πνευματικής τους πραμάτειας» από εφημερίδα σε εφημερίδα κι από κόμμα σε κόμμα προς ίδιον όφελος. Τους έμαθαν να είναι αριστεροί πολίτες, κι όχι επαγγελματίες του πνεύματος. Τους έδωσαν βήμα για να δώσει η Αριστερά, στα πέτρινα χρόνια της, τη μάχη εναντίον μιας καθεστωτικής ελίτ που σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά της.

Θα μείνω μόνο, πρώτον στη κριτική (αν αυτό λέγεται κριτική) που ασκεί ο Αϋφαντής κατά του ΑΚΕΛ και του Χριστόφια. Από πότε αλήθεια ο ΣΥΡΙΖΑ έκοψε κάθε γέφυρα με το ΑΚΕΛ, εξομοιώνοντάς το με τη Δεξιά; Από πότε ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει με τέτοιο χλευασμό τον πρώην ηγέτη του ΑΚΕΛ; Βεβαίως, τα πεπραγμένα κάθε κόμματος και της ηγεσίας του πρέπει να υπόκεινται σε κριτική –όχι σε «φτύσιμο»–, και μάλιστα αυστηρή, κατεξοχήν από τα ίδια του τα μέλη. Δεν μπορεί  όμως οποιοσδήποτε να υιοθετεί την κριτική του πιο ακραίου εθνικιστικού (και χυδαία αριβιστικού και ταξικού) τμήματος της ελληνοκυπριακής πολιτικής ζωής. Όλη η μάχη κατά του ΑΚΕΛ και του Χριστόφια στήθηκε, από την πλευρά των κατ’ επάγγελμα εθνικιστών, πάνω στο άθλιο δεξιό και εθνικιστικό επιχείρημα ότι η Αριστερά είναι ανίκανη να κυβερνήσει, είναι ανίκανη να αναλάβει τα «σπουδαία». Ο κ. πρέσβης μάλλον δεν γνωρίζει ούτε την Ιστορία της Κύπρου ούτε την ιστορικότητα των κομμάτων της. Γι΄ αυτό και υιοθετεί άκριτα μια κριτική κατά του ΑΚΕΛ που έρχεται από πολύ μακριά, από μια μαύρη όψη της Ιστορίας. Ας διαβάσουμε μια φορά σωστά την Ιστορία, κ. πρέσβη, προτού αρχίσουμε τους «πυροβολισμούς». Κι εμείς οι αριστεροί οφείλουμε να το κάνουμε αυτό, ειδικά τώρα που η Ιστορία μας καλεί σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Ας έχουμε τουλάχιστον ξεκάθαρο αυτό: δεν υπάρχει «αριστερός εθνικισμός» εναντίον του «δεξιού εθνικισμού». Δεν υπάρχει καν «αριστερός πατριωτισμός», όταν τραβάει από το παρελθόν εκείνα τα νήματα της Ιστορίας που «έστησε» η Δεξιά. Η Αριστερά είναι εγγενώς αντιεθνικιστική: όχι αντεθνική, αλλά αντιεθνικιστική. Όταν δανείζεται «ξένες κουβέντες», τότε ακόμη κι αν κερδίσει συγκυριακά, θα χάσει μεσοπρόθεσμα.

Δεύτερον: ο κ. Αϋφαντής, ανάμεσα στα άλλα υψιπετή περί Κυπριακού, επικαλείται την αρχή «ένας άνθρωπος μία ψήφος». Και με αυτό δείχνει την πλήρη άγνοιά του για την ιστορία της Κύπρου. Το κυπριακό κράτος δεν συγκροτήθηκε ως εθνικό κράτος, αφού δεν υπάρχει κυπριακό έθνος. Συγκροτήθηκε λοιπόν ως δικοινοτικό κράτος, με δύο ισότιμες πολιτικά εθνοτικές κοινότητες. Καλώς ή κακώς, έτσι έγινε. Πρέπει επομένως να εξασφαλίζεται η εκπροσώπηση και των δύο κοινοτήτων. Δεν θα επιχειρηματολογήσω περισσότερο πάνω σε αυτό. Απλώς ας φανταστούμε τι θα γίνει αν στην ΕΕ επικρατήσει αυτή η αρχή. Με πόσους ευρωβουλευτές θα εκπροσωπείται η Ελλάδα; Μάλλον με 2 ή τρεις. Η δε Κύπρος με μισό. Στο ήδη υπάρχον έλλειμμα δημοκρατίας στην ΕΕ, έτσι, θα προστεθεί κι ένας λόγος παραπάνω για να εξαφανιστούν τα μικρά έθνη. Ας σκεφτόμαστε λοιπόν τι λέμε, γιατί θα τα βρούμε όλα μπροστά μας!

Στην δική μας Αριστερά υπάρχουν αντιπαρατιθέμενες απόψεις, και καλώς υπάρχουν. Υπάρχουν συγκρούσεις, και καλώς υπάρχουν. Ωστόσο, στη δική μας Αριστερά, αριστεροί με ύφος και λόγο Φαήλου δεν μπορεί να υπάρχουν. Ο χλευασμός και η ειρωνεία δεν είναι όπλα του δικού μας οπλοστασίου.


Δημοσιεύτηκε στο Red Notebook

* Οι ομιλίες της εκδήλωσης -σε βίντεο- βρίσκονται στον ιστότοπο του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς: κλικ εδώ.

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

[Τουρκία] Τουρκία: Στον αστερισμό της σύγκρουσης Ερντογάν-Γκιουλέν

Ιστορικά προαπαιτούμενα για την κατανόηση της σύγκρουσης

Εδώ και δύο περίπου μήνες, η πολιτική ζωή της Τουρκίας κινείται στον αστερισμό της σύγκρουσης Eρντογάν-Γκιουλέν. Για να κατανοήσουμε την ουσία και το πολιτικό της βάρος, χρειάζεται να δούμε μερικά ιστορικά δεδομένα, για τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε η δημοκρατία στη χώρα.

Το δημοκρατικό πολιτικό σύστημα στην Τουρκία συγκροτήθηκε, λοιπόν, μέσα από μια μάχη που υπερκαθορίστηκε από ένα αντιδημοκρατικό ερώτημα: Ποιο ηγεμονικό όραμα εξασφαλίζει στην Τουρκία τον ρόλο του ισχυρού, επομένως δυτικού κράτους στην περιοχή; Από αυτό το ερώτημα, το οποίο έθεσε με όρους διχαστικών και συγκρουσιακών διλημμάτων η νατοϊκή κυρίως «Δύση» για λογαριασμό της Τουρκίας, προέκυψαν δύο αντίπαλα ηγεμονικά οράματα, που ενίσχυαν τη θέση δύο αυταρχικών δυνάμεων — στρατού και Ισλάμ: το όραμα του κοσμικού κράτους-έθνους του κεμαλισμού, και το όραμα του εθνοθρησκευτικού κράτους-κοινότητας του τουρκοϊσλαμισμού. Η Τουρκία λοιπόν βρήκε τη θέση της στον «πολιτισμένο κόσμο», όχι ως δημοκρατική χώρα, αλλά επειδή μπορούσε να αναπαράγει μια μόνιμη εσωτερική απειλή, ως μέσον νομιμοποίησης της ενίσχυσης του ισχυρού, αυταρχικού κράτους.

Έτσι, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν εγκαινιάστηκε το πολυκομματικό σύστημα στη χώρα και άρχιζε η μάχη για τη δημοκρατία, κινητοποιήθηκαν ταυτοχρόνως και δύο «ξεχασμένες» δυνάμεις: ο στρατός και η θρησκεία. Ο πρώτος αποτέλεσε τη χρυσή εφεδρεία του ΝΑΤΟ, μια δύναμη ικανή να εξασφαλίζει την επιβολή ενός ισχυρού δυτικού κράτους σε μια ανατολίτικη, επομένως ευεπίφορη στον κομμουνισμό, κοινωνία. Το Ισλάμ αποτέλεσε το κρυφό όπλο που ανέσυρε το Σχέδιο Μάρσαλ, όπλο που θα έπαιζε τον ρόλο της «φωνής της ανατολίτικης κοινωνίας» για δημοκρατία, απέναντι σε ένα κράτος που ξεπέρναγε τα πολιτισμικά και ηθικά όριά της. Στην ουσία, με το Ισλάμ φτιαχνόταν ένας εναλλακτικός διάδρομος διείσδυσης του κεφαλαίου, το οποίο δεν μπορούσε να αφήνει την τύχη του σε ένα σκληρό κράτος. Ο στρατός λοιπόν θα επέβαλε την πίστη στο δυνατό κράτος, ενώ το Ισλάμ θα εξέφραζε την προσδοκία για δημοκρατία (εναντίον πάντα του κομμουνισμού, και τα δύο). Πράγματι, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, κι ενώ το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας συγκροτούνταν γύρω από κόμματα με σαφείς ιδεολογικούς προσανατολισμούς και ταξικές αναφορές, καθώς και μέσα από κινήματα, ενώ λοιπόν φαινόταν ότι η χώρα είχε μπει σε φάση όπου η δημοκρατία αποκτούσε κοινωνικές ρίζες, το πραξικόπημα του 1971, αλλά και η ίδρυση του ισλαμικού κόμματος του Ερμπακάν (1969) άλλαξαν την πολιτική ατζέντα.

Παρ’ όλα αυτά, η μάχη, τις δεκαετίες του ’70 και ’80, δεν δόθηκε ανάμεσα στον στρατό και το πολιτικό Ισλάμ. Η πραγματική μάχη δόθηκε, από το αριστερό και το κουρδικό κίνημα, για τη δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη αλλά και την πολιτική οριοθέτηση του εθνικού, εναντίον ενός αυταρχικού κράτους. Στα πραξικοπήματα, κυνηγήθηκαν ανελέητα οι αριστεροί, οι Κούρδοι, οι δημοκράτες («κεμαλιστές» ή μη), όχι όμως το πολιτικό Ισλάμ. Αυτό που κυνηγήθηκε, εντέλει, ήταν η αυτονομία των κομμάτων και τα κινήματα. Τα δύο αντίπαλα ηγεμονικά οράματα (του κοσμικού κράτους του στρατού και του εθνοθρησκευτικού κράτους-κοινότητας του Ισλάμ) λειτούργησαν μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80 συμπληρωματικά, συντηρητικοποιούσαν εξίσου την πολιτική ζωή της Τουρκίας, ενίσχυαν τη δεξιά πελατειακή στροφή του πολιτικού συστήματος και προωθούσαν την ηγεμονία του μεγάλου κεφαλαίου (κατεξοχήν του «στρατιωτικού», και στη συνέχεια του ισλαμικού). Ο στρατός και το πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν έπαιζαν στο ίδιο γήπεδο: του αυταρχισμού και του συντηρητισμού — του ισχυρού κράτους. Τα πράγματα άλλαξαν στη δεκαετία του ’90, όταν το διεθνές και το εγχώριο κεφάλαιο δεν είχαν πλέον ανάγκη ούτε τον στρατό ούτε το «σκληρό» πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν. Είχαν ανάγκη έναν αποτελεσματικό φορέα ενός ομοιογενούς πολιτισμού που θα εξασφαλίζει την ατομική συμμετοχή σε ένα καταναλωτικό σύμπαν, με όρους ηθικής-θρησκευτικής αφοσίωσης. Είχαν ανάγκη ένα ισχυρό κράτος, όχι έθνος αλλά κοινότητα, με ευσέβεια στις ατομικές «εξουσίες» (όχι ελευθερίες) και τις δημοκρατικές αρχές της κοινότητας.

Είναι η εποχή που ισχυροποιήθηκαν οι παράλληλες «δομές» στην κοινωνία και τη γραφειοκρατία που δημιουργούσαν οι ΜΚΟ, με σημαντικότερες τα θρησκευτικά τάγματα (μεταξύ τους, αυτό του Φετουλάχ Γκιουλέν με υποστήριξη αμερικανικών κεφαλαίων). Ούτε ο στρατός ούτε το πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν, που συγκρούονταν πια ανηλεώς, κατάλαβαν ότι ο κόσμος είχε αλλάξει και ότι και οι δύο πια δεν αποτελούσαν «δυτικά όπλα». Το κόμμα του Ερντογάν, γεννημένο μέσα από τα σπλάχνα του πολιτικού Ισλάμ του Ερμπακάν, αλλά και σε ρήξη μ’ αυτό, δεν μπήκε στην παλιά αντιπαλότητα ανάμεσα στα δύο παραδοσιακά οράματα, δεν συγκρούστηκε με τον στρατό, ως φορέας μιας αντίπαλης ηγεμονίας. Εμφανίστηκε ως ο αποτελεσματικότερος εκφραστής του διαχρονικού αιτήματος για δημοκρατία. Κινητοποίησε τη θρησκεία ως τον διαχρονικό συνδετικό κρίκο ανάμεσα στα πολλά και διαφορετικής ιδεολογικής προέλευσης αιτήματα για δημοκρατία, ενώ συνεργάστηκε στενά με τις θρησκευτικές ΜΚΟ για τον έλεγχο της γραφειοκρατίας (δικαιοσύνη, αστυνομία) εναντίον του στρατού. Ο στρατός ηττήθηκε από την ίδια τη γραφειοκρατία, το άλλοτε ισχυρό του όπλο.

 Το κόμμα του Ερντογάν λοιπόν αποδέσμευσε μια δημοκρατική, χειραφετητική δυναμική στην κοινωνία, και μάλιστα σε μια στιγμή που η Ε.Ε. προέκρινε, για διάφορους λόγους, στον διάλογό της με την Τουρκία, τη δημοκρατία και όχι το δόγμα του εκδυτικισμένου ισχυρού συνεταίρου στην περιοχή. Οι αριστεροί –και όχι μόνο οι Τούρκοι– γνώριζαν ότι το κόμμα του Ερντογάν ήταν νεοδεξιό και νεοφιλελεύθερο, θεώρησαν ωστόσο ότι η εξουδετέρωση του στρατού εξουδετέρωνε συγχρόνως και τον αντιδημοκρατικό παράγοντα, που στοίχειωνε την πολιτική ζωή της χώρας.

 Η παράδοση της Ε.Ε. στον νεοφιλελευθερισμό και ο διάλογός της (όπως και των ΗΠΑ) με την Τουρκία με όρους όχι δημοκρατίας αλλά αποτελεσματικότητας και ισχύος ενίσχυσε τις αυταρχικές δυνάμεις στο εσωτερικό του κόμματος του Ερντογάν (και τον αυταρχισμό του ίδιου), στο όνομα του παλιού ηγεμονικού οράματος του πολιτικού Ισλάμ. Ενίσχυσε, επομένως, την άσκηση της πολιτικής με όρους συνωμοσίας και προστασίας του κράτους, φορέα καταστολής στο όνομα μιας απειλής (ή κρίσης).

Η σύγκρουση με το «παράλληλο σύμπαν» που έχει φτιάξει μέσα στο κράτος ο Φετουλάχ Γκιουλέν θα μπορούσε να σημάνει βαθύ εκδημοκρατισμό. Αρκεί ωστόσο να παρακολουθήσουμε τους όρους με τους οποίους διεξάγει τη σύγκρουση ο Ερντογάν, για να καταλάβουμε ότι την αντιμετωπίζει ως διαμάχη φατριών, ως μάχη εναντίον των «προδοτών της κοινότητας». Ενσωματώνει στον λόγο του ταυτοχρόνως και τα δύο οράματα: και του στρατού και του πολιτικού Ισλάμ. Δεν επικαλείται λοιπόν τη δημοκρατία και τους δημοκρατικούς θεσμούς, αλλά την οθωμανική περίοδο του Φετρέτ (πόλεμος μεταξύ των διαδόχων του σουλτάνου Βαγιαζήτ Ι, 1402-1413), που έληξε με τη νίκη του μιλλέτ (της εθνοθρησκευτικής κοινότητας), ενώ οικειοποιείται τη γλώσσα του στρατού περί «εθνικών προδοτών».

Για πρώτη φορά ωστόσο μετά τη δεκαετία του ’60 η Τουρκία βρίσκεται σε φάση επανιδεολογικοποίησης του πολιτικού, όπως δείχνουν οι διαδηλώσεις εναντίον του Ερντογάν. Όσο όμως τα κόμματα που τον αντιπολιτεύονται συγκροτούν τη σύγκρουση όχι με όρους ταξικούς, ιδεολογικούς και πολιτικούς, αλλά τη συρρικνώνουν σε σύγκρουση της μιας θρησκείας (κοσμικότητας) εναντίον της άλλης (Ισλάμ), το παιχνίδι της δημοκρατίας θα υπονομεύεται και ο φασισμός θα καραδοκεί. Όσο η Ε.Ε., συμπεριφερόμενη ως Μεγάλη Δύναμη άλλων εποχών, δεν ξεκαθαρίζει με τι είδους Τουρκία θέλει να συνομιλεί, ενώ τα γειτονικά, «μικρά» κράτη-μέλη, όπως η Ελλάδα, συμμεριζόμενα αυτό το παιχνίδι, είτε αναπαράγουν τα εθνικιστικά αντιτουρκικά παραληρήματα που διευκολύνουν το φαγοπότι των εξοπλισμών, είτε ανοίγουν «φιλίες» με στόχο να μοιραστούν την ηγεμονία στην περιοχή, η κατάσταση θα παραμένει δυσοίωνα μετέωρη, τόσο για την Τουρκία όσο και ευρύτερα. Η Ε.Ε. (όπως και τα κράτη-μέλη) οφείλει να συνομιλεί με οποιοδήποτε κόμμα εξέλεξε δημοκρατικά ο λαός της Τουρκίας, με οποιοδήποτε κίνημα εκφράζει αιτήματα αυτού του λαού. Οφείλει, ωστόσο, επίσης, να αναπτύξει έναν δημοκρατικό, ξεκάθαρο διάλογο με αυτή τη χώρα.


Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

[Κύπρος] Γλαύκος Κληρίδης (1919-2013) : Ο ι­δρυ­τής της κυ­πρια­κής Δε­ξιάς

Ο Γλαύ­κος Κλη­ρί­δης α­νή­κε στη «νέ­α» γε­νιά των κύ­πριων πο­λι­τι­κών, που εμ­φα­νί­στη­καν την ε­πο­χή της Ε­Ο­ΚΑ και γεν­νη­θή­καν πο­λι­τι­κά μα­ζί με την Ανε­ξαρ­τη­σία της Κύ­πρου το 1959. Ήταν, λοι­πόν, «α­νε­ξαρ­τη­σια­κός» πο­λι­τι­κός, έ­τσι ό­πως την Ανε­ξαρ­τη­σία την ό­ρι­ζε ε­κεί­νη την ε­πο­χή ο ε­θναρ­χι­σμός του Μα­κά­ριου σε συμ­φω­νία με τους α­γω­νι­στές της Ε­Ο­ΚΑ, κα­θώς ε­πί­σης και η Ελλά­δα και οι συ­σχε­τι­σμοί στο να­τοϊκό στρα­τό­πε­δο. Ο Κλη­ρί­δης, λοι­πόν, α­κού­μπη­σε στα πρώ­τα βή­μα­τα της πο­λι­τι­κής του ζωής σε δύο πο­λι­τι­κό-πο­λι­τι­σμι­κά πε­ρι­βάλ­λο­ντα: έ­να «ε­θναρ­χι­κό», στο ο­ποίο οι ρί­ζες της α­νε­ξαρ­τη­σια­κής ταυ­τό­τη­τας βυ­θί­ζο­νταν ι­στο­ρι­κά στα α­λυ­τρω­τι­κά σχή­μα­τα της ε­θνι­κο­φρο­σύ­νης και της Ένω­σης, και σε έ­να διε­θνές και ελ­λη­νι­κό πε­ρι­βάλ­λον, στο ο­ποίο η α­νε­ξαρ­τη­σια­κή ταυ­τό­τη­τα φτια­χνό­ταν α­πό τα υ­λι­κά των συμ­φε­ρό­ντων με­γά­λου μέ­ρους της «εκ­συγ­χρο­νι­στι­κής» α­στι­κής τά­ξης αλ­λά και του διε­θνούς ρε­α­λι­σμού. Ωστό­σο, ω­ρί­μα­σε πο­λι­τι­κά μέ­σα στις δύ­σκο­λες συν­θή­κες του α­νε­ξάρ­τη­του κρά­τους, στο ο­ποίο κα­τεί­χε πρω­τα­γω­νι­στι­κή θέ­ση, ως ο ε­πί πολ­λά χρό­νια πρό­ε­δρος της κυ­πρια­κής Βου­λής, αλ­λά και ως ο εκ­πρό­σω­πος της ελ­λη­νο­κυ­πρια­κής κοι­νό­τη­τας στις δι­κοι­νο­τι­κές συ­νο­μι­λίες, με­τα­ξύ 1968 και 1974.

Το σχή­μα της ε­θναρ­χι­κής α­νε­ξαρ­τη­σίας του Μα­κά­ριου, μέ­σα α­πό το ο­ποίο α­να­πα­ρά­γο­νταν οι α­δρά­νειες ε­νός μα­κρού, ε­θνο­θρη­σκευ­τι­κού πα­ρελ­θό­ντος, δη­μιουρ­γού­σε γι’ αυ­τό τον α­στό πο­λι­τι­κό ε­πι­κίν­δυ­νες ε­πι­πλο­κές, με θα­νά­σι­μες πα­γί­δες. Ο Κλη­ρί­δης α­νέ­πτυσ­σε την ταυ­τό­τη­τα του Έλλη­να α­στού πο­λι­τι­κού της Κύ­πρου, για τον ο­ποίο το α­νε­ξάρ­τη­το κυ­πρια­κό κρά­τος έ­πρε­πε να εκ­συγ­χρο­νί­ζε­ται ε­ναρ­μο­νι­σμέ­νο με τα συμ­φέ­ρο­ντα του ελ­λη­νι­κού κρά­τους, ό­πως αυ­τά δια­μορ­φώ­νο­νταν στο πλαί­σιο του δυ­τι­κού στρα­το­πέ­δου. Όσο η ελ­λη­νι­κή, α­στι­κή τά­ξη της Κύ­πρου πα­ρέ­με­νε α­δύ­να­μη, κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νη και δι­χα­σμέ­νη α­νά­με­σα στον Μα­κά­ριο και τον Γρί­βα, ο Κλη­ρί­δης πα­ρέ­με­νε α­φο­σιω­μέ­νος στον Μα­κά­ριο και την ε­θναρ­χι­κή α­νε­ξαρ­τη­σία, κι αυ­τό πα­ρά τη δια­φω­νία του σε μεί­ζο­να θέ­μα­τα, ό­πως αυ­τό της, μο­νο­με­ρούς και χω­ρίς τη συ­ναί­νε­ση της Ελλά­δας, α­να­θεώ­ρη­σης των 13 ση­μείων του κυ­πρια­κού Συ­ντάγ­μα­τος.

Στην ε­ξαι­ρε­τι­κά κρί­σι­μη πε­ρίο­δο των δι­κοι­νο­τι­κών συ­νο­μι­λιών (1968-1974), ό­που το πα­ρα­κρά­τος δρού­σε α­νε­ξέ­λε­γκτο και η ελ­λη­νι­κή χού­ντα με τα κυ­πρια­κά της πα­ρα­κλά­δια α­πλω­νό­ταν σε αυ­τό, ε­νώ ο Μα­κά­ριος α­δυ­να­τού­σε να κα­τα­νοή­σει τη ση­μα­σία, σε ε­κεί­νες τις δύ­σκο­λες συν­θή­κες, που εί­χε για το κυ­πρια­κό κρά­τος η «ε­πα­νί­δρυ­σή» του ως δι­κοι­νο­τι­κού, ο Κλη­ρί­δης έ­κα­νε τη ρή­ξη. Μα­ζί με τον Τάσ­σο Πα­πα­δό­που­λο και τον Πο­λύ­καρ­πο Γεωρ­κάτ­ζη και με τη στή­ρι­ξη με­λών της ι­σχυ­ρής, χά­ρη στο κρά­τος, α­στι­κής τά­ξης και του α­γρο­τι­κού κό­σμου στον ο­ποίο ο Γεωρ­κάτ­ζης έ­λεγ­χε ό­λα τα ε­θνι­κι­στι­κά σω­μα­τεία, α­πο­φά­σι­σε το 1969 να συ­νε­νώ­σει τα κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­να κομ­μά­τια του α­στι­κού, πο­λι­τι­κού κό­σμου. Ίδρυ­σε το «Ενιαίο Κόμ­μα» με «κε­ντρο­δε­ξιό πο­λι­τι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό», κα­τά τη δια­τύ­πω­σή του, και με σα­φέ­στα­τα «φι­λο­δυ­τι­κό», ε­πο­μέ­νως α­ντι­κομ­μου­νι­στι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό. Η ί­δρυ­ση αυ­τού του κόμ­μα­τος α­πο­τέ­λε­σε το­μή για την κυ­πρια­κή πο­λι­τι­κή ζωή, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο που το μο­να­δι­κό πο­λι­τι­κό κόμ­μα που υ­πήρ­χε στην Κύ­προ, ή­δη α­πό το 1941, ή­ταν το Α­ΚΕΛ. Σε α­ντί­θε­ση, λοι­πόν, με τον α­ρι­στε­ρό χώ­ρο, ο ο­ποίος ο­ρί­στη­κε ι­στο­ρι­κά στην Κύ­προ έ­ξω α­πό τον ε­θναρ­χι­κό χώ­ρο, άλ­λο­τε σε σφο­δρή σύ­γκρου­ση με αυ­τόν άλ­λο­τε σε συμ­μα­χία (α­πό το 1960 και με­τά), ο δε­ξιός πο­λι­τι­κός χώ­ρος υ­πήρ­χε χά­ρη στον ε­θναρ­χι­σμό, κά­τω α­πό τα ρά­σα της Εκκλη­σίας.

Δε­ξιός χώ­ρος έ­ξω α­πό τον ε­θναρ­χι­κό

Υπό την α­πει­λή, λοι­πόν, ό­τι το Α­ΚΕΛ ε­λέγ­χει τον κοι­νω­νι­κό και πο­λι­τι­κό χώ­ρο και με δε­δο­μέ­νο ό­τι ο ε­θναρ­χι­κός ρό­λος του Μα­κά­ριου ή­ταν πλέ­ον δια­πραγ­μα­τεύ­σι­μος, ο Κλη­ρί­δης α­πο­φά­σι­σε τη σχε­τι­κή αυ­το­νό­μη­ση της α­στι­κής δε­ξιάς α­πό το ε­θναρ­χι­κό μέ­τω­πο. Όπως ο ί­διος ε­ξη­γεί: «εί­χα τη βε­βαιό­τη­τα ό­τι η κα­τά­στα­ση ή­ταν πο­λι­τι­κά αρ­ρω­στη­μέ­νη […]. Εί­χα ε­πί­σης την ά­πο­ψη ό­τι ο ρό­λος της εκ­κλη­σίας στην πο­λι­τι­κή ζωή του τό­που έ­πρε­πε να ε­πα­να­προσ­διο­ρι­σθεί. Πί­στευα ό­τι αν και η εκ­κλη­σία εί­χε δι­καίω­μα να έ­χει φω­νή στα πο­λι­τι­κά πράγ­μα­τα, ω­στό­σο δεν έ­πρε­πε να εί­ναι η κυ­ρίαρ­χη φω­νή ή ε­ξου­σία στην πο­λι­τι­κή ζωή της Κύ­πρου, […] ό­τι τα πο­λι­τι­κά κόμ­μα­τα α­πο­τε­λούν βα­σι­κό συ­στα­τι­κό στοι­χείο της πο­λι­τι­κής ζωής και ό­τι ή­ταν α­πα­ρά­δε­κτο το έ­να και μο­να­δι­κό κόμ­μα να εί­ναι της α­ρι­στε­ράς, τη στιγ­μή που η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία των Ελλή­νων, οι ο­ποίοι δεν ή­ταν α­ρι­στε­ροί, δεν εί­χαν πο­λι­τι­κά κόμ­μα­τα, με α­πο­τέ­λε­σμα να εμ­φα­νί­ζο­νται έ­τσι πο­λι­τι­κά κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι και με με­σαιω­νι­κή α­ντί­λη­ψη και νοο­τρο­πία» (Η Κα­τά­θε­σή μου, τ. 2, σς. 329-330). Για πρώ­τη φο­ρά, λοι­πόν, η δε­ξιά στην Κύ­προ ό­ρι­σε το δι­κό της πο­λι­τι­κό χώ­ρο, έ­ξω α­πό τον ε­θναρ­χι­κό της εκ­κλη­σια­στι­κής ιε­ραρ­χίας.

Αυ­τό το δε­ξιό, «εκ­συγ­χρο­νι­στι­κό» κόμ­μα που συ­σπεί­ρω­σε με­γά­λο τμή­μα της α­στι­κής τά­ξης της Κύ­πρου, αλ­λά και ό­λα τα α­κρο-δε­ξιά, ε­θνι­κι­στι­κά σω­μα­τεία και συλ­λό­γους της Κύ­πρου, έ­γι­νε φο­ρέ­ας μιας λαϊκής, ε­θνι­κι­στι­κής ι­δε­ο­λο­γίας, για την ο­ποία ο α­γώ­νας της Ε­Ο­ΚΑ συ­νι­στού­σε τη με­γά­λη το­μή. Τα α­στι­κά στρώ­μα­τα, λοι­πόν, της Κύ­πρου α­πο­φά­σι­σαν με αυ­τό το κόμ­μα να ση­μα­σιο­δο­τή­σουν και να δια­χει­ρι­στούν την ελ­λη­νι­κό­τη­τα σε κυ­πρια­κό πλαί­σιο, ως προ­νο­μια­κοί ε­ντο­λο­δό­χοι της Μη­τέ­ρας Πα­τρί­δας. Σε αυ­τή την ι­δε­ο­λο­γία, ό­ποιο κόμ­μα ή­ταν κα­τά της Ελλά­δας, ή­ταν αν­θελ­λη­νι­κό και αμ­φι­σβη­τού­σε την ί­δια την ταυ­τό­τη­τα των Ελλη­νο­κυ­πρίων. Η αιώ­νια Ελλά­δα έ­γι­νε η πη­γή της νο­μι­μο­ποίη­σης της κυ­πρια­κής, α­στι­κής δε­ξιάς και η α­πό­δει­ξη του προ­δο­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα του α­ρι­στε­ρού α­ντί­πα­λου: του Α­ΚΕΛ. Ο Κλη­ρί­δης με το κόμ­μα που ί­δρυ­σε έ­θε­σε με κο­σμι­κούς ό­ρους το ό­ριο της διαί­ρε­σης α­νά­με­σα στη Δε­ξιά και την Αρι­στε­ρά.

Με­τά την τουρ­κι­κή ει­σβο­λή

Το ελ­λη­νι­κό πρα­ξι­κό­πη­μα και η τουρ­κι­κή ει­σβο­λή στη Κύ­προ α­νέ­τρε­ψαν, βίαια και ο­δυ­νη­ρά, την προ­η­γού­με­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Τα α­στι­κά στρώ­μα­τα βρέ­θη­καν και πά­λι δια­σπα­σμέ­να και κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­να πο­λι­τι­κά. Ένα μέ­ρος των α­στι­κών στρω­μά­των α­πο­φά­σι­σε να συ­γκρο­τή­σει έ­να κε­ντρώο κόμ­μα (Δη­μο­κρα­τι­κό Κόμ­μα –ΔΗ­ΚΟ), του ο­ποίου η κύ­ρια ταυ­τό­τη­τα ή­ταν αυ­τή του πι­στού και α­με­τα­κί­νη­του κλη­ρο­νό­μου της μα­κα­ρια­κής κλη­ρο­νο­μιάς. Το κόμ­μα αυ­τό α­να­λάμ­βα­νε το ρό­λο του α­να­πα­ρα­γω­γού με κο­σμι­κούς ό­ρους του ε­θναρ­χι­σμού, σύμ­φω­να με τον ο­ποίο το κρά­τος έ­πρε­πε να εί­ναι α­νε­ξάρ­τη­το αλ­λά ε­θναρ­χι­κό. Ο Κλη­ρί­δης, α­ντι­θέ­τως, α­πο­φά­σι­σε να συ­γκρο­τή­σει εκ νέ­ου τη δε­ξιά, ι­δρύο­ντας το 1976 έ­να νέο κόμ­μα –τον Δη­μο­κρα­τι­κό Συ­να­γερ­μό (ΔΗ­ΣΥ)– στο ο­ποίο συμ­με­τεί­χαν πολ­λά α­πό τα στε­λέ­χη του προ­η­γού­με­νου κόμ­μα­τος και άλ­λων προ­πο­λε­μι­κών κομ­μά­των. Το νέο αυ­τό κόμ­μα, φτιαγ­μέ­νο α­πό πολ­λά α­πό τα πα­λιά υ­λι­κά του προ­η­γού­με­νου κόμ­μα­τος, γι­νό­ταν φο­ρέ­ας μιας εκ­συγ­χρο­νι­στι­κής, δυ­τι­κό­στρο­φης και πά­ντα α­ντι­κο­μου­νι­στι­κής δε­ξιάς, της ο­ποίας η α­πο­στο­λή ή­τα­ν: «την πα­τρί­δα ουκ ε­λάτ­τω πα­ρα­δώ­σω». Η λύ­ση του κυ­πρια­κού με βά­ση τις α­πο­φά­σεις του Ο­ΗΕ και σε α­γα­στή σύ­μπνοια με τις ελ­λη­νι­κές κυ­βερ­νή­σεις έ­γι­ναν η ση­μαία του ΔΗ­ΣΥ.

Ο ε­θνι­κι­σμός και ο εκ­συγ­χρο­νι­σμός α­πο­τέ­λε­σαν τα συ­γκολ­λη­τι­κά στοι­χεία της πα­λιάς και της νέ­ας δε­ξιάς ταυ­τό­τη­τας: το βο­λι­κό σχή­μα, σύμ­φω­να με το ο­ποίο για ό­λα έ­φται­γε η ελ­λη­νι­κή χού­ντα, ε­ξά­γνι­σε τους κύ­πριους συ­νερ­γά­τες της χού­ντας, και ε­πέ­τρε­ψε στις εκ­συγ­χρο­νι­στι­κές ο­μά­δες να ξα­να­φτιά­ξουν έ­να με­γά­λο χρό­νο, στον ο­ποίο ό­λοι οι κα­λοί Έλλη­νες της Κύ­πρου χώ­ρα­γαν. Από την άλ­λη με­ριά, η ει­σβο­λή α­πο­δό­θη­κε στη βαρ­βα­ρό­τη­τα της Τουρ­κίας, αλ­λά και στα «λά­θη» της τό­τε κυ­πρια­κής η­γε­σίας. Το ο­δυ­νη­ρό πα­ρελ­θόν σκε­πά­στη­κε και ό­λα ξε­κί­να­γαν α­πό το ’74 και με­τά. Ο Κλη­ρί­δης, δε­ξιός, εκ­συγ­χρο­νι­στής πο­λι­τι­κός, δεν προ­σπά­θη­σε να συν­δέ­σει την ο­μο­σπον­δία με τη λαϊκή ι­δε­ο­λο­γία, να την κα­τα­στή­σει α­ξία αυ­τής της λαϊκής κουλ­τού­ρας. Ανή­κε σε αυ­τή την κυ­πρια­κή α­στι­κή τά­ξη, για την ο­ποία η ο­μο­σπον­δία ή­ταν έ­να ε­πί­κτη­το, ρε­α­λι­στι­κό στοι­χείο της ελ­λη­νι­κής ταυ­τό­τη­τας, κα­ταρ­χάς α­πο­δε­κτό α­πό την Ελλά­δα και το δυ­τι­κό κό­σμο. Δεν εγ­γρα­φό­ταν που­θε­νά στην κυ­πρια­κή ι­στο­ρία. Ο ρε­α­λι­σμός του συ­μπυ­κνω­νό­ταν στο δόγ­μα της σύ­μπρα­ξης με την Ελλά­δα, σε αρ­μο­νία με το δυ­τι­κό, διε­θνές πε­ρι­βάλ­λον.

Ση­μα­ντι­κός η­γέ­της

Στην πρώ­τη προ­ε­δρία του (1993-1998), η ρε­α­λι­στι­κή πο­λι­τι­κή που α­σκού­σε του ε­πέ­τρε­ψε να α­πο­δε­χτεί τις δι­κοι­νο­τι­κές συ­νο­μι­λίες. Συγ­χρό­νως, ό­μως, του ε­πέ­βα­λε την πλή­ρη α­πο­δο­χή και σύ­μπλευ­ση με το ε­νιαίο α­μυ­ντι­κό δόγ­μα του Γερ. Αρσέ­νη που α­κύ­ρω­νε την ο­μο­σπον­δία. Στη δεύ­τε­ρη προ­ε­δρία του (1998-2002) ω­στό­σο, ει­δι­κά προς το τέ­λος, ο Κλη­ρί­δης έ­κα­νε τη με­γά­λη ρή­ξη στην πο­λι­τι­κή ζωή του. Με τη θέ­ση που πή­ρε υ­πέρ του σχε­δίου Ανάν, α­νέ­τρε­ψε τη δε­ξιά ατ­ζέ­ντα: κα­τέ­στη­σε για πρώ­τη φο­ρά τη συ­νύ­παρ­ξη με τους Τουρ­κο­κύ­πριους σε έ­να ο­μό­σπον­δο κρά­τος δο­μι­κό στοι­χείο της ταυ­τό­τη­τας των Ελλη­νο­κύ­πριων. Ακό­μη κι αν αυ­τό υ­πα­γο­ρεύ­τη­κε α­πό έ­να ρε­α­λι­σμό που η ευ­ρω­παϊκή πο­ρεία της Κύ­πρου και η πο­λι­τι­κή της Ελλά­δας υ­πέ­βα­λαν, δεν μειώ­νει κα­θό­λου τον α­να­τρε­πτι­κό χα­ρα­κτή­ρα μιας θέ­σης έ­ξω ε­ντε­λώς α­πό τον πο­λι­τι­σμι­κό ο­ρί­ζο­ντα της δε­ξιάς.

Δεν ξέ­ρω αν ο Κλη­ρί­δης ή­ταν με­γά­λος πο­λι­τι­κός. Ένα εί­ναι βέ­βαιο, ω­στό­σο. Ήταν έ­νας πο­λι­τι­κός της ε­πο­χής του, που δεν θέ­λη­σε να οι­κειο­ποιη­θεί κα­νέ­ναν ε­θναρ­χι­κό ρό­λο για να μεί­νει στην ι­στο­ρία ως με­γά­λος η­γέ­της. Ανα­με­τρή­θη­κε με την ι­στο­ρία με τα ό­πλα της ι­δε­ο­λο­γίας του και της πο­λι­τι­κό-πο­λι­τι­σμι­κής ταυ­τό­τη­τάς του. Αυ­τό τον κα­θι­στά ση­μα­ντι­κό η­γέ­τη. 


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

[Κύπρος] Λίγα λόγια για την Κύπρο και την Αριστερά

Των Σίας Αναγνωστοπούλου και Αδάμου Ζαχαριάδη


Τον τελευταίο καιρό, με αφορμή όσα συνέβησαν στην Κύπρο, επανέρχεται και στις τάξεις της Αριστεράς η συζήτηση για ζητήματα που, με μία έννοια, εντάσσονται στην κατηγορία των «εθνικών θεμάτων». Η ελληνική Αριστερά καλείται, από τη μια πλευρά, να αναλύσει και να εξαγάγει συμπεράσματα από την πενταετή διακυβέρνηση της χώρας από το ΑΚΕΛ και από την άλλη, σχεδόν ταυτόχρονα, να απαντήσει στις προκλήσεις που έθεσαν οι αποφάσεις του Eurogroup του Μαρτίου για την αντιμετώπιση της κυπριακής οικονομικής κρίσης.

Με αφορμή λοιπόν τη νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε στην Κύπρο από τον Μάρτιο και μετά, ο δημόσιος διάλογος στο εσωτερικό της ελληνικής Αριστεράς αναδεικνύει τις διαφορετικές προσεγγίσεις (ακόμα και τις συγχύσεις) σε ό,τι αφορά την Κύπρο συνολικά -την ιστορία της, την κοινωνία, την πολιτική και οικονομική της κατάσταση- πολύ δε περισσότερο που το Κυπριακό θεωρείται πάντα μείζον εθνικό θέμα. Ωστόσο, το Κυπριακό συνιστά συγχρόνως το σημείο στο οποίο συμπυκνώνεται μια μεγάλη τομή της ταξικής πάλης στην Ελλάδα.

Μικρή ιστορική αναδρομή


Η Κύπρος δεν αναδύθηκε στα νερά της Μεσογείου το 1974. Το Κυπριακό υπήρχε και πριν από τότε. Ωστόσο, οι αναλύσεις ορισμένων τμημάτων της Αριστεράς (κατ’ αντιστοιχία με τις κυρίαρχες αναλύσεις) ξεκινούν από αυτή τη χρονολογία και διαφοροποιούνται -στην καλύτερη περίπτωση- ως προς τις ευθύνες της ελληνικής πλευράς για το προδοτικό πραξικόπημα της χούντας, απωθώντας επιλεκτικά όσα συνέβησαν από τη δεκαετία του 1940 μέχρι τότε. Παραμένουν έτσι εγκλωβισμένες στη θεωρία των «αδικημένων εθνών» (ο Ελληνισμός είναι συνήθως ένα από αυτά) προσπαθώντας ίσως, πιστές στη γραμμή που χάραξε το ΚΚΕ από το 1949 και μετά, να αποσείσουν την κατηγορία που διατύπωναν οι νικητές του εμφυλίου περί «εθνοπροδοτικής Αριστεράς».

Προνομιακή θέση στην επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται έχουν –εννοείται…- τα «ιστορικά επιχειρήματα», μιας και η ιστορία της Κύπρου σημαδεύεται από την τουρκική εισβολή του 1974. Ωστόσο, η τομή την οποία συνιστά, αυτονοήτως, η βαρβαρότητα μιας εισβολής επικαλύπτει μια σειρά αιτίων που έχουν δημιουργήσει αυτό το «πολυπαραγοντικό» πρόβλημα που ακούει στο όνομα Κυπριακό. Το πρόβλημα, δηλαδή, είναι βαθιά πολιτικό. Άλλωστε, όλες οι διεθνείς απόπειρες για επίλυση του Κυπριακού δεν περιορίζονται στο –δίκαιο και αυτονόητο- αίτημα για απόσυρση του τουρκικού στρατού, αλλά προσπαθούν να αντιμετωπίσουν και μια σειρά άλλα προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί μέσα στον χρόνο. Η Αριστερά, λοιπόν, καλείται να διατυπώσει τη δική της θέση σε αυτή τη συζήτηση, μια θέση που να μην αναπαράγει άκριτα την «επίσημη» και «θεσμική» ανάγνωση της ιστορίας αλλά εισάγει στη συζήτηση την ταξική και διεθνιστική ματιά της Αριστεράς.

Έτσι κι αλλιώς, η ιστορία είναι δύσβατο χωράφι και υπάρχουν πολλοί τρόποι να το αξιοποιήσει κανείς. Και θα ήταν αστείο να λησμονεί κανείς την «πολιτική χρήση» της ιστορίας και ιδιαίτερα το πώς ορισμένα πράγματα ανάγονται σε «αυτονόητα». Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πολλές φορές η δουλειά της Αριστεράς είναι να πολεμάει, να αμφισβητεί τα «αυτονόητα», να μην τα θεωρεί δεδομένα, όσο κι αν αυτά εφησυχάζουν μια αυτάρεσκη κοινωνία που της αρέσει να βλέπει τον εαυτό της πάντα δικαιωμένο μέσα στον χρόνο. Αν είναι όμως να μιλήσουμε για ιστορία, ας μην περιοριζόμαστε σε μια μονοσήμαντη ανάγνωσή της. Ας ρισκάρουμε να θέσουμε κάποια δύσκολα ερωτήματα που διάφοροι ιστορικοί έχουν διατυπώσει αλλά η Αριστερά στο σύνολό της δεν τολμά πάντα να θέσει. Για παράδειγμα, το ερώτημα που αφορά τη συγκρότηση, την ηγεσία και τα αιτήματα του αγώνα της ΕΟΚΑ. Ο αγώνας αυτός πράγματι «πάτησε» πάνω στις ανάγκες των κοινωνιών για απαλλαγή από την εξάρτηση (αποικιακή ή ημιαποικιακή), για κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα. Όμως ας μη λησμονούμε ότι οργανώθηκε τόσο στην Αθήνα, μέσα στο πιο σκληρό μετεμφυλιακό κλίμα, από αυτούς μάλιστα που πρωτοστάτησαν στο αντικομμουνιστικό πογκρόμ στην Ελλάδα, με αρχηγό τον –ηγέτη της Χ- Γρίβα όσο και στην Κύπρο από τον -γνωστών αντικομμουνιστικών φρονημάτων- Μακάριο. Το κρίσιμο ζήτημα που ετίθετο εκείνη την εποχή για τη Δεξιά ήταν η εξουδετέρωση των υποδοχών που είχε δημιουργήσει η Αριστερά για έναν αγώνα με αντιαποικιακό, κοινωνικό και ταξικό περιεχόμενο. Για τη Δεξιά λοιπόν της εποχής το μεγάλο στοίχημα, προκειμένου να ηγεμονεύσει απέναντι στην Αριστερά, ήταν να αναγάγει το πολιτικό/κοινωνικό αίτημα σε «εθνικό»/αλυτρωτικό. Για να υπηρετηθεί η λογική αυτή κινητοποιήθηκαν όλα τα περιθωριοποιημένα από την ιστορία στοιχεία, όπως ο Γρίβας. Η «Ένωση» αποτέλεσε το σημείο καμπής της υποταγής της Αριστεράς (η οποία έπεσε στη παγίδα) στην εθνική ηγεμονία της Δεξιάς. Με δεδομένα τα παραπάνω –τα γράφει άλλωστε ευθαρσώς ο Γρίβας στα Απομνημονεύματά του- οφείλουμε να αναρωτηθούμε ως αριστεροί/ές για το απελευθερωτικό, κοινωνικό όραμα της ΕΟΚΑ. Να αναρωτηθούμε επίσης για τις καταγγελίες του ΑΚΕΛ για τις επιθέσεις της ΕΟΚΑ σε μέλη του κατά την περίοδο 1955-1959. Τέλος, να αναρωτηθούμε μήπως το αλυτρωτικό όραμα της Ένωσης απέκλειε τους Τουρκοκύπριους από οποιονδήποτε κυπριακό αντιαποικιακό αγώνα, ενώ ενίσχυε τον ακραίο, τουρκικό εθνικισμό και σε αυτή την κοινότητα.

Υπάρχουν βέβαια ερωτήματα και για τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας (1960-1974), στα οποία επίσης οι απαντήσεις είναι ιδιαίτερα δύσκολες. Για παράδειγμα, τι συνέβη το 1963 με το αίτημα για τροποποίηση των «13 σημείων» του Συντάγματος από τον Μακάριο; Σηματοδοτούσε άραγε ένα τέτοιο αίτημα μια δίκαιη κυπριακή διεκδίκηση ή την απαρχή συγκρούσεων ανάμεσα στις δύο κοινότητες; Τι σηματοδοτούσε άραγε η τροποποίηση των «13 σημείων» σε ένα πλαίσιο όπου τα δικαιώματα της τουρκοκυπριακής κοινότητας (αναγνωρισμένα από τις διεθνείς συνθήκες) άρχισαν να ορίζονται ως προνόμια παραχωρημένα από την πλειοψηφία στη μειοψηφία; Γιατί αγνοούμε τις αναρίθμητες ομιλίες, συνεντεύξεις, δηλώσεις του ίδιου του Μακάριου -όλες δημοσιευμένες και εύκολα προσβάσιμες- που θα μας διαφώτιζαν για την «ανταρσία» των Τουρκοκυπρίων το ’63 και τις επιθέσεις εναντίον τους; Αναρωτιόμαστε άραγε τι κλίμα δημιουργούσαν όχι μόνο εναντίον της τουρκοκυπριακής κοινότητας αλλά και εναντίον της ίδιας της δημοκρατίας στη χώρα δηλώσεις όπως αυτή του Μακάριου, στις 4 Σεπτεμβρίου του 1962, ότι «μέχρις ότου η μικρή τουρκική κοινότητα, που αποτελεί μέρος της τουρκικής φυλής, του τρομερού εχθρού του ελληνισμού, εξουδετερωθεί, το καθήκον προς τους ήρωες της ΕΟΚΑ δεν μπορεί να θεωρηθεί λήξαν». Γνωρίζουμε κάτι περί του «Σχεδίου Ακρίτας» με συμμετοχή του Τάσσου Παπαδόπουλου, τον οποίο τόσο εξυμνούν τμήματα της ελληνικής Αριστεράς ακόμα και σήμερα; Ξέρουμε άραγε κάτι για τους τουρκοκυπριακούς θύλακες, για τις επιθέσεις στα τ/κ χωριά, ειδικά μετά την επανεμφάνιση του Γρίβα στη Κύπρο; Σε όλα αυτά τα ερωτήματα -καθοριστικά για την όξυνση των σχέσεων μεταξύ των δύο κοινοτήτων αλλά και για την κατάσταση που διαμορφωνόταν στην Κύπρο και η οποία επιδεινώθηκε με το χουντικό πραξικόπημα του 1974 και κορυφώθηκε με την τουρκική εισβολή- ένα μέρος της Αριστεράς προτιμά ή την εκκωφαντική σιωπή ή την υιοθέτηση κάποιων «αυτονόητων». Και αυτό ανεξάρτητα αν έτσι υποτάσσεται στις «γκρίζες ζώνες» του εθνικισμού ή ακόμη και του ρατσισμού, όταν στον λόγο του για το Κυπριακό η άλλη –διεθνώς αναγνωρισμένη- κοινότητα του νησιού, η τουρκοκυπριακή, είτε απουσιάζει είτε υποβαθμίζεται σε μειονότητα.

Με αυτές τις «γκρίζες ζώνες» περί Κυπριακού στις αποσκευές του, μέρος της Αριστεράς δεν τολμά ακόμη να συζητήσει σοβαρά αυτά που συνέβησαν στην Κύπρο το 2004. Έτσι, περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι τότε οι Τουρκοκύπριοι είχαν εξεγερθεί κατά του καθεστώτος του Ντενκτάς, κατά της πολιτικής της Τουρκίας, κατά του τουρκικού στρατού, με το σύνθημα μάλιστα «ζητάμε την απελευθέρωσή μας από αυτούς που μας ελευθέρωσαν», διεκδικώντας για πρώτη φορά μαχητικά την ειρηνική συνύπαρξη με τους Ελληνοκύπριους στο ίδιο κράτος. Η πλειοψηφία της ελληνοκυπριακής κοινότητας, υπό την ηγεσία του Τάσσου Παπαδόπουλου (που είχε εκλεγεί με ευθύνη του ΑΚΕΛ) αλλά και με καθοριστικό το «ΟΧΙ» του ίδιου του ΑΚΕΛ, τους γύρισε την πλάτη με βασικό επιχείρημα τη μεγάλη οικονομική ανισότητα των δύο κοινοτήτων. Όπως είχε γράψει ο Άγγελος Ελεφάντης στην Αυγή, «όλοι όσοι ψήφισαν “ΟΧΙ” στο δημοψήφισμα δεν είναι εθνικιστές. Αλλά το “ΟΧΙ” είναι εθνικιστικό». Άλλωστε, θυμόμαστε ακόμη τους «εμπνευσμένους λόγους» «ανθρώπων του Θεού» περί τεμπέληδων και φτωχών Τουρκοκύπριων και άλλα τέτοια τα οποία –πού να το φανταζόμασταν τότε εμείς οι «πλούσιοι»- λίγα χρόνια μετά θα ήταν τα ίδια επιχειρήματα που θα χρησιμοποιούσαν οι πλούσιοι της Ε.Ε. για τους Έλληνες.

Δυστυχώς δεν αντιλαμβανόμαστε ακόμα πως όσο διαιωνίζεται η σημερινή κατάσταση στη Κύπρο τόσο ενισχύεται ο ρόλος της Τουρκίας στο νησί. Δεν αντιλαμβανόμαστε πως μόνο η λύση και η ειρηνική συμβίωση όλων των κατοίκων του νησιού κάτω από το ίδιο ομόσπονδο κράτος είναι ικανή να υποβαθμίσει τον παράγοντα Τουρκία. Η σημερινή πραγματικότητα στη Κύπρο το επιβεβαιώνει και δυσκολεύει απίστευτα την προοπτική της λύσης της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας.

Πώς ο αντιιμπεριαλισμός μπορεί να γίνει μανδύας του εθνικισμού

Το τελευταίο διάστημα και στους κόλπους της Αριστεράς ανθούν οι γεωπολιτικές αναλύσεις εις βάρος της πολιτικής. Οι αναλύσεις για δρόμους πετρελαίου και φυσικού αερίου, για υπόγειες διαδρομές υδρογονανθράκων, για μουσουλμανικά και άλλα τόξα, υποτάσσουν τις αναλύσεις των κοινωνικών και ταξικών σχέσεων σε απλουστευτικές, γεωστρατηγικές και «εθνικές» συγκρούσεις από τις οποίες σχεδόν εξαφανίζεται η πάλη των τάξεων. Όμως ο ιμπεριαλισμός αντικατοπτρίζει πραγματικούς συσχετισμούς της ταξικής πάλης και δεν είναι μια μάχη μεταξύ «καλών» και «κακών» εθνών με στόχο τις πλουτοπαραγωγικές πηγές κάθε χώρας. Μόνο σε αυτό το πλαίσιο μπορούν να ερμηνευθούν επιλογές όπως η λυκοφιλία με το Ισραήλ στο όνομα του υπέρτατου στόχου της εκμετάλλευσης των φυσικών και ενεργειακών πόρων.

Αυτές οι γενικές σκέψεις είναι γνωστές –λίγο ως πολύ- σε όλους τους αριστερούς και τις αριστερές. Πώς γίνεται ωστόσο τμήματα της Αριστεράς να μπερδεύουν τις έννοιες του αντιιμπεριαλισμού και του διεθνισμού με τις θεωρίες των γεωπολιτικών συνομωσιών και να παραδίδονται έτσι άνευ όρων στη λογική της «αταξικότητας των εθνικών ζητημάτων» που προωθεί ο εθνικισμός, προκειμένου να γείρει την πλάστιγγα της ταξικής πάλης προς όφελος μίας (ποιας άραγε…) τάξης; Στις εποχές που ζούμε, όπου το διεθνιστικό αντιιμπεριαλιστικό πρόταγμα προϋποθέτει και συνεπάγεται την ξεκάθαρη και εφ’ όλης της ύλης διαίρεση Δεξιάς-Αριστεράς, η υιοθέτηση μιας αντίληψης που κάποιοι θέλουν να περιγράφουν ως «πατριωτικό αντιιμπεριαλισμό» και η οποία εμπνέεται από τη θεωρία των «καλών» και των «κακών» εθνών, υπονομεύει το διάβημα της Αριστεράς και ενισχύει διαρκώς τούς, κατά τα άλλα, ταξικούς εχθρούς της. Κι αυτό γιατί, με τον τρόπο αυτό, η Αριστερά δεν μπορεί να σπάσει το βαθύ, πολιτικό, οικονομικό και κυρίως ιδεολογικό, κατεστημένο που έχει συγκροτήσει η Δεξιά στη χώρα. Το παράδειγμα του ΑΚΕΛ στην Κύπρο αποτελεί την πιο τρανταχτή απόδειξη. Ενίσχυσε, με τη συνεργασία με τον Παπαδόπουλο, το «βαθύ κατεστημένο» στην Κύπρο και, στη συνέχεια, προσπάθησε να κυβερνήσει ως αριστερό κόμμα έχοντας απέναντι του το σκληρό κατεστημένο που ωστόσο το ίδιο το ΑΚΕΛ νομιμοποίησε ιδεολογικά και πολιτικά.

Αντίπαλος της Αριστεράς δεν είναι μόνο η δεξιά μνημονιακή κυβέρνηση (είτε εδώ είτε στην Κύπρο). Αντίπαλός της είναι και όλες οι δεξιές εθνικιστικές δυνάμεις που συγκυριακά μπορεί να είναι και αντιμνημονιακές. Απέναντι σε αυτό το ζήτημα, χρειάζεται ξεκάθαρη και συνεκτική θέση. Για παράδειγμα, δεν μπορεί κανείς να απορρίπτει μια συμμαχία με τον Καμένο στην Ελλάδα, αλλά να παραβλέπει το ταξικό περιεχόμενο της πολιτικής του Λιλλήκα στην Κύπρο∙ κάτι τέτοιο σημαίνει ότι αρκεί να σηκώσει κανείς το λάβαρο του πατριωτισμού για να ξεχαστούν όλες οι πολιτικές, ταξικές και ιδεολογικές αναφορές του.

H παγωμένη μας πυξίδα

Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για τις πιθανότητες συνεργασίας των λαών του Νότου, για τον ευρωπαϊκό Βορρά και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μήπως όμως η πυξίδα της Αριστεράς έχει παγώσει σε ένα και μόνο σημείο; Μήπως, δηλαδή, η Αριστερά προτιμά να ακολουθεί την πεπατημένη και να αναπαράγει σχεδόν μηχανιστικά την αντίληψη για τη γειτονιά μας που άλλοι έχουν διαμορφώσει; Οι αναφορές στην Τουρκία περιορίζονται, πολλές φορές, στο στερεοτυπικό σχεδόν σχήμα της «επιθετικής και επεκτατικής Τουρκίας». Δεν αγνοούμε τα προβλήματα στις σχέσεις των δύο χωρών. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν ακόμη και η Αριστερά να αντιμετωπίζει τα μείζονα αυτά πολιτικά προβλήματα ως στρατιωτικά με τη λογική είτε του πολέμου είτε της εκεχειρίας, μια λογική που χάραξαν προηγούμενες κυβερνήσεις και εδώ και στην Τουρκία όπου ακόμα και η «ελληνοτουρκική φιλία» εντασσόταν πάντα στην ίδια πολιτική στόχευση: ό,τι συνέφερε κάθε φορά το μεγάλο κεφάλαιο και τις κυρίαρχες δυνάμεις (όπως ο στρατός στη Τουρκία) των δύο χωρών. Στην Τουρκία του νεοφιλελεύθερου, νεοσυντηρητικού Ερντοάν συμβαίνουν ιστορικής σημασίας αλλαγές, τις οποίες η Αριστερά οφείλει να αναλύσει και να εκτιμήσει σύμφωνα με τα δικά της ιδεολογικά και πολιτικά εργαλεία. Στο πλαίσιο αυτών των αλλαγών, όπου το ίδιο το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας αλλάζει και οι συσχετισμοί δυνάμεων μέσα στην ίδια τη χώρα μεταβάλλονται, αποδεσμεύονται αντιφατικές δυναμικές τις οποίες η Αριστερά δεν μπορεί να αγνοήσει για τη χάραξη μιας νέας, αριστερής πολιτικής. Για παράδειγμα η προσπάθεια επίλυσης του μείζονος προβλήματος, του Κουρδικού, σηματοδοτεί μια μεγάλη αλλαγή αλλά και μια μεγάλη αντίφαση. Από τη μια μεριά αναθεωρείται όλο το οικοδόμημα του κεμαλικού εθνικισμού, αφού το μείζον πρόβλημα μετατρέπεται από στρατιωτικό σε πολιτικό, συγχρόνως όμως η ενδεχόμενη επίλυση του Κουρδικού, υπονομεύει το ίδιο το νεοφιλελεύθερο σύστημα του Ερντοάν. Και αυτό γιατί η μετατροπή ενός προβλήματος από στρατιωτικό-εθνικό σε πολιτικό αποδεσμεύει δυνάμεις στη χώρα αυτή και μπορεί να οδηγήσει, για πρώτη φορά, στη συγκρότηση της πολιτικής με ταξικούς όρους.

Η μονοσήμαντη αναπαραγωγή του εύκολου σχήματος περί ενός μόνιμου και α-ιστορικού επεκτατισμού της Τουρκίας, ο οποίος τώρα προσανατολίζεται και προς τη Μέση Ανατολή, δεν επιτρέπει τη χάραξη μιας άλλης ελληνικής πολιτικής στο πλαίσιο της οποίας τόσο το Κυπριακό όσο και τα ελληνοτουρκικά θα συζητηθούν σε μια βάση που θα έχει την ιδεολογική και πολιτική σφραγίδα της Αριστεράς. Δεν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση ενός άλλου πολιτισμού της Αριστεράς για τα πολιτικά αυτά ζητήματα. Σε ό,τι αφορά κατεξοχήν το Κυπριακό - που με αφορμή αυτό αναπαράγεται όλος ο βαθύς ελληνικός εθνικισμός-, η ένταξη της τουρκοκυπριακής κοινότητας στο κυπριακό ιστορικό, πολιτικό και οικονομικό της πλαίσιο συνιστά την προϋπόθεση για μια άλλη αντιμετώπιση του προβλήματος. Μέχρι σήμερα, ακόμη και μεγάλο μέρος της Αριστεράς δεν συζητά για τους Τουρκοκύπριους αλλά για την Τουρκία σε σχέση με αυτούς. Προτιμά να εγκαθιστά στις αναλύσεις του την Τουρκία ως κύριο πρωταγωνιστή, αφήνοντας τους Τουρκοκύπριους στο περιθώριο, αναφερόμενο σε αυτούς με τα συνηθισμένα ευχολόγια: «δίκαιη λύση του Κυπριακού, με τις δύο κοινότητες μαζί». Διατηρεί λοιπόν μια αριστερή πολιτισμική γλώσσα για τους Τουρκοκύπριους, δανειζόμενο από την άλλη πλευρά τη σκληρά πολιτική γλώσσα από τη Δεξιά, για την οποία στο νησί δεν υπήρξαν ποτέ Τουρκοκύπριοι παρά μόνο ως δάκτυλος της Τουρκίας. Έτσι, αφήνει όλο τον χώρο στη Δεξιά και στο βαθύ εθνικιστικό κατεστημένο να παίζει όποτε και όπως θέλει με τους Τουρκοκύπριους, ξεχνώντας ότι στους Τουρκοκύπριους αναπτύχθηκαν σημαντικές δυνάμεις που έδωσαν και δίνουν σκληρές μάχες για την απαλλαγή τους από τον τουρκικό εθνικισμό και τους φορείς του στην Κύπρο.

Η Αριστερά πρέπει να αρπάξει την ευκαιρία να διαφοροποιήσει το ιστορικό παράδειγμα. Να δώσει ένα διαφορετικό πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο τόσο στην ανάλυση των προβλημάτων όσο και στη λύση τους, με την πολιτική στόχευση να μετατρέψει το τρίγωνο Αθήνα – Άγκυρα – Λευκωσία από περιοχή καχυποψίας, διατάραξης και τριβών σε γέφυρα ειρήνης, συμβίωσης και ευημερίας. Και, στην ανάλυσή της, να θυμάται πάντα ότι, και στην Κύπρο, εκτός από κοινότητες, υπάρχουν και τάξεις.


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

[Ευρώπη] Ξαναγράφουν την Ιστορία

Με την ομιλία του στις 13 Φεβρουαρίου 2007 ο τότε πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθ. Hans-Gert Pöttering (Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα), εγκαινίασε το σχέδιο ίδρυσης του «Σπιτιού της Ευρωπαϊκής Ιστορίας» και τέθηκε επικεφαλής της εννεαμελούς επιτροπής ειδικών –ιστορικών και μουσειολόγων- που συγκροτήθηκε, για την υλοποίηση του σχεδίου. Στις 15 Σεπτεμβρίου 2008 οι «γενικές αρχές» της «Ευρωπαϊκής Ιστορίας» που πρότεινε η επιτροπή εγκρίθηκαν, ενώ το «Σπίτι της Ευρωπαϊκής Ιστορίας, σε έναν τεράστιο χώρο στην καρδιά των Βρυξελλών, προβλέπεται να ανοίξει τις πύλες του το 2014. Πρόκειται για έναν μόνιμο χώρο έκθεσηςτης μνήμης της Ευρωπαϊκής Ιστορίας, για ένα διαρκές ευρωπαϊκό μουσείο, στο οποίο θα «διαμορφώνεται η ευρωπαϊκή ταυτότητα των ευρωπαίων πολιτών».

Το πρώτο πράγμα που τραβά την προσοχή σε αυτό το μεγαλεπήβολο σχέδιο, όπως κωδικοποιείται στα 112 σημεία των «γενικών αρχών», είναι ότι η ιστορία αντικαθίσταται από τη μνήμη της ιστορίας. Στόχος λοιπόν δεν είναι η μελέτη της ιστορίας αλλά η έκθεση της μνήμης της ιστορίας της Ευρώπης, που θα «στεγαστεί» στο «Σπίτι της ευρωπαϊκής ιστορίας». Στη μνήμη, όπως είναι γνωστό, αποθεώνονται οι νεκροί, τα θύματα της ιστορίας, αυτοί που υπέστησαν τα κακά της ιστορίας. Το παρελθόν λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο παραδειγματικά, ένας τετελεσμένος χρόνος, ένας κλειστός χώρος στον οποίο συντελέστηκε το κακό το οποίο ευθύνεται για την ανθρώπινη τραγωδία. Από το «Σπίτι» λοιπόν θα απουσιάζει η ιστορία ως λόγος, ως διανοητική λειτουργία προσέγγισης όχι των νεκρών αλλά των ζωντανών του παρελθόντος, ως κριτική προσπάθεια προσέγγισης των περιπετειών των κοινωνιών, των συγκρούσεων τους, των ιδεολογιών τους, των πολιτικών τους, των αντιφάσεων τους. Θα απουσιάζει δηλαδή το παρελθόν ως ένας δυναμικός χώρος άσκησης της πολιτικής (με την ευρεία έννοια του όρου), ως ένας χώρος σε διαλεκτική σχέση με το παρόν και το μέλλον –ένας ανοικτός χώρος συνεχούςδιαλόγου, διαρκούς διαπραγμάτευσης των κοινωνιών με τον χρόνο (και τους χρόνους) τους. Αντί λοιπόν στο «Σπίτι» να ιστορικοποιηθεί η πληθυντικότητα, η πολυπλοκότητα και η συγκρουσιακότητα σε εθνική, ιδεολογική και ταξική βάση της ευρωπαϊκής μνήμης, θα μουσειοποιηθεί η ιστορία της Ευρώπης, όπως αυτή την Ιστορία θα τη «κατασκευάσουν» οι εννέα ειδικοί.

Το δεύτερο ενδιαφέρον σημείο των «γενικών αρχών» αφορά την ίδια την ιστορία της Ευρώπης που θα μνημονευτεί στο «Σπίτι της Ευρωπαϊκής Ιστορίας» -ειδικά την ιστορία του 20ου αιώνα, γιατί αυτή κυρίως αποτελεί το μεγάλο «πρόβλημα». Το μεγάλο κακό στον 20ο αιώνα άρχισε τον Οκτώβρη του 1917, όταν έγινε «το πραξικόπημα των μπολσεβίκων και εγκαινιάστηκε η περίοδος της δικτατορίας σε ένα μέρος της Ευρώπης, δικτατορία που έληξε το 1989». Στο πλαίσιο αυτού του μεγάλου κακού εγγράφεται και ο ναζισμός, αφού ο κομμουνισμός και ο ναζισμός αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Στο «Σπίτι» λοιπόν θα μνημονευθούν τα θύματα του μεγάλου κακού –του κομμουνισμού και του ναζισμού. Αυτό το σχήμα δεν είναι καινούριο, έχει ήδη ξεκινήσει από τις αρχές κυρίως του 1990 και παρήγαγε μεγάλο όγκο αναθεωρητικών μελετών της ιστορίας του 20ου αιώνα. Αυτό ωστόσο που είναι καινούριο είναι το γεγονός ότι η Ε.Ε. υιοθετεί πλέον ασυζητητί αυτό το σχήμα και πάνω σε αυτό στήνει τη μνήμη της ευρωπαϊκής ιστορίας. Το κρίσιμο ερώτημα –ανάμεσα σε πάρα πολλά άλλα- που τίθεται εδώ δεν αφορά απλώς τα μεθοδολογικά, ιστορικά και πολιτικά λάθη βάσει των οποίων «κατασκευάζεται» η μνήμη της ευρωπαϊκής ιστορίας, αφορά κυρίως την ιδεολογία βάσει της οποίας στήνεται το παρόν και το μέλλον της Ευρώπης. Η εξίσωση του σοσιαλισμού –ο οποίος αναφέρεται ως μια Ουτοπία των κοινωνιών εκείνης της εποχής- με τον ναζισμό δηλώνει την οριστική μετάβαση από την «πολιτική της ελπίδας» στην «πολιτική της ευθύνης», από την «πολιτική για το μέλλον» στην «πολιτική για το παρόν» αποκλειστικά. Η ουτοπία του σοσιαλισμού οδήγησε σε εγκλήματα, επομένως οι ιδεολογίες της ελπίδας (για κοινωνική ισότητα, δικαιοσύνη κ.λπ.) είναι όχι μόνο ξεπερασμένες αλλά και απονομιμοποιημένες ιστορικά. Αυτό που έχει σημασία είναι το παρόν, η ιδεολογία του «ελεύθερου κόσμου» (του καλού που έσωσε τον κόσμο από το κακό), η μοναδική που εγγυάται ότι δεν θα υπάρχουν συγκρούσεις (κοινωνικές εννοείται), δεν θα υπάρχουν ανατροπές, δεν θα υπάρχουν αιτήματα και διεκδικήσεις –παρά μόνο ανάγκες. Ο 20ος αιώνας λοιπόν γίνεται έναμουσείο πάθους, από τον οποίο ο 21ος αιώνας πρέπει να κόψει οποιαδήποτε επαφή.

Το τρίτο σημείο ωστόσο στο οποίο αξίζει να σταθούμε είναι ακόμη πιο σημαντικό. Ενώ όλα αυτά ετοιμάζονται στις Βρυξέλλες, στην υπόλοιπη Ευρώπη -στη χώρα μας κυρίως- «αγρόν αγοράζουμε», κι ας αφορά αυτό το «Σπίτι» το παρόν και το μέλλον, και όχι μόνο το παρελθόν. Πνιγμένοι στην οικονομική συγκυρία έχουμε ξεχάσει τηδιαχρονικότητα της πολιτικής –οι Βρυξέλλες όμως δεν την έχουν ξεχάσει. Ο μόνος από την Ελλάδα που είχε την ετοιμότητα να συμβάλει στο άνοιγμα της συζήτησης ήταν το Ινστιτούτο «Ν. Πουλαντζάς», όταν στο πλαίσιο του Transform! Europe αποφασίστηκε μια πρώτη κλειστή συνάντηση ιστορικών στο Παρίσι, για ενημέρωση από έναν Γάλλο, αριστερό βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, προκειμένου να τεθούν οι βάσεις μιας ανοικτής συζήτησης για την αντιμετώπιση των «γενικών αρχών» του «Σπιτιού της Ευρωπαϊκής Ιστορίας». Η ιστορία συνεχίζεται…


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

[Βιβλία] Ο Μακρυγιάννης στο μεταίχμιο δύο κόσμων

ΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ, Ο βίος του στρατηγού Μακρυγιάννη. Απομνημόνευμα και Ιστορία, Βιβλιόραμα, εκδόσεις Βιβλιόραμα, σελ. 549

Ο Νίκος Θεοτοκάς, με αυτή τη μελέτη, ανέλαβε το δύσκολο εγχείρημα, αλλά και το ρίσκο να αναμετρηθεί με το εθνικό ή λαϊκό-δημοκρατικό υπόδειγμα, τον στρατηγό Γιάννη Μακρυγιάννη, έτσι όπως αυτό το υπόδειγμα το «κατασκεύασαν», ερήμην της Ιστορίας αλλά και του ίδιου του Μακρυγιάννη, οι εκ των υστέρων ιδεολογικοποιημένες αναγνώσεις των Απομνημονευμάτων του. Ο Θεοτοκάς ωστόσο δεν χρησιμοποιεί τα «'στορικά» του Στρατηγού ως εργαλείο αντιπαράθεσης απέναντι στις κυρίαρχες κατασκευές. Δεν στήνει δηλαδή ένα εκ των προτέρων θεωρητικό σχήμα στο οποίο «παγιδεύει» τον Στρατηγό, υποχρεώνοντάς τον να «του ομολογήσει» όσα εξυπηρετούν το δικό του σχήμα. Αντιθέτως, έχοντας στη διάθεσή του, από τη μια μεριά, τα στέρεα θεωρητικά και μεθοδολογικά εργαλεία της επιστήμης του, και από την άλλη όλα τα διαθέσιμα τεκμήρια και την ιστοριογραφική παραγωγή για τον Μακρυγιάννη και την εποχή του, ο Θεοτοκάς μέσα από τα «'στορικά του Στρατηγού ανασυγκροτεί τον κόσμο του τελευταίου, ανασυνθέτει την ιστορία της Επανάστασης και του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, προσεγγίζει εντέλει αναστοχαστικά τη διαδικασία συγκρότησης της ελληνικής νεωτερικότητας. Με αφορμή λοιπόν τον Μακρυγιάννη ο Θεοτοκάς μας προσφέρει, εκτός από μια άρτια τεκμηριωμένη ιστορική μελέτη, και ένα αυστηρό, υπαινικτικά θεωρητικό, εργαλείο για την «απομάγευση» από τις ιδεολογικοποιημένες ευκολίες που συσκοτίζουν τους δρόμους προσέγγισης των διακυβευμάτων που θέτουν οι μεγάλες στιγμές ρήξης -η Επανάσταση του ‘21.

Πώς σπάει το «του αυγού το τζόφλι»;

Ο Μακρυγιάννης, γεννημένος στο Αβορίτι της Δωρίδας το 1796, και εγκατεστημένος στη συνέχεια στην Άρτα, ήταν ενταγμένος στη «μονότονη κανονικότητα της Τουρκοκρατίας» (Ασδραχάς), στους κοινωνικο-οικονομικούς μηχανισμούς που επέτρεπαν την άνθιση εμπορικών-τοκογλυφικών δραστηριοτήτων, τις οποίες ο ίδιος άσκησε και από τις οποίες πλούτισε. Ο Θεοτοκάς επιμένει στην εξαντλητική ανάλυση του αυγού στο οποίο ανήκε ο Μακρυγιάννης, όχι τόσο για να αποδομήσει τις κυρίαρχες «κατασκευές» περί του φτωχού, λαϊκού αγωνιστή, όσο για να εγκαταστήσει ένα ορθολογικό πλαίσιο προσέγγισης των προϋποθέσεων που χρειάστηκαν για να «σπάσει το τζόφλι» του παλιού κόσμου. Αυτό το πλαίσιο το εγκαθιστά σε δύο επίπεδα, πρώτον στο επίπεδο των υποδοχών και των ετοιμοτήτων που δημιουργήθηκαν στον παλιό κόσμο από τη διακίνηση των νέων ιδεών που τον ρηγμάτωσαν, και, δεύτερον, στο επίπεδο της κατανόησης και ενσωμάτωσης αυτών των ιδεών στο παραδοσιακό σύστημα αξιών της εποχής του Μακρυγιάννη, ενσωμάτωση που παρήγαγε μια ιδιόμορφη αντίληψη περί του δέοντος, μια αντίληψη φτιαγμένη από τα παραδοσιακά υλικά αλλά αναπλαισιωμένη με τις νέες ιδέες. Ο Μακρυγιάννης λοιπόν του Θεοτοκά δεν ήταν ένας «προδιαγεγραμμένος επαναστάτης». Αντιθέτως, όταν πύκνωσε ο ιστορικός χρόνος και ανέτρεψε την «κανονικότητα» στην οποία ζούσε, έσπασε «του αυγού το τζόφλι», όχι λόγω θείου προορισμού αλλά επειδή είχε μυηθεί (1820) στις νέες ιδέες, επειδή είχε ήδη συγκροτήσει χάρη σε αυτές τις ετοιμότητες για ένα νέο, έστω και ιδιόμορφο, δέον. Επομένως η Επανάσταση δεν έγινε, όταν ήρθε η ώρα της Ανάστασης, από ένα έθνος σε αναμονή επί 400 χρόνια σκλαβιάς. Η Επανάσταση έγινε όταν, τη στιγμή των κραδασμών και των αβεβαιοτήτων που δημιουργούσε η μεγάλη εποχή της μετάβασης από τον παλιό στον νέο κόσμο, οι άνθρωποι ήταν εξοικειωμένοι με ένα νέο, το οποίο βάλθηκαν να διεκδικήσουν.

Ο Μακρυγιάννης, υποκείμενο της Επανάστασης

Ο Θεοτοκάς, με τα τεκμήρια που διαθέτει και με τα θεωρητικά, ερμηνευτικά εργαλεία με τα οποία είναι εξοπλισμένος, ανασυγκροτεί καταρχήν τον ένοπλο της Επανάστασης, προϊόν των οικονομικών προοπτικών που αυτή δημιουργούσε και των δυνατοτήτων που έδινε για την αναπαραγωγή της εξουσίας του παλιού κόσμου στο επαναστατικό σύμπαν. Στην οικονομική επιχείρηση λοιπόν του «ξεσηκωμού» μπήκαν οι ντόπιες αυθεντίες, οι καπεταναίοι, αυτοί που είχαν «το κεμέρι τους γιομάτο» ώστε να στρατολογούν και να πληρώνουν ανθρώπους. Έτσι εντάχθηκε και ο Μακρυγιάννης σε αυτό το σύμπαν με το «ορδί» των 18 ατόμων χάρη στο «κεμέρι του», και άρχισε να διαπραγματεύεται, ως ένοπλος πλέον και ο ίδιος, τη θέση του στην κοινωνία των ενόπλων. Ο Θεοτοκάς αναλύει διεξοδικά την επιχείρηση του πολέμου, και ερμηνεύει τον άγριο κόσμο της βίας και των λεηλασιών «Ρωμιών και Τούρκων», υπό το φως της υλικότητας της Επανάστασης, της υλικότητας της ίδιας της Ιστορίας. Μαζί με τα ιδεολογικά της προτάγματα, η Επανάσταση όπως και η Ιστορία έχει υλικότητα, έχει βία και αίμα - και με αυτά τα υλικά φτιάχνεται καταρχάς ο ένοπλος της Επανάστασης.

Η Επανάσταση ωστόσο αναδιαμόρφωνε τις παλιές κοινωνικές σχέσεις και τους συσχετισμούς εξουσίας, διερρήγνυε τις τοπικότητες και επέβαλε τη συγκρότηση ευρύτερων πλαισίων εξουσίας. Όπως δείχνει ο Θεοτοκάς, οι ανάγκες της Επανάστασης διαμόρφωναν τους όρους εξορθολογισμού της στρατιωτικής και πολιτικής διαχείρισης του Αγώνα και συγκρότησης μιας όλο και διευρυνόμενης συλλογικότητας η οποία, όσο κι αν φτιαχνόνταν από τα παλιά υλικά, δημιουργούσε ωστόσο και τις προϋποθέσεις χειραφέτησης και ελευθερίας, όχι μόνο από τους Οθωμανούς αλλά και από τις «ντόπιες αυθεντίες». Σε αυτή την επαναστατική διαδικασία εντάσσει ο Θεοτοκάς τον Μακρυγιάννη, και σε σχέση με αυτή παρακολουθεί τη σταδιακή, αντιφατική συνειδητοποίησή του, ως υποκειμένου της Επανάστασης.

Η αίσθηση χειραφέτησης και ελευθερίας, την οποία αποτυπώνει στον λόγο του ο Μακρυγιάννης και εντοπίζει δημιουργικά ο Θεοτοκάς, προέκυπτε από τη συμμετοχή στην Επανάσταση, συμμετοχή που εξασφάλιζε το δικαίωμα στην επί ίσοις όροις διαχείριση των υποθέσεων της πατρίδας. Ο Μακρυγιάννης λοιπόν αντιμετώπιζε, χάρη στο δικαίωμα που του έδινε η συμμετοχή του στην Επανάσταση, επί ίσοις όροις τους άλλους καπεταναίους, και χάρη σε αυτό το δικαίωμα αποκτούσε λόγο για τα της πατρίδας. Τα ατομικά συμφέροντα ορίζονταν πια σε άμεση εξάρτηση με το συμφέρον της Επανάστασης, με ένα συλλογικό συμφέρον για τη διαχείριση του οποίου θέριευαν οι συγκρούσεις (κυρίως ανάμεσα στο πολιτικό και το στρατιωτικό σκέλος της Επανάστασης) αλλά και για την υπεράσπιση του οποίου απαιτείτο ένα κεντρικό πεδίο εξουσίας. Ο Μακρυγιάννης λοιπόν του Θεοτοκά, συνειδητοποιείται στο πλαίσιο της Επανάστασης ως επαναστατικό υποκείμενο. Κι ενώ ανήκε στον κόσμο των καπετάνιων, άρχισε γρήγορα να αναπτύσσει μια πολιτική αντίληψη της Επανάστασης, αντίληψη της οποίας τα εργαλεία συγκρότησης ήταν παραδοσιακά αλλά οι αναφορές της νεωτερικές: οι νόμοι, προϋπόθεση της επιτυχίας της Επανάστασης.

Ο Θεοτοκάς, αποφεύγοντας πάντα τις «παγίδες» στον λόγο του Μακρυγιάννη, τοποθετεί τη συγκρότηση της πολιτικής του αντίληψης κατεξοχήν στη διάρκεια των εμφυλίων (1823-1825), στους ελιγμούς του ανάμεσα στο Βουλευτικό (πολιτικό) και το Εκτελεστικό (στρατιωτικό), τον μετέωρο -αλλά προσοδοφόρο και υπολογισμένο- βηματισμό του, ανάμεσα στην Διοίκηση και τους καπεταναίους. Με αφορμή ωστόσο τον Μακρυγιάννη και τις μετεωρίσεις του ανάμεσα στο πολιτικό και το στρατιωτικό, ο Θεοτοκάς ξανασυζητά τις πολυπλοκότητες και τις δυσκολίες που προέκυψαν κατά τη διαδικασία συγκρότησης ενός ενιαίου, εθνικού πολιτικού πεδίου, ικανό να ομογενοποιεί τον κατακερματισμένο σε καπετανιλίκια στρατιωτικό κόσμο. Σε αυτό το πλαίσιο, άνθρωποι όπως ο Μακρυγιάννης συνειδητοποιούνταν πολιτικά και αντιλαμβάνονταν ότι ο αγώνας (το στρατιωτικό) μεν του έδινε δικαίωμα συμμετοχής στα πράγματα της πατρίδας, αλλά ότι η πολιτική αξιοποίηση του αγώνα του σε ένα συλλογικό συμφέρον ήταν αυτή που μετέτρεπε το «αίμα που έχυνε» σε επένδυση βάθους, όχι μόνο οικονομική αλλά και κοινωνικής καταξίωσης και κύρους (Στρατηγός, 1/12/1824). Αντιλαμβανόταν επίσης ότι στον πολύπλοκο, νέο κόσμο που αναδυόταν με την Επανάσταση, στον κόσμο που «μαζεύονταν ξενόφερτοι» (Μαυροκορδάτος και Κωλέτης) ή πρόκριτοι των νησιών, που νέες συγκρούσεις (με περισσότερο ταξικές διαστάσεις) ξέσπαγαν, που επομένως και νέες ζυμώσεις, συμμαχίες και συσχετισμοί εξουσίας συγκροτούνταν, η θέση του εξαρτιόταν από τον βαθμό ετοιμότητάς του να μαθαίνει να διαπραγματεύεται σε πολλά επίπεδα. Ο Θεοτοκάς λοιπόν ανασυγκροτεί με τον Μακρυγιάννη τους δύσκολους και πολύπλοκους αρμούς που άρχισαν να διαμορφώνονται ανάμεσα στις διάφορες «τάξεις» της Επανάστασης, «τάξεις» που δεν συγκροτούνταν πάνω στη στερεοτυπική βάση των δύο μετώπων («αγωνιστές» - πολιτικοί), αλλά στη βάση των πολλών και διαφορετικών διαδικασιών διαπραγμάτευσης με το πολιτικό, τόσο από τους εκπροσώπους του παραδοσιακού όσο και από αυτούς του νέου κόσμου.

Ξαναδιαβάζοντας λοιπόν ο Θεοτοκάς τον λόγο του Μακρυγιάννη για τους εμφύλιους, επαναπροσδιορίζει και τους υλικούς, βίαιους αλλά καθοριστικής σημασίας όρους συγκρότησης στο πλαίσιο της Επανάστασης του υποκειμένου της νεωτερικότητας. Ο παραδοσιακός Μακρυγιάννης μετατρεπόταν σε φορέα νεωτερικών αξιών. Στο μεταίχμιο αυτών των ακαθόριστων ορίων παραδοσιακού και νεωτερικού κόσμου, στο οποίο επιμένει τόσο ο Θεοτοκάς, φτιάχτηκε στην Επανάσταση, με πολύ υλικότητα και συμφέρον αλλά ταυτοχρόνως και με πολύ «λεβεντιά», ο ήρωας του έθνους, ο στρατηγός Μακρυγιάννης, που πολέμησε κατά των στρατευμάτων του Ιμπραήμ, που «παρασημοφορήθηκε» με ένα πολύ σοβαρό τραύμα στο κεφάλι κατά την πολιορκία της Αθήνας από τον Κιουταχή - αυτό το τραύμα που τον βασάνισε μια ολόκληρη ζωή. Ο Μακρυγιάννης του Θεοτοκά δεν ήταν ένας εκ γενετής, εκ Θεού και εθνικού ή λαϊκού πεπρωμένου ήρωας, έγινε ήρωας με την Επανάσταση.

Ο Μακρυγιάννης, υποκείμενο της νεωτερικότητας

Ο Θεοτοκάς, με ιστορικό φόντο την άφιξη του Καποδίστρια στην Ελλάδα και τη βασιλεία του Όθωνα, δομεί τις προϋποθέσεις προσέγγισης του νεωτερικού Μακρυγιάννη, και ταυτοχρόνως της ελληνικής νεωτερικότητας. «Ο Μακρυγιάννης, [...], παρά τις εμμονές, τις ιδιοτέλειες και τον υποκειμενισμό του, εξέφρασε εκείνο το νέου τύπου πολιτικό υποκείμενο που συγκροτήθηκε με την Επανάσταση, με τα υλικά του παραδοσιακού κόσμου αλλά και εντελώς καινοφανείς προσδοκίες», υπογραμμίζει ο Θεοτοκάς (σ. 277) και θέτει με αδρές γραμμές το πλαίσιο μιας άλλης ανάγνωσης -πέρα από τις συνήθεις στερεοτυπικές- του λόγου του Μακρυγιάννη, χάρη στην οποία αναδεικνύονται οι αδράνειες του παλιού κόσμου κατά την ενσωμάτωσή του στο εθνοκρατικό σύστημα. Η ανάγνωση του Θεοτοκά αποκωδικοποιεί τη «συλλογικά εγνωσμένη αδικία» απέναντι στους καπεταναίους υπό το φως του εγκλωβισμού των ίδιων σε ένα ιστορικό αδιέξοδο: ανέτρεψαν και κατέστρεψαν τον παλιό κόσμο, που ωστόσο «ήταν ο μόνος τόπος όπου μπορούσαν να σταθούν», κατά την έξοχη διατύπωση του Ασδραχά. Το αποκωδικοποιεί επίσης υπό το φως των πολλαπλών εργαλειοποιήσεων του παλιού κόσμου και των αξιών του στο εθνοκρατικό σύστημα.

Ο Μακρυγιάννης ήταν προϊόν αυτών των εργαλειοποιήσεων, από τις οποίες επωφελήθηκε. Ο ίδιος δεν ανήκε στον κόσμο των καπεταναίων, ούτε συμμερίστηκε ποτέ τις αξίες τους, συμμερίστηκε όμως την «αδικία», την οποία διαπραγματεύτηκε με την εξουσία. Απέκτησε έτσι τις δεξιότητες και τις ετοιμότητες ενός υποκειμένου της νεωτερικότητας, του οποίου όμως οι αποσκευές ήταν επιφανειακές, δεν οδηγούσαν στην εκ βάθρων ακύρωση των αξιών του παλιού κόσμου αλλά στη μεταγραφή τους στον νέο κόσμο και στις αμοιβαίες νοθεύσεις παραδοσιακού και νέου. Μέσα σε αυτό το αντιφατικό πλέγμα αξιών, ο Μακρυγιάννης συγκροτούσε αντίληψη της πολιτικής με όρους, όχι δημοκρατικούς, αλλά τους διπολικούς όρους του παραδοσιακού κόσμου: «άγγελοι» (βασιλιάς) και «διάβολοι» (πολιτικοί). Για τον κόσμο του Μακρυγιάννη λοιπόν δεν υπήρχαν πολιτικές παρατάξεις, υπήρχε το έθνος και οι «πατρικοί νόμοι» (βασιλιάς) και απέναντι, οι «φατριαστές». Μέσα σε αυτό το σύστημα των αξιών του Μακρυγιάννη εντάσσει ο Θεοτοκάς τη συμμετοχή του στο κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και τις αντιλήψεις του για το Σύνταγμα - έργο του Θεού και συμβόλαιο του βασιλιά με τον λαό.

Ο Θεοτοκάς, αποφεύγοντας τα περί δημοκράτη και λαϊκού Μακρυγιάννη σχήματα, ξαναθέτει το μείζον πρόβλημα της ελληνικής νεωτερικότητας, ξαναθέτει υπαινικτικά προς συζήτηση όλες τις γνωστές -«δεξιές» και «αριστερές»- παγίδες που επί χρόνια αναπαράγονται, σκεπασμένες από ένα πέπλο αληθοφάνειας. Μια νεωτερικότητα στην οποία αποτυπώνονται τα χαρακτηριστικά της «νόθας -κατά Φίλια- αστικοποίησης», τα χαρακτηριστικά του «πελατειασμού» ανάμεσα στην κεντρική εξουσία και τις πρώην τοπικές αυθεντίες, τα χαρακτηριστικά της εργαλειοποίησης της «αδικίας», της εργαλειοποίησης επίσης των παραδοσιακών αρχών και αξιών στους νέους θεσμούς του ελληνικού κράτους, εργαλειοποιήσεις που διαμόρφωσαν την ψευδαίσθηση της συνέχειας και της νομιμότητας αυτών που οικειοποιήθηκαν την εξουσία.

Το βιβλίο του Θεοτοκά ολοκληρώνεται με τα «Οράματα και Θάματα» του Μακρυγιάννη, με αυτό το στριφνό κείμενο -προϊόν μιας εποχής κατά την οποία ο Μακρυγιάννης είχε, λόγω του παλιού τραύματός του στο κεφάλι, επιληπτικές κρίσεις- και το διαβάζει συγκριτικά και σε αντιπαραβολή με τα Απομνημονεύματα του Στρατηγού. Και τα δύο έργα αποτελούν αποτυπώσεις της παραδοσιακής αντίληψης που είχε ο Μακρυγιάννης για τη ζωή: δημόσια και ιδιωτική. Υπάρχει ωστόσο μια καθοριστική γραμμή διάκρισης ανάμεσα στην αντίληψή του για το δημόσιο/πολιτικό και σε αυτήν για το ιδιωτικό/καθημερινό: η πολιτική ζωή, όπως αποτυπώνεται στα Απομνημονεύματα, βασίζεται στο Σχέδιο της Θείας Πρόνοιας, η καθημερινή ζωή ωστόσο βασίζεται στο Όνειρο που αποκαλύπτει η Θεία Πρόνοια στον άνθρωπο και το οποίο αυτός πρέπει να εκπληρώσει. Αυτή διάκριση ανάμεσα στο Σχέδιο (δημόσια σφαίρα) και το Όνειρο (ιδιωτική) μαρτυρεί ότι ο Μακρυγιάννης έγινε, έστω και με τους δικούς του τρόπους, ένα υποκείμενο της νεωτερικότητας. Αποτραβηγμένος στο Όνειρο, από το 1851 και μετά, ο Μακρυγιάννης μας έδωσε, χάρη στην κοπιώδη αποκρυπτογράφηση του Θεοτοκά, ένα πολύτιμο τεκμήριο των εκφράσεων του λαϊκού πολιτισμού.


Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

[Ελλάδα - πολιτική] Για την απόφαση του ΣτΕ: Ανιστόρητες αντιλήψεις και υπέρβαση των ορίων

Των Σίας Αναγνωστοπούλου, Χριστίνας Κουλούρη, Αντώνη Λιάκου

Το σκεπτικό της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία ακυρώνονται βασικές διατάξεις του νόμου Περί ιθαγένειας, ως αντισυνταγματικός, εκθέτει, πρώτα πρώτα το ίδιο. Πρώτον, υπεισέρχεται σε ζητήματα, τα οποία αποτελούν αντικείμενο διεθνούς συζήτησης στις κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες, και, δεύτερον, περιβάλλει με κύρος νομοθετικού κειμένου μια μόνο –μονομερή και παρωχημένη– ιστορική ερμηνεία περί έθνους. Αποπειράται δηλαδή να νομοθετήσει επί της Ιστορίας, αγνοώντας ότι το έθνος αποτελεί μια από υπό επιστημονική διαπραγμάτευση έννοιες. Στις δημοκρατίες τα ζητήματα αυτά είναι ανοικτά σε ερμηνείες.

Συγκεκριμένα, το ΣτΕ υιοθετεί την αντίληψη –η οποία μάλιστα διαμορφώθηκε σε συγκεκριμένο ιστορικό, ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο– ότι το έθνος είναι μια κοινότητα αρχέγονη, η οποία καθορίζεται από το «ομόγλωσσον» και το «ομότροπον». Αντικαθιστά τις νομικές, ιστορικές, πολιτικές, κοινωνικές, εδαφικές και συνειδησιακές παραμέτρους της έννοιας «συνανήκειν» με την αναζήτηση «γνησίων δεσμών» με το έθνος. Η έννοια «γνήσιοι» δεσμοί (προφανώς αντιδιαστέλλεται στους μη «γνήσιους» δεσμούς, τους οποίους ονομάζει και «ασπόνδυλους») παραπέμπει σε μια αντίληψη πρωταρχικών δεσμών για το έθνος (primordial bonds), έναντι μιας αντίληψης που θεωρεί ότι το έθνος δημιουργείται με πολιτικούς και πολιτειακούς θεσμούς συμβίωσης και συνανήκειν (civic bonds). Ο ολισθηρός βηματισμός του ΣΤΕ σε επιστημονικά ζητήματα που δεν είναι της αρμοδιότητάς του συνεχίζεται, αφού στο σκεπτικό του περί «γνήσιων δεσμών» υιοθετείται η αντίληψη της κληρονομικώ δικαίω απόκτησής τους. Δυστυχώς, οι αντιλήψεις αυτές δεν είναι μόνο ανιστόρητες (ελάχιστες εθνικές κοινότητες πάνω στον πλανήτη ανταποκρίνονται σε αυτή την ερμηνεία περί έθνους) και παρωχημένες ως προς εκείνες που επικρατούν διεθνώς στις ιστορικές και κοινωνικές επιστήμες. Πρόκειται για υπέρβαση των ορίων της λειτουργίας ενός θεσμού που ιδρύθηκε ως εγγυητής της νομιμότητας.

 Οι ιδεολογικές προτιμήσεις συνιστούν αναφαίρετο ατομικό δικαίωμα. Όμως, με την απόφαση της πλειοψηφίας του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον νόμο 3838/2010, οι ατομικές προτιμήσεις μετατρέπονται σε κανόνες οι οποίοι επιβάλλονται ως οι μόνοι σύμφωνοι με το Σύνταγμα. Η ιστορική ευθύνη που βαραίνει το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο είναι μεγάλη, ειδικά σε καιρούς δύσκολους για το πολίτευμα.


Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

[Ελλάδα - πολιτική] Κράτος, Εκκλησία και φόροι

Η πρόταση για τον εκκλησιαστικό φόρο, που διατύπωσε ο Τάσος Κουράκης, μπορεί να δώσει το έναυσμα για έναν ουσιαστικό διάλογο, όπου θα αναδιατυπωθούν μείζονα ερωτήματα, όπως το πολιτικό, ιδεολογικό, κοινωνικό αλλά και εθνικό περιεχόμενο του ελληνικού εκσυγχρονισμού που διεκδικείται σήμερα. Μόνο έτσι τέτοιες προτάσεις αποκτούν το πλήρες νόημά τους. Έτσι, μια ιστορική περιήγηση στις σχέσεις πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας μάς δείχνει ότι το ζητούμενο δεν είναι τόσο η διατύπωση μιας  νέας μεταρρυθμιστικής πρότασης, αλλά η ένταξή της σε μια άλλη θεώρηση των σχέσεων κράτους-κοινωνίας, επομένως και κράτους-Εκκλησίας.

Στις Αυτοκρατορίες, όπως λ.χ. η Οθωμανική, οι σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την εξουσία, μέχρι τον 19ο αιώνα, συγκροτήθηκαν στο πλαίσιο της αυτοκρατορικής αντίληψης περί εξουσίας. Το πρόσωπο και το σπαθί του σουλτάνου  όριζε κατ’ αποκλειστικότητα τις σχέσεις εξουσίας-κοινωνίας: από τον σουλτάνο αντλούσε η θρησκευτική εξουσία το προνόμιο άσκησης εξουσίας επί των Ορθοδόξων, με αντάλλαγμα την εξασφάλιση της υποταγής τους στον σουλτάνο. Στο προνόμιο άσκησης εξουσίας συμπεριλαμβανόταν και η φορολόγηση των Ορθοδόξων από την ιεραρχία, και μάλιστα με την ενεργό συμπαράσταση του οθωμανικού κράτους, αξιωματούχοι του οποίου βοηθούσαν τους ιεράρχες στην απόσπαση  των φόρων. Αυτό το σύστημα συνέβαλε, με τα χρόνια, στην αυθαίρετη σκληρή φορολόγηση του ποιμνίου και στον πλουτισμό των ιεραρχών, καθώς και στη διαπλοκή της ιεραρχίας με τους πλούσιους Ορθόδοξους (Φαναριώτες), αλλά και τους υψηλά ιστάμενους οθωμανούς αξιωματούχους.

Τον 19ο αιώνα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία προέβη σε μεγάλες μεταρρυθμίσεις εκδυτικισμού (το γνωστό «Τανζιμάτ»), με τις οποίες τέθηκε το ζήτημα του εκσυγχρονισμού του κράτους και της διαμόρφωσης νεωτερικών σχέσεων εξουσίας-κοινωνίας. Στο πλαίσιό τους, προτάθηκε η ένταξη της ορθόδοξης ιεραρχίας –και όχι μόνο– στο «ενιαίο οθωμανικό δημοσιοϋπαλληλικό μισθολόγιο». Η ιεραρχία τελικά δεν εντάχθηκε ποτέ, γιατί ο οθωμανικός εκσυγχρονισμός ήταν αντιφατικός και κυρίως αυταρχικός: αντί να αλλάξουν οι συσχετισμοί εξουσίας και να περιθωριοποιηθούν οι παραδοσιακοί αυταρχικοί θεσμοί άσκησης εξουσίας, εκσυγχρονίστηκαν ακριβώς αυτοί. Έτσι, το προνόμιο άσκησης εξουσίας της ορθόδοξης ιεραρχίας επί του ποιμνίου μεταρρυθμίστηκε σε θεσμοθετημένο ρόλο εξουσίας επί ενός εθνοθρησκευτικού «λαού» (του ελληνορθόδοξου μιλλέτ), μεταρρύθμιση που προέκυψε από την αμοιβαιότητα των αναγκών του σουλτάνου και της ιεραρχίας. Ο σουλτάνος εγγυόταν τη θεσμική κατοχύρωση της εξουσίας της ιεραρχίας επί ενός «λαού» που αμφισβητούσε πλέον την εκκλησιαστική ηγεμονία, και η ιεραρχία εγγυόταν τη χωρίς αντιστάσεις εφαρμογή του οθωμανικού εκσυγχρονισμού στον «λαό» του, ο οποίος αμφισβητούσε επίσης τον οθωμανικό εκσυγχρονισμό. Η ανάδειξη λοιπόν της ιεραρχίας –εκ παραλλήλου με την πολιτική εξουσία– σε φορέα εκσυγχρονισμού του ελληνορθόδοξου «λαού» αποτελεί, ιστορικά, προϊόν του αυταρχικού οθωμανικού εκσυγχρονισμού.

Την ίδια εποχή, σχεδόν μαζί με την ίδρυση του ελληνικού κράτους ιδρύεται και η  ανεξάρτητη από το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης Εκκλησία της Ελλάδος. Η ίδρυσή της –απότοκο της ελληνικής Επανάστασης– αποτέλεσε  πεδίο σκληρής πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης, στο οποίο αναδείχθηκαν όλα τα μείζονα προβλήματα της εποχής: σχέσεις έθνους-θρησκείας, κράτους-Εκκλησίας, σύγκρουση παλαιών και νέων εξουσιών για τον ορισμό και τον έλεγχο του δημόσιου χώρου. Η ίδρυση μιας εθνικής Εκκλησίας υπό τον έλεγχο του κράτους σηματοδότησε πρωτίστως την ανάγκη για την απόλυτη ηγεμονία της πολιτικής εξουσίας απέναντι στη θρησκευτική, ως προς  τον προσδιορισμό του δημόσιου χώρου αλλά και του νέου υπό συγκρότηση «εμείς». Κι ενώ το επόμενο βήμα σε αυτή την επαναστατική διαδικασία θα ήταν το ουδετερόθρησκο κράτος και ο χωρισμός κράτους-Εκκλησίας (παράδειγμα η Γαλλία), η ελληνική νεωτερικότητα λοξοδρόμησε στον δρόμο της Μεγάλης Ιδέας. Το ελληνικό έθνος ανασυγκροτήθηκε ως ένα νέο, εντός και εκτός συνόρων, ελληνορθόδοξο Γένος, για την ιστορική νομιμοποίηση του οποίου χρειάστηκε η ταύτιση θρησκείας-έθνους και η ανάδειξη δύο πόλων εξουσίας σε πλήρη αμοιβαιότητα μεταξύ τους: του ελληνικού κράτους ως πολιτικού φορέα και εγγυητή του ελληνικού έθνους συγχρονικά, και του Πατριαρχείου ή/και της Εκκλησίας της Ελλάδος ως πνευματικού, ιστορικού φορέα και εγγυητή του Γένους. Η ταύτιση κράτους-Εκκλησίας λοιπόν, ως δίπολου εξουσίας του ελληνικού Γένους, είναι προϊόν της εποχής του μεγαλοϊδεατισμού.

Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας έπρεπε να σημάνει και το τέλος του ελληνορθόδοξου Γένους, επομένως και τον χωρισμό κράτους-Εκκλησίας. Ωστόσο, η αναπαραγωγή της αντίληψης του Γένους αποδείχθηκε ιδιαίτερα ωφέλιμη τις εποχές κατά τις οποίες ένας βίαιος, αυταρχικός και αντιδημοκρατικός εκσυγχρονισμός απαιτούσε την ύπαρξη ενός αταξικού, ομοιογενούς πολιτικά και ιδεολογικά «εμείς», εθνοθρησκευτικά προσδιορισμένου και όχι πολιτικά, ώστε να εξασφαλίζεται η υποταγή του στον εκσυγχρονισμό των ελίτ. Στην ταύτιση έθνους-θρησκείας ενυπάρχει η έννοια της υποταγής, ενός πολιτισμικά, και όχι πολιτικά, οριζόμενου «εμείς». Το ελληνικό κράτος δεν προχώρησε στον χωρισμό κράτους-Εκκλησίας ούτε στη μεταπολίτευση. Το πολιτικό κόστος ήταν μεγάλο: η κοινωνία είχε γαλουχηθεί με την αντίληψη του Γένους, ενώ η αμοιβαιότητα πολιτικής εξουσίας και Εκκλησίας εξασφάλιζε στην μεν πολιτική εξουσία μια μεγάλη και σίγουρη –ελέω Θεού– πελατεία και στην Εκκλησία την –ελέω πολιτικής εξουσίας, αλλά με όρους ομηρίας γι’ αυτήν– κυριαρχία στον εθνοθρησκευτικά οριζόμενο δημόσιο χώρο.

Στη φάση που διανύουμε, οι σχέσεις κράτους-Εκκλησίας αλλά και το μείζον ζήτημα του εκσυγχρονισμού προϋποθέτουν την εκ νέου πολιτική, ιδεολογική, ταξική ανασυγκρότηση των σχέσεων κράτους-κοινωνίας. Όλες οι μεταρρυθμιστικές προτάσεις θα έχουν πολιτικό νόημα, αν και εφόσον αναπροσδιορίζουν πολιτικά το «εμείς» στο πλαίσιο ενός πραγματικά ουδετερόθρησκου κράτους. Διαφορετικά, οδηγούν στη δημιουργία προνομιακών και ημιθεσμικών σχέσεων πολιτικής εξουσίας-ιεραρχών, διαμορφώνοντας τους όρους για τη συγκρότηση ενός προνομιακού «εμείς», από το οποίο θα αποκλείονται άλλες, μη ορθόδοξες, κοινωνικές δυνάμεις. Στη χώρα μας υπάρχει μια ιδιομορφία: προσπαθούμε να απαντήσουμε στα νέα ερωτήματα που θέτει η εποχή, αφήνοντας αναπάντητα όλα τα ενδιάμεσα, αυτά που έπρεπε να έχουν απαντηθεί προκειμένου να είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε στα νέα. Κατά τα λοιπά… ζήτω ο ασυγχρόνιστος εκσυγχρονισμός!


Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

[Τουρκία] Ένα παράδειγμα νεοφιλελεύθερου εθνικισμού: η Τουρκία του Ερντογάν

Ένα από τα σημαντικά χτυπήματα που καταφέρει η οικονομική κρίση δεν είναι μόνο ότι στερεί την αξιοπρέπεια και την υπερηφάνεια μιας κοινωνίας, αφήνοντάς την έρμαιο στα χέρια είτε πολιτικών δυνάμεων που διαχειρίζονται ως ιεραπόστολοι την κρίση –για να μην έρθει η κόλαση– είτε φασιστικών μορφωμάτων που επωφελούνται για να παίξουν τον ρόλο του Μπάτμαν. Είναι και ότι την εγκλωβίζει στα προβλήματά της, στερώντας της το δικαίωμα να οραματίζεται τον εαυτό της σε σχέση με τον κόσμο γύρω της. Αυτή η εσωστρέφεια, την οποία υποδαυλίζουν πολιτικές και μιντιακές ελίτ που αναπαράγουν την εξουσία τους μέσα από τον φόβο και τον επαρχιωτισμό («να κάνουμε αυτό, για να είμαστε Ευρωπαίοι») αποκόπτει την κοινωνία από την επαφή με τον κόσμο στον οποίο ανήκει, της στερεί το δικαίωμα να διεκδικεί δυναμικά το μέλλον της. Τη γνώση και το πεπρωμένο της κοινωνίας το αναλαμβάνουν προνομιακά και αδιαφανώς πολιτικές και πνευματικές ελίτ οι οποίες, όπως διαχειρίζονται την οικονομική κρίση, διαχειρίζονται και την ένταξη μιας αποκαμωμένης από τα προβλήματα κοινωνίας στον κόσμο γύρω της: μέσα από μια διαδικασία υποταγής στο όραμα ενός νέου κόσμου που άλλοι ετοίμασαν γι’ αυτήν.

Στον άμεσο περίγυρό μας διαφαίνεται η σύγκρουση Τουρκίας-Συρίας. Για να αντιληφθούμε τις πιθανές συνέπειές της, πρέπει να ξανασκεφτούμε τους γείτονές μας και τις αλλαγές που υφίστανται ή προωθούν. Ας ξανασκεφτούμε λοιπόν καταρχάς τον άμεσο γείτονα, την Τουρκία, και μέσα από αυτήν την ευρύτερη γειτονιά μας. «Τα παιδιά των Οθωμανών δεν μπορούν να καταδικαστούν να μένουν στην Άγκυρα» δήλωνε ο Ταγίπ Ερντογάν τον Φεβρουάριο του 2010, ενώ τον Ιούνιο του 2011 διαπίστωνε ότι «το Σαράγεβο, η Βαγδάτη, η Καμπούλ, η Δαμασκός, το Κάιρο, η Βεγγάζη και ολόκληρος ο κόσμος έχουν στραμμένα τα μάτια τους στην Κωνσταντινούπολη». Σε αυτά τα λόγια αναδεικνύονται συμβολικά οι μεγάλες αλλαγές στην πολιτική της Τουρκίας. Πρώτον, μετατόπιση του κέντρου βάρους από την Άγκυρα στην Κωνσταντινούπολη, μετατόπιση που σηματοδοτεί μια ευθεία και βαθιά ρήξη με τον κεμαλισμό, που είχε επίκεντρο την Άγκυρα. Δεύτερον, μετάβαση από τον ρεπουμπλικανικό, κεμαλικό εθνικισμό σε ένα αυτοκρατορικού τύπου μεγαλείο, το οποίο μόνο μια πάλαι ποτέ αυτοκρατορική πρωτεύουσα μπορεί να ενσαρκώσει. Η επαναφορά της Κωνσταντινούπολης έπειτα από 100 σχεδόν χρόνια ως κέντρου αναφοράς, όχι μόνο της Τουρκίας αλλά κι ενός ευρύτερου χώρου, σημαίνει ότι η πολιτική εξουσία διεκδικεί ενός νέου τύπου ηγεμονία, σε ένα νέο χώρο. Πρόκειται για σημαντική αλλαγή, η οποία αποκαλείται συνήθως νεο-οθωμανισμός· επί της ουσίας όμως πρόκειται για έναν τουρκικό, νεοφιλελεύθερο εθνικισμό, ο οποίος διεκδικεί ιστορική νομιμοποίηση από το οθωμανικό παρελθόν, για την παραγωγή ενός εν δυνάμει τουρκικού γεωπολιτισμικού, ίσως και γεωπολιτικού χώρου.

Ο τουρκικός νεο-εθνικισμός του μεγαλείου, στον οποίο για πρώτη φορά συνυπάρχουν αρμονικά ο τουρκισμός και ο ισλαμισμός και με τον οποίο εκτουρκίζεται το οθωμανικό παρελθόν, χρονολογείται από την εποχή του Τουργκούτ Οζάλ (δεκαετία 1980), κωδικοποιήθηκε το 2001 με το βιβλίο του Αχμέτ Νταβούτογλου (Στρατηγικό βάθος: Η διεθνής θέση της Τουρκίας) και η εκπλήρωσή του διεκδικείται από το ισλαμικό κόμμα του Ερντογάν (ΑΚΠ). Ο νεο-εθνικισμός του ΑΚΠ δεν επιδιώκει την αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με όρους παραδοσιακής επεκτατικής πολιτικής· με το συμβολικό και ιστορικό οπλοστάσιο που αυτή προσφέρει, επιδιώκεται η ηγεμονία της Τουρκίας σε μια μεγάλη περιοχή. Με άλλα λόγια, ο νεο-εθνικισμός του ΑΚΠ αποτελεί μεταφορά του νεοφιλελευθερισμού στην τουρκική διάλεκτο. Μέσα από την επανεπινόηση και επικαιροποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το ΑΚΠ κατασκευάζει ένα νέο τουρκικό όραμα, στο οποίο εμπερικλείεται το κεμαλικό (αλλά είναι πιο μεγαλειώδες από αυτό), παράγοντας έναν μεγάλο πολιτισμικό και οικονομικό χώρο προς εξάπλωση: έναν παγκόσμιο μουσουλμανικό χώρο, με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. Η μηχανή προώθησης αυτού του οράματος είναι η οικονομία, ενώ ο δίαυλος ηθικής και ιστορικής νομιμοποίησης της ομογενοποίησης του χώρου υπό την ηγεμονία της Τουρκίας είναι το οθωμανικό παρελθόν και το Ισλάμ. Η Τουρκία του Ερντογάν επαναπροσδιορίζει έναν φυσικό, ως εκ της Ιστορίας και της θρησκείας, ιδιαίτερο χώρο, του οποίου διεκδικεί την ένταξη, υπό την ηγεσία της, στην παγκόσμια νεοφιλελεύθερη οικονομία. Σύμφωνα με τον Ερντογάν, «σήμερα η Τουρκία είναι η 17η οικονομία του κόσμου. Λίγα χρόνια πριν ήταν η 26η. Ως μέλος των G20, συμμετέχουμε στο σχεδιασμό του οικονομικού μέλλοντος του πλανήτη». Ως εκ τούτου «είναι μεγάλη χώρα και [γι’ αυτό] πρέπει να έχουμε μεγάλες ιδέες και υψηλούς στόχους». Προς εκπλήρωση του υψηλού στόχου –της παγκόσμιας οικονομικής δύναμης– το τουρκικό κράτος αναλαμβάνει μια νέα αποστολή: να λειτουργεί ως εμπορικό κράτος, μέρος μιας παγκόσμιας στρατηγικής για την παραγωγή ενός ιδιαίτερου γεωπολιτικού χώρου, του οποίου η Τουρκία εγγυάται την ομογενοποίηση, την ειρήνη και τη σταθερότητα για την απρόσκοπτη εμπορευματοποίησή του.

Στο πλαίσιο των υψηλών στόχων, η τουρκική εξωτερική πολιτική συγκροτείται με άξονα τη νέα αποστολή του τουρκικού έθνους: να συμβάλει ηγεμονικά στον «εκπολιτισμό» του μουσουλμανικού κόσμου, στην πολιτική και πολιτισμική μεταρρύθμισή του. Η Τουρκία λοιπόν, ως προστάτιδα δύναμη των λαών μουσουλμανικού θρησκεύματος, τίθεται στο πλευρό των «καταδυναστευόμενων εναντίον των δυναστών» –κατά τη διατύπωση του Ερντογάν– και ενισχύει την προώθηση στον μουσουλμανικό κόσμο ενός παγκόσμιου, δημοκρατικού και οικονομικού πολιτισμού. Σύμφωνα με αυτή την αποστολή, υπερασπίζεται τα αντικαθεστωτικά κινήματα στη Μέση Ανατολή αλλά και τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο απέναντι στους «απίστους» — κυρίως το Ισραήλ.

Η ρήξη με το Ισραήλ σηματοδοτεί τη ρήξη του παραδοσιακού «δυτικού άξονα» στη Μέση Ανατολή (Τουρκία-Ισραήλ): η Τουρκία, με όχημα το Ισλάμ και το οθωμανικό παρελθόν, διεκδικεί τον ρόλο της προστάτιδας δύναμης στην περιοχή, της ήπιας δύναμης (soft power), σ’ έναν κόσμο σε πλήρη μετάβαση και αναταραχή. Ωστόσο, ενώ ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός εμφανίζεται ως φορέας δημοκρατίας, ειρήνης και σταθερότητας υπό την ηγεμονία μιας πολιτικής-οικονομικής δύναμης, για να λειτουργεί ως τέτοιος, πρέπει να εμπεριέχει την έννοια της «σκληρής δύναμης» (hard power). Ας δούμε το παράδειγμα των Κούρδων στην Τουρκία. Στην αρχή αντιμετωπίστηκαν ως μια εθνοτική κοινότητα της Τουρκίας στην οποία αναγνωρίστηκαν ιδιαιτερότητες (γλώσσα) και, μέσω του προγράμματος για την οικονομική ανάπτυξη, επιδιώχθηκε η ένταξή τους στην πλειοψηφία. Όταν ωστόσο τα μέτρα δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα, η κυβέρνηση Ερντογάν έκανε χρήση της παλιάς δοκιμασμένης μεθόδου: της «σκληρής δύναμης». Η διαφαινόμενη σύγκρουση Τουρκίας-Συρίας καταδεικνύει ότι η παραγωγή ενός μεγάλου, γεωπολιτισμικού, γεωπολιτικού χώρου δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς συγκρούσεις. Για να εκπολιτιστεί ο μουσουλμανικός κόσμος υπό την προστάτιδα ηγεσία της Τουρκίας, η τελευταία πρέπει να είναι έτοιμη να δράσει όχι μόνο ως ήπια αλλά και ως σκληρή δύναμη.

Από αυτό το σημείο αρχίζουν τα δύσκολα. Η μεταμοντέρνα αντίληψη περί αυτοκρατοριών, που θεωρεί ότι αποτέλεσαν παράγοντες ειρήνης, σταθερότητας και αρμονικής συνύπαρξης των πληθυσμών, είναι ανιστόρητη. Καμιά αυτοκρατορία δεν επιβλήθηκε ως φορέας ενότητας ενός μεγάλου χώρου χωρίς όπλα, και επομένως την υποταγή των ντόπιων πληθυσμών σε αυτή: είτε πρόκειται για τις παραδοσιακές αυτοκρατορίες είτε για τις αποικιακές. Επομένως, σήμερα, η επανεπινόηση αυτοκρατορικών σχημάτων –πολιτικών, πολιτισμικών ή οικονομικών– δεν συνεπάγεται ειρήνη και σταθερότητα, τον επαναπροσδιορισμό των λαών και της πολιτικής με όρους εθνο-θρησκευτικούς και φυλετικό-πολιτισμικούς, με όρους δηλαδή ενός «εκδημοκρατισμένου» αυταρχισμού. Ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός, όπως αυτός του ΑΚΠ, στον οποίο απαραιτήτως εμπεριέχεται και ο παραδοσιακός, σκληρός εθνικισμός, είναι εκ των πραγμάτων φορέας, εσωτερικού καταρχάς, αυταρχισμού, έστω και μέσα από δημοκρατικά σχήματα. Στον νεοφιλελεύθερο εθνικισμό λοιπόν, όπου η πολιτική αντιμετωπίζεται με αυτοκρατορικούς όρους, ο λαός ορίζεται ως νεο-μιλέτ (κοινότητα με εθνοθρησκευτικές, πολιτισμικές ιδιαιτερότητες), που η επιβίωσή του –πολιτική, πολιτισμική, οικονομική– εξαρτάται από τον βαθμό υπακοής και υποταγής.

Η αντίσταση σε αυτό τον κλιμακούμενο νεο-εθνικισμό δεν είναι ο παραδοσιακός εθνικισμός, ο οποίος άλλωστε συμμερίζεται τη φυλετική, εθνοθρησκευτική διάκριση του κόσμου. Αντίσταση σημαίνει μάχη με όρους ταξικής και ιδεολογικής επανοριοθέτησης του έθνους και της εθνικής κυριαρχίας. Η εξέγερση, στη Μέση Ανατολή ή αλλού, η οποία απολήγει σε θρησκευτικών αναφορών πολιτική, μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή του παλαιού αυταρχικού καθεστώτος, αλλά ξαναμπάζει από το παράθυρο, αφού αφήνει ελεύθερο τον δρόμο για άλωση από τον νεοφιλελευθερισμό. Η δημοκρατία, όταν διεκδικείται με θρησκευτικούς ή εθνικιστικούς όρους, στο βάθος δείχνει και πάλι νεοφιλελευθερισμό. Στην αυτοκρατορική λογική του νεοφιλελευθερισμού, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε εθνικιστική ούτε θρησκευτική, αλλά μόνο διεθνιστική. Η διεθνιστική «παραγωγή» χώρων κοσμικής, εθνικής πολιτικής συνιστά, κατά τη γνώμη μου, το μοναδικό όπλο αντίστασης στον νεοφιλελεύθερο εθνικισμό.