Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισλάμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισλάμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

[Charlie Hebdo] Ο φασισμός με θρησκευτικό "φερετζέ"

Η καρδιά της Ευρώπης μάτωσε με τον πιο βίαιο τρόπο. Η επίθεση στο εβδομαδιαίο σατιρικό περιοδικό Σαρλί, που άφησε πίσω της νεκρούς μερικές από τις σημαντικότερες πένες της Γαλλίας, πρέπει οπωσδήποτε να λειτουργήσει σαν καθρέφτης για να εμφανιστεί επιτέλους το παραμορφωμένο πρόσωπο μιας Ευρώπης σε πλήρη σύγχυση. Πέρα από κάθε αμφιβολία, η επίθεση στο Σαρλί συνιστά μια εγκληματική πράξη του κοινού ποινικού δικαίου. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι να διαπιστώσουμε το αυτονόητο, αλλά να ανιχνεύσουμε το ιδεολογικό πρόσημο αυτής της πράξης.

Αναζωπυρώθηκε η ισλαμοφοβία

Η εύκολη εξήγηση είναι ότι η πράξη αποτελεί έκφραση του πιο ακραίου και τρομοκρατικού ισλαμικού φονταμενταλισμού. Αυτή η εξήγηση όμως οδηγεί στην άμεση ή έμμεση καταδίκη του Ισλάμ ως φορέα τρομοκρατίας. Δηλαδή, ότι το Ισλάμ ως θρησκεία εμπεριέχει ακραίο φανατισμό που ενεργοποιείται σε κατάλληλα περιβάλλοντα. Ακόμα κι αν χρησιμοποιήσει κανείς ταξικά κριτήρια για να εξηγήσει τον ισλαμικό φονταμενταλισμό –αποκλεισμός και περιθωριοποίηση των μουσουλμανικού θρησκεύματος ευρωπαίων πολιτών- το αποτέλεσμα είναι σχεδόν το ίδιο: το Ισλάμ θεωρείται θρησκεία που εγγενώς εμπεριέχει φανατισμό.
Δεν είναι τυχαίο που, αρχής γενομένης από τον κ. Σαμαρά, όλο το ακροδεξιό, δεξιό φάσμα εκδήλωσε το ρατσισμό και την ισλαμοφοβία του. Δεν είναι τυχαίο ότι το Σαρλί χρησιμοποιείται ως νομιμοποίηση για την αναπαραγωγή του ευρωπαϊκού (και ελληνικού) σκοταδισμού, αυτού ακριβώς που οδηγεί στον φασισμό. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο το γεγονός ότι η επίθεση στο Σαρλί αναζωπύρωσε τα ισλαμοφοβικά αισθήματα μιας πολιτικής που εκφράζεται με ιερούς-πολιτισμικούς όρους, και όχι διαλεκτικούς και ιδεολογικούς. Όμως, το ίδιο το περιοδικό Σαρλί και τα θύματά του κραυγάζουν αυτό που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο σε μια «φωτισμένη» Ευρώπη: όταν η θρησκεία –η οποιαδήποτε θρησκεία- γίνεται φορέας ή προκάλυμμα πολιτικής, τότε γίνεται αντικείμενο πολιτικής κριτικής. Με άλλα λόγια, η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να ιεροποιείται στο όνομα καμιάς θρησκείας. Η θρησκεία είναι ιερή μόνο μέσα στους χώρους λατρείας και στον ιδιωτικό χώρο του καθενός/μιάς. Στη δημόσια σφαίρα όμως είναι πολιτικό φαινόμενο, και ως τέτοιο κρίνεται. Συγχρόνως όμως, όταν η πολιτική χρησιμοποιεί πολιτισμικές-θρησκευτικές κατηγοριοποιήσεις, τότε αυτοκαταργείται, τότε ιεροποιείται και ανοίγει το δρόμο για ακραίες ιδεολογίες με ιερά-πολιτισμικά-εθνικιστικά πρόσημα.

Η Ευρώπη ως θερμοκήπιο ακραίων ιδεολογιών

Είναι γνωστό ότι η θρησκεία ως κριτήριο πολιτικής κατηγοριοποίησης κατασκευάστηκε στα πιο ιμπεριαλιστικά εργαστήρια ήδη από την εποχή της αποικιοκρατίας που ανανεώνονται τις τελευταίες δεκαετίες. Είναι γνωστό επίσης ότι η επιβολή του πιο άγριου καπιταλισμού δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την κατάρρευση των κοινωνιών και των δημοκρατικών θεσμών, με εργαλείο τον πολιτισμικό-θρησκευτικό-εθνικιστικό, κλπ κατακερματισμό. Είναι τέλος γνωστό ότι ο φασισμός είναι γέννημα-θρέμμα τέτοιας αμοιβαίας κατάρρευσης. Η Ευρώπη σήμερα, παγιδευμένη στην πιο συντηρητική, νεοφιλελευθέρη πολιτική γίνεται ο κατεξοχήν χώρος κατάρρευσης θεσμών και κοινωνιών, επομένως θερμοκήπιο ακραίων ιδεολογιών, με ή χωρίς φερετζέδες. Η άνοδος τέτοιων ιδεολογιών στην Ευρώπη το επιβεβαιώνει.
Το γεγονός ότι ο φασισμός χρησιμοποιεί ιερούς μανδύες για προκάλυμμα, δεν μπορεί να συσκοτίζει την πολιτική ερμηνεία του φαινομένου. Η Αριστερά ερμηνεύει όλα τα φαινόμενα με όρους πολιτικούς και ιδεολογικούς. Με αυτή την έννοια, ο ισλαμικός φονταμενταλισμός είναι η εκδοχή του φασισμού με φερετζέ ισλαμικό, όπως ο φασισμός φοράει διάφορους φερετζέδες στις διαφορετικές εκδοχές του. Όμως η γενεσιουργός αιτία είναι πάντα η ίδια: η κατάρρευση και ο κατακερματισμός. Σε μια τέτοια Ευρώπη που μαζί με τις ΗΠΑ οδήγησαν σε κατάρρευση τις κοινωνίες της Μέσης Ανατολής και της ανατολικής Ευρώπης, σε μια τέτοια Ευρώπη που οδηγεί σε κατάρρευση τις ίδιες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και τους δημοκρατικούς θεσμούς, η απάντηση δεν μπορεί να είναι παρά αριστερή. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να εφευρεθεί προκειμένου να ξαναγυρίσει στην Ευρώπη η πολιτική στα χωράφια της διαλεκτικής, της ταξικότητας και της ιδεολογικής αντιπαράθεσης.


Δημοσιεύτηκε στην Εποχή.

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

[Μέση Ανατολή] Σία Αναγνωστοπούλου: Τα επακόλουθα του "διαίρει και βασίλευε"

[Συνέντευξη στην Αναστασία Γιάμαλη που δημοσιεύτηκε στην Αυγή.]
 

Την περασμένη εβδομάδα είδε το φως της δημοσιότητας άλλο ένα βίντεο με τον αποκεφαλισμό ακόμη ενός δημοσιογράφου, του 31χρονου Στίβεν Σότλοφ, από τους τζιχαντιστές. Το βίντεο τιτλοφορείται  «Δεύτερο μήνυμα στην Αμερική» και η σκηνοθεσία είναι ίδια με αυτή του πρώτου. Για τους τζιχαντιστές, μιλήσαμε με την αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Σία Αναγνωστοπούλου. Οι τζιχαντιστές δεν εμφανίστηκαν "χθες", μας λέει, ούτε πρόκειται για κάτι "ενιαίο". "Υπάρχουν πολλές εσωτερικές διαιρέσεις εντός του Ισλάμ" τονίζει και μας βοηθά να χαρτογραφήσουμε τις διαφορές και τις νέες ισορροπίες που φέρνουν μαζί τους στην ευρύτερη περιοχή της Μ. Ανατολής.

* Οι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους "ξεφύτρωσαν" από το κίνημα των αντικαθεστωτικών κατά του Άσαντ ή τους συναντάμε και πιο πίσω;
Toυς βρίσκουμε και πιο πίσω. Βέβαια σήμερα, όταν μιλάμε για τζιχαντιστές, δεν εννοούμε ένα και μοναδικό πράγμα, αλλά πολλές ομάδες μαζί που έχουν μπει κάτω από αυτό το όνομα. Έτσι κι αλλιώς αυτή η ιστορία, τουλάχιστον στο πρόσφατο παρελθόν, εξελίσσεται κυρίως στο Ιράκ, ειδικά μετά την αμερικανική εισβολή. Εντοπίζονται περισσότερο εκεί όπου έχει δημιουργηθεί μεγάλο κενό εξουσίας. Ξεκινούν δηλαδή από το Ιράκ κυρίως στην επαρχία Ανμπάρ -αμιγώς σουνιτική περιοχή- όπου έγιναν και οι μεγάλες μάχες. Εκεί γίνονται μεγάλες επιχειρήσεις της Αλ Κάιντα, οι οποίες τελικά κατορθώνουν να δημιουργήσουν ένα τεράστιο ρήγμα ανάμεσα σε αυτή την επαρχία, που μετατράπηκε σε βαθύ ρήγμα ανάμεσα στους σουνίτες και την σιιτική κυβέρνηση του Μαλίκι που έφτιαξαν οι Αμερικανοί.
 
* Πως έχουν τέτοια δύναμη οι τζιχαντιστές;
Στη Μ. Ανατολή πάντα το πρόβλημα είναι οι πολλές διαφορετικές θρησκευτικές ταυτότητες - και μέσα στο ίδιο το Ισλάμ -όχι μόνο μεταξύ μουσουλμάνων- χριστιανών. Έτσι, το να επιχειρήσει κανείς να εκδημοκρατίσει "παίζοντας" με φυλετικές ή θρησκευτικές ταυτότητες ενισχύει την πολιτικοποίησή τους και την άνθηση των φυλετικών διαστάσεων. Σε αυτό που αποκαλούμε σήμερα "τζιχαντιστές" έχουμε να κάνουμε με πολλές φυλετικές σεχταριστικές και θρησκευτικές ταυτότητες μαζί, όπου μία ομάδα, αυτή του του Ισλαμικού Κράτους (ΙΚ), ως ισχυρότερη έχει πάρει το πάνω χέρι. Δεν σημαίνει ότι το ΙΚ του Ιράκ και της Συρίας είναι μόνο του, το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο.

* Διάφοροι αναλυτές υποστηρίζουν ότι είναι λάθος να μιλάμε για άμεση ευθύνη της Αμερικής καθώς επί της ουσίας η εμπλοκή της στην ανάπτυξη των τζιχαντιστών δεν είναι άμεση, αλλά έμμεση αφού επέτρεψε την χρηματοδότησή τους από τους συμμάχους της.
Δεν ξέρω πόσο χρηματοδότησε ή όχι η Αμερική αυτές τις ομάδες, αυτό που ξέρω όμως πάρα πολύ καλά είναι ότι στη Μ. Ανατολή, ειδικά στο Ιράκ, έγινε κάτι αντίστοιχο με αυτό που είχε γίνει -τηρουμένων των αναλογιών- επί αποικιοκρατίας. Δηλαδή, αντί να έχουμε τη δημιουργία μιας κυβέρνησης στο Ιράκ από τους πολίτες, που θα προχωρά στη συγκρότηση μιας μακροταυτότητας -ικανής να συμπεριλάβει τις όποιες φυλετικές, τοπικές, θρησκευτικές ταυτότητες- έχουμε ακριβώς το αντίθετο. Έχουμε μια κυβέρνηση που στο όνομα της απομπααθοποίησης δημιούργησε σεχταριστική ταυτότητα σιιτών και με ορισμένες φυλές εναντίον κάποιων άλλων. Η επέμβαση της Αμερικής ήταν λοιπόν σημαντική προς αυτήν την κατεύθυνση. Για τη χρηματοδότηση πρέπει να γίνει άλλου είδους έρευνα, αλλά η αντιμετώπιση του θέματος του Ιράκ και της Μ. Ανατολής γενικά ακούμπησε σε αυτό που είχε ακουμπήσει η αποικιοκρατία. Στη Συρία έγινε πάνω - κάτω το ίδιο πράγμα.
 
* Ποιος ο ρόλος της Τουρκίας στην όλη κατάσταση την  ώρα που το ΙΚ ισχυροποιείται στο βόρειο Ιράκ και στη Συρία; Αρκεί η ενίσχυση των Κούρδων;
H Τουρκία έχει παίξει μεγάλο ρόλο σε αυτή την υπόθεση, που πάλι δεν θα κρίνω αν ήταν άμεσος ή έμμεσος. Ωστόσο με την πολιτική που ακολούθησε ο Ερντογάν, να κάνει την Τουρκία και την Κωνσταντινούπολη το κέντρο ενός ισλαμικού κόσμου, τροφοδότησε την πολιτική διαφόρων ομάδων που στο όνομα του Ισλάμ και του οράματος ενός ισλαμικού κόσμου προωθούσαν τη δική τους ατζέντα. Η Τουρκία υποστήριξε σχεδόν αμέσως τις αντιπολιτευόμενες ομάδες που κινήθηκαν κατά του Άσαντ εκτιμώντας πως θα τον αποδυναμώσει ώστε να γίνει το επίκεντρο. Αυτό γύρισε μπούμερανγκ, με τζιχαντιστές να δρουν και να κινούνται στο έδαφός της. Έχει βρεθεί λοιπόν στο επίκεντρο μιας κατάστασης που τελικά θα την υπονομεύσει.
Οι Κούρδοι εν τω μεταξύ ενδυνάμωσαν τη θέση τους σημαντικά, -κυρίως το αυτόνομο κράτος του Κουρδιστάν στο Ιράκ με πρωτεύουσα το Ερμπίλ- αλλά δεν είναι σε θέση απο μόνοι τους να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, αν και είναι οι μόνοι που αντιστάθηκαν οργανωμένα στο ΙΚ Συρίας και Ιράκ. Φαίνεται όμως πως η κατάσταση έχει ξεφύγει από οποιονδήποτε έλεγχο και θα έχει απρόβλεπτη εξέλιξη, γιατί η λογική του τρόμου έχει μπει στο επίκεντρο της μάχης για εξουσία στην περιοχή. Οι αποκεφαλισμοί είναι ένα μέσο οικειοποίησης του κόσμου με τη λογική του τρόμου. 

* Είναι πια διαχειρίσιμη η χάραξη του χάρτη της Μ. Ανατολής, όπως αυτή έγινε από τους Σάικς - Πικό μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας;
Κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι θα δούμε στη Μ. Ανατολή στο μέλλον. Έχουμε πολλές ομάδες, έχουμε ένα ΙΚ που θέλει Χαλιφάτο, ένα κατακερματισμένο ανομοιογενές Ισλάμ. Ωστόσο, αν πρέπει να γίνει μία επανατοποθέτηση στον χάρτη της Μ. Ανατολής, αυτή πρέπει να αφορά την Παλαιστίνη. Όσο υπάρχει το πρόβλημα της Παλαιστίνης, αναπαράγεται μια μεγάλη σύγκρουση στην περιοχή και τη νομιμοποιεί. Το να αλλάξει όλος ο χάρτης είναι πρόβλημα.


* Η ύπαρξη του ΙΚ πως λειτουργεί για το Ισραήλ; Ενισχυτικά ή όχι;
Ενισχύεται σίγουρα το Ισραήλ. Μπαίνουμε σε λογική τρόμου και τρομοκράτησης, σε μια λογική που από φόβο θα έχουμε περισσότερη στρατιωτικοποίηση και πολέμους. Η απειλή για το Ισραήλ προσωποποιείται στους Παλαιστινίους και αυτούς θα διαλύσει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως υπάρχουν δύο πληθυσμοί τα προβλήματα των οποίων πρέπει να διευθετηθούν, οι Παλαιστίνιοι και οι Κούρδοι.

* Το Κουρδικό θα λυθεί; O Ερντογάν φαίνεται πρόθυμος
Φαίνεται πως και οι Κούρδοι της Τουρκίας είναι πρόθυμοι και έχουν βρει κοινό τόπο με τον Ερντογάν. Μακάρι να λυθεί με τον καλύτερο τρόπο, όσο όμως η Μ. Ανατολή είναι σε τέτοια αναταραχή κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Φοβάμαι πως η Ιστορία μάς έχει ξεπεράσει στην περιοχή.

* Να πάμε λίγο στην Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ. Έχουμε μπει σε μια περίοδο κρίσεων σε Μ. Ανατολή και ανατολική Ευρώπη, με τον ΣΥΡΙΖΑ να προωθεί μια ενεργητικά φιλειρηνική εξωτερική πολιτική. Προς ποια κατεύθυνση εκτιμάτε ότι πρέπει να κινηθεί;
H πρώτη κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να κινηθεί κατά τη γνώμη μου η Αριστερά και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η άμεση λύση του Κυπριακού. Άμεση λύση, γιατί Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι πρέπει να ξαναβρεθούν ισότιμα στο κυπριακό κράτος. Η Κύπρος θα μπορούσε να είναι μια εστία που θα μπορούσε να δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στο μέλλον ή θα χρησιμοποιούνταν σαν ένα ανεξέλεγκτο έδαφος -κυρίως στην κατεχόμενη βόρεια πλευρά- με απρόβλεπτη εξέλιξη. Η φιλειρηνική πολιτική πρέπει να ξεκινά από τους γείτονες, από τον άμεσο περίγυρο μας. Για τον ΣΥΡΙΖΑ σήμερα εκτιμώ πως η επίλυση με τον πιο ειρηνικό και δημοκρατικο τρόπο των προβλημάτων που έχει η Ελλάδα, χωρίς αναπαραγωγή εθνικιστικών σχημάτων στο όνομα ενός αριστερού πατριωτισμού θα είναι μια καλή αρχή. Αυτά τα προβλήματα πρέπει να λυθούν στο όνομα της σημερινής πραγματικότητας με όρους δημοκρατίας και διεθνούς δικαίου.
Για να μπορεί να έχει ένα αριστερό κόμμα αντιιμπεριαλιστική πολιτική, πρέπει ακριβώς να χτυπήσει την καρδιά του ιμπεριαλισμού, που είναι το "διαιρώ τους πληθυσμούς προκειμένου να έχω κυριαρχία". Για μας, φιλειρηνική πολιτική σημαίνει ενίσχυση της πολιτικής μας με τους γύρω λαούς, με σεβασμό και στις ανησυχίες των άλλων και τις δικές μας. Η διάσπαση των εθνών - κρατών δεν βοηθάει καθόλου και οξύνει τις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις.

Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

[Μέση Ανατολή] Εν ονόματι του σιίτη ή σουννίτη Αλλάχ

Μέση Ανατολή ή προβλήματα Ιστορίας και Γεωγραφίας

Η δράση της ισλαμιστικής (σουνιτικής) οργάνωσης «Ισλαμικό κράτος του Ιράκ και της Εγγύς Ανατολής» έρχεται να επιβεβαιώσει την «επαναθρησκειοποίηση» της Μέσης Ανατολής. Πρόκειται για μια διαδικασία η οποία εγκαινιάστηκε με την πολιτική των ΗΠΑ στην περιοχή και την επικράτηση σε χώρες όπως η Τουρκία ενός άλλου πολιτικού προτύπου: του ισλαμικού νεοφιλελευθερισμού. Η Αραβική Άνοιξη, ξέσπασμα της ανάγκης εκδημοκρατισμού, συνεθλίβη στο χάος που δημιούργησε η επικαιροποίηση του Ισλάμ και των εκδοχών του ως αποκλειστικής πολιτικής «γλώσσας» συνομιλίας, καθώς αναβίωνε η πάλαι ποτέ επινοημένη σύγκρουση «πολιτισμών».

Εντούτοις, το μείζον ιστορικό πρόβλημα στις χώρες της περιοχής οι οποίες χαρακτηρίζονταν από ανομοιογένεια πληθυσμού (είτε σε εθνοτική ή θρησκευτική βάση είτε λόγω των πολλών και διάσπαρτων φυλών) ήταν η οικοδόμηση δημοκρατικού έθνους-κράτους. Πρόβλημα το οποίο, λόγω των ιδιαίτερων ιστορικών συνθηκών –αποικιοκρατία, τεράστιοι οικονομικοί και γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί–, καταντούσε πιο πολύπλοκο όσο αυτός ο παραδοσιακός κατακερματισμός, αντί να εξουδετερώνεται, αναδεικνυόταν σε βάση μετάβασης στη νεωτερικότητα. Η περιοχή πέρασε στη φάση της νεωτερικότητας με όλες τις στρεβλώσεις που δημιούργησε παντού η αποικιοκρατία, στο πλαίσιο της οποίας κατασκευάστηκε μια ιδιαίτερη, μεσανατολίτικη νεωτερικότητα, με κυρίαρχο εργαλείο τη νεωτερική επικαιροποίηση της θρησκείας.

Ο μύθος του αντιιμπεριαλιστικού Ισλάμ

Σε ένα αντιδημοκρατικό νεωτερικό περιβάλλον, που επέβαλε η αποικιακή νεωτερικότητα στην περιοχή, ενισχύθηκαν –είτε ως προνομιακοί συνομιλητές είτε ως φορείς μιας άλλης, ισλαμικής νεωτερικότητας– οι τοπικές θρησκευτικές κατεξοχήν ελίτ, οι οποίες κινδύνευαν, στη νέα ιστορική φάση, να χάσουν την εξουσία τους. Με λίγα λόγια, η πολιτικοποίηση του Ισλάμ, ακόμη και ως αντιαποικιακού, ομογενοποιητικού φορέα αντίστασης, ήταν προϊόν του αντιδημοκρατικού πλαισίου άσκησης της εξουσίας που διαμόρφωνε η αποικιοκρατία. Ο μύθος του αντιιμπεριαλιστικού Ισλάμ ή των αντιιμπεριαλιστικών θρησκευτικών ομάδων είναι προϊόν πολλών κατασκευών και στρεβλώσεων. Τόσο η αποικιακή εξουσία όσο και μια ντόπια θρησκευτική αντιμετώπιζαν τον ίδιο κίνδυνο: τη συγκρότηση ενός πολιτικού σώματος, ομογενοποιημένου στη βάση πολιτικών, κοσμικών αρχών.

Η αποαποικιοποίηση και η συγκρότηση εθνών-κρατών στην περιοχή, που σημαδεύτηκε –και πάλι για ιστορικούς λόγους– από την κυριαρχία στρατιωτικών καθεστώτων, σε προνομιακή συνομιλία είτε με τη μία είτε με την άλλη υπερδύναμη του Ψυχρού Πολέμου, οδήγησε μεν στην ομογενοποίηση των πληθυσμών και την εκκοσμίκευση του πολιτικού συστήματος, ο εκδημοκρατισμός ωστόσο παρουσίαζε σημαντικό έλλειμμα. Ο εκδημοκρατισμός αποτελούσε απειλή, όχι μόνο γι’ αυτά τα καθεστώτα, αλλά κυρίως για τη «Δύση», για την οποία ο κίνδυνος σε αυτές τις χώρες (και όχι μόνο) ήταν (και παραμένει) η «ανυπότακτη» πλειοψηφία, η πλειοψηφία ως πολιτικό σώμα με πολιτική και ταξική συνείδηση. Ο όρος «Μεσανατολίτης» παραμένει μια χρήσιμη επινόηση, που νομιμοποιεί ιστορικά την κηδεμονία και την υποταγή.

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου που είχε ως συνέπεια την απρόσκοπτη επέλαση του νεοφιλελευθερισμού και, ταυτόχρονα, διεθνείς ανακατατάξεις, δημιούργησε νέα δεδομένα. Ενώ λοιπόν σε αυτές τις χώρες –σε άλλες νωρίτερα, σε άλλες αργότερα– το ζήτημα του εκδημοκρατισμού τέθηκε επιτακτικά, η παγκόσμια νεοφιλελεύθερη «Δύση» αποφάσισε να συνομιλήσει με τις δυνάμεις που μπορούσαν είτε να «υποτάξουν» είτε να κατακερματίσουν την πλειοψηφία. Η περίπτωση του Ιράκ είναι η πλέον χαρακτηριστική. Ενώ το μείζον πρόβλημα ήταν το δικτατορικό καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν, εναντίον του οποίου άρχισε να συγκροτείται ένα πολιτικό δημοκρατικό σώμα, η επέμβαση των ΗΠΑ άλλαξε εντελώς τα δεδομένα. Η δημοκρατία τέθηκε ως ζήτημα θρησκευτικής ετερότητας, και όχι ως ζήτημα ισότιμης πολιτικής ελευθερίας των πολιτών. Ο Σαντάμ δεν αντιμετωπίστηκε ως δικτάτορας με πολιτικούς όρους, αλλά με «πολιτισμικούς»: ως σουννίτης ο οποίος καταπίεζε τους σιίτες. Έτσι ο ιρακινός λαός κατακερματίστηκε ανάμεσα σε δύο «κοινότητες», τους σουννίτες και τους σιίτες, κι άρχισε το μεγάλο «γλέντι», η ανάδυση όλων των θρησκευτικών-φυλετικών δαιμόνων.

Εν ονόματι του σιίτη ή του σουννίτη Αλλάχ

Αυτό ήταν το έδαφος για να αναπτυχθούν από τη μια μεριά όλες οι φυλετικές-θρησκευτικές εξτρεμιστικές ομάδες. Από την άλλη, ενισχύθηκαν οι φιλοδοξίες των γειτονικών κρατών (Ιράν, Τουρκία, Σαουδική Αραβία), τα οποία ανέλαβαν, στο όνομα του σιίτη ή σουνίτη Αλλάχ, να παίξουν τον ρόλο της ομογενοποιητικής, «εκπολιτιστικής Δύσης» στο όνομα ή εναντίον της «Δύσης». Να γίνουν δηλαδή οι διακινητές στο Ιράκ, τη Συρία αλλά και την Αίγυπτο (με άλλους όρους στην τελευταία) μιας ισλαμικής κοινότητας.

Η Τουρκία, το Ιράν και οι μοναρχίες του Κόλπου, με πρώτη τη Σαουδική Αραβία, ενίσχυσαν τη θέση τους στην περιοχή αλλά και τη διαπραγματευτική τους ικανότητα διεθνώς, εκμεταλλευόμενες τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις στη Συρία και το Ιράκ. Η Τουρκία, όπως και η Σαουδική Αραβία άλλωστε, «συνομίλησαν» προνομιακά με το «Ισλαμικό κράτος του Ιράκ και της Εγγύς Ανατολής», εν ονόματι του σουννί Ισλάμ, στην ουσία όμως για να διαφεντέψουν την περιοχή. Η Τουρκία είχε έναν λόγο παραπάνω: επεδίωκε, μέσα από την ενίσχυση της ισλαμιστικής οργάνωσης, να μειώσει τη δύναμη των Κούρδων της Συρίας. Παρά τις «αναλύσεις» ελλήνων «ειδικών», οι οποίοι παπαγαλίζουν τα περί «νεοθωμανισμού», ήταν προφανές ότι η πολιτική της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή στεφόταν από απόλυτη αποτυχία. Κι αυτό γιατί η γλώσσα με την οποία επέλεγε να συνδιαλλαγεί σε αυτή την περιοχή, οι συμμαχίες που έκανε στο όνομα του σουννί Ισλάμ, οδηγούσαν πρωτίστως στην ενίσχυση τέτοιων φονταμενταλιστικών ομάδων, οι οποίες βεβαίως κατακερμάτιζαν τον ενιαίο «ισλαμικό χώρο» όπου η Τουρκία ήθελε να πρωταγωνιστήσει.

Η «κουρδική λεκάνη»

Σε αυτό το «θρησκευτικό» χάος που έχει διαμορφωθεί στην περιοχή, ο μοναδικός παράγοντας που έχει οικοδομήσει πολιτικές δομές εξουσίας είναι οι Κούρδοι. Έπειτα από δεκαετίες φυλετικού, γεωγραφικού και γλωσσικού κατακερματισμού, οι Κούρδοι βρίσκονται σε φάση ομογενοποίησης με κριτήρια εθνικής συγκρότησης. Διαμορφώνεται μια «κουρδική λεκάνη» (κατά την έκφραση του Νταβούτογλου), που τείνει να συμπεριλάβει τους Κούρδους του Ιράκ, της Συρίας και τη Τουρκίας. Τη στιγμή λοιπόν που η Τουρκία νόμιζε ότι πρωταγωνιστούσε στις εξελίξεις στη Συρία, ενισχύοντας το «Ισλαμικό κράτος του Ιράκ και της Εγγύς Ανατολής», οι Κούρδοι της περιοχής συσπειρώνονταν θεσμικά γύρω από το Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης (PDY) και τα τοπικά κοινοβούλια που αυτό ίδρυσε. Ενώ η Τουρκία με τις ισλαμικές μεγαλοστομίες της έχανε την μπάλα στη Συρία, οι Κούρδοι, σε συνεργασία με το ΡΚΚ, όριζαν τον γεωγραφικό τους χώρο (Ροζιάβα) και αναδεικνύονταν στον πλέον αποτελεσματικό αναχαιτιστή της ισλαμιστικής οργάνωσης, ενώ πρόσφεραν την πιο αξιόπιστη κοσμική εναλλακτική πρόταση στην πολιτική του Άσσαντ. Στο Ιράκ επίσης, το αυτόνομο κράτος των Κούρδων συνιστά τη μοναδική κοσμική απάντηση στο χάος των «φυλετικών-θρησκευτικών» αντιπαραθέσεων.
Το «μικρό Αφγανιστάν» (κατά την έκφραση ενός σημαντικού τούρκου αναλυτή), που επιδιώκει να κατασκευάσει το «Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και της Εγγύς Ανατολής» στη λεκάνη Συρίας-Ιράκ, έκανε την Τουρκία να συνειδητοποιήσει το αυτονόητο: ότι η οικονομική, ενεργειακή και κυρίως η πολιτική επιβίωση των συνόρων της δεν εξαρτάται από τα μεγαλεπήβολα σχέδιά της, αλλά από την επίλυση του Κουρδικού. Μόνο που σε αυτή τη φάση οι Κούρδοι έχουν ισχυρά διαπραγματευτικά χαρτιά. Από την άλλη, οι Κούρδοι επικαιροποίησαν τη σημασία των παλιών, «κλασικών» νεωτερικών θεσμών και μηχανισμών αποτελεσματικής, πολιτικής κινητοποίησης: του κόμματος και των τοπικών κοινοβουλίων, μέσα από τα οποία διαμορφώνονται οι όροι της ενσώματης συμμετοχής, εν τόπω και χρόνω. Ίσως αυτή να είναι η πιο σημαντική διαφορά με την Αραβική ή την Τουρκική Άνοιξη, η οποία, παρά τις τεράστιες και μαχητικές κινητοποιήσεις, έμεινε στη «διαφήμιση» του πολιτικού μηνύματος. Δεν μπόρεσε να συγκροτήσει τους θεσμούς και του μηχανισμούς πολιτικοποίησης της κοινωνίας.


[Δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής]

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2006

[Τουρκία] Τουρκία και Δύση: ο εκδυτικισμός ως κεμαλική αξία

Στη σημερινή μου εισήγηση θα αναφερθώ στο πρόβλημα του εκδυτικισμού της Τουρκίας, ως μιας από τις μεγάλες κεμαλικές αξίες. Δηλαδή, πώς η πορεία της Τουρκίας προς τη Δύση συνιστά μια από τις μεγαλύτερες κεμαλικές αξίες. Σε αυτό το πλαίσιο, θα προσπαθήσω να παρακολουθήσω την παραπάνω πορεία σε δύο επίπεδα: Πρώτον, ως μια συνεχή προσπάθεια εκδυτικισμού, έτσι όπως ο εκδυτικισμός ορίζεται από τον κεμαλισμό. Δεύτερον, ως προς τις μεταβολές που υφίσταται ιστορικά το περιεχόμενο του εκδυτικισμού, επομένως και της Δύσης, τόσο στο πλαίσιο ενός συνεχώς μεταβαλόμενου κεμαλισμού όσο και στο πλαίσιο των μεταβολών της πολιτικής της ίδιας της Δύσης απέναντι στην Τουρκία. Είναι γνωστό ότι η προσπάθεια εκδυτικισμού ξεκινά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήδη από τον 19ο αιώνα, με τις περίφημες μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ, και θα συνεχιστεί ενισχυμένη την περίοδο των Νεοτούρκων, 1908-1918.

Όλη αυτή την περίοδο διαμορφώνονται δύο τάσεις εκδυτικισμού, η μια γραφειοκρατική (εκδυτικισμός επιβεβλημένος από τις ανάγκες του κράτους, άρα από πάνω), η άλλη εκδυτικισμός με τη συναίνεση της κοινωνίας. Τη δεύτερη τάση την εκφράζουν πρώτοι οι Νεοθωμανοί διανοούμενοι, που αναπτύσσουν τη θεωρία σύμφωνα με την οποία ο κοινοβουλευτισμός, το Σύνταγμα, οι δυτικές αξίες δηλαδή, δεν αποτελούν αξίες ασύμβατες προς το Ισλάμ, δεν αποτελούν λοιπόν νεωτερισμό (μπιντάτ), αλλά υπάρχουν στη σαρία. Μέσα από το Ισλάμ, επίσης, νομιμοποιούνται οι επιδράσεις του δυτικού κόσμου, οι μεταρρυθμίσεις προς την κατεύθυνση του εκδυτικισμού, αφού η σαρία προβλέπει αποφάσεις (αχκάμ) για αλλαγές αναλόγως της συγκυρίας.

Λίγο αργότερα, ο θεωρητικός του τουρκικού εκδυτικισμού συστηματοποιεί τη συζήτηση περί εκδυτικισμού, καταφεύγοντας στην πολύ λειτουργική για την εποχή διάκριση ανάμεσα στον πολιτισμό (μεντενιγιέτ) και την κουλτούρα (χαρς). Σύμφωνα με αυτήν τη διάκριση, οι δυτικές αξίες αποτελούν υλικές αξίες του τουρκικού έθνους, είναι θέμα λοιπόν πολιτισμού, ενώ τα ήθη, τα έθιμα, η θρησκεία αποτελούν πνευματικές αξίες, δηλαδή συνιστούν την κουλτούρα ενός έθνους. Στη δεύτερη αυτή τάση ενυπάρχει το αίτημα για έναν εκδυτικισμό μέσα από τον οποίο θα εξασφαλίζεται η δύναμη του κράτους εναντίον της δυτικής οικονομικής εξάρτησης, ενώ θα εξασφαλίζεται επίσης η ενότητα του πληθυσμού. Ένας εκδυτικισμός λοιπόν "εθνικός" και ομογενοποιητικός, που θα αποτρέπει τις αποσχιστικές τάσεις, επομένως την κατάρρευση του κράτους. Τελικά, ο εκδυτικισμός αυτής της περιόδου λειτούργησε για πολλούς λόγους ως μέσον νομιμοποίησης της διάσπασης, επομένως της κατάρρευσης, και όχι ομογενοποιητικά.

Ο Μουσταφά Κεμάλ, μέσα από το τουρκικό εθνικό κίνημα, επανοριοθετεί τόσο την έννοια και το περιεχόμενο του εκδυτικισμού όσο και την έννοια "Δύση". Ο Αγώνας εθνικής ανεξαρτησίας των Τούρκων διεξάγεται "εναντίον της Δύσης", αλλά και "με τη Δύση εναντίον της Δύσης". Αυτή την κρίσιμη περίοδο του τουρκικού εθνικού κινήματος διαμορφώνεται μια πολυπρόσωπη Δύση --καλή, κακή--, αλλά συγχρόνως εμπεδώνεται και ένας ομοιογενής και ομογενοποιητικός εκδυτικισμός. Έτσι, η καλή ή η κακή Δύση δεν οριοθετείται με ιδεολογικά κριτήρια, όπως επίσης δεν προϋποθέτει ούτε συνεπάγεται τη νομιμοποίηση ανάπτυξης ιδεολογικών ρευμάτων στην κοινωνία υπέρ ή εναντίον της μιας ή της άλλης Δύσης. Το ποια είναι κακή, το ποια είναι καλή το αποφασίζει το έθνος, δηλαδή ο Μουσταφά Κεμάλ στον οποίο, όπως ο ίδιος κατηγορηματικά δηλώνει, το έθνος εμπιστεύτηκε το εθνικό μυστικό.

Ο εκδυτικισμός της τουρκικής κοινωνίας καθίσταται απόλυτη εθνική αξία, μέρος της συνείδησης του έθνους, μόνο όμως στο πλαίσιο του κεμαλισμού. Ο εκδυτικισμός δηλαδή και οι δυτικές αξίες (δημοκρατία, ελευθερία κλπ.) αποτελούν μη διαπραγματεύσιμες, εθνικές αξίες μόνον εφόσον οριοθετούνται στο πλαίσιο του κεμαλισμού, εφόσον τις διαχειρίζονται οι ειδικοί του έθνους, δηλαδή οι φορείς του κεμαλισμού. Έξω από αυτόν γίνονται αντεθνικές, προδοτικές αξίες. Ο απόλυτα ελεγχόμενος εκδυτικισμός της τουρκικής κοινωνίας αποτελεί μονόδρομο για τους Τούρκους. Ο ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ υπογραμμίζει: "Πρέπει να είμαστε πολιτισμένοι άνθρωποι. Υποφέραμε πολύ γιατί δεν καταλάβαμε τον κόσμο. Οι ιδέες μας και ο τρόπος σκέψης μας πρέπει να είναι πολιτισμένοι από κορυφής μέχρι ονύχων. Είτε το θέλουμε είτε όχι, θα προχωρήσουμε, είναι υποχρέωση. Το έθνος οφείλει να το γνωρίζει". Οι μεταρρυθμίσεις εκδυτικισμού που επιβάλλονται με τον πιο βίαιο τρόπο από πάνω, την πρώτη περίοδο της Τουρκικής Δημοκρατίας, θεωρούνται επιβεβλημένες από το έθνος, μέσω των ειδικών του που κατέχουν το μυστικό του έθνους.

Πριν κλείσω αυτή την πρώτη περίοδο, αξίζει να αναφερθώ στην ίδια τη Δύση και τις σχέσεις της με την Τουρκική Δημοκρατία της πρώτης περιόδου. Μέσα από το κεμαλικό κίνημα (1919-1922) οριοθετούνται σταδιακά σε νέα βάση ως προς τις στοχεύσεις αλλά παλιά ως προς τους διαύλους επικοινωνίας, οι σχέσεις Δύσης-Τουρκίας. Παρά τις αρχικές σοβαρές επιφυλάξεις των Μεγάλων Δυνάμεων για το κεμαλικό κίνημα, επιφυλάξεις που κάποιες από αυτές, όπως η Αγγλία, διατήρησαν για αρεκτό διάστημα, δύο πράγματα τις πίεσαν ώστε να αναγνωρίσουν το κεμαλικό κίνημα, και κυρίως την Τουρκική Δημοκρατία, ως δυτικά. Πρώτον, η συμμαχία του Μουσταφά Κεμάλ με τον Λένιν~ δεύτερον, ο ξεσηκωμός όλου του μουσουλμανικού κόσμου --αποικιοκρατούμενου στο μεγαλύτερο μέρος του-- εναντίον της απόβασης του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, καθώς και η αναγνώριση από τους μουσουλμάνους του κεμαλικού κινήματος ως αντιαποικιακού, αντιιμπεριαλιστικού. Ένα τουρκικό κράτος σταθερά προσανατολισμένο προς τη Δύση και αρκετά δυνατό στο εσωτερικό του, ώστε να επιβάλλει τις δυτικές αξίες χωρίς να επιτρέπει την ανάδειξη φυγόκεντρων αποσχιστικών δυνάμεων, αποτελούσε τον σημαντικότερο ενδιάμεσο των δυτικών συμφερόντων, τόσο εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης όσο και για καθησυχασμό του μουσουλμανικού κόσμου. Θα έλεγα --εκ των υστέρων βέβαια-- ότι ο Μουσταφά Κεμάλ, εργαλειοποιώντας τις σχέσεις του με τη Σοβιετική Ένωση και το αντιαποικιακό πνεύμα του μουσουλμανικού κόσμου, κέρδισε για την Τουρκία τη θέση του δυτικού κράτους στη Δύση, μια θέση που η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε χάσει. Άλλωστε ο Κεμάλ, παρά τις καλές σχέσεις που διατηρεί με τη Σοβιετική Ένωση μέχρι το τέλος της ζωής του --είναι γνωστός ο θαυμασμός του για τον Στάλιν--, παρά τις συμμαχίες του με γειτονικά κράτη, παραμένει σταθερά προσηλωμένος σε μια Δύση των δυνατών, στην οποία η Τουρκία πρέπει οπωσδήποτε να ανήκει.

Αυτή η θέση της Τουρκίας στον δυτικό κόσμο αρχίζει να σταθεροποιείται κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, κυρίως από το 1952 και μετά, όταν γίνεται μέλος του ΝΑΤΟ. Καταρχάς ο εκδυτικισμός προσλαμβάνει μια πιο πλουραλιστική, αλλά συγχρόνως και πιο αυταρχική διάσταση. Μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τον κεμαλισμό, και κατά συνέπεια τον εκδυτικισμό, τον διαχειρίζεται απολύτως το ένα και μοναδικό κόμμα: το Λαϊκό Ρεπουμπλικανικό, με ηγέτη τον ίδιο τον Κεμάλ. Μετά το Β’ Παγκόσμιο, όταν η Τουρκία εγκαινιάζει πλουραλιστικό κομματικό σύστημα, και στις εκλογές του ’50 εκλέγεται ένα νέο κόμμα, το Δημοκρατικό, τόσο ο κεμαλισμός όσο και ο εκδυτικισμός από εθνικά, αδιαπραγμάτευτα θέματα καθίστανται πολιτικά, με την έννοια ότι αποτελούν ζητήματα πολιτικής αντιπαράθεσης, κατεξοχήν ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα. Ο εκδυτικισμός λοιπόν αρχίζει να λειτουργεί συγκρουσιακά, θα λέγαμε πιο δημοκρατικά. Ωστόσο, σε μια χώρα, με αδύναμο, για να διαχειρίζεται αυτό τον δημοκρατικά διαμορφούμενο εκδυτικισμό, πολιτικό σύστημα, οι κίνδυνοι είναι πολλοί για ένα κράτος-μέλος της Ατλαντικής Συμμαχίας από το 1952. Ένας ελεγχόμενος, δημοκρατικός, αλλά οπωσδήποτε ομογενοποιητικός εκδυτικισμός, που θα εξουδετερώνει όλες τις φυγόκεντρες δυνάμεις που γεννιώνται από αυτόν σε μια κοινωνία με ανοιχτά ταξικά αλλά και εθνικά ζητήματα, είναι παραπάνω από απαραίτητος για την αντιμετώπιση του κομμουνισμού. Μια ισχυρή δύναμη, ικανή να επιβάλει έναν ομοιογενή και αδιαμφισβήτητο εκδυτικισμό --έναν ατλαντικό εκδυτικισμό-- είναι απαραίτητη. Η ατλαντική Δύση έχει ανάγκη από μια Τουρκία δημοκρατική μεν αλλά αρκετά ισχυρή ώστε να προωθεί τις δυτικές (ατλαντικές) αξίες, χωρίς τον κίνδυνο ανατροπών. Ο στρατός στο παρασκήνιο αρχίζει σιγά σιγά, με την αμέριστη βοήθεια των ΗΠΑ, να ανασυγκροτείται.

Η δεκαετία του ’50 είναι εξαιρετικά κρίσιμη, αφού το Δημοκρατικό Κόμμα στην εξουσία αποδεικνύεται ανίκανο να εμπεδώσει δημοκρατικά έναν ομογενοποιητικό εκδυτικισμό. Με τα γεγονότα του 1955, όταν ένας άγριος εθνικισμός, που ξεπερνά τις προθέσεις και τους στόχους του κράτους που τον είχε εκθρέψει, εκδηλώνεται κατά της ρωμέικης μειονότητας της Πόλης, η Τουρκία έρχεται αντιμέτωπη με δύο κρίσιμα προβλήματα. Το πρώτο αφορά το κατά πόσον η Τουρκία είναι δημοκρατική, επομένως και δυτική χώρα. Το δεύτερο αφορά το κατά πόσον η Τουρκία είναι δυτική χώρα ως προς την ικανότητά της να παίζει σταθεροποιητικό ρόλο στην περιοχή. Τα γεγονότα του 1955 δημιούργησαν μεγάλη εμπλοκή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τέτοια που έθετε σε κίνδυνο την ατλαντική συμμαχία σε αυτή την περιοχή.

Σε αυτή την έκρυθμη κατάσταση όπου το οικονομικό αδιέξοδο και η μεγάλη αστυφιλία αφήνουν διόδους ενίσχυσης του Ισλάμ και υπονομεύουν τον εκδυτικισμό, ο στρατός αναλαμβάνει να γίνει ο ρυθμιστής ενός δημοκρατικού αλλά απολύτως ελεγχόμενου και ομογενοποιητικού εκδυτικισμού. Τον Μάιο του 1960 εκδηλώνεται το πρώτο πραξικόπημα το οποίο, όσο αντιφατικό κι αν είναι, θεωρείται "δημοκρατικό", και με το οποίο επαναπροσδιορίζεται ο κανόνας της δημοκρατίας, επομένως του εκδυτικισμού -- δηλαδή ο κεμαλισμός. Με αυτό το πραξικόπημα ο στρατός επιβάλλεται ως ο ρυθμιστής και εγγυητής των κεμαλικών αξιών, επομένως και του εκδυτικισμού. Με αυτό τον τρόπο ο εκδυτικισμός ως κεμαλική αξία μπορεί να αναπροσαρμόζεται στη συγκυρία --όπως άλλωστε το σύνολο του κεμαλικού αξιακού συστήματος-- αρκεί αυτό να γίνεται από τους ειδικούς του έθνους, δηλαδή τον στρατό. Με αυτή την έννοια ο στρατός εγγυάται τον επαναπροσδιορισμό της ίδιας της δημοκρατίας στο πλαίσιο του κεμαλισμού, όπως ο ίδιος τον διαχειρίζεται. Στο εξής κεμαλικά, επομένως και δυτικά, κόμματα θα είναι αυτά που θα έχουν την ανοιχτή ή σιωπηρή συναίνεση του στρατού.

Αν όμως το πραξικόπημα του 1960 ρύθμισε τον εκδυτικισμό με όρους "δημοκρατικούς", δεν συμβαίνει το ίδιο και με το πραξικόπημα του 1971. Στη δεκαετία του 1960 στην Τουρκία το αριστερό κίνημα εμφανίζεται ενισχυμένο, ενώ νέα κόμματα κάνουν την εμφάνισή τους~ ανάμεσα σε αυτά, και το εθνικιστικό κόμμα του Αρπασλάν Τουρκές. Το σύνθημα που επικρατεί αυτή την περίοδο στις μεγάλες διαδηλώσεις της Αριστεράς είναι το μπαγιμσίζ Τουρκιέ (ανεξάρτητη Τουρκία), ένα σύνθημα εναντίον της ατλαντικής Δύσης. Αυτός ο αριστερός αντιδυτικισμός, μέσα από τον οποίο διεκδικούνται οι ευρωπαϊκές αξίες της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας κλπ. εναντίον της Δύσης, δεν είναι σε καμιά περίπτωση αντικεμαλικός, αντιθέτως διεκδικείται ως κεμαλικός αντιδυτικισμός. Μέσα από αυτόν ανακαλείται ένας κεμαλικός αντιιμπεριαλισμός της περιόδου του εθνικού κινήματος. Σε αυτήν τη φάση, όπου οι κεμαλικές αξίες διεκδικούνται ως αριστερές, επομένως μέσα από αυτές νομιμοποιείται η Αριστερά, ο κίνδυνος ενίσχυσης ενός αντιατλαντικού, αριστερού εκδυτικισμού είναι άμεσος. Ο στρατός, με τη βοήθεια που του προσφέρει η ανεξέλεγκτα εθνικιστική δράση του Τουρκές, αναλαμβάνει να ερμηνεύσει τον αντιατλαντικό εκδυτικισμό της Αριστεράς με έναν σκληρό εθνικιστικό εκδυτικισμό. Το πραξικόπημα του 1971 είναι ένα σκληρό, εθνικιστικό και αντιαριστερό πραξικόπημα. Ο αντιιμπεριαλισμός λοιπόν είναι νομιμοποιημένος εθνικά μόνο στο πλαίσιο του κεμαλισμού, όπως αυτό τον ρυθμίζει ο στρατός. Στην ουσία ο στρατός με το πραξικόπημα κεμαλοποιεί τον αυταρχικό εκδυτικισμό του Τουρκές και απονομιμοποιεί ως αντεθνικό τον αριστερό εκδυτικισμό.

Αν με το πραξικόπημα του 1971 νομιμοποιείται στο πλαίσιο του κεμαλισμού από τον στρατό ένας αυταρχικός εθνικιστικός εκδυτικισμός, η δεκαετία του ’70 αναδεικνύει μια άλλη πιο σύνθετη πραγματικότητα. Είναι η εποχή της εμφάνισης του ισλαμικού αντιδυτικισμού, όπως εκφράζεται από το πρώτο ισλαμικό κόμμα στην Τουρκία, το κόμμα εθνικής τάξης του Νετζμεττίν Ερμπακάν. Με το πολιτικό Ισλάμ επανέρχεται η παλιά, γνωστή διάκριση, την οποία ο Μουσταφά Κεμάλ είχε εξουδετερώσει, ανάμεσα σε πολιτισμό και κουλτούρα. Σύμφωνα με αυτή, τα ευρωπαϊκά επιτεύγματα του πολιτισμού, κυρίως τεχνολογία και επιστήμη, είναι αποδεκτά στο πλαίσιο του πολιτισμού. Οι αξίες όμως της δημοκρατίας της ελευθερίας κ.λπ. αποτελούν αξίες της κουλτούρας των Τούρκων, επομένως είναι ισλαμικές αξίες. Υπό το φως της ανάδειξης των ευρωπαϊκών αξιών ως πρωτογενώς ισλαμικών, το πολιτικό Ισλάμ νομιμοποιεί την εδραίωση του συνδρόμου του Τανζιμάτ, όπως αυτό είναι γνωστό. Δηλαδή η κατάρρευση της Αυτοκρατορίας προήλθε από τον εκδυτικισμό, ο οποίος δεν βασίστηκε στις ισλαμικές αξίες αλλά προκάλεσε ρήξη με την οθωμανοϊσλαμική παράδοση. Σε μια πρώτη ανάγνωση, το Κόμμα Εθνικής Τάξης φαίνεται να είναι αντικεμαλικό και οπωσδήποτε αντιδυτικό, πολύ περισσότερο που το κεντρικό του σύνθημα είναι "Ενάντια στη Δύση, ενάνρτια στην Ευρώπη". Ωστόσο, μια πιο προσεχτική ανάγνωση ανατρέπει την πρώτη εντύπωση. Με το πολιτικό Ισλάμ ενισχύεται ο πιο αυταρχικός, συντηρητικός και εθνικιστικός κεμαλισμός, εναντίον οποιασδήποτε κοινωνικής και πολιτικής διεκδίκησης στο εσωτερικό της Τουρκίας βασισμένης στη δημοκρατική εμπέδωση των ευρωπαϊκών αξιών.

Πράγματι, με το πολιτικό Ισλάμ, η διεκδίκηση του εκδυτικισμού ως ισλαμικού, στην ουσία σημαίνει την ενίσχυση του αυταρχικού, αντιδημοκρατικού εκδυτικισμού. Αφού οι δυτικές αξίες είναι πρωτογενώς ισλαμικές δεν επιδέχονται συζήτηση, επιβάλλονται μόνο από τους ειδικούς της ιερής κοινότητας, δηλαδή του ιερού έθνους. Οι δυτικές αξίες, ως ισλαμικές, είναι ιερές. Με τον Ερμπακάν ιεροποιείται το τουρκικό έθνος, ως πρωτίστως ιερή κοινότητα, και μαζί με αυτόν ιεροποιούνται οι ειδικοί του. Τόσο το πολιτικό Ισλάμ όσο και το εθνικιστικό κόμμα του Τουρκές κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση: στην κατεύθυνση της ενίσχυσης ενός συντηρητικού, αυταρχικού, κεμαλικού όμως εκδυτικισμού. Το βίαιο, ακραία εθνικιστικό πραξικόπημα του 1980 το αποδεικνύει, αφού με αυτό επαναπροσαρμόζεται ο κεμαλισμός στις νέες συνθήκες όπου κυρίαρχος είναι ο εθνικισμός και ο συντηρητισμός. Σε μια εποχή, κυρίως στη δεκαετία του ’80, όπου το κουρδικό κίνημα διεκδικεί στην ουσία την εμπέδωση των δυτικών αξιών (ελευθερία έκφρασης, σεβασμό στα δικαιώματα της εθνότητας), όπου επίσης η Αριστερά δίνει σοβαρά δείγματα απεγκλωβισμού της από τον κεμαλισμό, και επομένως διεκδίκησης του εκδυτικισμού με δημοκρατικό τρόπο έξω από τον κεμαλισμό, τα κεμαλικά κόμματα και ο στρατός κεμαλοποιούν το πολύ χρήσιμο για την εποχή σύνδρομο του Τανζιμάτ που το πολιτικό Ισλάμ έφερε στο μέσον της τουρκικής πολιτικής πραγματικότητας. Ο αυταρχικός εκδυτικισμός είναι εθνικά επιβεβλημένος, αφού με αυτόν εξασφαλίζεται η ενότητα του έθνους. Σε αυτό το πλαίσιο αρχίζει να εμφανίζεται το πολύ βολικό δόγμα: οι ιδιαιτερότητες της Τουρκίας.

Στη δεκαετία του ’80, παρά το γεγονός ότι κυριαρχεί ο επαναπροσδιορισμός του τουρκισμού μέσα από τον ισλαμισμό, που καταλήγει στην περίφημη τουρκοϊσλαμική σύνθεση και στην αποκατάσταση της συνέχειας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, κυρίως με τον Οζάλ, ο εκδυτικισμός ωστόσο γίνεται πιο σύνθετος, γιατί γίνεται πιο σύνθετη και η Δύση αναφοράς. Το 1987 απορρίπτεται η αίτηση της Τουρκίας για ένταξη στην ΕΟΚ, εξαιτίας των οικονομικών αλλά κυρίως των πολιτικών της προβλημάτων, και αυτή η απόρριψη λειτουργεί αποφασιστικά στο εσωτερικό της Τουρκίας, για τον επαναπροσδιορισμό τόσο του εκδυτικισμού όσο και της Δύσης. Όσο αποκρυσταλλώνονται οι δύο όψεις της Δύσης --μια ατλαντική και μια ευρωπαϊκή-- τόσο στο εσωτερικό της Τουρκίας αποκρυσταλλώνονται δύο όψεις του εκδυτικισμού: ένας αυταρχικός εκδυτικισμός μέσα από τον οποίο θα εξασφαλίζεται η δύναμη του τουρκικού έθνους στον ατλαντικό κόσμο, και μέσα από αυτόν και στην Ευρώπη, και ένας δημοκρατικός, ευρωπαϊκός εκδυτικισμός, βασισμένος στα πολιτικά κριτήρια ένταξης που θέτει η Ε.Ε.

Ο αυταρχικός εκδυτικισμός νομιμοποιείται στο όνομα των ιδιαιτεροτήτων της Τουρκίας, μέσα από τις οποίες ανακαλείται ένα άλλο σύνδρομο, το σύνδρομο των Σεβρών. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρευσε λόγω των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες ευνόησαν τις μειονότητες της Αυτοκρατορίας σε βάρος του τουρκικού έθνους. Ο ευρωπαϊκός εκδυτισμός προσκρούει στις ανάγκες του έθνους, στην ενότητά του, όπως αυτή ορίζεται από τον κεμαλισμό, επομένως δεν αποτελεί εθνική αξία. Στο πλαίσιο του κεμαλισμού λοιπόν ο εκδυτικισμός παίρνει δύο μορφές: εθνικός και αντεθνικός. Κι ενώ τα κεμαλικά πολιτικά κόμματα, όπως και ο στρατός δεν τοποθετούνται κατά του ευρωπαϊκού εκδυτικισμού, θεωρούν ωστόσο ότι αυτός πρέπει να εμπεδωθεί με εξαιρέσεις ώστε να μην πληγεί η ενότητα του έθνους.

Σε αυτή την περίεργη δεκαετία του ’90 όπου ο κεμαλικός εκδυτικισμός "νοθεύεται" με τις πιο ετερόκλητες και αντικρουόμενες πολιτικές, ο στρατός αρχίζει να δείχνει σοβαρά δείγματα αδυναμίας να διαχειριστεί το ζήτημα του ευρωπαϊκού εκδυτικισμού σε κεμαλικό πλαίσιο. Αν η δυτική του παρουσία στο πλαίσιο της ατλαντικής Δύσης αποτελούσε την εγγύηση του εκδυτικισμού, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής Δύσης λειτουργεί απολύτως υπονομευτικά για τη δυτικότητα της Τουρκίας. Η απειλή του Ισλάμ, την οποία χρησιμοποιεί σε όλη τη δεκαετία του ’90, κάνοντας μάλιστα και το "βελούδινο πραξικόπημα" του 1997, δεν αρκεί για να νομιμοποιήσει πλέον τον ρόλο του στρατού ως εγγυητή του εκδυτικισμού. Αντιθέτως, η Δύση αναζητεί στον μουσουλμανικό κόσμο πολιτικές δυνάμεις που δεν θα περιθωριοποιούν αλλά θα εξευρωπαϊζουν το Ισλάμ.

Αυτό τον ρόλο τον αναλαμβάνει ένα ισλαμικό κόμμα, το ΑΚΠ του Ερντογάν, ο οποίος στην ουσία εγγυάται τον εξευρωπαϊσμό του Ισλάμ, και μέσα από αυτό τον εκδημοκρατισμό του ίδιου του κεμαλισμού. Μέσω λοιπόν της ευρωπαϊκής πορείας, το νέο πολιτικό Ισλάμ ενσωματώνει τον ισλαμισμό στον κεμαλισμό και εξευρωπαϊζει τον κεμαλισμό. Σε αυτήν τη νέα πορεία του εκδημοκρατισμένου, μέσω του ευρωπαϊκού Ισλάμ, κεμαλισμού, όπου πολλές αλλαγές έχουν γίνει προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού, η αφομοίωση από τον κεμαλισμό του Ισλάμ ή η ισλαμική ερμηνεία του κεμαλισμού μπορεί να αποτελεί παράδοξο, ωστόσο εντάσσεται σε μια συνέχεια όπου ο κεμαλισμός μονίμως μεταλλάσσεται, αφομοιώνοντας εκείνα τα στοιχεία που αποδεικνύουν τη δημοκρατική του ελαστικότητα αλλά και επιτρέπουν τον ελεγχόμενο και χωρίς ανατροπές εκδυτικισμό. Το ευρωπαϊκό Ισλάμ του Ερντογάν τελικά δεν ανατρέπει τον εκδυτικισμό του κεμαλισμού, αντιθέτως τον διευρύνει και τον νομιμοποιεί σε μια όλο και μεγαλύτερη μερίδα της κοινωνίας, αποκλεισμένη για πολλά χρόνια από το όραμα του εκδυτικισμού. Η ΕΕ άλλωστε συναινεί στο ότι εγγυητής της δυτικότητας της Τουρκίας είναι και θα είναι ο κεμαλισμός, που δεν χρειάζεται ωστόσο πλέον τον στρατό για να τον ρυθμίζει και που στο πλαίσιο του εξευρωπαϊζεται το Ισλάμ. Κλείνω με το χαρακτηριστικό απόσπασμα από την Έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την αίτηση της Τουρκίας για ένταξη στην ΕΕ, της 20.5.2003: "Η Τουρκία πρέπει να αξιοποιήσει την ευκαιρία της σημερινής κυβέρνησης που έχει ισχυρή κοινοβουλευτική στήριξη, ώστε να επεξεργαστεί ένα νέο πολιτικό και συνταγματικό σύστημα που θα εγγυάται τις αρχές ενός κοσμικού συστήματος, σύμφωνα με τις κεμαλικές μεταρρυθμίσεις [...]".


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]