Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΡΙΖΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΡΙΖΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

[Εξωτερική πολιτική] Η ΑΟΖ, το Κυπριακό, η Τουρκία: Τι σημαίνει αριστερή πολιτική στα «εθνικά θέματα»;

Πέραν της «τουρκικής προκλητικότητας» και των εθνικών στερεοτύπων 

Συνέντευξη της Σίας Αναγνωστοπούλου στον Στρατή Μπουρνάζο 


Τον τελευταίο καιρό μιλάμε πολύ για την ΑΟΖ, και ειδικά την κυπριακή ΑΟΖ. Τι σημαίνει ΑΟΖ και ποια είναι η σημασία της;

Η ΑΟΖ, η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, είναι μια πολύ νέα έννοια –προέκυψε, καταρχάς, από την ανάγκη διευθέτησης της διαμάχης για την αλιεία– και προβλέπεται από τη συνθήκη του Δικαίου της Θάλασσας του 1982. Είναι μια ζώνη 200 ναυτικών μιλίων μέσα στην οποία το κράτος δεν έχει κυριαρχία αλλά κυριαρχικά δικαιώματα, και συγκεκριμένα το δικαίωμα στους φυσικούς πόρους μέσα σε αυτή τη ζώνη. Η ΑΟΖ μπορεί να ανακηρυχθεί μονομερώς από ένα κράτος μόνο στην περίπτωση που το όμορο στη θάλασσα κράτος απέχει 400 και πλέον μίλια. Σε περίπτωση μικρότερης απόστασης, η ΑΟΖ δεν ανακηρύσσεται, αλλά οριοθετείται έπειτα από συμφωνία με το κράτος ή τα κράτη που έχουν μέτωπο στην ίδια θάλασσα. Αρχή λοιπόν της οριοθέτησης της ΑΟΖ (σε όμορα κράτη) είναι η συναίνεση. Ως εκ τούτου, πρόκειται μεν για μια ζώνη οικονομική (φυσικών πόρων και εκμετάλλευσής τους), που αποκτά ωστόσο μεγάλο πολιτικό και, κατά συνέπεια, συμβολικό βάρος. Από τη στιγμή που η ανακάλυψη των φυσικών πόρων (εξόρυξη υδρογονανθράκων) συνιστά παράγοντα μερικής έστω αλλαγής των ισορροπιών σε μια περιοχή, η ΑΟΖ αποκτά γεωπολιτική σημασία. Στην οριοθέτησή της, λοιπόν, αποτυπώνονται πολιτικές στρατηγικές και στοχεύσεις, αλλά και ιδεολογικοί προσανατολισμοί: η οριοθέτηση της ΑΟΖ γίνεται για την οικονομική ευμάρεια των κοινωνιών της περιοχής ή για λόγους γεωπολιτικού ανταγωνισμού;
Η κυπριακή ΑΟΖ οριοθετήθηκε το 2004. Το σχέδιο Ανάν δεν προέβλεπε ΑΟΖ για το ομόσπονδο κράτος και η Κυπριακή Δημοκρατία με τον τότε πρόεδρο Τάσσο Παπαδόπουλο αποφάσισε, πριν από το δημοψήφισμα, να προχωρήσει στην οριοθέτησή της, με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τον Λίβανο (η οριοθέτηση με τον Λίβανο δεν έχει ακόμα εγκριθεί από τη Βουλή του).

Τι μεσολάβησε έκτοτε και πού βρισκόμαστε σήμερα;

Οι συγκλίσεις που επιτεύχθηκαν κατά την προηγούμενη φάση των συνομιλιών μεταξύ Χριστόφια-Ταλάτ αλλά και Χριστόφια-Έρογλου διασφάλιζαν τον τρόπο με τον οποίο η ομοσπονδιακή Κυπριακή Δημοκρατία θα χειριζόταν τόσο τους φυσικούς πόρους όσο και τις θαλάσσιες ζώνες της. Εν ολίγοις, η ΑΟΖ αποτελούσε το σημείο τομής για τη συγκρότηση ενός κοινού, κυπριακού συμφέροντος και εντάχθηκε στην προοπτική της λύσης του Κυπριακού. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους αποτελούσαν το κομβικό σημείο της πολιτικής Χριστόφια για το Κυπριακό. Σήμερα, έτσι όπως εξελίσσεται η κατάσταση, φαίνεται ότι οι διαπραγματεύσεις απαξιώνονται· και μαζί με αυτές απαξιώνονται οι Τουρκοκύπριοι. Το Κυπριακό μοιάζει να μεταφέρεται στη θάλασσα, στη «γεωπολιτική παλαίστρα» της ανατολικής Μεσογείου, μπαίνει λοιπόν σε ένα μεγάλο γεωπολιτικό παιχνίδι εν εξελίξει.

 

Το γεωπολιτικό παιχνίδι στη Μέση Ανατολή


Ας σταθούμε λίγο σε αυτό το γεωπολιτικό παιχνίδι.

Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή βρίσκεται σε ιδιαίτερα κρίσιμο σημείο. Ίσως για πρώτη φορά μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βλέπουμε τέτοια κατάρρευση των κοινωνιών και των κρατών της περιοχής. Οι ΗΠΑ, τα τελευταία χρόνια, κι αφού συνέβαλαν αποφασιστικά στην κατάρρευση, προσπαθούν να αποφύγουν την άμεση εμπλοκή τους, αφήνοντας την κατάσταση στα χέρια έμπιστων «τοποτηρητών» τους. Η Τουρκία φαινόταν ότι μπορεί να είναι ένας τέτοιος «τοποτηρητής»: ένα κράτος «δυτικό», μετριοπαθούς Ισλάμ και με προοπτική ένταξης στην Ε.Ε., ένα κράτος λοιπόν πρότυπο για τα υπόλοιπα κράτη, ειδικά μετά το ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης. Όμως σε ένα παγκόσμιο σύστημα, όπου ο ιμπεριαλισμός έχει αποκτήσει πολυπολικότητα, κάθε πόλος επιδιώκει την αυτονόμησή του, τη διαμόρφωση ενός δικού του χώρου ηγεμονίας. Πολύ περισσότερο που στο ακραία ανταγωνιστικό σύμπαν, το οποίο οικοδομεί ο νεοφιλελευθερισμός, η διαμόρφωση χώρου ηγεμονίας αποτελεί προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του ρόλου του πόλου. Η Τουρκία, ειδικά την τελευταία περίοδο, παίζει ως μια «μεταδυτική» δύναμη, ένας νεοφιλελεύθερος, «σουνιτικός» πόλος στην περιοχή. Θεωρώ λοιπόν ότι, στο όνομα της μεγάλης πολιτισμικής ενότητας (ενός μουσουλμανικού, σουνιτικού κόσμου) που επικαλείται, επιδιώκει την ηγεμονία στον μεγάλο εμπορικό και ενεργειακό δρόμο που αποτελεί η Ανατολική Μεσόγειος (30% του παγκόσμιου εμπορίου και 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου). Ωστόσο, αυτή η «μεταδυτική» πολιτική της Τουρκίας ενέχει μεγάλους κινδύνους για την ίδια, κυρίως στο εσωτερικό της.

Ο όρος που χρησιμοποιείται σταθερά και κυριαρχεί στα κυρίαρχα ελληνικά μίντια, για να ερμηνευθεί η πολιτική της Τουρκίας, είναι η «προκλητικότητα». Πώς τον σχολιάζεις;

Διαβάζοντας την πολιτική της Τουρκίας μόνο ως πρόκληση, και ειδικά απέναντί μας –κι αυτό κάνουμε κατά κόρον– περιορίζουμε αυτομάτως το εύρος της ανάλυσής μας, επομένως και της πολιτικής που πρέπει να ασκήσουμε. Θέλω να είμαι σαφής. Η χρήση του όρου, σε ένα βαθμό, είναι δικαιολογημένη: οι «βόλτες» του Μπαρμπαρός, λ.χ., στην κυπριακή ΑΟΖ αποτελούν αναμφισβήτητα επιθετική πράξη. Ο όρος προκλητικότητα όμως μας εγκλωβίζει, γιατί περιορίζει την ανάγνωση της Τουρκίας στο πλαίσιο της σύγκρουσης δύο αιώνιων εχθρών, που ο ένας μονίμως καταπατεί τα εθνικά δίκαια του άλλου, και όχι στο πλαίσιο δύο γειτονικών κρατών με ενίοτε αντίπαλα και συγκρουόμενα συμφέροντα, σε μια περιοχή μεγάλων και πολύπλοκων ανταγωνισμών.
Τα πράγματα είναι σύνθετα και, βέβαια, δεν περιστρέφονται γύρω από εμάς. Στην περίπτωση της κυπριακής ΑΟΖ, πράγματι η Τουρκία, βασιζόμενη στη ναυτική της υπεροχή απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία, προκαλεί· ο στόχος όμως της πρόκλησης δεν είναι αποκλειστικά η Κυπριακή Δημοκρατία ούτε, μέσα από αυτήν, η Ελλάδα. Ο στόχος είναι πολύ ευρύτερος και αφορά το Ισραήλ, την Αίγυπτο, καθώς και άλλα κράτη-πόλους. Η παρουσία της Ρωσίας και της Κίνας στην περιοχή δείχνουν ότι το παιχνίδι είναι ευρύτερο. Το γεγονός επίσης ότι η διεθνής κοινότητα έχει πολύ χλιαρή αντίδραση απέναντι σε αυτή τη στάση της Τουρκίας επιβεβαιώνει το μέγεθος των ανταγωνισμών και των δύσκολων ισορροπιών στην περιοχή.

 

Γεωπολιτικοί άξονες και συμμαχίες Ελλάδας και Κύπρου


Μένοντας στο ζήτημα των ανταγωνισμών και των δύσκολων ισορροπιών, πρέπει ασφαλώς να μιλήσουμε για τη συμμαχίες που διαμορφώνουν η Ελλάδα και η Κύπρος στην περιοχή.

Η «στενή» ανάγνωση της Τουρκίας υπό το πρίσμα της προκλητικότητάς της και της παραβίασης των «εθνικών δικαίων» μας, μπορεί να οδηγεί την Ελλάδα αλλά και την Κυπριακή Δημοκρατία σε διαμόρφωση γεωστρατηγικών αξόνων που, έχοντας ως στόχο το «στρίμωγμα» του εθνικού εχθρού, εμπλέκουν τα δύο κράτη ακόμη περισσότερο στους γεωστρατηγικούς ανταγωνισμούς, επομένως και στις προκλήσεις της Τουρκίας. Ασφαλώς η Κυπριακή Δημοκρατία χρειαζόταν να συνεννοηθεί με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, αφού με αυτές τις χώρες έπρεπε να οριοθετήσει την ΑΟΖ, ωστόσο οι άξονες και οι συμμαχίες είναι κάτι διαφορετικό.
Πολύ φοβάμαι, δηλαδή, ότι η συμμαχία Ελλάδας-Κύπρου με το Ισραήλ και την Αίγυπτο εντάσσεται στη λογική ενός γεωστρατηγικού άξονα για να «στριμωχτεί» η Τουρκία. Και αυτό δεν το λέω μόνο από αριστερή σκοπιά (πώς μπορείς να συμμαχείς με τέτοια στρατοκρατικά και καταπιεστικά καθεστώτα;), αλλά και από μια ρεαλιστική σκοπιά: Μπορούν τέτοιοι άξονες να διευκολύνουν τη λύση του Κυπριακού και των ανοικτών ελληνοτουρκικών προβλημάτων, να «στριμώξουν» την Τουρκία; Εκτιμώ ότι –αν πράγματι ο φόβος μου περί τέτοιου άξονα έχει βάση– η Κύπρος κινδυνεύει να γίνει το επίκεντρο μεγάλων και μικρότερων ανταγωνισμών (και Ελλάδας-Τουρκίας), μέσα από την οποία επιδιώκεται η λύση όχι του Κυπριακού αλλά δίνεται η ευκαιρία στην Ελλάδα είτε για «στρίμωγμα» της Τουρκίας για άλλα θέματα (για παράδειγμα της οριοθέτησης της ελληνικής ΑΟΖ στις «δύσκολες» περιοχές), είτε για να ενισχύσει, μέσω της Κύπρου, τη γεωστρατηγική της ισχύ στην Ανατολική Μεσόγειο. Και η προϊστορία του κ. Σαμαρά και του περιβάλλοντός του δεν μου εμπνέει καμιά εμπιστοσύνη για τον χειρισμό των «εθνικών θεμάτων» μας. Φοβάμαι λοιπόν μήπως, όπως κάποτε το Κυπριακό εντάχθηκε από τέτοιους χειρισμούς στους μεγάλους ψυχροπολεμικούς ανταγωνισμούς στην περιοχή, στην παρούσα φάση «μεσανατολικοποιηθεί», κάτι που θα διευκολύνει και την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, για λόγους «προστασίας».
Όπως έλεγα πριν, επί Χριστόφια και Ταλάτ η λογική ήταν ότι ο φυσικός πλούτος της κυπριακής ΑΟΖ έφτιαχνε ένα κοινό κυπριακό συμφέρον. Ανησυχώ ότι η κυβέρνηση Αναστασιάδη, κυρίως με την παύση των συνομιλιών, αποκλείει τους Τουρκοκύπριους από αυτό το συμφέρον, καθιστώντας αυτό τον πλούτο γεωστρατηγικό εργαλείο. Κατά τη γνώμη μου, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει οπωσδήποτε να συνεχίσει τις συνομιλίες, παραπέμποντας το ζήτημα της παραβίασης της ΑΟΖ από την Τουρκία σε διεθνείς οργανισμούς (είτε στο διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είτε σε αυτό του Δικαίου της Θάλασσας). Διακόπτοντας τις συνομιλίες, όχι μόνο απαξιώνει την τουρκοκυπριακή κοινότητα αλλά εγκλωβίζει τις συνομιλίες στις «διαθέσεις» της Τουρκίας: θα ξαναρχίσουν όταν το Μπαρμπαρός φύγει από την ΑΟΖ. Με λίγα λόγια, παρακάμπτονται οι Τουρκοκύπριοι και στο κάδρο του Κυπριακού μπαίνει μόνο η Τουρκία (και από την πίσω πόρτα η Ελλάδα;), και μάλιστα σε μια εποχή μεγάλης κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Σκέφτομαι τον μνημειώδη λόγο του Μακάριου στον ΟΗΕ μετά την τουρκική εισβολή, όταν απέναντι στην καταστροφή του ’74 –στην οποία οδήγησε και η πολιτική της δεκαετίας του ’60, στην οποία ο ίδιος πρωταγωνίστησε– τόνισε ότι η επιβίωση του κυπριακού κράτους εξαρτάται άμεσα από τους Τουρκοκύπριους, από τον δικοινοτικό χαρακτήρα του κράτους, ανεξαρτήτως Τουρκίας και Ελλάδας. Γιατί, τότε, είχε, επιτέλους, αντιληφθεί ότι ο μη δικοινοτικός χαρακτήρας της Κυπριακής Δημοκρατίας την βάζει σε μέγιστες περιπέτειες.

Συνεχίζοντας, στο ίδιο θέμα, ας δούμε την πρόσφατη συμφωνία «ενοποίησης» των υδάτων μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου.

Εξέφρασα τον φόβο μου για τους χειρισμούς Σαμαρά και Αναστασιάδη με αφορμή και τη συμφωνία για την «ενοποίηση των υδάτων» που παρουσιάστηκε με τυμπανοκρουσίες, κυρίως στην Κύπρο. Κι ενώ πρόκειται για μια συνηθισμένη συμφωνία έρευνας και διάσωσης, σε αυτά τα ύδατα, τροφοδοτεί μια εθνικιστική ρητορική που δηλητηριάζει ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα στην Κύπρο, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Πολύ περισσότερο που οι συνομιλίες έχουν διακοπεί και η Τουρκία «κόβει βόλτες» με το Μπαρμπαρός. Το σκηνικό παραπέμπει, σε κάποια σημεία, σε αυτό της δεκαετίας του ’90 με τα δόγματα περί «ενεργών ηφαιστείων» και την «πυραυλολογία», που προκάλεσαν τεράστια ζημιά στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό. Τροφοδοτείται η λογική που είχε κυριαρχήσει τότε, στην εποχή του ενιαίου αμυντικού δόγματος, του ενιαίου χώρου του ελληνισμού απέναντι στον προαιώνιο εχθρό, όπου η Κυπριακή Δημοκρατία καλείται να παίξει το ρόλο του «προμαχώνα». Εδώ έρχονται και «κουμπώνουν» οι μεγαλοστομίες περί «δυναμικών απαντήσεων» στον προαιώνιο εχθρό, από ανθρώπους του περιβάλλοντος του πρωθυπουργού (λ.χ. Φαήλος Κρανιδιώτης), μεγαλοστομίες που ενισχύουν τους φόβους παρά τους κατευνάζουν.
Οι «δυναμικές απαντήσεις» όμως υπαινίσσονται πόλεμο. Ασφαλώς, δεν θεωρώ ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι, σε οποιαδήποτε περίπτωση, υπέρ του πολέμου με την Τουρκία. Αυτή η εθνικιστική ρητορική όμως περιορίζει επικίνδυνα τα περιθώρια της διαπραγμάτευσης στο Κυπριακό, καθώς και της αναζήτησης ουσιαστικού εδάφους συνεννόησης Ελλάδας-Τουρκίας. Παράλληλα, νομιμοποιεί την κούρσα των εξοπλισμών από την οποία έχει επωφεληθεί τα μέγιστα μια «τάξη υπερπατριωτών» (άλλοι είναι στη φυλακή, άλλοι πρόκειται να μπουν, και μάλλον ακολουθούν πολλοί ακόμα), και νομιμοποιεί την «προστασία» του ΝΑΤΟ. Άπειρες φορές ανέβηκαν οι τόνοι και άπειρες φορές κατέβηκαν «χάρη στην παρέμβαση» των «συμμάχων μας». Μοιάζει σαν φάρσα: το ΝΑΤΟ αφήνει τους δύο προαιώνιους να κάνουν προσομοιώσεις πολέμου, που δικαιολογούν και τους εξοπλισμούς, και όταν τα πράγματα σκουρύνουν τότε επεμβαίνει για να μας λύσει τα προβλήματα. Στο μεταξύ ωστόσο αυτό το έθνος βιώνει μονίμως το άδικο, τον φόβο και την απειλή από έναν πανίσχυρο και ανεξέλεγκτο εθνικό εχθρό.
Το μεγάλο μου ερώτημα είναι: Ως κοινωνία, γιατί επιτρέπουμε να παίζεται αυτό το παιχνίδι σε βάρος μας; Η Τουρκία είναι πράγματι ένας δύσκολος γείτονας, με τον οποίο έχουμε πολλά ανοικτά θέματα. Όμως, από τη στιγμή που δεν θέλουμε πόλεμο, τότε η διεκδίκησή μας πρέπει να είναι μία: η ανεύρεση τρόπων επίλυσης των ανοικτών προβλημάτων. Επίλυσης, που θα κοστίζει λιγότερο από τον πόλεμο ή την προσομοίωση πολέμου.

 

Ιμπεριαλισμός, αντιιμπεριαλισμός και αριστερή πολιτική


Με όσα λες, αλλά και όλα όσα έχεις γράψει, σκιαγραφείς για την Αριστερά μια ερμηνευτική και πολιτική γραμμή εντελώς διαφορετική από τη γνωστή «αντιιμπεριαλιστική»

Καταρχάς, για την Αριστερά το μείζον ζήτημα είναι να πολιτικοποιήσει τα «εθνικά δίκαια», να τα ξανασυζητήσει διαλεκτικά και όχι ως αμετακίνητα, υπεράνω ιδεολογίας και πολιτικής αξιώματα. Ας μην ξεχνάμε ότι τα «εθνικά δίκαια» δεν τα όρισε η Αριστερά· τα όρισαν κατεξοχήν οι πολιτικές δυνάμεις που είχαν την ηγεμονία και ήθελαν να διαιωνίζουν την ηγεμονία τους, περιθωριοποιώντας τους εχθρούς τους ως «προδότες». Όταν τα «εθνικά θέματα» δεν αποτελούν μέρος του ανοικτού, δημοκρατικού διαλόγου, τότε κάποιες αυταρχικές κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις επωφελούνται. Τότε, κάποιοι οικειοποιούνται μονοπωλιακά την βούληση του έθνους και τη διαχειρίζονται όπως θέλουν. Δεν μπορούμε λοιπόν να μιλάμε για «αριστερό πατριωτισμό», βάζοντας απλώς αριστερό πρόσημο στα «εθνικά δίκαια», τα οποία οι αντίπαλες της Αριστεράς δυνάμεις όρισαν ως αμετακίνητα. Δεν μπορούμε να μιλάμε για αντιιμπεριαλισμό, πατώντας πάνω στα «δίκαια» αυτά, έτσι όπως τα όρισαν οι ηγεμονικές τάξεις και μάλιστα σε συγκεκριμένες περιόδους.
Αριστερή, αντιιμπεριαλιστική πολιτική δεν σημαίνει έναν εύκολο αντιτουρκισμό, επειδή η Τουρκία είναι «δάκτυλος του ιμπεριαλισμού». Πολύ περισσότερο που και η Ελλάδα έχει παίξει στο ιμπεριαλιστικό παιχνίδι. Αντιιμπεριαλισμός σημαίνει κόβω –ή έστω μειώνω– τις υποδοχές του ιμπεριαλισμού στην περιοχή, κόβω τους διαδρόμους διείσδυσής του. Αν ο ιμπεριαλισμός οξύνει και υποκινεί τους ανταγωνισμούς, η απάντηση είναι μία: κάνω πολιτική με τρόπο που να μειώνονται οι εθνικοί ανταγωνισμοί, όχι να ενισχύονται. Η λύση, για παράδειγμα, του Κυπριακού με ομοσπονδία περιορίζει τον χώρο ιμπεριαλιστικής δράσης, γιατί σταματάει τον κατακερματισμό και ενισχύει το κυπριακό κράτος. Θεμελιώδης στρατηγική του ιμπεριαλισμού είναι ο κατακερματισμός της κοινωνίας με κριτήρια εθνο-θρησκευτικά, πολιτισμικά και η αποδυνάμωση των κρατών. Ο αντιιμπεριαλισμός δεν μπορεί να μην είναι αυστηρά κριτικός με τον εθνικισμό, καθώς ο τελευταίος είναι γέννημα-θρέμμα του ιμπεριαλισμού του 19ου αιώνα.
Η λογική, για παράδειγμα, μιας «ζώνης του ελληνισμού» Ελλάδας και Κύπρου, όπου οι δύο κοινωνίες θα πολεμήσουν κατά της λιτότητας, της τρόικας και του νεοφιλελευθερισμού, μας βάζει από την πίσω πόρτα στη λογική των πολιτισμικών ζωνών, των πολιτισμικών ενοτήτων, που ενισχύουν τη λογική αυτού που υποτίθεται πολεμούν: του νεοφιλελευθερισμού. Για την Αριστερά, η ενότητα πρέπει να είναι πολιτική και ταξική. Ενότητα εν τόπω και χρόνω, όχι πολιτισμική και εθνοτική άνευ τόπου· πρέπει να φτιάχνει πολιτικές υποδοχές στον χώρο.

 

Η κυβέρνηση της Αριστεράς, το Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά


Ρωτάω, και κλείνω, εξειδικεύοντας τα παραπάνω. Σε ποια κατεύθυνση πιστεύεις ότι πρέπει να κινηθεί η κυβέρνηση της Αριστεράς, στα θέματα που συζητάμε;

Θα προσπαθήσω να απαντήσω, διατυπώνοντας μερικές βασικές σκέψεις, και όχι βέβαια κάποιο «μανιφέστο» ή «πλατφόρμα». Αρχή του ΣΥΡΙΖΑ είναι η ειρήνη και η σταθερότητα στην περιοχή. Και θεωρώ ότι αυτή η αρχή είναι ουσιωδώς αντιιμπεριαλιστική, αντικαπιταλιστική και ρεαλιστική, ειδικά στην εποχή μας, όπου η λιτότητα και οι ανταγωνισμοί οδηγούν σε εκβαρβαρισμό των κοινωνιών στην περιοχή μας, είτε λόγω φτώχειας είτε λόγω πολέμων. Σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτα υπέρ της λύσης του Κυπριακού στη βάση μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΟΗΕ. Αυτή η λύση όμως έχει μια σημαντική προϋπόθεση: αποδεχόμαστε ότι το κυπριακό συμφέρον ορίζεται και από τις δύο κοινότητες εξίσου, και μόνο από αυτές. Ο τερματισμός της κατοχής, η οποία δικαιολογεί την ιστορικότητα της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης, αλλά και νομιμοποιεί την εξάρτηση της Κύπρου και τους περιφερειακούς ανταγωνισμούς, πρέπει να αποτελέσει το μείζον κυπριακό συμφέρον στο πλαίσιο της ομόσπονδης λύσης, ένα συμφέρον που συγκροτείται στη βάση της εγγύησης της ασφάλειας και των δύο κοινοτήτων.
Σε ό,τι αφορά τα ελληνοτουρκικά, μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να επαναπροσδιορίσει το περιεχόμενο της ελληνοτουρκικής φιλίας και συνεργασίας. Με δεδομένο ότι στην περιοχή μας η Τουρκία είναι μια από τις ελάχιστες χώρες της οποίας η κοινωνία δεν έχει καταρρεύσει (και δεν μας συμφέρει να καταρρεύσει), με δεδομένο επίσης ότι αυτή η χώρα είναι μια από τις ελάχιστες στις οποίες υπάρχει μια κοινωνία με δείγματα αντίστασης στον εκβαρβαρισμό, τότε, αντί να αναζητούμε γεωστρατηγικά τόξα με πιο μακρινούς και αμφίβολους γείτονες, μήπως θα ήταν σκόπιμο να αναζητήσουμε πεδία συναίνεσης με αυτό τον γείτονα (όπως και με τους υπόλοιπους, άλλωστε); Μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να ξαναδεί τη γειτονιά της, αναζητώντας σε αυτή την πολιτική –και όχι γεωστρατηγική– ενίσχυση της χώρας.
Τα ελληνοτουρκικά προβλήματα δεν θα λυθούν, ασφαλώς, από τη μια στιγμή στην άλλη. Μπορούν όμως να μπουν σε ένα πλαίσιο πολιτικού διαλόγου, όπου το εθνικό συμφέρον θα ενταχθεί σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό συμφέρον όπως αυτό το ορίζει η Αριστερά, όχι οι λογικές ηγεμονίας στην περιοχή μέσω της Ε.Ε., όπως έγινε σε προηγούμενες περιόδους. Η εποχή που ζούμε είναι πολύ πιο πολύπλοκη από όσο την παρουσιάζει η εθνικιστική ρητορεία. Η λύση στο μεταναστευτικό και προσφυγικό πρόβλημα με όρους σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαιτεί πλέον συναινέσεις, και όχι φράχτες, ανάμεσα σε πολλά και διαφορετικά κράτη. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς, σε συνεννόηση με τους γείτονες, είναι αυτή που μπορεί να απαντήσει — πολύ περισσότερο που και η Τουρκία έχει συμφέρον από τέτοια συνεννόηση.
Η Ιστορία και οι ανάγκες που δημιουργεί υποδεικνύουν και τις λύσεις, ειδικά για την Αριστερά η οποία είναι η κατεξοχήν ρεαλιστική πολιτική δύναμη, αφού απαντάει στα προβλήματα της κοινωνίας εν τόπω και χρόνω. Η οριοθέτηση των ΑΟΖ με τις γειτονικές χώρες μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για τη δημιουργία ενός κοινού συμφέροντος, για τις κοινωνίες των όμορων κρατών, αντί να γίνει εργαλείο σκληρών ανταγωνισμών. Ας βρούμε ως Αριστερά τα πολιτικά δίκαια που μπορούν να συνδέσουν τις γειτονικές χώρες και να τις ενισχύσουν.

[Δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής]

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

[Μέση Ανατολή] Σία Αναγνωστοπούλου: Τα επακόλουθα του "διαίρει και βασίλευε"

[Συνέντευξη στην Αναστασία Γιάμαλη που δημοσιεύτηκε στην Αυγή.]
 

Την περασμένη εβδομάδα είδε το φως της δημοσιότητας άλλο ένα βίντεο με τον αποκεφαλισμό ακόμη ενός δημοσιογράφου, του 31χρονου Στίβεν Σότλοφ, από τους τζιχαντιστές. Το βίντεο τιτλοφορείται  «Δεύτερο μήνυμα στην Αμερική» και η σκηνοθεσία είναι ίδια με αυτή του πρώτου. Για τους τζιχαντιστές, μιλήσαμε με την αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Σία Αναγνωστοπούλου. Οι τζιχαντιστές δεν εμφανίστηκαν "χθες", μας λέει, ούτε πρόκειται για κάτι "ενιαίο". "Υπάρχουν πολλές εσωτερικές διαιρέσεις εντός του Ισλάμ" τονίζει και μας βοηθά να χαρτογραφήσουμε τις διαφορές και τις νέες ισορροπίες που φέρνουν μαζί τους στην ευρύτερη περιοχή της Μ. Ανατολής.

* Οι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους "ξεφύτρωσαν" από το κίνημα των αντικαθεστωτικών κατά του Άσαντ ή τους συναντάμε και πιο πίσω;
Toυς βρίσκουμε και πιο πίσω. Βέβαια σήμερα, όταν μιλάμε για τζιχαντιστές, δεν εννοούμε ένα και μοναδικό πράγμα, αλλά πολλές ομάδες μαζί που έχουν μπει κάτω από αυτό το όνομα. Έτσι κι αλλιώς αυτή η ιστορία, τουλάχιστον στο πρόσφατο παρελθόν, εξελίσσεται κυρίως στο Ιράκ, ειδικά μετά την αμερικανική εισβολή. Εντοπίζονται περισσότερο εκεί όπου έχει δημιουργηθεί μεγάλο κενό εξουσίας. Ξεκινούν δηλαδή από το Ιράκ κυρίως στην επαρχία Ανμπάρ -αμιγώς σουνιτική περιοχή- όπου έγιναν και οι μεγάλες μάχες. Εκεί γίνονται μεγάλες επιχειρήσεις της Αλ Κάιντα, οι οποίες τελικά κατορθώνουν να δημιουργήσουν ένα τεράστιο ρήγμα ανάμεσα σε αυτή την επαρχία, που μετατράπηκε σε βαθύ ρήγμα ανάμεσα στους σουνίτες και την σιιτική κυβέρνηση του Μαλίκι που έφτιαξαν οι Αμερικανοί.
 
* Πως έχουν τέτοια δύναμη οι τζιχαντιστές;
Στη Μ. Ανατολή πάντα το πρόβλημα είναι οι πολλές διαφορετικές θρησκευτικές ταυτότητες - και μέσα στο ίδιο το Ισλάμ -όχι μόνο μεταξύ μουσουλμάνων- χριστιανών. Έτσι, το να επιχειρήσει κανείς να εκδημοκρατίσει "παίζοντας" με φυλετικές ή θρησκευτικές ταυτότητες ενισχύει την πολιτικοποίησή τους και την άνθηση των φυλετικών διαστάσεων. Σε αυτό που αποκαλούμε σήμερα "τζιχαντιστές" έχουμε να κάνουμε με πολλές φυλετικές σεχταριστικές και θρησκευτικές ταυτότητες μαζί, όπου μία ομάδα, αυτή του του Ισλαμικού Κράτους (ΙΚ), ως ισχυρότερη έχει πάρει το πάνω χέρι. Δεν σημαίνει ότι το ΙΚ του Ιράκ και της Συρίας είναι μόνο του, το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο.

* Διάφοροι αναλυτές υποστηρίζουν ότι είναι λάθος να μιλάμε για άμεση ευθύνη της Αμερικής καθώς επί της ουσίας η εμπλοκή της στην ανάπτυξη των τζιχαντιστών δεν είναι άμεση, αλλά έμμεση αφού επέτρεψε την χρηματοδότησή τους από τους συμμάχους της.
Δεν ξέρω πόσο χρηματοδότησε ή όχι η Αμερική αυτές τις ομάδες, αυτό που ξέρω όμως πάρα πολύ καλά είναι ότι στη Μ. Ανατολή, ειδικά στο Ιράκ, έγινε κάτι αντίστοιχο με αυτό που είχε γίνει -τηρουμένων των αναλογιών- επί αποικιοκρατίας. Δηλαδή, αντί να έχουμε τη δημιουργία μιας κυβέρνησης στο Ιράκ από τους πολίτες, που θα προχωρά στη συγκρότηση μιας μακροταυτότητας -ικανής να συμπεριλάβει τις όποιες φυλετικές, τοπικές, θρησκευτικές ταυτότητες- έχουμε ακριβώς το αντίθετο. Έχουμε μια κυβέρνηση που στο όνομα της απομπααθοποίησης δημιούργησε σεχταριστική ταυτότητα σιιτών και με ορισμένες φυλές εναντίον κάποιων άλλων. Η επέμβαση της Αμερικής ήταν λοιπόν σημαντική προς αυτήν την κατεύθυνση. Για τη χρηματοδότηση πρέπει να γίνει άλλου είδους έρευνα, αλλά η αντιμετώπιση του θέματος του Ιράκ και της Μ. Ανατολής γενικά ακούμπησε σε αυτό που είχε ακουμπήσει η αποικιοκρατία. Στη Συρία έγινε πάνω - κάτω το ίδιο πράγμα.
 
* Ποιος ο ρόλος της Τουρκίας στην όλη κατάσταση την  ώρα που το ΙΚ ισχυροποιείται στο βόρειο Ιράκ και στη Συρία; Αρκεί η ενίσχυση των Κούρδων;
H Τουρκία έχει παίξει μεγάλο ρόλο σε αυτή την υπόθεση, που πάλι δεν θα κρίνω αν ήταν άμεσος ή έμμεσος. Ωστόσο με την πολιτική που ακολούθησε ο Ερντογάν, να κάνει την Τουρκία και την Κωνσταντινούπολη το κέντρο ενός ισλαμικού κόσμου, τροφοδότησε την πολιτική διαφόρων ομάδων που στο όνομα του Ισλάμ και του οράματος ενός ισλαμικού κόσμου προωθούσαν τη δική τους ατζέντα. Η Τουρκία υποστήριξε σχεδόν αμέσως τις αντιπολιτευόμενες ομάδες που κινήθηκαν κατά του Άσαντ εκτιμώντας πως θα τον αποδυναμώσει ώστε να γίνει το επίκεντρο. Αυτό γύρισε μπούμερανγκ, με τζιχαντιστές να δρουν και να κινούνται στο έδαφός της. Έχει βρεθεί λοιπόν στο επίκεντρο μιας κατάστασης που τελικά θα την υπονομεύσει.
Οι Κούρδοι εν τω μεταξύ ενδυνάμωσαν τη θέση τους σημαντικά, -κυρίως το αυτόνομο κράτος του Κουρδιστάν στο Ιράκ με πρωτεύουσα το Ερμπίλ- αλλά δεν είναι σε θέση απο μόνοι τους να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, αν και είναι οι μόνοι που αντιστάθηκαν οργανωμένα στο ΙΚ Συρίας και Ιράκ. Φαίνεται όμως πως η κατάσταση έχει ξεφύγει από οποιονδήποτε έλεγχο και θα έχει απρόβλεπτη εξέλιξη, γιατί η λογική του τρόμου έχει μπει στο επίκεντρο της μάχης για εξουσία στην περιοχή. Οι αποκεφαλισμοί είναι ένα μέσο οικειοποίησης του κόσμου με τη λογική του τρόμου. 

* Είναι πια διαχειρίσιμη η χάραξη του χάρτη της Μ. Ανατολής, όπως αυτή έγινε από τους Σάικς - Πικό μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας;
Κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι θα δούμε στη Μ. Ανατολή στο μέλλον. Έχουμε πολλές ομάδες, έχουμε ένα ΙΚ που θέλει Χαλιφάτο, ένα κατακερματισμένο ανομοιογενές Ισλάμ. Ωστόσο, αν πρέπει να γίνει μία επανατοποθέτηση στον χάρτη της Μ. Ανατολής, αυτή πρέπει να αφορά την Παλαιστίνη. Όσο υπάρχει το πρόβλημα της Παλαιστίνης, αναπαράγεται μια μεγάλη σύγκρουση στην περιοχή και τη νομιμοποιεί. Το να αλλάξει όλος ο χάρτης είναι πρόβλημα.


* Η ύπαρξη του ΙΚ πως λειτουργεί για το Ισραήλ; Ενισχυτικά ή όχι;
Ενισχύεται σίγουρα το Ισραήλ. Μπαίνουμε σε λογική τρόμου και τρομοκράτησης, σε μια λογική που από φόβο θα έχουμε περισσότερη στρατιωτικοποίηση και πολέμους. Η απειλή για το Ισραήλ προσωποποιείται στους Παλαιστινίους και αυτούς θα διαλύσει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως υπάρχουν δύο πληθυσμοί τα προβλήματα των οποίων πρέπει να διευθετηθούν, οι Παλαιστίνιοι και οι Κούρδοι.

* Το Κουρδικό θα λυθεί; O Ερντογάν φαίνεται πρόθυμος
Φαίνεται πως και οι Κούρδοι της Τουρκίας είναι πρόθυμοι και έχουν βρει κοινό τόπο με τον Ερντογάν. Μακάρι να λυθεί με τον καλύτερο τρόπο, όσο όμως η Μ. Ανατολή είναι σε τέτοια αναταραχή κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Φοβάμαι πως η Ιστορία μάς έχει ξεπεράσει στην περιοχή.

* Να πάμε λίγο στην Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ. Έχουμε μπει σε μια περίοδο κρίσεων σε Μ. Ανατολή και ανατολική Ευρώπη, με τον ΣΥΡΙΖΑ να προωθεί μια ενεργητικά φιλειρηνική εξωτερική πολιτική. Προς ποια κατεύθυνση εκτιμάτε ότι πρέπει να κινηθεί;
H πρώτη κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να κινηθεί κατά τη γνώμη μου η Αριστερά και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η άμεση λύση του Κυπριακού. Άμεση λύση, γιατί Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι πρέπει να ξαναβρεθούν ισότιμα στο κυπριακό κράτος. Η Κύπρος θα μπορούσε να είναι μια εστία που θα μπορούσε να δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στο μέλλον ή θα χρησιμοποιούνταν σαν ένα ανεξέλεγκτο έδαφος -κυρίως στην κατεχόμενη βόρεια πλευρά- με απρόβλεπτη εξέλιξη. Η φιλειρηνική πολιτική πρέπει να ξεκινά από τους γείτονες, από τον άμεσο περίγυρο μας. Για τον ΣΥΡΙΖΑ σήμερα εκτιμώ πως η επίλυση με τον πιο ειρηνικό και δημοκρατικο τρόπο των προβλημάτων που έχει η Ελλάδα, χωρίς αναπαραγωγή εθνικιστικών σχημάτων στο όνομα ενός αριστερού πατριωτισμού θα είναι μια καλή αρχή. Αυτά τα προβλήματα πρέπει να λυθούν στο όνομα της σημερινής πραγματικότητας με όρους δημοκρατίας και διεθνούς δικαίου.
Για να μπορεί να έχει ένα αριστερό κόμμα αντιιμπεριαλιστική πολιτική, πρέπει ακριβώς να χτυπήσει την καρδιά του ιμπεριαλισμού, που είναι το "διαιρώ τους πληθυσμούς προκειμένου να έχω κυριαρχία". Για μας, φιλειρηνική πολιτική σημαίνει ενίσχυση της πολιτικής μας με τους γύρω λαούς, με σεβασμό και στις ανησυχίες των άλλων και τις δικές μας. Η διάσπαση των εθνών - κρατών δεν βοηθάει καθόλου και οξύνει τις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις.

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

[Ελλάδα - Ευρώπη] Σχετικά με την Χρυσή Αυγή - Ακροδεξιά και νεοφιλελευθερισμός

Ομιλία στην Φλωρεντία το Νοέμβρη του 2013

Η είσοδος στο ελληνικό κοινοβούλιο ενός ναζιστικού κόμματος -της Χρυσής Αυγής- εντάσσεται στο ευρύτερο φαινόμενο της ανόδου της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, αποκαλύπτει ωστόσο και κάποιες ιδιαίτερες διαστάσεις της πολιτικής και οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Το ερώτημα που τίθεται αφορά τους λόγους για τους οποίους ένα ναζιστικό κόμμα, με συστατικό στοιχείο της οργάνωσής του τη βία, κατόρθωσε να ξεφύγει από τον περιθωριακό χαρακτήρα που επί χρόνια είχε και κέρδισε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Η Χρυσή Αυγή ιδρύθηκε το 1980, αλλά άρχισε να δραστηριοποιείται έντονα στη δεκαετία του ’90, στο πλαίσιο δύο προβλημάτων που υπερπροβλήθηκαν από τα ΜΜΕ ως μείζονος εθνικής σημασίας: το μακεδονικό και τους Βαλκάνιους μετανάστες, προβλήματα στα οποία η Αριστερά είχε θέσεις, ενώ τα αστικά κόμματα ήταν αμήχανα. Η Χρυσή Αυγή, παρά τις αιματηρές επιθέσεις εναντίον αριστερών και κυρίως μεταναστών, παρά τη διείσδυσή της στα σχολεία από τη δεκαετία του 2000 και μετά, δεν αποτέλεσε ποτέ αντικείμενο μιας σοβαρής κοινοβουλευτικής ή δικαστικής έρευνας. Όταν βάφτισε τον ναζισμό ελληνικό εθνικισμό της επετράπη η συμμετοχή της σε εκλογές, καταρχάς στις δημοτικές εκλογές της Αθήνας του 2010 και δύο χρόνια μετά, στις βουλευτικές εκλογές του 2012, όπου εκτινάχθηκε στα ύψη με ποσοστό σχεδόν 7% και στις δύο αναμετρήσεις.

Οι λόγοι για τους οποίους ένα ναζιστικό κόμμα απέκτησε τέτοια δυναμική στην ελληνική κοινωνία δεν οφείλονται γενικώς στην οικονομική κρίση, αλλά κυρίως στο κυρίαρχο, εθνικό και ευρωπαϊκό, αφήγημα για την κρίση, καθώς και στη διαχείρισή της. Σε αυτό το αφήγημα απέκτησε κεντρικό ρόλο η άκρα δεξιά. Καταρχάς, πριν από τη Χρυσή Αυγή, κοινοβουλευτικός εκφραστής της άκρας δεξιάς στην Ελλάδα ήταν από το 2000 και μετά το ΛΑΟΣ, ένα κόμμα, στο οποίο συσπειρώθηκε η κατακερματισμένη στη μεταπολίτευση ελληνική άκρα δεξιά, συμπεριλαμβανόμενων μάλιστα κατά καιρούς και κάποιων στελεχών της Χρυσής Αυγής. Ήδη από το 2008, αυτό το λαϊκιστικό, ακροδεξιό κόμμα –περιθωριακό μέχρι το 2007- άρχισε να κερδίζει κεντρικό ρόλο στο πολιτικό σύστημα. Ήταν η εποχή που στις μεγάλες ταραχές που ξέσπασαν στην Αθήνα και σε άλλα αστικά κέντρα, καταγράφτηκε στα πεζοδρόμια μια ριζοσπαστική μετατόπιση της ελληνικής κοινωνίας, η οποία υπέβοσκε από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και την οποία εξέφρασε ο ΣΥΡΙΖΑ. Σε όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης, που η διαιρετική τομή ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά ήταν κυρίαρχη και το ΠΑΣΟΚ ηγεμόνευε στον αριστερό χώρο, η Αριστερά συνιστούσε δύναμη ιστορικής εγγύησης της διαίρεσης. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν το ΠΑΣΟΚ οριστικοποίησε το ρόλο του, αυτόν του φορέα του νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα, άρχισε να δημιουργείται μια νέα διαίρεση: εκσυγχρονιστικού - αντιεκσυγχρονιστικού χώρου. Αυτός ο νέος εκσυγχρονιστικός χώρος, στον οποίο εντασσόταν τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η ΝΔ, δεν χώραγε η Αριστερά, αντιθέτως άνοιγε ο δρόμος για την ένταξη σε αυτόν ακροδεξιών κομμάτων.

Με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στα τέλη του 2009, στο εθνικό και ευρωπαϊκό αφήγημα περί κρίσης, το ακροδεξιό κόμμα ΛΑΟΣ απέκτησε ενισχυμένη αποστολή. Κι αυτό γιατί, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το αφήγημα για την κρίση συγκροτήθηκε αταξικά, με όρους εθνικής και όχι ταξικής ευθύνης. Στο πλαίσιο αυτού του αφηγήματος, η έννοια του πολίτη συρρικνώθηκε σε μια γενικόλογη έννοια κοινής, αταξικής ταυτότητας, ενώ η δημοκρατικότητα του κράτους ορίσθηκε με όρους όχι δέσμευσης για την εγγύηση των αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του πολίτη, αλλά με όρους αναπαραγωγής της «μυστικιστικής» ταυτότητας του έθνους και της ευρωπαϊκότητάς του. Το αφήγημα για την κρίση λοιπόν, κατά το οποίο υπεύθυνοι γι αυτήν ήταν οι πολίτες και τα δικαιώματά τους, προϋπέθετε και συνεπαγόταν την κατασκευή ενός νεοφιλελεύθερου εθνικισμού: η σωτηρία του έθνους (δηλαδή της ευρωπαϊκότητάς του) πάνω από όλα, κι αυτή τη σωτηρία την αναλαμβάνουν οι «άριστοι» -οι υπεύθυνοι εκφραστές της ευρωπαϊκής ταυτότητας του έθνους, ασχέτως αν αυτοί οι «άριστοι» ήταν οι ίδιοι που οδήγησαν την Ελλάδα στην κρίση. Στην Ελλάδα από το 2009 και μετά, ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε δυναμικά τον ιστορικό ρόλο της Αριστεράς: αυτόν της διαρκούς πάλης για τη διατήρηση των δικαιωμάτων του πολίτη, για τη διατήρηση του ίδιου του δημοκρατικού κράτους. Στο πλαίσιο αυτής της σκληρής μάχης, οι κυρίαρχες πολιτικές ελίτ αντεπιτέθηκαν με δύο τρόπους: πρώτον, συμμάχησαν με το ακροδεξιό ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση Λουκά Παπαδήμου (πρώην τραπεζίτη), προϊόν σύμπραξης ΠΑΣΟΚ, ΛΑΟΣ και ΝΔ. Δεύτερον, νομιμοποίησαν τον παλαιοεθνικισμό, αλλά και τον αντιμεταναστευτικό λόγο του ΛΑΟΣ, ως σωτήριο για την ευρωπαϊκότητα του έθνους λόγο. Πρόσφεραν έτσι το ιστορικό βάθος που ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός είχε ανάγκη. Το ΛΑΟΣ, δίνοντας εθνική ιστορικότητα στο νεοφιλελευθερισμό, έδινε ιστορική νομιμοποίηση στην αποπολιτικοποίηση της έννοιας του πολίτη, ιστορική νομιμοποίηση επίσης στο αντιμεταναστευτικό μένος που, στο όνομα της έκτακτης ανάγκης, εκφράσθηκε με «στρατόπεδα συγκέντρωσης» των μεταναστών, με αποκλεισμό τους από το δημόσιο σύστημα υγείας, κλπ.

Η άσκηση κρατικής, οριακά νόμιμης, βίας απέναντι στις μεγαλειώδεις διαδηλώσεις -έκφραση της νόμιμης αντίστασης και ανυπακοής των Ελλήνων- μετέτρεπε το κράτος, από πεδίο δημοκρατικής διαβούλευσης σε φορέα δύναμης και καταστολής. Τους δημοκρατικούς τρόπους λοιπόν αντίστασης και ανυπακοής η κυβέρνηση Παπαδήμου τις απονομιμοποιούσε με τη βία ως ακραίες και αντεθνικές, και τον ΣΥΡΙΖΑ ως ακραίο κόμμα. Σε αυτό το πλαίσιο, όπου η δημοκρατία υποδείχθηκε ως φορέας του προβλήματος, βρήκε χώρο για να δράσει ανοικτά η Χρυσή Αυγή. Ας σημειωθεί ότι αυτή ποτέ δεν πήρε μέρος σε καμιά διαδήλωση παρά μόνο στο πλευρό της Αστυνομίας εναντίον των διαδηλωτών. Συγχρόνως η κυβέρνηση που, προκειμένου να αποπροσανατολίσει τη δίκαιη οργή των πολιτών, ενέτεινε την πολιτική πογκρόμ κατά των μεταναστών, εξοικείωνε τους Έλληνες με την αντιμεταναστευτική-ρατσιστική δράση της Χρυσής Αυγής. Συγχρόνως η βιαιότητα της Χρυσής Αυγής –με την οποία η κυβέρνηση δεν ασχολήθηκε καθόλου- ήταν πολύ χρήσιμη για να κατασκευασθεί η θεωρία των δύο άκρων. Θεωρία που χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται με τον χυδαιότερο τρόπο για να περιθωριοποιηθεί, όχι η Χρυσή Αυγή βέβαια, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ. Μάλιστα αυτή η θεωρία βολεύει τη Χρυσή Αυγή αφού, μέσα από αυτή, το σύστημα την προίκισε με μια αντιμνημονιακή αποσκευή που δεν είχε και την έκανε πιο ελκυστική στα μάτια των ψηφοφόρων. Η εγκληματική, ρατσιστική, αντιδημοκρατική δράση λοιπόν της Χρυσής Αυγής ταυτίστηκε με τη δημοκρατική, αντικαπιταλιστική, και γι αυτό αντιμνημονιακή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ.

Ωστόσο όπως καταγράφτηκε στις κρίσιμες εκλογές του 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ, διεκδικώντας μια εναλλακτική εντολή διακυβέρνησης, επικαιροποίησε εκ νέου αλλά και εμβάθυνε την ιστορική διαίρεση ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά. Οι Έλληνες πολίτες ψήφισαν μετά από πάρα πολλά χρόνια απολύτως ταξικά, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να χωριστεί η Ελλάδα σε δύο χώρες: γεωγραφικά, ηλικιακά και οικονομικά. Μια Ελλάδα, ηλικίας μέχρι 55 χρονών, των μεγάλων αστικών κέντρων (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ηράκλειο και λοιπά) και των κοινωνικών ομάδων που επλήγησαν από την κρίση (άνεργοι, εργαζόμενοι στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, πτωχωποιημένοι μεσοαστοί, κλπ), και την οποία εξέφρασε ο ΣΥΡΙΖΑ με ποσοστό 27%. Και μια άλλη Ελλάδα γερασμένη ηλικιακά, πλούσια, χάρη στο πελατειακό σύστημα ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, που αισθάνθηκε ως απειλή την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτός ο δημοκρατικός, ταξικός «διχασμός», που επέβαλε ο ΣΥΡΙΖΑ, ανέτρεψε σε μεγάλο βαθμό τον εθνικό διχασμό που ήθελαν να επιβάλλουν οι νεοφιλελεύθερες δυνάμεις, και από τον οποίο επωφελήθηκε η Χρυσή Αυγή. Η τελευταία χρησιμοποίησε τον κυρίαρχο λόγο περί εθνικής καταστροφής στα δικά της συμφραζόμενα, και ανέλαβε απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ (και όχι δίπλα στον ΣΥΡΙΖΑ) να εκφράσει την εθνική οργή κατά των συστημικών πολιτικών δυνάμεων. Εδώ χρειάζεται να προσέξουμε λίγο: η Χρυσή Αυγή συνομίλησε με το κυρίαρχο σύστημα στη δική του γλώσσα, και όχι στη γλώσσα του ΣΥΡΙΖΑ, με την έννοια ότι στην εθνική, αταξική υπακοή του συστήματος αντέταξε την εθνική, αταξική οργή. Αποτέλεσε θα λέγαμε το μέσον για να περιοριστεί η ταξικότητα της ψήφου, αποτέλεσε την αντιπολιτευτική, βίαιη ως προς την έκφραση και τη δράση, εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού ωστόσο.

Στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2012, κυρίως κατά την περίοδο ανάμεσα στις δύο εκλογές, ζήσαμε στην Ελλάδα μια πρωτοφανή στα ιστορικά της δημοκρατικής Ευρώπης απροκάλυπτης παρέμβασης ευρωπαίων ηγετών και αξιωματούχων στην εσωτερική πολιτική ζωή. Με τον εκφοβισμό ότι η Ελλάδα θα εκδιωχθεί από την ευρωζώνη, αν οι Έλληνες ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ (όχι Χρυσή Αυγή), ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανιζόταν σε διαφημιστικά σποτ με την ελληνική σημαία να υποστέλλεται και την Ελλάδα κουρελιασμένη να βγαίνει από την ΕΕ. Σε αυτό το κλίμα ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδίκησε τη λαϊκή εντολή διακυβέρνησης, στο όνομα μιας αριστερής, δημοκρατικής ευρωπαϊκότητας των κοινωνιών σε αλληλεγγύη. Ενώ λοιπόν το κυρίαρχο ελληνικό, πολιτικό σύστημα, με την πλήρη στήριξη ηγετών και αξιωματούχων της ΕΕ, περιθωριοποιούσε τον ΣΥΡΙΖΑ ως ακραία, αντιευρωπαϊκή δύναμη, επειδή ήταν αντιμνημονιακή, και ενίσχυε τη θεωρία των δύο αντιευρωπαϊκών άκρων, η ψήφος των Ελλήνων πολιτών στον ΣΥΡΙΖΑ έδειξε ότι η ψήφος ήταν ευρωπαϊκή, επειδή ήταν αντιμνημονιακή. Με αυτή την έννοια ο ΣΥΡΙΖΑ καθόρισε την τομή ανάμεσα στην ταξικότητα της ευρωπαϊκής συνείδησης των πολιτών και στην νεοφιλελεύθερη αταξικότητα της ευρωπαϊκής ταυτότητας των εθνών. Η Χρυσή Αυγή από την άλλη μεριά, επωφελούμενη από την αταξική, εθνικιστική επί της ουσίας ευρωπαϊκότητα του νεοφιλελεύθερου συστήματος, διεκδίκησε ψήφο εθνικιστικού μίσους και οργής για την ταπείνωση που υφίσταται το έθνος εξαιτίας των εχθρών του, των σιωνιστών, των μεταναστών και των αριστερών. Αυτή η ψήφος εθνικιστικού μίσους και οργής στην Χρυσή Αυγή ανταποκρίνεται ακριβώς στην αντίφαση που δημιουργεί η νεοφιλελεύθερη, ευρωπαϊκή τάξη, αντίφαση εγγενή στον καπιταλισμό: ενώ κατασκευάζει βίαια έναν ομοιογενή πολιτικό-κοινωνικό χρόνο για όλα τα κράτη, αυτός είναι στο εσωτερικό του κατακερματισμένος σε πολλούς εθνικούς χρόνους, οι οποίοι ορίζονται ανταγωνιστικά ο ένας με τον άλλο, και σε δυναμική σύγκρουσης μεταξύ τους. Δεν υπάρχει πιο πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη της άκρας δεξιάς, αφού η σωτηρία του έθνους δεν εξαρτάται από τη δημιουργία θεσμών αλληλεγγύης και αμοιβαιότητας ανάμεσα στους ευρωπαίους πολίτες, αλλά από την κατασκευή μηχανισμών για την εξολόθρευση των εθνικών εχθρών.

Η Χρυσή Αυγή δεν είναι απλώς ένα αντισυστημικό, ναζιστικό κόμμα. Εκφράζει την πιο παραδοσιακή, αντιαριστερή δεξιά. Το σύνθημα «τιμή στους χίτες και ταγματασφαλίτες» (ευθεία αναφορά στον εμφύλιο πόλεμο) καταδεικνύει και το βασικό της αντίπαλο: τον ΣΥΡΙΖΑ. Η Χρυσή Αυγή λοιπόν διεκδικεί ένα μέρος της ιστορικής παράδοσης της δεξιάς, η οποία είχε ενσωματώσει όλη την ακροδεξιά, τόσο του εμφυλίου όσο και της δικτατορίας. Η κρίση της προσφέρει την ευκαιρία να απενοχοποιήσει τις φασίζουσες, εθνικιστικές και αντιαριστερές νοοτροπίες που υπήρχαν στην Ελλάδα, κρυμμένες πίσω από τη Δεξιά. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις εκλογές του 2012 τα μεγάλα ποσοστά της ήταν στις παραδοσιακά, σκληρά δεξιές περιοχές, ενώ ως λαϊκιστικό ακροδεξιό κόμμα διείσδυσε είτε σε περιοχές που εξαθλιώθηκαν από την κρίση,  είτε σε μικροαστικά στρώματα τα οποία καθημερινά εξαθλιώνονται. Η Χρυσή Αυγή, χρησιμοποιώντας τα εντυπωσιακά και σοκαριστικά στοιχεία του ναζισμού, προσπαθεί να επιβληθεί επικοινωνιακά και κοινωνικά ως δύναμη «εκκαθάρισης» του πολιτικού συστήματος και της κοινωνίας από τους εχθρούς της. Ο στόχος λοιπόν είναι να κερδίσει μια θέση ως ριζοσπαστικό, ακροδεξιό κόμμα στη θέση της ανίκανης γι αυτούς δεξιάς που ταπείνωσε τους Έλληνες και επέτρεψε στον αιώνιο εχθρό, στην Αριστερά να σηκώσει κεφάλι.

Η πολιτική απάντηση στην άνοδο της Χρυσής Αυγής, αλλά και της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, δεν είναι η συγκρότηση ενός ενιαίου αντιφασιστικού μετώπου από όλες τις «δημοκρατικές δυνάμεις». Αυτό το μέτωπο, με το οποίο η διαιρετική τομή δεξιάς-αριστεράς μεταλλάσσεται σε τομή δημοκρατών-φασιστών, θα παίξει το ρόλο του αριστερού «πλυντηρίου» του νεοφιλελευθερισμού. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε κατά τη γνώμη μου μοιραίο πολιτικό λάθος που θα εκτίνασσε στα ύψη την ακροδεξιά και θα υπονόμευε τον ΣΥΡΙΖΑ. Η δημιουργία ενός αταξικού μετώπου, την περίοδο που το πρόβλημα για τις κοινωνίες είναι κατεξοχήν ταξικό, θα καθιστούσε την Αριστερά μέρος του προβλήματος. Η ευρωπαϊκή Αριστερά, σε εθνικό επίπεδο καταρχάς, πρέπει να διεκδικεί θεσμικά και κοινωνικά την απομόνωση της δράσης και της επιρροής της άκρας δεξιάς. Να διεκδικεί δηλαδή την ενεργοποίηση των θεσμών και των μηχανισμών του κράτους, της Αστυνομίας και της Δικαιοσύνης, όταν αυτές αδρανούν όπως στην Ελλάδα, εναντίον της εγκληματικής δράσης μελών αυτών των κομμάτων. Να συγκροτεί επίσης σε κοινωνικό επίπεδο, δίκτυα αλληλεγγύης για τους πληθυσμούς που πλήττονται δραματικά από την κρίση. Το σημαντικότερο ωστόσο είναι η διεκδίκηση διαμόρφωσης μιας ουσιαστικής, δημοκρατικής μεταναστευτικής πολιτικής. Για τον ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, αλλά και για την ευρωπαϊκή Αριστερά το μεταναστευτικό συνιστά ένα μείζον πολιτικό ζήτημα, γιατί είναι ζήτημα κοινωνικής πάλης αλλά και μάχης κατά του εθνικισμού και του ρατσισμού. Με τη διεκδίκηση ενός νέου νόμου περί υπηκοότητας στην Ελλάδα ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να διεκδικήσει τον επαναπροσδιορισμό, ταξικά και ιδεολογικά, του έθνους, της ίδιας της έννοιας της ρεπουμπλίκ.
Σε πολιτικό επίπεδο η Αριστερά, απέναντι στη νεοφιλελεύθερη λογική της άσκησης της πολιτικής από τους «άριστους», είναι καιρός πλέον να διεκδικήσει την ενίσχυση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με θεσμούς άμεσης δημοκρατίας, όπως είναι το λαϊκό δημοψήφισμα ή η ανάκληση των αιρετών πολιτικών στελεχών. Η ταξική πάλη πρέπει να αποτυπωθεί δημοκρατικά, με την έννοια ότι η κοινωνία που πλήττεται από την κρίση πρέπει να εμπλακεί άμεσα στην πολιτική. Σε επίπεδο κατεξοχήν ευρωπαϊκό, η Αριστερά πρέπει να διεκδικήσει δυναμικά ένα άλλο ευρωπαϊκό αφήγημα για την κρίση, μια άλλη κατά συνέπεια συγκρότηση της ΕΕ. Είναι καιρός θεωρώ να συνειδητοποιήσουμε ότι η νεοφιλελεύθερη «αυτοκρατορική» δομή της ΕΕ ευνοεί την άνοδο ακροδεξιών κομμάτων. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι μόνο αυτό της συγκροτημένης σε ευρωπαϊκό επίπεδο αριστερής αντίστασης στα οικονομικά μέτρα, αλλά διεκδίκησης θεσμικών αλλαγών για μια ΕΕ των κοινωνιών σε αλληλεγγύη και όχι των εθνών σε σύγκρουση μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, το θέμα εθνική κυριαρχία, έθνος-κράτος, ευρωπαϊκή άσκηση πολιτικής εξουσίας, κλπ., πρέπει να μπουν στην ημερήσια διάταξη της ευρωπαϊκής αριστερής ατζέντας. Θα κλείσω λέγοντας ότι αφήσαμε ως Αριστερά τον ηγεμονικό λόγο για έννοιες όπως ρεπουμπλίκ, έθνος, Ευρώπη στις αστικές δυνάμεις. Για να σπάσουμε το κυρίαρχο ευρωπαϊκό αφήγημα περί κρίσης που συγκροτήθηκε πάνω στη διαίρεση Βορρά-Νότου, μια διαίρεση που αναπαράγεται σε εθνικό επίπεδο με τη διαίρεση ντόπιοι και ξένοι, είμαστε υποχρεωμένοι να διεκδικήσουμε την ηγεμονία του προσδιορισμού του περιεχομένου αυτών των κρίσιμων εννοιών.


[Ευρώπη] Ο δρόμος για την Αθήνα περνάει από τις Βρυξέλλες

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή 20.05.2014


Σε αυτές τις ευρωεκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει ένα κρίσιμο, διπλό ερώτημα: Ποια Ελλάδα θέλουμε, σε ποια Ευρώπη τη θέλουμε; Για πρώτη φορά οι ευρωεκλογές στην Ελλάδα αποκτούν τέτοια ιστορική σημασία, αφού το πολιτικό μήνυμα που θα στείλουμε στις Βρυξέλλες δεν έχει μόνο ευρωπαϊκό περιεχόμενο, έχει πρωτίστως εθνικό. Αν Ευρώπη σημαίνει ότι το ευρωπαϊκό συμφέρον διαμορφώνεται από τη σύγκλιση των εθνικών συμφερόντων, τα οποία ορίζονται στη βάση της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και των δικαιωμάτων για όλους και όλες, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ εξευρωπαΐζει το εθνικό συμφέρον. Αν Ευρώπη σημαίνει ότι οι σχέσεις των κρατών-μελών ορίζονται πάνω στις βαθιές αρχές του Διαφωτισμού -ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα-, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ εθνικοποιεί το ευρωπαϊκό συμφέρον. Αν Ευρώπη σημαίνει υπακοή και αφοσίωση στους νόμους και τους κανόνες που δημοκρατικά αποφασίζονται, αν Ευρώπη σημαίνει πάνω απ' όλα δημοκρατία, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ εκδημοκρατίζει και το εθνικό και το ευρωπαϊκό συμφέρον. Αν, τέλος, Ευρώπη σημαίνει εγγύηση και διασφάλιση της ζωής, της τιμής και της περιουσίας όλων των πολιτών της, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδικεί τη δική μας Ευρώπη.

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

[Ευρώπη] Άλλο Ευρώπη και άλλο ΕΕ

Συνέντευξη στο left.gr 12.05.2014

Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίζεται από μια σφοδρή κριτική κατά της ΕΕ και ταυτόχρονα από την επιμονή του στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Πως εξηγείται αυτό;


Το να είναι κανείς κριτικός απέναντι στην ηγεσία της ΕΕ δεν σημαίνει υπονόμευση της ίδιας της Ευρώπης και του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η Αριστερά είναι γέννημα – θρέμμα της ιδέας της Ευρώπης. Δεν θα αφήσουμε την ιδέα αυτή σε αυταρχικές εξουσίες που έχουν κυριαρχήσει τα τελευταία χρόνια στην ΕΕ. Η ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές έχει μεγάλη σημασία προκειμένου να περάσουμε το μήνυμα πως «μια άλλη Ευρώπη είναι εφικτή». Αυτό που υποστηρίζουμε και υπάρχει και στο πρόγραμμά μας είναι ότι, όπως έχουν υποστηρίξει και οι μεγάλοι διανοητές της ευρωπαϊκής ιδέας, η ήπειρος αυτή δεν μπορεί να είναι γαιοκτησία των αγορών. Υπερασπιζόμαστε την Ευρώπη έναντι της ηγεσίας της ΕΕ που υπονομεύει την ίδια τη δημοκρατία. Άλλωστε, έχουμε και ιστορικά δει ότι η αποκοινωνικοποίηση της δημοκρατίας, ισοδυναμεί με σοβαρότατη υπονόμευσή της. Μέσα λοιπόν, στην ίδια την ΕΕ, πρέπει να επανακτήσουμε την Ευρώπη. Η ηγεσία της ΕΕ και οι πολιτικές της είναι αυτές που υπονομεύουν, καταστρέφουν την ιδέα της Ευρώπης. Είμαστε με την Ευρώπη που διαμόρφωσε το μεγάλο σοσιαλιστικό κίνημα, οι εργαζόμενοι, οι φιλειρηνιστές, όσοι ζήτησαν κοινωνική δικαιοσύνη.


Αυτή τη βδομάδα είχαμε νέα τραγωδία στο Αιγαίο. Ποιες είναι οι ευθύνες της Ευρώπης και της κυβέρνησης και τι προτείνει η ευρωπαϊκή Αριστερά για να μην συνεχίσει το Αιγαίο να είναι κατακόμβη μεταναστών;


Όσα λέγαμε πιο πάνω ισχύουν, στην πιο στυγνή εφαρμογή τους, στο μεταναστευτικό ζήτημα. Υπάρχει μια εντελώς υποκριτική πολιτική της ΕΕ. Έχει αποφασίσει να φτιάξει μια Ευρώπη φρούριο δίνοντας στις συνοριακές χώρες την διαχείριση του ζητήματος χωρίς μια ανθρωποκεντρική και ορθολογική προσέγγιση. Ορθολογική πολιτική σημαίνει μονίμως ο άνθρωπος στο επίκεντρο. Αντιθέτως, στο όνομα δήθεν του ρεαλισμού, αντί να διαμοιράζονται οι μετανάστες και οι πρόσφυγες στις ευρωπαϊκές χώρες, στοιβάζονται άνθρωποι σε αποθήκες στις συνοριακές χώρες. Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε ότι ένα μεγάλο μέρος αυτών των προσφύγων είναι η συνέπεια της πολιτικής που ακολούθησε η ΕΕ στις χώρες τους. Κανείς δεν θέλει να φεύγει από τον τόπο του. Ευθύνες έχουν όμως και οι ελληνικές κυβερνήσεις. Κρύβονται πίσω από την ΕΕ, καθησυχάζονται στον ρόλο του θύματος και αναπαράγουν τις ίδιες λογικές αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους σαν να είναι εμπορεύματα, εξ΄ ου κι όρος «λαθρομετανάστης». Επιπλέον, το μεταναστευτικό έχει χρησιμοποιηθεί προκειμένου να αναπαράγεται η κυρίαρχη ξενοφοβική, ρατσιστική, κατασταλτική και βαθιά αντιδημοκρατική πολιτική. Βάζοντας τον ξένο στο επίκεντρο και αντιμετωπίζοντάς τον ως εχθρό, κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά φτιάχνονται κράτη «ασφάλειας» και όχι αλληλεγγύης. Περιθωριοποιείται ένα μεγάλος μέρος της κοινωνίας και αναπτύσσονται πολιτικές αντιμετώπισης του «ενοχλητικού» που δεν είναι πάντα και μόνο ο μετανάστης.  Αυτό που εμείς τονίζουμε είναι ότι δεν ανεχόμαστε να γίνεται η Μεσόγειος νεκροταφείο της Ευρώπης. Οι τραγωδίες που βλέπουμε και στο Αιγαίο και στη Λαμπεντούζα δείχνουν ότι η ΕΕ δεν ενοχλείται από ένα νεκροταφείο ψυχών στα σύνορά της, αρκεί να εξασφαλίζεται η λογική που ανέπτυξα πιο πάνω. Εμείς ζητάμε ορθολογική διαχείριση του ζητήματος όχι μόνο κοινωνικής αλλά και θεσμικής αλληλεγγύης.


Έχετε ασχοληθεί επισταμένως με την Τουρκία και την Κύπρο. Πιστεύετε ότι η Ελλάδα, μέσα στην Ευρώπη, έχει να παίξει ρόλο στην περιοχή προς την κατεύθυνση της ειρηνικής συμβίωσης των λαών;


Παρατηρούμε ότι ξαναφτιάχνεται στην Ευρώπη η αντίληψη που θέλει τον κόσμο και τις κοινωνίες χωρισμένες στο δίπολο Δύση – Ανατολή. Αυτό παράγει ηγεμονισμούς, αυτοκρατορικούς εθνικισμούς, πόλεμο και επαναφέρει το αξίωμα της ισορροπίας του τρόμου του Ψυχρού Πολέμου. Αυτή η λογική, ειδικά στην Ελλάδα που συνορεύει με την Τουρκία, επιτρέπει σε εθνικιστικές αντιλήψεις και δυναμικές να εκκολαφθούν και να ενισχύονται. Φτιάχνεται μια Ανατολή δίπλα μας, με την οποία οι σχέσεις καθορίζονται σε κλειστά δωμάτια ανάλογα με τα συμφέροντα της εκάστοτε ηγεμονικής δύναμης και προσαρμοσμένα στους ντόπιους εθνικισμούς. Εμείς δεν θέλουμε μια πολιτική διαχείρισης ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή αλλά μια πολιτική ειρήνης και συνεργασίας με την Τουρκία. Αν έχουμε μια πολιτική που βγάζει στην επιφάνεια το δικό μας πολιτικό και κοινωνικό συμφέρον και δεν είμαστε ακόλουθοι της εκάστοτε ηγεμονικής δύναμης στην ΕΕ -στην προκειμένη της Γερμανίας- μπορούμε να βρούμε πολλούς τρόπους εμπέδωσης της ειρήνης στην περιοχή.
Η δε Κύπρος, είναι το πεδίο στο οποίο η Αριστερά χρειάζεται να δουλέψει πάρα πολύ. Θέλουμε να λυθεί το Κυπριακό, όχι στο πλαίσιο μιας ισορροπίας του τρόμου στην περιοχή, που μπορεί να συμφέρει την ΕΕ και το ΝΑΤΟ αλλά γιατί πιστεύουμε ότι η ομοσπονδιακή λύση είναι η μόνη προοπτική ειρηνικής συμβίωσης στο νησί. Μόνο ένα κοινό κυπριακό συμφέρον (ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων) σταματά τους όποιους ηγεμονισμούς, είτε αυτοί προέρχονται από την Τουρκία είτε από την Ελλάδα ή την ΕΕ. Μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι η εθνικιστική προσέγγιση έχει προκαλέσει τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ελληνική ιστορία.

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

[Ευρώπη] Η νεοφιλελεύθερη «ειρήνη» της Ε.Ε.

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή 11.5.2014

«Δύση» εναντίον «Ανατολής», «ο κόσμος του καλού» εναντίον «του κόσμου του κακού»: σε τέτοια γεωστρατηγικά δίπολα, που ανανεώνουν έναν ψυχροπολεμικό διχασμό της Ευρώπης (και του κόσμου γενικότερα), μπορεί να συνοψιστεί η πολιτική της νεοφιλελεύθερης ηγεσίας της. Τέτοια δίπολα αναπαράγουν διαρκώς τη δύναμη του ΝΑΤΟ, νομιμοποιώντας την παρουσία του στην ήπειρό μας. Το ΝΑΤΟ καθίσταται ο εγγυητής της «ευρωπαϊκής ειρήνης» (και της παγκόσμιας), στο πλαίσιο της οποίας, ωστόσο ο πόλεμος δεν είναι ποτέ μακριά. Η αυταρχική νεοσυντηρητική ηγεσία της Ε.Ε. ορίζει σήμερα την «ειρήνη» με όρους ΝΑΤΟϊκούς, τους ίδιους δηλαδή, παλιούς και δοκιμασμένους -ψυχροπολεμικούς- όρους, με κυρίαρχο αξίωμα την ισορροπία του τρόμου ανάμεσα σε δύο αντίπαλους κόσμους. Η ίδια, λοιπόν, η νεοφιλελεύθερη ηγεσία της Ε.Ε. αυτοπροσδιορίζεται ως «Δύση» (ο υπέρτατος ορθολογικός κανόνας) απέναντι στην «Ανατολή». Μια άναρχη και επικίνδυνη «Ανατολή», η οποία επιβάλλει τη στρατιωτικοποίηση, την «περιφρούρηση» της Ε.Ε. από τους εχθρούς της, αλλά και τη λειτουργία της δεύτερης ως πειθαρχικού και εκπολιτιστικού κανόνα των απολίτιστων και γι' αυτό επικίνδυνων εξωτερικών, ενίοτε όμως και εσωτερικών εχθρών: η Ελλάδα αποτελεί μια τέτοια «Ανατολή» στο εσωτερικό της «Δύσης». Όταν όμως το κυρίαρχο αξίωμα της πολιτικής γίνεται η απειλή, τότε ο αυταρχισμός, ο αντιδημοκρατισμός και ο μιλιταρισμός νομιμοποιούνται ως απαραίτητα όπλα για την αποσόβησή της.

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

[Ευρώπη] Ποια Ευρώπη θέλουμε

Οι ευρωεκλογές, αλλά και οι αυτοδιοικητικές εκλογές είναι ιστορικής σημασίας για τον ΣΥΡΙΖΑ, για την ελληνική κοινωνία, για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες επίσης. Σε αυτές τις εκλογές δεν κρίνεται μόνο η δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ κρίνεται η δύναμη της φωνής της ελληνικής κοινωνίας στην Ελλάδα και την Ευρώπη, κρίνεται η δύναμη αντίστασης των ευρωπαϊκών λαών. Συντρόφισσες και σύντροφοι η Ελλάδα σήμερα, αλλά και οι περισσότερες ευρωπαϊκές κοινωνίες δέχονται μια ανελέητη επίθεση. Μια επίθεση που έχει ενορχηστρωθεί από τις πιο συντηρητικές δυνάμεις της Ευρώπης, μέσα στις οποίες είναι και η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου. Η ελληνική κοινωνία έχει στην κυριολεξία γονατίσει.

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

[Αριστερά] Για ποια χώρα πολεμάμε

Στο παρά πέντε των επαναληπτικών εκλογών, το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά το κατασκευασμένο δίλημμα «με την Ευρώπη» ή «εκτός Ευρώπης», «με ευρώ» ή «χωρίς ευρώ». Αυτό το δίλημμα, στη βάση του οποίου η ΝΔ και οι λοιπές δυνάμεις προσπαθούν να δημιουργήσουν «ευρωπαϊκό» ρεύμα εναντίον του «αντιευρωπαϊκού» ρεύματος του ΣΥΡΙΖΑ, υποκρύπτει το πραγματικό ερώτημα των εκλογών της 17ης Ιουνίου. Κι αυτό δεν αφορά την ευρωπαϊκότητα της χώρας, αλλά την ίδια τη χώρα: για ποια χώρα θέλουμε να πολεμήσουμε. Το μεγάλο όραμα το οποίο ενέπνευσε επί δύο σχεδόν δεκαετίες την πολιτική του ΠΑΣΟΚ (η ΝΔ δεν είχε όραμα, σερνόταν και σέρνεται πίσω από το όραμα του ΠΑΣΟΚ) ήταν αυτό της «ισχυρής Ελλάδας», των Ολυμπιακών Αγώνων, του Χρηματιστηρίου, της διαπλοκής, της διαφθοράς και του εύκολου διαύλου του νεοφιλελευθερισμού, στη χώρα αλλά και την ευρύτερη περιοχή. Επί δύο δεκαετίες, το ΠΑΣΟΚ κυρίως προσπαθούσε να φτιάξει τη «λευκή» Ελλάδα, τις αξίες της οποίας υπαγόρευε η «λευκή» Ευρώπη, ο νεοφιλελεύθερος δηλαδή καπιταλισμός, με μήνυμα διαμεσολάβησης του οράματος τον εκσυγχρονισμό. Σήμερα, τον ρόλο της Ελλάδας  έχει αναλάβει η «λευκή» Τουρκία του Ερντογάν, με δίαυλο διαμεσολάβησης, για την ενσωμάτωση της Ανατολίας και των μουσουλμανικών Βαλκανίων αυτή τη φορά, το Ισλάμ.

Το όραμα της «λευκής» Ευρώπης, το οποίο συμμεριζόταν απολύτως η Ελλάδα, έχει στηθεί στη βάση ενός «σύμπαντος» χωρίς γεωγραφία και  επικράτειες. Αυτή η Ευρώπη, ξεχνώντας τι γίνεται στην ίδια την αυλή και τη γειτονιά της, φτιάχνει το «κάστρο» της σε σχέση μόνο με τους μακρινούς, αόρατους φίλους  – τις χρηματαγορές. Αντικαθιστά την πραγματικότητα που παράγει η γεωγραφία και τους δημοκρατικούς θεσμούς που παράγονται εντός των επικρατειών, με την υπεργεωγραφική και υπερεπικρατειακή, επί της ουσίας αντιδημοκρατική, «φυλή» των αγορών. Η τεράστια μετακίνηση πληθυσμών, με τη μορφή της μετανάστευσης, από χώρες εξαθλιωμένες λόγω της «δυτικής» πολιτικής, η φτώχεια και η ανασφάλεια μέσα στον ίδιο τον ευρωπαϊκό χώρο, οι εξεγέρσεις στη γειτονιά της Ευρώπης (Μέση Ανατολή) αποτελούν φαινόμενα τα οποία η «λευκή» Ευρώπη –και η Ελλάδα– απλώς «ξέχασαν». Κατάντησε η Ευρώπη ένας χώρος χωρίς συνείδηση γεωγραφίας, χωρίς συνείδηση των θεσμών και των δικαιωμάτων των ευρωπαϊκών επικρατειών, αλλά με συνείδηση μιας διεθνούς υπεργεωγραφικής και υπεράνω επικρατειών «φυλής», για την οποία εμπόδιο είναι οι απολίστιστοι απανταχού γηγενείς. Η Ελλάδα, στα σύνορα της ευρωπαϊκής γειτονιάς, επομένως στο μάτι του κυκλώνα, προσποιείτο ότι ήταν μέλος της «φυλής», ξεχνώντας ότι η πραγματικότητα του χώρου αλλά και της επικράτειας είναι πανίσχυρη. Το μεγάλο κύμα μετανάστευσης, που έσκαγε στην Ελλάδα, αντί να αποτελέσει μείζον θέμα της ευρωπαϊκής και της ελληνικής πολιτικής, αντιμετωπίστηκε με συνθήκες (Δουβλίνο) που κουκούλωναν ένα από τα δύο μεγαλύτερα προβλήματα του 21ου αιώνα –το άλλο είναι η οικονομική κρίση–, αρκεί να μη λερωνόταν η «λευκότητα» της Ευρώπης. Οι συνθήκες έρχονταν να καλύψουν την απουσία πολιτικής σκέψης, διορατικότητας, αλλά και ανθρωπισμού.Όταν ξέσπασε η κρίση, αντί να εγκαταλειφθεί το μεγαλοϊδεατικό όραμα, ως απολύτως αποτυχημένο, αφού γινόταν προφανές ότι ούτε η Ελλάδα ούτε η Ευρώπη ήταν τόσο «λευκές», ενισχύθηκαν οι πιέσεις για να διατηρηθεί αλώβητη η ευρωπαϊκότητα της Ελλάδας, αμόλυντη η «λευκότητα» της Ευρώπης. Με τις αναποτελεσματικές και εξαθλιωτικές μνημονιακές πολιτικές της «ιεράς συμμαχίας» των πάλαι ποτέ ισχυρών κομμάτων, κατασκευαζόταν μια τεχνητή νομιμοποίηση: της «λευκής» Ελλάδας που παλεύει εναντίον της «απολίτιστης» κοινωνίας. Όλο το μνημονιακό πρόγραμμα, αποικιοκρατικής λογικής και ιστορικότητας, απέβλεπε στον εξευρωπαϊσμό των «άχρηστων» της Ευρώπης. Όσο βάθαινε η κρίση τόσο επιταχύνονταν οι «μεταρρυθμίσεις», που είχαν στόχο όχι την ανασυγκρότηση του κράτους, την εξάλειψη των παθογενειών του ελληνικού συστήματος, την ανάπτυξη μιας άλλης κοινωνικής συνείδησης, αλλά τη διατήρηση, πάση θυσία, της Ελλάδας στον ρόλο του αντάξιου συνοδοιπόρου στον νεοφιλελεύθερο ευρωπαϊκό πλανήτη. Το ρήγμα ανάμεσα σε μια κοινωνία που βίαια, με φόβο και  ενοχές, αποκτούσε συνείδηση της «μαυρίλας» της και σε μια εξουσία που επέμενε στο «λευκό όραμά» της μεγάλωνε, και εκφράστηκε δυναμικά στις εκλογές της 6ης Μαΐου. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να διευρύνει τον φακό και να μετατοπίσει το κέντρο εστίασης από τη «λευκή» Ελλάδα στη «μαύρη» κοινωνία, από τη «λευκή» Ευρώπη στις «γκρίζες ζώνες» της. Κατέδειξε με τα πιο ζωηρά χρώματα το τέλος του μύθου της «λευκής» Ελλάδας, απελευθερώνοντας την κοινωνία από την ενοχή του αποτυχημένου και άχρηστου Ευρωπαίου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν δεν είναι αντιευρωπαϊκή δύναμη· αντιθέτως, έδειξε ότι η Ελλάδα ανήκει όχι σε μια «περιούσια φυλή», αλλά στην Ευρώπη της μεγάλης ανεργίας, του μεγάλου ποσοστού επιβίωσης κάτω από τα όρια της φτώχειας, του φόβου και της ανασφάλειας. Συναντήθηκε με την άλλη Ευρώπη που προσπαθεί, στη βάση της ηθικής και των πολιτικών αξιών που ο ευρωπαϊκός χώρος έχει στο οπλοστάσιό του, να ξαναφέρει την πολιτική «στο κρεβάτι της κοινωνίας». Να ξαναμάθει να αντιστέκεται συλλογικά και διεπικρατειακά. Παρά τη σιωπή των ΜΜΕ, δεν υπάρχει μόνο η «λευκή» Ευρώπη που απειλεί. Υπάρχει και η «μαύρη» Ευρώπη που πάσχει, συμπάσχει και δραστηριοποιείται. Αυτό φάνηκε και στις 29 Μαΐου, σε μια σημαντική συνάντηση στη Φραγκφούρτη, την οποία οργάνωσε το «Τρανσφόρμ» κατόπιν πρόσκλησης της Ιγκέ Μετάλ, του μεγαλύτερου συνδικάτου της Γερμανίας, με τη συμμετοχή και άλλων ευρωπαϊκών συνδικάτων και συλλογικοτήτων, όπως η δική μας «Πρωτοβουλία για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας». Σ’ αυτή τη συνάντηση τέθηκαν οι βάσεις για τη συγκρότηση ενός μεγάλου, εν τόπω και χρόνω συγκροτημένου, ευρωπαϊκού δικτύου, αλληλεγγύης αλλά και συνεργασίας των συνδικάτων και των κινημάτων της Ευρώπης, προκειμένου να επαναπροσδιοριστεί η πολιτική σε σχέση με τον πραγματικό χρόνο των κοινωνιών και σε άμεση σχέση με τον χώρο τους. Η συνάντηση, η οποία θα επαναληφθεί στις 29 και 30 Ιουνίου, ανέδειξε την ανάγκη να ξεπεραστεί ο απομονωτισμός της κάθε ευρωπαϊκής κοινωνίας, ενοχοποιημένης ως παρία και ανάξιας να βρίσκεται στην Ευρώπη των ισχυρών. Και έγινε φανερό ότι η κρίση στην Ευρώπη εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους στην κάθε χώρα, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητές της. Όμως η κρίση δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα μιας χώρας· είναι ευρωπαϊκή, αποτέλεσμα του οράματος ενός πολιτικού συστήματος που φαντασιώνεται μια «λευκή» Ευρώπη με αποστολή τον εκπολιτισμό, όχι πια των μακρινών «απολίτιστων» γηγενών των αποικιών, αλλά των «απολίτιστων» γηγενών της Ευρώπης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ συνομίλησε και συνομιλεί όχι με τους «άχρηστους», ανάξιους της Ευρώπης Έλληνες, αλλά με τους γηγενείς της Ευρώπης κατοίκους της Ελλάδας (Έλληνες και μετανάστες), με τους νέους «κολασμένους» της Ιστορίας. Με αυτούς τους «κολασμένους» που, όταν αποκτούν συνείδηση του ιστορικού τους ρόλου, όταν χειραφετούνται από τις βολικές χειραγωγήσεις του παρελθόντος, όταν καθιστούν τις κατοχυρωμένες ευρωπαϊκές αξίες όπλο διεκδίκησης και αγώνα και όχι εργαλείο εθνικιστικής μαγκιάς, μπορούν να κουρελιάσουν συνθήκες και μνημόνια. Στη γειτονιά μας άλλωστε έχουμε εμπειρία από κουρέλιασμα πολύ ισχυρών διεθνών συνθηκών, όταν ένα κίνημα «κολασμένων», στη συνάντησή του με άλλους «κολασμένους», υποχρέωνε την τότε «λευκή» Ευρώπη να διαπραγματευτεί με τη μαχητικά εκφρασμένη βούληση ενός λαού αποφασισμένου για όλα. Σε έναν πόλεμο επιλέγεις κανείς στρατόπεδο, όχι γιατί γνωρίζει την έκβασή του, αλλά γιατί πιστεύει στις αξίες του στρατοπέδου που επέλεξε. Και οι αξίες αυτές πρέπει να είναι ξεκάθαρες. «Κολασμένοι» δεν είναι συλλήβδην όσοι φωνάζουν κατά του Μνημονίου και, στο όνομα της φτώχειας και της ανασφάλειας, οραματίζονται μια «λευκή» ρατσιστική Ελλάδα, μιλώντας για «λαθρομετανάστες» αντί για ανθρώπους χωρίς χαρτιά. «Κολασμένοι» δεν είναι αυτοί που ανέχονται τηλεοπτικούς αστέρες να χαριεντίζονται με τα αστέρια της Χρυσής Αυγής. «Κολασμένοι» δεν είναι όσοι βλέπουν το πρωτοπαλίκαρο της Χρυσής Αυγής να χειροδικεί ζωντανά στην τηλεόραση και δεν αισθάνονται τη μαχαιριά στην καρδιά της δημοκρατίας. Στις παρούσες, κρίσιμες συνθήκες ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας σπρώχνει τον ΣΥΡΙΖΑ να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Με μια ηχηρή νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, εκφραστή των «κολασμένων», η λαϊκή βούληση μπορεί να αποτελέσει το ισχυρό όπλο επαναδιαπραγμάτευσης της θέσης της χώρας στην ευρωπαϊκή γεωγραφία, το ισχυρό όπλο επαναπροσδιορισμού των όρων συγκρότησης της ευρωπαϊκής πραγματικότητας των γηγενών, το ισχυρό όπλο συσπείρωσης των Ευρωπαίων «κολασμένων». Ο χρόνος για ισορροπίες ανάμεσα στη λίγο «λευκή» Ελλάδα και τους λίγο «κολασμένους» έχει λήξει εδώ και καιρό. Το όραμα της, μετά Μνημονίου ή/και βίας, «λευκής» Ελλάδας ναυάγησε οριστικά. Η Ελλάδα πλέον δεν μπορεί να διαπραγματευτεί παρά μόνο με την πραγματικότητα της κοινωνίας της, με την πραγματικότητα της αυλής και της γειτονιάς της· και η Ευρώπη, όσο «λευκή» κι να είναι, μόνο έτσι θα αντικρίσει την πραγματικότητα του ίδιου της του σπιτιού.



Κυριακή 20 Μαΐου 2012

[Αριστερά] Αυτή η Αριστερά δεν πρέπει και δεν μπορεί να ηττηθεί — με τίποτα όμως!

Τις μέρες μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου ζήσαμε στιγμές απίστευτης πολιτικής χυδαιότητας, στιγμές που πρόσβαλαν την πολιτική ευαισθησία κάθε αριστερού πολίτη της χώρας. Σε μια σκηνοθετημένη από τα ΜΜΕ παράσταση, με πρωταγωνιστές ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και κομπάρσο τη ΔΗΜΑΡ, παίχτηκε το χιλιοπαιγμένο στην ελληνική ιστορία έργο: της ανεύθυνης, καταστροφικής Αριστεράς. Η πρώτη πράξη άρχισε μόλις έκλεισαν οι κάλπες. «Να κυβερνήσετε για να μάθετε» (δηλαδή, να σας στείλουμε στη Μέρκελ, να σας γελοιοποιήσει) ήταν η ιαχή που υψώθηκε στον αέρα, από τα πρωτοπαλίκαρα του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Εκείνες τις κρίσιμες μέρες των διερευνητικών εντολών, οι πολιτικάντηδες που θεωρούν ότι η εξουσία του τόπου τούς ανήκει «κληρονομικώ δικαίω» και ότι η Αριστερά είναι ανίκανη να κυβερνήσει, παρά μόνο υπό την υψηλή ανοχή και καθοδήγησή τους, έστησαν κάποια ιδιότυπα «δικαστήρια», στα οποία νυχθημερόν προσήγαγαν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, τα οποία βομβαρδίζονταν από απανωτές ερωτήσεις, προκειμένου να αποδειχθεί το προαποφασισμένο: ο ΣΥΡΙΖΑ είναι επικίνδυνος για τη χώρα γιατί δεν γνωρίζει πώς ασκείται η πολιτική, και μάλιστα η ευρωπαϊκή. Θα μας βγάλει από το ευρώ, θα μας γυρίσει στη δραχμή, ήταν το πιο ήπιο σχόλιο, ενώ φτάσαμε και σε στιγμές πολιτικής αλητείας, με κορώνες του τύπου: Θα μας οδηγήσει στη χρεωκοπία, θα γίνει πραξικόπημα, θα βγούνε τα καλάσνικοφ, και πολλά τέτοια δείγματα «υψηλής πολιτικής».

Αντί λοιπόν να διεξαχθεί ένας πολιτικός διάλογος –με συγκρούσεις αναμφίβολα, όπως γίνεται πάντα στην πολιτική–, με βάση το περιεχόμενο της λαϊκής βούλησης, έτσι όπως εκφράστηκε την 6η Μαΐου και με την οποία καταδικάστηκε η πολιτική της εξαθλίωσης και του εξευτελισμού που προβλέπει το Μνημόνιο, στήθηκε το κατηγορητήριο κατά του ΣΥΡΙΖΑ. Σ’ αυτή την πρώτη φάση, όπου κλήθηκαν προς συμπαράσταση διάφορες εξ ύψους (Ευρώπη) επαφές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, με δηλώσεις που καταστρατηγούσαν την εθνική κυριαρχία που έχει απομείνει σε αυτό τον τόπο, ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε αυτό για το οποίο είχε δεσμευτεί προεκλογικά: αφού δεν μπορούσε να συγκροτήσει αριστερή κυβέρνηση, κατέθεσε την εντολή.

Κι έτσι περάσαμε στη δεύτερη πράξη, της οικουμενικής κυβέρνησης, όπου το παιχνίδι «χόντρυνε» επικίνδυνα. Ενώ ούτε το ΠΑΣΟΚ ούτε η ΝΔ έκαναν το παραμικρό βήμα με το οποίο να δείχνουν ότι κατανόησαν την ουσία του περιεχομένου της λαϊκής εντολής, τη διερμήνευσαν ως βούληση για συνεργασία των κομμάτων προς το συμφέρον του έθνους. Αφού δηλαδή απέτυχαν ως νεοφιλελεύθεροι κομματάρχες, είπαν να δοκιμάσουν το κουστούμι του εθνοσωτήρα ο οποίος, για το καλό του τόπου, παραμερίζει το κομματικό συμφέρον. Προς αυτή την κατεύθυνση επιστρατεύτηκαν όλα τα δυνατά και αδύνατα μέσα, με κυριότερο τον εκφοβισμό, λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης. Δεν θα επαναλάβω τις κορώνες που εκστομίστηκαν, θα σταθώ απλώς σε ένα στοιχείο του εκφοβισμού: στον κρίσιμο πολιτικό χρόνο που επείγει. Γύρω από αυτό ειπώθηκαν πολλά –πάντα με τη βοήθεια καλοθελητών από την Ε.Ε.–, το βασικό όμως επιχείρημα ήταν ότι δεν υπάρχει πολιτικός χρόνος και ότι τα κόμματα πρέπει να αρθούν στο ύψος της κρισιμότητας της κατάστασης, αποφασίζοντας τώρα για τη σωτηρία του τόπου. Κανένας τους ωστόσο δεν μίλησε για την κρισιμότητα του κοινωνικού χρόνου, για το κατεπείγον του κοινωνικού χρόνου, γι’ αυτό δηλαδή που ψήφισε σε μεγάλο ποσοστό ο ελληνικός λαός. Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ ηττήθηκαν στις εκλογές γιατί αποστέωσαν τον πολιτικό χρόνο από τον κοινωνικό: αποκοινωνικοποίησαν τον πολιτικό χρόνο — επομένως τον κατάργησαν. Αυτό συνιστά δεξιά, συντηρητική, νεοφιλελεύθερη πολιτική. Επί δυόμισι χρόνια ζούμε μια πολιτική κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας η κοινωνία υποχρεώνεται, κατατρομοκρατούμενη, να τρέχει αλαφιασμένη πίσω από τον «πολιτικό χρόνο» της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, προκειμένου να σωθεί η χώρα. Τρέχοντας αφήνει πίσω της ρημάδια: άνεργους, φτωχούς μισθωτούς, αυτόχειρες, νέους και μεγαλύτερους που μεταναστεύουν, μετανάστες σε απόγνωση, στα νύχια της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής και των «μεταναστευτικών πολιτικών» του αχτύπητου διδύμου Λοβέρδου-Χρυσοχοΐδη. Αυτή η αλαφιασμένη κοινωνία ζήτησε το προφανές με την ψήφο της στις 6 Μαΐου: Δώστε μας μια αναπνοή, ταυτίστε τον πολιτικό με τον κοινωνικό χρόνο, ακούστε μας έστω για λίγο. Αυτό δεν είναι λαϊκισμός, δεν είναι χυδαιότητα, δεν είναι κομματικό συμφέρον. Αυτό είναι βάση για αριστερή πολιτική! Δικαίως ο Αντώνης Σαμαράς δήλωσε ευθαρσώς και με περισσή ειλικρίνεια, συλλαμβάνοντας ακριβώς το διακύβευμα για τον χώρο του: «Πρέπει να τελειώνουμε με τις αριστερές ιδέες στην Ελλάδα». Υψώνει τη σημαία της μάχης κατά της Αριστεράς· αυτό του επιβάλλει η ιδεολογία του χώρου που εκπροσωπεί, κι αυτό κάνει.

Δεν υπήρχε κανένα ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο που να νομιμοποιεί τη συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ σε μια οικουμενική κυβέρνηση. Η συμμετοχή σήμαινε προδιαγεγραμμένη ήττα της Αριστεράς. Γιατί ήττα της Αριστεράς, και μάλιστα βαριά και για άλλα 70 χρόνια ακόμη, θα ήταν η συμμετοχή σε μια κυβέρνηση η οποία, στο όνομα του κρίσιμου πολιτικού χρόνου, θα αδιαφορούσε για το κατεπείγον του κοινωνικού χρόνου. Από τη στιγμή που για το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ ο ελληνικός πολιτικός χρόνος ορίστηκε αποκλειστικά σε σχέση με το κατεπείγον που ορίζει ένα μέτωπο συγκεκριμένης ιδεολογίας στην ΕΕ, από τη στιγμή που σε μια τέτοια οικουμενική κυβέρνηση το δίδυμο ΠΑΣΟΚ-ΝΔ θα είχε την πλειοψηφία, με μια ΔΗΜΑΡ που δεν αντιλαμβάνεται ότι τα μέτωπα είναι οριστικά και αμετάκλητα δύο, ο αριστερός χαρακτήρας της κυβέρνησης αυτής ήταν απλώς παγίδα. Η Αριστερά δεν είχε κανένα περιθώριο ήττας, με τίποτα όμως! Και ήττα θα ήταν να σκάσει η κοινωνική βόμβα στα χέρια της. Με μια τέτοια κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας η βόμβα θα έσκαγε.

Σε αυτό το σημείο ωστόσο φτάνουμε στην ουσία του πολιτικού διακυβεύματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ στήθηκε στον τοίχο ως αντιευρωπαϊκό κόμμα, το οποίο θέλει να βγάλει την Ελλάδα από το ευρώ. Τι είναι όμως ευρωπαϊκό και τι αντιευρωπαϊκό μέτωπο; Το ευρωπαϊκό μέτωπο της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ είναι ένας επαρχιωτισμός σύμφωνα με τον οποίο το ευρωπαϊκό διερμηνεύεται στα καθ’ ημάς από «υπεύθυνες» πολιτικές δυνάμεις, για τις οποίες το ευρωπαϊκό είναι αμετακίνητο, ορίζεται άπαξ από κάποιο «κέντρο» στο οποίο η ελληνική κοινωνία, αν θέλει να ανήκει, οφείλει να υποταχθεί. Αυτό σημαίνει αποϊδεολογικοποίηση της ΕΕ, αποκοινωνικοποίηση του ευρωπαϊκού χρόνου, ξεκομμένου από τον χρόνο (και τους χρόνους) των κοινωνιών των ευρωπαϊκών κρατών. Οι αλλαγές που παρατηρούνται σε όλη την Ευρώπη, της Ελλάδας συμπεριλαμβανόμενης, δείχνουν κάτι σημαντικό: στην Ευρώπη αρχίζει να διαμορφώνεται, για πρώτη φορά, μια ευρωπαϊκή συνείδηση την οποία, επώδυνα εξαιτίας της κρίσης, διαμορφώνουν οι ίδιες οι κοινωνίες. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, οι αριστερές δυνάμεις διεκδικούν τη σύνδεση της ευρωπαϊκότητας με τις κοινωνίες. Την ταύτιση του ευρωπαϊκού χρόνου όχι με τον παγκοσμιοποιημένο χρόνο του κεφαλαίου, αλλά με τον χρόνο των κοινωνιών. Αυτό είναι μια ανοικτή διεκδίκηση, και όχι ένα τετελεσμένο γεγονός. Τα κόμματα του ευρωπαϊκού αριστερού μετώπου οριοθετούν την πολιτική τους, επανοριοθετούν τις διεκδικήσεις τους και αναδιοργανώνονται τα ίδια, σε σχέση με τη δυναμική που αναπτύσσεται από την επώδυνη ευρωπαϊκή συνειδητοποίηση των κοινωνιών της Ευρώπης.

Η μάχη που δίνεται τελικά στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη σήμερα, είναι μια μάχη ιστορική ανάμεσα σε ένα δεξιό, συντηρητικό, ευρωπαϊστικό, νεοφιλελεύθερο μέτωπο και σ’ ένα αριστερό, ευρωπαϊκό μέτωπο. Ο δρόμος είναι μακρύς και δύσκολος, πολύ περισσότερο που το δεξιό μέτωπο θα «καμουφλαριστεί», προκειμένου να μη χάσει την ηγεμονία του. Η μάχη όμως για μας είναι εδώ μπροστά μας, και θα είναι λυσσαλέα. Μια προσχηματική, αντιμνημονιακή πολιτική δεν είναι αριστερή, αν προβάλλει είτε εθνικιστικά, αντιευρωπαϊκά και κλειστοφοβικά ανακλαστικά, είτε ευρωπαϊστικούς εκφοβισμούς ή ελεημοσύνες, υπό τύπο ελαφρύνσεων. Το ξαναγράψαμε σε αυτή την εφημερίδα: η κρίση βάθυνε τη ρήξη ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά, και ο ΣΥΡΙΖΑ τόλμησε να δείξει τόσο τη μετατόπιση της διάκρισης ανάμεσα στους δύο χώρους όσο και το βάθος του ρήγματος. Το ενιαίο μέτωπο της Αριστεράς συνιστά ιστορική επιταγή. Η Αριστερά δεν έχει δικαίωμα να ηττηθεί, δεν έχει δικαίωμα να μην αντιληφθεί τη νέα εποχή και το μείζον διακύβευμα που αυτή θέτει. Δεν έχει δικαίωμα, τη στιγμή που η κοινωνία αρχίζει να ριζοσπαστικοποιείται να της γυρίσει την πλάτη. Ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε το βήμα, χρειάζεται ωστόσο μέτωπο ενιαίο και συνεκτικό για να διεκδικηθεί η εξουσία. Η Αριστερά δεν μπορεί και δεν πρέπει να ηττηθεί. Με τίποτα όμως!


Κυριακή 6 Μαΐου 2012

[Ελλάδα - πολιτική] Ενότητα, συνεργασία, μέτωπο

Τα μεγάλα ερωτήματα και οι μεγάλες απαντήσεις

Φτάσαμε στο τέλος μιας σύντομης και παράδοξα σιωπηλής, για τα ελληνικά δεδομένα, προεκλογικής περιόδου, υπό τη σκιά της πιο μεγάλης κρίσης που γνώρισε ο τόπος εδώ και πολλά χρόνια. Ωστόσο, αυτές τις μέρες της προεκλογικής «σιωπής», καταγράφτηκαν με εκκωφαντικό τρόπο κάποια σημαντικά μηνύματα των νέων καιρών, μερικά από τα οποία έχουν, λίγο ως πολύ, σχολιαστεί ποικιλοτρόπως. Ο μεγάλος αριθμός κομμάτων που δημιουργήθηκε σε μικρό διάστημα, πολλά από τα οποία διεκδικούν με αξιώσεις την είσοδό τους στη Βουλή, δείχνει ότι τα δύο «παλαιά κόμματα» εξουσίας (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ), που κάλυπταν πάνω από το 75% του εκλογικού σώματος, θεωρούνται ανίκανα πλέον να απαντήσουν στα προβλήματα που ανέδειξε η σκληρή πραγματικότητα της κρίσης, της οποίας τα δύο αυτά κόμματα είναι εν πολλοίς δημιουργοί. Από την άλλη μεριά, επισημοποιήθηκε η δημιουργία των δύο αντίπαλων «στρατοπέδων»: του μνημονιακού και του αντιμνημονιακού, στο πλαίσιο των οποίων κάθε «παλαιά» ή «νέα» πολιτική δύναμη προσπάθησε να επικοινωνήσει –με δίαυλο κυρίως την οργή, την αγανάκτηση, το φόβο και την ανασφάλεια– με μια κοινωνία της οποίας το αύριο μοιάζει σκοτεινό. Στην προεκλογική περίοδο λοιπόν καταγράφτηκε πανηγυρικά αυτό που διαμορφώθηκε επί δύο χρόνια με βάση την κρίση, η οποία έφερε το Μνημόνιο Ι και ΙΙ. Όμως, η κρίση δεν ανέδειξε απλώς τους όρους συγκρότησης των δύο «στρατοπέδων» («μνημονιακού» και «αντιμνημονιακού») ούτε άλλαξε μόνο την πολιτική γεωγραφία κέντρου-άκρων (όπως επεσήμανε στο ωραίο άρθρο του ο Α. Λιάκος στα προηγούμενα «Ενθέματα» [29.4]). Η κρίση διαμόρφωσε κυρίως τους όρους μετατόπισης της ιστορικής διαίρεσης ανάμεσα στον δεξιό και τον αριστερό χώρο. Με την κρίση λοιπόν όχι μόνο δεν ακυρώθηκε η διαίρεση Δεξιάς-Αριστεράς, αντιθέτως βάθυνε, και μάλιστα πολύ. Η τεράστια δημοσιονομική αλλά και κοινωνική κρίση οριστικοποίησε τη μετατόπιση της διαιρετικής γραμμής ανάμεσα στα δύο ιστορικά μέτωπα, μετατόπιση που είχε δρομολογηθεί αρκετά χρόνια πριν. Το ΠΑΣΟΚ, που πάντα διεκδικούσε τη θέση του στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο, εμφανιζόμενο μάλιστα κατά περιόδους ως η μοναδική αποτελεσματική δύναμη έκφρασης της Αριστεράς εναντίον της Δεξιάς, τέθηκε και έθεσε εαυτόν εκτός του αριστερού χώρου, όπως άλλωστε δήλωσε ευθαρσώς ο κύριος Λοβέρδος –αυτό το Έβερεστ της πολιτικής– πριν λίγους μήνες. Με αυτή τη βίαιη μετατόπιση, ένα μεγάλο μέρος των κοινωνικών δυνάμεων που ανήκαν πριν στον «προοδευτικό χώρο» της λαμογιάς, αλλά και του «εκσυγχρονισμού», όπως τον όριζε το ΠΑΣΟΚ, βρέθηκαν μετέωρες, οργισμένες και πάνω από όλα φοβισμένες. Με τη μετατόπιση της διαίρεσης Δεξιάς-Αριστεράς λοιπόν «ξαναέπεσαν τα χαρτιά στο τραπέζι», τόσο του κοινωνικού όσο και του πολιτικού πεδίου.

Στις μεγάλες κρίσεις, όταν ανανεώνεται η διαιρετική γραμμή Δεξιάς-Αριστεράς, όταν με βάση το Μνημόνιο επανανοηματοδοτείται και ομογενοποιείται ένας ευρύτερος δεξιός χώρος που εκφράζει συγκεκριμένα συμφέροντα και στοχεύσεις, το μεγάλο ερώτημα που τίθεται αφορά την Αριστερά: Κατά πόσο τα αριστερά κόμματα είναι σε θέση να αντιληφθούν τη μετατόπιση, να την ορίσουν και, μέσα από αυτή, να επανανοηματοδοτήσουν τον αριστερό χώρο, στη βάση μιας κοινής στρατηγικής «πολέμου»; Από τη στιγμή που παρατηρούνται μεγάλες κοινωνικές μετατοπίσεις, στο πλαίσιο των οποίων οι παρυφές του Κολωνακίου μπορούν να συναντηθούν με λαϊκές και υποβαθμισμένες γειτονιές της Αθήνας στη βάση της ίδιας κοινής αγωνίας, το μεγάλο ερώτημα αφορά την ετοιμότητα των υπαρχόντων αριστερών κομμάτων να αναγάγουν τις κατακερματισμένες, ιδεολογικά και πολιτικά, κοινωνικές διεκδικήσεις σε μια αριστερή, αντιμνημονιακή πολιτική πρόταση για το αύριο, σε πλήρη ρήξη με οποιοδήποτε φαύλο παρελθόν, σε πλήρη ρήξη με τον εχθρό. Όταν η αγωνία του μεγαλύτερου μέρους της κοινωνίας είναι κοινή –η φτώχεια και το αύριο–, όταν ο αντίπαλος είναι σαφώς οριοθετημένος –το «μνημονιακό», δεξιό στρατόπεδο–, η διεκδίκηση συγκρότησης ενός ενιαίου αριστερού μετώπου είναι επιβεβλημένη. Η οποιαδήποτε δύναμη εμφανίζεται ως αντιμνημονιακή δεν είναι βέβαια εξ ορισμού αριστερή· ωστόσο, οι αντιμνημονιακές κοινωνικές δυνάμεις είναι εν δυνάμει αριστερές, αρκεί να κινητοποιηθούν πολιτικά προς την ίδια κατεύθυνση, με την ίδια προοπτική: την αριστερή προοπτική τη εξουσίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ αντιλήφθηκε την ιστορική μετατόπιση της διαίρεσης Δεξιάς-Αριστεράς και διεκδίκησε, προεκλογικά και μετεκλογικά, την ενότητα του αριστερού χώρου, μέσα από την επανανοηματοδότησή του. Η πρόταση για την ενότητα του αριστερού χώρου δεν είναι μια επιπόλαιη καιροσκοπική κίνηση, ούτε μια απλή πρόσθεση αντιμνημονιακών αριθμητικών συνόλων, προκειμένου να «βγουν» οι αριθμοί για την κατάληψη της εξουσίας. Αντιθέτως, πρόκειται για μεγάλη ιστορική πρόκληση, με την οποία απελευθερώνεται μια νέα δυναμική, της οποίας την πολιτική και κοινωνική εμβέλεια κανένας δεν μπορεί να προδιαγράψει. Πρόκειται για μια ιστορική πρόκληση, για μια «αποκοτιά», που συνομιλεί άφοβα με τις αβεβαιότητες του αύριο, και όχι φοβισμένα με τις βεβαιότητες του χτες. Το αριστερό μέτωπο εξουσίας που πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι εν δυνάμει –και όχι προκαθορισμένα– ανατρεπτικό, γιατί προσδίδει νέο δυναμικό νόημα στον «αντιμνημονιακό πόλεμο», πόλεμο που, ιδεολογικά και πολιτικά, διαμορφώνεται σε σχέση με τους πολιτικούς όρους διαμόρφωσης του ενιαίου αριστερού μετώπου. Πρόσφερε λοιπόν την προοπτική ώστε ο «αντιμνημονιακός πόλεμος» να αποτελέσει το πλαίσιο συσπείρωσης όλων αυτών των κοινωνικών δυνάμεων οι οποίες, από άλλες αφετηρίες και με άλλα συμφέροντα πριν από την κρίση, μπορούν σήμερα να κινητοποιηθούν για τη συγκρότηση μιας ευρείας συλλογικότητας που θα διεκδικήσει τη χειραφέτησή της, μέσω της πολιτικοποίησης των ίδιων των συναισθημάτων της, ενάντια στη χειραγώγησή της μέσω της εκμετάλλευσης των συναισθημάτων που η κρίση δημιούργησε. Ο ΣΥΡΙΖΑ έθεσε το μείζον ερώτημα της ενότητας, προκειμένου να χτιστούν οι μεγάλες απαντήσεις. Οι τελευταίες δεν προϋπάρχουν ως θέσφατο (αυτό μόνο η Ακροδεξιά μπορεί να το κάνει). Οι μεγάλες απαντήσεις προκύπτουν, όταν και μόνο όταν έχει τεθεί το μεγάλο ερώτημα. Όταν η Αριστερά μπορεί να επανοηματοδοτήσει το περιεχόμενο του ιστορικού της ρόλου, και μαζί με αυτό να ομογενοποιήσει πολιτικά τη μεγάλη, την κοινή κοινωνική διεκδίκηση. Και την κοινή κοινωνική διεκδίκηση την έθεσε η ωμή, σκληρή πραγματικότητα της κοινωνικής κρίσης.

Αυτή τη μείζονα διεκδίκηση ο ΣΥΡΙΖΑ τόλμησε να την καταστήσει κοινό παρονομαστή όλων των διεκδικήσεων του αριστερού χώρου. Γι αυτό άλλωστε και συγκέντρωσε όλα τα πυρά επάνω του. Γιατί ανέδειξε αυτό που αποτελεί τη μεγάλη απειλή για τον μνημονιακό, δεξιό χώρο: την εν δυνάμει προοπτική σύμπτυξης ενός αριστερού μετώπου, με σκοπό τη διεκδίκηση της εξουσίας. Για τον δεξιό, μνημονιακό χώρο η Αριστερά –έτσι όπως τη διεκδίκησε προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ– δεν μπορεί να κυβερνήσει, παρά μόνο ως βοηθητικό εξάρτημα και άλλοθι αυτού του χώρου, εφόσον και αν την έχει ανάγκη. Η θέση ότι η Αριστερά –πολύ περισσότερο ο ΣΥΡΙΖΑ– είναι ανίκανη να κυβερνήσει απορρέει από μια δεξιά βεβαιότητα, στην οποία προσδίδεται αξία ιστορικής αλήθειας: η διακυβέρνηση της χώρας είναι σοβαρό, εθνικό θέμα, με το οποίο μόνο σοβαρές πολιτικές δυνάμεις –όπως το ΠΑΣΟΚ– μπορούν να ασχοληθούν. Οι κοινωνικές διεκδικήσεις αποτελούν το πεδίο της Αριστεράς, και με αυτές μπορεί να ασχολείται, εκτός κι αν αυτές υπονομεύουν το εθνικό — όπου το εθνικό ταυτίζεται με το δημοσιονομικό, ξεκομμένο το τελευταίο από το κοινωνικό. Σε όλη την περίοδο της κρίσης, οι αριστερές δυνάμεις που στήριζαν τα κοινωνικά δικαιώματα και τις κατακτήσεις οι οποίες διαλύονταν από την επέλαση των «σοβαρών δυνάμεων», κατηγορούνταν ως στείρα καταγγελτικές, μη σοβαρές, που δεν θέλουν τις «εθνοσωτήριες μεταρρυθμίσεις», τις οποίες προωθούσαν οι ίδιες «σοβαρές δυνάμεις» οι οποίες είχαν στηρίξει την αναπαραγωγή της εξουσίας τους στην χειραγώγηση της κοινωνίας μέσα από το μοίρασμα «προνομίων». Το ίδιο συμβαίνει και σε ό,τι αφορά την Ευρώπη: μείζον εθνικό θέμα η Ευρώπη, μια υπόθεση ανάμεσα σε «σοβαρούς»: τη Μέρκελ, τον Σαρκοζί και τον Παπανδρέου!

Ωστόσο, η πραγματικότητα της κρίσης ανέδειξε κάτι σημαντικό: το κοινωνικό αποτελεί τη μείζονα εθνική και ευρωπαϊκή διεκδίκηση. Οι κοινωνικές διεκδικήσεις, στην Ελλάδα και την Ευρώπη, ανέδειξαν την ταξικότητα της διεκδίκησης της ίδιας της Ευρώπης. Το ευρωπαϊκό δεν είναι αταξικό, αντιθέτως είναι βαθιά ταξικό, επομένως υπό διεκδίκηση. Η συγκρότηση αριστερών μετώπων στα ευρωπαϊκά κράτη, η διασύνδεση μεταξύ τους, η συνειδητοποίηση του ευρωπαϊσμού ως ενός τύπου διεθνισμού μέσα από τον οποίο θα συνδιαμορφώνονται οι όροι αλληλεγγύης ανάμεσα στις κοινωνίες της Ευρώπης, συνιστά το μοναδικό όπλο εναντίον της αλληλεγγύης του κεφαλαίου, που προωθεί η Μέρκελ και οι ιδεολογικοί συνοδοιπόροι της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η δημιουργία αριστερού μετώπου τελικά ούτε ανεδαφική ούτε ανιστόρητη ούτε αντιευρωπαϊκή είναι. Αποτέλεσε πάντα, και αποτελεί και σήμερα, τη μοναδική μεγάλη απάντηση των ευρωπαϊκών λαών, όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με ιστορικές προκλήσεις.


Κυριακή 13 Απριλίου 2008

[Ελλάδα] "Μακεδονικά" παραλειπόμενα

Τη Δευτέρα 31 Μαρτίου η εκπομπή του Γιάννη Πολίτη, στη ΝΕΤ, ήταν αφιερωμένη στο Μακεδονικό. Συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων, καθώς και ο δημοσιογράφος Γιώργος Κουβαράς. Έτσι, στη συζήτηση, εκτός από τους δύο δημοσιογράφους, πήραν μέρος ο Κ. Χατζηδάκης από τη Ν.Δ., ο Π. Ευθυμίου από το ΠΑΣΟΚ, ο Α. Σκυλάκος από το ΚΚΕ, ο Α. Καρίτζης από τον ΣΥΡΙΖΑ και ο Α. Οικονόμου από τον ΛΑ.Ο.Σ. Η εκπομπή θα ήταν πιθανότατα βαρετή και άνευ ουσίας --όπως οι περισσότερες του είδους--, καθώς είναι γνωστές τόσο οι θέσεις των κομμάτων για το Μακεδονικό όσο και οι απόψεις των δημοσιογράφων που έχουν αναλάβει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τη σταυροφορία υπέρ των "ελληνικών δικαίων", έτσι όμως όπως αυτά ορίζονται από συγκεκριμένες πολιτικές και ιδεολογικές δυνάμεις. Άλλωστε, στις περισσότερες το ενδιαφέρον εξαντλείται στις φωνές και τις αλληλοκατηγορίες του τύπου "τις πταίει" που φτάσαμε μέχρι εδώ, με τον εκπρόσωπο κατεξοχήν του ΛΑ.Ο.Σ να μοιράζει πιστοποιητικά πατριωτισμού στους εκπροσώπους των άλλων κομμάτων. Η συγκεκριμένη εκπομπή, ωστόσο, ανέδειξε κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία, τα οποία με παρακίνησαν να γράψω για το θέμα ετεροχρονισμένα, τώρα που η Ελλάδα αναδείχτηκε νικήτρια στην αναμέτρησή της με τη FYROM στο νατοϊκό πεδίο μάχης.

Στην εκπομπή λοιπόν, τοποθετήθηκαν αρχικά οι εκπρόσωποι των δύο μεγάλων κομμάτων, οι οποίοι μας γέμισαν πλήξη αλλά και αγανάκτηση, τόσο γι’ αυτά που είπαν όσο, κυρίως, για όσα δεν είπαν και τα οποία συνιστούν την ουσία του αδιεξόδου του Μακεδονικού (και μετά τη νίκη, το Μακεδονικό παραμένει σε αδιέξοδο). Κι αφού τοποθετήθηκε και ο εκπρόσωπος του ΚΚΕ, ήρθε η σειρά του Αντρέα Καρίτζη (ΣΥΡΙΖΑ), οπότε η συζήτηση απέκτησε ξαφνικά ενδιαφέρον.

Πρώτον, γιατί ο Καρίτζης έκανε μια πολύ καλή τοποθέτηση, μια αριστερή τοποθέτηση, με την οποία υπενθύμισε το αυτονόητο για την Αριστερά. Δηλαδή -- και ελπίζω να μη διαστρεβλώνω τα λεγόμενά του: Όταν δύο γειτονικές χώρες αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα, και όταν μάλιστα αυτό αφορά τον αυτοπροσδιορισμό του λαού της μιας, τότε οφείλουν να βρουν μια λύση σε ένα πλαίσιο (διακρατικό ή διεθνές), στο οποίο, πάνω από όλα, γίνεται σεβαστό το αίσθημα περί δικαίου των δύο λαών, κυρίως όμως το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού του λαού ο οποίος το διεκδικεί. Έτσι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Καρίτζη, το πλαίσιο εξεύρεσης λύσης δεν μπορεί να είναι το ΝΑΤΟ, αφού, όπως όλοι γνωρίζουμε, η αρχή του συγκεκριμένου οργανισμού συμπυκνώνεται στο δόγμα της πίεσης του δυνατού στον αδύνατο: με δυο λόγια, δεν υπάρχει δίκαιο μεταξύ δυνατού και αδυνάτου, δίκιο έχει πάντα ο δυνατός. Επομένως, το ΝΑΤΟ δεν μπορεί και δεν πρέπει να συνιστά πλαίσιο εκδήλωσης του πατριωτισμού ενός λαού, ούτε επίλυσης του οποιουδήποτε προβλήματος ανάμεσα σε δύο λαούς που σέβονται ο ένας τον άλλο. Αυτά είναι γνωστά, πασίγνωστα, και μάλιστα στην Αριστερά.

Αυτά τα πασίγνωστα είπε και ο Καρίτζης, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, προσπαθώντας να ωθήσει τη συζήτηση σε ένα ουσιαστικό επίπεδο, όπου τίθεται το εξής κομβικό ερώτημα: Γιατί η Ελλάδα άφησε επί τόσα χρόνια το Μακεδονικό να "σέρνεται", ώστε να το επιλύσει (ή να μην το επιλύσει) στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ; Το ερώτημα οδηγεί σε κάποιους συλλογισμούς πιο σύνθετους από αυτούς που διατύπωσαν οι εκπρόσωποι κυρίως των δύο μεγάλων κομμάτων. Στον συλλογισμό, λ.χ., ότι |ίσως| η Ελλάδα θεωρούσε ότι θα "εκβίαζε" μια ευνοϊκή για την ίδια λύση, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη της γείτονος να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Επομένως, η Ελλάδα έδρασε πολιτικά, συμμεριζόμενη ακριβώς την αρχή του ΝΑΤΟ, περί ισχυρού και αδύναμου.

Αυτό ήταν το πρώτο ενδιαφέρον σημείο της συζήτησης. Το δεύτερο αφορά την αντίδραση των συνομιλητών του Καρίτζη στην τοποθέτησή του. Περίμενα ασφαλώς ότι ο Κ. Χατζηδάκης θα αντιδρούσε, υπερασπιζόμενος την κυβέρνηση και τις επιλογές της. Περίμενα ότι ο εκπρόσωπος του ΛΑ.Ο.Σ. θα αντιδρούσε, υπερασπιζόμενος το μονοπώλιο πατριωτισμού του κόμματός του. Περίμενα ότι ο εκπρόσωπος του ΚΚΕ, για λόγους πίστης στην κομματική γραμμή, δεν θα έλεγε λέξη που θα υπέκρυπτε σύμπλευση με έναν εκπρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ. Πράγματι, όλοι τους αντέδρασαν κάπως έτσι, και μάλιστα χλιαρότερα από ό,τι φανταζόμουνα. Η σφοδρή αντίδραση προήλθε από το ΠΑΣΟΚ, διά στόματος Πέτρου Ευθυμίου. Δύο όψεις είχε αυτή η --ομολογουμένως μη αναμενόμενη-- αντίδραση, από τον εκπρόσωπο μάλιστα ενός σοσιαλιστικού κόμματος που διεκδικεί βεβαίως τη θέση του στον χώρο της ευρύτερης Αριστεράς. Η μια αφορά το ύφος της αντίδρασης, η άλλη την ουσία της. Ως προς τον τρόπο λοιπόν, ο Ευθυμίου σήκωσε το δάχτυλο στον Καρίτζη και του έκανε μάθημα πολιτικής, διεθνών σχέσεων και, βεβαίως βεβαίως, πατριωτισμού. Κι όλα αυτά σε ένα ύφος θα έλεγα δασκαλίστικο, που υποδήλωνε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι ο Καρίτζης, και δι’ αυτού ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι βαθιά νυχτωμένος από "σοβαρή πολιτική". Δεν ξέρω αν είναι προσωπική μου εντύπωση μόνο, αλλά είχα έντονη την αίσθηση ότι ο Ευθυμίου καταδείκνυε στο κοινό (μπορεί όχι εσκεμμένα, αλλά αυτό προέκυπτε από το ύφος του) ότι |τα παιδιά καλά κάνουν και παίζουν, αλλά όταν είναι να μιλήσουμε για τα σοβαρά, ας μιλήσουν τα σοβαρά κόμματα, κι όχι τα "παιδαρέλια" τύπου Τσίπρα ή Καρίτζη|. Ο Π. Ευθυμίου βρήκε συμπαραστάτες σε αυτή την κατεύθυνση, τον Κ. Χατζηδάκη αλλά και τον δημοσιογράφο Γ. Πολίτη ο οποίος (αν θυμάμαι καλά), δεν παρέλειψε, χαριτολογώντας, να τονίσει το νεαρόν της ηλικίας του Καρίτζη, που τον παρασύρει σε ενθουσιασμούς και ουτοπικές προσεγγίσεις.

Επί της ουσίας, το θέμα είναι σοβαρό. Ανέμενα ότι ο Ευθυμίου θα άρπαζε την ευκαιρία που πρόσφερε ο Καρίτζης, για να πιέσει τον εκπρόσωπο της Ν.Δ. αλλά και του ΛΑ.Ο.Σ., ώστε να ανοίξει τη συζήτηση στα επίπεδα ακριβώς που πρέπει να συζητηθεί το πρόβλημα, έτσι ώστε οι πολίτες να "διαπαιδαγωγούνται" και σε μια άλλη, μια αριστερή άποψη. Ας πούμε, ποια είναι η θέση του ευρύτερου χώρου της Αριστεράς, στον οποίο το ΠΑΣΟΚ ανήκει, για το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού ενός λαού, αλλά και πώς ορίζει και από ποιους ορίζεται το αίσθημα περί δικαίου ενός λαού -- του ελληνικού στην προκειμένη περίπτωση; Γιατί στην Ελλάδα του 21ου αιώνα μόνο συγκεκριμένοι πολιτικοί και ιδεολογικοί φορείς οικειοποιούνται το μονοπώλιο του προσδιορισμού του ελληνικού δικαίου, ένα δίκιο που αναπαράγεται στις τηλεοράσεις όπου οι αντίθετες απόψεις αποκλείονται ως "εθνοπροδοτικές" ή, στην καλύτερη περίπτωση, παιδαριώδεις; Ακόμη, ποια είναι η θέση αυτού του χώρου για το πλαίσιο στο οποίο πρέπει να επιλύονται τέτοια προβλήματα; Τέλος, ποια είναι η θέση της Ελλάδας, όπως τη διεκδικεί η Αριστερά, στα Βαλκάνια.

Αντιθέτως, όλη η συζήτηση --με τη συμβολή, δυστυχώς, του Π. Ευθυμίου-- εξαντλήθηκε στους ηρωισμούς για το βέτο που θα ασκήσει η Ελλάδα, για την εθνική ομοψυχία μπροστά στον επεκτατισμό της FYROM, για την πίεση που μας ασκεί η Αμερική, και μάλιστα σε μας που είμαστε επί 55 χρόνια μέλη του ΝΑΤΟ (ιδού πως κεφαλοποιείται πολιτικά, σε εσωτερικό επίπεδο, η αρχή περί δυνατού και αδυνάτου). Εν ολίγοις, εμφανίστηκε και πάλι μια Ελλάδα "έθνος ανάδελφον" (ευτυχώς ο Σαρκοζί μας διέψευσε), απειλούμενη από όλες τις μεριές, μια Ελλάδα που αντιστέκεται στον ιμπεριαλισμό -- ασχέτως αν αυτό τον ιμπεριαλισμό περιμέναμε κι εμείς, για να επιβάλουμε το δίκιο μας στη γείτονα. Το επιχείρημα ότι η γειτονική χώρα έχει αναπτύξει --σε πολλές περιπτώσεις-- έναν ακραίο εθνικισμό δεν συνιστά άλλοθι, τουλάχιστον για την Αριστερά, ώστε να αποδέχεται τους όρους που θέτουν η Δεξιά και οι εθνικιστικές δυνάμεις αυτού του τόπου. Το Μακεδονικό έχει εξελιχθεί σε ένα ακανθώδες πρόβλημα, κυρίως γιατί, αφενός, οδηγεί σε μια άνευ προηγουμένου αντιπαλότητα μεταξύ των δύο γειτονικών λαών και, αφετέρου, επειδή καθιστά την Ελλάδα μέρος του προβλήματος: του νέου "βαλκανικού προβλήματος", το οποίο με το Κόσσοβο ενδέχεται να πάρει άλλες διαστάσεις.

Το Μακεδονικό λοιπόν έχει εξελιχθεί σε ακανθώδες πρόβλημα, έστω κι αν η Ελλάδα κέρδισε τη μάχη του ΝΑΤΟ. Κι αυτό γιατί η κυβέρνηση (με τη συναίνεση του ΠΑΣΟΚ) "πουλάει" αντιιμπεριαλιστική πολιτική (εναντίον των ΗΠΑ), με δίαυλο ωστόσο το πλαίσιο ενσάρκωσης του ιμπεριαλισμού --το ΝΑΤΟ--, υποδεικνύοντας μάλιστα ως δάκτυλο του ιμπεριαλισμού τη γείτονα. Έχει εξελιχθεί, τέλος, σε ακανθώδες πρόβλημα γιατί και ο γειτονικός λαός μάς αντιμετωπίζει πλέον ως τον "ιμπεριαλιστή" των Βαλκανίων, ο οποίος δεν του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει το όνομα που επιθυμεί. Ασχέτως αν και η FYROM, με τις πλάτες των ΗΠΑ, προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τον ισχυρό σύμμαχο για να επιβάλλει το δίκιο της, πράγμα αυτό ιδιαίτερα ανησυχητικό. Πρώτον, γιατί ξαναγυρίζουμε σε μια παλιά αλλά τόσο γνωστή και επαναλαμβανόμενη στην περιοχή μας ιστορία όπου τα αντίπαλα μέρη θεωρούν, το καθένα για τον εαυτό του, ότι το δικό του εθνικό δίκαιο εμπεριέχει εκ των πραγμάτων αντιιμπεριαλισμό, ενώ το άλλο μέρος είναι ο δάκτυλος του ιμπεριαλισμού. Δεύτερον, γιατί οι όποιες αριστερές ή μετριοπαθείς δυνάμεις της FYROM δυσκολεύονται πλέον εξαιρετικά, σε αυτό το περιβάλλον όξυνσης, να έχουν φωνή.

Όλα αυτά, και άλλα πολλά, που καθιστούν το πρόβλημα ακανθώδες, ο Π. Ευθυμίου --δεν είναι ο μόνος βέβαια, τον αναφέρω απλώς ως παράδειγμα-- δεν τα εντόπισε, δεν τα ονομάτισε, δεν τα ανέλυσε τη Δευτέρα το βράδυ. Αναλώθηκε σε μαθήματα πολιτικής και διπλωματικής συμπεριφοράς, αφήνοντας ακόμη μια φορά ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία να δώσει το πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα του κόμματός του σε αυτό το δύσκολο, έτσι όπως κατάντησε, πρόβλημα. 


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]