Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μέση Ανατολή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μέση Ανατολή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

[Charlie Hebdo] Ο φασισμός με θρησκευτικό "φερετζέ"

Η καρδιά της Ευρώπης μάτωσε με τον πιο βίαιο τρόπο. Η επίθεση στο εβδομαδιαίο σατιρικό περιοδικό Σαρλί, που άφησε πίσω της νεκρούς μερικές από τις σημαντικότερες πένες της Γαλλίας, πρέπει οπωσδήποτε να λειτουργήσει σαν καθρέφτης για να εμφανιστεί επιτέλους το παραμορφωμένο πρόσωπο μιας Ευρώπης σε πλήρη σύγχυση. Πέρα από κάθε αμφιβολία, η επίθεση στο Σαρλί συνιστά μια εγκληματική πράξη του κοινού ποινικού δικαίου. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι να διαπιστώσουμε το αυτονόητο, αλλά να ανιχνεύσουμε το ιδεολογικό πρόσημο αυτής της πράξης.

Αναζωπυρώθηκε η ισλαμοφοβία

Η εύκολη εξήγηση είναι ότι η πράξη αποτελεί έκφραση του πιο ακραίου και τρομοκρατικού ισλαμικού φονταμενταλισμού. Αυτή η εξήγηση όμως οδηγεί στην άμεση ή έμμεση καταδίκη του Ισλάμ ως φορέα τρομοκρατίας. Δηλαδή, ότι το Ισλάμ ως θρησκεία εμπεριέχει ακραίο φανατισμό που ενεργοποιείται σε κατάλληλα περιβάλλοντα. Ακόμα κι αν χρησιμοποιήσει κανείς ταξικά κριτήρια για να εξηγήσει τον ισλαμικό φονταμενταλισμό –αποκλεισμός και περιθωριοποίηση των μουσουλμανικού θρησκεύματος ευρωπαίων πολιτών- το αποτέλεσμα είναι σχεδόν το ίδιο: το Ισλάμ θεωρείται θρησκεία που εγγενώς εμπεριέχει φανατισμό.
Δεν είναι τυχαίο που, αρχής γενομένης από τον κ. Σαμαρά, όλο το ακροδεξιό, δεξιό φάσμα εκδήλωσε το ρατσισμό και την ισλαμοφοβία του. Δεν είναι τυχαίο ότι το Σαρλί χρησιμοποιείται ως νομιμοποίηση για την αναπαραγωγή του ευρωπαϊκού (και ελληνικού) σκοταδισμού, αυτού ακριβώς που οδηγεί στον φασισμό. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο το γεγονός ότι η επίθεση στο Σαρλί αναζωπύρωσε τα ισλαμοφοβικά αισθήματα μιας πολιτικής που εκφράζεται με ιερούς-πολιτισμικούς όρους, και όχι διαλεκτικούς και ιδεολογικούς. Όμως, το ίδιο το περιοδικό Σαρλί και τα θύματά του κραυγάζουν αυτό που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο σε μια «φωτισμένη» Ευρώπη: όταν η θρησκεία –η οποιαδήποτε θρησκεία- γίνεται φορέας ή προκάλυμμα πολιτικής, τότε γίνεται αντικείμενο πολιτικής κριτικής. Με άλλα λόγια, η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να ιεροποιείται στο όνομα καμιάς θρησκείας. Η θρησκεία είναι ιερή μόνο μέσα στους χώρους λατρείας και στον ιδιωτικό χώρο του καθενός/μιάς. Στη δημόσια σφαίρα όμως είναι πολιτικό φαινόμενο, και ως τέτοιο κρίνεται. Συγχρόνως όμως, όταν η πολιτική χρησιμοποιεί πολιτισμικές-θρησκευτικές κατηγοριοποιήσεις, τότε αυτοκαταργείται, τότε ιεροποιείται και ανοίγει το δρόμο για ακραίες ιδεολογίες με ιερά-πολιτισμικά-εθνικιστικά πρόσημα.

Η Ευρώπη ως θερμοκήπιο ακραίων ιδεολογιών

Είναι γνωστό ότι η θρησκεία ως κριτήριο πολιτικής κατηγοριοποίησης κατασκευάστηκε στα πιο ιμπεριαλιστικά εργαστήρια ήδη από την εποχή της αποικιοκρατίας που ανανεώνονται τις τελευταίες δεκαετίες. Είναι γνωστό επίσης ότι η επιβολή του πιο άγριου καπιταλισμού δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την κατάρρευση των κοινωνιών και των δημοκρατικών θεσμών, με εργαλείο τον πολιτισμικό-θρησκευτικό-εθνικιστικό, κλπ κατακερματισμό. Είναι τέλος γνωστό ότι ο φασισμός είναι γέννημα-θρέμμα τέτοιας αμοιβαίας κατάρρευσης. Η Ευρώπη σήμερα, παγιδευμένη στην πιο συντηρητική, νεοφιλελευθέρη πολιτική γίνεται ο κατεξοχήν χώρος κατάρρευσης θεσμών και κοινωνιών, επομένως θερμοκήπιο ακραίων ιδεολογιών, με ή χωρίς φερετζέδες. Η άνοδος τέτοιων ιδεολογιών στην Ευρώπη το επιβεβαιώνει.
Το γεγονός ότι ο φασισμός χρησιμοποιεί ιερούς μανδύες για προκάλυμμα, δεν μπορεί να συσκοτίζει την πολιτική ερμηνεία του φαινομένου. Η Αριστερά ερμηνεύει όλα τα φαινόμενα με όρους πολιτικούς και ιδεολογικούς. Με αυτή την έννοια, ο ισλαμικός φονταμενταλισμός είναι η εκδοχή του φασισμού με φερετζέ ισλαμικό, όπως ο φασισμός φοράει διάφορους φερετζέδες στις διαφορετικές εκδοχές του. Όμως η γενεσιουργός αιτία είναι πάντα η ίδια: η κατάρρευση και ο κατακερματισμός. Σε μια τέτοια Ευρώπη που μαζί με τις ΗΠΑ οδήγησαν σε κατάρρευση τις κοινωνίες της Μέσης Ανατολής και της ανατολικής Ευρώπης, σε μια τέτοια Ευρώπη που οδηγεί σε κατάρρευση τις ίδιες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και τους δημοκρατικούς θεσμούς, η απάντηση δεν μπορεί να είναι παρά αριστερή. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να εφευρεθεί προκειμένου να ξαναγυρίσει στην Ευρώπη η πολιτική στα χωράφια της διαλεκτικής, της ταξικότητας και της ιδεολογικής αντιπαράθεσης.


Δημοσιεύτηκε στην Εποχή.

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

[Τουρκία] Τουρκία: ένας «αλλοπρόσαλλος» γείτονας;

Την προηγούμενη εβδομάδα το Κέντρο Νεότερης Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και η Πρωτοβουλία για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας συνδιοργάνωσαν εκδήλωση για τις τελευταίες εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, με ομιλητές τους Χαμίτ Μποζαρσλάν (Παρίσι), Τζενγκίζ Ακτάρ (Κωνσταντινούπολη) και Νίκο Μούδουρο (Λευκωσία). Η συζήτηση επικεντρώθηκε στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας -με αφορμή και τα τελευταία γεγονότα της παραβίασης της κυπριακής ΑΟΖ- στο πλαίσιο των μεγάλων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών τριγμών που γνωρίζει τα τελευταία χρόνια η Μέση Ανατολή. Όπως αναδείχθηκε και στη συζήτηση, η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας μοιάζει τον τελευταίο καιρό «αλλοπρόσαλλη», μια πολιτική «πολύτιμης μοναχικότητας» -όπως την χαρακτηρίζουν Τούρκοι αξιωματούχοι- χωρίς συμμάχους ή εναντίον εκείνων που θεωρούνταν μέχρι πριν από μερικά χρόνια παραδοσιακοί σύμμαχοί της. Αυτή η «αλλοπρόσαλλη» πολιτική της Τουρκίας, που την οδηγεί είτε σε υπόγειες συμμαχίες με ακραία μορφώματα (ΙΣΙΣ) είτε σε επιθετικές κινήσεις -κυπριακή ΑΟΖ-, δείχνουν κάτι σημαντικό: η Τουρκία εκφράζει σε περιφερειακό επίπεδο τον απρόβλεπτο και «άναρχο» χαρακτήρα που διέπει τα τελευταία χρόνια τις παντός είδους σχέσεις σε παγκόσμιο αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Πράγματι, σε αυτήν τη «μετα-δυτική», πολυπολική -όπως χαρακτηρίζεται- φάση της παγκόσμιας ιστορίας, όπου το κέντρο βάρους τουλάχιστον της οικονομίας μετατοπίζεται από τις αναπτυγμένες στις αναπτυσσόμενες χώρες, η Τουρκία φαίνεται να αναζητεί έναν «μετα-δυτικό», περιφερειακό ρόλο. Μετά από πολλές δεκαετίες «σκληρής», δυτικής πολιτικής (εσωτερικής και εξωτερικής), η Τουρκία αναζητεί τον ρόλο της περιφερειακής, μετα-δυτικής δύναμης, ενός πολιτικο-πολιτισμικού και οικονομικού πόλου στη Μέση Ανατολή. Αν αναλογιστούμε τη σημασία της Ανατολικής Μεσογείου ως ενός από τους σημαντικότερους δρόμους του παγκόσμιου εμπορίου και της διακίνησης ενέργειας, τότε αντιλαμβανόμαστε τους λόγους για τους οποίους η Τουρκία, ως μια από τις μεσαίες αναπτυσσόμενες δυνάμεις, έχει επιλέξει τον τελευταίο καιρό να ασκεί πολιτική «πολύτιμης μοναχικότητας». Κάποιοι από το τουρκικό ΥΠΕΞ φαντασιώνονται για την Τουρκία τον ρόλο του περιφερειακού πόλου μιας ενιαίας, πολιτισμικής και οικονομικής λεκάνης, ενός οθωμανικής καταγωγής «Σουνιστάν» (σουνιτικό Ισλάμ) απέναντι στον περιφερειακό ανταγωνιστή, το σιϊτικό Ιράν.

Η Τουρκία ωστόσο, παρά τις «μετα-δυτικές», πολιτισμικο-ιστορικές αναζητήσεις της, είναι μια χώρα της οποίας, πρώτον, το συγκολλητικό στοιχείο εσωτερικής ενότητας είναι ο «δυτικός» χαρακτήρας της. Αυτός ο «δυτικός» χαρακτήρας πήρε κατά καιρούς διαφοροποιημένο ιδεολογικό περιεχόμενο - από το πιο αυταρχικό, ανταγωνιστικό μέχρι όμως και το πιο δημοκρατικό, τουλάχιστον για τα δεδομένα της Μέσης Ανατολής. Δεύτερον, σε αντίθεση με τη δραματική κατάρρευση των κοινωνιών της Μέσης Ανατολής, η κοινωνία της Τουρκίας δεν έχει καταρρεύσει ακόμα, δεν έχει μεσανατολικοποιηθεί -κι εδώ η συμβολή των Κούρδων είναι αποφασιστικής σημασίας. Τρίτον, η Τουρκία απέκτησε περιφερειακό ρόλο χάρη στην ιστορική επιλογή της να τοποθετηθεί στον περιφερειακό και παγκόσμιο χάρτη ως δυτικό κράτος με θρήσκευμα μουσουλμανικό. Τέταρτον, η Τουρκία του Ερντοάν απέκτησε στις μεσανατολίτικες κοινωνίες την επιρροή ενός άλλου, περιφερειακού πόλου, όχι χάρη στο Ισλάμ και την οθωμανική ιστορία, αλλά χάρη στην επαγγελία ότι ένα κράτος με θρήσκευμα μουσουλμανικό μπορεί να είναι ευρωπαϊκό, με την έννοια του φορέα δημοκρατικής ενότητας όλων των πληθυσμών του και ειρήνης στην περιοχή. Η πολιτική λοιπόν της Τουρκίας είναι «αλλοπρόσαλλη», γιατί δεν μπορεί να παίξει μετα-δυτικό ρόλο, αποποιούμενη τον κατεξοχήν ρόλο της: τον δυτικό, και μάλιστα στην πιο δημοκρατική του εκδοχή. Αυτό τη βάζει δυνητικά σε περιπέτειες, τόσο εσωτερικές όσο κυρίως εξωτερικές. Την οδηγεί σε μεσανατολικοποίηση.

Η Ελλάδα δεν είναι υποχρεωμένη να μπει σε κανένα «μετα-δυτικό» παιχνίδι. Ας ξεκαθαρίσουμε ότι:«μετα-δυτικό» δεν σημαίνει αντιιμπεριαλιστικό, αντιθέτως σημαίνει ενίσχυση της πολυπολικότητας και της αγριότητας του ιμπεριαλισμού σε όλες τις πολιτισμικές εκδοχές του (δυτικές και μη). Οι συμμαχίες με χώρες της Ανατολικής Μεσογείου που έχουν ως μοναδική προοπτική τη διαμόρφωση ενός άλλου γεωστρατηγικού πόλου που θα «στριμώξει» τη μετα-δυτική Τουρκία, ενισχύουν τη μεσανατολικοποίηση της Ανατολικής Μεσογείου -σκληροί πολιτικο-πολιτισμικοί ανταγωνισμοί-, τη μεσανατολικοποίηση κατά συνέπεια του κυπριακού αλλά και των ελληνοτουρκικών προβλημάτων. Η απάντηση στις «μετα-δυτικές» φαντασιώσεις της Τουρκίας είναι η συνεχής προσπάθεια «στριμώγματός της» στη βάση ενός προβλεπτού διαλόγου και με τη διαρκή προοπτική μιας προβλεπτής συμμαχίας, σύμφωνα δηλαδή με τις αρχές του διεθνούς δικαίου και τους κανόνες ενός ευρωπαϊκού, πολιτικού πολιτισμού. Ας μην ξεχνάμε ότι η Τουρκία, παρ' όλα αυτά, είναι η μοναδική ίσως χώρα στην ανατολική γειτονιά μας που καταλαβαίνει αυτή την προβλεπτή γλώσσα και έχει ακόμα συμφέρον να τη διατηρήσει.


[Δημοσιεύτηκε στην Αυγή]

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

[Μέση Ανατολή] Το παρελθόν χειραφετεί το μέλλον

Στις μέρες μας, στη Μέση Ανατολή, οι σκελετοί του παρελθόντος –ενός συγκεκριμένου παρελθόντος– επανέρχονται στο παρόν με τον πλέον δραματικό τρόπο. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει βέβαια ότι, στην εποχή του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, στην οποία η πολιτική μετατρέπεται σε ζήτημα πολιτισμικών/εθνοτκών ή θρησκευτικών ιδιαιτεροτήτων, τα αδιέξοδα και οι αντιφάσεις του εκδηλώνονται με τον πιο βίαιο τρόπο στη Μέση Ανατολή – όπου τα όρια πολιτικού-θρησκευτικού είναι, λόγω της βεβαρημένης ιστορίας της δυσδιάκριτα. Αυτή η τόσο ταλαιπωρημένη περιοχή αναδύεται λοιπόν ως ο τόπος που η «ανθρώπινη κοινωνία» ξαναπιάνει το νήμα του παρελθόντος από εκεί όπου η νεοφιλελεύθερης εκδοχής νέα παράδοση πίστεψε ότι το έκοψε οριστικά.

Όταν το παρελθόν υποτάσσει το μέλλον.

Παγκοσμιοποιημένο χαλιφάτο, μουσουλμανική ουμμά, θρησκευτικός /δογματικός κατακερματισμός ή «θρησκευτικός ριζοσπαστισμός»: όλα αυτά που μοιάζουν «πολιτισμικά» στοιχεία της παράδοσης της Μέσης Ανατολής, δεν συνιστούν παρά παλιά υλικά που συνθέτουν μια νέα παράδοση. Η παράδοση αυτή αποτελεί τη νομιμοποιητική ερμηνεία, στα τοπικά συμφραζόμενα, του νέου «δυτικού» σχεδίου για τη Μέση Ανατολή. Πρόκειται για το σχέδιο της «μεγάλης Μέσης Ανατολής» ή της νοτιοδυτικής Ασίας: μια μεγάλη θρησκευτικο-πολιτισμική ενότητα, κατακερματισμένη εσωτερικά σε αδύναμα κράτη-«θρησκευτικές κοινότητες ή δόγματα», υπό τον έλεγχο κρατών της περιοχής, ικανών να νομιμοποιούν, στο όνομα της παράδοσης, τους νέους γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς.

Έτσι επέστρεψε με τον Ερντογάν η οθωμανική παράδοση της μουσουλμανικής ενότητας και η ουτοπία της δικαίωσης ενός «λαϊκού περί δικαίου αισθήματος», που έρχεται από τα βάθη των οθωμανικών αιώνων. Βέβαια, παράδοση οθωμανικού χαλιφάτου δεν υπήρξε στην Ιστορία, παρά μόνο ως κατασκευή του αποικιακού 19ου αιώνα, που αναπαρήγαγαν διάφορα τοπικά αυταρχικά καθεστώτα. Έτσι επέστρεψε στο Ιράκ ο δογματικός κατακερματισμός του ιρακινού λαού, ως αποκατάσταση της ιστορικής αδικίας που υπέστησαν οι σιίτες από τους σουνίτες. Επίσης, παράδοση πολιτικής κατηγοριοποίησης βάσει δόγματος δεν υπήρχε ιστορικά στη Μέση Ανατολή· επινοήθηκε ιμπεριαλιστικά στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και επικαιροποιήθηκε μετέπειτα νατοϊκά, σε διάφορες ντόπιες αναπαραγωγές. Με ανάλογο τρόπο επανήλθε επικαιροποιημένη η παράδοση του μεταρρυθμιστικού-δημοκρατικού Ισλάμ (άλλη μια κατασκευή του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα), ως έκφραση της «λαϊκής οργής» εναντίον των διεφθαρμένων, δυτικότροπων καθεστώτων.

Σε μια εποχή λοιπόν όπου οι λαοί της Μέσης Ανατολής αναζητούσαν πολιτικούς δρόμους εκδημοκρατισμού και ανατροπής των αυταρχικών καθεστώτων, αντί να πολιτικοποιηθούν οι κοινωνίες, πολιτικοποιήθηκε η πολιτισμική/θρησκευτική κατηγοριοποίηση, στη βάση της οποίας φτιάχτηκε η νέα παράδοση. Η αποτρόπαια εκδοχή αυτής της νέας παράδοσης είναι το ISIS.

Σύμβολο αντίστασης.

 Στην «επαναστατημένη περιοχή της Ρογιάβα» –αυτόνομο καντόνι στη Συρία, στο οποίο ανήκει και το Κομπάνι– οι Κούρδοι και οι Κούρδισσες αξιοποίησαν πολιτικά τις ρωγμές που δημιουργούν οι αντιφάσεις του ιμπεριαλισμού και των τοπικών εκδοχών του. Τράβηξαν δυναμικά, εν τόπω και χρόνω, αυτό το νήμα από το παρελθόν που επιτρέπει στις αγωνιζόμενες κοινωνίες να βρουν όχι την από αιώνες δικαίωσή τους, αλλά τον τρόπο αντίστασής τους, εδώ και τώρα. Συγκρότησαν λοιπόν πολιτικούς θεσμούς εκπροσώπησης: προσωρινή κυβέρνηση το 2013 και Σύνταγμα το 2014. Οργανώθηκαν ως ενσώματο –και όχι ψηφιακό– πολιτικό υποκείμενο: συγκρότησαν τοπικά κοινοβούλια και λαϊκές ομάδες προστασίας, με ισότιμη συμμετοχή ανδρών και γυναικών, και διαμόρφωσαν τους όρους για μια «οικονομία της αντίστασης», μια αντιπαγκοσμιοποιημένη οικονομία, με εξασφαλισμένη την υγεία, την παιδεία και το δικαίωμα στην εργασία για όλους.

Το Κομπάνι γίνεται σύμβολο αντίστασης για έναν ολόκληρο κόσμο, καθώς σε αυτό αποκαθίσταται το νήμα της νεωτερικής χειραφέτησης και αντίστασης, στην κουρδική του εκδοχή. Σε αυτό συγκλίνουν γόνιμα μια σειρά στοιχεία: η παράδοση αντίστασης του ΡΚΚ, η δημοκρατική, αριστερή, πολιτική παράδοση κομμάτων όπως το Κόμμα Δημοκρατίας και Ειρήνης των Κούρδων της Τουρκίας, τα στοιχεία λαϊκής αντίστασης και υπεράσπισης που έφτιαξε το Κόμμα της Δημοκρατικής Ένωσης. Συγκλίνουν όλα τα στοιχεία μιας κατακερματισμένης εθνικής οντότητας που έμαθε να φτιάχνει πολιτικές αντίστασης εν χώρω και στο πλαίσιο άλλων εθνών-κρατών, υπό την καθοδήγηση σήμερα του Συμβουλίου Εθνικής Ενότητας των Κούρδων.

Ο Ερντογάν, εγκλωβισμένος στις μεγάλες αντιφάσεις που έχει δημιουργήσει η πολιτική του –ισλαμικός και εθνικιστικός εξτρεμισμός στο εσωτερικό της Τουρκίας, υπόγειες «συμμαχίες» με τους τζιχαντιστές στην περιοχή– επιμένει να θέλει να παίξει τον ρόλο της «προστάτιδας δύναμης» της περιοχής. Επιμένει στην επικαιροποίηση της λογικής των σφαιρών επιρροής, του εντολοδόχου των Μεγάλων Δυνάμεων –αποστολή στρατού «για την επιβολή της ειρήνης»– και της δημιουργίας «κοινοτήτων» υπό την προστασία του. Αρνείται, έτσι, να διευκολύνει την υπεράσπιση του Κομπάνι από τους Κούρδους, γιατί αυτό θα ακυρώσει τη διεθνή νομιμότητα της «εντολής».

Η βαρβαρότητα των τζιχαντιστών και τα κενά κρατικής εξουσίας που δημιουργεί αποτελούν τον παραμορφωτικό καθρέφτη της πολιτικής που άσκησαν οι ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες στην περιοχή, μαζί με την άβουλη και ανύπαρκτη Ε.Ε. Το Κομπάνι, ωστόσο, δείχνει μια κατεύθυνση λύσης για τη Μέση Ανατολή. Κι αυτή δεν είναι ούτε η σύγκρουση δύο πολιτισμικών μετώπων ούτε η εγκατάσταση περιφερειακών δυνάμεων: (ούτε «εντολοδόχος» Τουρκία, ούτε μεγάλο Κουρδιστάν, ούτε ντόπιοι και ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας Ιράν κλπ). Η λύση για την ειρήνη μπορεί να είναι η «ομοσπονδιακή» συγκρότηση των ήδη υπαρχόντων κρατών: καντόνια με εσωτερική αυτονομία, με δημοκρατική, λαϊκή συγκρότηση εν τόπω, με εκμετάλλευση από τα ίδια των πλούσιων, τοπικών πόρων. Το πείραμα του καθαρού (εθνοτικά ή θρησκευτικά ή δογματικά) κράτους στο όνομα μιας διαχρονικής ιστορικής δικαίωσης οδηγεί σε αντιδημοκρατικά καθεστώτα, περιθωριοποίηση ολόκληρων πληθυσμιακών ομάδων, στην εκμετάλλευση και, βεβαίως, στον πόλεμο. Το Κομπάνι είναι ακόμα εδώ!

[Δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής]

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

[Μέση Ανατολή] Σία Αναγνωστοπούλου: Τα επακόλουθα του "διαίρει και βασίλευε"

[Συνέντευξη στην Αναστασία Γιάμαλη που δημοσιεύτηκε στην Αυγή.]
 

Την περασμένη εβδομάδα είδε το φως της δημοσιότητας άλλο ένα βίντεο με τον αποκεφαλισμό ακόμη ενός δημοσιογράφου, του 31χρονου Στίβεν Σότλοφ, από τους τζιχαντιστές. Το βίντεο τιτλοφορείται  «Δεύτερο μήνυμα στην Αμερική» και η σκηνοθεσία είναι ίδια με αυτή του πρώτου. Για τους τζιχαντιστές, μιλήσαμε με την αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Σία Αναγνωστοπούλου. Οι τζιχαντιστές δεν εμφανίστηκαν "χθες", μας λέει, ούτε πρόκειται για κάτι "ενιαίο". "Υπάρχουν πολλές εσωτερικές διαιρέσεις εντός του Ισλάμ" τονίζει και μας βοηθά να χαρτογραφήσουμε τις διαφορές και τις νέες ισορροπίες που φέρνουν μαζί τους στην ευρύτερη περιοχή της Μ. Ανατολής.

* Οι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους "ξεφύτρωσαν" από το κίνημα των αντικαθεστωτικών κατά του Άσαντ ή τους συναντάμε και πιο πίσω;
Toυς βρίσκουμε και πιο πίσω. Βέβαια σήμερα, όταν μιλάμε για τζιχαντιστές, δεν εννοούμε ένα και μοναδικό πράγμα, αλλά πολλές ομάδες μαζί που έχουν μπει κάτω από αυτό το όνομα. Έτσι κι αλλιώς αυτή η ιστορία, τουλάχιστον στο πρόσφατο παρελθόν, εξελίσσεται κυρίως στο Ιράκ, ειδικά μετά την αμερικανική εισβολή. Εντοπίζονται περισσότερο εκεί όπου έχει δημιουργηθεί μεγάλο κενό εξουσίας. Ξεκινούν δηλαδή από το Ιράκ κυρίως στην επαρχία Ανμπάρ -αμιγώς σουνιτική περιοχή- όπου έγιναν και οι μεγάλες μάχες. Εκεί γίνονται μεγάλες επιχειρήσεις της Αλ Κάιντα, οι οποίες τελικά κατορθώνουν να δημιουργήσουν ένα τεράστιο ρήγμα ανάμεσα σε αυτή την επαρχία, που μετατράπηκε σε βαθύ ρήγμα ανάμεσα στους σουνίτες και την σιιτική κυβέρνηση του Μαλίκι που έφτιαξαν οι Αμερικανοί.
 
* Πως έχουν τέτοια δύναμη οι τζιχαντιστές;
Στη Μ. Ανατολή πάντα το πρόβλημα είναι οι πολλές διαφορετικές θρησκευτικές ταυτότητες - και μέσα στο ίδιο το Ισλάμ -όχι μόνο μεταξύ μουσουλμάνων- χριστιανών. Έτσι, το να επιχειρήσει κανείς να εκδημοκρατίσει "παίζοντας" με φυλετικές ή θρησκευτικές ταυτότητες ενισχύει την πολιτικοποίησή τους και την άνθηση των φυλετικών διαστάσεων. Σε αυτό που αποκαλούμε σήμερα "τζιχαντιστές" έχουμε να κάνουμε με πολλές φυλετικές σεχταριστικές και θρησκευτικές ταυτότητες μαζί, όπου μία ομάδα, αυτή του του Ισλαμικού Κράτους (ΙΚ), ως ισχυρότερη έχει πάρει το πάνω χέρι. Δεν σημαίνει ότι το ΙΚ του Ιράκ και της Συρίας είναι μόνο του, το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο.

* Διάφοροι αναλυτές υποστηρίζουν ότι είναι λάθος να μιλάμε για άμεση ευθύνη της Αμερικής καθώς επί της ουσίας η εμπλοκή της στην ανάπτυξη των τζιχαντιστών δεν είναι άμεση, αλλά έμμεση αφού επέτρεψε την χρηματοδότησή τους από τους συμμάχους της.
Δεν ξέρω πόσο χρηματοδότησε ή όχι η Αμερική αυτές τις ομάδες, αυτό που ξέρω όμως πάρα πολύ καλά είναι ότι στη Μ. Ανατολή, ειδικά στο Ιράκ, έγινε κάτι αντίστοιχο με αυτό που είχε γίνει -τηρουμένων των αναλογιών- επί αποικιοκρατίας. Δηλαδή, αντί να έχουμε τη δημιουργία μιας κυβέρνησης στο Ιράκ από τους πολίτες, που θα προχωρά στη συγκρότηση μιας μακροταυτότητας -ικανής να συμπεριλάβει τις όποιες φυλετικές, τοπικές, θρησκευτικές ταυτότητες- έχουμε ακριβώς το αντίθετο. Έχουμε μια κυβέρνηση που στο όνομα της απομπααθοποίησης δημιούργησε σεχταριστική ταυτότητα σιιτών και με ορισμένες φυλές εναντίον κάποιων άλλων. Η επέμβαση της Αμερικής ήταν λοιπόν σημαντική προς αυτήν την κατεύθυνση. Για τη χρηματοδότηση πρέπει να γίνει άλλου είδους έρευνα, αλλά η αντιμετώπιση του θέματος του Ιράκ και της Μ. Ανατολής γενικά ακούμπησε σε αυτό που είχε ακουμπήσει η αποικιοκρατία. Στη Συρία έγινε πάνω - κάτω το ίδιο πράγμα.
 
* Ποιος ο ρόλος της Τουρκίας στην όλη κατάσταση την  ώρα που το ΙΚ ισχυροποιείται στο βόρειο Ιράκ και στη Συρία; Αρκεί η ενίσχυση των Κούρδων;
H Τουρκία έχει παίξει μεγάλο ρόλο σε αυτή την υπόθεση, που πάλι δεν θα κρίνω αν ήταν άμεσος ή έμμεσος. Ωστόσο με την πολιτική που ακολούθησε ο Ερντογάν, να κάνει την Τουρκία και την Κωνσταντινούπολη το κέντρο ενός ισλαμικού κόσμου, τροφοδότησε την πολιτική διαφόρων ομάδων που στο όνομα του Ισλάμ και του οράματος ενός ισλαμικού κόσμου προωθούσαν τη δική τους ατζέντα. Η Τουρκία υποστήριξε σχεδόν αμέσως τις αντιπολιτευόμενες ομάδες που κινήθηκαν κατά του Άσαντ εκτιμώντας πως θα τον αποδυναμώσει ώστε να γίνει το επίκεντρο. Αυτό γύρισε μπούμερανγκ, με τζιχαντιστές να δρουν και να κινούνται στο έδαφός της. Έχει βρεθεί λοιπόν στο επίκεντρο μιας κατάστασης που τελικά θα την υπονομεύσει.
Οι Κούρδοι εν τω μεταξύ ενδυνάμωσαν τη θέση τους σημαντικά, -κυρίως το αυτόνομο κράτος του Κουρδιστάν στο Ιράκ με πρωτεύουσα το Ερμπίλ- αλλά δεν είναι σε θέση απο μόνοι τους να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, αν και είναι οι μόνοι που αντιστάθηκαν οργανωμένα στο ΙΚ Συρίας και Ιράκ. Φαίνεται όμως πως η κατάσταση έχει ξεφύγει από οποιονδήποτε έλεγχο και θα έχει απρόβλεπτη εξέλιξη, γιατί η λογική του τρόμου έχει μπει στο επίκεντρο της μάχης για εξουσία στην περιοχή. Οι αποκεφαλισμοί είναι ένα μέσο οικειοποίησης του κόσμου με τη λογική του τρόμου. 

* Είναι πια διαχειρίσιμη η χάραξη του χάρτη της Μ. Ανατολής, όπως αυτή έγινε από τους Σάικς - Πικό μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας;
Κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι θα δούμε στη Μ. Ανατολή στο μέλλον. Έχουμε πολλές ομάδες, έχουμε ένα ΙΚ που θέλει Χαλιφάτο, ένα κατακερματισμένο ανομοιογενές Ισλάμ. Ωστόσο, αν πρέπει να γίνει μία επανατοποθέτηση στον χάρτη της Μ. Ανατολής, αυτή πρέπει να αφορά την Παλαιστίνη. Όσο υπάρχει το πρόβλημα της Παλαιστίνης, αναπαράγεται μια μεγάλη σύγκρουση στην περιοχή και τη νομιμοποιεί. Το να αλλάξει όλος ο χάρτης είναι πρόβλημα.


* Η ύπαρξη του ΙΚ πως λειτουργεί για το Ισραήλ; Ενισχυτικά ή όχι;
Ενισχύεται σίγουρα το Ισραήλ. Μπαίνουμε σε λογική τρόμου και τρομοκράτησης, σε μια λογική που από φόβο θα έχουμε περισσότερη στρατιωτικοποίηση και πολέμους. Η απειλή για το Ισραήλ προσωποποιείται στους Παλαιστινίους και αυτούς θα διαλύσει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως υπάρχουν δύο πληθυσμοί τα προβλήματα των οποίων πρέπει να διευθετηθούν, οι Παλαιστίνιοι και οι Κούρδοι.

* Το Κουρδικό θα λυθεί; O Ερντογάν φαίνεται πρόθυμος
Φαίνεται πως και οι Κούρδοι της Τουρκίας είναι πρόθυμοι και έχουν βρει κοινό τόπο με τον Ερντογάν. Μακάρι να λυθεί με τον καλύτερο τρόπο, όσο όμως η Μ. Ανατολή είναι σε τέτοια αναταραχή κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Φοβάμαι πως η Ιστορία μάς έχει ξεπεράσει στην περιοχή.

* Να πάμε λίγο στην Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ. Έχουμε μπει σε μια περίοδο κρίσεων σε Μ. Ανατολή και ανατολική Ευρώπη, με τον ΣΥΡΙΖΑ να προωθεί μια ενεργητικά φιλειρηνική εξωτερική πολιτική. Προς ποια κατεύθυνση εκτιμάτε ότι πρέπει να κινηθεί;
H πρώτη κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να κινηθεί κατά τη γνώμη μου η Αριστερά και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η άμεση λύση του Κυπριακού. Άμεση λύση, γιατί Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι πρέπει να ξαναβρεθούν ισότιμα στο κυπριακό κράτος. Η Κύπρος θα μπορούσε να είναι μια εστία που θα μπορούσε να δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στο μέλλον ή θα χρησιμοποιούνταν σαν ένα ανεξέλεγκτο έδαφος -κυρίως στην κατεχόμενη βόρεια πλευρά- με απρόβλεπτη εξέλιξη. Η φιλειρηνική πολιτική πρέπει να ξεκινά από τους γείτονες, από τον άμεσο περίγυρο μας. Για τον ΣΥΡΙΖΑ σήμερα εκτιμώ πως η επίλυση με τον πιο ειρηνικό και δημοκρατικο τρόπο των προβλημάτων που έχει η Ελλάδα, χωρίς αναπαραγωγή εθνικιστικών σχημάτων στο όνομα ενός αριστερού πατριωτισμού θα είναι μια καλή αρχή. Αυτά τα προβλήματα πρέπει να λυθούν στο όνομα της σημερινής πραγματικότητας με όρους δημοκρατίας και διεθνούς δικαίου.
Για να μπορεί να έχει ένα αριστερό κόμμα αντιιμπεριαλιστική πολιτική, πρέπει ακριβώς να χτυπήσει την καρδιά του ιμπεριαλισμού, που είναι το "διαιρώ τους πληθυσμούς προκειμένου να έχω κυριαρχία". Για μας, φιλειρηνική πολιτική σημαίνει ενίσχυση της πολιτικής μας με τους γύρω λαούς, με σεβασμό και στις ανησυχίες των άλλων και τις δικές μας. Η διάσπαση των εθνών - κρατών δεν βοηθάει καθόλου και οξύνει τις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις.

Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

[Μέση Ανατολή] Εν ονόματι του σιίτη ή σουννίτη Αλλάχ

Μέση Ανατολή ή προβλήματα Ιστορίας και Γεωγραφίας

Η δράση της ισλαμιστικής (σουνιτικής) οργάνωσης «Ισλαμικό κράτος του Ιράκ και της Εγγύς Ανατολής» έρχεται να επιβεβαιώσει την «επαναθρησκειοποίηση» της Μέσης Ανατολής. Πρόκειται για μια διαδικασία η οποία εγκαινιάστηκε με την πολιτική των ΗΠΑ στην περιοχή και την επικράτηση σε χώρες όπως η Τουρκία ενός άλλου πολιτικού προτύπου: του ισλαμικού νεοφιλελευθερισμού. Η Αραβική Άνοιξη, ξέσπασμα της ανάγκης εκδημοκρατισμού, συνεθλίβη στο χάος που δημιούργησε η επικαιροποίηση του Ισλάμ και των εκδοχών του ως αποκλειστικής πολιτικής «γλώσσας» συνομιλίας, καθώς αναβίωνε η πάλαι ποτέ επινοημένη σύγκρουση «πολιτισμών».

Εντούτοις, το μείζον ιστορικό πρόβλημα στις χώρες της περιοχής οι οποίες χαρακτηρίζονταν από ανομοιογένεια πληθυσμού (είτε σε εθνοτική ή θρησκευτική βάση είτε λόγω των πολλών και διάσπαρτων φυλών) ήταν η οικοδόμηση δημοκρατικού έθνους-κράτους. Πρόβλημα το οποίο, λόγω των ιδιαίτερων ιστορικών συνθηκών –αποικιοκρατία, τεράστιοι οικονομικοί και γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί–, καταντούσε πιο πολύπλοκο όσο αυτός ο παραδοσιακός κατακερματισμός, αντί να εξουδετερώνεται, αναδεικνυόταν σε βάση μετάβασης στη νεωτερικότητα. Η περιοχή πέρασε στη φάση της νεωτερικότητας με όλες τις στρεβλώσεις που δημιούργησε παντού η αποικιοκρατία, στο πλαίσιο της οποίας κατασκευάστηκε μια ιδιαίτερη, μεσανατολίτικη νεωτερικότητα, με κυρίαρχο εργαλείο τη νεωτερική επικαιροποίηση της θρησκείας.

Ο μύθος του αντιιμπεριαλιστικού Ισλάμ

Σε ένα αντιδημοκρατικό νεωτερικό περιβάλλον, που επέβαλε η αποικιακή νεωτερικότητα στην περιοχή, ενισχύθηκαν –είτε ως προνομιακοί συνομιλητές είτε ως φορείς μιας άλλης, ισλαμικής νεωτερικότητας– οι τοπικές θρησκευτικές κατεξοχήν ελίτ, οι οποίες κινδύνευαν, στη νέα ιστορική φάση, να χάσουν την εξουσία τους. Με λίγα λόγια, η πολιτικοποίηση του Ισλάμ, ακόμη και ως αντιαποικιακού, ομογενοποιητικού φορέα αντίστασης, ήταν προϊόν του αντιδημοκρατικού πλαισίου άσκησης της εξουσίας που διαμόρφωνε η αποικιοκρατία. Ο μύθος του αντιιμπεριαλιστικού Ισλάμ ή των αντιιμπεριαλιστικών θρησκευτικών ομάδων είναι προϊόν πολλών κατασκευών και στρεβλώσεων. Τόσο η αποικιακή εξουσία όσο και μια ντόπια θρησκευτική αντιμετώπιζαν τον ίδιο κίνδυνο: τη συγκρότηση ενός πολιτικού σώματος, ομογενοποιημένου στη βάση πολιτικών, κοσμικών αρχών.

Η αποαποικιοποίηση και η συγκρότηση εθνών-κρατών στην περιοχή, που σημαδεύτηκε –και πάλι για ιστορικούς λόγους– από την κυριαρχία στρατιωτικών καθεστώτων, σε προνομιακή συνομιλία είτε με τη μία είτε με την άλλη υπερδύναμη του Ψυχρού Πολέμου, οδήγησε μεν στην ομογενοποίηση των πληθυσμών και την εκκοσμίκευση του πολιτικού συστήματος, ο εκδημοκρατισμός ωστόσο παρουσίαζε σημαντικό έλλειμμα. Ο εκδημοκρατισμός αποτελούσε απειλή, όχι μόνο γι’ αυτά τα καθεστώτα, αλλά κυρίως για τη «Δύση», για την οποία ο κίνδυνος σε αυτές τις χώρες (και όχι μόνο) ήταν (και παραμένει) η «ανυπότακτη» πλειοψηφία, η πλειοψηφία ως πολιτικό σώμα με πολιτική και ταξική συνείδηση. Ο όρος «Μεσανατολίτης» παραμένει μια χρήσιμη επινόηση, που νομιμοποιεί ιστορικά την κηδεμονία και την υποταγή.

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου που είχε ως συνέπεια την απρόσκοπτη επέλαση του νεοφιλελευθερισμού και, ταυτόχρονα, διεθνείς ανακατατάξεις, δημιούργησε νέα δεδομένα. Ενώ λοιπόν σε αυτές τις χώρες –σε άλλες νωρίτερα, σε άλλες αργότερα– το ζήτημα του εκδημοκρατισμού τέθηκε επιτακτικά, η παγκόσμια νεοφιλελεύθερη «Δύση» αποφάσισε να συνομιλήσει με τις δυνάμεις που μπορούσαν είτε να «υποτάξουν» είτε να κατακερματίσουν την πλειοψηφία. Η περίπτωση του Ιράκ είναι η πλέον χαρακτηριστική. Ενώ το μείζον πρόβλημα ήταν το δικτατορικό καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν, εναντίον του οποίου άρχισε να συγκροτείται ένα πολιτικό δημοκρατικό σώμα, η επέμβαση των ΗΠΑ άλλαξε εντελώς τα δεδομένα. Η δημοκρατία τέθηκε ως ζήτημα θρησκευτικής ετερότητας, και όχι ως ζήτημα ισότιμης πολιτικής ελευθερίας των πολιτών. Ο Σαντάμ δεν αντιμετωπίστηκε ως δικτάτορας με πολιτικούς όρους, αλλά με «πολιτισμικούς»: ως σουννίτης ο οποίος καταπίεζε τους σιίτες. Έτσι ο ιρακινός λαός κατακερματίστηκε ανάμεσα σε δύο «κοινότητες», τους σουννίτες και τους σιίτες, κι άρχισε το μεγάλο «γλέντι», η ανάδυση όλων των θρησκευτικών-φυλετικών δαιμόνων.

Εν ονόματι του σιίτη ή του σουννίτη Αλλάχ

Αυτό ήταν το έδαφος για να αναπτυχθούν από τη μια μεριά όλες οι φυλετικές-θρησκευτικές εξτρεμιστικές ομάδες. Από την άλλη, ενισχύθηκαν οι φιλοδοξίες των γειτονικών κρατών (Ιράν, Τουρκία, Σαουδική Αραβία), τα οποία ανέλαβαν, στο όνομα του σιίτη ή σουνίτη Αλλάχ, να παίξουν τον ρόλο της ομογενοποιητικής, «εκπολιτιστικής Δύσης» στο όνομα ή εναντίον της «Δύσης». Να γίνουν δηλαδή οι διακινητές στο Ιράκ, τη Συρία αλλά και την Αίγυπτο (με άλλους όρους στην τελευταία) μιας ισλαμικής κοινότητας.

Η Τουρκία, το Ιράν και οι μοναρχίες του Κόλπου, με πρώτη τη Σαουδική Αραβία, ενίσχυσαν τη θέση τους στην περιοχή αλλά και τη διαπραγματευτική τους ικανότητα διεθνώς, εκμεταλλευόμενες τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις στη Συρία και το Ιράκ. Η Τουρκία, όπως και η Σαουδική Αραβία άλλωστε, «συνομίλησαν» προνομιακά με το «Ισλαμικό κράτος του Ιράκ και της Εγγύς Ανατολής», εν ονόματι του σουννί Ισλάμ, στην ουσία όμως για να διαφεντέψουν την περιοχή. Η Τουρκία είχε έναν λόγο παραπάνω: επεδίωκε, μέσα από την ενίσχυση της ισλαμιστικής οργάνωσης, να μειώσει τη δύναμη των Κούρδων της Συρίας. Παρά τις «αναλύσεις» ελλήνων «ειδικών», οι οποίοι παπαγαλίζουν τα περί «νεοθωμανισμού», ήταν προφανές ότι η πολιτική της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή στεφόταν από απόλυτη αποτυχία. Κι αυτό γιατί η γλώσσα με την οποία επέλεγε να συνδιαλλαγεί σε αυτή την περιοχή, οι συμμαχίες που έκανε στο όνομα του σουννί Ισλάμ, οδηγούσαν πρωτίστως στην ενίσχυση τέτοιων φονταμενταλιστικών ομάδων, οι οποίες βεβαίως κατακερμάτιζαν τον ενιαίο «ισλαμικό χώρο» όπου η Τουρκία ήθελε να πρωταγωνιστήσει.

Η «κουρδική λεκάνη»

Σε αυτό το «θρησκευτικό» χάος που έχει διαμορφωθεί στην περιοχή, ο μοναδικός παράγοντας που έχει οικοδομήσει πολιτικές δομές εξουσίας είναι οι Κούρδοι. Έπειτα από δεκαετίες φυλετικού, γεωγραφικού και γλωσσικού κατακερματισμού, οι Κούρδοι βρίσκονται σε φάση ομογενοποίησης με κριτήρια εθνικής συγκρότησης. Διαμορφώνεται μια «κουρδική λεκάνη» (κατά την έκφραση του Νταβούτογλου), που τείνει να συμπεριλάβει τους Κούρδους του Ιράκ, της Συρίας και τη Τουρκίας. Τη στιγμή λοιπόν που η Τουρκία νόμιζε ότι πρωταγωνιστούσε στις εξελίξεις στη Συρία, ενισχύοντας το «Ισλαμικό κράτος του Ιράκ και της Εγγύς Ανατολής», οι Κούρδοι της περιοχής συσπειρώνονταν θεσμικά γύρω από το Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης (PDY) και τα τοπικά κοινοβούλια που αυτό ίδρυσε. Ενώ η Τουρκία με τις ισλαμικές μεγαλοστομίες της έχανε την μπάλα στη Συρία, οι Κούρδοι, σε συνεργασία με το ΡΚΚ, όριζαν τον γεωγραφικό τους χώρο (Ροζιάβα) και αναδεικνύονταν στον πλέον αποτελεσματικό αναχαιτιστή της ισλαμιστικής οργάνωσης, ενώ πρόσφεραν την πιο αξιόπιστη κοσμική εναλλακτική πρόταση στην πολιτική του Άσσαντ. Στο Ιράκ επίσης, το αυτόνομο κράτος των Κούρδων συνιστά τη μοναδική κοσμική απάντηση στο χάος των «φυλετικών-θρησκευτικών» αντιπαραθέσεων.
Το «μικρό Αφγανιστάν» (κατά την έκφραση ενός σημαντικού τούρκου αναλυτή), που επιδιώκει να κατασκευάσει το «Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και της Εγγύς Ανατολής» στη λεκάνη Συρίας-Ιράκ, έκανε την Τουρκία να συνειδητοποιήσει το αυτονόητο: ότι η οικονομική, ενεργειακή και κυρίως η πολιτική επιβίωση των συνόρων της δεν εξαρτάται από τα μεγαλεπήβολα σχέδιά της, αλλά από την επίλυση του Κουρδικού. Μόνο που σε αυτή τη φάση οι Κούρδοι έχουν ισχυρά διαπραγματευτικά χαρτιά. Από την άλλη, οι Κούρδοι επικαιροποίησαν τη σημασία των παλιών, «κλασικών» νεωτερικών θεσμών και μηχανισμών αποτελεσματικής, πολιτικής κινητοποίησης: του κόμματος και των τοπικών κοινοβουλίων, μέσα από τα οποία διαμορφώνονται οι όροι της ενσώματης συμμετοχής, εν τόπω και χρόνω. Ίσως αυτή να είναι η πιο σημαντική διαφορά με την Αραβική ή την Τουρκική Άνοιξη, η οποία, παρά τις τεράστιες και μαχητικές κινητοποιήσεις, έμεινε στη «διαφήμιση» του πολιτικού μηνύματος. Δεν μπόρεσε να συγκροτήσει τους θεσμούς και του μηχανισμούς πολιτικοποίησης της κοινωνίας.


[Δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής]

Κυριακή 23 Ιουλίου 2006

[Μέση Ανατολή] Κομμάτια και θρύψαλα η Μέση Ανατολή

"Έκαναν κομμάτια τη χώρα μου", δήλωσε ο πρωθυπουργός του Λιβάνου για τον χαλασμό που γίνεται στη χώρα του, εξαιτίας και των δύο: Ισραήλ και Χεζμπολάχ. Εκτός από την απόγνωση που κρύβει η δήλωση του πρωθυπουργού για την κατάσταση που επικρατεί αυτή τη στιγμή στον Λίβανο, αναδεικνύει συγχρόνως και μια μεγάλη αλήθεια για την πραγματικότητα που διαμορφώνεται εδώ και κάποια χρόνια και ενισχύεται με ταχύτητα, τις τελευταίες εβδομάδες, σε όλη τη Μέση Ανατολή: Κομμάτια και θρύψαλα η Μέση Ανατολή. Πράγματι, κομμάτια ο Λίβανος, κομμάτια το Ιράκ, κομμάτια η Παλαιστίνη και έπεται συνέχεια. Και πάνω στα κομμάτια πανίσχυρες θρονιάζονται οι ΗΠΑ, ισχυρά τα κράτη-τοπικοί κοτζαμπάσηδες όπως το Ισραήλ, ισχυροί οι προφήτες του Προφήτη επί της Γης όπως η Χεζμπολάχ, η Χαμάς και λοιποί σωτήρες, παντελώς ανίσχυρη η διεθνής κοινότητα, να κάνει κάτι, να σταματήσει το κακό. Η αγωνιώδης κραυγή του πρωθυπουργού του Λιβάνου δεν φαίνεται προς το παρόν να βρίσκει αυτιά ανοιχτά.

Πολλοί σοβαροί αναλυτές --Έλληνες και ξένοι-- έχουν γράψει και μας έχουν διαφωτίσει για το τι γίνεται στη Μέση Ανατολή και για το τι ενδεχομένως ακολουθεί. Προσωπικά θα σταθώ λίγο --άλλωστε δεν έχω να πω τίποτε ούτε νέο ούτε πρωτότυπο-- σε αυτό το "κομμάτια" του πρωθυπουργού του Λιβάνου. Αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι οι μεγαλύτερες κρίσεις τα τελευταία χρόνια ξεσπούν ακριβώς σε εκείνες τις περιοχές με αδύναμη ή εύθραυστη εθνική ενότητα. Η απόλυτη κυριαρχία της Αμερικής και των κατά τόπους πιστών της εμπεδώνεται καταρχάς διαμέσου των αδύναμων κρίκων μιας ευρύτερης περιοχής: εκεί όπου οι κεντρικές κρατικές εξουσίες δεν έχουν κατορθώσει να νομιμοποιήσουν μια ισχυρή, ενοποιητική και εθνική ιδεολογία επί του συνόλου των πληθυσμών τους μέσα από δημοκρατικούς θεσμούς. Ή δεν έχουν κατορθώσει να εξουδετερώσουν τη φυγόκεντρη δυναμική που αναπτύσσουν παράλληλες προς την κεντρική εξουσία φονταμενταλιστικές δυνάμεις. Εκεί δηλαδή όπου το έδαφος προσφέρεται για διασπάσεις, επομένως για αποδυνάμωση. Ο Λίβανος είναι (ήταν;) μια χώρα με αδύναμη εθνική ενότητα. Μόλις και μετά βίας (αλλά μεγάλης βίας, που καταγράφεται στα ακόμη υπαρκτά κτίρια γεμάτα από τα σημάδια του εμφύλιου) κατόρθωσε τα πρόσφατα χρόνια να οικοδομήσει μια ενότητα που του επέτρεπε να ατενίζει το μέλλον με μεγαλύτερη αισιοδοξία από το παρελθόν. Αυτή η αδύναμη αλλά πάντως υπαρκτή εθνική ενότητα τις τελευταίες εβδομάδες σωριάζεται σε ερείπια. Όπως σε ερείπια σωριάστηκε η ενότητα του Ιράκ.

Η Μέση Ανατολή, για πολλούς ιστορικούς λόγους για τους οποίους δεν είναι άμοιρη ευθυνών και η "Δύση", απαρτίζεται από κράτη τα οποία με δυσκολία, άλλοτε με αυταρχισμό και με αυθαιρεσία, άλλοτε πιο δημοκρατικά, κατόρθωσαν να συγκροτηθούν στη βάση μιας μίνιμουμ ενότητας. Αυτή η μίνιμουμ ενότητα προϋπέθετε και συνεπαγόταν τη μίνιμουμ εκκοσμίκευση του πολιτικού πεδίου, πράγμα δύσκολο αλλά ελπιδοφόρο για τη Μέση Ανατολή, όπου η εκκοσμίκευση του θεοκρατούμενου δημόσιου χώρου ήταν ιστορικά, και παραμένει σήμερα, εξαιρετικά προβληματική. Η προβληματική εκκοσμίκευση είχε και έχει ως συνέπεια την εύθραυστη συγκρότηση μιας εθνικής ενότητας που δύσκολα, και με χωλό τρόπο, συγκροτείται πάνω από τη θρησκεία. Καλύτερα, θα έλεγα, την εύθραυστη συγκρότηση μιας εθνικής ενότητας στο πλαίσιο της οποίας με πολλή δυσκολία η θρησκεία υποτάσσεται στον εκκοσμικευμένο δημόσιο χώρο. Ο Λίβανος αποτελεί μια τέτοια περίπτωση: με πολλή δυσκολία συγκροτήθηκε μια λιβανέζικη ενότητα πάνω από τις θρησκείες. Ωστόσο, ο βαθμός εμπέδωσης αυτής της αδύναμης ενότητας εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από το διεθνές περιβάλλον, από τις αρχές και τις αξίες που διέπουν την διεθνή κοινότητα, ώστε να ενισχύονται στο εσωτερικό των χωρών αυτών οι πολιτικές δυνάμεις που προωθούν και υπερασπίζονται την εκκοσμικευμένη εθνική ενότητα.

Σε ένα διεθνές περιβάλλον όμως όπου τα τελευταία χρόνια βασιλεύει, ελέω ΗΠΑ, η αρχή της διαίρεσης του κόσμου σε "καλό" και "κακό", στη Μέση Ανατολή, κατεξοχήν επιρρεπή σε τέτοιες διαιρέσεις, αντί να ενισχύονται οι εκκοσμικευτικές δυνάμεις, βρήκαν πρόσφορο έδαφος να ενισχυθούν οι φονταμενταλιστικές. Άλλωστε, αυτές οι δεύτερες μόνο σε τέτοιου τύπου διαιρέσεις μπορούν να αναπτυχθούν, όπως όμως μόνο σε τέτοιο έδαφος μπορεί να γίνει απόλυτος κυρίαρχος η μόνη δύναμη του καλού -- οι ΗΠΑ. Και οι δύο αγωνίζονται κατά του εχθρού, και ο πόλεμος αυτός είναι ιερός -- δηλαδή ολοκληρωτικός αφανισμός του "κακού κόσμου", προκειμένου να κυριαρχήσει ο "καλός". Το μοναδικό αποτέλεσμα αυτού του ιερού πολέμου είναι ο κατακερματισμός (πολιτικός, εδαφικός, εθνοθρησκευτικός) των κρατών με αδύναμη εθνική ενότητα. Και η πιο σίγουρη συνέπεια: η ενδυνάμωση σε διεθνές επίπεδο της μιας κυρίαρχης δύναμης, των ΗΠΑ και, σε τοπικό επίπεδο, όσων δουλεύουν γι’ αυτήν: του Ισραήλ δηλαδή αλλά και των φονταμενταλιστών.

"Διαίρει και βασίλευε" ήταν το κλασικό αξίωμα, όχι μόνο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, αλλά της λογικής που διείπε τις αποικιοκρατικές δυνάμεις. "Διάλυε και βασίλευε" είναι το σημερινό αξίωμα της πιο εθνικιστικής, ιμπεριαλιστικής αυτοκρατορίας: των ΗΠΑ. Με τις ΗΠΑ σήμερα διαμορφώνεται μια εθνοποιημένη (αμερικανοποιημένη) "ιερή κοινότητα πιστών", ομοιογενής και ενοποιημένη μέσα από έναν ιερό πόλεμο -- αυτόν κατά "της κοινότητας των απίστων". Η "ιερή κοινότητα των πιστών", για να μπορεί να υπάρξει, χρειάζεται ομογενοποιημένο και τον αντίπαλο: "Το έδαφος των πιστών" εναντίον του εδάφους των "απίστων" (κάτι έμαθαν οι Αμερικανοί από το Ισλάμ τελικά!). Από τη στιγμή που αυτή η κοινότητα είναι ιερή, ο εντολοδόχος της είναι ιερός, δηλαδή ο Μπους (σε τι μαύρη κατάντια φτάσαμε!), και μαζί με αυτόν τα κράτη-οπαδοί. Το Ισραήλ, το οποίο έχει διαπράξει και διαπράττει τη μεγαλύτερη αδικία, με όρους πολιτικούς και όχι ηθικοπλαστικούς, των τελευταίων σαράντα και πλέον χρόνων, προβαίνει πλέον σε συστηματική εξόντωση των Παλαιστινίων αλλά χαίρει πλήρους κάλυψης και ασυλίας~ ανήκει στην ιερή κοινότητα και πολεμά κατά των απίστων.

"Διάλυε και βασίλευε" ωστόσο είναι και η αρχή που διέπει τις φονταμενταλιστικές δυνάμεις, όπως την Χεζμπολάχ και τη Χαμάς, δυνάμεις που συμμερίζονται απολύτως τη μεθοδολογία της ιμπεριαλιστικής υπερδύναμης. Αυτές, κατά μίμηση του αντιπάλου και στο όνομα μιας ιερής μουσουλμανικής παράδοσης, συγκροτούν την αντίπαλη "ιερή κοινότητα". Στο πλαίσιο της λογικής της "ιερής κοινότητας" ο συντομότερος δρόμος εμπέδωσης της κυριαρχίας --είτε της μιας πλευράς είτε της άλλης-- είναι η διάλυση των κρατών τα οποία παραμένουν απρόβλεπτα για τη μια ή την άλλη "ιερή κοινότητα", και των οποίων η εύθραυστη εθνοπολιτική ενότητα διευκολύνει τη διάλυση και επιτρέπει, από τη μια μεριά, την ένταξη κάποιων στοιχείων της στην ιερή κοινότητα και, από την άλλη, την αναγκαστική σε μεγάλο βαθμό εξώθηση των υπόλοιπων στοιχείων της στην κοινότητα των απίστων. Δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστική εικόνα, κατά τη γνώμη μου, από αυτή που βλέπουμε κάθε μέρα να περνάει στην τηλεόραση, στις ειδήσεις: Καράβια φορτώνουν από το Λίβανο ανθρώπους, αυτούς μόνο που ανήκουν στην "ιερή κοινότητα" και πρέπει να σωθούν. Πίσω μένουν οι άλλοι, οι πολλοί, οι μουσουλμάνοι το θρήσκευμα. Αυτοί οι άλλοι που, θέλοντας και μη, θα πρέπει για να επιβιώσουν να ενταχθούν ή να ανεχθούν την Χεζμπολάχ. Έτσι βέβαια έχουν υπογράψει την καταδίκη τους -- έχουν οριστικά μπει στο "πεδίο του πολέμου" ή "στο πεδίο της ειρήνης", εξαρτάται από ποια πλευρά βλέπει κανείς την κατάσταση. Το γεγονός ότι, μετά από χρόνια πολέμου, η δύσκολη λιβανέζικη ενότητα (χριστιανών και μουσουλμάνων) τινάζεται στον αέρα, όχι μόνο δεν απασχολεί την υπερδύναμη αλλά την ευνοεί. Το ίδιο έκανε και στο Ιράκ. Η διάλυση αυτών των κρατικών δομών και της ενότητας που επιτρέπει την, όσο αυτή είναι δυνατή, αντίσταση στην άνευ όρων ένταξη είτε στη μία και μοναδική, την αμερικανοποιημένη ιερή κοινότητα, είτε στην ιερή κοινότητα των μουσουλμάνων, οδηγεί με μαθηματική πλέον ακρίβεια στη διάλυση όλης της Μέσης Ανατολής.

Το Ισραήλ, μέλος πρωταγωνιστικό της μιας "ιερής κοινότητας" εμφανίζεται στην περιοχή ως ο απόλυτος υπερασπιστής της εναντίον αυτής των απίστων (=μουσουλμάνοι). Πράγματι, το Ισραήλ είναι ίσως η μοναδική χώρα της οποίας η πολιτική απέναντι στους Παλαιστινίους προϋποθέτει και συνεπάγεται την σε τόσο απόλυτο βαθμό υιοθέτηση των αρχών, οι οποίες εκ του αγίου Πνεύματος (Θεέ μου, συγχώρεσέ με) εκπορεύονται: του Μπους. Η απόλυτη υιοθέτηση των αρχών διαίρεσης του κόσμου σε καλό και κακό επιτρέπουν σε μια εν αδίκω τοπική δύναμη να καταστρέφει τους γείτονες της στο όνομα της υπεράσπισης του καλού και του δίκαιου.

Η διαίρεση του κόσμου με τέτοιον τρόπο προϋποθέτει την επαναφορά ενός πολιτισμού άγριου οριενταλισμού της εποχής της αποικιοκρατίας. Δεν είναι όλοι άξιοι για ελευθερία, πολιτική ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα. Αυτός ο οριενταλισμός έχει επιτρέψει μέχρι σήμερα στο Ισραήλ να δρα χωρίς ουσιαστικές συνέπειες από τη διεθνή κοινότητα. Αυτός ο οριενταλισμός που δημιουργεί αίσθημα ταπείνωσης σε κάποιους λαούς διευκολύνει την απόλυτη κυριαρχία των φονταμενταλιστικών δυνάμεων πάνω στα ερείπια των κρατικών οντοτήτων. Αυτές οι φονταμενταλιστικές δυνάμεις είναι --κι ας μην γελιόμαστε-- εξίσου οριενταλιστικές με τις πρώτες. Η όλη κατάσταση στον Λίβανο, και γενικότερα στη Μέση Ανατολή, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για μια ολοκληρωτική αποθρησκειοποίηση-εκκοσμίκευση της πολιτικής, επομένως και για οριστική λύση του Μεσανατολικού. Ωθεί μάλιστα την κοινή γνώμη των λαών να πάρει θέση καθαρή, είτε υπέρ του ενός στρατοπέδου είτε υπέρ του άλλου: είτε υπέρ της αμερικανοποιημένης, εθνικιστικής ιερής κοινότητας είτε υπέρ της ιερής κοινότητας όπως την θέλει ένα άλλο τόσο εθνικιστικό --όσο παράδοξη κι αν φαίνεται η διατύπωση-- Ισλάμ. Παρά το γεγονός ότι σε έναν πόλεμο πρέπει να πάρει κανείς θέση υπέρ του ενός ή του άλλου, παρά το γεγονός ότι οι καταστάσεις πιέζουν για μια άνευ όρων υπεράσπιση της Χεζμπολάχ, αφού αυτή μόνο έχει προς στιγμή τη δυνατότητα να αντιστέκεται κατά του Ισραήλ και των ΗΠΑ, ωστόσο επιβάλλεται να επιμείνουμε και να εμμείνουμε σταθερά σε έναν δρόμο: αυτόν της σθεναρής αντίστασης κατά της ομογενοποίησης, διά του κατακερματισμού των κρατικών οντοτήτων, του κόσμου ανάμεσα σε δύο ιερές κοινότητες.

Όσο δεν σταματά η αδικία κατά της Παλαιστίνης, όσο οι ευρωπαϊκές τουλάχιστον χώρες δεν σταματούν τώρα την καταστροφή του Λιβάνου και την εξουδετέρωση της λιβανέζικης ενότητας, οι τρόποι αντίστασης στη λογική των δύο ιερών πεδίων μειώνονται.


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]