Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

[Charlie Hebdo] Ο φασισμός με θρησκευτικό "φερετζέ"

Η καρδιά της Ευρώπης μάτωσε με τον πιο βίαιο τρόπο. Η επίθεση στο εβδομαδιαίο σατιρικό περιοδικό Σαρλί, που άφησε πίσω της νεκρούς μερικές από τις σημαντικότερες πένες της Γαλλίας, πρέπει οπωσδήποτε να λειτουργήσει σαν καθρέφτης για να εμφανιστεί επιτέλους το παραμορφωμένο πρόσωπο μιας Ευρώπης σε πλήρη σύγχυση. Πέρα από κάθε αμφιβολία, η επίθεση στο Σαρλί συνιστά μια εγκληματική πράξη του κοινού ποινικού δικαίου. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι να διαπιστώσουμε το αυτονόητο, αλλά να ανιχνεύσουμε το ιδεολογικό πρόσημο αυτής της πράξης.

Αναζωπυρώθηκε η ισλαμοφοβία

Η εύκολη εξήγηση είναι ότι η πράξη αποτελεί έκφραση του πιο ακραίου και τρομοκρατικού ισλαμικού φονταμενταλισμού. Αυτή η εξήγηση όμως οδηγεί στην άμεση ή έμμεση καταδίκη του Ισλάμ ως φορέα τρομοκρατίας. Δηλαδή, ότι το Ισλάμ ως θρησκεία εμπεριέχει ακραίο φανατισμό που ενεργοποιείται σε κατάλληλα περιβάλλοντα. Ακόμα κι αν χρησιμοποιήσει κανείς ταξικά κριτήρια για να εξηγήσει τον ισλαμικό φονταμενταλισμό –αποκλεισμός και περιθωριοποίηση των μουσουλμανικού θρησκεύματος ευρωπαίων πολιτών- το αποτέλεσμα είναι σχεδόν το ίδιο: το Ισλάμ θεωρείται θρησκεία που εγγενώς εμπεριέχει φανατισμό.
Δεν είναι τυχαίο που, αρχής γενομένης από τον κ. Σαμαρά, όλο το ακροδεξιό, δεξιό φάσμα εκδήλωσε το ρατσισμό και την ισλαμοφοβία του. Δεν είναι τυχαίο ότι το Σαρλί χρησιμοποιείται ως νομιμοποίηση για την αναπαραγωγή του ευρωπαϊκού (και ελληνικού) σκοταδισμού, αυτού ακριβώς που οδηγεί στον φασισμό. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο το γεγονός ότι η επίθεση στο Σαρλί αναζωπύρωσε τα ισλαμοφοβικά αισθήματα μιας πολιτικής που εκφράζεται με ιερούς-πολιτισμικούς όρους, και όχι διαλεκτικούς και ιδεολογικούς. Όμως, το ίδιο το περιοδικό Σαρλί και τα θύματά του κραυγάζουν αυτό που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο σε μια «φωτισμένη» Ευρώπη: όταν η θρησκεία –η οποιαδήποτε θρησκεία- γίνεται φορέας ή προκάλυμμα πολιτικής, τότε γίνεται αντικείμενο πολιτικής κριτικής. Με άλλα λόγια, η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να ιεροποιείται στο όνομα καμιάς θρησκείας. Η θρησκεία είναι ιερή μόνο μέσα στους χώρους λατρείας και στον ιδιωτικό χώρο του καθενός/μιάς. Στη δημόσια σφαίρα όμως είναι πολιτικό φαινόμενο, και ως τέτοιο κρίνεται. Συγχρόνως όμως, όταν η πολιτική χρησιμοποιεί πολιτισμικές-θρησκευτικές κατηγοριοποιήσεις, τότε αυτοκαταργείται, τότε ιεροποιείται και ανοίγει το δρόμο για ακραίες ιδεολογίες με ιερά-πολιτισμικά-εθνικιστικά πρόσημα.

Η Ευρώπη ως θερμοκήπιο ακραίων ιδεολογιών

Είναι γνωστό ότι η θρησκεία ως κριτήριο πολιτικής κατηγοριοποίησης κατασκευάστηκε στα πιο ιμπεριαλιστικά εργαστήρια ήδη από την εποχή της αποικιοκρατίας που ανανεώνονται τις τελευταίες δεκαετίες. Είναι γνωστό επίσης ότι η επιβολή του πιο άγριου καπιταλισμού δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την κατάρρευση των κοινωνιών και των δημοκρατικών θεσμών, με εργαλείο τον πολιτισμικό-θρησκευτικό-εθνικιστικό, κλπ κατακερματισμό. Είναι τέλος γνωστό ότι ο φασισμός είναι γέννημα-θρέμμα τέτοιας αμοιβαίας κατάρρευσης. Η Ευρώπη σήμερα, παγιδευμένη στην πιο συντηρητική, νεοφιλελευθέρη πολιτική γίνεται ο κατεξοχήν χώρος κατάρρευσης θεσμών και κοινωνιών, επομένως θερμοκήπιο ακραίων ιδεολογιών, με ή χωρίς φερετζέδες. Η άνοδος τέτοιων ιδεολογιών στην Ευρώπη το επιβεβαιώνει.
Το γεγονός ότι ο φασισμός χρησιμοποιεί ιερούς μανδύες για προκάλυμμα, δεν μπορεί να συσκοτίζει την πολιτική ερμηνεία του φαινομένου. Η Αριστερά ερμηνεύει όλα τα φαινόμενα με όρους πολιτικούς και ιδεολογικούς. Με αυτή την έννοια, ο ισλαμικός φονταμενταλισμός είναι η εκδοχή του φασισμού με φερετζέ ισλαμικό, όπως ο φασισμός φοράει διάφορους φερετζέδες στις διαφορετικές εκδοχές του. Όμως η γενεσιουργός αιτία είναι πάντα η ίδια: η κατάρρευση και ο κατακερματισμός. Σε μια τέτοια Ευρώπη που μαζί με τις ΗΠΑ οδήγησαν σε κατάρρευση τις κοινωνίες της Μέσης Ανατολής και της ανατολικής Ευρώπης, σε μια τέτοια Ευρώπη που οδηγεί σε κατάρρευση τις ίδιες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και τους δημοκρατικούς θεσμούς, η απάντηση δεν μπορεί να είναι παρά αριστερή. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να εφευρεθεί προκειμένου να ξαναγυρίσει στην Ευρώπη η πολιτική στα χωράφια της διαλεκτικής, της ταξικότητας και της ιδεολογικής αντιπαράθεσης.


Δημοσιεύτηκε στην Εποχή.

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

[Εξωτερική πολιτική] Η ΑΟΖ, το Κυπριακό, η Τουρκία: Τι σημαίνει αριστερή πολιτική στα «εθνικά θέματα»;

Πέραν της «τουρκικής προκλητικότητας» και των εθνικών στερεοτύπων 

Συνέντευξη της Σίας Αναγνωστοπούλου στον Στρατή Μπουρνάζο 


Τον τελευταίο καιρό μιλάμε πολύ για την ΑΟΖ, και ειδικά την κυπριακή ΑΟΖ. Τι σημαίνει ΑΟΖ και ποια είναι η σημασία της;

Η ΑΟΖ, η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, είναι μια πολύ νέα έννοια –προέκυψε, καταρχάς, από την ανάγκη διευθέτησης της διαμάχης για την αλιεία– και προβλέπεται από τη συνθήκη του Δικαίου της Θάλασσας του 1982. Είναι μια ζώνη 200 ναυτικών μιλίων μέσα στην οποία το κράτος δεν έχει κυριαρχία αλλά κυριαρχικά δικαιώματα, και συγκεκριμένα το δικαίωμα στους φυσικούς πόρους μέσα σε αυτή τη ζώνη. Η ΑΟΖ μπορεί να ανακηρυχθεί μονομερώς από ένα κράτος μόνο στην περίπτωση που το όμορο στη θάλασσα κράτος απέχει 400 και πλέον μίλια. Σε περίπτωση μικρότερης απόστασης, η ΑΟΖ δεν ανακηρύσσεται, αλλά οριοθετείται έπειτα από συμφωνία με το κράτος ή τα κράτη που έχουν μέτωπο στην ίδια θάλασσα. Αρχή λοιπόν της οριοθέτησης της ΑΟΖ (σε όμορα κράτη) είναι η συναίνεση. Ως εκ τούτου, πρόκειται μεν για μια ζώνη οικονομική (φυσικών πόρων και εκμετάλλευσής τους), που αποκτά ωστόσο μεγάλο πολιτικό και, κατά συνέπεια, συμβολικό βάρος. Από τη στιγμή που η ανακάλυψη των φυσικών πόρων (εξόρυξη υδρογονανθράκων) συνιστά παράγοντα μερικής έστω αλλαγής των ισορροπιών σε μια περιοχή, η ΑΟΖ αποκτά γεωπολιτική σημασία. Στην οριοθέτησή της, λοιπόν, αποτυπώνονται πολιτικές στρατηγικές και στοχεύσεις, αλλά και ιδεολογικοί προσανατολισμοί: η οριοθέτηση της ΑΟΖ γίνεται για την οικονομική ευμάρεια των κοινωνιών της περιοχής ή για λόγους γεωπολιτικού ανταγωνισμού;
Η κυπριακή ΑΟΖ οριοθετήθηκε το 2004. Το σχέδιο Ανάν δεν προέβλεπε ΑΟΖ για το ομόσπονδο κράτος και η Κυπριακή Δημοκρατία με τον τότε πρόεδρο Τάσσο Παπαδόπουλο αποφάσισε, πριν από το δημοψήφισμα, να προχωρήσει στην οριοθέτησή της, με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τον Λίβανο (η οριοθέτηση με τον Λίβανο δεν έχει ακόμα εγκριθεί από τη Βουλή του).

Τι μεσολάβησε έκτοτε και πού βρισκόμαστε σήμερα;

Οι συγκλίσεις που επιτεύχθηκαν κατά την προηγούμενη φάση των συνομιλιών μεταξύ Χριστόφια-Ταλάτ αλλά και Χριστόφια-Έρογλου διασφάλιζαν τον τρόπο με τον οποίο η ομοσπονδιακή Κυπριακή Δημοκρατία θα χειριζόταν τόσο τους φυσικούς πόρους όσο και τις θαλάσσιες ζώνες της. Εν ολίγοις, η ΑΟΖ αποτελούσε το σημείο τομής για τη συγκρότηση ενός κοινού, κυπριακού συμφέροντος και εντάχθηκε στην προοπτική της λύσης του Κυπριακού. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους αποτελούσαν το κομβικό σημείο της πολιτικής Χριστόφια για το Κυπριακό. Σήμερα, έτσι όπως εξελίσσεται η κατάσταση, φαίνεται ότι οι διαπραγματεύσεις απαξιώνονται· και μαζί με αυτές απαξιώνονται οι Τουρκοκύπριοι. Το Κυπριακό μοιάζει να μεταφέρεται στη θάλασσα, στη «γεωπολιτική παλαίστρα» της ανατολικής Μεσογείου, μπαίνει λοιπόν σε ένα μεγάλο γεωπολιτικό παιχνίδι εν εξελίξει.

 

Το γεωπολιτικό παιχνίδι στη Μέση Ανατολή


Ας σταθούμε λίγο σε αυτό το γεωπολιτικό παιχνίδι.

Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή βρίσκεται σε ιδιαίτερα κρίσιμο σημείο. Ίσως για πρώτη φορά μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βλέπουμε τέτοια κατάρρευση των κοινωνιών και των κρατών της περιοχής. Οι ΗΠΑ, τα τελευταία χρόνια, κι αφού συνέβαλαν αποφασιστικά στην κατάρρευση, προσπαθούν να αποφύγουν την άμεση εμπλοκή τους, αφήνοντας την κατάσταση στα χέρια έμπιστων «τοποτηρητών» τους. Η Τουρκία φαινόταν ότι μπορεί να είναι ένας τέτοιος «τοποτηρητής»: ένα κράτος «δυτικό», μετριοπαθούς Ισλάμ και με προοπτική ένταξης στην Ε.Ε., ένα κράτος λοιπόν πρότυπο για τα υπόλοιπα κράτη, ειδικά μετά το ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης. Όμως σε ένα παγκόσμιο σύστημα, όπου ο ιμπεριαλισμός έχει αποκτήσει πολυπολικότητα, κάθε πόλος επιδιώκει την αυτονόμησή του, τη διαμόρφωση ενός δικού του χώρου ηγεμονίας. Πολύ περισσότερο που στο ακραία ανταγωνιστικό σύμπαν, το οποίο οικοδομεί ο νεοφιλελευθερισμός, η διαμόρφωση χώρου ηγεμονίας αποτελεί προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του ρόλου του πόλου. Η Τουρκία, ειδικά την τελευταία περίοδο, παίζει ως μια «μεταδυτική» δύναμη, ένας νεοφιλελεύθερος, «σουνιτικός» πόλος στην περιοχή. Θεωρώ λοιπόν ότι, στο όνομα της μεγάλης πολιτισμικής ενότητας (ενός μουσουλμανικού, σουνιτικού κόσμου) που επικαλείται, επιδιώκει την ηγεμονία στον μεγάλο εμπορικό και ενεργειακό δρόμο που αποτελεί η Ανατολική Μεσόγειος (30% του παγκόσμιου εμπορίου και 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου). Ωστόσο, αυτή η «μεταδυτική» πολιτική της Τουρκίας ενέχει μεγάλους κινδύνους για την ίδια, κυρίως στο εσωτερικό της.

Ο όρος που χρησιμοποιείται σταθερά και κυριαρχεί στα κυρίαρχα ελληνικά μίντια, για να ερμηνευθεί η πολιτική της Τουρκίας, είναι η «προκλητικότητα». Πώς τον σχολιάζεις;

Διαβάζοντας την πολιτική της Τουρκίας μόνο ως πρόκληση, και ειδικά απέναντί μας –κι αυτό κάνουμε κατά κόρον– περιορίζουμε αυτομάτως το εύρος της ανάλυσής μας, επομένως και της πολιτικής που πρέπει να ασκήσουμε. Θέλω να είμαι σαφής. Η χρήση του όρου, σε ένα βαθμό, είναι δικαιολογημένη: οι «βόλτες» του Μπαρμπαρός, λ.χ., στην κυπριακή ΑΟΖ αποτελούν αναμφισβήτητα επιθετική πράξη. Ο όρος προκλητικότητα όμως μας εγκλωβίζει, γιατί περιορίζει την ανάγνωση της Τουρκίας στο πλαίσιο της σύγκρουσης δύο αιώνιων εχθρών, που ο ένας μονίμως καταπατεί τα εθνικά δίκαια του άλλου, και όχι στο πλαίσιο δύο γειτονικών κρατών με ενίοτε αντίπαλα και συγκρουόμενα συμφέροντα, σε μια περιοχή μεγάλων και πολύπλοκων ανταγωνισμών.
Τα πράγματα είναι σύνθετα και, βέβαια, δεν περιστρέφονται γύρω από εμάς. Στην περίπτωση της κυπριακής ΑΟΖ, πράγματι η Τουρκία, βασιζόμενη στη ναυτική της υπεροχή απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία, προκαλεί· ο στόχος όμως της πρόκλησης δεν είναι αποκλειστικά η Κυπριακή Δημοκρατία ούτε, μέσα από αυτήν, η Ελλάδα. Ο στόχος είναι πολύ ευρύτερος και αφορά το Ισραήλ, την Αίγυπτο, καθώς και άλλα κράτη-πόλους. Η παρουσία της Ρωσίας και της Κίνας στην περιοχή δείχνουν ότι το παιχνίδι είναι ευρύτερο. Το γεγονός επίσης ότι η διεθνής κοινότητα έχει πολύ χλιαρή αντίδραση απέναντι σε αυτή τη στάση της Τουρκίας επιβεβαιώνει το μέγεθος των ανταγωνισμών και των δύσκολων ισορροπιών στην περιοχή.

 

Γεωπολιτικοί άξονες και συμμαχίες Ελλάδας και Κύπρου


Μένοντας στο ζήτημα των ανταγωνισμών και των δύσκολων ισορροπιών, πρέπει ασφαλώς να μιλήσουμε για τη συμμαχίες που διαμορφώνουν η Ελλάδα και η Κύπρος στην περιοχή.

Η «στενή» ανάγνωση της Τουρκίας υπό το πρίσμα της προκλητικότητάς της και της παραβίασης των «εθνικών δικαίων» μας, μπορεί να οδηγεί την Ελλάδα αλλά και την Κυπριακή Δημοκρατία σε διαμόρφωση γεωστρατηγικών αξόνων που, έχοντας ως στόχο το «στρίμωγμα» του εθνικού εχθρού, εμπλέκουν τα δύο κράτη ακόμη περισσότερο στους γεωστρατηγικούς ανταγωνισμούς, επομένως και στις προκλήσεις της Τουρκίας. Ασφαλώς η Κυπριακή Δημοκρατία χρειαζόταν να συνεννοηθεί με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, αφού με αυτές τις χώρες έπρεπε να οριοθετήσει την ΑΟΖ, ωστόσο οι άξονες και οι συμμαχίες είναι κάτι διαφορετικό.
Πολύ φοβάμαι, δηλαδή, ότι η συμμαχία Ελλάδας-Κύπρου με το Ισραήλ και την Αίγυπτο εντάσσεται στη λογική ενός γεωστρατηγικού άξονα για να «στριμωχτεί» η Τουρκία. Και αυτό δεν το λέω μόνο από αριστερή σκοπιά (πώς μπορείς να συμμαχείς με τέτοια στρατοκρατικά και καταπιεστικά καθεστώτα;), αλλά και από μια ρεαλιστική σκοπιά: Μπορούν τέτοιοι άξονες να διευκολύνουν τη λύση του Κυπριακού και των ανοικτών ελληνοτουρκικών προβλημάτων, να «στριμώξουν» την Τουρκία; Εκτιμώ ότι –αν πράγματι ο φόβος μου περί τέτοιου άξονα έχει βάση– η Κύπρος κινδυνεύει να γίνει το επίκεντρο μεγάλων και μικρότερων ανταγωνισμών (και Ελλάδας-Τουρκίας), μέσα από την οποία επιδιώκεται η λύση όχι του Κυπριακού αλλά δίνεται η ευκαιρία στην Ελλάδα είτε για «στρίμωγμα» της Τουρκίας για άλλα θέματα (για παράδειγμα της οριοθέτησης της ελληνικής ΑΟΖ στις «δύσκολες» περιοχές), είτε για να ενισχύσει, μέσω της Κύπρου, τη γεωστρατηγική της ισχύ στην Ανατολική Μεσόγειο. Και η προϊστορία του κ. Σαμαρά και του περιβάλλοντός του δεν μου εμπνέει καμιά εμπιστοσύνη για τον χειρισμό των «εθνικών θεμάτων» μας. Φοβάμαι λοιπόν μήπως, όπως κάποτε το Κυπριακό εντάχθηκε από τέτοιους χειρισμούς στους μεγάλους ψυχροπολεμικούς ανταγωνισμούς στην περιοχή, στην παρούσα φάση «μεσανατολικοποιηθεί», κάτι που θα διευκολύνει και την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, για λόγους «προστασίας».
Όπως έλεγα πριν, επί Χριστόφια και Ταλάτ η λογική ήταν ότι ο φυσικός πλούτος της κυπριακής ΑΟΖ έφτιαχνε ένα κοινό κυπριακό συμφέρον. Ανησυχώ ότι η κυβέρνηση Αναστασιάδη, κυρίως με την παύση των συνομιλιών, αποκλείει τους Τουρκοκύπριους από αυτό το συμφέρον, καθιστώντας αυτό τον πλούτο γεωστρατηγικό εργαλείο. Κατά τη γνώμη μου, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει οπωσδήποτε να συνεχίσει τις συνομιλίες, παραπέμποντας το ζήτημα της παραβίασης της ΑΟΖ από την Τουρκία σε διεθνείς οργανισμούς (είτε στο διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είτε σε αυτό του Δικαίου της Θάλασσας). Διακόπτοντας τις συνομιλίες, όχι μόνο απαξιώνει την τουρκοκυπριακή κοινότητα αλλά εγκλωβίζει τις συνομιλίες στις «διαθέσεις» της Τουρκίας: θα ξαναρχίσουν όταν το Μπαρμπαρός φύγει από την ΑΟΖ. Με λίγα λόγια, παρακάμπτονται οι Τουρκοκύπριοι και στο κάδρο του Κυπριακού μπαίνει μόνο η Τουρκία (και από την πίσω πόρτα η Ελλάδα;), και μάλιστα σε μια εποχή μεγάλης κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Σκέφτομαι τον μνημειώδη λόγο του Μακάριου στον ΟΗΕ μετά την τουρκική εισβολή, όταν απέναντι στην καταστροφή του ’74 –στην οποία οδήγησε και η πολιτική της δεκαετίας του ’60, στην οποία ο ίδιος πρωταγωνίστησε– τόνισε ότι η επιβίωση του κυπριακού κράτους εξαρτάται άμεσα από τους Τουρκοκύπριους, από τον δικοινοτικό χαρακτήρα του κράτους, ανεξαρτήτως Τουρκίας και Ελλάδας. Γιατί, τότε, είχε, επιτέλους, αντιληφθεί ότι ο μη δικοινοτικός χαρακτήρας της Κυπριακής Δημοκρατίας την βάζει σε μέγιστες περιπέτειες.

Συνεχίζοντας, στο ίδιο θέμα, ας δούμε την πρόσφατη συμφωνία «ενοποίησης» των υδάτων μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου.

Εξέφρασα τον φόβο μου για τους χειρισμούς Σαμαρά και Αναστασιάδη με αφορμή και τη συμφωνία για την «ενοποίηση των υδάτων» που παρουσιάστηκε με τυμπανοκρουσίες, κυρίως στην Κύπρο. Κι ενώ πρόκειται για μια συνηθισμένη συμφωνία έρευνας και διάσωσης, σε αυτά τα ύδατα, τροφοδοτεί μια εθνικιστική ρητορική που δηλητηριάζει ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα στην Κύπρο, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Πολύ περισσότερο που οι συνομιλίες έχουν διακοπεί και η Τουρκία «κόβει βόλτες» με το Μπαρμπαρός. Το σκηνικό παραπέμπει, σε κάποια σημεία, σε αυτό της δεκαετίας του ’90 με τα δόγματα περί «ενεργών ηφαιστείων» και την «πυραυλολογία», που προκάλεσαν τεράστια ζημιά στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό. Τροφοδοτείται η λογική που είχε κυριαρχήσει τότε, στην εποχή του ενιαίου αμυντικού δόγματος, του ενιαίου χώρου του ελληνισμού απέναντι στον προαιώνιο εχθρό, όπου η Κυπριακή Δημοκρατία καλείται να παίξει το ρόλο του «προμαχώνα». Εδώ έρχονται και «κουμπώνουν» οι μεγαλοστομίες περί «δυναμικών απαντήσεων» στον προαιώνιο εχθρό, από ανθρώπους του περιβάλλοντος του πρωθυπουργού (λ.χ. Φαήλος Κρανιδιώτης), μεγαλοστομίες που ενισχύουν τους φόβους παρά τους κατευνάζουν.
Οι «δυναμικές απαντήσεις» όμως υπαινίσσονται πόλεμο. Ασφαλώς, δεν θεωρώ ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι, σε οποιαδήποτε περίπτωση, υπέρ του πολέμου με την Τουρκία. Αυτή η εθνικιστική ρητορική όμως περιορίζει επικίνδυνα τα περιθώρια της διαπραγμάτευσης στο Κυπριακό, καθώς και της αναζήτησης ουσιαστικού εδάφους συνεννόησης Ελλάδας-Τουρκίας. Παράλληλα, νομιμοποιεί την κούρσα των εξοπλισμών από την οποία έχει επωφεληθεί τα μέγιστα μια «τάξη υπερπατριωτών» (άλλοι είναι στη φυλακή, άλλοι πρόκειται να μπουν, και μάλλον ακολουθούν πολλοί ακόμα), και νομιμοποιεί την «προστασία» του ΝΑΤΟ. Άπειρες φορές ανέβηκαν οι τόνοι και άπειρες φορές κατέβηκαν «χάρη στην παρέμβαση» των «συμμάχων μας». Μοιάζει σαν φάρσα: το ΝΑΤΟ αφήνει τους δύο προαιώνιους να κάνουν προσομοιώσεις πολέμου, που δικαιολογούν και τους εξοπλισμούς, και όταν τα πράγματα σκουρύνουν τότε επεμβαίνει για να μας λύσει τα προβλήματα. Στο μεταξύ ωστόσο αυτό το έθνος βιώνει μονίμως το άδικο, τον φόβο και την απειλή από έναν πανίσχυρο και ανεξέλεγκτο εθνικό εχθρό.
Το μεγάλο μου ερώτημα είναι: Ως κοινωνία, γιατί επιτρέπουμε να παίζεται αυτό το παιχνίδι σε βάρος μας; Η Τουρκία είναι πράγματι ένας δύσκολος γείτονας, με τον οποίο έχουμε πολλά ανοικτά θέματα. Όμως, από τη στιγμή που δεν θέλουμε πόλεμο, τότε η διεκδίκησή μας πρέπει να είναι μία: η ανεύρεση τρόπων επίλυσης των ανοικτών προβλημάτων. Επίλυσης, που θα κοστίζει λιγότερο από τον πόλεμο ή την προσομοίωση πολέμου.

 

Ιμπεριαλισμός, αντιιμπεριαλισμός και αριστερή πολιτική


Με όσα λες, αλλά και όλα όσα έχεις γράψει, σκιαγραφείς για την Αριστερά μια ερμηνευτική και πολιτική γραμμή εντελώς διαφορετική από τη γνωστή «αντιιμπεριαλιστική»

Καταρχάς, για την Αριστερά το μείζον ζήτημα είναι να πολιτικοποιήσει τα «εθνικά δίκαια», να τα ξανασυζητήσει διαλεκτικά και όχι ως αμετακίνητα, υπεράνω ιδεολογίας και πολιτικής αξιώματα. Ας μην ξεχνάμε ότι τα «εθνικά δίκαια» δεν τα όρισε η Αριστερά· τα όρισαν κατεξοχήν οι πολιτικές δυνάμεις που είχαν την ηγεμονία και ήθελαν να διαιωνίζουν την ηγεμονία τους, περιθωριοποιώντας τους εχθρούς τους ως «προδότες». Όταν τα «εθνικά θέματα» δεν αποτελούν μέρος του ανοικτού, δημοκρατικού διαλόγου, τότε κάποιες αυταρχικές κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις επωφελούνται. Τότε, κάποιοι οικειοποιούνται μονοπωλιακά την βούληση του έθνους και τη διαχειρίζονται όπως θέλουν. Δεν μπορούμε λοιπόν να μιλάμε για «αριστερό πατριωτισμό», βάζοντας απλώς αριστερό πρόσημο στα «εθνικά δίκαια», τα οποία οι αντίπαλες της Αριστεράς δυνάμεις όρισαν ως αμετακίνητα. Δεν μπορούμε να μιλάμε για αντιιμπεριαλισμό, πατώντας πάνω στα «δίκαια» αυτά, έτσι όπως τα όρισαν οι ηγεμονικές τάξεις και μάλιστα σε συγκεκριμένες περιόδους.
Αριστερή, αντιιμπεριαλιστική πολιτική δεν σημαίνει έναν εύκολο αντιτουρκισμό, επειδή η Τουρκία είναι «δάκτυλος του ιμπεριαλισμού». Πολύ περισσότερο που και η Ελλάδα έχει παίξει στο ιμπεριαλιστικό παιχνίδι. Αντιιμπεριαλισμός σημαίνει κόβω –ή έστω μειώνω– τις υποδοχές του ιμπεριαλισμού στην περιοχή, κόβω τους διαδρόμους διείσδυσής του. Αν ο ιμπεριαλισμός οξύνει και υποκινεί τους ανταγωνισμούς, η απάντηση είναι μία: κάνω πολιτική με τρόπο που να μειώνονται οι εθνικοί ανταγωνισμοί, όχι να ενισχύονται. Η λύση, για παράδειγμα, του Κυπριακού με ομοσπονδία περιορίζει τον χώρο ιμπεριαλιστικής δράσης, γιατί σταματάει τον κατακερματισμό και ενισχύει το κυπριακό κράτος. Θεμελιώδης στρατηγική του ιμπεριαλισμού είναι ο κατακερματισμός της κοινωνίας με κριτήρια εθνο-θρησκευτικά, πολιτισμικά και η αποδυνάμωση των κρατών. Ο αντιιμπεριαλισμός δεν μπορεί να μην είναι αυστηρά κριτικός με τον εθνικισμό, καθώς ο τελευταίος είναι γέννημα-θρέμμα του ιμπεριαλισμού του 19ου αιώνα.
Η λογική, για παράδειγμα, μιας «ζώνης του ελληνισμού» Ελλάδας και Κύπρου, όπου οι δύο κοινωνίες θα πολεμήσουν κατά της λιτότητας, της τρόικας και του νεοφιλελευθερισμού, μας βάζει από την πίσω πόρτα στη λογική των πολιτισμικών ζωνών, των πολιτισμικών ενοτήτων, που ενισχύουν τη λογική αυτού που υποτίθεται πολεμούν: του νεοφιλελευθερισμού. Για την Αριστερά, η ενότητα πρέπει να είναι πολιτική και ταξική. Ενότητα εν τόπω και χρόνω, όχι πολιτισμική και εθνοτική άνευ τόπου· πρέπει να φτιάχνει πολιτικές υποδοχές στον χώρο.

 

Η κυβέρνηση της Αριστεράς, το Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά


Ρωτάω, και κλείνω, εξειδικεύοντας τα παραπάνω. Σε ποια κατεύθυνση πιστεύεις ότι πρέπει να κινηθεί η κυβέρνηση της Αριστεράς, στα θέματα που συζητάμε;

Θα προσπαθήσω να απαντήσω, διατυπώνοντας μερικές βασικές σκέψεις, και όχι βέβαια κάποιο «μανιφέστο» ή «πλατφόρμα». Αρχή του ΣΥΡΙΖΑ είναι η ειρήνη και η σταθερότητα στην περιοχή. Και θεωρώ ότι αυτή η αρχή είναι ουσιωδώς αντιιμπεριαλιστική, αντικαπιταλιστική και ρεαλιστική, ειδικά στην εποχή μας, όπου η λιτότητα και οι ανταγωνισμοί οδηγούν σε εκβαρβαρισμό των κοινωνιών στην περιοχή μας, είτε λόγω φτώχειας είτε λόγω πολέμων. Σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτα υπέρ της λύσης του Κυπριακού στη βάση μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΟΗΕ. Αυτή η λύση όμως έχει μια σημαντική προϋπόθεση: αποδεχόμαστε ότι το κυπριακό συμφέρον ορίζεται και από τις δύο κοινότητες εξίσου, και μόνο από αυτές. Ο τερματισμός της κατοχής, η οποία δικαιολογεί την ιστορικότητα της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης, αλλά και νομιμοποιεί την εξάρτηση της Κύπρου και τους περιφερειακούς ανταγωνισμούς, πρέπει να αποτελέσει το μείζον κυπριακό συμφέρον στο πλαίσιο της ομόσπονδης λύσης, ένα συμφέρον που συγκροτείται στη βάση της εγγύησης της ασφάλειας και των δύο κοινοτήτων.
Σε ό,τι αφορά τα ελληνοτουρκικά, μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να επαναπροσδιορίσει το περιεχόμενο της ελληνοτουρκικής φιλίας και συνεργασίας. Με δεδομένο ότι στην περιοχή μας η Τουρκία είναι μια από τις ελάχιστες χώρες της οποίας η κοινωνία δεν έχει καταρρεύσει (και δεν μας συμφέρει να καταρρεύσει), με δεδομένο επίσης ότι αυτή η χώρα είναι μια από τις ελάχιστες στις οποίες υπάρχει μια κοινωνία με δείγματα αντίστασης στον εκβαρβαρισμό, τότε, αντί να αναζητούμε γεωστρατηγικά τόξα με πιο μακρινούς και αμφίβολους γείτονες, μήπως θα ήταν σκόπιμο να αναζητήσουμε πεδία συναίνεσης με αυτό τον γείτονα (όπως και με τους υπόλοιπους, άλλωστε); Μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να ξαναδεί τη γειτονιά της, αναζητώντας σε αυτή την πολιτική –και όχι γεωστρατηγική– ενίσχυση της χώρας.
Τα ελληνοτουρκικά προβλήματα δεν θα λυθούν, ασφαλώς, από τη μια στιγμή στην άλλη. Μπορούν όμως να μπουν σε ένα πλαίσιο πολιτικού διαλόγου, όπου το εθνικό συμφέρον θα ενταχθεί σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό συμφέρον όπως αυτό το ορίζει η Αριστερά, όχι οι λογικές ηγεμονίας στην περιοχή μέσω της Ε.Ε., όπως έγινε σε προηγούμενες περιόδους. Η εποχή που ζούμε είναι πολύ πιο πολύπλοκη από όσο την παρουσιάζει η εθνικιστική ρητορεία. Η λύση στο μεταναστευτικό και προσφυγικό πρόβλημα με όρους σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαιτεί πλέον συναινέσεις, και όχι φράχτες, ανάμεσα σε πολλά και διαφορετικά κράτη. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς, σε συνεννόηση με τους γείτονες, είναι αυτή που μπορεί να απαντήσει — πολύ περισσότερο που και η Τουρκία έχει συμφέρον από τέτοια συνεννόηση.
Η Ιστορία και οι ανάγκες που δημιουργεί υποδεικνύουν και τις λύσεις, ειδικά για την Αριστερά η οποία είναι η κατεξοχήν ρεαλιστική πολιτική δύναμη, αφού απαντάει στα προβλήματα της κοινωνίας εν τόπω και χρόνω. Η οριοθέτηση των ΑΟΖ με τις γειτονικές χώρες μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για τη δημιουργία ενός κοινού συμφέροντος, για τις κοινωνίες των όμορων κρατών, αντί να γίνει εργαλείο σκληρών ανταγωνισμών. Ας βρούμε ως Αριστερά τα πολιτικά δίκαια που μπορούν να συνδέσουν τις γειτονικές χώρες και να τις ενισχύσουν.

[Δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής]

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

[Τουρκία] Τουρκία: ένας «αλλοπρόσαλλος» γείτονας;

Την προηγούμενη εβδομάδα το Κέντρο Νεότερης Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και η Πρωτοβουλία για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας συνδιοργάνωσαν εκδήλωση για τις τελευταίες εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, με ομιλητές τους Χαμίτ Μποζαρσλάν (Παρίσι), Τζενγκίζ Ακτάρ (Κωνσταντινούπολη) και Νίκο Μούδουρο (Λευκωσία). Η συζήτηση επικεντρώθηκε στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας -με αφορμή και τα τελευταία γεγονότα της παραβίασης της κυπριακής ΑΟΖ- στο πλαίσιο των μεγάλων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών τριγμών που γνωρίζει τα τελευταία χρόνια η Μέση Ανατολή. Όπως αναδείχθηκε και στη συζήτηση, η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας μοιάζει τον τελευταίο καιρό «αλλοπρόσαλλη», μια πολιτική «πολύτιμης μοναχικότητας» -όπως την χαρακτηρίζουν Τούρκοι αξιωματούχοι- χωρίς συμμάχους ή εναντίον εκείνων που θεωρούνταν μέχρι πριν από μερικά χρόνια παραδοσιακοί σύμμαχοί της. Αυτή η «αλλοπρόσαλλη» πολιτική της Τουρκίας, που την οδηγεί είτε σε υπόγειες συμμαχίες με ακραία μορφώματα (ΙΣΙΣ) είτε σε επιθετικές κινήσεις -κυπριακή ΑΟΖ-, δείχνουν κάτι σημαντικό: η Τουρκία εκφράζει σε περιφερειακό επίπεδο τον απρόβλεπτο και «άναρχο» χαρακτήρα που διέπει τα τελευταία χρόνια τις παντός είδους σχέσεις σε παγκόσμιο αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Πράγματι, σε αυτήν τη «μετα-δυτική», πολυπολική -όπως χαρακτηρίζεται- φάση της παγκόσμιας ιστορίας, όπου το κέντρο βάρους τουλάχιστον της οικονομίας μετατοπίζεται από τις αναπτυγμένες στις αναπτυσσόμενες χώρες, η Τουρκία φαίνεται να αναζητεί έναν «μετα-δυτικό», περιφερειακό ρόλο. Μετά από πολλές δεκαετίες «σκληρής», δυτικής πολιτικής (εσωτερικής και εξωτερικής), η Τουρκία αναζητεί τον ρόλο της περιφερειακής, μετα-δυτικής δύναμης, ενός πολιτικο-πολιτισμικού και οικονομικού πόλου στη Μέση Ανατολή. Αν αναλογιστούμε τη σημασία της Ανατολικής Μεσογείου ως ενός από τους σημαντικότερους δρόμους του παγκόσμιου εμπορίου και της διακίνησης ενέργειας, τότε αντιλαμβανόμαστε τους λόγους για τους οποίους η Τουρκία, ως μια από τις μεσαίες αναπτυσσόμενες δυνάμεις, έχει επιλέξει τον τελευταίο καιρό να ασκεί πολιτική «πολύτιμης μοναχικότητας». Κάποιοι από το τουρκικό ΥΠΕΞ φαντασιώνονται για την Τουρκία τον ρόλο του περιφερειακού πόλου μιας ενιαίας, πολιτισμικής και οικονομικής λεκάνης, ενός οθωμανικής καταγωγής «Σουνιστάν» (σουνιτικό Ισλάμ) απέναντι στον περιφερειακό ανταγωνιστή, το σιϊτικό Ιράν.

Η Τουρκία ωστόσο, παρά τις «μετα-δυτικές», πολιτισμικο-ιστορικές αναζητήσεις της, είναι μια χώρα της οποίας, πρώτον, το συγκολλητικό στοιχείο εσωτερικής ενότητας είναι ο «δυτικός» χαρακτήρας της. Αυτός ο «δυτικός» χαρακτήρας πήρε κατά καιρούς διαφοροποιημένο ιδεολογικό περιεχόμενο - από το πιο αυταρχικό, ανταγωνιστικό μέχρι όμως και το πιο δημοκρατικό, τουλάχιστον για τα δεδομένα της Μέσης Ανατολής. Δεύτερον, σε αντίθεση με τη δραματική κατάρρευση των κοινωνιών της Μέσης Ανατολής, η κοινωνία της Τουρκίας δεν έχει καταρρεύσει ακόμα, δεν έχει μεσανατολικοποιηθεί -κι εδώ η συμβολή των Κούρδων είναι αποφασιστικής σημασίας. Τρίτον, η Τουρκία απέκτησε περιφερειακό ρόλο χάρη στην ιστορική επιλογή της να τοποθετηθεί στον περιφερειακό και παγκόσμιο χάρτη ως δυτικό κράτος με θρήσκευμα μουσουλμανικό. Τέταρτον, η Τουρκία του Ερντοάν απέκτησε στις μεσανατολίτικες κοινωνίες την επιρροή ενός άλλου, περιφερειακού πόλου, όχι χάρη στο Ισλάμ και την οθωμανική ιστορία, αλλά χάρη στην επαγγελία ότι ένα κράτος με θρήσκευμα μουσουλμανικό μπορεί να είναι ευρωπαϊκό, με την έννοια του φορέα δημοκρατικής ενότητας όλων των πληθυσμών του και ειρήνης στην περιοχή. Η πολιτική λοιπόν της Τουρκίας είναι «αλλοπρόσαλλη», γιατί δεν μπορεί να παίξει μετα-δυτικό ρόλο, αποποιούμενη τον κατεξοχήν ρόλο της: τον δυτικό, και μάλιστα στην πιο δημοκρατική του εκδοχή. Αυτό τη βάζει δυνητικά σε περιπέτειες, τόσο εσωτερικές όσο κυρίως εξωτερικές. Την οδηγεί σε μεσανατολικοποίηση.

Η Ελλάδα δεν είναι υποχρεωμένη να μπει σε κανένα «μετα-δυτικό» παιχνίδι. Ας ξεκαθαρίσουμε ότι:«μετα-δυτικό» δεν σημαίνει αντιιμπεριαλιστικό, αντιθέτως σημαίνει ενίσχυση της πολυπολικότητας και της αγριότητας του ιμπεριαλισμού σε όλες τις πολιτισμικές εκδοχές του (δυτικές και μη). Οι συμμαχίες με χώρες της Ανατολικής Μεσογείου που έχουν ως μοναδική προοπτική τη διαμόρφωση ενός άλλου γεωστρατηγικού πόλου που θα «στριμώξει» τη μετα-δυτική Τουρκία, ενισχύουν τη μεσανατολικοποίηση της Ανατολικής Μεσογείου -σκληροί πολιτικο-πολιτισμικοί ανταγωνισμοί-, τη μεσανατολικοποίηση κατά συνέπεια του κυπριακού αλλά και των ελληνοτουρκικών προβλημάτων. Η απάντηση στις «μετα-δυτικές» φαντασιώσεις της Τουρκίας είναι η συνεχής προσπάθεια «στριμώγματός της» στη βάση ενός προβλεπτού διαλόγου και με τη διαρκή προοπτική μιας προβλεπτής συμμαχίας, σύμφωνα δηλαδή με τις αρχές του διεθνούς δικαίου και τους κανόνες ενός ευρωπαϊκού, πολιτικού πολιτισμού. Ας μην ξεχνάμε ότι η Τουρκία, παρ' όλα αυτά, είναι η μοναδική ίσως χώρα στην ανατολική γειτονιά μας που καταλαβαίνει αυτή την προβλεπτή γλώσσα και έχει ακόμα συμφέρον να τη διατηρήσει.


[Δημοσιεύτηκε στην Αυγή]

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

[Μέση Ανατολή] Το παρελθόν χειραφετεί το μέλλον

Στις μέρες μας, στη Μέση Ανατολή, οι σκελετοί του παρελθόντος –ενός συγκεκριμένου παρελθόντος– επανέρχονται στο παρόν με τον πλέον δραματικό τρόπο. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει βέβαια ότι, στην εποχή του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, στην οποία η πολιτική μετατρέπεται σε ζήτημα πολιτισμικών/εθνοτκών ή θρησκευτικών ιδιαιτεροτήτων, τα αδιέξοδα και οι αντιφάσεις του εκδηλώνονται με τον πιο βίαιο τρόπο στη Μέση Ανατολή – όπου τα όρια πολιτικού-θρησκευτικού είναι, λόγω της βεβαρημένης ιστορίας της δυσδιάκριτα. Αυτή η τόσο ταλαιπωρημένη περιοχή αναδύεται λοιπόν ως ο τόπος που η «ανθρώπινη κοινωνία» ξαναπιάνει το νήμα του παρελθόντος από εκεί όπου η νεοφιλελεύθερης εκδοχής νέα παράδοση πίστεψε ότι το έκοψε οριστικά.

Όταν το παρελθόν υποτάσσει το μέλλον.

Παγκοσμιοποιημένο χαλιφάτο, μουσουλμανική ουμμά, θρησκευτικός /δογματικός κατακερματισμός ή «θρησκευτικός ριζοσπαστισμός»: όλα αυτά που μοιάζουν «πολιτισμικά» στοιχεία της παράδοσης της Μέσης Ανατολής, δεν συνιστούν παρά παλιά υλικά που συνθέτουν μια νέα παράδοση. Η παράδοση αυτή αποτελεί τη νομιμοποιητική ερμηνεία, στα τοπικά συμφραζόμενα, του νέου «δυτικού» σχεδίου για τη Μέση Ανατολή. Πρόκειται για το σχέδιο της «μεγάλης Μέσης Ανατολής» ή της νοτιοδυτικής Ασίας: μια μεγάλη θρησκευτικο-πολιτισμική ενότητα, κατακερματισμένη εσωτερικά σε αδύναμα κράτη-«θρησκευτικές κοινότητες ή δόγματα», υπό τον έλεγχο κρατών της περιοχής, ικανών να νομιμοποιούν, στο όνομα της παράδοσης, τους νέους γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς.

Έτσι επέστρεψε με τον Ερντογάν η οθωμανική παράδοση της μουσουλμανικής ενότητας και η ουτοπία της δικαίωσης ενός «λαϊκού περί δικαίου αισθήματος», που έρχεται από τα βάθη των οθωμανικών αιώνων. Βέβαια, παράδοση οθωμανικού χαλιφάτου δεν υπήρξε στην Ιστορία, παρά μόνο ως κατασκευή του αποικιακού 19ου αιώνα, που αναπαρήγαγαν διάφορα τοπικά αυταρχικά καθεστώτα. Έτσι επέστρεψε στο Ιράκ ο δογματικός κατακερματισμός του ιρακινού λαού, ως αποκατάσταση της ιστορικής αδικίας που υπέστησαν οι σιίτες από τους σουνίτες. Επίσης, παράδοση πολιτικής κατηγοριοποίησης βάσει δόγματος δεν υπήρχε ιστορικά στη Μέση Ανατολή· επινοήθηκε ιμπεριαλιστικά στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και επικαιροποιήθηκε μετέπειτα νατοϊκά, σε διάφορες ντόπιες αναπαραγωγές. Με ανάλογο τρόπο επανήλθε επικαιροποιημένη η παράδοση του μεταρρυθμιστικού-δημοκρατικού Ισλάμ (άλλη μια κατασκευή του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα), ως έκφραση της «λαϊκής οργής» εναντίον των διεφθαρμένων, δυτικότροπων καθεστώτων.

Σε μια εποχή λοιπόν όπου οι λαοί της Μέσης Ανατολής αναζητούσαν πολιτικούς δρόμους εκδημοκρατισμού και ανατροπής των αυταρχικών καθεστώτων, αντί να πολιτικοποιηθούν οι κοινωνίες, πολιτικοποιήθηκε η πολιτισμική/θρησκευτική κατηγοριοποίηση, στη βάση της οποίας φτιάχτηκε η νέα παράδοση. Η αποτρόπαια εκδοχή αυτής της νέας παράδοσης είναι το ISIS.

Σύμβολο αντίστασης.

 Στην «επαναστατημένη περιοχή της Ρογιάβα» –αυτόνομο καντόνι στη Συρία, στο οποίο ανήκει και το Κομπάνι– οι Κούρδοι και οι Κούρδισσες αξιοποίησαν πολιτικά τις ρωγμές που δημιουργούν οι αντιφάσεις του ιμπεριαλισμού και των τοπικών εκδοχών του. Τράβηξαν δυναμικά, εν τόπω και χρόνω, αυτό το νήμα από το παρελθόν που επιτρέπει στις αγωνιζόμενες κοινωνίες να βρουν όχι την από αιώνες δικαίωσή τους, αλλά τον τρόπο αντίστασής τους, εδώ και τώρα. Συγκρότησαν λοιπόν πολιτικούς θεσμούς εκπροσώπησης: προσωρινή κυβέρνηση το 2013 και Σύνταγμα το 2014. Οργανώθηκαν ως ενσώματο –και όχι ψηφιακό– πολιτικό υποκείμενο: συγκρότησαν τοπικά κοινοβούλια και λαϊκές ομάδες προστασίας, με ισότιμη συμμετοχή ανδρών και γυναικών, και διαμόρφωσαν τους όρους για μια «οικονομία της αντίστασης», μια αντιπαγκοσμιοποιημένη οικονομία, με εξασφαλισμένη την υγεία, την παιδεία και το δικαίωμα στην εργασία για όλους.

Το Κομπάνι γίνεται σύμβολο αντίστασης για έναν ολόκληρο κόσμο, καθώς σε αυτό αποκαθίσταται το νήμα της νεωτερικής χειραφέτησης και αντίστασης, στην κουρδική του εκδοχή. Σε αυτό συγκλίνουν γόνιμα μια σειρά στοιχεία: η παράδοση αντίστασης του ΡΚΚ, η δημοκρατική, αριστερή, πολιτική παράδοση κομμάτων όπως το Κόμμα Δημοκρατίας και Ειρήνης των Κούρδων της Τουρκίας, τα στοιχεία λαϊκής αντίστασης και υπεράσπισης που έφτιαξε το Κόμμα της Δημοκρατικής Ένωσης. Συγκλίνουν όλα τα στοιχεία μιας κατακερματισμένης εθνικής οντότητας που έμαθε να φτιάχνει πολιτικές αντίστασης εν χώρω και στο πλαίσιο άλλων εθνών-κρατών, υπό την καθοδήγηση σήμερα του Συμβουλίου Εθνικής Ενότητας των Κούρδων.

Ο Ερντογάν, εγκλωβισμένος στις μεγάλες αντιφάσεις που έχει δημιουργήσει η πολιτική του –ισλαμικός και εθνικιστικός εξτρεμισμός στο εσωτερικό της Τουρκίας, υπόγειες «συμμαχίες» με τους τζιχαντιστές στην περιοχή– επιμένει να θέλει να παίξει τον ρόλο της «προστάτιδας δύναμης» της περιοχής. Επιμένει στην επικαιροποίηση της λογικής των σφαιρών επιρροής, του εντολοδόχου των Μεγάλων Δυνάμεων –αποστολή στρατού «για την επιβολή της ειρήνης»– και της δημιουργίας «κοινοτήτων» υπό την προστασία του. Αρνείται, έτσι, να διευκολύνει την υπεράσπιση του Κομπάνι από τους Κούρδους, γιατί αυτό θα ακυρώσει τη διεθνή νομιμότητα της «εντολής».

Η βαρβαρότητα των τζιχαντιστών και τα κενά κρατικής εξουσίας που δημιουργεί αποτελούν τον παραμορφωτικό καθρέφτη της πολιτικής που άσκησαν οι ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες στην περιοχή, μαζί με την άβουλη και ανύπαρκτη Ε.Ε. Το Κομπάνι, ωστόσο, δείχνει μια κατεύθυνση λύσης για τη Μέση Ανατολή. Κι αυτή δεν είναι ούτε η σύγκρουση δύο πολιτισμικών μετώπων ούτε η εγκατάσταση περιφερειακών δυνάμεων: (ούτε «εντολοδόχος» Τουρκία, ούτε μεγάλο Κουρδιστάν, ούτε ντόπιοι και ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας Ιράν κλπ). Η λύση για την ειρήνη μπορεί να είναι η «ομοσπονδιακή» συγκρότηση των ήδη υπαρχόντων κρατών: καντόνια με εσωτερική αυτονομία, με δημοκρατική, λαϊκή συγκρότηση εν τόπω, με εκμετάλλευση από τα ίδια των πλούσιων, τοπικών πόρων. Το πείραμα του καθαρού (εθνοτικά ή θρησκευτικά ή δογματικά) κράτους στο όνομα μιας διαχρονικής ιστορικής δικαίωσης οδηγεί σε αντιδημοκρατικά καθεστώτα, περιθωριοποίηση ολόκληρων πληθυσμιακών ομάδων, στην εκμετάλλευση και, βεβαίως, στον πόλεμο. Το Κομπάνι είναι ακόμα εδώ!

[Δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής]

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

[Μέση Ανατολή] Σία Αναγνωστοπούλου: Τα επακόλουθα του "διαίρει και βασίλευε"

[Συνέντευξη στην Αναστασία Γιάμαλη που δημοσιεύτηκε στην Αυγή.]
 

Την περασμένη εβδομάδα είδε το φως της δημοσιότητας άλλο ένα βίντεο με τον αποκεφαλισμό ακόμη ενός δημοσιογράφου, του 31χρονου Στίβεν Σότλοφ, από τους τζιχαντιστές. Το βίντεο τιτλοφορείται  «Δεύτερο μήνυμα στην Αμερική» και η σκηνοθεσία είναι ίδια με αυτή του πρώτου. Για τους τζιχαντιστές, μιλήσαμε με την αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Σία Αναγνωστοπούλου. Οι τζιχαντιστές δεν εμφανίστηκαν "χθες", μας λέει, ούτε πρόκειται για κάτι "ενιαίο". "Υπάρχουν πολλές εσωτερικές διαιρέσεις εντός του Ισλάμ" τονίζει και μας βοηθά να χαρτογραφήσουμε τις διαφορές και τις νέες ισορροπίες που φέρνουν μαζί τους στην ευρύτερη περιοχή της Μ. Ανατολής.

* Οι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους "ξεφύτρωσαν" από το κίνημα των αντικαθεστωτικών κατά του Άσαντ ή τους συναντάμε και πιο πίσω;
Toυς βρίσκουμε και πιο πίσω. Βέβαια σήμερα, όταν μιλάμε για τζιχαντιστές, δεν εννοούμε ένα και μοναδικό πράγμα, αλλά πολλές ομάδες μαζί που έχουν μπει κάτω από αυτό το όνομα. Έτσι κι αλλιώς αυτή η ιστορία, τουλάχιστον στο πρόσφατο παρελθόν, εξελίσσεται κυρίως στο Ιράκ, ειδικά μετά την αμερικανική εισβολή. Εντοπίζονται περισσότερο εκεί όπου έχει δημιουργηθεί μεγάλο κενό εξουσίας. Ξεκινούν δηλαδή από το Ιράκ κυρίως στην επαρχία Ανμπάρ -αμιγώς σουνιτική περιοχή- όπου έγιναν και οι μεγάλες μάχες. Εκεί γίνονται μεγάλες επιχειρήσεις της Αλ Κάιντα, οι οποίες τελικά κατορθώνουν να δημιουργήσουν ένα τεράστιο ρήγμα ανάμεσα σε αυτή την επαρχία, που μετατράπηκε σε βαθύ ρήγμα ανάμεσα στους σουνίτες και την σιιτική κυβέρνηση του Μαλίκι που έφτιαξαν οι Αμερικανοί.
 
* Πως έχουν τέτοια δύναμη οι τζιχαντιστές;
Στη Μ. Ανατολή πάντα το πρόβλημα είναι οι πολλές διαφορετικές θρησκευτικές ταυτότητες - και μέσα στο ίδιο το Ισλάμ -όχι μόνο μεταξύ μουσουλμάνων- χριστιανών. Έτσι, το να επιχειρήσει κανείς να εκδημοκρατίσει "παίζοντας" με φυλετικές ή θρησκευτικές ταυτότητες ενισχύει την πολιτικοποίησή τους και την άνθηση των φυλετικών διαστάσεων. Σε αυτό που αποκαλούμε σήμερα "τζιχαντιστές" έχουμε να κάνουμε με πολλές φυλετικές σεχταριστικές και θρησκευτικές ταυτότητες μαζί, όπου μία ομάδα, αυτή του του Ισλαμικού Κράτους (ΙΚ), ως ισχυρότερη έχει πάρει το πάνω χέρι. Δεν σημαίνει ότι το ΙΚ του Ιράκ και της Συρίας είναι μόνο του, το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο.

* Διάφοροι αναλυτές υποστηρίζουν ότι είναι λάθος να μιλάμε για άμεση ευθύνη της Αμερικής καθώς επί της ουσίας η εμπλοκή της στην ανάπτυξη των τζιχαντιστών δεν είναι άμεση, αλλά έμμεση αφού επέτρεψε την χρηματοδότησή τους από τους συμμάχους της.
Δεν ξέρω πόσο χρηματοδότησε ή όχι η Αμερική αυτές τις ομάδες, αυτό που ξέρω όμως πάρα πολύ καλά είναι ότι στη Μ. Ανατολή, ειδικά στο Ιράκ, έγινε κάτι αντίστοιχο με αυτό που είχε γίνει -τηρουμένων των αναλογιών- επί αποικιοκρατίας. Δηλαδή, αντί να έχουμε τη δημιουργία μιας κυβέρνησης στο Ιράκ από τους πολίτες, που θα προχωρά στη συγκρότηση μιας μακροταυτότητας -ικανής να συμπεριλάβει τις όποιες φυλετικές, τοπικές, θρησκευτικές ταυτότητες- έχουμε ακριβώς το αντίθετο. Έχουμε μια κυβέρνηση που στο όνομα της απομπααθοποίησης δημιούργησε σεχταριστική ταυτότητα σιιτών και με ορισμένες φυλές εναντίον κάποιων άλλων. Η επέμβαση της Αμερικής ήταν λοιπόν σημαντική προς αυτήν την κατεύθυνση. Για τη χρηματοδότηση πρέπει να γίνει άλλου είδους έρευνα, αλλά η αντιμετώπιση του θέματος του Ιράκ και της Μ. Ανατολής γενικά ακούμπησε σε αυτό που είχε ακουμπήσει η αποικιοκρατία. Στη Συρία έγινε πάνω - κάτω το ίδιο πράγμα.
 
* Ποιος ο ρόλος της Τουρκίας στην όλη κατάσταση την  ώρα που το ΙΚ ισχυροποιείται στο βόρειο Ιράκ και στη Συρία; Αρκεί η ενίσχυση των Κούρδων;
H Τουρκία έχει παίξει μεγάλο ρόλο σε αυτή την υπόθεση, που πάλι δεν θα κρίνω αν ήταν άμεσος ή έμμεσος. Ωστόσο με την πολιτική που ακολούθησε ο Ερντογάν, να κάνει την Τουρκία και την Κωνσταντινούπολη το κέντρο ενός ισλαμικού κόσμου, τροφοδότησε την πολιτική διαφόρων ομάδων που στο όνομα του Ισλάμ και του οράματος ενός ισλαμικού κόσμου προωθούσαν τη δική τους ατζέντα. Η Τουρκία υποστήριξε σχεδόν αμέσως τις αντιπολιτευόμενες ομάδες που κινήθηκαν κατά του Άσαντ εκτιμώντας πως θα τον αποδυναμώσει ώστε να γίνει το επίκεντρο. Αυτό γύρισε μπούμερανγκ, με τζιχαντιστές να δρουν και να κινούνται στο έδαφός της. Έχει βρεθεί λοιπόν στο επίκεντρο μιας κατάστασης που τελικά θα την υπονομεύσει.
Οι Κούρδοι εν τω μεταξύ ενδυνάμωσαν τη θέση τους σημαντικά, -κυρίως το αυτόνομο κράτος του Κουρδιστάν στο Ιράκ με πρωτεύουσα το Ερμπίλ- αλλά δεν είναι σε θέση απο μόνοι τους να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, αν και είναι οι μόνοι που αντιστάθηκαν οργανωμένα στο ΙΚ Συρίας και Ιράκ. Φαίνεται όμως πως η κατάσταση έχει ξεφύγει από οποιονδήποτε έλεγχο και θα έχει απρόβλεπτη εξέλιξη, γιατί η λογική του τρόμου έχει μπει στο επίκεντρο της μάχης για εξουσία στην περιοχή. Οι αποκεφαλισμοί είναι ένα μέσο οικειοποίησης του κόσμου με τη λογική του τρόμου. 

* Είναι πια διαχειρίσιμη η χάραξη του χάρτη της Μ. Ανατολής, όπως αυτή έγινε από τους Σάικς - Πικό μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας;
Κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι θα δούμε στη Μ. Ανατολή στο μέλλον. Έχουμε πολλές ομάδες, έχουμε ένα ΙΚ που θέλει Χαλιφάτο, ένα κατακερματισμένο ανομοιογενές Ισλάμ. Ωστόσο, αν πρέπει να γίνει μία επανατοποθέτηση στον χάρτη της Μ. Ανατολής, αυτή πρέπει να αφορά την Παλαιστίνη. Όσο υπάρχει το πρόβλημα της Παλαιστίνης, αναπαράγεται μια μεγάλη σύγκρουση στην περιοχή και τη νομιμοποιεί. Το να αλλάξει όλος ο χάρτης είναι πρόβλημα.


* Η ύπαρξη του ΙΚ πως λειτουργεί για το Ισραήλ; Ενισχυτικά ή όχι;
Ενισχύεται σίγουρα το Ισραήλ. Μπαίνουμε σε λογική τρόμου και τρομοκράτησης, σε μια λογική που από φόβο θα έχουμε περισσότερη στρατιωτικοποίηση και πολέμους. Η απειλή για το Ισραήλ προσωποποιείται στους Παλαιστινίους και αυτούς θα διαλύσει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως υπάρχουν δύο πληθυσμοί τα προβλήματα των οποίων πρέπει να διευθετηθούν, οι Παλαιστίνιοι και οι Κούρδοι.

* Το Κουρδικό θα λυθεί; O Ερντογάν φαίνεται πρόθυμος
Φαίνεται πως και οι Κούρδοι της Τουρκίας είναι πρόθυμοι και έχουν βρει κοινό τόπο με τον Ερντογάν. Μακάρι να λυθεί με τον καλύτερο τρόπο, όσο όμως η Μ. Ανατολή είναι σε τέτοια αναταραχή κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Φοβάμαι πως η Ιστορία μάς έχει ξεπεράσει στην περιοχή.

* Να πάμε λίγο στην Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ. Έχουμε μπει σε μια περίοδο κρίσεων σε Μ. Ανατολή και ανατολική Ευρώπη, με τον ΣΥΡΙΖΑ να προωθεί μια ενεργητικά φιλειρηνική εξωτερική πολιτική. Προς ποια κατεύθυνση εκτιμάτε ότι πρέπει να κινηθεί;
H πρώτη κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να κινηθεί κατά τη γνώμη μου η Αριστερά και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η άμεση λύση του Κυπριακού. Άμεση λύση, γιατί Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι πρέπει να ξαναβρεθούν ισότιμα στο κυπριακό κράτος. Η Κύπρος θα μπορούσε να είναι μια εστία που θα μπορούσε να δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στο μέλλον ή θα χρησιμοποιούνταν σαν ένα ανεξέλεγκτο έδαφος -κυρίως στην κατεχόμενη βόρεια πλευρά- με απρόβλεπτη εξέλιξη. Η φιλειρηνική πολιτική πρέπει να ξεκινά από τους γείτονες, από τον άμεσο περίγυρο μας. Για τον ΣΥΡΙΖΑ σήμερα εκτιμώ πως η επίλυση με τον πιο ειρηνικό και δημοκρατικο τρόπο των προβλημάτων που έχει η Ελλάδα, χωρίς αναπαραγωγή εθνικιστικών σχημάτων στο όνομα ενός αριστερού πατριωτισμού θα είναι μια καλή αρχή. Αυτά τα προβλήματα πρέπει να λυθούν στο όνομα της σημερινής πραγματικότητας με όρους δημοκρατίας και διεθνούς δικαίου.
Για να μπορεί να έχει ένα αριστερό κόμμα αντιιμπεριαλιστική πολιτική, πρέπει ακριβώς να χτυπήσει την καρδιά του ιμπεριαλισμού, που είναι το "διαιρώ τους πληθυσμούς προκειμένου να έχω κυριαρχία". Για μας, φιλειρηνική πολιτική σημαίνει ενίσχυση της πολιτικής μας με τους γύρω λαούς, με σεβασμό και στις ανησυχίες των άλλων και τις δικές μας. Η διάσπαση των εθνών - κρατών δεν βοηθάει καθόλου και οξύνει τις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις.

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

[Τουρκία] Τουρκία: Στον αστερισμό της σύγκρουσης Ερντογάν-Γκιουλέν

Ιστορικά προαπαιτούμενα για την κατανόηση της σύγκρουσης

Εδώ και δύο περίπου μήνες, η πολιτική ζωή της Τουρκίας κινείται στον αστερισμό της σύγκρουσης Eρντογάν-Γκιουλέν. Για να κατανοήσουμε την ουσία και το πολιτικό της βάρος, χρειάζεται να δούμε μερικά ιστορικά δεδομένα, για τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε η δημοκρατία στη χώρα.

Το δημοκρατικό πολιτικό σύστημα στην Τουρκία συγκροτήθηκε, λοιπόν, μέσα από μια μάχη που υπερκαθορίστηκε από ένα αντιδημοκρατικό ερώτημα: Ποιο ηγεμονικό όραμα εξασφαλίζει στην Τουρκία τον ρόλο του ισχυρού, επομένως δυτικού κράτους στην περιοχή; Από αυτό το ερώτημα, το οποίο έθεσε με όρους διχαστικών και συγκρουσιακών διλημμάτων η νατοϊκή κυρίως «Δύση» για λογαριασμό της Τουρκίας, προέκυψαν δύο αντίπαλα ηγεμονικά οράματα, που ενίσχυαν τη θέση δύο αυταρχικών δυνάμεων — στρατού και Ισλάμ: το όραμα του κοσμικού κράτους-έθνους του κεμαλισμού, και το όραμα του εθνοθρησκευτικού κράτους-κοινότητας του τουρκοϊσλαμισμού. Η Τουρκία λοιπόν βρήκε τη θέση της στον «πολιτισμένο κόσμο», όχι ως δημοκρατική χώρα, αλλά επειδή μπορούσε να αναπαράγει μια μόνιμη εσωτερική απειλή, ως μέσον νομιμοποίησης της ενίσχυσης του ισχυρού, αυταρχικού κράτους.

Έτσι, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν εγκαινιάστηκε το πολυκομματικό σύστημα στη χώρα και άρχιζε η μάχη για τη δημοκρατία, κινητοποιήθηκαν ταυτοχρόνως και δύο «ξεχασμένες» δυνάμεις: ο στρατός και η θρησκεία. Ο πρώτος αποτέλεσε τη χρυσή εφεδρεία του ΝΑΤΟ, μια δύναμη ικανή να εξασφαλίζει την επιβολή ενός ισχυρού δυτικού κράτους σε μια ανατολίτικη, επομένως ευεπίφορη στον κομμουνισμό, κοινωνία. Το Ισλάμ αποτέλεσε το κρυφό όπλο που ανέσυρε το Σχέδιο Μάρσαλ, όπλο που θα έπαιζε τον ρόλο της «φωνής της ανατολίτικης κοινωνίας» για δημοκρατία, απέναντι σε ένα κράτος που ξεπέρναγε τα πολιτισμικά και ηθικά όριά της. Στην ουσία, με το Ισλάμ φτιαχνόταν ένας εναλλακτικός διάδρομος διείσδυσης του κεφαλαίου, το οποίο δεν μπορούσε να αφήνει την τύχη του σε ένα σκληρό κράτος. Ο στρατός λοιπόν θα επέβαλε την πίστη στο δυνατό κράτος, ενώ το Ισλάμ θα εξέφραζε την προσδοκία για δημοκρατία (εναντίον πάντα του κομμουνισμού, και τα δύο). Πράγματι, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, κι ενώ το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας συγκροτούνταν γύρω από κόμματα με σαφείς ιδεολογικούς προσανατολισμούς και ταξικές αναφορές, καθώς και μέσα από κινήματα, ενώ λοιπόν φαινόταν ότι η χώρα είχε μπει σε φάση όπου η δημοκρατία αποκτούσε κοινωνικές ρίζες, το πραξικόπημα του 1971, αλλά και η ίδρυση του ισλαμικού κόμματος του Ερμπακάν (1969) άλλαξαν την πολιτική ατζέντα.

Παρ’ όλα αυτά, η μάχη, τις δεκαετίες του ’70 και ’80, δεν δόθηκε ανάμεσα στον στρατό και το πολιτικό Ισλάμ. Η πραγματική μάχη δόθηκε, από το αριστερό και το κουρδικό κίνημα, για τη δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη αλλά και την πολιτική οριοθέτηση του εθνικού, εναντίον ενός αυταρχικού κράτους. Στα πραξικοπήματα, κυνηγήθηκαν ανελέητα οι αριστεροί, οι Κούρδοι, οι δημοκράτες («κεμαλιστές» ή μη), όχι όμως το πολιτικό Ισλάμ. Αυτό που κυνηγήθηκε, εντέλει, ήταν η αυτονομία των κομμάτων και τα κινήματα. Τα δύο αντίπαλα ηγεμονικά οράματα (του κοσμικού κράτους του στρατού και του εθνοθρησκευτικού κράτους-κοινότητας του Ισλάμ) λειτούργησαν μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80 συμπληρωματικά, συντηρητικοποιούσαν εξίσου την πολιτική ζωή της Τουρκίας, ενίσχυαν τη δεξιά πελατειακή στροφή του πολιτικού συστήματος και προωθούσαν την ηγεμονία του μεγάλου κεφαλαίου (κατεξοχήν του «στρατιωτικού», και στη συνέχεια του ισλαμικού). Ο στρατός και το πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν έπαιζαν στο ίδιο γήπεδο: του αυταρχισμού και του συντηρητισμού — του ισχυρού κράτους. Τα πράγματα άλλαξαν στη δεκαετία του ’90, όταν το διεθνές και το εγχώριο κεφάλαιο δεν είχαν πλέον ανάγκη ούτε τον στρατό ούτε το «σκληρό» πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν. Είχαν ανάγκη έναν αποτελεσματικό φορέα ενός ομοιογενούς πολιτισμού που θα εξασφαλίζει την ατομική συμμετοχή σε ένα καταναλωτικό σύμπαν, με όρους ηθικής-θρησκευτικής αφοσίωσης. Είχαν ανάγκη ένα ισχυρό κράτος, όχι έθνος αλλά κοινότητα, με ευσέβεια στις ατομικές «εξουσίες» (όχι ελευθερίες) και τις δημοκρατικές αρχές της κοινότητας.

Είναι η εποχή που ισχυροποιήθηκαν οι παράλληλες «δομές» στην κοινωνία και τη γραφειοκρατία που δημιουργούσαν οι ΜΚΟ, με σημαντικότερες τα θρησκευτικά τάγματα (μεταξύ τους, αυτό του Φετουλάχ Γκιουλέν με υποστήριξη αμερικανικών κεφαλαίων). Ούτε ο στρατός ούτε το πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν, που συγκρούονταν πια ανηλεώς, κατάλαβαν ότι ο κόσμος είχε αλλάξει και ότι και οι δύο πια δεν αποτελούσαν «δυτικά όπλα». Το κόμμα του Ερντογάν, γεννημένο μέσα από τα σπλάχνα του πολιτικού Ισλάμ του Ερμπακάν, αλλά και σε ρήξη μ’ αυτό, δεν μπήκε στην παλιά αντιπαλότητα ανάμεσα στα δύο παραδοσιακά οράματα, δεν συγκρούστηκε με τον στρατό, ως φορέας μιας αντίπαλης ηγεμονίας. Εμφανίστηκε ως ο αποτελεσματικότερος εκφραστής του διαχρονικού αιτήματος για δημοκρατία. Κινητοποίησε τη θρησκεία ως τον διαχρονικό συνδετικό κρίκο ανάμεσα στα πολλά και διαφορετικής ιδεολογικής προέλευσης αιτήματα για δημοκρατία, ενώ συνεργάστηκε στενά με τις θρησκευτικές ΜΚΟ για τον έλεγχο της γραφειοκρατίας (δικαιοσύνη, αστυνομία) εναντίον του στρατού. Ο στρατός ηττήθηκε από την ίδια τη γραφειοκρατία, το άλλοτε ισχυρό του όπλο.

 Το κόμμα του Ερντογάν λοιπόν αποδέσμευσε μια δημοκρατική, χειραφετητική δυναμική στην κοινωνία, και μάλιστα σε μια στιγμή που η Ε.Ε. προέκρινε, για διάφορους λόγους, στον διάλογό της με την Τουρκία, τη δημοκρατία και όχι το δόγμα του εκδυτικισμένου ισχυρού συνεταίρου στην περιοχή. Οι αριστεροί –και όχι μόνο οι Τούρκοι– γνώριζαν ότι το κόμμα του Ερντογάν ήταν νεοδεξιό και νεοφιλελεύθερο, θεώρησαν ωστόσο ότι η εξουδετέρωση του στρατού εξουδετέρωνε συγχρόνως και τον αντιδημοκρατικό παράγοντα, που στοίχειωνε την πολιτική ζωή της χώρας.

 Η παράδοση της Ε.Ε. στον νεοφιλελευθερισμό και ο διάλογός της (όπως και των ΗΠΑ) με την Τουρκία με όρους όχι δημοκρατίας αλλά αποτελεσματικότητας και ισχύος ενίσχυσε τις αυταρχικές δυνάμεις στο εσωτερικό του κόμματος του Ερντογάν (και τον αυταρχισμό του ίδιου), στο όνομα του παλιού ηγεμονικού οράματος του πολιτικού Ισλάμ. Ενίσχυσε, επομένως, την άσκηση της πολιτικής με όρους συνωμοσίας και προστασίας του κράτους, φορέα καταστολής στο όνομα μιας απειλής (ή κρίσης).

Η σύγκρουση με το «παράλληλο σύμπαν» που έχει φτιάξει μέσα στο κράτος ο Φετουλάχ Γκιουλέν θα μπορούσε να σημάνει βαθύ εκδημοκρατισμό. Αρκεί ωστόσο να παρακολουθήσουμε τους όρους με τους οποίους διεξάγει τη σύγκρουση ο Ερντογάν, για να καταλάβουμε ότι την αντιμετωπίζει ως διαμάχη φατριών, ως μάχη εναντίον των «προδοτών της κοινότητας». Ενσωματώνει στον λόγο του ταυτοχρόνως και τα δύο οράματα: και του στρατού και του πολιτικού Ισλάμ. Δεν επικαλείται λοιπόν τη δημοκρατία και τους δημοκρατικούς θεσμούς, αλλά την οθωμανική περίοδο του Φετρέτ (πόλεμος μεταξύ των διαδόχων του σουλτάνου Βαγιαζήτ Ι, 1402-1413), που έληξε με τη νίκη του μιλλέτ (της εθνοθρησκευτικής κοινότητας), ενώ οικειοποιείται τη γλώσσα του στρατού περί «εθνικών προδοτών».

Για πρώτη φορά ωστόσο μετά τη δεκαετία του ’60 η Τουρκία βρίσκεται σε φάση επανιδεολογικοποίησης του πολιτικού, όπως δείχνουν οι διαδηλώσεις εναντίον του Ερντογάν. Όσο όμως τα κόμματα που τον αντιπολιτεύονται συγκροτούν τη σύγκρουση όχι με όρους ταξικούς, ιδεολογικούς και πολιτικούς, αλλά τη συρρικνώνουν σε σύγκρουση της μιας θρησκείας (κοσμικότητας) εναντίον της άλλης (Ισλάμ), το παιχνίδι της δημοκρατίας θα υπονομεύεται και ο φασισμός θα καραδοκεί. Όσο η Ε.Ε., συμπεριφερόμενη ως Μεγάλη Δύναμη άλλων εποχών, δεν ξεκαθαρίζει με τι είδους Τουρκία θέλει να συνομιλεί, ενώ τα γειτονικά, «μικρά» κράτη-μέλη, όπως η Ελλάδα, συμμεριζόμενα αυτό το παιχνίδι, είτε αναπαράγουν τα εθνικιστικά αντιτουρκικά παραληρήματα που διευκολύνουν το φαγοπότι των εξοπλισμών, είτε ανοίγουν «φιλίες» με στόχο να μοιραστούν την ηγεμονία στην περιοχή, η κατάσταση θα παραμένει δυσοίωνα μετέωρη, τόσο για την Τουρκία όσο και ευρύτερα. Η Ε.Ε. (όπως και τα κράτη-μέλη) οφείλει να συνομιλεί με οποιοδήποτε κόμμα εξέλεξε δημοκρατικά ο λαός της Τουρκίας, με οποιοδήποτε κίνημα εκφράζει αιτήματα αυτού του λαού. Οφείλει, ωστόσο, επίσης, να αναπτύξει έναν δημοκρατικό, ξεκάθαρο διάλογο με αυτή τη χώρα.


Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

[Τουρκία - πάρκο Γκεζί] Η Τουρκία των δύο Τουρκιών;

Όλα ξεκίνησαν όπως κι αλλού μέσω διαδικτύου δι’ ασήμαντον αφορμή, κι όλα πήγαν κάπου που ούτε οι πρώτοι διαδηλωτές της πλατείας Ταξίμ μπορούσαν να φαντασθούν. Το σχέδιο του πρωθυπουργού Ερντογάν για την οθωμανο-εμπορική ανάπλαση του πάρκου Γκεζί αποτέλεσε τη θρυαλλίδα που άναψε μια μεγάλη φωτιά γύρω από την οποία αναμετριόνται δύο Τουρκίες: αυτή του Ερντογάν και μια άλλη η οποία, μέσα από την αντίσταση στον τσαμπουκά του, οριοθετεί επώδυνα την ταυτότητά της. Μια άλλη Τουρκία, ετερόκλητη –οικολογική, αντιϊσλαμική, αριστερή, κεμαλική, κοσμική, αντικαπιταλιστική, κλπ- την οποία ο ίδιος ο Ερντογάν με την αυταρχική και βίαιη αντίδρασή του στις διαδηλώσεις, την υπέδειξε ως ενιαία: ως ξενοκίνητη Τουρκία της αντίδρασης, της καθυστέρησης, και του πλιάτσικου, απέναντι στη νέα Τουρκία, της εθνικής ηθικής και ανάπτυξης, της επιτυχίας και της ευημερίας.

Στην πλατεία Ταξίμ δεν συγκρούονται δύο εκ των προτέρων διαμορφωμένες και με συνείδηση του εαυτού τους Τουρκίες, αντιθέτως και οι δύο διαμορφώνονται στο πλαίσιο της σύγκρουσης. Η Τουρκία του Ερντογάν διεκδικεί την οριστική επιβολή της ηγεμονίας της, η άλλη την άρνηση της ύπαρξής της. Η ίδια η γεωγραφία της σύγκρουσης δείχνει ότι η διαίρεση στην Τουρκία δεν είναι ανάμεσα στον κεμαλισμό και τον ισλαμισμό (άλλωστε ποτέ δεν ήταν, παρά μόνο προσχηματικά για την εμπέδωση ενός δεξιού συντηρητισμού που οφείλει πολλά και στον κεμαλισμό και στον ισλαμισμό). Εναντίον του Ερντογάν δεν ξεσηκώθηκε η παραδοσιακή γεωγραφικά, κεμαλική Τουρκία, ξεσηκώθηκαν και πόλεις που θεωρούνταν άντρα του ισλαμισμού (για παράδειγμα Ικόνιο). Μια άλλη πολιτική γεωγραφία λοιπόν διαμορφώνεται που δεν έχει σχέση με παραδοσιακού τύπου διαιρέσεις.

Ο Ερντογάν το 2002 ανέβηκε στην εξουσία με την υπόσχεση μιας νέας Τουρκίας, δημοκρατικής και ευρωπαϊκής. Ανέβηκε δηλαδή στην εξουσία, υποσχόμενος να ξαναβρεί και να αποκαταστήσει το, κομμένο και χαμένο μέσα σε τόνους αίματος, φυλακίσεων και πραξικοπημάτων, νήμα του μόνιμου αιτήματος για δημοκρατία σε αυτήν τη χώρα. Στο όνομα αυτού του νήματος τον ψήφισαν ακόμη και αριστεροί, στο όνομα αυτού του νήματος προέβη σε μεταρρυθμίσεις εκδημοκρατισμού. Το συμβόλαιο λοιπόν που συνήψε ο Ερντογάν με την κοινωνία το 2002 δεν ήταν στο όνομα μιας νέας ηγεμονίας απέναντι στην κεμαλική ηγεμονία, ήταν στο όνομα της δημοκρατίας, και γι αυτό εναντίον του φορέα της κεμαλικής ηγεμονίας (του στρατού)! Το 2002 ένα μεγάλο μέρος των Τούρκων ψήφισε για να θάψει οριστικά τον μεγάλο ηγέτη (Μουσταφά Κεμάλ) που στοίχειωνε την κοινωνία  –δεν ψήφισε για να τον αντικαταστήσει με έναν άλλο. Το Ισλάμ αποτελούσε στοιχείο αυτού του νέου δημοκρατικού συμβολαίου, δεν ήταν το συμβόλαιο. Ωστόσο όσο το ΑΚΠ ενίσχυε τη δύναμή του, τόσο επεδίωκε την εγκαθίδρυση μιας νέας, αδιαμφισβήτητης ηγεμονίας, μιας νεοσυντηρητικής (και γι αυτό θρησκευτικής), νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας. Αν ο ισλαμισμός ενίσχυσε κάποτε τον συντηρητισμό του δεξιού, κεμαλικού κράτους, ο ισλαμισμός του Ερντογάν ενίσχυε τον νεοσυντηρητισμό ενός δεξιού, αντικεμαλικού κράτους. Το κράτος μεταβαλλόταν σε έναν ισχυρό μηχανισμό του νέου νόμου και της νέας τάξης, που αναπαρήγαγε την ίδια πάντα, βολική για τη δεξιά, διαίρεση (Ισλάμ-κεμαλισμός).

Ο ίδιος ενσάρκωνε το νέο κράτος, ο ίδιος γινόταν ο απόλυτος φορέας του νέου μηνύματος, του νέου εθνικού μυστικού εναντίον του μυστικού που κάποτε το έθνος είχε εμπιστευτεί στον Μουσταφά Κεμάλ. Το Ισλάμ –όπως το εργαλειοποιούσε ο ηγέτης- μεταβαλλόταν από στοιχείο δημοκρατίας σε ιστορικό φορέα των αμετακίνητων αξιών μιας φαντασιακής, αδιάφθορης και πατριωτικής Ανατολίας. Προκειμένου να εγκαταστήσει τη νέα ηγεμονία ο Ερντογάν έπρεπε να αλλάξει το τοπίο, συμβολικά και πραγματικά. Η Κωνσταντινούπολη ορίσθηκε ως το κέντρο επιβολής της νέας ηγεμονίας, εναντίον της κεμαλικής Άγκυρας. Το οθωμανικό παρελθόν λοιπόν κλήθηκε να νομιμοποιήσει ιστορικά την ηγεμονία του -νεοφιλελεύθερης κοπής- αυταρχισμού στην Τουρκία. Σε μια Κωνσταντινούπολη όπου το οθωμανικό παρελθόν (όπως άλλωστε και το βυζαντινό) ήταν συνεχώς παρόν σαν μια παγωμένη εικόνα, σαν ένα κάδρο στο βάθος, όπου επίσης ο κεμαλισμός πέρασε αλλά δεν κόλλησε, σε αυτή την πόλη –κυρίως στο Ταξίμ- που συνιστά τη ζωντανή υπόμνηση ότι η δημοκρατία συνιστά μια διαρκή εθνική ουτοπία, σε αυτή την Πόλη ο Ερντογάν θέλησε να εγκαθιδρύσει τη νέα ηγεμονία. Και το Ταξίμ έγινε το σύμβολο αντίστασης της άλλης Τουρκίας κατά του νέου ηγεμόνα.

Οι αποκαλούμενες συγκεντρώσεις «Σεβασμού στην Εθνική Βούληση» των οπαδών του επιβεβαιώνουν την υπόθεση ότι στο νέο εθνικό αφήγημα του Ερντογάν η Τουρκία είναι δημοκρατική, επειδή αυτό το εγγυάται η δική του παρουσία. Η λύση του κουρδικού ακριβώς σε αυτό το, αντίπαλο του κεμαλικού, αφήγημα εντασσόταν, σε αυτό το αφήγημα που θα νομιμοποιούσε την προεδρική, ομοσπονδιακή Τουρκία με ηγεμόνα τον ίδιο. Μόνο που η αλλαγή του παλιού αφηγήματος απελευθέρωσε μια νέα για την Τουρκία δημοκρατική δυναμική που ο αυταρχισμός του Ερντογάν δεν ανέχεται, έστω κι αν αυτό αντί για λύση του κουρδικού μπορεί να οδηγήσει σε εμφύλιο, όπως έγραψε ο πάντα καίριος Μουράτ Μπελγκέ.


Δημοσιεύτηκε στο ecoleft.gr

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

[Τουρκία - πάρκο Γκεζί] Στόχος του Ερντογάν να αλλάξει την ταυτότητα του Τούρκου

Συνέντευξη στον Αδάμο Ζαχαριάδη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή.


Ο συνεχιζόμενος κοινωνικός αναβρασμός στην Τουρκία, ο οποίος ξεκίνησε για την υπεράσπιση ενός πάρκου χρειάζεται αποκρυπτογράφηση. Η Σία Αναγνωστοπούλου εξηγεί τι είναι αυτό που έβγαλε τους Τούρκους στους δρόμους, μιλά για την απόπειρα παρέμβασης του Ερντογάν στο πολιτισμικό πρότυπο της Τουρκίας, αλλά και τα αδιέξοδα που δημιούργησε η συμπόρευση του ισλαμισμού με τον νέο-φιλελευθερισμό και προκαλούν ρήγματα στο πολιτικό σχέδιο της τουρκικής κυβέρνησης.

Πρόκειται ίσως για τον πιο κεμαλιστή πολιτικό της Τουρκίας
Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι η σύγκρουση δεν αφορά το δίπολο Ισλαμιστών – Κεμαλιστών. Μπορούμε να πούμε όμως ότι είναι σύγκρουση κουλτούρων;
Θα λέγαμε ότι είναι σύγκρουση δύο αντιλήψεων για το πώς μπορεί να είναι η Τουρκία. Αυτές οι αντιλήψεις είναι πολιτικές και πολιτισμικές. Πολιτικές με την έννοια ότι δεν είναι ο κεμαλισμός ή το κοσμικό κράτος που διεκδικείται αυτή τη στιγμή από τους διαδηλωτές. Διεκδικείται μια αντίληψη περί δημοκρατίας, την οποία ο Ερντογάν είχε προβάλει την πρώτη περίοδό του – και για αυτό τον είχε ακολουθήσει και πολύς κόσμος- και την οποία, όμως, ο ίδιος δεν την ακολούθησε ποτέ στην πραγματικότητα. Δηλαδή, υπήρχε ήδη στην Τουρκία μια κοινωνία πολιτών η οποία διεκδικούσε δημοκρατία και την οποία ο Ερντογάν εκμεταλλεύτηκε. Επιπλέον, με τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που έκανε προκειμένου να περιθωριοποιήσει το ρόλο του στρατού - αυτός άλλωστε ήταν και ο μοναδικός του σκοπός- άνοιξε το δρόμο για τη συγκρότηση δημοκρατικής κοινωνικής συνείδησης μέσα στην Τουρκία. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και πολιτισμικές. Ο Ερντογάν προσπάθησε να βάλει στο πολιτισμικό επίκεντρο της Τουρκίας μια φαντασιακή Ανατολία, δηλαδή ένα πολιτισμικό πρότυπο, με το Ισλάμ στο επίκεντρο. Και μια νέα ηθική την οποία επιχείρησε να εδραιώσει ως παραδοσιακή, ως έναν πολιτισμό που πάντα υπήρχε στους Τούρκους και είναι ο αγνός τουρκικός πολιτισμός. Αυτό το φαντασιακό πρότυπο, όμως, δεν υπήρχε. Το παρατηρούμε αυτό καθώς γίνονται διαδηλώσεις και σε πόλεις της Ανατολικής Τουρκίας, στην επαρχία και όχι μόνο στις μεγάλες αστικές πόλεις. Αυτό δείχνει ότι ο Ερντογάν επιχείρησε να φτιάξει αυτόν τον τούρκο πολίτη, τον ηθικό, τον ισλαμιστή, τον Ανατολίτη αλλά σε αυτό αντιστέκεται μια κοινωνία που θεωρεί ότι το πολιτισμικό της πρότυπο είναι ένα δημοκρατικό, κοσμικό και εξευρωπαϊσμένο πρότυπο το οποίο ο Ερντογάν δεν μπορεί να διακινήσει.

Ήταν δηλαδή λανθασμένη η εντύπωση που επικρατούσε περί μεγάλης κοινωνικής αποδοχής των πολιτικών του Ερντογάν; Τελικά υπήρχε μια υποβόσκουσα αντίδραση η οποία εμφανίζεται σήμερα;
Αυτή την υποβόσκουσα αντίδραση που λέτε την παρατηρούσα σε κάθε επίσκεψή μου στην Τουρκία. Πρόκειται για μια χώρα, που αντίθετα με όσα νομίζουμε, έχει μεγάλη παράδοση δημοκρατικών διεκδικήσεων. Ο Ερντογάν επιχείρησε να αντικαταστήσει ένα πανίσχυρο θεσμό, όπως είναι ο στρατός, με ένα κόμμα. Να βάλει ένα κόμμα υπεράνω της πολιτικής. Το στρατό δεν μπορούσαν να τον νικήσουν εύκολα οι Τούρκοι, ένα κόμμα όμως είναι πιο εύκολο να το αντιμετωπίσεις. Υπήρχε ισχυρή αντιπολίτευση, η οποία βγαίνει μέσα από την κοινωνία και όσο προχωρούσε το σχέδιο μιας ακραίας νέο-φιλελεύθερης ισλαμοποίησης, αυτή η αντιπολίτευση εντεινόταν. Ανάμεσα στους διαδηλωτές υπάρχουν άνθρωποι μικροαστοί, μικροέμποροι, μικρομαγαζάτορες, οι οποίοι αντιδρούν πολύ έντονα στο γεγονός ότι χάνουν κάθε μέσο επιβίωσης. Όλα αυτά τα πολυκαταστήματα που φτιάχνονται παντού, είναι ο αφανισμός των μικρομεσαίων. Παράλληλα, σύμφωνα με έρευνες, ένα μεγάλο μέρος των διαδηλωτών είναι νέοι άνθρωποι, οι οποίοι ασφυκτιούν μέσα σε ένα αυταρχικό και νέο-φιλελεύθερο μοντέλο που προβάλει ο Ερντογάν. Πριν ξεσπάσουν οι διαδηλώσεις, μίλαγα με μια καθηγήτρια από το Πανεπιστήμιο της Άγκυρας η οποία μου έλεγε ότι ο ρυθμός εντατικοποίησης της παιδείας είναι τεράστιος. Μια κατάσταση όπου χάνεται εντελώς η ουσία της παιδείας και της έρευνας. Δηλαδή στην Τουρκία υπάρχει μια γενιά που μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν μπορεί να αναπνεύσει.

Πώς εξηγείται η αλαζονεία που επιδεικνύει ο Ερντογάν στην αντιμετώπιση της εξέγερσης;
Θεωρώ ότι ο Ερντογάν είναι ίσως ο πιο κεμαλιστής πολιτικός της Τουρκίας. Το λέω αυτό με την εξής έννοια: ότι φαντάστηκε τον εαυτό του ως το νέο Μουσταφά Κεμάλ της Τουρκίας. Ως τον πολιτικό, ο οποίος με τον κανόνα του Ισλάμ στα χέρια θα μπορούσε να λειτουργήσει πατερναλιστικά απέναντι σε αυτή τη κοινωνία, δηλαδή και αυταρχικά. Σε καμία περίπτωση στη δικιά του ιδεολογία δεν γίνεται κατανοητή η αντίθεση απέναντί του. Αυτό φαίνεται και σήμερα όπου μετά από τόσες μέρες διαδηλώσεων, δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει πως κάποιοι αντιδρούν. Εδώ φαίνεται όχι μόνο αλαζονεία αλλά κυρίως ένας αυταρχισμός ιδεολογικά αγκιστρωμένος. Και το Ισλάμ τον βοηθά σε αυτό. Κάτι που λέγαμε ορισμένοι από παλιά είναι ότι με το Ισλάμ ενδιάμεσο δεν μπορείς να έχεις στην Τουρκία δημοκρατικό σύστημα.

Πιστεύετε δηλαδή ότι πλέον, κλονίζεται το σχέδιο Ερντογάν;
Εγώ θεωρώ πως ναι. Αν θέλει να μείνει στην εξουσία θα πρέπει να αλλάξει πολιτική. Από τη στιγμή όμως που ξέσπασαν αυτές οι αντιδράσεις, ακόμα και αν σταματήσουν σε κάποιες μέρες, η πολιτική του Ερντογάν έχει υποστεί ένα τεράστιο ρήγμα. Αποκαλύφθηκε η πολιτική του. Η πλατεία Ταξίμ έχει ένα συμβολικό χαρακτήρα για του Τούρκους. Είναι σύμβολο των δημοκρατικών διεκδικήσεων. Όλες οι Πρωτομαγιές με κυριότερη αυτή του 1977, όλες οι κοινωνικές διεκδικήσεις έχουν γίνει εκεί. Όταν, λοιπόν, αυτό το σύμβολο επιχειρεί να το μετατρέψει σε ένα σύμβολο οθωμανισμού αλλά και αυταρχισμού η αντίδραση θα είναι τεράστια. Ο Ερντογάν έτσι, δείχνει ότι θέλει να αλλάξει, εκ βάθρων, το πολιτισμικό πρότυπο της χώρας, την ταυτότητα του Τούρκου.

Ποια επίδραση θα έχουν αυτές οι εξελίξεις στην τουρκοκυπριακή κοινότητα;
Θεωρώ ότι θα υπάρχουν σημαντικές εξελίξεις εκεί. Μπορεί όχι άμεσα, αλλά σίγουρα σύντομα. Οι Τουρκοκύπριοι μέχρι πρόσφατα είχαν απογοητευτεί, καθώς δεν υπήρχε ισχυρή αντίδραση στα νέο-φιλελεύθερα σχέδια που εφαρμόζονται και στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Πλέον, όμως εμφανίζεται, εντός Τουρκίας, ένας νέος συνομιλητής με τον οποίο μπορούν να επικοινωνήσουν και αυτό είναι ικανό να πυροδοτήσει εξελίξεις.

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

[Τουρκία - πάρκο Γκεζί] Μια νέα γενιά που θέλει δημοκρατία

Συνέντευξη στη Μαρία Καλυβιώτου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή.



"Η τουρκική κοινωνία δεν είναι ακίνητη" και ο συντηρητικός και αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός του Ερντογάν βρίσκεται αντιμέτωπος με μια εξέγερση με δημοκρατικό πρόταγμα, υπογραμμίζει η ιστορικός Σία Αναγνωστοπούλου μιλώντας στην "Αυγή". Η καθηγήτρια τουρκικών σπουδών στο Πάντειο αναλύει τα δημογραφικά χαρακτηριστικά της λαϊκής εξέγερσης που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Τουρκία, τα αιτήματα και την ατζέντα Ερντογάν.

* Ποια είναι η φυσιογνωμία της σύγκρουσης στην Τουρκία;
Είναι δύσκολο να πούμε ποια είναι η φυσιογνωμία της σύγκρουσης. Είναι σίγουρα μια σύγκρουση εναντίον του συντηρητισμού και του αυταρχισμού του Ερντογάν, πάνω από όλα. Θα έλεγα ότι είναι λιγότερο Κεμαλιστές και περισσότερο μια νέα γενιά ανθρώπων, η οποία μεγάλωσε, την προηγούμενη δεκαετία, σε ένα πιο δημοκρατικό περιβάλλον από αυτό της δεκαετίας του '90 ή του '80 και η οποία απαιτεί τον έλεγχο της εξουσίας.

* Συνεπώς ποια είναι τα δημογραφικά χαρακτηριστικά του πλήθους που συμμετέχει στις κινητοποιήσεις;
Είναι περισσότερο νέοι άνθρωποι, αλλά όχι μόνο. Είναι πολίτες της μεσαίας τάξης, η οποία δημιουργήθηκε χάρη στον Ερντογάν, που θέλει τον έλεγχο της εξουσίας, και είναι και οι παραδοσιακοί Κεμαλιστές, που θέλουν κοσμικό κράτος.

* Παρατηρείς, συνεπώς, να διαμορφώνονται νέα στρατόπεδα;
Ακόμη είναι δύσκολο να το πει κανείς, επειδή δεν φαίνεται να υπάρχει μια πολιτική δύναμη, ένα κόμμα που να είναι ικανό να εκφράσει το αίτημα για δημοκρατία. Έχουμε, δηλαδή, διάσπαρτες εστίες που συναντιώνται κάτω από την κοινή αντίδραση στον Ερντογάν, αλλά δεν βλέπουμε ένα πολιτικό φορέα μέσα από τον οποίο να μπορεί να εκφραστεί.

* Τα κοινωνικά κινήματα που δραστηριοποιούνται στην Τουρκία συμμετέχουν σε αυτές τις διαδηλώσεις;
Ναι, πάρα πολύ. Δηλαδή, κυρίως η Κίνηση Πολιτών, αλλά και διάφορα "κινήματα" που φτιάχνονται ιντερνετικά. Συγκεκριμένα, η Κίνηση Πολιτών ξεκίνησε το 1999-2000, όταν η Τουρκία πήρε το πράσινο φως για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ζητούσε περισσότερο εκδημοκρατισμό. Πάνω σε αυτήν βασίστηκε κατά ένα μέρος και ο Ερντογάν, εκφράζοντας την αγωνία για εκδημοκρατισμό. Τώρα, τα μέλη της αντιδρούν στον αυταρχισμό του Ερντογάν. Επίσης, στις διαδηλώσεις συμμετέχουν διάφοροι χρήστες μπλογκς στο Διαδίκτυο, νέοι κυρίως άνθρωποι, οι οποίοι δεν βρίσκουν χώρο σε μια Τουρκία η οποία φαίνεται να ευημερεί, χωρίς όμως αυτή η ευημερία να έχει κοινωνικές αναφορές. Δηλαδή, χωρίς να διευκολύνει τους νέους ανθρώπους είτε να βρουν δουλειά στον τομέα τους είτε να έχουν πρόσβαση στην εξουσία - και δεν εννοώ στην κυβέρνηση, αλλά στον έλεγχο του κράτους.

* Στους δρόμους βρίσκονται και οι "λευκοί Τούρκοι".
Οι λευκοί Τούρκοι συμμετέχουν στις αντιδράσεις. Είναι οι Τούρκοι των μεγάλων πόλεων, κυρίως της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι είναι εξευρωπαϊσμένοι, με την έννοια, δηλαδή, ότι βλέπουν το μέλλον της Τουρκίας στην Ευρώπη και αποτελούσαν την αφρόκρεμά της. Θέλουν εκσυγχρονισμό που να μην έχει να κάνει με την Ανατολή ή το Ισλάμ, αλλά δημοκρατικό, πολιτισμικό εκσυγχρονισμό.

* Υπάρχει ατζέντα συντηρητικοποίησης στην κυβέρνηση Ερντογάν;
Ναι, συντηρητικοποίησης και αυταρχισμού. Ο Ερντογάν προχώρησε σε εκδημοκρατισμό, όσο αυτό αφορούσε την πίεση στον στρατό. Δηλαδή, χρησιμοποίησε τον εκδημοκρατισμό προκειμένου να βγάλει τον στρατό από τη μέση. Αυτό ήταν και απαίτηση της τουρκικής κοινωνίας, κυρίως από τα τέλη του '90. Μόλις κατάφερε να περιορίσει τον στρατό, θα έλεγα να τον εξουδετερώσει, αυτό που έκανε ήταν να γίνει ο ίδιος ένας πατερναλιστής δημοκράτης. Δηλαδή, είπε ότι "δημοκρατία είμαι εγώ. Άπαξ και εγώ κυβερνώ, η δημοκρατία είναι δεδομένη". Και προσπάθησε να φτιάξει, αυτό που μας ανησυχούσε όλους όσοι παρακολουθούμε την Τουρκία, τον πολίτη Τούρκο με την οικονομική έννοια. Ότι από τη στιγμή που ευημερεί, ζει και σε μια δημοκρατική χώρα. Όχι του πολίτη με την πολιτική έννοια της παρέμβασης του υποκειμένου της Ιστορίας. Σε αυτό οι Τούρκοι αντέδρασαν. Νομίζω ότι είναι και μια τέτοια αντίδραση.

* Ποια πιστεύετε ότι είναι τα κίνητρα Ερντογάν για την υλοποίηση αυτής της πολιτικής;
Είναι ένας απολύτως νεοσυντηρητικός, αυταρχικός πολιτικός και απολύτως νεοφιλελεύθερος. Δεν υπολόγισε, θεωρώ εξαιτίας της αλαζονείας της εξουσίας, ότι το να περάσει στην Τουρκία μέτρα όπως η απαγόρευση του αλκοόλ ή των δημοσίων φιλιών ή ότι οι γυναίκες, κυρίως, δεν μπορούν να ασκούν κριτική στο πρόσωπο του πρωθυπουργού, έρχεται σε αντίθεση με την κοσμική παράδοση της Τουρκίας, την οποία δεν μπόρεσε να καταλάβει. Δύσκολα οι Τούρκοι, ειδικά σε κοσμικές πόλεις όπως η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη, ή Άγκυρα, θα το δέχονταν. Αλλά σε αυτό συναντιώνται και πολλά άλλα πράγματα. Δηλαδή, ο Ερντογάν άνοιξε τον ασκό του Αιόλου χωρίς να το πάρει είδηση. Προσπαθεί ο ίδιος να γίνει ένας νέος Μουσταφά Κεμάλ, με άλλον τρόπο, με το Ισλάμ στο χέρι.

* Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εντοπίζουν και καταγράφουν διαρκώς δημοφιλείς καλλιτέχνες να συμμετέχουν στη λαϊκή εξέγερση. Τι σημαίνει αυτό;
Σημαίνει ότι είναι ένας κόσμος ο οποίος δεν μπορεί να δεχθεί το νέο πολιτισμικό πρότυπο του Ερντογάν, δηλαδή τον οικονομικά δραστήριο πολίτη με την έννοια του ατόμου, ο οποίος είναι ισλαμιστής. Δηλαδή, βγάζει ένα νέο ήθος, το οποίο είναι ισλαμικό: Του συντηρητικού, του καθώς πρέπει. Αυτό, ειδικά για τους καλλιτέχνες, επειδή η Τουρκία έχει σημαντικούς καλλιτέχνες, δεν μπορεί να περάσει. Το κρίσιμο στην Τουρκία είναι ότι εγώ τουλάχιστον, προς το παρόν, δεν βλέπω έναν πολιτικό φορέα να το εκφράσει αυτό. Τα κεμαλικά κόμματα είναι τελειωμένα. Δεν μπορούν να απαντήσουν σε τέτοιες προκλήσεις και μακάρι να μην απαντήσουν.

* Για ποιον λόγο;
Επειδή είναι ένας άλλου τύπου συντηρητισμός, τον οποίο τον έχουμε γνωρίσει στην Τουρκία, δηλαδή ένας νέος εθνικισμός. Δηλαδή δεν πρέπει η Τουρκία να κάνει στροφή σε έναν κοσμικό εθνικισμό, απέναντι στον ισλαμικό εθνικισμό του Ερντογάν. Με αυτήν την έννοια το λέω.

* Εφόσον δεν υπάρχει πολιτικός φορέας να εκφράσει αυτό το ρεύμα, τι περιμένεις να συμβεί;
Δεν υπάρχει τώρα. Είμαι σίγουρη ότι σε 2-5 χρόνια θα βρεθεί. Μπορεί ακόμη να είναι συνένωση πολλών κινημάτων. Αν θα έκανα μια αντιστοιχία, που δεν είναι δόκιμη, θα έλεγα ότι έχουμε λίγο γεγονότα α λα 2008 στην Ελλάδα, που δεν φαινόταν κάποιος πολιτικός φορέας να μπορεί να εκφράσει αυτό που συνέβη, αλλά τελικά συνέβη στην πορεία. Όλα αυτά, φυσικά, με επιφυλάξεις, επειδή δεν ξέρει ποτέ κανείς τι θα γίνει. Νομίζω όμως ότι αυτό που φαίνεται στην Τουρκία είναι ότι ο Ερντογάν δεν μπορεί να παίξει μόνος του το πολιτικό παιχνίδι. Η κοινωνία αντέδρασε.
Θεωρώ, από την άλλη μεριά, ότι ο Ερντογάν, έτσι όπως είναι το κόμμα του αυτήν τη στιγμή, που δεν μπορεί να κάνει συμμαχία με άλλο κόμμα, αν δεν εκδημοκρατίσει πραγματικά την τουρκική κοινωνία, το πολιτικό σύστημα, θα βρεθεί ο ίδιος μέσα στην παγίδα. Δηλαδή, ήθελε να παίξει τον ρόλο του Μουσταφά Κεμάλ, αλλά ο Μουσταφά Κεμάλ έβγαινε μετά από έναν νικητήριο πόλεμο, το 1922, τον ελληνο-τουρκικό, και μετά από μια Οθωμανική αυτοκρατορία υποταγμένης κοινωνίας. Χειραφετήθηκε σε έναν βαθμό η κοινωνία και αυτό μπόρεσε να το εκμεταλλευτεί ο Μουσταφά Κεμάλ. Μπόρεσε να τον χειραγωγήσει στο όνομα της λύτρωσης από τους Οθωμανούς τυράννους αλλά και από τους "Έλληνες εισβολείς". Ο Ερντογάν δεν έχει την ίδια πραγματικότητα. Πήγε να μιμηθεί τον Μουσταφά Κεμάλ σε μια εντελώς άλλη ιστορική πραγματικότητα.

* Εφόσον ο Ερντογάν ουσιαστικά δεν προωθεί σε επίπεδο πολιτικής κουλτούρας το συμμετέχον πολιτικό υποκείμενο, θα έλεγες ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έρχονται να διαδραματίσουν στην Τουρκία τον ρόλο μιας δημόσιας πολιτικής σφαίρας "από τα κάτω";
Θα μπορούσαμε να το πούμε. Αλλά εγώ επιμένω, ίσως λίγο πιο παραδοσιακά, ότι αν δεν υπάρχει ένας πολιτικός φορέας να το εκφράσει αυτό, κάποια στιγμή θα ξεφουσκώσει και δεν ξέρουμε πού θα οδηγήσει. Δηλαδή, δεν θεωρώ ότι έχουμε μια "Άνοιξη" τουρκική, αλλά βλέπω με πολλή περίσκεψη ότι η τουρκική κοινωνία δεν είναι ακίνητη. Αυτό που θεωρούμε στην Ελλάδα, πάντα, ότι είναι ακίνητη η Τουρκία και δεν αλλάζει, αυτό είναι εντελώς λάθος ανάγνωση της Τουρκίας. Υπάρχει κινητικότητα στην Τουρκία, πολύ μεγάλη.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

[Τουρκία] Η Τουρκία παραμένει σταθερός σύμμαχος των ΗΠΑ

Συνέντευξη στην Ελένη Τσερεζόλε που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή.

«Η Τουρκία υποχρεώθηκε, με την κάλυψη της «συγγνώμης», να υποχωρήσει και να αρχίσει την επαναπροσέγγιση με τον παλιό φίλο και σύμμαχο»: η ιστορικός, καθηγήτρια του Παντείου πανεπιστημίου, Σία Αναγνωστοπούλου, σχολιάζει την επαναπροσέγγιση Τουρκίας – Ισραήλ

* Πόσο η Τουρκία γενικά και ο Ερντογάν ειδικότερα, ωφελούνται από τη συγγνώμη Νετανιάχου για το Μαβί Μαρμαρά;
Η «εβραϊκή» συγγνώμη προς τον Ερντογάν υπό τη σκέπη του Μπάρακ Ομπάμα μπορεί να φαίνεται σαν μια μεγάλη επιτυχία της Τουρκίας, αφού με αυτήν το Ισραήλ παραδέχεται, εκτός των άλλων, και τον ρόλο της Τουρκίας ως μιας περιφερειακής ηγεμονικής δύναμης. Πράγματι, αυτή η «συγγνώμη» που πλήττει τον σκληρό πυρήνα της πολιτικής του Ισραήλ σε σχέση με το παλαιστινιακό, για το οποίο δεν ανέχεται καμιά εξωτερική παρέμβαση, συνιστά έμμεση αλλά σαφέστατη αποδοχή του ρόλου της Τουρκίας στον «μουσουλμανικό κόσμο» της Μέσης Ανατολής. Ωστόσο, μια άλλη ανάγνωση της «μικρής ιστορίας» της συγγνώμης υπό την πίεση της Αμερικής, μπορεί να μας επιτρέπει κάποιες άλλες προσεγγίσεις.
Η Τουρκία υποχρεώθηκε, με την κάλυψη της «συγγνώμης», να υποχωρήσει και να αρχίσει την επαναπροσέγγιση με τον παλιό φίλο και σύμμαχο -το Ισραήλ- γεγονός που δείχνει ότι η Τουρκία δεν μπορεί ή δεν της επιτρέπεται ο ρόλος του «κηδεμόνα» του «μουσουλμανικού κόσμου» της Μέσης Ανατολής. Επιπλέον, δεν μπορεί μόνη της ή δεν της επιτρέπεται από μόνη της να διαφεντεύει τον χώρο της Μέσης Ανατολής. Σε αυτό να προστεθεί ότι ο μεγάλος αντίπαλος της Τουρκίας στον ρόλο της ως ηγεμονικής δύναμης της Μέσης Ανατολής δεν είναι το Ισραήλ αλλά η Αίγυπτος. Αν η Τουρκία, στο όνομα της προστασίας του «μουσουλμανικού κόσμου» από το Ισραήλ, προσπάθησε να τον συσπειρώσει προκειμένου να εδραιώσει ηγεμονία, γρήγορα αντιλήφθηκε ότι η Αίγυπτος δεν θα επέτρεπε εύκολα την μονοπώληση του «μουσουλμανικού κόσμου».

* Θα φέρει αυτή η εξέλιξη την Τουρκία κοντύτερα με τα κράτη της Μέσης Ανατολής με τα οποία έχει ανταγωνιστικές σχέσεις; Π.χ. με το Ιράν;
Η Μέση Ανατολή είναι ένα «καζάνι που βράζει». Αυτή η κοινότοπη διαπίστωση κρύβει ένα απίστευτα πολύπλοκων διαστάσεων πρόβλημα, το οποίο το πολιτικό όραμα του Νταβούτογλου δεν μπόρεσε να κατανοήσει. Ήταν πολύ πιο απλοϊκό απ’ όσο η κατάσταση στη Μέση Ανατολή επέτρεπε. Η Συρία δεν ευνόησε καθόλου τη στρατηγική της Τουρκίας, και η «συριακή άνοιξη» -όπως άλλωστε και η «αιγυπτιακή» για άλλους λόγους- δεν εξελίχθηκε όπως η Τουρκία οραματίστηκε.
Η Τουρκία δεν είναι η κατεξοχήν χώρα-προστάτης του «μουσουλμανικού κόσμου», ο οποίος δεν φαίνεται άλλωστε να αποδέχεται ασυζητητί την «προστασία» της. Από την άλλη μεριά το Ιράν, το οποίο αποτελούσε τον παραδοσιακό ανταγωνιστή της Τουρκίας αλλά και τον μελλοντικό σύμμαχο για την εδραίωση της ηγεμονίας της στη Μέση Ανατολή, δεν φαίνεται προς το παρόν να είναι διατεθειμένο να μοιραστεί με την Τουρκία το ίδιο όραμα. Πολύ περισσότερο που η «συγγνώμη» του Ισραήλ υπονομεύει αυτό το όραμα, αν και όσο υπήρξε. Η Τουρκία, παρά τα όσα λέγονται, ήταν και παραμένει σταθερός σύμμαχος των ΗΠΑ, και στο πλαίσιο αυτής της σχέσης ανέπτυξε το όραμα για τη Μέση Ανατολή, κι αυτό ακόμη και κατά τις περιόδους που φαινόταν να «αντιστέκεται» στην πολιτική των ΗΠΑ.

* Πόσο πρέπει να ανησυχήσει αυτή η εξέλιξη την κυπριακή Δημοκρατία;
Από την άλλη μεριά, η Κύπρος είναι το μοναδικό μέρος στο οποίο η Τουρκία έχει προς το παρόν υλοποιήσει την ηγεμονική της πολιτική. Στη βόρεια Κύπρο -στα κατεχόμενα- η Τουρκία ασκεί μια πολιτική ευρείας πλέον «τουρκοποίησης» μέσω του ιδιωτικού κεφαλαίου, το οποίο ελέγχει και «προστατεύει» το τουρκικό κράτος, καθώς και μέσω ενός διευρυμένου τουρκικού «εξισλαμισμού».
Οι Τουρκοκύπριοι χάνουν σταθερά τον έλεγχο του θεσμικού πλαισίου της κοινότητάς τους, ενώ οι ιδιωτικοποιήσεις από το τουρκικό κεφάλαιο και ο «εξισλαμισμός» ενός πληθυσμού που παραδοσιακά ήταν αδιάφορος θρησκευτικά καταδεικνύουν τις διαστάσεις της τουρκικής διείσδυσης στην τουρκοκυπριακή πλευρά του νησιού. Με δεδομένη την κρίση που αντιμετωπίζει η Κυπριακή Δημοκρατία, η οικονομική, θεσμική και πολιτισμική διείσδυση της Τουρκίας δεν προοιωνίζεται τα καλύτερα για την επίλυση του κυπριακού. Κάποτε επιμέναμε κάποιοι ότι το Κυπριακό δεν πρέπει να μένει άλυτο σε μια Μέση Ανατολή που «βράζει». Ίσως είναι η τελευταία ευκαιρία για να επιλυθεί ως πρόβλημα των δύο κοινοτήτων και όχι ως ένα νέο πρόβλημα, έτσι όπως διαμορφώνεται.

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

[Διεθνή] Η τουρκοσυριακή διαμάχη και οι εξελίξεις στην περιοχή – Τα βιντεο της εκδήλωσης

Την Τετάρτη 24 Οκτωβρίου, τα Ενθέματα και το RedNotebook διοργάνωσαν συζήτηση με θέμα: «Ελλάδα-Τουρκία-Κύπρος: οι εξελίξεις στην περιοχή, στο φόντο της τουρκοσυριακής διαμάχης». Στην κουβέντα συμμετείχαν η Σία Αναγνωστοπούλου (ιστορικός, Πάντειο Πανεπιστήμιο), ο Νιαζί Κιζιλγιουρέκ (πολιτικός επιστήμονας, Πανεπιστήμιο Κύπρου) και ο Νίκος Μούδουρος (πολιτικός επιστήμονας, σύμβουλος του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας).

Για τα βίντεο της εκδήλωσης κλικ εδώ.

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

[Τουρκία] Ένα παράδειγμα νεοφιλελεύθερου εθνικισμού: η Τουρκία του Ερντογάν

Ένα από τα σημαντικά χτυπήματα που καταφέρει η οικονομική κρίση δεν είναι μόνο ότι στερεί την αξιοπρέπεια και την υπερηφάνεια μιας κοινωνίας, αφήνοντάς την έρμαιο στα χέρια είτε πολιτικών δυνάμεων που διαχειρίζονται ως ιεραπόστολοι την κρίση –για να μην έρθει η κόλαση– είτε φασιστικών μορφωμάτων που επωφελούνται για να παίξουν τον ρόλο του Μπάτμαν. Είναι και ότι την εγκλωβίζει στα προβλήματά της, στερώντας της το δικαίωμα να οραματίζεται τον εαυτό της σε σχέση με τον κόσμο γύρω της. Αυτή η εσωστρέφεια, την οποία υποδαυλίζουν πολιτικές και μιντιακές ελίτ που αναπαράγουν την εξουσία τους μέσα από τον φόβο και τον επαρχιωτισμό («να κάνουμε αυτό, για να είμαστε Ευρωπαίοι») αποκόπτει την κοινωνία από την επαφή με τον κόσμο στον οποίο ανήκει, της στερεί το δικαίωμα να διεκδικεί δυναμικά το μέλλον της. Τη γνώση και το πεπρωμένο της κοινωνίας το αναλαμβάνουν προνομιακά και αδιαφανώς πολιτικές και πνευματικές ελίτ οι οποίες, όπως διαχειρίζονται την οικονομική κρίση, διαχειρίζονται και την ένταξη μιας αποκαμωμένης από τα προβλήματα κοινωνίας στον κόσμο γύρω της: μέσα από μια διαδικασία υποταγής στο όραμα ενός νέου κόσμου που άλλοι ετοίμασαν γι’ αυτήν.

Στον άμεσο περίγυρό μας διαφαίνεται η σύγκρουση Τουρκίας-Συρίας. Για να αντιληφθούμε τις πιθανές συνέπειές της, πρέπει να ξανασκεφτούμε τους γείτονές μας και τις αλλαγές που υφίστανται ή προωθούν. Ας ξανασκεφτούμε λοιπόν καταρχάς τον άμεσο γείτονα, την Τουρκία, και μέσα από αυτήν την ευρύτερη γειτονιά μας. «Τα παιδιά των Οθωμανών δεν μπορούν να καταδικαστούν να μένουν στην Άγκυρα» δήλωνε ο Ταγίπ Ερντογάν τον Φεβρουάριο του 2010, ενώ τον Ιούνιο του 2011 διαπίστωνε ότι «το Σαράγεβο, η Βαγδάτη, η Καμπούλ, η Δαμασκός, το Κάιρο, η Βεγγάζη και ολόκληρος ο κόσμος έχουν στραμμένα τα μάτια τους στην Κωνσταντινούπολη». Σε αυτά τα λόγια αναδεικνύονται συμβολικά οι μεγάλες αλλαγές στην πολιτική της Τουρκίας. Πρώτον, μετατόπιση του κέντρου βάρους από την Άγκυρα στην Κωνσταντινούπολη, μετατόπιση που σηματοδοτεί μια ευθεία και βαθιά ρήξη με τον κεμαλισμό, που είχε επίκεντρο την Άγκυρα. Δεύτερον, μετάβαση από τον ρεπουμπλικανικό, κεμαλικό εθνικισμό σε ένα αυτοκρατορικού τύπου μεγαλείο, το οποίο μόνο μια πάλαι ποτέ αυτοκρατορική πρωτεύουσα μπορεί να ενσαρκώσει. Η επαναφορά της Κωνσταντινούπολης έπειτα από 100 σχεδόν χρόνια ως κέντρου αναφοράς, όχι μόνο της Τουρκίας αλλά κι ενός ευρύτερου χώρου, σημαίνει ότι η πολιτική εξουσία διεκδικεί ενός νέου τύπου ηγεμονία, σε ένα νέο χώρο. Πρόκειται για σημαντική αλλαγή, η οποία αποκαλείται συνήθως νεο-οθωμανισμός· επί της ουσίας όμως πρόκειται για έναν τουρκικό, νεοφιλελεύθερο εθνικισμό, ο οποίος διεκδικεί ιστορική νομιμοποίηση από το οθωμανικό παρελθόν, για την παραγωγή ενός εν δυνάμει τουρκικού γεωπολιτισμικού, ίσως και γεωπολιτικού χώρου.

Ο τουρκικός νεο-εθνικισμός του μεγαλείου, στον οποίο για πρώτη φορά συνυπάρχουν αρμονικά ο τουρκισμός και ο ισλαμισμός και με τον οποίο εκτουρκίζεται το οθωμανικό παρελθόν, χρονολογείται από την εποχή του Τουργκούτ Οζάλ (δεκαετία 1980), κωδικοποιήθηκε το 2001 με το βιβλίο του Αχμέτ Νταβούτογλου (Στρατηγικό βάθος: Η διεθνής θέση της Τουρκίας) και η εκπλήρωσή του διεκδικείται από το ισλαμικό κόμμα του Ερντογάν (ΑΚΠ). Ο νεο-εθνικισμός του ΑΚΠ δεν επιδιώκει την αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με όρους παραδοσιακής επεκτατικής πολιτικής· με το συμβολικό και ιστορικό οπλοστάσιο που αυτή προσφέρει, επιδιώκεται η ηγεμονία της Τουρκίας σε μια μεγάλη περιοχή. Με άλλα λόγια, ο νεο-εθνικισμός του ΑΚΠ αποτελεί μεταφορά του νεοφιλελευθερισμού στην τουρκική διάλεκτο. Μέσα από την επανεπινόηση και επικαιροποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το ΑΚΠ κατασκευάζει ένα νέο τουρκικό όραμα, στο οποίο εμπερικλείεται το κεμαλικό (αλλά είναι πιο μεγαλειώδες από αυτό), παράγοντας έναν μεγάλο πολιτισμικό και οικονομικό χώρο προς εξάπλωση: έναν παγκόσμιο μουσουλμανικό χώρο, με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. Η μηχανή προώθησης αυτού του οράματος είναι η οικονομία, ενώ ο δίαυλος ηθικής και ιστορικής νομιμοποίησης της ομογενοποίησης του χώρου υπό την ηγεμονία της Τουρκίας είναι το οθωμανικό παρελθόν και το Ισλάμ. Η Τουρκία του Ερντογάν επαναπροσδιορίζει έναν φυσικό, ως εκ της Ιστορίας και της θρησκείας, ιδιαίτερο χώρο, του οποίου διεκδικεί την ένταξη, υπό την ηγεσία της, στην παγκόσμια νεοφιλελεύθερη οικονομία. Σύμφωνα με τον Ερντογάν, «σήμερα η Τουρκία είναι η 17η οικονομία του κόσμου. Λίγα χρόνια πριν ήταν η 26η. Ως μέλος των G20, συμμετέχουμε στο σχεδιασμό του οικονομικού μέλλοντος του πλανήτη». Ως εκ τούτου «είναι μεγάλη χώρα και [γι’ αυτό] πρέπει να έχουμε μεγάλες ιδέες και υψηλούς στόχους». Προς εκπλήρωση του υψηλού στόχου –της παγκόσμιας οικονομικής δύναμης– το τουρκικό κράτος αναλαμβάνει μια νέα αποστολή: να λειτουργεί ως εμπορικό κράτος, μέρος μιας παγκόσμιας στρατηγικής για την παραγωγή ενός ιδιαίτερου γεωπολιτικού χώρου, του οποίου η Τουρκία εγγυάται την ομογενοποίηση, την ειρήνη και τη σταθερότητα για την απρόσκοπτη εμπορευματοποίησή του.

Στο πλαίσιο των υψηλών στόχων, η τουρκική εξωτερική πολιτική συγκροτείται με άξονα τη νέα αποστολή του τουρκικού έθνους: να συμβάλει ηγεμονικά στον «εκπολιτισμό» του μουσουλμανικού κόσμου, στην πολιτική και πολιτισμική μεταρρύθμισή του. Η Τουρκία λοιπόν, ως προστάτιδα δύναμη των λαών μουσουλμανικού θρησκεύματος, τίθεται στο πλευρό των «καταδυναστευόμενων εναντίον των δυναστών» –κατά τη διατύπωση του Ερντογάν– και ενισχύει την προώθηση στον μουσουλμανικό κόσμο ενός παγκόσμιου, δημοκρατικού και οικονομικού πολιτισμού. Σύμφωνα με αυτή την αποστολή, υπερασπίζεται τα αντικαθεστωτικά κινήματα στη Μέση Ανατολή αλλά και τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο απέναντι στους «απίστους» — κυρίως το Ισραήλ.

Η ρήξη με το Ισραήλ σηματοδοτεί τη ρήξη του παραδοσιακού «δυτικού άξονα» στη Μέση Ανατολή (Τουρκία-Ισραήλ): η Τουρκία, με όχημα το Ισλάμ και το οθωμανικό παρελθόν, διεκδικεί τον ρόλο της προστάτιδας δύναμης στην περιοχή, της ήπιας δύναμης (soft power), σ’ έναν κόσμο σε πλήρη μετάβαση και αναταραχή. Ωστόσο, ενώ ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός εμφανίζεται ως φορέας δημοκρατίας, ειρήνης και σταθερότητας υπό την ηγεμονία μιας πολιτικής-οικονομικής δύναμης, για να λειτουργεί ως τέτοιος, πρέπει να εμπεριέχει την έννοια της «σκληρής δύναμης» (hard power). Ας δούμε το παράδειγμα των Κούρδων στην Τουρκία. Στην αρχή αντιμετωπίστηκαν ως μια εθνοτική κοινότητα της Τουρκίας στην οποία αναγνωρίστηκαν ιδιαιτερότητες (γλώσσα) και, μέσω του προγράμματος για την οικονομική ανάπτυξη, επιδιώχθηκε η ένταξή τους στην πλειοψηφία. Όταν ωστόσο τα μέτρα δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα, η κυβέρνηση Ερντογάν έκανε χρήση της παλιάς δοκιμασμένης μεθόδου: της «σκληρής δύναμης». Η διαφαινόμενη σύγκρουση Τουρκίας-Συρίας καταδεικνύει ότι η παραγωγή ενός μεγάλου, γεωπολιτισμικού, γεωπολιτικού χώρου δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς συγκρούσεις. Για να εκπολιτιστεί ο μουσουλμανικός κόσμος υπό την προστάτιδα ηγεσία της Τουρκίας, η τελευταία πρέπει να είναι έτοιμη να δράσει όχι μόνο ως ήπια αλλά και ως σκληρή δύναμη.

Από αυτό το σημείο αρχίζουν τα δύσκολα. Η μεταμοντέρνα αντίληψη περί αυτοκρατοριών, που θεωρεί ότι αποτέλεσαν παράγοντες ειρήνης, σταθερότητας και αρμονικής συνύπαρξης των πληθυσμών, είναι ανιστόρητη. Καμιά αυτοκρατορία δεν επιβλήθηκε ως φορέας ενότητας ενός μεγάλου χώρου χωρίς όπλα, και επομένως την υποταγή των ντόπιων πληθυσμών σε αυτή: είτε πρόκειται για τις παραδοσιακές αυτοκρατορίες είτε για τις αποικιακές. Επομένως, σήμερα, η επανεπινόηση αυτοκρατορικών σχημάτων –πολιτικών, πολιτισμικών ή οικονομικών– δεν συνεπάγεται ειρήνη και σταθερότητα, τον επαναπροσδιορισμό των λαών και της πολιτικής με όρους εθνο-θρησκευτικούς και φυλετικό-πολιτισμικούς, με όρους δηλαδή ενός «εκδημοκρατισμένου» αυταρχισμού. Ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός, όπως αυτός του ΑΚΠ, στον οποίο απαραιτήτως εμπεριέχεται και ο παραδοσιακός, σκληρός εθνικισμός, είναι εκ των πραγμάτων φορέας, εσωτερικού καταρχάς, αυταρχισμού, έστω και μέσα από δημοκρατικά σχήματα. Στον νεοφιλελεύθερο εθνικισμό λοιπόν, όπου η πολιτική αντιμετωπίζεται με αυτοκρατορικούς όρους, ο λαός ορίζεται ως νεο-μιλέτ (κοινότητα με εθνοθρησκευτικές, πολιτισμικές ιδιαιτερότητες), που η επιβίωσή του –πολιτική, πολιτισμική, οικονομική– εξαρτάται από τον βαθμό υπακοής και υποταγής.

Η αντίσταση σε αυτό τον κλιμακούμενο νεο-εθνικισμό δεν είναι ο παραδοσιακός εθνικισμός, ο οποίος άλλωστε συμμερίζεται τη φυλετική, εθνοθρησκευτική διάκριση του κόσμου. Αντίσταση σημαίνει μάχη με όρους ταξικής και ιδεολογικής επανοριοθέτησης του έθνους και της εθνικής κυριαρχίας. Η εξέγερση, στη Μέση Ανατολή ή αλλού, η οποία απολήγει σε θρησκευτικών αναφορών πολιτική, μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή του παλαιού αυταρχικού καθεστώτος, αλλά ξαναμπάζει από το παράθυρο, αφού αφήνει ελεύθερο τον δρόμο για άλωση από τον νεοφιλελευθερισμό. Η δημοκρατία, όταν διεκδικείται με θρησκευτικούς ή εθνικιστικούς όρους, στο βάθος δείχνει και πάλι νεοφιλελευθερισμό. Στην αυτοκρατορική λογική του νεοφιλελευθερισμού, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε εθνικιστική ούτε θρησκευτική, αλλά μόνο διεθνιστική. Η διεθνιστική «παραγωγή» χώρων κοσμικής, εθνικής πολιτικής συνιστά, κατά τη γνώμη μου, το μοναδικό όπλο αντίστασης στον νεοφιλελεύθερο εθνικισμό.


Κυριακή 29 Ιουλίου 2007

[Τουρκία] Oι εκλογές στην Tουρκία

Στις εκλογές της περασμένης Kυριακής (22/7) μεγάλος νικητής αναδείχθηκε, όπως είναι γνωστό, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Aνάπτυξης (ΑΚΡ) του Pετζέπ Tαγίπ Eρντογάν, με ποσοστό σχεδόν 47%. Tο Pεπουμπλικανικό Λαϊκό Kόμμα (ΡΛΚ) του Nτενίζ Mπαϋκάλ, με ποσοστό 20%, παρέμεινε στον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Tο τρίτο και τελευταίο κόμμα που κατόρθωσε να ξεπεράσει το φράγμα του 10% και να μπει στη Mεγάλη Tουρκική Eθνοσυνέλευση είναι το κόμμα Eθνικιστικής Δράσης (Ε.Δ.) του Nτεβλέτ Mπαχτσελί, με ποσοστό 14,3%. Συγχρόνως, 24 ανεξάρτητοι υποψήφιοι, εκ των οποίων οι περισσότεροι Kούρδοι καθώς και ο πρόεδρος του αριστερού κόμματος Eλευθερίας και Aλληλεγύης, Oυφούκ Oυράς, εκλέχτηκαν σε αυτές τις εκλογές. Tο άπιαστο για τα μικρά κόμματα όριο του 10% το οποίο πρέπει να λάβουν για να μπουν στη Bουλή, υποχρέωσε στη λύση της ανεξάρτητης καθόδου προσώπων και όχι κομματικών σχηματισμών.

Oι εκλογές της περασμένης Kυριακής ήταν πολύ σημαντικές για πολλούς λόγους. Λίγους από αυτούς θα προσπαθήσω να παρουσιάσω και, όσο το δυνατόν, να αναλύσω εδώ. O πρώτος και αυτονόητος λόγος αφορά τον θρίαμβο του Eρντογάν, ο οποίος αύξησε το ποσοστό του κόμματός του σε σχέση με τις εκλογές του 2002 και είναι ο δεύτερος ηγέτης κόμματος στην Tουρκία, μετά τον Aντνάν Mεντερές (από 53,6% στις εκλογές του 1950 σε 58,4% σε αυτές του 1954), του οποίου το κόμμα κερδίζει για δεύτερη συνεχόμενη φορά τις εκλογές, αυξάνοντας τη δύναμή του.

O δεύτερος λόγος για τον οποίο οι εκλογές ήταν σημαντικές αφορά την αδυναμία ανάκαμψης του κλασικού κεμαλικού κόμματος, του PΛK, το οποίο όχι μόνο δεν κατόρθωσε, παρά την τεράστια πόλωση, να απειλήσει τον Eρντογάν αλλά και περιορίστηκε στο μίζερο ποσοστό του 20%, το ίδιο σχεδόν που είχε πάρει στις εκλογές του 2002. O τρίτος λόγος αφορά την είσοδο του κόμματος E.Δ. των ακραίων εθνικιστικών στοιχείων στην τουρκική Eθνοσυνέλευση, με ένα ποσοστό το οποίο δεν είναι καθόλου μικρό, πολύ περισσότερο που, προστιθέμενο στο ποσοστό του Μπαϊάλ, ενισχύει "δραστικά" το κοινοβουλευτικό εθνικιστικό μέτωπο στην Eθνοσυνέλευση.

H είσοδος στη Bουλή ανεξάρτητων βουλευτών, κυρίως Kούρδων, αποτελεί, κυρίως σε μια περίοδο όξυνσης του κουρδικού προβλήματος, έναν ακόμη λόγο που καθιστούν αυτές τις εκλογές σημαντικές. Για πρώτη φορά μετά από απανωτές αποτυχημένες απόπειρες στη δεκαετία του 90 για αυτόνομη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση κουρδικών κομμάτων (το Eργατικό Kόμμα του Λαού, το οποίο κηρύσσεται παράνομο το 1993, το διαδέχεται το Kόμμα Δημοκρατίας που έχει την ίδια τύχη το 1994 και το Xαντέπ --Kόμμα Δημοκρατίας του Λαού-- του οποίου τα ηγετικά στελέχη καταδικάστηκαν σε πολυετείς καθείρξεις το 1997), ανεξάρτητοι βουλευτές εκλέγονται ως Kούρδοι. Eξίσου σημαντική ωστόσο είναι και η εκλογή, ως ανεξάρτητου βουλευτή, του Oυφούκ Oυράς, αφού για πρώτη φορά μετά από πάρα πολλά χρόνια η Aριστερά στην Tουρκία κατορθώνει να υπάρξει πολιτικά, έστω και με αυτό τον συμβολικό τρόπο.

Aς επανέλθουμε ωστόσο στη νίκη Eρντογάν και ας προσπαθήσουμε να αναλύσουμε τη σημασία της για την πολιτική ζωή της Tουρκίας. Kαταρχάς είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι το ΑΚΡ του Eρντογάν πήρε πολύ υψηλά ποσοστά τόσο στη Nοτιοανατολική Tουρκία --χώρα των Kούρδων-- όσο, κυρίως, στα μεγάλα αστικά κέντρα, ακόμη και στη Σμύρνη, φρούριο του κεμαλισμού και του κοσμικού κράτους, επίκεντρο των μεγάλων διαδηλώσεων υπέρ του κοσμικού κράτους και εναντίον του Eρντογάν. Αυτό το γεγονός μας υποχρεώνει να δεχτούμε ότι, παρά την πόλωση, οι εκλογές τελικά δεν απάντησαν στο δίλημμα κοσμικό κράτος ή Iσλάμ, γιατί απλώς το δίλημμα δεν τίθεται έτσι για τον λαό της Τουρκίας.

Παρά το γεγονός ότι το δίλημμα Iσλάμ ή κοσμικό κράτος φαίνεται να αποτελεί, για 70 τουλάχιστον χρόνια, από τον θάνατο του Mουσταφά Kεμάλ (1938) και μετά, το κεντρικό δίλημμα στην πολιτική ζωή της Tουρκίας, η ανάλυση με κριτήριο αυτό δεν επιτρέπει τελικά την κατανόηση ούτε της τουρκικής κοινωνίας διαχρονικά ούτε της νίκης Eρντογάν συγκυριακά. Πρόκειται στην ουσία για ένα ψευτοδίλημμα. Kαι αυτό γιατί η κοινωνία της Τουρκίας είχε επί δεκαετίες και εξακολουθεί να έχει άλλο πρόταγμα: αυτό του κράτους πρόνοιας και δημοκρατίας το οποίο μονίμως συνθλίβεται κάτω από το βάρος του προτάγματος μιας στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής ελίτ: αυτό του ισχυρού κράτους στο όνομα του "μεγάλου έθνους", ερήμην ή και εναντίον της κοινωνίας. Στο πρόταγμα του κράτους πρόνοιας αλλά και του δημοκρατικού κράτους στήριξε, όσο αυτό ήταν δυνατόν, την πολιτική του ο Eρντογάν από το 2002 μέχρι το 2007, και με αυτό το αίτημα τον ξαναψήφισε πανηγυρικά ο λαός της Tουρκίας στις εκλογές.

"Μεγάλο τουρκικό έθνος" ή τουρκική κοινωνία; Η ιστορία μιας βίαιης σύγκρουσης

Πράγματι, όλη η πολιτική ζωή της Tουρκίας τα τελευταία 70 χρόνια έχει ουσιαστικά συγκροτηθεί -εναντίον του Iσλάμ ή μαζί με αυτό- γύρω από την εξής σύγκρουση: το "μεγάλο τουρκικό έθνος", προϊόν του κεμαλισμού και πηγή νομιμοποίησης ενός ισχυρού --δηλαδή αυταρχικού-- κράτους, εναντίον του λαού της Tουρκίας, πηγή νομιμοποίησης ενός κράτους πρόνοιας και δικαίου. Σε αυτά τα χρόνια νικητής από αυτή τη σύγκρουση αναδείχτηκε πάντα --με εξαίρεση κάποια, μικρά ή μεγάλα, διαλείμματα-- το "μεγάλο τουρκικό έθνος".

Οι όροι της σύγκρουσης ανάμεσα στο ισχυρό, αυταρχικό κράτος και το δημοκρατικό κοινωνικό κράτος συγκροτήθηκαν στη δεκαετία του 50 και σχεδόν μέχρι τα πολύ τελευταία χρόνια παρέμεναν, λίγο ως πολύ, οι ίδιοι. Το Δημοκρατικό Kόμμα του Aντνάν Mεντερές, το οποίο κέρδισε το 1950 με ποσοστό 50% τις εκλογές εναντίον του PΛΚ του Iσμέτ Iνονού, διαδόχου του Mουσταφά Kεμάλ, είναι το πρώτο κόμμα στην Τουρκία το οποίο, απέναντι στο "μεγάλο τουρκικό έθνος" του Mουσταφά Kεμάλ, προσπάθησε να αντιπαρατάξει μια περιθωριοποιημένη, εξαντλημένη από τη φτώχεια και τον αποκλεισμό κοινωνία. Το Ισλάμ, ως δίαυλος επικοινωνίας της εξουσίας με αυτή την αγροτική, στο 80%, κοινωνία, συνιστούσε την πιο εύκολη και λειτουργική γλώσσα αλληλοκατανόησης. Μέχρι το 1954, οπότε ο Μεντερές επανεκλέγεται, αυτή η επικοινωνία αρχίζει να αποδίδει προς όφελος ενός πιο δημοκρατικού, πιο κοινωνικού κράτους. Αυτό ωστόσο το πιο εξανθρωπισμένο κράτος του Μεντερές έθεσε σε κίνδυνο τα συμφέροντα μιας γραφειοκρατικής ελίτ, που είχε συγκροτηθεί χάρη στο αυταρχικό κράτος του Μουσταφά Κεμάλ, μιας περιορισμένης αλλά δυναμικά ανερχόμενης αστικής τάξης μεγαλοεπιχειρηματιών, κυρίως της Kωνσταντινούπολης, που είχε πλουτίσει χάρη στον αυταρχικό εθνικισμό του κράτους, στη δεκαετία κυρίως του 40, εναντίον των μειονοτήτων (φόρος περιουσίας), και του PΛK που έχανε συνεχώς έδαφος. Όλοι αυτοί βρήκαν στο πρόσωπο του στρατού τον μοναδικό ισχυρό σύμμαχο, ικανό να εγγυηθεί το ισχυρό κράτος απέναντι στο επικίνδυνο κοινωνικό κράτος. Ο κεμαλισμός σε αυτό το πλαίσιο αναβαπτίστηκε για να αποτελέσει το κύριο όπλο απονομιμοποίησης του κοινωνικού, δημοκρατικού κράτους, στο όνομα της κεμαλικής δημοκρατίας και προόδου. Το δημοκρατικό, κοινωνικό κράτος ως αίτημα έξω από τον κεμαλισμό θεωρήθηκε έκτοτε κομμουνιστική απειλή.

Aπό το 1954 και μετά ο Mεντερές, προσπαθώντας να πείσει για τον αντικομμουνισμό του, απάντησε στις ανάγκες της κοινωνίας με τα επιχειρήματα του "μεγάλου τουρκικού έθνους" -με αυταρχισμό. Tο κοινωνικό κράτος ερμηνεύτηκε πλέον με εκλαΐκευση του πιο ακραίου εθνικισμού, ερμηνεύτηκε με την "είσοδο των μαζών στην ιστορία" με δίαυλο όχι το κοινωνικό κράτος και τη δημοκρατία, αλλά το αυταρχικό, ισχυρό κράτος.

H αποτυχία Mεντερές σφραγίσθηκε με το πρώτο πραξικόπημα, αυτό του 60, αφού με αυτό ο στρατός καθίσταται ο διαχρονικός εγγυητής του κεμαλισμού, επομένως του "μεγάλου τουρκικού έθνους", στο οποίο εγγενώς ενυπάρχουν η πρόοδος, η εκκοσμίκευση και η δημοκρατία, αρκεί αυτά να τα εγγυάται ο στρατός και αυτοί που συμμαχούν με αυτόν. Tο αίτημα της κοινωνίας για κοινωνικό κράτος, για δημοκρατία είναι αντεθνικό, αφού αυτή η κοινωνία, κρυφοκομμουνιστική και/ή μουσουλμανική, είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του "μεγάλου έθνους", δυτικού και κοσμικού. Ο μεγαλύτερος εχθρός του τουρκικού έθνους, επομένως και του ισχυρού (και γι αυτό κοσμικού) κράτους, δεν είναι ούτε οι Έλληνες ούτε οποιοσδήποτε άλλος, αλλά η ίδια η κοινωνία της Τουρκίας.

Σε αυτή τη σύγκρουση το Ισλάμ είχε πάντα έναν αντιφατικό ρόλο. Ως στοιχείο του δημοκρατικού, κοινωνικού κράτους αποτελεί απειλή για τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους. Ως φορέας ωστόσο της αντίληψης για ισχυρό κράτος συνιστά συγκυριακά σύμμαχο του κεμαλισμού. Aρκεί να υπενθυμίσω την κυβέρνηση συμμαχίας Mπουλέντ Eτζεβίτ - Nετζμετίν Eρμπακάν που προέκυψε από τις εκλογές του Oκτωβρίου 1973 (δύο μόλις χρόνια από το πραξικόπημα του 71) --κυβέρνηση που πραγματοποίησε και την εισβολή στην Kύπρο. H κοινή βάση της συνεργασίας βρέθηκε στο όνομα του "μεγάλου τουρκικού έθνους" εναντίον της Δύσης. Mέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 90 και όσο το Iσλάμ παίζει τον ρόλο του οχυρού κατά του κομμουνισμού, δηλαδή τον ρόλο του φορέα της συνείδησης του "μεγάλου τουρκικού, έστω και μουσουλμανικού, έθνους", ο κλασικός κεμαλισμός και οι φορείς του δεν έχουν ιδιαίτερο πρόβλημα.

Σε αυτές τις δεκαετίες (70-80), οι κυβερνήσεις που προσπαθούν να προβάλλουν το αίτημα του κοινωνικού κράτους και της δημοκρατίας με δίαυλο το Iσλάμ, κυρίως στη δεκαετία του 80 με τις κυβερνήσεις Oζάλ και με δεδομένη την ύπαρξη του ακραίου πολιτικού Iσλάμ του Eρμπακάν, καταλήγουν στην ουσία σε μια πολιτική γέφυρας. Δηλαδή το δημοκρατικό, κοινωνικό κράτος συρρικνώνεται πάντα στο αίτημα για ισχυρό κράτος το οποίο επιβάλλεται (ή προβάλλεται) πλέον ως αίτημα και της κοινωνίας, με μουσουλμανικό θρήσκευμα. Aπό αυτή τη γέφυρα ωφελημένοι βγαίνουν σχεδόν πάντα οι μεγάλοι επιχειρηματίες --ανάμεσα σε αυτούς και ο στρατός επιχειρηματίας-- οι οποίοι ποντάρουν είτε στα στρατιωτικά είτε, αργά αλλά σταθερά, στα πράσινα (ισλαμικά) χρώματα. Στη δεκαετία του 90 ωστόσο τα πράγματα αλλάζουν. Όσο ο κεμαλισμός περιορίζεται στο κυνήγι του Ισλάμ, στο όνομα του "μεγάλου, κοσμικού έθνους" που κινδυνεύει, τόσο το πολιτικό Ισλάμ επενδύει όλο και περισσότερο στο κοινωνικό κράτος (ενδεικτικές της αλλαγής προσανατολισμών του πολιτικού Ισλάμ του Ερμπακάν είναι οι αλλαγές της επωνυμίας του κόμματός του: Κόμμα Εθνικής Τάξης, κατά την ίδρυσή του, Κόμμα Εθνικής Σωτηρίας στη συνέχεια, Κόμμα Ευημερίας στη δεκαετία του 90). Aπό αυτή τη σύγκρουση βγαίνει για ακόμη μια φορά ταπεινωμένη η ίδια η κοινωνία της Tουρκίας, κυρίως οι πιο αδύναμοι κρίκοι της: οι κάτοικοι της Νοτιοανατολικής Τουρκίας (οι Κούρδοι), αλλά και ο φτωχός πληθυσμός των αστικών κέντρων. Από αυτή τη σύγκρουση το "μεγάλο τουρκικό έθνος" ενισχύεται με καινούριους σεχίτ (ιερούς μάρτυρες) που έπεσαν στη μάχη εναντίον της κοινωνίας της Τουρκίας.

"Το μεγάλο έθνος" αρχίζει να μιλά με τη φωνή της κοινωνίας: Οι απαρχές ενός "ιστορικού συμβιβασμού".
"Προσπάθησαν να ταπεινώσουν τον λαό της Τουρκίας", είπε ο Ερντογάν, και με αυτή την απλή πρόταση ξανάπιανε το νήμα του αιτήματος για κοινωνική δικαιοσύνη και δημοκρατία. Το κόμμα του Ερντογάν είναι, θα λέγαμε, ένα κεντροδεξιό κόμμα, στην παράδοση περισσότερο του Κόμματος Δικαιοσύνης (Ντεμιρέλ), του Κόμματος Μητέρας Πατρίδας (Οζάλ), στο οποίο όμως συσπειρώθηκαν όλοι αυτοί (ακόμη και Κούρδοι της Νοτιοανατολικής Τουρκίας όπου το ΑΚΡ μοιράστηκε τις ψήφους με τους Κούρδους ανεξάρτητους, αλλά και αριστεροί και οι πάσης προέλευσης μειονοτικοί), που βρήκαν στο πρόσωπο του Ερντογάν τον ηγέτη, ικανό να αλλάξει τους όρους της σύγκρουσης, να εξουδετερώσει το ιστορικό ψευτο-δίλημμα (Ισλάμ-κοσμικό κράτος) και να αναδείξει το πραγματικό δίλημμα: κοσμικό, αυταρχικό κράτος ή κοσμικό, δημοκρατικό κράτος;

Ο Ερντογάν φαίνεται διατεθειμένος να εξουδετερώσει το ψευτο-δίλημμα γιατί, παρά το γεγονός της ισλαμοδεξιάς παράδοσής του, το ΑΚΡ τελικά δεν επικοινώνησε με την κοινωνία με κατεξοχήν δίαυλο το Ισλάμ, αλλά με δίαυλο τον εξευρωπαϊσμό του κράτους, δηλαδή με δίαυλο τις ανάγκες (δημοκρατία, κοινωνικό κράτος) μιας πολύπλοκης και πολυπρόσωπης κοινωνίας. Και σε ένα βαθμό το πέτυχε! Στον εξευρωπαϊσμό του κράτους συναντήθηκαν ένα σημαντικό μέρος της μεσαίας αστικής τάξης, των διανοούμενων, των μειονοτήτων, των εργατών και αγροτών, των δημοκρατών αλλά και των ισλαμιστών, των κεντροδεξιών και μέρους των αριστερών. Κι εδώ είναι το κρίσιμο σημείο της ανατροπής, καθώς και αυτό που διαφοροποιεί το ΑΚΡ από τα προηγούμενα κόμματα (Μεντερές, Οζάλ), ενώ το φέρνει και σε σύγκρουση με το ισλαμικό του παρελθόν, της εποχής Ερμπακάν. Αν στην παράδοση από Μεντερές μέχρι Οζάλ, τα αντίστοιχα κόμματα συνέβαλαν, εκουσίως ή ακουσίως, μέσα από μια δαιδαλώδη διαδρομή (στο πλαίσιο της οποίας ο Ψυχρός Πόλεμος έπαιξε σημαντικό ρόλο) στην "εκλαΐκευση" του κεμαλισμού, και μέσω αυτού στη νομιμοποίηση της υποταγής στο "μεγάλο έθνος" του ανατολίτη, ανάξιου αυτού του έθνους λαού, η πολιτική Ερντογάν στοχεύει στο αντίθετο: στον εξευρωπαϊσμό του κράτους, και μέσω αυτού στην ταύτιση του "μεγάλου έθνους" με αυτό τον λαό και τα προβλήματά του. Η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας συνέβαλε τα μέγιστα στην πολιτική Ερντογάν.

Αν με δίαυλο το Ισλάμ ο Ερντογάν προσπάθησε το 2002 να εμπεδώσει έναν ιστορικό συμβιβασμό ανάμεσα σε μια, παντοιοτρόπως, αποκλεισμένη κοινωνία (θρησκεύουσα ή όχι) και το κράτος, από τότε και μετά φαίνεται να προσπαθεί με δίαυλο τις ευρωπαϊκές αξίες να εμπεδώσει τον ιστορικό συμβιβασμό -ταύτιση- ανάμεσα στο "μεγάλο έθνος" και την κοινωνία, των οποίων ο εχθρός είναι κοινός, η έλλειψη δημοκρατίας και κοινωνικού κράτους. Στο πλαίσιο του δημοκρατικού, κοινωνικού κράτους που φαίνεται να προσπαθεί να οικοδομήσει η κυβέρνηση Ερντογάν, το Ισλάμ εξευρωπαΐζεται, με την έννοια ότι υποτάσσεται στις αρχές ενός δημοκρατικού, και ως εκ τούτου ευρωπαϊκού κράτους. Τόσο το στοίχημα του δημοκρατικού, κοινωνικού κράτους όσο και αυτό της υποταγής του Ισλάμ στις ευρωπαϊκές αξίες ο Ερντογάν τα έχει αναλάβει, δεν τα έχει κερδίσει ωστόσο ακόμη. Τα μέτωπα παραμένουν ανοιχτά, εξωτερικά (στρατός, κεμαλιστές) και ενδοκομματικά (ακραίοι ισλαμιστές, ισχυρές ισλαμιστικές αναφορές των στελεχών του κόμματος).

Κεμαλισμός και κοσμικό κράτος

Το 35% σχεδόν του λαού όμως της Τουρκίας ψήφισε τους ορκισμένους αντιπάλους του Ερντογάν, το ΡΛΚ και το κόμμα ΕΔ. Σε ό,τι αφορά το κόμμα του Μπαϊκάλ -που αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι όσοι το ψήφισαν δεν συμμερίζονται όλοι ούτε τον αυταρχισμό και την αντιδημοκρατικότητα του κεμαλισμού ούτε βεβαίως την πολιτική παρουσία του στρατού- το ισχνό 20% δείχνει καταρχάς κρίση των φορέων του παραδοσιακού κεμαλισμού. Σε αυτό το σημείο επικεντρώνεται το μείζον πρόβλημα για τον θεωρούμενο ως κλασικό κεμαλισμό. Τι σημαίνει κεμαλισμός σήμερα, στη μορφή που τον διακινούν κόμματα όπως αυτό του Μπαϊκάλ;

Κάποτε ο κλασικός κεμαλισμός του Μουσταφά Κεμάλ ομογενοποίησε και συσπείρωσε ένα ταπεινωμένο έθνος και του επέτρεψε να αποκτήσει υπερηφάνεια και αξιοπρέπεια. Κάποτε ο κλασικός κεμαλισμός, έτσι όπως τον διακίνησε κατά περιόδους το ΡΛΚ του Ετζεβίτ συσπείρωσε διαφορετικές ομάδες της κοινωνίας (ακόμη και αριστερούς ή Κούρδους) με το όραμα του σοσιαλισμού και του αντιϊμπεριαλισμού. Τα παραδοσιακά κεμαλικά κόμματα ωστόσο, κυρίως από το πραξικόπημα του 1980 και μετά, έχαναν όλο και περισσότερο τις αναφορές τους στην κοινωνία, προσδένονταν στον στρατό και σε μια οικονομική και γραφειοκρατική ελίτ, και καθιστούσαν τον κεμαλισμό τον απόλυτο νομιμοποιητή του αυταρχικού, κοσμικού, κράτους. Στη δεκαετία του 90 αυτός ο κεμαλισμός έδειξε τα όρια του, αφού η πλήρης αδυναμία του να απαντήσει στα φλέγοντα αιτήματα της κοινωνίας, αντισταθμιζόταν από έναν όλο και μεγαλύτερο αυταρχισμό με πρόσχημα τους εθνικούς εχθρούς: τη "θρησκευτική αντίδραση" και τους Κούρδους. Έτσι, στο όνομα του κλασικού κεμαλισμού, στο όνομα της παράδοσης σύμφωνα με την οποία αυτός έχτισε το "μεγάλο τουρκικό έθνος" ταπεινώνονταν όλο και μεγαλύτερα τμήματα της τουρκικής κοινωνίας, αυτά που δεν ήταν αντάξια του έθνους. Ο κλασικός ωστόσο κεμαλισμός έχασε και τη σημαντικότερη αποστολή του, αυτή των μεταρρυθμίσεων εκδυτικισμού. Από τη στιγμή που ο εκδυτικισμός σημαίνει σήμερα τον εξευρωπαϊσμό του κράτους, δηλαδή τον εκδημοκρατισμό του, ο εξευρωπαϊσμός θεωρείται αντεθνικός.

Ο κεμαλισμός λοιπόν συρρικνώθηκε σε ένα και μοναδικό αίτημα: την προστασία του κοσμικού κράτους, εναντίον του δημοκρατικού και κοινωνικού κράτους. Κι εδώ τίθεται το μείζον πρόβλημα: απειλείται τελικά το κοσμικό κράτος στην Τουρκία, και από ποιον; Αν υπάρχει μια παράδοση βαθιά εμπεδωμένη στην Τουρκία (ήδη από την οθωμανική εποχή) είναι ο αυταρχισμός της κοσμικής εξουσίας, στο όνομα μιας θρησκείας (Ισλάμ ή "μεγάλο τουρκικό έθνος"). Το ζητούμενο λοιπόν πάντα δεν ήταν το κοσμικό κράτος, αλλά το δημοκρατικό κοσμικό κράτος. Και σε αυτή την ανάγκη ο κλασικός κεμαλισμός του Μπαϊκάλ δεν μπορεί να απαντήσει. Επομένως ο κεμαλισμός έχασε και την αποστολή του φορέα της εκκοσμίκευσης, αφού το απογυμνωμένο από κοινωνικές αναφορές κοσμικό κράτος είναι αυτό που ενισχύει εντέλει τον ακραίο ισλαμισμό, αφού και τα δύο συμμερίζονται την ίδια αρχή: αυτήν της απολιτικοποίησης της κοινωνίας. Το κοσμικό κράτος στην Τουρκία, έτσι όπως το προβάλλει ο κεμαλισμός, κινδυνεύει καταρχάς από τον αυταρχικό εαυτό του, έναν εαυτό τον οποίο επέβαλε στην κοινωνία με το Ισλάμ και εναντίον του Ισλάμ.

Οι τελευταίες εκλογές στην Τουρκία επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι από το 2002 και μετά έχει ανοίξει ένα πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο στην ιστορία της Τουρκίας. Η είσοδος των ακραίων εθνικιστών του Μπαχτσελί στη Βουλή, αλλά και των ανεξάρτητων Κούρδων βουλευτών, όπως και του Ουφούκ Ουράς, μπορεί να δημιουργεί ένα εκρηκτικό κοινοβουλευτικό μίγμα, συνιστά ωστόσο ένα αντιπροσωπευτικό, δημοκρατικό δείγμα των τάσεων και των προβλημάτων της Τουρκίας. Ακόμη κι αν όλα τα μεγάλα προβλήματα στην Τουρκία παραμένουν ανοιχτά (μέσα σε αυτά και ο στρατός), το 47% υποχρεώνει τον Ερντογάν πλέον να μην προδώσει τον λαό της Τουρκίας. 


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]