Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευρώπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευρώπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

[Charlie Hebdo] Ο φασισμός με θρησκευτικό "φερετζέ"

Η καρδιά της Ευρώπης μάτωσε με τον πιο βίαιο τρόπο. Η επίθεση στο εβδομαδιαίο σατιρικό περιοδικό Σαρλί, που άφησε πίσω της νεκρούς μερικές από τις σημαντικότερες πένες της Γαλλίας, πρέπει οπωσδήποτε να λειτουργήσει σαν καθρέφτης για να εμφανιστεί επιτέλους το παραμορφωμένο πρόσωπο μιας Ευρώπης σε πλήρη σύγχυση. Πέρα από κάθε αμφιβολία, η επίθεση στο Σαρλί συνιστά μια εγκληματική πράξη του κοινού ποινικού δικαίου. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι να διαπιστώσουμε το αυτονόητο, αλλά να ανιχνεύσουμε το ιδεολογικό πρόσημο αυτής της πράξης.

Αναζωπυρώθηκε η ισλαμοφοβία

Η εύκολη εξήγηση είναι ότι η πράξη αποτελεί έκφραση του πιο ακραίου και τρομοκρατικού ισλαμικού φονταμενταλισμού. Αυτή η εξήγηση όμως οδηγεί στην άμεση ή έμμεση καταδίκη του Ισλάμ ως φορέα τρομοκρατίας. Δηλαδή, ότι το Ισλάμ ως θρησκεία εμπεριέχει ακραίο φανατισμό που ενεργοποιείται σε κατάλληλα περιβάλλοντα. Ακόμα κι αν χρησιμοποιήσει κανείς ταξικά κριτήρια για να εξηγήσει τον ισλαμικό φονταμενταλισμό –αποκλεισμός και περιθωριοποίηση των μουσουλμανικού θρησκεύματος ευρωπαίων πολιτών- το αποτέλεσμα είναι σχεδόν το ίδιο: το Ισλάμ θεωρείται θρησκεία που εγγενώς εμπεριέχει φανατισμό.
Δεν είναι τυχαίο που, αρχής γενομένης από τον κ. Σαμαρά, όλο το ακροδεξιό, δεξιό φάσμα εκδήλωσε το ρατσισμό και την ισλαμοφοβία του. Δεν είναι τυχαίο ότι το Σαρλί χρησιμοποιείται ως νομιμοποίηση για την αναπαραγωγή του ευρωπαϊκού (και ελληνικού) σκοταδισμού, αυτού ακριβώς που οδηγεί στον φασισμό. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο το γεγονός ότι η επίθεση στο Σαρλί αναζωπύρωσε τα ισλαμοφοβικά αισθήματα μιας πολιτικής που εκφράζεται με ιερούς-πολιτισμικούς όρους, και όχι διαλεκτικούς και ιδεολογικούς. Όμως, το ίδιο το περιοδικό Σαρλί και τα θύματά του κραυγάζουν αυτό που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο σε μια «φωτισμένη» Ευρώπη: όταν η θρησκεία –η οποιαδήποτε θρησκεία- γίνεται φορέας ή προκάλυμμα πολιτικής, τότε γίνεται αντικείμενο πολιτικής κριτικής. Με άλλα λόγια, η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να ιεροποιείται στο όνομα καμιάς θρησκείας. Η θρησκεία είναι ιερή μόνο μέσα στους χώρους λατρείας και στον ιδιωτικό χώρο του καθενός/μιάς. Στη δημόσια σφαίρα όμως είναι πολιτικό φαινόμενο, και ως τέτοιο κρίνεται. Συγχρόνως όμως, όταν η πολιτική χρησιμοποιεί πολιτισμικές-θρησκευτικές κατηγοριοποιήσεις, τότε αυτοκαταργείται, τότε ιεροποιείται και ανοίγει το δρόμο για ακραίες ιδεολογίες με ιερά-πολιτισμικά-εθνικιστικά πρόσημα.

Η Ευρώπη ως θερμοκήπιο ακραίων ιδεολογιών

Είναι γνωστό ότι η θρησκεία ως κριτήριο πολιτικής κατηγοριοποίησης κατασκευάστηκε στα πιο ιμπεριαλιστικά εργαστήρια ήδη από την εποχή της αποικιοκρατίας που ανανεώνονται τις τελευταίες δεκαετίες. Είναι γνωστό επίσης ότι η επιβολή του πιο άγριου καπιταλισμού δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την κατάρρευση των κοινωνιών και των δημοκρατικών θεσμών, με εργαλείο τον πολιτισμικό-θρησκευτικό-εθνικιστικό, κλπ κατακερματισμό. Είναι τέλος γνωστό ότι ο φασισμός είναι γέννημα-θρέμμα τέτοιας αμοιβαίας κατάρρευσης. Η Ευρώπη σήμερα, παγιδευμένη στην πιο συντηρητική, νεοφιλελευθέρη πολιτική γίνεται ο κατεξοχήν χώρος κατάρρευσης θεσμών και κοινωνιών, επομένως θερμοκήπιο ακραίων ιδεολογιών, με ή χωρίς φερετζέδες. Η άνοδος τέτοιων ιδεολογιών στην Ευρώπη το επιβεβαιώνει.
Το γεγονός ότι ο φασισμός χρησιμοποιεί ιερούς μανδύες για προκάλυμμα, δεν μπορεί να συσκοτίζει την πολιτική ερμηνεία του φαινομένου. Η Αριστερά ερμηνεύει όλα τα φαινόμενα με όρους πολιτικούς και ιδεολογικούς. Με αυτή την έννοια, ο ισλαμικός φονταμενταλισμός είναι η εκδοχή του φασισμού με φερετζέ ισλαμικό, όπως ο φασισμός φοράει διάφορους φερετζέδες στις διαφορετικές εκδοχές του. Όμως η γενεσιουργός αιτία είναι πάντα η ίδια: η κατάρρευση και ο κατακερματισμός. Σε μια τέτοια Ευρώπη που μαζί με τις ΗΠΑ οδήγησαν σε κατάρρευση τις κοινωνίες της Μέσης Ανατολής και της ανατολικής Ευρώπης, σε μια τέτοια Ευρώπη που οδηγεί σε κατάρρευση τις ίδιες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και τους δημοκρατικούς θεσμούς, η απάντηση δεν μπορεί να είναι παρά αριστερή. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να εφευρεθεί προκειμένου να ξαναγυρίσει στην Ευρώπη η πολιτική στα χωράφια της διαλεκτικής, της ταξικότητας και της ιδεολογικής αντιπαράθεσης.


Δημοσιεύτηκε στην Εποχή.

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

[Ευρώπη] Ο δρόμος για την Αθήνα περνάει από τις Βρυξέλλες

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή 20.05.2014


Σε αυτές τις ευρωεκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει ένα κρίσιμο, διπλό ερώτημα: Ποια Ελλάδα θέλουμε, σε ποια Ευρώπη τη θέλουμε; Για πρώτη φορά οι ευρωεκλογές στην Ελλάδα αποκτούν τέτοια ιστορική σημασία, αφού το πολιτικό μήνυμα που θα στείλουμε στις Βρυξέλλες δεν έχει μόνο ευρωπαϊκό περιεχόμενο, έχει πρωτίστως εθνικό. Αν Ευρώπη σημαίνει ότι το ευρωπαϊκό συμφέρον διαμορφώνεται από τη σύγκλιση των εθνικών συμφερόντων, τα οποία ορίζονται στη βάση της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και των δικαιωμάτων για όλους και όλες, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ εξευρωπαΐζει το εθνικό συμφέρον. Αν Ευρώπη σημαίνει ότι οι σχέσεις των κρατών-μελών ορίζονται πάνω στις βαθιές αρχές του Διαφωτισμού -ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα-, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ εθνικοποιεί το ευρωπαϊκό συμφέρον. Αν Ευρώπη σημαίνει υπακοή και αφοσίωση στους νόμους και τους κανόνες που δημοκρατικά αποφασίζονται, αν Ευρώπη σημαίνει πάνω απ' όλα δημοκρατία, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ εκδημοκρατίζει και το εθνικό και το ευρωπαϊκό συμφέρον. Αν, τέλος, Ευρώπη σημαίνει εγγύηση και διασφάλιση της ζωής, της τιμής και της περιουσίας όλων των πολιτών της, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδικεί τη δική μας Ευρώπη.

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

[Ευρώπη] Άλλο Ευρώπη και άλλο ΕΕ

Συνέντευξη στο left.gr 12.05.2014

Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίζεται από μια σφοδρή κριτική κατά της ΕΕ και ταυτόχρονα από την επιμονή του στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Πως εξηγείται αυτό;


Το να είναι κανείς κριτικός απέναντι στην ηγεσία της ΕΕ δεν σημαίνει υπονόμευση της ίδιας της Ευρώπης και του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η Αριστερά είναι γέννημα – θρέμμα της ιδέας της Ευρώπης. Δεν θα αφήσουμε την ιδέα αυτή σε αυταρχικές εξουσίες που έχουν κυριαρχήσει τα τελευταία χρόνια στην ΕΕ. Η ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές έχει μεγάλη σημασία προκειμένου να περάσουμε το μήνυμα πως «μια άλλη Ευρώπη είναι εφικτή». Αυτό που υποστηρίζουμε και υπάρχει και στο πρόγραμμά μας είναι ότι, όπως έχουν υποστηρίξει και οι μεγάλοι διανοητές της ευρωπαϊκής ιδέας, η ήπειρος αυτή δεν μπορεί να είναι γαιοκτησία των αγορών. Υπερασπιζόμαστε την Ευρώπη έναντι της ηγεσίας της ΕΕ που υπονομεύει την ίδια τη δημοκρατία. Άλλωστε, έχουμε και ιστορικά δει ότι η αποκοινωνικοποίηση της δημοκρατίας, ισοδυναμεί με σοβαρότατη υπονόμευσή της. Μέσα λοιπόν, στην ίδια την ΕΕ, πρέπει να επανακτήσουμε την Ευρώπη. Η ηγεσία της ΕΕ και οι πολιτικές της είναι αυτές που υπονομεύουν, καταστρέφουν την ιδέα της Ευρώπης. Είμαστε με την Ευρώπη που διαμόρφωσε το μεγάλο σοσιαλιστικό κίνημα, οι εργαζόμενοι, οι φιλειρηνιστές, όσοι ζήτησαν κοινωνική δικαιοσύνη.


Αυτή τη βδομάδα είχαμε νέα τραγωδία στο Αιγαίο. Ποιες είναι οι ευθύνες της Ευρώπης και της κυβέρνησης και τι προτείνει η ευρωπαϊκή Αριστερά για να μην συνεχίσει το Αιγαίο να είναι κατακόμβη μεταναστών;


Όσα λέγαμε πιο πάνω ισχύουν, στην πιο στυγνή εφαρμογή τους, στο μεταναστευτικό ζήτημα. Υπάρχει μια εντελώς υποκριτική πολιτική της ΕΕ. Έχει αποφασίσει να φτιάξει μια Ευρώπη φρούριο δίνοντας στις συνοριακές χώρες την διαχείριση του ζητήματος χωρίς μια ανθρωποκεντρική και ορθολογική προσέγγιση. Ορθολογική πολιτική σημαίνει μονίμως ο άνθρωπος στο επίκεντρο. Αντιθέτως, στο όνομα δήθεν του ρεαλισμού, αντί να διαμοιράζονται οι μετανάστες και οι πρόσφυγες στις ευρωπαϊκές χώρες, στοιβάζονται άνθρωποι σε αποθήκες στις συνοριακές χώρες. Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε ότι ένα μεγάλο μέρος αυτών των προσφύγων είναι η συνέπεια της πολιτικής που ακολούθησε η ΕΕ στις χώρες τους. Κανείς δεν θέλει να φεύγει από τον τόπο του. Ευθύνες έχουν όμως και οι ελληνικές κυβερνήσεις. Κρύβονται πίσω από την ΕΕ, καθησυχάζονται στον ρόλο του θύματος και αναπαράγουν τις ίδιες λογικές αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους σαν να είναι εμπορεύματα, εξ΄ ου κι όρος «λαθρομετανάστης». Επιπλέον, το μεταναστευτικό έχει χρησιμοποιηθεί προκειμένου να αναπαράγεται η κυρίαρχη ξενοφοβική, ρατσιστική, κατασταλτική και βαθιά αντιδημοκρατική πολιτική. Βάζοντας τον ξένο στο επίκεντρο και αντιμετωπίζοντάς τον ως εχθρό, κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά φτιάχνονται κράτη «ασφάλειας» και όχι αλληλεγγύης. Περιθωριοποιείται ένα μεγάλος μέρος της κοινωνίας και αναπτύσσονται πολιτικές αντιμετώπισης του «ενοχλητικού» που δεν είναι πάντα και μόνο ο μετανάστης.  Αυτό που εμείς τονίζουμε είναι ότι δεν ανεχόμαστε να γίνεται η Μεσόγειος νεκροταφείο της Ευρώπης. Οι τραγωδίες που βλέπουμε και στο Αιγαίο και στη Λαμπεντούζα δείχνουν ότι η ΕΕ δεν ενοχλείται από ένα νεκροταφείο ψυχών στα σύνορά της, αρκεί να εξασφαλίζεται η λογική που ανέπτυξα πιο πάνω. Εμείς ζητάμε ορθολογική διαχείριση του ζητήματος όχι μόνο κοινωνικής αλλά και θεσμικής αλληλεγγύης.


Έχετε ασχοληθεί επισταμένως με την Τουρκία και την Κύπρο. Πιστεύετε ότι η Ελλάδα, μέσα στην Ευρώπη, έχει να παίξει ρόλο στην περιοχή προς την κατεύθυνση της ειρηνικής συμβίωσης των λαών;


Παρατηρούμε ότι ξαναφτιάχνεται στην Ευρώπη η αντίληψη που θέλει τον κόσμο και τις κοινωνίες χωρισμένες στο δίπολο Δύση – Ανατολή. Αυτό παράγει ηγεμονισμούς, αυτοκρατορικούς εθνικισμούς, πόλεμο και επαναφέρει το αξίωμα της ισορροπίας του τρόμου του Ψυχρού Πολέμου. Αυτή η λογική, ειδικά στην Ελλάδα που συνορεύει με την Τουρκία, επιτρέπει σε εθνικιστικές αντιλήψεις και δυναμικές να εκκολαφθούν και να ενισχύονται. Φτιάχνεται μια Ανατολή δίπλα μας, με την οποία οι σχέσεις καθορίζονται σε κλειστά δωμάτια ανάλογα με τα συμφέροντα της εκάστοτε ηγεμονικής δύναμης και προσαρμοσμένα στους ντόπιους εθνικισμούς. Εμείς δεν θέλουμε μια πολιτική διαχείρισης ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή αλλά μια πολιτική ειρήνης και συνεργασίας με την Τουρκία. Αν έχουμε μια πολιτική που βγάζει στην επιφάνεια το δικό μας πολιτικό και κοινωνικό συμφέρον και δεν είμαστε ακόλουθοι της εκάστοτε ηγεμονικής δύναμης στην ΕΕ -στην προκειμένη της Γερμανίας- μπορούμε να βρούμε πολλούς τρόπους εμπέδωσης της ειρήνης στην περιοχή.
Η δε Κύπρος, είναι το πεδίο στο οποίο η Αριστερά χρειάζεται να δουλέψει πάρα πολύ. Θέλουμε να λυθεί το Κυπριακό, όχι στο πλαίσιο μιας ισορροπίας του τρόμου στην περιοχή, που μπορεί να συμφέρει την ΕΕ και το ΝΑΤΟ αλλά γιατί πιστεύουμε ότι η ομοσπονδιακή λύση είναι η μόνη προοπτική ειρηνικής συμβίωσης στο νησί. Μόνο ένα κοινό κυπριακό συμφέρον (ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων) σταματά τους όποιους ηγεμονισμούς, είτε αυτοί προέρχονται από την Τουρκία είτε από την Ελλάδα ή την ΕΕ. Μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι η εθνικιστική προσέγγιση έχει προκαλέσει τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ελληνική ιστορία.

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

[Ευρώπη] Η νεοφιλελεύθερη «ειρήνη» της Ε.Ε.

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή 11.5.2014

«Δύση» εναντίον «Ανατολής», «ο κόσμος του καλού» εναντίον «του κόσμου του κακού»: σε τέτοια γεωστρατηγικά δίπολα, που ανανεώνουν έναν ψυχροπολεμικό διχασμό της Ευρώπης (και του κόσμου γενικότερα), μπορεί να συνοψιστεί η πολιτική της νεοφιλελεύθερης ηγεσίας της. Τέτοια δίπολα αναπαράγουν διαρκώς τη δύναμη του ΝΑΤΟ, νομιμοποιώντας την παρουσία του στην ήπειρό μας. Το ΝΑΤΟ καθίσταται ο εγγυητής της «ευρωπαϊκής ειρήνης» (και της παγκόσμιας), στο πλαίσιο της οποίας, ωστόσο ο πόλεμος δεν είναι ποτέ μακριά. Η αυταρχική νεοσυντηρητική ηγεσία της Ε.Ε. ορίζει σήμερα την «ειρήνη» με όρους ΝΑΤΟϊκούς, τους ίδιους δηλαδή, παλιούς και δοκιμασμένους -ψυχροπολεμικούς- όρους, με κυρίαρχο αξίωμα την ισορροπία του τρόμου ανάμεσα σε δύο αντίπαλους κόσμους. Η ίδια, λοιπόν, η νεοφιλελεύθερη ηγεσία της Ε.Ε. αυτοπροσδιορίζεται ως «Δύση» (ο υπέρτατος ορθολογικός κανόνας) απέναντι στην «Ανατολή». Μια άναρχη και επικίνδυνη «Ανατολή», η οποία επιβάλλει τη στρατιωτικοποίηση, την «περιφρούρηση» της Ε.Ε. από τους εχθρούς της, αλλά και τη λειτουργία της δεύτερης ως πειθαρχικού και εκπολιτιστικού κανόνα των απολίτιστων και γι' αυτό επικίνδυνων εξωτερικών, ενίοτε όμως και εσωτερικών εχθρών: η Ελλάδα αποτελεί μια τέτοια «Ανατολή» στο εσωτερικό της «Δύσης». Όταν όμως το κυρίαρχο αξίωμα της πολιτικής γίνεται η απειλή, τότε ο αυταρχισμός, ο αντιδημοκρατισμός και ο μιλιταρισμός νομιμοποιούνται ως απαραίτητα όπλα για την αποσόβησή της.

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

[Ευρώπη] Ποια Ευρώπη θέλουμε

Οι ευρωεκλογές, αλλά και οι αυτοδιοικητικές εκλογές είναι ιστορικής σημασίας για τον ΣΥΡΙΖΑ, για την ελληνική κοινωνία, για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες επίσης. Σε αυτές τις εκλογές δεν κρίνεται μόνο η δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ κρίνεται η δύναμη της φωνής της ελληνικής κοινωνίας στην Ελλάδα και την Ευρώπη, κρίνεται η δύναμη αντίστασης των ευρωπαϊκών λαών. Συντρόφισσες και σύντροφοι η Ελλάδα σήμερα, αλλά και οι περισσότερες ευρωπαϊκές κοινωνίες δέχονται μια ανελέητη επίθεση. Μια επίθεση που έχει ενορχηστρωθεί από τις πιο συντηρητικές δυνάμεις της Ευρώπης, μέσα στις οποίες είναι και η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου. Η ελληνική κοινωνία έχει στην κυριολεξία γονατίσει.

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

[Ευρώπη] Ξαναγράφουν την Ιστορία

Με την ομιλία του στις 13 Φεβρουαρίου 2007 ο τότε πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθ. Hans-Gert Pöttering (Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα), εγκαινίασε το σχέδιο ίδρυσης του «Σπιτιού της Ευρωπαϊκής Ιστορίας» και τέθηκε επικεφαλής της εννεαμελούς επιτροπής ειδικών –ιστορικών και μουσειολόγων- που συγκροτήθηκε, για την υλοποίηση του σχεδίου. Στις 15 Σεπτεμβρίου 2008 οι «γενικές αρχές» της «Ευρωπαϊκής Ιστορίας» που πρότεινε η επιτροπή εγκρίθηκαν, ενώ το «Σπίτι της Ευρωπαϊκής Ιστορίας, σε έναν τεράστιο χώρο στην καρδιά των Βρυξελλών, προβλέπεται να ανοίξει τις πύλες του το 2014. Πρόκειται για έναν μόνιμο χώρο έκθεσηςτης μνήμης της Ευρωπαϊκής Ιστορίας, για ένα διαρκές ευρωπαϊκό μουσείο, στο οποίο θα «διαμορφώνεται η ευρωπαϊκή ταυτότητα των ευρωπαίων πολιτών».

Το πρώτο πράγμα που τραβά την προσοχή σε αυτό το μεγαλεπήβολο σχέδιο, όπως κωδικοποιείται στα 112 σημεία των «γενικών αρχών», είναι ότι η ιστορία αντικαθίσταται από τη μνήμη της ιστορίας. Στόχος λοιπόν δεν είναι η μελέτη της ιστορίας αλλά η έκθεση της μνήμης της ιστορίας της Ευρώπης, που θα «στεγαστεί» στο «Σπίτι της ευρωπαϊκής ιστορίας». Στη μνήμη, όπως είναι γνωστό, αποθεώνονται οι νεκροί, τα θύματα της ιστορίας, αυτοί που υπέστησαν τα κακά της ιστορίας. Το παρελθόν λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο παραδειγματικά, ένας τετελεσμένος χρόνος, ένας κλειστός χώρος στον οποίο συντελέστηκε το κακό το οποίο ευθύνεται για την ανθρώπινη τραγωδία. Από το «Σπίτι» λοιπόν θα απουσιάζει η ιστορία ως λόγος, ως διανοητική λειτουργία προσέγγισης όχι των νεκρών αλλά των ζωντανών του παρελθόντος, ως κριτική προσπάθεια προσέγγισης των περιπετειών των κοινωνιών, των συγκρούσεων τους, των ιδεολογιών τους, των πολιτικών τους, των αντιφάσεων τους. Θα απουσιάζει δηλαδή το παρελθόν ως ένας δυναμικός χώρος άσκησης της πολιτικής (με την ευρεία έννοια του όρου), ως ένας χώρος σε διαλεκτική σχέση με το παρόν και το μέλλον –ένας ανοικτός χώρος συνεχούςδιαλόγου, διαρκούς διαπραγμάτευσης των κοινωνιών με τον χρόνο (και τους χρόνους) τους. Αντί λοιπόν στο «Σπίτι» να ιστορικοποιηθεί η πληθυντικότητα, η πολυπλοκότητα και η συγκρουσιακότητα σε εθνική, ιδεολογική και ταξική βάση της ευρωπαϊκής μνήμης, θα μουσειοποιηθεί η ιστορία της Ευρώπης, όπως αυτή την Ιστορία θα τη «κατασκευάσουν» οι εννέα ειδικοί.

Το δεύτερο ενδιαφέρον σημείο των «γενικών αρχών» αφορά την ίδια την ιστορία της Ευρώπης που θα μνημονευτεί στο «Σπίτι της Ευρωπαϊκής Ιστορίας» -ειδικά την ιστορία του 20ου αιώνα, γιατί αυτή κυρίως αποτελεί το μεγάλο «πρόβλημα». Το μεγάλο κακό στον 20ο αιώνα άρχισε τον Οκτώβρη του 1917, όταν έγινε «το πραξικόπημα των μπολσεβίκων και εγκαινιάστηκε η περίοδος της δικτατορίας σε ένα μέρος της Ευρώπης, δικτατορία που έληξε το 1989». Στο πλαίσιο αυτού του μεγάλου κακού εγγράφεται και ο ναζισμός, αφού ο κομμουνισμός και ο ναζισμός αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Στο «Σπίτι» λοιπόν θα μνημονευθούν τα θύματα του μεγάλου κακού –του κομμουνισμού και του ναζισμού. Αυτό το σχήμα δεν είναι καινούριο, έχει ήδη ξεκινήσει από τις αρχές κυρίως του 1990 και παρήγαγε μεγάλο όγκο αναθεωρητικών μελετών της ιστορίας του 20ου αιώνα. Αυτό ωστόσο που είναι καινούριο είναι το γεγονός ότι η Ε.Ε. υιοθετεί πλέον ασυζητητί αυτό το σχήμα και πάνω σε αυτό στήνει τη μνήμη της ευρωπαϊκής ιστορίας. Το κρίσιμο ερώτημα –ανάμεσα σε πάρα πολλά άλλα- που τίθεται εδώ δεν αφορά απλώς τα μεθοδολογικά, ιστορικά και πολιτικά λάθη βάσει των οποίων «κατασκευάζεται» η μνήμη της ευρωπαϊκής ιστορίας, αφορά κυρίως την ιδεολογία βάσει της οποίας στήνεται το παρόν και το μέλλον της Ευρώπης. Η εξίσωση του σοσιαλισμού –ο οποίος αναφέρεται ως μια Ουτοπία των κοινωνιών εκείνης της εποχής- με τον ναζισμό δηλώνει την οριστική μετάβαση από την «πολιτική της ελπίδας» στην «πολιτική της ευθύνης», από την «πολιτική για το μέλλον» στην «πολιτική για το παρόν» αποκλειστικά. Η ουτοπία του σοσιαλισμού οδήγησε σε εγκλήματα, επομένως οι ιδεολογίες της ελπίδας (για κοινωνική ισότητα, δικαιοσύνη κ.λπ.) είναι όχι μόνο ξεπερασμένες αλλά και απονομιμοποιημένες ιστορικά. Αυτό που έχει σημασία είναι το παρόν, η ιδεολογία του «ελεύθερου κόσμου» (του καλού που έσωσε τον κόσμο από το κακό), η μοναδική που εγγυάται ότι δεν θα υπάρχουν συγκρούσεις (κοινωνικές εννοείται), δεν θα υπάρχουν ανατροπές, δεν θα υπάρχουν αιτήματα και διεκδικήσεις –παρά μόνο ανάγκες. Ο 20ος αιώνας λοιπόν γίνεται έναμουσείο πάθους, από τον οποίο ο 21ος αιώνας πρέπει να κόψει οποιαδήποτε επαφή.

Το τρίτο σημείο ωστόσο στο οποίο αξίζει να σταθούμε είναι ακόμη πιο σημαντικό. Ενώ όλα αυτά ετοιμάζονται στις Βρυξέλλες, στην υπόλοιπη Ευρώπη -στη χώρα μας κυρίως- «αγρόν αγοράζουμε», κι ας αφορά αυτό το «Σπίτι» το παρόν και το μέλλον, και όχι μόνο το παρελθόν. Πνιγμένοι στην οικονομική συγκυρία έχουμε ξεχάσει τηδιαχρονικότητα της πολιτικής –οι Βρυξέλλες όμως δεν την έχουν ξεχάσει. Ο μόνος από την Ελλάδα που είχε την ετοιμότητα να συμβάλει στο άνοιγμα της συζήτησης ήταν το Ινστιτούτο «Ν. Πουλαντζάς», όταν στο πλαίσιο του Transform! Europe αποφασίστηκε μια πρώτη κλειστή συνάντηση ιστορικών στο Παρίσι, για ενημέρωση από έναν Γάλλο, αριστερό βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, προκειμένου να τεθούν οι βάσεις μιας ανοικτής συζήτησης για την αντιμετώπιση των «γενικών αρχών» του «Σπιτιού της Ευρωπαϊκής Ιστορίας». Η ιστορία συνεχίζεται…


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

[Κύπρος - λιτότητα] Παλιό κοστούμι με νέα ραφή

Η Κύπρος εδώ και κάποιες μέρες βρίσκεται στη δίνη μιας –νέας ως προς την αντιμετώπισή της, κοινής ωστόσο ως προς τις συνέπειές της– κρίσης. Ωστόσο η αντιμετώπιση της κυπριακής κρίσης, όσο νέα κι αν είναι, εγγράφεται σε μια ενιαία διαδικασία συγκεντρωτισμού της ευρωπαϊκής εξουσίας με την επιβολή νέων κανόνων, από τη Γερμανία κυρίως. Η διαδικασία συγκεντρωτισμού της ευρωπαϊκής εξουσίας εγκαινιάστηκε μέσα στην κρίση, ωστόσο δεν μπορεί να ερμηνευτεί πλέον ούτε με αρχαϊσμούς που παραπέμπουν στο σκοτεινό παρελθόν της χώρας αυτής ή στις θρησκευτικές ρίζες (προτεσταντισμός) της καγκελαρίου της Άνγκελα Μέρκελ, ούτε με συνωμοσιολογικούς, εθνικιστικούς ή εύκολα πατριωτικούς τρόπους. Η κυπριακή κρίση δεν μας επιτρέπει αφέλειες. Αντιθέτως, μας δίνει τη δυνατότητα να φτιάξουμε πλέον μια τυπολογία της αντιμετώπισης της κρίσης.
  
Ο πολιτισμός της λιτότητας, προϋπόθεση για την ηγεμονία της Γερμανίας στην Ευρώπη

Η Γερμανία προτείνει και επιβάλλει, χωρίς αντιστάσεις προς το παρόν, έναν νέο ευρωπαϊκό πολιτισμό, τον πολιτισμό της σκληρής λιτότητας, με στόχο τον εξορθολογισμό των στρεβλώσεων που παρήγαγε, κυρίως στα αδύναμα κράτη, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός της προόδου: τους ανορθολογικούς τρόπους διακυβέρνησης (Ελλάδα) ή τα ανορθολογικά χρηματοπιστωτικά συστήματα (Κύπρος), καθώς επίσης τον ανορθολογικό υπερκαταναλωτισμό σε βάρος της παραγωγικότητας και της ανάπτυξης. Ένας τέτοιος εξορθολογισμός ωστόσο θα προϋπέθετε την εμβάθυνση των ορθολογικών κανόνων: κατεξοχήν της δημοκρατίας, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, εμβάθυνση που θα οδηγούσε στη χειραφέτηση των κοινωνιών από αυτούς που τις εκμεταλλεύονται σε εθνικό-ευρωπαϊκό επίπεδο και στην απελευθέρωση από την τυραννία της ευδαιμονίας στο παρόν. Αντιθέτως, ο πολιτισμός της σκληρής λιτότητας οικοδομεί, μέσα από την ανορθολογική ακύρωση όλων των ορθολογικών κανόνων, μια Ευρώπη-πεδίο τριπλής εξάρτησης και υποταγής των κοινωνιών: στα εθνικά κράτη, στην ευρωπαϊκή ηγεσία και τους εθνικούς ή γεωστρατηγικούς ανταγωνισμούς. Μιας Ευρώπης όχι απελευθερωμένης από το παρόν αλλά απολύτως υποταγμένης σε αυτό. Η κυπριακή κρίση –επειδή ακριβώς συνιστά ιστορική τομή, και όχι μόνο ως προς την αντιμετώπισή της όπως θα φανεί παρακάτω– μας δίνει πλέον τη δυνατότητα να αποκωδικοποιήσουμε τις αρχές, τις μεθόδους και τη ρητορεία επιβολής του νέου πολιτισμού χάρη στον οποίο η Γερμανία εγκαθιστά πολιτική και οικονομική ηγεμονία.
 
Αυτός ο νέος πολιτισμός είναι παλιός ως προς τις μεθόδους και τη ρητορεία με την οποία διακινείται. Είναι ο πολιτισμός τής κατ’ επίφαση δημιουργίας ενός νέου ορθολογικού οικοδομήματος, όπου ακυρώνονται με ανορθολογικό τρόπο οι παλιοί κανόνες στο όνομα της κατεπείγουσας ανάγκης για θέσπιση νέων. Αυτή την παλιά μεθοδολογία τη χρησιμοποίησαν κάποτε τα ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη όταν, στο όνομα του νέου τότε πολιτισμού της προόδου, επέβαλαν βίαια και ανορθολογικά στις αποικίες τους νέους κανόνες, ομογενοποιώντας, στο όνομα του κατεπείγοντος του παρόντος, τους τοπικούς χρόνους (παρελθόν, παρόν και μέλλον). Με αυτή την ανορθολογική ομογενοποίηση «κατασκεύασαν» την κατακερματιστική κατηγοριοποίηση των λαών σε πολιτισμένους και απολίτιστους, και των κοινωνιών στο εσωτερικό τους σε ιδιαίτερες μεταξύ τους κοινότητες. Ο νέος πολιτισμός της λιτότητας δεν ξεφεύγει από αυτή τη μέθοδο. Η Κύπρος αντιμετωπίστηκε σαν μια επικίνδυνη ιδιαιτερότητα, μια «ανωμαλία», για τη διόρθωση της οποίας απαιτείτο η βίαιη ακύρωση του χρόνου της μέσα από την επιβολή ενός νέου υγιούς κανόνα. Η Κύπρος βεβαίως είχε ένα υπερτροφικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο διαμορφώθηκε εξαιτίας των ιστορικών και γεωστρατηγικών ιδιαιτεροτήτων της και παρήγαγε διαπλοκή ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και την τραπεζική ελίτ. Ωστόσο είναι επίσης γνωστό ότι χάρη σε αυτό το σύστημα η Κύπρος εντάχθηκε πανηγυρικά στην Ευρωζώνη, τότε που ακόμη δοξαζόταν ο πολιτισμός των φορολογικών παραδείσων. Η ακύρωση λοιπόν του χρόνου της, αλλά και του παλιού κανόνα χάρη στον οποίο εντάχθηκε στην Ευρωζώνη, θα απαιτούσε τη δημοκρατική διαβούλευση σε εθνικό επίπεδο αλλά και ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Διαβούλευση που θα επέτρεπε την ομαλή και δημοκρατική εναρμόνιση των εθνικών κανόνων όλων των κρατών (όχι μόνο της Κύπρου) στον ευρωπαϊκό, χωρίς να κινδυνεύσει ένα κράτος με καταστροφή. Θα επέτρεπε επίσης τη συνειδητοποίηση και τη χειραφέτηση της κοινωνίας από ένα σύστημα βαθιάς εξάρτησης από διαπλεκόμενα τοπικά δίκτυα.

Η κυπριακή κοινωνία όμως τιμωρείται παραδειγματικά, αφού της επιβλήθηκε μια ασύμμετρη προς την κρίση που αντιμετώπιζε η χώρα ποινή, την οποία είναι υποχρεωμένη να εκτίσει προκειμένου να κερδίσει το «έπαθλο» της παρούσας σωτηρίας της (μη χρεοκοπία), η οποία κρίνεται ως αγαθό υπέρτερο της δημοκρατίας. Αυτή η ασύμμετρη προς το πρόβλημα τιμωρία της Κύπρου αποτελεί την ιστορική τομή, κατά τη γνώμη μου, στην αντιμετώπιση της κρίσης. Η χώρα αυτή, σε αντίθεση με την Ελλάδα και το μεγάλο δημόσιο χρέος, θα μπορούσε –όπως έξοχα έδειξε ο Σταύρος Τομπάζος στο άρθρο του (Εποχή, 24.3.2013)– να εξυγιάνει το χρηματοπιστωτικό της σύστημα χωρίς να υποχρεωθεί να αποδεχτεί μνημόνιο και τρόικα, χωρίς δηλαδή τη φτωχοποίηση της κοινωνίας. Θεωρώ ότι η σκληρή τιμωρία που επιβλήθηκε στην Κύπρο, μέσα από τη βίαιη ακύρωση ενός παλιού κανόνα στο όνομα του κατεπείγοντος, είχε ακριβώς ως στόχο την εμβάθυνση της κρίσης, σε βαθμό τέτοιο που να δικαιολογεί τη βίαιη ενσωμάτωση και υποταγή της χώρας στον πολιτισμό της λιτότητας.
 
Η Κύπρος δεν τιμωρήθηκε λόγω της συνωμοτικής πολιτικής της Γερμανίας με στόχο τους ενεργειακούς πόρους της Κύπρου. Τιμωρήθηκε γιατί ήταν ο εύκολος στόχος, προκειμένου να δοκιμάσει η Γερμανία το «σπάσιμο» ενός άλλου, παλιού κανόνα-φετίχ του κάποτε ευρωπαϊκού πολιτισμού, «σπάσιμο» που δημιουργεί προηγούμενο για την επιβολή του πολιτισμού της λιτότητας και σε άλλες χώρες της Ε.Ε., όταν αυτό χρειαστεί. Η Κύπρος λοιπόν δεν τιμωρήθηκε σκληρότερα εξαιτίας του «όχι» της κυπριακής Βουλής. Αντιθέτως, η αδιαφορία του Eurogroup στην απόφαση του εθνικού, αντιπροσωπευτικού οργάνου εντάσσεται στο πλαίσιο της ιδεολογικής τύφλωσης των ευρωπαϊκών ηγεσιών να κατανοήσουν τι σημαίνει η θέσπιση νέων κανόνων μέσα από τη βίαιη ακύρωση της δημοκρατίας στο όνομα του κατεπείγοντος εξαιτίας μιας «εθνικής ανωμαλίας». Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τι σημαίνει για όλη την Ευρώπη –και για τον Βορρά– όταν ένα κράτος μονοπωλεί, στο όνομα του παρόντος, την αποϊδεολογικοποίηση και την αποϊστορικοποίηση των τοπικών χρόνων, επομένως και του ευρωπαϊκού.

Ένα μόνιμο λάθος το οποίο κάνουμε για να διαβάσουμε την αντιμετώπιση της κρίσης είναι –κατά τη γνώμη μου– ότι υιοθετούμε την άποψη πως με αυτήν πλήττονται ειδικά οι χώρες του «Νότου» ή, τώρα με την Κύπρο, ο ελληνισμός. Αυτή η ανάγνωση συσκοτίζει μια πιο σύνθετη πραγματικότητα: ο νέος πολιτισμός της λιτότητας επιβάλλεται από την ηγεμονική δύναμη καταρχήν στις πιο «ευάλωτες χώρες», σε αυτές που τα αληθοφανή στοιχεία είναι πολλά, ώστε να επιτρέπουν τον κατακερματισμό της ευρωπαϊκής κρίσης και την κατ’ εξαίρεση ακύρωση των παλιών κανόνων. Μόνο που αυτή η κατ’ εξαίρεση ακύρωση των κανόνων εξοικειώνει την Ευρώπη με την αντίληψη ότι όλοι οι παλιοί κανόνες, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της δημοκρατίας, συνιστούν αρχαϊκότητες του παρελθόντος. Μέχρι αυτή τη στιγμή, η Γερμανία έχει κατορθώσει να επιβάλει τον πολιτισμό της λιτότητας ως τον μοναδικό αποδεκτό ευρωπαϊκό πολιτισμό, έναν πολιτισμό από τον οποίο επωφελούνται σε εθνικό επίπεδο οι ηγεσίες των κρατών-μελών που συμμερίζονται την ιδεολογία της ηγεσίας της Γερμανίας. Όμως η εξοικείωση με την αντίληψη ότι η δημοκρατία είναι αρχαϊκότητα απέναντι στον νεωτερισμό του ευρωπαϊκού αγαθού, θέτει ακόμη και τα ισχυρά κράτη του Βορρά σε κίνδυνο.

Αυτές τις μέρες αναφέρθηκε κατ’ επανάληψη ότι το «κούρεμα» των καταθέσεων αφορά μόνο την Κύπρο και δεν πρόκειται να εφαρμοστεί αλλού. Αυτή η ιδιαίτερη τιμωρία, αποτέλεσμα της «εθνικής ιδιαιτερότητας», δημιουργεί την ψευδαίσθηση της συναπόφασης, την ψευδαίσθηση ότι δεν παραβιάζονται οι κανόνες, κυρίως αυτός της δημοκρατίας, αλλά ότι η εξαίρεση –η εθνική εξαίρεση– απαιτεί εξαιρετική αντιμετώπιση. Συγχρόνως, επειδή τα χαρακτηριστικά της εθνικής ιδιαιτερότητας (κυπριακό χρηματοπιστωτικό σύστημα) διαβάζονται αποκομμένα από το περιβάλλον στο οποίο διαμορφώθηκαν, δημιουργούν νέες πολιτισμικές, αποϊδεολογικοποιημένες κατηγοριοποιήσεις που συσκοτίζουν τις ιδεολογικές αναφορές της ηγεμονίας που χτίζεται σε βάρος των κοινωνιών της Ευρώπης. Για παράδειγμα, αν οι Κύπριοι ευημερούσαν χάρη στο βρόμικο χρήμα ή οι τεμπέληδες Έλληνες χάρη στα χρήματα των άλλων Ευρωπαίων, είναι καιρός να εκπολιτιστούν. Με αυτό τον τρόπο ο ευρωπαϊκός χώρος χωρίζεται σε «έθνη-κοινότητες», σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, των οποίων η επιβίωση εξαρτάται είτε από το κατά πόσο έχουν προνομιακές σχέσεις με τον κυρίαρχο είτε από το κατά πόσο μπορούν να κλειστούν σε έναν δικό τους «κλειστό», εχθρικό προς τον έξω κόσμο –κυρίως τον γείτονα– πολιτισμό, που οικοδομείται γύρω από αρχαϊκές, συντηρητικές εξουσίες.

Επί αποικιοκρατίας, όταν επιβαλλόταν βίαια, στο όνομα του πολιτισμού, μια κατακερματιστική σε κοινότητες νεωτερικότητα, αυτή αντί να οδηγεί σε ανατροπές, στη χειραφέτηση δηλαδή των ντόπιων κοινωνιών από τις ντόπιες αρχαϊκές-αυταρχικές εξουσίες, τις υπέτασσε σε αυτές. Οι τελευταίες είτε επιβάλλονταν στην κοινότητά τους μέσα από τις προνομιακές τους σχέσεις με την αποικιακή εξουσία, είτε στο πλαίσιο της κοινότητάς τους ως φορείς μιας «εθνικής νεωτερικότητας» που θα έσωζε την κοινότητα από την ισοπεδωτική νεωτερικότητα της κυρίαρχης εξουσίας και από την αντίπαλη κοινότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και σήμερα μεγάλο μέρος του πρώην αποικιοκρατούμενου κόσμου δεν μπορεί να απελευθερωθεί είτε από αυταρχικές εξουσίες (συνήθως θρησκευτικές), που απέκτησαν πολιτική ισχύ χάρη στην ανορθολογική κατηγοριοποίηση των κοινωνιών, είτε από άλλες εξαρτήσεις και προβλήματα. Ο κατακερματισμός απέτρεψε τότε τη χειραφέτηση της κοινωνίας στη βάση κοινωνικών διεκδικήσεων, πολιτικών αιτημάτων και ιδεολογικών αντιπαλοτήτων που θα απειλούσαν την αποικιακή εξουσία αλλά και τις ντόπιες αυταρχικές εξουσίες. Αντιθέτως, γέννησε τον «εθνοθρησκευτικό» ανταγωνισμό ανάμεσα στον ντόπιο πληθυσμό.

Η Γερμανία λοιπόν χρησιμοποιεί τα τελευταία χρόνια αποικιακές μεθόδους, χωρίζοντας την Ευρώπη σε «έθνη-κοινότητες», σε «εθνικές ιδιαιτερότητες», και επιβάλλει έτσι μια κατακερματισμένη και ανταγωνιστική εθνικιστικά ευρωπαϊκότητα. «Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα κινδυνεύει από τις ατίθασες, απειθάρχητες, εθνικά οριοθετημένες κοινωνίες», κατά το γερμανικό αξίωμα. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες λοιπόν δεν ορίζονται πολιτικά και ιδεολογικά, με σεβασμό στις εθνικές ιδιαιτερότητές τους, στην πολιτική τους αυτονομία ή και στην ενοποιητική δυναμική των κοινών, ταξικά οριοθετημένων διεκδικήσεών τους, αλλά ως αταξικές κοινότητες.

Το κράτος-έθνος ως πεδίο ταξικής πάλης και δημοκρατικών διεκδικήσεων, ως πεδίο συγκρότησης διεθνικής (ευρωπαϊκής) συνείδησης, ως πεδίο χειραφέτησης και ελευθερίας της κοινωνίας αποδομείται προς όφελος ενός κράτους-έθνους αταξικού και αποϊδεολογικοποιημένου, μοχλού βίαιης προσαρμογής στον νέο πολιτισμό. Αυτός ο εθνικιστικός κατακερματισμός πάνω στον οποίο θεμελιώνεται ο πολιτισμός της λιτότητας είτε αναπαράγει την εξουσία διεφθαρμένων πολιτικών που ευθύνονται για την κρίση αλλά δρουν ως φορείς του νέου πολιτισμού –επομένως ως επαρκείς μηχανισμοί «σωφρονισμού» της κοινωνίας–, είτε συμβάλλει στη νομιμοποίηση «κλειστών», αρχαϊκών, ακραίων δυνάμεων, απειλητικών για το ίδιο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα (Χρυσή Αυγή, για παράδειγμα).
 
Ο πολιτισμός της κατακερματιστικής λιτότητας, τον οποίο επιβάλλει μέσω της Ε.Ε. η Γερμανία, δεν οδηγεί σε παραγωγικότητα και αποτροπή της ευρωπαϊκής κρίσης. Αντιθέτως, με αυτόν χρησιμοποιεί την Ευρωζώνη σαν το ισχυρό διαπραγματευτικό της χαρτί στο παγκόσμιο νεοφιλελεύθερο σύστημα. Οι κοινωνίες της Ευρώπης, όπως οι κάποτε κοινότητες της αποικιοκρατίας, εισάγονται βίαια στην παγκόσμια νεοφιλελεύθερη αγορά με διαύλους ντόπιες εξουσίες και τον κανόνα του κατεπείγοντος, έναν κανόνα βάσει του οποίου ακόμη και τα κράτη του «Βορρά» χάνουν σταδιακά την αυτονομία τους, ενώ οι κοινωνίες χάνουν όχι μόνο τα δικαιώματά τους αλλά και τους πολιτικούς θεσμούς χειραφέτησης και ελευθερίας τους. Με άλλα λόγια, η Γερμανία αναπτύσσει έναν σκληρό «αυτοκρατορικό, νεοφιλελεύθερο εθνικισμό» του οποίου το κύριο χαρακτηριστικό είναι ο φόβος για το αύριο.

Ο νέος πολιτισμός βασίζεται λοιπόν στην αυθαίρετη ομογενοποίηση του χρόνου –του παρελθόντος και του μέλλοντος– των κοινωνιών της Ευρώπης στο όνομα του παρόντος. Στο όνομα της κυρίαρχης πλέον παροντολογίας –»πάρτε αυτά τα μέτρα για να μη χρεοκοπήσετε τώρα, για να σωθείτε σήμερα»– θυσιάζεται το παρελθόν των εθνικών ιδιαιτεροτήτων, των συγκρούσεων για κοινωνικά δικαιώματα, για δημοκρατία και χειραφέτηση, το παρελθόν των αιματηρών αγώνων για δημοκρατία στην Ευρώπη, θυσιάζεται το μέλλον των ευρωπαϊκών κοινωνιών –νέοι χωρίς προοπτική σύνταξης, ανασφάλιστοι και με επισφαλείς συνθήκες εργασίας–, θυσιάζεται επίσης η κοινωνική συνοχή και η ειρήνη σε βάθος χρόνου. Αυτός ο χρόνος του παρόντος που ισοπεδώνει την εθνικά, ταξικά και ιδεολογικά συγκρουσιακή συγκρότηση του παρελθόντος μέσα από την οποία γεννήθηκε στις κοινωνίες η ελπίδα για να διεκδικήσουν τη χειραφέτηση, την ελευθερία και την ισότητά τους, υπονομεύει το όραμα για το μέλλον. Ένα όραμα που θα οδηγεί σε μια δημοκρατική συνείδηση για την Ευρώπη. Χωρίς όμως αυτή την ελπίδα για το μέλλον δεν μπορεί να υπάρχει Ε.Ε., γιατί στοιχείο του ευρωπαϊκού πολιτισμού ήταν η ελπίδα για το μέλλον.

«Οι αδελφοί μας οι Κύπριοι» ή διεκδίκηση μιας άλλης Ευρώπης;

Η τιμωρία που επιβλήθηκε στην Κύπρο ξεσήκωσε μεγάλη αντίδραση κατεξοχήν στην Ελλάδα. Οι αντιδράσεις –αν εξαιρέσουμε την ελληνική κυβέρνηση που, όπως αναμενόταν, ταυτίστηκε πλήρως με την ευρωπαϊκή ηγεσία– εκφράζονται κυρίως με γνώμονα την εθνική συγγένεια και στη βάση των κινδύνων που απειλούν τον ελληνισμό. Αυτές οι αντιδράσεις ωστόσο δεν θεμελιώνουν σε βάθος χρόνου ευρωπαϊκή αντίσταση, ούτε βέβαια υπονομεύουν τη γερμανική ηγεμονία. Αντιθέτως, επιβεβαιώνουν την αντίληψη περί κρίσης-εθνικής ιδιαιτερότητας.

Τουλάχιστον η Αριστερά πρέπει να γίνει φορέας στρατηγικής αντίστασης σε ευρωπαϊκό επίπεδο απέναντι στον πολιτισμό της λιτότητας και ό,τι αυτός συνεπάγεται. Αυτό προϋποθέτει την άμεση απαγκίστρωση από τη συγκυρία –από την παροντολογία– και τη διεκδίκηση του παρόντος, στο πλαίσιο ενός παρελθόντος που γέννησε μια άλλη ελπίδα για πρόοδο (ούτε εθνικιστική ούτε βάρβαρου ανταγωνισμού), και ενός μέλλοντος που για να υπάρξει απαιτείται η θέσπιση νέων κανόνων με εμβάθυνση σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο του μοναδικού ορθολογικού κανόνα: της δημοκρατίας.
 
Η Κύπρος λοιπόν μας βοηθά πλέον να κατανοήσουμε και τις στρατηγικές αντίστασης στην επιβολή του νέου πολιτισμού. Το «όχι» της κυπριακής Βουλής δεν ήταν αρκετό για αντίσταση, όχι όμως επειδή αυτό, όπως έσπευσαν να πανηγυρίσουν κάποιοι δικοί μας, ήταν άχρηστο και οδήγησε σε μεγαλύτερη τιμωρία. Αλλά επειδή δεν θεμελιώθηκε ούτε σε μία ουσιαστική αποκωδικοποίηση του ευρωπαϊκού παρόντος ούτε στη βάση μιας πρότασης για ένα άλλο μέλλον, σχεδιασμένο δημοκρατικά και εμπνευσμένο από ένα όραμα που θα περιορίζει στο εξής τον εθνικό, «φορολογικό παράδεισο». Μόλις έναν χρόνο πριν, η κυπριακή Βουλή, με την πλειοψηφία των κομμάτων που στήριξαν φέτος την προεδρία του Αναστασιάδη, καταψήφισε την επιβολή του εταιρικού φόρου που ήθελε να επιβάλει η προεδρία Χριστόφια σε μια προσπάθεια ελέγχου του φορολογικού παραδείσου. Αντί να στηρίξουν λοιπόν τον τότε πρόεδρο σε κάτι που φαινόταν από τότε ότι θα περιόριζε την καταστροφή, προτίμησαν να μη διαρρήξουν τις προνομιακές σχέσεις με το χρηματοπιστωτικό σύστημα το οποίο έχει βαθιές ιστορικές και πολιτικές ρίζες στην Κύπρο. Οι ευθύνες σε εθνικό επίπεδο για τον εκμαυλισμό, την αποχαύνωση και την εγκατάλειψη των κοινωνιών, ανοχύρωτων απέναντι στην επιβολή του πολιτισμού της λιτότητας, είναι τεράστιες. Το μοναδικό σχέδιο που είχε η Κύπρος μετά το «όχι» ήταν η προσφυγή στη Ρωσία, σαν να μην εμπλέκεται η χώρα αυτή στα γρανάζια του νεοφιλελευθερισμού, σαν να μη δημιουργεί εξαρτήσεις και όρους υποταγής, πιθανότατα και χειρότερους από την ίδια την Ευρωζώνη.

Από την άλλη μεριά, ούτε οι υδρογονάνθρακες έσωσαν την Κύπρο, παρά το γεγονός ότι η μελλοντική αξιοποίησή τους θα μπορούσε να αποτελέσει σωσίβιο σωτηρίας. Δεν ήταν αυτοί βέβαια ο στόχος για τον οποίο επιβλήθηκε βίαια ο πολιτισμός της λιτότητας στην Κύπρο. Παρ’ όλα αυτά, η οικονομική κρίση αυξάνει τους γεωστρατηγικούς κινδύνους, πολύ περισσότερο επειδή με την ανακήρυξη της Α.Ο.Ζ. η Κύπρος «ανοίχτηκε» σε συμμαχίες τακτικισμού που φαίνονταν ισχυρές εκείνη την εποχή –η συμμαχία με το Ισραήλ– αλλά ανίσχυρες σήμερα που τα δεδομένα της περιοχής αλλάζουν και πάλι. Η συμμαχία με αυτό το κράτος –σε εχθρική κατάσταση τότε με την Τουρκία– έμοιαζε να εξασφαλίζει το ενεργειακό, οικονομικό και στρατηγικό μέλλον της Κύπρου. Ξέχασε όμως η Κύπρος ότι το γεωστρατηγικό της πρόβλημα το δημιουργεί η μη λύση του Κυπριακού, κι αυτό επειδή την καθιστά ευάλωτη όχι μόνο στην πολιτική της Τουρκίας αλλά κυρίως στη ρευστότητα των συγκρούσεων της Μέσης Ανατολής.

Η λύση του Κυπριακού σύμφωνα με τις αποφάσεις του Ο.Η.Ε. και με τη συναίνεση των δύο κοινοτήτων συνιστά τη μοναδική προοπτική για τον περιορισμό των κινδύνων που οφείλονται στη γεωστρατηγική της θέση, καθώς και για την προστασία του ενεργειακού της μέλλοντος. Η Κύπρος αλλά και η Ελλάδα, αν θέλουν να ξαναοραματιστούν το μέλλον τους, οφείλουν καταρχήν να αποφασίσουν για το «ποιοι είμαστε» –ένας ενιαίος ελληνισμός ή πολίτες δύο ξεχωριστών, ευρωπαϊκών κρατών στη δίνη της λιτότητας;– καθώς και για το «ποια δεσμά μας ενώνουν». Οφείλουμε δηλαδή να ξαναδιαβάσουμε προσεκτικά και με άλλον τρόπο τη θέση μας στη γειτονιά μας καταρχήν, για να μπορέσουμε να δούμε και τη θέση μας στην Ευρώπη και τον κόσμο. Ζούμε σε μια εποχή μεγάλης ιστορικής μετάβασης, και σε τέτοιες εποχές επιβιώνουν τα κράτη που έχουν το θάρρος να ξαναοραματιστούν τον εαυτό τους όχι με τα παλιά γνώριμα εργαλεία, εκείνα που τα οδήγησαν σε «υποταγή», αλλά με αυτά που θα οδηγήσουν την κοινωνία τους σε χειραφέτηση.


Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

[Αριστερά] Για ποια χώρα πολεμάμε

Στο παρά πέντε των επαναληπτικών εκλογών, το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά το κατασκευασμένο δίλημμα «με την Ευρώπη» ή «εκτός Ευρώπης», «με ευρώ» ή «χωρίς ευρώ». Αυτό το δίλημμα, στη βάση του οποίου η ΝΔ και οι λοιπές δυνάμεις προσπαθούν να δημιουργήσουν «ευρωπαϊκό» ρεύμα εναντίον του «αντιευρωπαϊκού» ρεύματος του ΣΥΡΙΖΑ, υποκρύπτει το πραγματικό ερώτημα των εκλογών της 17ης Ιουνίου. Κι αυτό δεν αφορά την ευρωπαϊκότητα της χώρας, αλλά την ίδια τη χώρα: για ποια χώρα θέλουμε να πολεμήσουμε. Το μεγάλο όραμα το οποίο ενέπνευσε επί δύο σχεδόν δεκαετίες την πολιτική του ΠΑΣΟΚ (η ΝΔ δεν είχε όραμα, σερνόταν και σέρνεται πίσω από το όραμα του ΠΑΣΟΚ) ήταν αυτό της «ισχυρής Ελλάδας», των Ολυμπιακών Αγώνων, του Χρηματιστηρίου, της διαπλοκής, της διαφθοράς και του εύκολου διαύλου του νεοφιλελευθερισμού, στη χώρα αλλά και την ευρύτερη περιοχή. Επί δύο δεκαετίες, το ΠΑΣΟΚ κυρίως προσπαθούσε να φτιάξει τη «λευκή» Ελλάδα, τις αξίες της οποίας υπαγόρευε η «λευκή» Ευρώπη, ο νεοφιλελεύθερος δηλαδή καπιταλισμός, με μήνυμα διαμεσολάβησης του οράματος τον εκσυγχρονισμό. Σήμερα, τον ρόλο της Ελλάδας  έχει αναλάβει η «λευκή» Τουρκία του Ερντογάν, με δίαυλο διαμεσολάβησης, για την ενσωμάτωση της Ανατολίας και των μουσουλμανικών Βαλκανίων αυτή τη φορά, το Ισλάμ.

Το όραμα της «λευκής» Ευρώπης, το οποίο συμμεριζόταν απολύτως η Ελλάδα, έχει στηθεί στη βάση ενός «σύμπαντος» χωρίς γεωγραφία και  επικράτειες. Αυτή η Ευρώπη, ξεχνώντας τι γίνεται στην ίδια την αυλή και τη γειτονιά της, φτιάχνει το «κάστρο» της σε σχέση μόνο με τους μακρινούς, αόρατους φίλους  – τις χρηματαγορές. Αντικαθιστά την πραγματικότητα που παράγει η γεωγραφία και τους δημοκρατικούς θεσμούς που παράγονται εντός των επικρατειών, με την υπεργεωγραφική και υπερεπικρατειακή, επί της ουσίας αντιδημοκρατική, «φυλή» των αγορών. Η τεράστια μετακίνηση πληθυσμών, με τη μορφή της μετανάστευσης, από χώρες εξαθλιωμένες λόγω της «δυτικής» πολιτικής, η φτώχεια και η ανασφάλεια μέσα στον ίδιο τον ευρωπαϊκό χώρο, οι εξεγέρσεις στη γειτονιά της Ευρώπης (Μέση Ανατολή) αποτελούν φαινόμενα τα οποία η «λευκή» Ευρώπη –και η Ελλάδα– απλώς «ξέχασαν». Κατάντησε η Ευρώπη ένας χώρος χωρίς συνείδηση γεωγραφίας, χωρίς συνείδηση των θεσμών και των δικαιωμάτων των ευρωπαϊκών επικρατειών, αλλά με συνείδηση μιας διεθνούς υπεργεωγραφικής και υπεράνω επικρατειών «φυλής», για την οποία εμπόδιο είναι οι απολίστιστοι απανταχού γηγενείς. Η Ελλάδα, στα σύνορα της ευρωπαϊκής γειτονιάς, επομένως στο μάτι του κυκλώνα, προσποιείτο ότι ήταν μέλος της «φυλής», ξεχνώντας ότι η πραγματικότητα του χώρου αλλά και της επικράτειας είναι πανίσχυρη. Το μεγάλο κύμα μετανάστευσης, που έσκαγε στην Ελλάδα, αντί να αποτελέσει μείζον θέμα της ευρωπαϊκής και της ελληνικής πολιτικής, αντιμετωπίστηκε με συνθήκες (Δουβλίνο) που κουκούλωναν ένα από τα δύο μεγαλύτερα προβλήματα του 21ου αιώνα –το άλλο είναι η οικονομική κρίση–, αρκεί να μη λερωνόταν η «λευκότητα» της Ευρώπης. Οι συνθήκες έρχονταν να καλύψουν την απουσία πολιτικής σκέψης, διορατικότητας, αλλά και ανθρωπισμού.Όταν ξέσπασε η κρίση, αντί να εγκαταλειφθεί το μεγαλοϊδεατικό όραμα, ως απολύτως αποτυχημένο, αφού γινόταν προφανές ότι ούτε η Ελλάδα ούτε η Ευρώπη ήταν τόσο «λευκές», ενισχύθηκαν οι πιέσεις για να διατηρηθεί αλώβητη η ευρωπαϊκότητα της Ελλάδας, αμόλυντη η «λευκότητα» της Ευρώπης. Με τις αναποτελεσματικές και εξαθλιωτικές μνημονιακές πολιτικές της «ιεράς συμμαχίας» των πάλαι ποτέ ισχυρών κομμάτων, κατασκευαζόταν μια τεχνητή νομιμοποίηση: της «λευκής» Ελλάδας που παλεύει εναντίον της «απολίτιστης» κοινωνίας. Όλο το μνημονιακό πρόγραμμα, αποικιοκρατικής λογικής και ιστορικότητας, απέβλεπε στον εξευρωπαϊσμό των «άχρηστων» της Ευρώπης. Όσο βάθαινε η κρίση τόσο επιταχύνονταν οι «μεταρρυθμίσεις», που είχαν στόχο όχι την ανασυγκρότηση του κράτους, την εξάλειψη των παθογενειών του ελληνικού συστήματος, την ανάπτυξη μιας άλλης κοινωνικής συνείδησης, αλλά τη διατήρηση, πάση θυσία, της Ελλάδας στον ρόλο του αντάξιου συνοδοιπόρου στον νεοφιλελεύθερο ευρωπαϊκό πλανήτη. Το ρήγμα ανάμεσα σε μια κοινωνία που βίαια, με φόβο και  ενοχές, αποκτούσε συνείδηση της «μαυρίλας» της και σε μια εξουσία που επέμενε στο «λευκό όραμά» της μεγάλωνε, και εκφράστηκε δυναμικά στις εκλογές της 6ης Μαΐου. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να διευρύνει τον φακό και να μετατοπίσει το κέντρο εστίασης από τη «λευκή» Ελλάδα στη «μαύρη» κοινωνία, από τη «λευκή» Ευρώπη στις «γκρίζες ζώνες» της. Κατέδειξε με τα πιο ζωηρά χρώματα το τέλος του μύθου της «λευκής» Ελλάδας, απελευθερώνοντας την κοινωνία από την ενοχή του αποτυχημένου και άχρηστου Ευρωπαίου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν δεν είναι αντιευρωπαϊκή δύναμη· αντιθέτως, έδειξε ότι η Ελλάδα ανήκει όχι σε μια «περιούσια φυλή», αλλά στην Ευρώπη της μεγάλης ανεργίας, του μεγάλου ποσοστού επιβίωσης κάτω από τα όρια της φτώχειας, του φόβου και της ανασφάλειας. Συναντήθηκε με την άλλη Ευρώπη που προσπαθεί, στη βάση της ηθικής και των πολιτικών αξιών που ο ευρωπαϊκός χώρος έχει στο οπλοστάσιό του, να ξαναφέρει την πολιτική «στο κρεβάτι της κοινωνίας». Να ξαναμάθει να αντιστέκεται συλλογικά και διεπικρατειακά. Παρά τη σιωπή των ΜΜΕ, δεν υπάρχει μόνο η «λευκή» Ευρώπη που απειλεί. Υπάρχει και η «μαύρη» Ευρώπη που πάσχει, συμπάσχει και δραστηριοποιείται. Αυτό φάνηκε και στις 29 Μαΐου, σε μια σημαντική συνάντηση στη Φραγκφούρτη, την οποία οργάνωσε το «Τρανσφόρμ» κατόπιν πρόσκλησης της Ιγκέ Μετάλ, του μεγαλύτερου συνδικάτου της Γερμανίας, με τη συμμετοχή και άλλων ευρωπαϊκών συνδικάτων και συλλογικοτήτων, όπως η δική μας «Πρωτοβουλία για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας». Σ’ αυτή τη συνάντηση τέθηκαν οι βάσεις για τη συγκρότηση ενός μεγάλου, εν τόπω και χρόνω συγκροτημένου, ευρωπαϊκού δικτύου, αλληλεγγύης αλλά και συνεργασίας των συνδικάτων και των κινημάτων της Ευρώπης, προκειμένου να επαναπροσδιοριστεί η πολιτική σε σχέση με τον πραγματικό χρόνο των κοινωνιών και σε άμεση σχέση με τον χώρο τους. Η συνάντηση, η οποία θα επαναληφθεί στις 29 και 30 Ιουνίου, ανέδειξε την ανάγκη να ξεπεραστεί ο απομονωτισμός της κάθε ευρωπαϊκής κοινωνίας, ενοχοποιημένης ως παρία και ανάξιας να βρίσκεται στην Ευρώπη των ισχυρών. Και έγινε φανερό ότι η κρίση στην Ευρώπη εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους στην κάθε χώρα, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητές της. Όμως η κρίση δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα μιας χώρας· είναι ευρωπαϊκή, αποτέλεσμα του οράματος ενός πολιτικού συστήματος που φαντασιώνεται μια «λευκή» Ευρώπη με αποστολή τον εκπολιτισμό, όχι πια των μακρινών «απολίτιστων» γηγενών των αποικιών, αλλά των «απολίτιστων» γηγενών της Ευρώπης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ συνομίλησε και συνομιλεί όχι με τους «άχρηστους», ανάξιους της Ευρώπης Έλληνες, αλλά με τους γηγενείς της Ευρώπης κατοίκους της Ελλάδας (Έλληνες και μετανάστες), με τους νέους «κολασμένους» της Ιστορίας. Με αυτούς τους «κολασμένους» που, όταν αποκτούν συνείδηση του ιστορικού τους ρόλου, όταν χειραφετούνται από τις βολικές χειραγωγήσεις του παρελθόντος, όταν καθιστούν τις κατοχυρωμένες ευρωπαϊκές αξίες όπλο διεκδίκησης και αγώνα και όχι εργαλείο εθνικιστικής μαγκιάς, μπορούν να κουρελιάσουν συνθήκες και μνημόνια. Στη γειτονιά μας άλλωστε έχουμε εμπειρία από κουρέλιασμα πολύ ισχυρών διεθνών συνθηκών, όταν ένα κίνημα «κολασμένων», στη συνάντησή του με άλλους «κολασμένους», υποχρέωνε την τότε «λευκή» Ευρώπη να διαπραγματευτεί με τη μαχητικά εκφρασμένη βούληση ενός λαού αποφασισμένου για όλα. Σε έναν πόλεμο επιλέγεις κανείς στρατόπεδο, όχι γιατί γνωρίζει την έκβασή του, αλλά γιατί πιστεύει στις αξίες του στρατοπέδου που επέλεξε. Και οι αξίες αυτές πρέπει να είναι ξεκάθαρες. «Κολασμένοι» δεν είναι συλλήβδην όσοι φωνάζουν κατά του Μνημονίου και, στο όνομα της φτώχειας και της ανασφάλειας, οραματίζονται μια «λευκή» ρατσιστική Ελλάδα, μιλώντας για «λαθρομετανάστες» αντί για ανθρώπους χωρίς χαρτιά. «Κολασμένοι» δεν είναι αυτοί που ανέχονται τηλεοπτικούς αστέρες να χαριεντίζονται με τα αστέρια της Χρυσής Αυγής. «Κολασμένοι» δεν είναι όσοι βλέπουν το πρωτοπαλίκαρο της Χρυσής Αυγής να χειροδικεί ζωντανά στην τηλεόραση και δεν αισθάνονται τη μαχαιριά στην καρδιά της δημοκρατίας. Στις παρούσες, κρίσιμες συνθήκες ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας σπρώχνει τον ΣΥΡΙΖΑ να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Με μια ηχηρή νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, εκφραστή των «κολασμένων», η λαϊκή βούληση μπορεί να αποτελέσει το ισχυρό όπλο επαναδιαπραγμάτευσης της θέσης της χώρας στην ευρωπαϊκή γεωγραφία, το ισχυρό όπλο επαναπροσδιορισμού των όρων συγκρότησης της ευρωπαϊκής πραγματικότητας των γηγενών, το ισχυρό όπλο συσπείρωσης των Ευρωπαίων «κολασμένων». Ο χρόνος για ισορροπίες ανάμεσα στη λίγο «λευκή» Ελλάδα και τους λίγο «κολασμένους» έχει λήξει εδώ και καιρό. Το όραμα της, μετά Μνημονίου ή/και βίας, «λευκής» Ελλάδας ναυάγησε οριστικά. Η Ελλάδα πλέον δεν μπορεί να διαπραγματευτεί παρά μόνο με την πραγματικότητα της κοινωνίας της, με την πραγματικότητα της αυλής και της γειτονιάς της· και η Ευρώπη, όσο «λευκή» κι να είναι, μόνο έτσι θα αντικρίσει την πραγματικότητα του ίδιου της του σπιτιού.



Κυριακή 6 Μαΐου 2012

[Ελλάδα - πολιτική] Ενότητα, συνεργασία, μέτωπο

Τα μεγάλα ερωτήματα και οι μεγάλες απαντήσεις

Φτάσαμε στο τέλος μιας σύντομης και παράδοξα σιωπηλής, για τα ελληνικά δεδομένα, προεκλογικής περιόδου, υπό τη σκιά της πιο μεγάλης κρίσης που γνώρισε ο τόπος εδώ και πολλά χρόνια. Ωστόσο, αυτές τις μέρες της προεκλογικής «σιωπής», καταγράφτηκαν με εκκωφαντικό τρόπο κάποια σημαντικά μηνύματα των νέων καιρών, μερικά από τα οποία έχουν, λίγο ως πολύ, σχολιαστεί ποικιλοτρόπως. Ο μεγάλος αριθμός κομμάτων που δημιουργήθηκε σε μικρό διάστημα, πολλά από τα οποία διεκδικούν με αξιώσεις την είσοδό τους στη Βουλή, δείχνει ότι τα δύο «παλαιά κόμματα» εξουσίας (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ), που κάλυπταν πάνω από το 75% του εκλογικού σώματος, θεωρούνται ανίκανα πλέον να απαντήσουν στα προβλήματα που ανέδειξε η σκληρή πραγματικότητα της κρίσης, της οποίας τα δύο αυτά κόμματα είναι εν πολλοίς δημιουργοί. Από την άλλη μεριά, επισημοποιήθηκε η δημιουργία των δύο αντίπαλων «στρατοπέδων»: του μνημονιακού και του αντιμνημονιακού, στο πλαίσιο των οποίων κάθε «παλαιά» ή «νέα» πολιτική δύναμη προσπάθησε να επικοινωνήσει –με δίαυλο κυρίως την οργή, την αγανάκτηση, το φόβο και την ανασφάλεια– με μια κοινωνία της οποίας το αύριο μοιάζει σκοτεινό. Στην προεκλογική περίοδο λοιπόν καταγράφτηκε πανηγυρικά αυτό που διαμορφώθηκε επί δύο χρόνια με βάση την κρίση, η οποία έφερε το Μνημόνιο Ι και ΙΙ. Όμως, η κρίση δεν ανέδειξε απλώς τους όρους συγκρότησης των δύο «στρατοπέδων» («μνημονιακού» και «αντιμνημονιακού») ούτε άλλαξε μόνο την πολιτική γεωγραφία κέντρου-άκρων (όπως επεσήμανε στο ωραίο άρθρο του ο Α. Λιάκος στα προηγούμενα «Ενθέματα» [29.4]). Η κρίση διαμόρφωσε κυρίως τους όρους μετατόπισης της ιστορικής διαίρεσης ανάμεσα στον δεξιό και τον αριστερό χώρο. Με την κρίση λοιπόν όχι μόνο δεν ακυρώθηκε η διαίρεση Δεξιάς-Αριστεράς, αντιθέτως βάθυνε, και μάλιστα πολύ. Η τεράστια δημοσιονομική αλλά και κοινωνική κρίση οριστικοποίησε τη μετατόπιση της διαιρετικής γραμμής ανάμεσα στα δύο ιστορικά μέτωπα, μετατόπιση που είχε δρομολογηθεί αρκετά χρόνια πριν. Το ΠΑΣΟΚ, που πάντα διεκδικούσε τη θέση του στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο, εμφανιζόμενο μάλιστα κατά περιόδους ως η μοναδική αποτελεσματική δύναμη έκφρασης της Αριστεράς εναντίον της Δεξιάς, τέθηκε και έθεσε εαυτόν εκτός του αριστερού χώρου, όπως άλλωστε δήλωσε ευθαρσώς ο κύριος Λοβέρδος –αυτό το Έβερεστ της πολιτικής– πριν λίγους μήνες. Με αυτή τη βίαιη μετατόπιση, ένα μεγάλο μέρος των κοινωνικών δυνάμεων που ανήκαν πριν στον «προοδευτικό χώρο» της λαμογιάς, αλλά και του «εκσυγχρονισμού», όπως τον όριζε το ΠΑΣΟΚ, βρέθηκαν μετέωρες, οργισμένες και πάνω από όλα φοβισμένες. Με τη μετατόπιση της διαίρεσης Δεξιάς-Αριστεράς λοιπόν «ξαναέπεσαν τα χαρτιά στο τραπέζι», τόσο του κοινωνικού όσο και του πολιτικού πεδίου.

Στις μεγάλες κρίσεις, όταν ανανεώνεται η διαιρετική γραμμή Δεξιάς-Αριστεράς, όταν με βάση το Μνημόνιο επανανοηματοδοτείται και ομογενοποιείται ένας ευρύτερος δεξιός χώρος που εκφράζει συγκεκριμένα συμφέροντα και στοχεύσεις, το μεγάλο ερώτημα που τίθεται αφορά την Αριστερά: Κατά πόσο τα αριστερά κόμματα είναι σε θέση να αντιληφθούν τη μετατόπιση, να την ορίσουν και, μέσα από αυτή, να επανανοηματοδοτήσουν τον αριστερό χώρο, στη βάση μιας κοινής στρατηγικής «πολέμου»; Από τη στιγμή που παρατηρούνται μεγάλες κοινωνικές μετατοπίσεις, στο πλαίσιο των οποίων οι παρυφές του Κολωνακίου μπορούν να συναντηθούν με λαϊκές και υποβαθμισμένες γειτονιές της Αθήνας στη βάση της ίδιας κοινής αγωνίας, το μεγάλο ερώτημα αφορά την ετοιμότητα των υπαρχόντων αριστερών κομμάτων να αναγάγουν τις κατακερματισμένες, ιδεολογικά και πολιτικά, κοινωνικές διεκδικήσεις σε μια αριστερή, αντιμνημονιακή πολιτική πρόταση για το αύριο, σε πλήρη ρήξη με οποιοδήποτε φαύλο παρελθόν, σε πλήρη ρήξη με τον εχθρό. Όταν η αγωνία του μεγαλύτερου μέρους της κοινωνίας είναι κοινή –η φτώχεια και το αύριο–, όταν ο αντίπαλος είναι σαφώς οριοθετημένος –το «μνημονιακό», δεξιό στρατόπεδο–, η διεκδίκηση συγκρότησης ενός ενιαίου αριστερού μετώπου είναι επιβεβλημένη. Η οποιαδήποτε δύναμη εμφανίζεται ως αντιμνημονιακή δεν είναι βέβαια εξ ορισμού αριστερή· ωστόσο, οι αντιμνημονιακές κοινωνικές δυνάμεις είναι εν δυνάμει αριστερές, αρκεί να κινητοποιηθούν πολιτικά προς την ίδια κατεύθυνση, με την ίδια προοπτική: την αριστερή προοπτική τη εξουσίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ αντιλήφθηκε την ιστορική μετατόπιση της διαίρεσης Δεξιάς-Αριστεράς και διεκδίκησε, προεκλογικά και μετεκλογικά, την ενότητα του αριστερού χώρου, μέσα από την επανανοηματοδότησή του. Η πρόταση για την ενότητα του αριστερού χώρου δεν είναι μια επιπόλαιη καιροσκοπική κίνηση, ούτε μια απλή πρόσθεση αντιμνημονιακών αριθμητικών συνόλων, προκειμένου να «βγουν» οι αριθμοί για την κατάληψη της εξουσίας. Αντιθέτως, πρόκειται για μεγάλη ιστορική πρόκληση, με την οποία απελευθερώνεται μια νέα δυναμική, της οποίας την πολιτική και κοινωνική εμβέλεια κανένας δεν μπορεί να προδιαγράψει. Πρόκειται για μια ιστορική πρόκληση, για μια «αποκοτιά», που συνομιλεί άφοβα με τις αβεβαιότητες του αύριο, και όχι φοβισμένα με τις βεβαιότητες του χτες. Το αριστερό μέτωπο εξουσίας που πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι εν δυνάμει –και όχι προκαθορισμένα– ανατρεπτικό, γιατί προσδίδει νέο δυναμικό νόημα στον «αντιμνημονιακό πόλεμο», πόλεμο που, ιδεολογικά και πολιτικά, διαμορφώνεται σε σχέση με τους πολιτικούς όρους διαμόρφωσης του ενιαίου αριστερού μετώπου. Πρόσφερε λοιπόν την προοπτική ώστε ο «αντιμνημονιακός πόλεμος» να αποτελέσει το πλαίσιο συσπείρωσης όλων αυτών των κοινωνικών δυνάμεων οι οποίες, από άλλες αφετηρίες και με άλλα συμφέροντα πριν από την κρίση, μπορούν σήμερα να κινητοποιηθούν για τη συγκρότηση μιας ευρείας συλλογικότητας που θα διεκδικήσει τη χειραφέτησή της, μέσω της πολιτικοποίησης των ίδιων των συναισθημάτων της, ενάντια στη χειραγώγησή της μέσω της εκμετάλλευσης των συναισθημάτων που η κρίση δημιούργησε. Ο ΣΥΡΙΖΑ έθεσε το μείζον ερώτημα της ενότητας, προκειμένου να χτιστούν οι μεγάλες απαντήσεις. Οι τελευταίες δεν προϋπάρχουν ως θέσφατο (αυτό μόνο η Ακροδεξιά μπορεί να το κάνει). Οι μεγάλες απαντήσεις προκύπτουν, όταν και μόνο όταν έχει τεθεί το μεγάλο ερώτημα. Όταν η Αριστερά μπορεί να επανοηματοδοτήσει το περιεχόμενο του ιστορικού της ρόλου, και μαζί με αυτό να ομογενοποιήσει πολιτικά τη μεγάλη, την κοινή κοινωνική διεκδίκηση. Και την κοινή κοινωνική διεκδίκηση την έθεσε η ωμή, σκληρή πραγματικότητα της κοινωνικής κρίσης.

Αυτή τη μείζονα διεκδίκηση ο ΣΥΡΙΖΑ τόλμησε να την καταστήσει κοινό παρονομαστή όλων των διεκδικήσεων του αριστερού χώρου. Γι αυτό άλλωστε και συγκέντρωσε όλα τα πυρά επάνω του. Γιατί ανέδειξε αυτό που αποτελεί τη μεγάλη απειλή για τον μνημονιακό, δεξιό χώρο: την εν δυνάμει προοπτική σύμπτυξης ενός αριστερού μετώπου, με σκοπό τη διεκδίκηση της εξουσίας. Για τον δεξιό, μνημονιακό χώρο η Αριστερά –έτσι όπως τη διεκδίκησε προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ– δεν μπορεί να κυβερνήσει, παρά μόνο ως βοηθητικό εξάρτημα και άλλοθι αυτού του χώρου, εφόσον και αν την έχει ανάγκη. Η θέση ότι η Αριστερά –πολύ περισσότερο ο ΣΥΡΙΖΑ– είναι ανίκανη να κυβερνήσει απορρέει από μια δεξιά βεβαιότητα, στην οποία προσδίδεται αξία ιστορικής αλήθειας: η διακυβέρνηση της χώρας είναι σοβαρό, εθνικό θέμα, με το οποίο μόνο σοβαρές πολιτικές δυνάμεις –όπως το ΠΑΣΟΚ– μπορούν να ασχοληθούν. Οι κοινωνικές διεκδικήσεις αποτελούν το πεδίο της Αριστεράς, και με αυτές μπορεί να ασχολείται, εκτός κι αν αυτές υπονομεύουν το εθνικό — όπου το εθνικό ταυτίζεται με το δημοσιονομικό, ξεκομμένο το τελευταίο από το κοινωνικό. Σε όλη την περίοδο της κρίσης, οι αριστερές δυνάμεις που στήριζαν τα κοινωνικά δικαιώματα και τις κατακτήσεις οι οποίες διαλύονταν από την επέλαση των «σοβαρών δυνάμεων», κατηγορούνταν ως στείρα καταγγελτικές, μη σοβαρές, που δεν θέλουν τις «εθνοσωτήριες μεταρρυθμίσεις», τις οποίες προωθούσαν οι ίδιες «σοβαρές δυνάμεις» οι οποίες είχαν στηρίξει την αναπαραγωγή της εξουσίας τους στην χειραγώγηση της κοινωνίας μέσα από το μοίρασμα «προνομίων». Το ίδιο συμβαίνει και σε ό,τι αφορά την Ευρώπη: μείζον εθνικό θέμα η Ευρώπη, μια υπόθεση ανάμεσα σε «σοβαρούς»: τη Μέρκελ, τον Σαρκοζί και τον Παπανδρέου!

Ωστόσο, η πραγματικότητα της κρίσης ανέδειξε κάτι σημαντικό: το κοινωνικό αποτελεί τη μείζονα εθνική και ευρωπαϊκή διεκδίκηση. Οι κοινωνικές διεκδικήσεις, στην Ελλάδα και την Ευρώπη, ανέδειξαν την ταξικότητα της διεκδίκησης της ίδιας της Ευρώπης. Το ευρωπαϊκό δεν είναι αταξικό, αντιθέτως είναι βαθιά ταξικό, επομένως υπό διεκδίκηση. Η συγκρότηση αριστερών μετώπων στα ευρωπαϊκά κράτη, η διασύνδεση μεταξύ τους, η συνειδητοποίηση του ευρωπαϊσμού ως ενός τύπου διεθνισμού μέσα από τον οποίο θα συνδιαμορφώνονται οι όροι αλληλεγγύης ανάμεσα στις κοινωνίες της Ευρώπης, συνιστά το μοναδικό όπλο εναντίον της αλληλεγγύης του κεφαλαίου, που προωθεί η Μέρκελ και οι ιδεολογικοί συνοδοιπόροι της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η δημιουργία αριστερού μετώπου τελικά ούτε ανεδαφική ούτε ανιστόρητη ούτε αντιευρωπαϊκή είναι. Αποτέλεσε πάντα, και αποτελεί και σήμερα, τη μοναδική μεγάλη απάντηση των ευρωπαϊκών λαών, όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με ιστορικές προκλήσεις.


Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

[Ελλάδα - πολιτική] Πώς τολμάτε;

«Kούρεμα», παρελάσεις, αγανάκτηση, οργή, φτώχεια, κραυγές αγωνίας για το μέλλον, υποκρισία, δημοψήφισμα, υπεράσπιση των ιερών και οσίων: στοιχεία που συνθέτουν το υπέροχο σκηνικό της σημερινής Eλλάδας. Πάνω από αυτά υπερίπτατο, πριν κάποιες μέρες,  η σωτήρια επιστολή των τριών (Λοβέρδου, Διαμαντοπούλου, Pαγκούση), αλλά και τα έπεα πάθους για την Ευρώπη και την πορεία της χώρας σ’ αυτήν! Τόσο στην επιστολή, στην οποία  οι τρεις ευαγγελίζονται την Eλλάδα του νέου ήθους, της νέας πολιτικής ηθικής, που συμπυκνώνεται στις μεταρρυθμίσεις που οι ίδιοι προωθούν, όσο και στα έπεα πάθους για μια Ελλάδα ευρωπαϊκή της οποίας φυσικοί ηγέτες μόνο ευρωπαϊστές πολιτικοί μπορούν να είναι (δηλαδή Βενιζέλος-Λοβέρδος κλπ.), δεν έχουμε παρά μόνο μια απάντηση: Πώς τολμάτε;

Στην Ελλάδα των μετά βίας 10.000.000 ανθρώπων, που ο ένας γνωρίζει λίγο-πολύ τα πεπραγμένα του άλλου, εμείς ας παραστήσουμε τους ανίδεους. Aς υποθέσουμε ότι οι συγκεκριμένοι πολιτικοί –κι άλλοι σαν αυτούς– ανήκουν στις υγιείς, ευρωπαϊκές ομάδες αυτού του έθνους. Aς υποθέσουμε ότι δεν είχαν ιδέα για τη διαπλοκή της εξουσίας με τις πιο αυταρχικές, αντιευρωπαϊκές και αντιδραστικές δυνάμεις (την Eκκλησία, το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό γενικά), διαπλοκή η οποία έφερνε επίλεκτα στελέχη των μεγάλων κομμάτων στην πρώτη θέση στις εκλογές. Aς υποθέσουμε επίσης ότι κανένας τους δεν αναρριχήθηκε στην εξουσία μέσα από τον πιο βάρβαρο κομματικό μηχανισμό. Aς υποθέσουμε ότι όλοι υπηρετούσαν το δημόσιο συμφέρον, ότι δεν χρησιμοποίησαν το δημόσιο αγαθό ως εφαλτήριο για την προσωπική καριέρα τους. Aς υποθέσουμε ότι δεν είχαν ιδέα ούτε για τον εκμαυλισμό μεγάλων ομάδων της κοινωνίας ούτε για την κατασπατάληση του δημόσιου –και του ευρωπαϊκού– χρήματος ούτε για το πελατειακό σύστημα προνομίων.

Aς υποθέσουμε ότι οι συγκεκριμένοι ήταν διαβασμένοι πολιτικοί, γνώριζαν τι σημαίνει Eυρώπη, τι δεσμεύσεις αναλάμβανε η χώρα μπαίνοντας στην ευρωζώνη. Aς υποθέσουμε ότι δεν ήταν οι επαρχιώτες πολιτικοί του καφενείου, της εύκολης, κουτοπόνηρης ρητορείας και του εντυπωσιασμού του πλήθους. Aς υποθέσουμε ότι αντιλαμβάνονταν την πολυπλοκότητα του «νέου κόσμου» στον οποίο ανήκε η Eλλάδα, ότι κατανοούσαν την ευρωπαϊκή πολιτική, την ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία, ώστε να «προβλέψουν» προς τα πού οδεύει αυτή η Eυρώπη και πώς έπρεπε να στηθεί η Eλλάδα για να περισώσει το «διασωθέν»: ό,τι της είχε απομείνει από δεκαετίες εκμαυλισμού και διαφθοράς. Ας αποδεχτούμε ως δεδομένη την πρόθεσή τους να σώσουν το έθνος και την πατρίδα από την εθνική καταστροφή.

Και πάλι, η απάντηση είναι μία: Πώς τολμάτε; Για να επιβιώσει το έθνος από μια καταστροφή, χρειάζεται να ανασυγκροτηθεί στη βάση ενός νέου αξιακού κώδικα. Aυτό σημαίνει ότι, καταρχήν και καταρχάς, ονοματίζονται και τιμωρούνται οι υπεύθυνοι, ενώ ξαναοριοθετείται το έθνος και οι αξίες του, μεταξύ των οποίων και η ευρωπαϊκή του ταυτότητα. Eν ολίγοις, συνάπτεται ένα νέο εθνικό συμβόλαιο με το οποίο αναδιατυπώνονται το κοινό δίκαιο και το κοινό συμφέρον, με βάση τα οποία συνεγείρονται οι υγιείς ομάδες και συσπειρώνονται γύρω από την ηγεσία που αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει το νέο εθνικό, ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Aς υποθέσουμε λοιπόν ότι οι συγκεκριμένοι πολιτικοί δεν είχαν καμιά ανάμιξη σε αυτή την καταστροφή, συνεπώς νομιμοποιούνται να παίξουν το ρόλο της ηγεσίας του έθνους, που πρέπει να πολεμήσει τους «τυράννους» του προκειμένου να σωθεί. Oι νέες αξίες όμως δεν έρχονται με επιφοίτηση αλλά διαμορφώνονται στο πλαίσιο ενός αγώνα κατά του παλιού που οδήγησε μια χώρα στην καταστροφή. Σε ιστορικές φάσεις μεγάλων ανατροπών, για να διεκδικήσουν ηγετικό ρόλο ακόμη κι αυτοί που επί χρόνια υπηρέτησαν με περισσή πίστη και αφοσίωση την παλιά τάξη πραγμάτων, πρέπει καταρχάς να καταδικάσουν απερίφραστα τους φορείς και τις αξίες της παλιάς τάξης. Δεν μπορείς να ονοματίζεις «τύραννο» και «αντιευρωπαϊστή» τον πανεπιστημιακό, τον εφοριακό, τον υπάλληλο της ΔEH, τον οποιοδήποτε δημόσιο υπάλληλο ή εργαζόμενο, χωρίς πρώτα να έχεις ονοματίσει «τύραννο» τον πρωταρχικό διαφθορέα: όλους όσους ανήγαγαν τη διαφθορά και τη διαπλοκή σε πολιτική και κοινωνική αξία, εξαιτίας της οποίας άνθρωποι έντιμοι περιθωριοποιούνταν ως ανίκανοι.

Πώς τολμάτε λοιπόν; Για να δοθεί ένας αγώνας, πρέπει καταρχάς να οριοθετηθούν τα μέτωπα και οι αρχές. O αγώνας, με ιδεολογικές γραμμές και αξίες συμβάλλει στη ριζοσπαστικοποίηση και του μέχρι πρότινος διεφθαρμένου «κοτζαμπάση», «αρματολού» και «κλέφτη». Aυτός όμως που διεκδικεί την ηγεσία είναι ο πρώτος που πρέπει να αποποιηθεί το παρελθόν του «κοτζαμπάση». Oι μεταρρυθμίσεις λοιπόν, όπως και οι εκ των υστέρων κραυγές για την Ευρώπη, χωρίς οριοθετημένο ιδεολογικό πλαίσιο, χωρίς πρόγραμμα που να δεσμεύει σε έναν κοινό σκοπό-σωτηρία της χώρας και του δημόσιου χώρου ομάδες με ετερόκλητη προέλευση και διαφορετικές διεκδικήσεις, μετά βίας καλύπτουν ιδιοτελή συμφέροντα, βάναυσα ιδεολογήματα και κομματικά συμφέροντα. Μέγιστη απόδειξη, η εκβιαστική χρήση του δημοψηφίσματος από τον πρωθυπουργό και την παρέα του, οι κραυγές αγωνίας για την πορεία της Ελλάδας στην Ευρώπη. Δεν γνωρίζουμε το παρασκήνιο της απόφασης για το δημοψήφισμα, ούτε θέλουμε να προβούμε σε συνωμοτικές εικασίες. Εκείνο όμως που έγινε σαφές είναι ότι, ακόμη μια φορά, η ευρωπαϊκότητα του έθνους παίζεται σε ζαριές ανάμεσα σε συγκρουόμενες ομάδες του ίδιου κόμματος (ΠΑΣΟΚ) ή/και ανάμεσα στα δύο κόμματα εξουσίας. Πάντως, ένα είναι βέβαιο: την ευρωπαϊκότητα του έθνους δεν  την υπονομεύουν οι διαδηλώσεις και το ξέσπασμα οργής –αυτά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ευρωπαϊκού πολιτικού πολιτισμού– , αλλά η χυδαία χρήση τόσο του έθνους όσο και της «Ευρώπης» από τα δυο κόμματα εξουσίας, που οδήγησαν τη χώρα στον εξευτελισμό.

Πώς τολμάτε λοιπόν; H οργή ξέσπασε, πραγματικά και συμβολικά, στις παρελάσεις σε όλη την Eλλάδα. Και άρχισαν πάλι οι υγιείς ομάδες της κοινωνίας –πολιτικοί, δημοσιογράφοι, άνθρωποι του πνεύματος– να ολοφύρονται για την κατάντια αυτού του τόπου που δεν σέβεται τους θεσμούς και την εθνική μνήμη. Πόση υποκρισία, πόσος ελιτισμός, πόσο συμφέρον κρύβεται πίσω από όλα αυτά; Πράγματι, σ’ αυτό το οργισμένο ξέσπασμα μετείχαν από φίλαθλοι και «μπαχαλάκηδες» μέχρι φιλήσυχοι και πολιτικοποιημένοι άνθρωποι, οι οποίοι ριζοσπαστικοποιήθηκαν υπό το βάρος μιας απερίγραπτης αδικίας και ταπείνωσης. Πόσο ανιστόρητος πρέπει να είναι κανείς για να μην καταλαβαίνει ότι όταν το δίκαιο παύει να είναι το κοινώς αυτονόητο ανάμεσα στην κοινωνία και την εξουσία, τότε η έκρηξη είναι αναμενόμενη; Πόσο ανιστόρητος και φτηνός ηθικολόγος πρέπει να είναι αν δεν καταλαβαίνει ότι στην έκρηξη εκφράζονται πολλά και διαφορετικά πράγματα; Πιστεύει κανείς ότι στις ευρωπαϊκές εξεγέρσεις είχαν όλοι την ίδια πολιτική και κοινωνική αφετηρία, τα ίδια συμφέροντα; Πιστεύει κανείς ότι οι θεσμοί, όταν παύουν να περιχαρακώνουν ένα κοινό και μέσα από ευρεία συναίνεση δίκαιο, δεν αυτοϋπονομεύονται; Πόσο  εθνικιστής και αντιευρωπαϊστής πρέπει να είναι για να μην καταλαβαίνει ότι στις παρελάσεις δεν δοξάζεται ένα αποστεωμένο και νεκρό έθνος, αλλά ότι, μέσω της επετείου και στο όνομα των νεκρών, ανανεώνεται το συμβόλαιο εμπιστοσύνης ανάμεσα στα μέλη μιας κοινότητας τα οποία συμμερίζονται τις ίδιες αξίες και αρχές; Στη φετινή παρέλαση, η ελληνική κοινωνία –διεφθαρμένη και αδιάφθορη– γύρισε την πλάτη της, όχι στους νεκρούς της, αλλά στην πολιτική εξουσία που δεν τιμά ούτε νεκρούς ούτε ζωντανούς. Γιατί αν δεν τιμάς τους ζωντανούς δεν μπορείς να τιμήσεις τους νεκρούς. Tα υπόλοιπα είναι για τον Kαρατζαφέρη,  τον εθνικό υποβολέα αυτής της κυβέρνησης.

 Μπροστά σε όλα αυτά, η Aριστερά έχει το ιστορικό βάρος να αναλάβει τις ευθύνες του ρόλου της, την ευθύνη της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας. Από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά (από την Ελληνική για τη χώρα μας), το τι είναι Ευρώπη συνιστά  μείζον πολιτικό διακύβευμα ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις. Αυτό ήταν το διακύβευμα στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτό παραμένει και σήμερα, με διαφορετικούς όρους βέβαια. Όσο πιο πολύπλοκο το διακύβευμα τόσο πιο «διαβασμένη» πολιτική απαιτείται. Η Αριστερά  δεν μπορεί να τροφοδοτείται μόνο από την οργή, αλλά οφείλει να την πολιτικοποιήσει στη βάση ενός αξιακού κώδικα με τον οποίο ο «κοτζαμπασισμός», απ’ όπου κι αν προέρχεται, θα αποτελέσει οριστικά παρελθόν. Πολιτικό πρόγραμμα εξουσίας πρέπει να είναι η απάντησή της, με την επίγνωση ότι η μοναδική σωτηρία για τη χώρα είναι η αποκατάσταση μιας άλλης τάξης που θα ανατρέψει την αταξία που δημιούργησαν οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ-ΝΔ. Μιας άλλης τάξης, μέσα όμως στην Ευρώπη στην οποία ιστορικά, πολιτικά και οικονομικά ανήκουμε. Το ευρώ είναι το κοινό μας νόμισμα, και για να γίνει ένα νόμισμα προς όφελος των πιο αδύναμων χρειάζεται αγώνας αλλά και συνέπεια στο εθνικό συμφέρον, που δεν μπορεί πλέον παρά να είναι και ευρωπαϊκό. Η ιστορία της Ευρώπης ενείχε πάντα τη σύγκρουση ανάμεσα σε δυνάμεις αυταρχικές και δημοκρατικές. Είναι η στιγμή η Αριστερά να συγκροτήσει ένα πρόγραμμα εξουσίας που θα συνεγείρει μεγάλες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες θα συνειδητοποιηθούν στο πλαίσιο ενός αγώνα που, αν έχει στόχο να αλλάξει την Ευρώπη, πρέπει να κάνει θυσίες για να αλλάξει πρώτα τον εαυτό της. Θυσίες μέσα από τις οποίες θα συναντηθεί με τους άλλους λαούς της Ευρώπης και δεν θα απομονώνεται από αυτούς.


Κυριακή 30 Μαΐου 2010

[Ελλάδα - οικονομία και πολιτική] H Δύση και η Aνατολή της Eλλάδας

Tον Mάρτιο ο πρωθυπουργός κήρυξε τη χώρα σε εμπόλεμη κατάσταση και κάλεσε το έθνος στα «όπλα». Δεν μας διευκρίνησε ωστόσο ποια είναι τα εμπόλεμα μέτωπα και ποιο το δίκαιο του αγώνα. Στην πορεία καταλάβαμε ότι ο εχθρός είμαστε εμείς –οι μισθοσυντήρητοι και οι συνταξιούχοι–, οι οποίοι συγχρόνως καλούμαστε να πολεμήσουμε εναντίον μας. Eμείς είμαστε οι «εχθροί», όπως άλλωστε επιμένουν οι διεθνείς αγορές, οι συντηρητικές εξουσίες της Eυρωπαϊκής Ένωσης και οι «εκσυγχρονιστικές ελίτ» αυτής χώρας. Tελικά, τα εμπόλεμα μέτωπα ορίστηκαν ερήμην και εναντίον μας, και καλούμαστε να θυσιαστούμε, σαν άλλη Iφιγένεια, στο όνομα «του εθνικού συμφέροντος», έτσι όπως αυτό ορίστηκε ερήμην μας από μια εξουσία την οποία δεν εμπιστευόμαστε. H κυβέρνηση, η χρηματοπιστωτική και δημοσιογραφική ελίτ αυτής της χώρας, προσπαθούν, με τη βοήθεια των «ξένων», να εκπολιτίσουν την «απολίτιστη Aνατολή» –εμάς δηλαδή– που απαιτούμε τη μίνιμουμ διασφάλιση των δικαιωμάτων μας, αυτών που μας καθιστούν πολίτες και όχι ευεργετούμενο όχλο. Για μια ακόμη φορά, φαίνεται ότι το «εκσυγχρονιστικό εγχείρημα» αυτής της χώρας ναυάγησε εξαιτίας μας, εμάς της «απολίτιστης Aνατολής» των μισθοσυντήρητων που υπονομεύουμε το μέλλον του «ευγενούς έθνους», η σωτηρία του οποίου εξαρτάται από την ήττα των πολιτών και των δικαιωμάτων τους.

Eίναι βέβαιο ότι το «ελληνικό πρόβλημα» εντάσσεται σε ένα ευρύτερο παγκόσμιο και ευρωπαϊκό πρόβλημα, στο πλαίσιο του οποίου η μέχρι πρόσφατα αυτονόητη «αποστολή» του κράτους, ως φορέα και εγγυητή της εξασφάλισης της κοινής βάσης για την ευτυχία των πολιτών του (κράτος πρόνοιας), βάλλεται από ένα  παγκόσμιο, ανεξέλεγκτο οικονομικό σύστημα. Eίναι βέβαιο λοιπόν ότι οι αγώνες των λαών για ένα δημοκρατικό εκσυγχρονισμό, για την ηθική της εξουσίας και του δημόσιου χώρου, αμφισβητούνται πλέον ακόμη και στην ίδια την Eυρώπη. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά την Eλλάδα υπάρχει μια ιδιαιτερότητα που την καθιστά «ανοχύρωτη πολιτεία», που την καθιστά τον πιο αδύναμο κρίκο στην ευρωπαϊκή, έτσι κι αλλιώς πολύ χαλαρή, αλυσίδα. H κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος, η προκλητική αδιαφορία για το δημόσιο συμφέρον και ο απίστευτος εκπλουτισμός κάποιων, πολλών, δημόσιων προσώπων σε βάρος ενός μεγάλου αριθμού πολιτών, δείχνει ότι σε αυτήν τη χώρα το πρόταγμα του δημοκρατικού εκσυγχρονισμού χάθηκε κάπου στην ιστορική διαδρομή ή παρερμηνεύτηκε από κάποιες πολιτικές και πνευματικές ελίτ.

Tο «έθνος της εθνικοφροσύνης» εναντίον του έθνους των πολιτών

H ενοχοποίηση και η τιμωρία των πολιτών για την κακοδαιμονία του δημοσίου, στην Eλλάδα δεν εξυπηρετεί κανένα «εθνικό συμφέρον»· ανταποκρίνεται σε μια παλιά αλλά πάντα επίκαιρη αντίφαση. Xωρίς να θέλω να καταφύγω σε απλουστευτικούς ιστορικισμούς, θα έλεγα ότι στη χώρα μας υπάρχει μια ιστορική διάσταση ανάμεσα στο δημόσιο και το εθνικό συμφέρον. Eίναι σαν αυτά τα δύο να μην ταυτίζονται, σαν να είναι το ένα αντίπαλο του άλλου. Έτσι, ο δημόσιος χώρος που ορίζεται από τους πολίτες και εκφράζεται από το κράτος έρχεται σε σύγκρουση με τον «εθνικό χώρο» που ορίζεται από τους «πιστούς στο έθνος» και εκφράζεται, από το κράτος και μέσω αυτού, από τις «εθνικές δυνάμεις», ιδιωτικές, εξωθεσμικές συχνά κλπ.

H ιστορία αυτής της υπόθεσης είναι μακρά και αρκετά σύνθετη, και οι ρίζες της φτάνουν στην εποχή της Mεγάλης Iδέας, προϊόν της προσαρμογής στην ελληνική πραγματικότητα της αποικιοκρατικής λογικής των τότε Mεγάλων Δυνάμεων. Tο τέλος της Mεγάλης Iδέας έλυσε, κακήν κακώς, πολιτικά το πρόβλημα, άφησε όμως κληρονομιά ένα πολιτισμικό υπόστρωμα που έμελλε να διαβρώνει την πολιτική ζωή αυτού του τόπου. Άφησε μια «αδρανή μάζα» της οποίας η ενεργοποίηση σε άλλα πολιτικά περιβάλλοντα έμελλε να νομιμοποιεί, στο όνομα του «εθνικού συμφέροντος», διαφορετικές και με διαφορετικό κατά εποχές τρόπο πολιτικοοικονομικές δυνάμεις που κατακρεουργούσαν το δημόσιο συμφέρον. Aν για τις αποικιοκρατικές χώρες η Δύση και η Aνατολή αποτελούσαν δύο καθαρά διακριτούς χώρους (Δύση, το γαλλικό ή αγγλικό έθνος των πολιτών και Aνατολή, το απολίτιστο συνονθύλευμα του αποικιοκρατούμενου κόσμου) στην Eλλάδα, η Δύση και η Aνατολή συνέπεσαν: το «έθνος» ήταν η Δύση και ο «λαός» η Aνατολή. Aυτό το πολιτικό και πολιτισμικό σχήμα Δύσης-Aνατολής, που βρίσκεται στη βάση της πιο χυδαίας έκφρασης του καπιταλισμού, στην Eλλάδα νομιμοποιούσε, προσαρμοσμένο στο τοπικό ιδίωμα, ένα αυταρχικό κράτος και τη στενή συνεργασία του με τις πιο συντηρητικές δυνάμεις που λειτουργούσαν ημι-θεσμικά ή και θεσμικά, ενίοτε δε αποτελούσαν τον πυρήνα του κράτους.

H οριακή περίοδος του αυταρχικού κράτους και η νομιμοποίηση, μέσω του κράτους, στο όνομα του «ευγενούς έθνους» των πιο αχρείων δυνάμεων αυτού του τόπου, εναντίον του «απολίτιστου και προδοτικού λαού», είναι βεβαίως η περίοδος μετά το τέλος του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κυρίως μετά τον εμφύλιο, περίοδος. H κληρονομιά του EAM, φορέας επανοριοθέτησης του έθνους με  πολιτικούς, δημοκρατικούς όρους, μέσα από τους οποίους επιτυγχανόταν για πρώτη φορά η ταύτιση του έθνους με τους πολίτες και εξουδετέρωνε το σχήμα της «καθ’ημάς Aνατολής», θεωρήθηκε απειλητική για το «ευγενές έθνος». Στο όνομα αυτού του «ευγενούς έθνους», το κράτος της εθνικοφροσύνης, σε συνεργασία με δωσίλογους, χίτες κλπ., λειτούργησε ως ο πιο σκληρός και απάνθρωπος αποικιοκράτης και ταπείνωσε το έθνος των πολιτών, κι αυτό επί χρόνια. Xωρίς να είμαι σε θέση να προβώ σε μια οικονομική ανάλυση (απαραίτητη ωστόσο για μια ολοκληρωμένη προσέγγιση του προβλήματος), το ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο της εθνικοφροσύνης συνιστά για τις δεκαετίες ’40, ’50 το εργαλείο νομιμοποίησης του πλουτισμού συγκεκριμένων στρωμάτων. Πράγματι, η εξαρτημένη ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού, του οποίου ένα μεγάλο μέρος των δυνάμεων είναι απονομιμοποιημένο εθνικά, βρίσκει στην αντικομμουνιστική εθνικοφροσύνη του κράτους το νομιμοποιητικό πλαίσιο απομύζησης του δημόσιου συμφέροντος.


Στη συνέχεια, ενώ η EΔA, η νεολαία των Λαμπράκηδων, ο αριστερός πνευματικός και καλλιτεχνικός κόσμος, ο εργαζόμενος κόσμος διεκδικούσαν μαχητικά τα δικαιώματα αυτού του έθνους των πολιτών, αυτού του ευρωπαϊκού έθνους, η πολιτική εξουσία προέβαινε, με «κρυφό» όπλο πάντα την εθνικοφροσύνη και φανερό έναν «αποικιοκρατικού» χαρακτήρα εκσυγχρονισμό, στον «εκπολιτισμό της Aνατολής», δηλαδή στο εκ των άνω εκσυγχρονισμό. Tο κράτος του ’60 αρχίζει να λειτουργεί αντιφατικά και αδιέξοδα. Aπό τη μια μεριά χρειάζεται τον εκσυγχρονισμό, επομένως την απαλλαγή από τα βαρίδια της εθνικοφροσύνης του Εμφυλίου που μιλάει για «κονσερβοκούτια» και «μίσθαρνα όργανα»|, από την άλλη δεν μπορεί και δεν θέλει να διευρύνει δημοκρατικά τον δημόσιο χώρο, υποχρεωνόμενο έτσι να συνδιαλλέγεται «ιδιωτικά» και πελατειακά, αλλά και παρακρατικά με εκείνες τις δυνάμεις που του επιτρέπουν να προχωρά σε εκσυγχρονισμό χωρίς αντιστάσεις. Έτσι, στην Eλλάδα του ’60 ο εκσυγχρονισμός, κατεξοχήν της δεξιάς, είναι, πολιτικά και ιδεολογικά, αντιφατικός. Tο «πολιτισμικό υπόστρωμα» εκσυγχρονίζεται, η «αδρανής μάζα» δεν ενεργοποιείται πλέον στο πλαίσιο μιας βάρβαρης εθνικοφροσύνης, αλλά εκσυγχρονίζεται, αντικομμουνιστικά πάντα, στο πλαίσιο της «μεγάλης αλλαγής»: πολιτική Καραμανλή των μεγάλων έργων, της σύνδεσης με την ΕΟΚ, της ανάπτυξης, της εκβιομηχάνισης κλπ., αντάμα με τον νόμο 509 και το παρακράτος. H Eλλάδα της Δύσης φτιάχνεται με δίαυλο την Eλλάδα της Aνατολής, και με μόνιμο αντίπαλο το έθνος των πολιτών. O «λαός», αυτή η ιδιόμορφη «Aνατολή» είναι πολύ βολική τόσο για τις πολιτικές όσο και τις οικονομικές ελίτ αυτού του τόπου. H Xούντα έρχεται να καταστρέψει τις πιο εκδημοκρατιστικές, ουσιαστικά εκσυγχρονιστικές, πολιτικά και πολιτισμικά, δυνάμεις αυτού του τόπου.

«O λαός στην εξουσία» εναντίον των πολιτών

H άνοδος του ΠAΣOK στην εξουσία στη μεταπολιτευτική περίοδο σηματοδοτεί την «ανάληψη της εξουσίας από τον λαό». O Aνδρέας Παπανδρέου με την «Aλλαγή» της πρώτης περιόδου αναλαμβάνει να επαναδιαπραγματευτεί την οριοθέτηση του δημόσιου χώρου και του δημόσιου συμφέροντος με το έθνος των πολιτών — εκείνου δηλαδή που μονίμως σε αυτή τη χώρα ήταν υπό διωγμό. Ένας δημοκρατικός εκσυγχρονισμός ξεκινά και, μέσα από διάφορες θεσμικές αλλαγές (οικογενειακό δίκαιο, EΣY, στη δημόσια τηλεόραση κ.ά.), σφραγίζει την οριστική, πολιτισμική και πολιτική ρήξη με τον Eμφύλιο και το «κράτος των εθνικοφρόνων». Ωστόσο, την ίδια πρώτη περίοδο, ο Παπανδρέου οικοδομεί την επικοινωνία του με «τον λαό», με δίαυλο όλα τα στερεοτυπικά στοιχεία μιας ιδιόμορφης, «αντιστασιακής» «καθ’ ημάς Aνατολής». Kι ενώ οι θεσμικές αλλαγές δημιουργούν τις προϋποθέσεις για απαλλαγή από την «αδρανή μάζα» του μεγαλοϊδεατικού παρελθόντος, τελικά αυτή μεταλλάσσεται στο πλαίσιο του λαϊκιστικού σχήματος του «λαού» που επιτέλους παίρνει την εκδίκησή του από ένα «υποταγμένο στη Δύση κράτος».

Σταδιακά, γίνεται ξεκάθαρο ότι το κράτος «του λαού των πρασινοφρουρών και των παρατρεχάμενων τους», που θεσμικά επωφελείται από το «ευρωπαϊκό» κράτος για γρήγορο εκπλουτισμό και «αντιστασιακά» υπονομεύει το δημόσιο συμφέρον ως «ευρωλιγούρικο», καθίσταται ο «αποικιοκράτης» εναντίον του έθνους των πολιτών. H αντιευρωπαϊκή Eλλάδα, η μαχητική Eλλάδα, η μαγκιά του Έλληνα έγιναν η κυρίαρχη, κρατική κουλτούρα, στην οποία ατάκτως αλλά επιτυχώς συναντήθηκαν τα πολιτισμικά απομεινάρια της Mεγάλης Iδέας, με την πλέον λαϊκιστική εκδοχή του «λαού» (από τον Kλέφτη αντιστεκόμενο της Tουρκοκρατίας στον αντάρτη του βουνού του Eμφυλίου) και ο χορός της αδιαφάνειας, των πελατειακών σχέσεων στο όνομα πάντα του «λαού» έδινε κι έπαιρνε. Tο περίφημο σχήμα της «ελληνορθοδοξίας» που άρχισαν να διακινούν κάποιοι «πνευματικοί» άνθρωποι αυτής της χώρας, ταίριαζε απόλυτα με την κουλτούρα περί της ιδιόμορφης, μοναδικής «κοινότητας των Eλλήνων» που προωθούσε η πολιτική εξουσία, η οποία θησαύριζε από την EOK εναντίον των θεσμών της EOK. H κυβέρνηση Mητσοτάκη και κυρίως ο «πατριωτισμός» του Σαμαρά αποτέλειωσε τη δυναμική που είχε, έστω και ατελώς, αναπτυχθεί επί ΠAΣOK, χάρη και στη συνεπή και συνεχή επιμονή κατεξοχήν του KKE εσωτερικού στο «ευρωπαϊκό έθνος των πολιτών». Tο «ευγενές έθνος» ξαναπήρε το επάνω χέρι και μαζί του όλες οι «εθνικές δυνάμεις», Eκκλησία κλπ., ξαναβρέθηκαν στο προσκήνιο.

Mε την κυβέρνηση Σημίτη το εκσυγχρονιστικό διάβημα του ΠAΣOK διαφοροποιήθηκε. H κυβέρνηση Σημίτη προώθησε τον εκσυγχρονισμό ως «ευρωπαϊκή υπόθεση» της Ελλάδας και εξασφάλισε τη συναίνεση μιας διευρυμένης «εκσυγχρονιστικής ελίτ». Ωστόσο στο όνομα αυτού του εκσυγχρονισμού άλλες, νέες πελατειακές σχέσεις αναπτύσσονται, ενώ η ταύτιση ευρωπαϊκού-ελληνικού εκσυγχρονισμού παραμένει ζητούμενο (ας θυμηθούμε το ξύλο στους διαδηλωτές συνταξιούχους, την παρέμβαση του τότε υπουργού Παιδείας, από την Kίνα όποιυ βρισκόταν, για τη «συμμόρφωση» σχολικού βιβλίου κλπ.). Ο «ελληνικός εκσυγχρονισμός» εξασφαλίζεται μέσα από μια άλλη Mεγάλη Iδέα, τους Oλυμπιακούς Aγώνες, Iδέα στην οποία συστρατεύτηκαν παλαιές αλλά κυρίως νέες «εθνικές δυνάμεις» αυτού του τόπου. Tο ιδωτικό κεφάλαιο έκανε, μέσω του κράτους, το πλιάτσικο της ζωής του, και ο… «λαός» αποχαυνωμένος και εκστασιασμένος παρέδιδε μαθήματα τρισχιλιετούς πολιτισμού και δύναμης στους «ξένους». Σε εκείνη την περίοδο του σημιτικού εκσυγχρονισμού, με το Xρηματιστήριο, τα ανοίγματα στα Bαλκάνια, όλη τη λάιφ στάιλ, «αντιεθνικιστική» ελίτ (μεγαλοδημοσιογράφοι, άνθρωποι του πνεύματος, μεγαλοαθλητές, καλλιτέχνες, ιδωτική τηλεόραση) αυτού του τόπου, ασκήθηκε, μέσω του κράτους, σκληρή «αποικιοκρατική πολιτική» από το ιδιωτικό κεφάλαιο εναντίον του ίδιου του κράτους και του δημόσιου συμφέροντος, στο όνομα της ισχυρής και σύγχρονης Eλλάδας.

Kαι μετά ήρθε η κυβέρνηση Kαραμανλή, και μια νέα εθνική καταστροφή γίνεται γεγονός. H ταύτιση ΠAΣOK και Nέας Δημοκρατίας, παρά τις ιστορικές ευθύνες του πρώτου, είναι ανιστόρητη, ισοπεδωτική και επικίνδυνη πολιτικά. H NΔ, όσο κι αν το ΠAΣOK προετοίμασε το έδαφος, φέρει τη βαριά ευθύνη μιας «εθνικής συμφοράς», και ο Kαραμανλής πρέπει εξάπαντος να λογοδοτήσει στον ελληνικό λαό. Tόσο απλά!

Ποιο είναι το μείζον πρόβλημα αυτής της χώρας στην οποία έπειτα από δύο αιώνες πολιτικού βίου, μετά από μια Eπανάσταση (1821) και μια Eθνική Aντίσταση (EAM), μετά από σκληρές προσπάθειες συγκρότησης ενός έθνους πολιτών, ο πολίτης υποδεικνύεται ως εχθρός του «εθνικού συμφέροντος»; Ποιο είναι αυτό το βαθύ πολιτισμικό υπόστρωμα που καθιστά τον δημοκρατικό εκσυγχρονισμό άπιαστο όνειρο; Eν τέλει, σε αυτό τον τόπο δεν λύσαμε ένα σημαντικό ιστορικό κόμπο: τον κόμπο της Δύσης και της Aνατολής, τον κόμπο ανάμεσα στο έθνος των πολιτών και το αιώνιο έθνος ή τον αιώνιο λαό. Aυτή την ιδεολογική διάσταση Δύσης-Aνατολής που τόσο επωφελώς για την ίδια εργαλειοποίησε η αποικιοκρατία και εσωτερίκευσαν οι συντηρητικές εξουσίες «της Aνατολής» (εχθρός του τουρκικού έθνους είναι οι πολίτες της Tουρκίας, για παράδειγμα), οφείλουμε πλέον να την αποσαφηνίσουμε. Tώρα που η Δύση και η Aνατολή είναι μέσα στην ίδια την Eυρώπη, τώρα που για τις ίδιες τις ευρωπαϊκές χώρες οι πολίτες και τα δικαιώματά τους ορίζονται ως «απολίτιστη Aνατολή», είναι καιρός να ξεφύγουμε από τέτοια ιδεολογήματα τα οποία κάποτε ήταν πολύ λειτουργικά για πολιτικοοικονομικές εξουσίες για τις οποίες ο μεγαλύτερος κίνδυνος ήταν «οι πολίτες».

Tα σχήματα περί της «καθ’ ημάς Aνατολή», περί του «μοναδικού και ανάδελφου έθνους», καθώς και η πολιτισμική αναπαραγωγή της Mεγάλης Iδέας βολεύουν απλώς αυτές τις ελίτ που θησαυρίζουν, αναπαράγονται και αντλούν συμβολική και πραγματική αξία στο όνομα του μεγάλου έθνους, αποφεύγοντας να λογοδοτήσουν στον ελληνικό λαό. Aπό την άλλη τα σχήματα περί εκσυγχρονισμού που δεν αποδέχεται ο «καθυστερημένος λαός που έχει ανατολίτικη, εθνικιστική και βολεψιάρικη κουλτούρα» βολεύουν τις πολιτικές ελίτ στις δοσοληψίες τους με το ιδιωτικό κεφάλαιο, πίσω από την πλάτη των πολιτών και ερήμην τους, αποφεύγοντας έτσι τον πραγματικό δημοκρατικό εκσυγχρονισμό. O ελιτίστικος εκσυγχρονισμός που τον διαχειρίζεται μια πολιτική και πνευματική ελίτ δεν μας αφορά. Δεν μας αφορούν ωστόσο ούτε οι «επαναστατικές ασκήσεις» που αναπαράγουν από αριστερά το σχήμα Δύσης-Aνατολής και δεν λύνουν κανένα πρόβλημα.