Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνία - οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνία - οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

[Ελλάδα - Ευρώπη] Σχετικά με την Χρυσή Αυγή - Ακροδεξιά και νεοφιλελευθερισμός

Ομιλία στην Φλωρεντία το Νοέμβρη του 2013

Η είσοδος στο ελληνικό κοινοβούλιο ενός ναζιστικού κόμματος -της Χρυσής Αυγής- εντάσσεται στο ευρύτερο φαινόμενο της ανόδου της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, αποκαλύπτει ωστόσο και κάποιες ιδιαίτερες διαστάσεις της πολιτικής και οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Το ερώτημα που τίθεται αφορά τους λόγους για τους οποίους ένα ναζιστικό κόμμα, με συστατικό στοιχείο της οργάνωσής του τη βία, κατόρθωσε να ξεφύγει από τον περιθωριακό χαρακτήρα που επί χρόνια είχε και κέρδισε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Η Χρυσή Αυγή ιδρύθηκε το 1980, αλλά άρχισε να δραστηριοποιείται έντονα στη δεκαετία του ’90, στο πλαίσιο δύο προβλημάτων που υπερπροβλήθηκαν από τα ΜΜΕ ως μείζονος εθνικής σημασίας: το μακεδονικό και τους Βαλκάνιους μετανάστες, προβλήματα στα οποία η Αριστερά είχε θέσεις, ενώ τα αστικά κόμματα ήταν αμήχανα. Η Χρυσή Αυγή, παρά τις αιματηρές επιθέσεις εναντίον αριστερών και κυρίως μεταναστών, παρά τη διείσδυσή της στα σχολεία από τη δεκαετία του 2000 και μετά, δεν αποτέλεσε ποτέ αντικείμενο μιας σοβαρής κοινοβουλευτικής ή δικαστικής έρευνας. Όταν βάφτισε τον ναζισμό ελληνικό εθνικισμό της επετράπη η συμμετοχή της σε εκλογές, καταρχάς στις δημοτικές εκλογές της Αθήνας του 2010 και δύο χρόνια μετά, στις βουλευτικές εκλογές του 2012, όπου εκτινάχθηκε στα ύψη με ποσοστό σχεδόν 7% και στις δύο αναμετρήσεις.

Οι λόγοι για τους οποίους ένα ναζιστικό κόμμα απέκτησε τέτοια δυναμική στην ελληνική κοινωνία δεν οφείλονται γενικώς στην οικονομική κρίση, αλλά κυρίως στο κυρίαρχο, εθνικό και ευρωπαϊκό, αφήγημα για την κρίση, καθώς και στη διαχείρισή της. Σε αυτό το αφήγημα απέκτησε κεντρικό ρόλο η άκρα δεξιά. Καταρχάς, πριν από τη Χρυσή Αυγή, κοινοβουλευτικός εκφραστής της άκρας δεξιάς στην Ελλάδα ήταν από το 2000 και μετά το ΛΑΟΣ, ένα κόμμα, στο οποίο συσπειρώθηκε η κατακερματισμένη στη μεταπολίτευση ελληνική άκρα δεξιά, συμπεριλαμβανόμενων μάλιστα κατά καιρούς και κάποιων στελεχών της Χρυσής Αυγής. Ήδη από το 2008, αυτό το λαϊκιστικό, ακροδεξιό κόμμα –περιθωριακό μέχρι το 2007- άρχισε να κερδίζει κεντρικό ρόλο στο πολιτικό σύστημα. Ήταν η εποχή που στις μεγάλες ταραχές που ξέσπασαν στην Αθήνα και σε άλλα αστικά κέντρα, καταγράφτηκε στα πεζοδρόμια μια ριζοσπαστική μετατόπιση της ελληνικής κοινωνίας, η οποία υπέβοσκε από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και την οποία εξέφρασε ο ΣΥΡΙΖΑ. Σε όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης, που η διαιρετική τομή ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά ήταν κυρίαρχη και το ΠΑΣΟΚ ηγεμόνευε στον αριστερό χώρο, η Αριστερά συνιστούσε δύναμη ιστορικής εγγύησης της διαίρεσης. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν το ΠΑΣΟΚ οριστικοποίησε το ρόλο του, αυτόν του φορέα του νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα, άρχισε να δημιουργείται μια νέα διαίρεση: εκσυγχρονιστικού - αντιεκσυγχρονιστικού χώρου. Αυτός ο νέος εκσυγχρονιστικός χώρος, στον οποίο εντασσόταν τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η ΝΔ, δεν χώραγε η Αριστερά, αντιθέτως άνοιγε ο δρόμος για την ένταξη σε αυτόν ακροδεξιών κομμάτων.

Με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στα τέλη του 2009, στο εθνικό και ευρωπαϊκό αφήγημα περί κρίσης, το ακροδεξιό κόμμα ΛΑΟΣ απέκτησε ενισχυμένη αποστολή. Κι αυτό γιατί, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το αφήγημα για την κρίση συγκροτήθηκε αταξικά, με όρους εθνικής και όχι ταξικής ευθύνης. Στο πλαίσιο αυτού του αφηγήματος, η έννοια του πολίτη συρρικνώθηκε σε μια γενικόλογη έννοια κοινής, αταξικής ταυτότητας, ενώ η δημοκρατικότητα του κράτους ορίσθηκε με όρους όχι δέσμευσης για την εγγύηση των αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του πολίτη, αλλά με όρους αναπαραγωγής της «μυστικιστικής» ταυτότητας του έθνους και της ευρωπαϊκότητάς του. Το αφήγημα για την κρίση λοιπόν, κατά το οποίο υπεύθυνοι γι αυτήν ήταν οι πολίτες και τα δικαιώματά τους, προϋπέθετε και συνεπαγόταν την κατασκευή ενός νεοφιλελεύθερου εθνικισμού: η σωτηρία του έθνους (δηλαδή της ευρωπαϊκότητάς του) πάνω από όλα, κι αυτή τη σωτηρία την αναλαμβάνουν οι «άριστοι» -οι υπεύθυνοι εκφραστές της ευρωπαϊκής ταυτότητας του έθνους, ασχέτως αν αυτοί οι «άριστοι» ήταν οι ίδιοι που οδήγησαν την Ελλάδα στην κρίση. Στην Ελλάδα από το 2009 και μετά, ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε δυναμικά τον ιστορικό ρόλο της Αριστεράς: αυτόν της διαρκούς πάλης για τη διατήρηση των δικαιωμάτων του πολίτη, για τη διατήρηση του ίδιου του δημοκρατικού κράτους. Στο πλαίσιο αυτής της σκληρής μάχης, οι κυρίαρχες πολιτικές ελίτ αντεπιτέθηκαν με δύο τρόπους: πρώτον, συμμάχησαν με το ακροδεξιό ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση Λουκά Παπαδήμου (πρώην τραπεζίτη), προϊόν σύμπραξης ΠΑΣΟΚ, ΛΑΟΣ και ΝΔ. Δεύτερον, νομιμοποίησαν τον παλαιοεθνικισμό, αλλά και τον αντιμεταναστευτικό λόγο του ΛΑΟΣ, ως σωτήριο για την ευρωπαϊκότητα του έθνους λόγο. Πρόσφεραν έτσι το ιστορικό βάθος που ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός είχε ανάγκη. Το ΛΑΟΣ, δίνοντας εθνική ιστορικότητα στο νεοφιλελευθερισμό, έδινε ιστορική νομιμοποίηση στην αποπολιτικοποίηση της έννοιας του πολίτη, ιστορική νομιμοποίηση επίσης στο αντιμεταναστευτικό μένος που, στο όνομα της έκτακτης ανάγκης, εκφράσθηκε με «στρατόπεδα συγκέντρωσης» των μεταναστών, με αποκλεισμό τους από το δημόσιο σύστημα υγείας, κλπ.

Η άσκηση κρατικής, οριακά νόμιμης, βίας απέναντι στις μεγαλειώδεις διαδηλώσεις -έκφραση της νόμιμης αντίστασης και ανυπακοής των Ελλήνων- μετέτρεπε το κράτος, από πεδίο δημοκρατικής διαβούλευσης σε φορέα δύναμης και καταστολής. Τους δημοκρατικούς τρόπους λοιπόν αντίστασης και ανυπακοής η κυβέρνηση Παπαδήμου τις απονομιμοποιούσε με τη βία ως ακραίες και αντεθνικές, και τον ΣΥΡΙΖΑ ως ακραίο κόμμα. Σε αυτό το πλαίσιο, όπου η δημοκρατία υποδείχθηκε ως φορέας του προβλήματος, βρήκε χώρο για να δράσει ανοικτά η Χρυσή Αυγή. Ας σημειωθεί ότι αυτή ποτέ δεν πήρε μέρος σε καμιά διαδήλωση παρά μόνο στο πλευρό της Αστυνομίας εναντίον των διαδηλωτών. Συγχρόνως η κυβέρνηση που, προκειμένου να αποπροσανατολίσει τη δίκαιη οργή των πολιτών, ενέτεινε την πολιτική πογκρόμ κατά των μεταναστών, εξοικείωνε τους Έλληνες με την αντιμεταναστευτική-ρατσιστική δράση της Χρυσής Αυγής. Συγχρόνως η βιαιότητα της Χρυσής Αυγής –με την οποία η κυβέρνηση δεν ασχολήθηκε καθόλου- ήταν πολύ χρήσιμη για να κατασκευασθεί η θεωρία των δύο άκρων. Θεωρία που χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται με τον χυδαιότερο τρόπο για να περιθωριοποιηθεί, όχι η Χρυσή Αυγή βέβαια, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ. Μάλιστα αυτή η θεωρία βολεύει τη Χρυσή Αυγή αφού, μέσα από αυτή, το σύστημα την προίκισε με μια αντιμνημονιακή αποσκευή που δεν είχε και την έκανε πιο ελκυστική στα μάτια των ψηφοφόρων. Η εγκληματική, ρατσιστική, αντιδημοκρατική δράση λοιπόν της Χρυσής Αυγής ταυτίστηκε με τη δημοκρατική, αντικαπιταλιστική, και γι αυτό αντιμνημονιακή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ.

Ωστόσο όπως καταγράφτηκε στις κρίσιμες εκλογές του 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ, διεκδικώντας μια εναλλακτική εντολή διακυβέρνησης, επικαιροποίησε εκ νέου αλλά και εμβάθυνε την ιστορική διαίρεση ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά. Οι Έλληνες πολίτες ψήφισαν μετά από πάρα πολλά χρόνια απολύτως ταξικά, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να χωριστεί η Ελλάδα σε δύο χώρες: γεωγραφικά, ηλικιακά και οικονομικά. Μια Ελλάδα, ηλικίας μέχρι 55 χρονών, των μεγάλων αστικών κέντρων (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ηράκλειο και λοιπά) και των κοινωνικών ομάδων που επλήγησαν από την κρίση (άνεργοι, εργαζόμενοι στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, πτωχωποιημένοι μεσοαστοί, κλπ), και την οποία εξέφρασε ο ΣΥΡΙΖΑ με ποσοστό 27%. Και μια άλλη Ελλάδα γερασμένη ηλικιακά, πλούσια, χάρη στο πελατειακό σύστημα ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, που αισθάνθηκε ως απειλή την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτός ο δημοκρατικός, ταξικός «διχασμός», που επέβαλε ο ΣΥΡΙΖΑ, ανέτρεψε σε μεγάλο βαθμό τον εθνικό διχασμό που ήθελαν να επιβάλλουν οι νεοφιλελεύθερες δυνάμεις, και από τον οποίο επωφελήθηκε η Χρυσή Αυγή. Η τελευταία χρησιμοποίησε τον κυρίαρχο λόγο περί εθνικής καταστροφής στα δικά της συμφραζόμενα, και ανέλαβε απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ (και όχι δίπλα στον ΣΥΡΙΖΑ) να εκφράσει την εθνική οργή κατά των συστημικών πολιτικών δυνάμεων. Εδώ χρειάζεται να προσέξουμε λίγο: η Χρυσή Αυγή συνομίλησε με το κυρίαρχο σύστημα στη δική του γλώσσα, και όχι στη γλώσσα του ΣΥΡΙΖΑ, με την έννοια ότι στην εθνική, αταξική υπακοή του συστήματος αντέταξε την εθνική, αταξική οργή. Αποτέλεσε θα λέγαμε το μέσον για να περιοριστεί η ταξικότητα της ψήφου, αποτέλεσε την αντιπολιτευτική, βίαιη ως προς την έκφραση και τη δράση, εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού ωστόσο.

Στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2012, κυρίως κατά την περίοδο ανάμεσα στις δύο εκλογές, ζήσαμε στην Ελλάδα μια πρωτοφανή στα ιστορικά της δημοκρατικής Ευρώπης απροκάλυπτης παρέμβασης ευρωπαίων ηγετών και αξιωματούχων στην εσωτερική πολιτική ζωή. Με τον εκφοβισμό ότι η Ελλάδα θα εκδιωχθεί από την ευρωζώνη, αν οι Έλληνες ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ (όχι Χρυσή Αυγή), ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανιζόταν σε διαφημιστικά σποτ με την ελληνική σημαία να υποστέλλεται και την Ελλάδα κουρελιασμένη να βγαίνει από την ΕΕ. Σε αυτό το κλίμα ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδίκησε τη λαϊκή εντολή διακυβέρνησης, στο όνομα μιας αριστερής, δημοκρατικής ευρωπαϊκότητας των κοινωνιών σε αλληλεγγύη. Ενώ λοιπόν το κυρίαρχο ελληνικό, πολιτικό σύστημα, με την πλήρη στήριξη ηγετών και αξιωματούχων της ΕΕ, περιθωριοποιούσε τον ΣΥΡΙΖΑ ως ακραία, αντιευρωπαϊκή δύναμη, επειδή ήταν αντιμνημονιακή, και ενίσχυε τη θεωρία των δύο αντιευρωπαϊκών άκρων, η ψήφος των Ελλήνων πολιτών στον ΣΥΡΙΖΑ έδειξε ότι η ψήφος ήταν ευρωπαϊκή, επειδή ήταν αντιμνημονιακή. Με αυτή την έννοια ο ΣΥΡΙΖΑ καθόρισε την τομή ανάμεσα στην ταξικότητα της ευρωπαϊκής συνείδησης των πολιτών και στην νεοφιλελεύθερη αταξικότητα της ευρωπαϊκής ταυτότητας των εθνών. Η Χρυσή Αυγή από την άλλη μεριά, επωφελούμενη από την αταξική, εθνικιστική επί της ουσίας ευρωπαϊκότητα του νεοφιλελεύθερου συστήματος, διεκδίκησε ψήφο εθνικιστικού μίσους και οργής για την ταπείνωση που υφίσταται το έθνος εξαιτίας των εχθρών του, των σιωνιστών, των μεταναστών και των αριστερών. Αυτή η ψήφος εθνικιστικού μίσους και οργής στην Χρυσή Αυγή ανταποκρίνεται ακριβώς στην αντίφαση που δημιουργεί η νεοφιλελεύθερη, ευρωπαϊκή τάξη, αντίφαση εγγενή στον καπιταλισμό: ενώ κατασκευάζει βίαια έναν ομοιογενή πολιτικό-κοινωνικό χρόνο για όλα τα κράτη, αυτός είναι στο εσωτερικό του κατακερματισμένος σε πολλούς εθνικούς χρόνους, οι οποίοι ορίζονται ανταγωνιστικά ο ένας με τον άλλο, και σε δυναμική σύγκρουσης μεταξύ τους. Δεν υπάρχει πιο πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη της άκρας δεξιάς, αφού η σωτηρία του έθνους δεν εξαρτάται από τη δημιουργία θεσμών αλληλεγγύης και αμοιβαιότητας ανάμεσα στους ευρωπαίους πολίτες, αλλά από την κατασκευή μηχανισμών για την εξολόθρευση των εθνικών εχθρών.

Η Χρυσή Αυγή δεν είναι απλώς ένα αντισυστημικό, ναζιστικό κόμμα. Εκφράζει την πιο παραδοσιακή, αντιαριστερή δεξιά. Το σύνθημα «τιμή στους χίτες και ταγματασφαλίτες» (ευθεία αναφορά στον εμφύλιο πόλεμο) καταδεικνύει και το βασικό της αντίπαλο: τον ΣΥΡΙΖΑ. Η Χρυσή Αυγή λοιπόν διεκδικεί ένα μέρος της ιστορικής παράδοσης της δεξιάς, η οποία είχε ενσωματώσει όλη την ακροδεξιά, τόσο του εμφυλίου όσο και της δικτατορίας. Η κρίση της προσφέρει την ευκαιρία να απενοχοποιήσει τις φασίζουσες, εθνικιστικές και αντιαριστερές νοοτροπίες που υπήρχαν στην Ελλάδα, κρυμμένες πίσω από τη Δεξιά. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις εκλογές του 2012 τα μεγάλα ποσοστά της ήταν στις παραδοσιακά, σκληρά δεξιές περιοχές, ενώ ως λαϊκιστικό ακροδεξιό κόμμα διείσδυσε είτε σε περιοχές που εξαθλιώθηκαν από την κρίση,  είτε σε μικροαστικά στρώματα τα οποία καθημερινά εξαθλιώνονται. Η Χρυσή Αυγή, χρησιμοποιώντας τα εντυπωσιακά και σοκαριστικά στοιχεία του ναζισμού, προσπαθεί να επιβληθεί επικοινωνιακά και κοινωνικά ως δύναμη «εκκαθάρισης» του πολιτικού συστήματος και της κοινωνίας από τους εχθρούς της. Ο στόχος λοιπόν είναι να κερδίσει μια θέση ως ριζοσπαστικό, ακροδεξιό κόμμα στη θέση της ανίκανης γι αυτούς δεξιάς που ταπείνωσε τους Έλληνες και επέτρεψε στον αιώνιο εχθρό, στην Αριστερά να σηκώσει κεφάλι.

Η πολιτική απάντηση στην άνοδο της Χρυσής Αυγής, αλλά και της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, δεν είναι η συγκρότηση ενός ενιαίου αντιφασιστικού μετώπου από όλες τις «δημοκρατικές δυνάμεις». Αυτό το μέτωπο, με το οποίο η διαιρετική τομή δεξιάς-αριστεράς μεταλλάσσεται σε τομή δημοκρατών-φασιστών, θα παίξει το ρόλο του αριστερού «πλυντηρίου» του νεοφιλελευθερισμού. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε κατά τη γνώμη μου μοιραίο πολιτικό λάθος που θα εκτίνασσε στα ύψη την ακροδεξιά και θα υπονόμευε τον ΣΥΡΙΖΑ. Η δημιουργία ενός αταξικού μετώπου, την περίοδο που το πρόβλημα για τις κοινωνίες είναι κατεξοχήν ταξικό, θα καθιστούσε την Αριστερά μέρος του προβλήματος. Η ευρωπαϊκή Αριστερά, σε εθνικό επίπεδο καταρχάς, πρέπει να διεκδικεί θεσμικά και κοινωνικά την απομόνωση της δράσης και της επιρροής της άκρας δεξιάς. Να διεκδικεί δηλαδή την ενεργοποίηση των θεσμών και των μηχανισμών του κράτους, της Αστυνομίας και της Δικαιοσύνης, όταν αυτές αδρανούν όπως στην Ελλάδα, εναντίον της εγκληματικής δράσης μελών αυτών των κομμάτων. Να συγκροτεί επίσης σε κοινωνικό επίπεδο, δίκτυα αλληλεγγύης για τους πληθυσμούς που πλήττονται δραματικά από την κρίση. Το σημαντικότερο ωστόσο είναι η διεκδίκηση διαμόρφωσης μιας ουσιαστικής, δημοκρατικής μεταναστευτικής πολιτικής. Για τον ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, αλλά και για την ευρωπαϊκή Αριστερά το μεταναστευτικό συνιστά ένα μείζον πολιτικό ζήτημα, γιατί είναι ζήτημα κοινωνικής πάλης αλλά και μάχης κατά του εθνικισμού και του ρατσισμού. Με τη διεκδίκηση ενός νέου νόμου περί υπηκοότητας στην Ελλάδα ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να διεκδικήσει τον επαναπροσδιορισμό, ταξικά και ιδεολογικά, του έθνους, της ίδιας της έννοιας της ρεπουμπλίκ.
Σε πολιτικό επίπεδο η Αριστερά, απέναντι στη νεοφιλελεύθερη λογική της άσκησης της πολιτικής από τους «άριστους», είναι καιρός πλέον να διεκδικήσει την ενίσχυση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με θεσμούς άμεσης δημοκρατίας, όπως είναι το λαϊκό δημοψήφισμα ή η ανάκληση των αιρετών πολιτικών στελεχών. Η ταξική πάλη πρέπει να αποτυπωθεί δημοκρατικά, με την έννοια ότι η κοινωνία που πλήττεται από την κρίση πρέπει να εμπλακεί άμεσα στην πολιτική. Σε επίπεδο κατεξοχήν ευρωπαϊκό, η Αριστερά πρέπει να διεκδικήσει δυναμικά ένα άλλο ευρωπαϊκό αφήγημα για την κρίση, μια άλλη κατά συνέπεια συγκρότηση της ΕΕ. Είναι καιρός θεωρώ να συνειδητοποιήσουμε ότι η νεοφιλελεύθερη «αυτοκρατορική» δομή της ΕΕ ευνοεί την άνοδο ακροδεξιών κομμάτων. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι μόνο αυτό της συγκροτημένης σε ευρωπαϊκό επίπεδο αριστερής αντίστασης στα οικονομικά μέτρα, αλλά διεκδίκησης θεσμικών αλλαγών για μια ΕΕ των κοινωνιών σε αλληλεγγύη και όχι των εθνών σε σύγκρουση μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, το θέμα εθνική κυριαρχία, έθνος-κράτος, ευρωπαϊκή άσκηση πολιτικής εξουσίας, κλπ., πρέπει να μπουν στην ημερήσια διάταξη της ευρωπαϊκής αριστερής ατζέντας. Θα κλείσω λέγοντας ότι αφήσαμε ως Αριστερά τον ηγεμονικό λόγο για έννοιες όπως ρεπουμπλίκ, έθνος, Ευρώπη στις αστικές δυνάμεις. Για να σπάσουμε το κυρίαρχο ευρωπαϊκό αφήγημα περί κρίσης που συγκροτήθηκε πάνω στη διαίρεση Βορρά-Νότου, μια διαίρεση που αναπαράγεται σε εθνικό επίπεδο με τη διαίρεση ντόπιοι και ξένοι, είμαστε υποχρεωμένοι να διεκδικήσουμε την ηγεμονία του προσδιορισμού του περιεχομένου αυτών των κρίσιμων εννοιών.


Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

[Κύπρος - λιτότητα] Παλιό κοστούμι με νέα ραφή

Η Κύπρος εδώ και κάποιες μέρες βρίσκεται στη δίνη μιας –νέας ως προς την αντιμετώπισή της, κοινής ωστόσο ως προς τις συνέπειές της– κρίσης. Ωστόσο η αντιμετώπιση της κυπριακής κρίσης, όσο νέα κι αν είναι, εγγράφεται σε μια ενιαία διαδικασία συγκεντρωτισμού της ευρωπαϊκής εξουσίας με την επιβολή νέων κανόνων, από τη Γερμανία κυρίως. Η διαδικασία συγκεντρωτισμού της ευρωπαϊκής εξουσίας εγκαινιάστηκε μέσα στην κρίση, ωστόσο δεν μπορεί να ερμηνευτεί πλέον ούτε με αρχαϊσμούς που παραπέμπουν στο σκοτεινό παρελθόν της χώρας αυτής ή στις θρησκευτικές ρίζες (προτεσταντισμός) της καγκελαρίου της Άνγκελα Μέρκελ, ούτε με συνωμοσιολογικούς, εθνικιστικούς ή εύκολα πατριωτικούς τρόπους. Η κυπριακή κρίση δεν μας επιτρέπει αφέλειες. Αντιθέτως, μας δίνει τη δυνατότητα να φτιάξουμε πλέον μια τυπολογία της αντιμετώπισης της κρίσης.
  
Ο πολιτισμός της λιτότητας, προϋπόθεση για την ηγεμονία της Γερμανίας στην Ευρώπη

Η Γερμανία προτείνει και επιβάλλει, χωρίς αντιστάσεις προς το παρόν, έναν νέο ευρωπαϊκό πολιτισμό, τον πολιτισμό της σκληρής λιτότητας, με στόχο τον εξορθολογισμό των στρεβλώσεων που παρήγαγε, κυρίως στα αδύναμα κράτη, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός της προόδου: τους ανορθολογικούς τρόπους διακυβέρνησης (Ελλάδα) ή τα ανορθολογικά χρηματοπιστωτικά συστήματα (Κύπρος), καθώς επίσης τον ανορθολογικό υπερκαταναλωτισμό σε βάρος της παραγωγικότητας και της ανάπτυξης. Ένας τέτοιος εξορθολογισμός ωστόσο θα προϋπέθετε την εμβάθυνση των ορθολογικών κανόνων: κατεξοχήν της δημοκρατίας, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, εμβάθυνση που θα οδηγούσε στη χειραφέτηση των κοινωνιών από αυτούς που τις εκμεταλλεύονται σε εθνικό-ευρωπαϊκό επίπεδο και στην απελευθέρωση από την τυραννία της ευδαιμονίας στο παρόν. Αντιθέτως, ο πολιτισμός της σκληρής λιτότητας οικοδομεί, μέσα από την ανορθολογική ακύρωση όλων των ορθολογικών κανόνων, μια Ευρώπη-πεδίο τριπλής εξάρτησης και υποταγής των κοινωνιών: στα εθνικά κράτη, στην ευρωπαϊκή ηγεσία και τους εθνικούς ή γεωστρατηγικούς ανταγωνισμούς. Μιας Ευρώπης όχι απελευθερωμένης από το παρόν αλλά απολύτως υποταγμένης σε αυτό. Η κυπριακή κρίση –επειδή ακριβώς συνιστά ιστορική τομή, και όχι μόνο ως προς την αντιμετώπισή της όπως θα φανεί παρακάτω– μας δίνει πλέον τη δυνατότητα να αποκωδικοποιήσουμε τις αρχές, τις μεθόδους και τη ρητορεία επιβολής του νέου πολιτισμού χάρη στον οποίο η Γερμανία εγκαθιστά πολιτική και οικονομική ηγεμονία.
 
Αυτός ο νέος πολιτισμός είναι παλιός ως προς τις μεθόδους και τη ρητορεία με την οποία διακινείται. Είναι ο πολιτισμός τής κατ’ επίφαση δημιουργίας ενός νέου ορθολογικού οικοδομήματος, όπου ακυρώνονται με ανορθολογικό τρόπο οι παλιοί κανόνες στο όνομα της κατεπείγουσας ανάγκης για θέσπιση νέων. Αυτή την παλιά μεθοδολογία τη χρησιμοποίησαν κάποτε τα ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη όταν, στο όνομα του νέου τότε πολιτισμού της προόδου, επέβαλαν βίαια και ανορθολογικά στις αποικίες τους νέους κανόνες, ομογενοποιώντας, στο όνομα του κατεπείγοντος του παρόντος, τους τοπικούς χρόνους (παρελθόν, παρόν και μέλλον). Με αυτή την ανορθολογική ομογενοποίηση «κατασκεύασαν» την κατακερματιστική κατηγοριοποίηση των λαών σε πολιτισμένους και απολίτιστους, και των κοινωνιών στο εσωτερικό τους σε ιδιαίτερες μεταξύ τους κοινότητες. Ο νέος πολιτισμός της λιτότητας δεν ξεφεύγει από αυτή τη μέθοδο. Η Κύπρος αντιμετωπίστηκε σαν μια επικίνδυνη ιδιαιτερότητα, μια «ανωμαλία», για τη διόρθωση της οποίας απαιτείτο η βίαιη ακύρωση του χρόνου της μέσα από την επιβολή ενός νέου υγιούς κανόνα. Η Κύπρος βεβαίως είχε ένα υπερτροφικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο διαμορφώθηκε εξαιτίας των ιστορικών και γεωστρατηγικών ιδιαιτεροτήτων της και παρήγαγε διαπλοκή ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και την τραπεζική ελίτ. Ωστόσο είναι επίσης γνωστό ότι χάρη σε αυτό το σύστημα η Κύπρος εντάχθηκε πανηγυρικά στην Ευρωζώνη, τότε που ακόμη δοξαζόταν ο πολιτισμός των φορολογικών παραδείσων. Η ακύρωση λοιπόν του χρόνου της, αλλά και του παλιού κανόνα χάρη στον οποίο εντάχθηκε στην Ευρωζώνη, θα απαιτούσε τη δημοκρατική διαβούλευση σε εθνικό επίπεδο αλλά και ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Διαβούλευση που θα επέτρεπε την ομαλή και δημοκρατική εναρμόνιση των εθνικών κανόνων όλων των κρατών (όχι μόνο της Κύπρου) στον ευρωπαϊκό, χωρίς να κινδυνεύσει ένα κράτος με καταστροφή. Θα επέτρεπε επίσης τη συνειδητοποίηση και τη χειραφέτηση της κοινωνίας από ένα σύστημα βαθιάς εξάρτησης από διαπλεκόμενα τοπικά δίκτυα.

Η κυπριακή κοινωνία όμως τιμωρείται παραδειγματικά, αφού της επιβλήθηκε μια ασύμμετρη προς την κρίση που αντιμετώπιζε η χώρα ποινή, την οποία είναι υποχρεωμένη να εκτίσει προκειμένου να κερδίσει το «έπαθλο» της παρούσας σωτηρίας της (μη χρεοκοπία), η οποία κρίνεται ως αγαθό υπέρτερο της δημοκρατίας. Αυτή η ασύμμετρη προς το πρόβλημα τιμωρία της Κύπρου αποτελεί την ιστορική τομή, κατά τη γνώμη μου, στην αντιμετώπιση της κρίσης. Η χώρα αυτή, σε αντίθεση με την Ελλάδα και το μεγάλο δημόσιο χρέος, θα μπορούσε –όπως έξοχα έδειξε ο Σταύρος Τομπάζος στο άρθρο του (Εποχή, 24.3.2013)– να εξυγιάνει το χρηματοπιστωτικό της σύστημα χωρίς να υποχρεωθεί να αποδεχτεί μνημόνιο και τρόικα, χωρίς δηλαδή τη φτωχοποίηση της κοινωνίας. Θεωρώ ότι η σκληρή τιμωρία που επιβλήθηκε στην Κύπρο, μέσα από τη βίαιη ακύρωση ενός παλιού κανόνα στο όνομα του κατεπείγοντος, είχε ακριβώς ως στόχο την εμβάθυνση της κρίσης, σε βαθμό τέτοιο που να δικαιολογεί τη βίαιη ενσωμάτωση και υποταγή της χώρας στον πολιτισμό της λιτότητας.
 
Η Κύπρος δεν τιμωρήθηκε λόγω της συνωμοτικής πολιτικής της Γερμανίας με στόχο τους ενεργειακούς πόρους της Κύπρου. Τιμωρήθηκε γιατί ήταν ο εύκολος στόχος, προκειμένου να δοκιμάσει η Γερμανία το «σπάσιμο» ενός άλλου, παλιού κανόνα-φετίχ του κάποτε ευρωπαϊκού πολιτισμού, «σπάσιμο» που δημιουργεί προηγούμενο για την επιβολή του πολιτισμού της λιτότητας και σε άλλες χώρες της Ε.Ε., όταν αυτό χρειαστεί. Η Κύπρος λοιπόν δεν τιμωρήθηκε σκληρότερα εξαιτίας του «όχι» της κυπριακής Βουλής. Αντιθέτως, η αδιαφορία του Eurogroup στην απόφαση του εθνικού, αντιπροσωπευτικού οργάνου εντάσσεται στο πλαίσιο της ιδεολογικής τύφλωσης των ευρωπαϊκών ηγεσιών να κατανοήσουν τι σημαίνει η θέσπιση νέων κανόνων μέσα από τη βίαιη ακύρωση της δημοκρατίας στο όνομα του κατεπείγοντος εξαιτίας μιας «εθνικής ανωμαλίας». Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τι σημαίνει για όλη την Ευρώπη –και για τον Βορρά– όταν ένα κράτος μονοπωλεί, στο όνομα του παρόντος, την αποϊδεολογικοποίηση και την αποϊστορικοποίηση των τοπικών χρόνων, επομένως και του ευρωπαϊκού.

Ένα μόνιμο λάθος το οποίο κάνουμε για να διαβάσουμε την αντιμετώπιση της κρίσης είναι –κατά τη γνώμη μου– ότι υιοθετούμε την άποψη πως με αυτήν πλήττονται ειδικά οι χώρες του «Νότου» ή, τώρα με την Κύπρο, ο ελληνισμός. Αυτή η ανάγνωση συσκοτίζει μια πιο σύνθετη πραγματικότητα: ο νέος πολιτισμός της λιτότητας επιβάλλεται από την ηγεμονική δύναμη καταρχήν στις πιο «ευάλωτες χώρες», σε αυτές που τα αληθοφανή στοιχεία είναι πολλά, ώστε να επιτρέπουν τον κατακερματισμό της ευρωπαϊκής κρίσης και την κατ’ εξαίρεση ακύρωση των παλιών κανόνων. Μόνο που αυτή η κατ’ εξαίρεση ακύρωση των κανόνων εξοικειώνει την Ευρώπη με την αντίληψη ότι όλοι οι παλιοί κανόνες, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της δημοκρατίας, συνιστούν αρχαϊκότητες του παρελθόντος. Μέχρι αυτή τη στιγμή, η Γερμανία έχει κατορθώσει να επιβάλει τον πολιτισμό της λιτότητας ως τον μοναδικό αποδεκτό ευρωπαϊκό πολιτισμό, έναν πολιτισμό από τον οποίο επωφελούνται σε εθνικό επίπεδο οι ηγεσίες των κρατών-μελών που συμμερίζονται την ιδεολογία της ηγεσίας της Γερμανίας. Όμως η εξοικείωση με την αντίληψη ότι η δημοκρατία είναι αρχαϊκότητα απέναντι στον νεωτερισμό του ευρωπαϊκού αγαθού, θέτει ακόμη και τα ισχυρά κράτη του Βορρά σε κίνδυνο.

Αυτές τις μέρες αναφέρθηκε κατ’ επανάληψη ότι το «κούρεμα» των καταθέσεων αφορά μόνο την Κύπρο και δεν πρόκειται να εφαρμοστεί αλλού. Αυτή η ιδιαίτερη τιμωρία, αποτέλεσμα της «εθνικής ιδιαιτερότητας», δημιουργεί την ψευδαίσθηση της συναπόφασης, την ψευδαίσθηση ότι δεν παραβιάζονται οι κανόνες, κυρίως αυτός της δημοκρατίας, αλλά ότι η εξαίρεση –η εθνική εξαίρεση– απαιτεί εξαιρετική αντιμετώπιση. Συγχρόνως, επειδή τα χαρακτηριστικά της εθνικής ιδιαιτερότητας (κυπριακό χρηματοπιστωτικό σύστημα) διαβάζονται αποκομμένα από το περιβάλλον στο οποίο διαμορφώθηκαν, δημιουργούν νέες πολιτισμικές, αποϊδεολογικοποιημένες κατηγοριοποιήσεις που συσκοτίζουν τις ιδεολογικές αναφορές της ηγεμονίας που χτίζεται σε βάρος των κοινωνιών της Ευρώπης. Για παράδειγμα, αν οι Κύπριοι ευημερούσαν χάρη στο βρόμικο χρήμα ή οι τεμπέληδες Έλληνες χάρη στα χρήματα των άλλων Ευρωπαίων, είναι καιρός να εκπολιτιστούν. Με αυτό τον τρόπο ο ευρωπαϊκός χώρος χωρίζεται σε «έθνη-κοινότητες», σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, των οποίων η επιβίωση εξαρτάται είτε από το κατά πόσο έχουν προνομιακές σχέσεις με τον κυρίαρχο είτε από το κατά πόσο μπορούν να κλειστούν σε έναν δικό τους «κλειστό», εχθρικό προς τον έξω κόσμο –κυρίως τον γείτονα– πολιτισμό, που οικοδομείται γύρω από αρχαϊκές, συντηρητικές εξουσίες.

Επί αποικιοκρατίας, όταν επιβαλλόταν βίαια, στο όνομα του πολιτισμού, μια κατακερματιστική σε κοινότητες νεωτερικότητα, αυτή αντί να οδηγεί σε ανατροπές, στη χειραφέτηση δηλαδή των ντόπιων κοινωνιών από τις ντόπιες αρχαϊκές-αυταρχικές εξουσίες, τις υπέτασσε σε αυτές. Οι τελευταίες είτε επιβάλλονταν στην κοινότητά τους μέσα από τις προνομιακές τους σχέσεις με την αποικιακή εξουσία, είτε στο πλαίσιο της κοινότητάς τους ως φορείς μιας «εθνικής νεωτερικότητας» που θα έσωζε την κοινότητα από την ισοπεδωτική νεωτερικότητα της κυρίαρχης εξουσίας και από την αντίπαλη κοινότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και σήμερα μεγάλο μέρος του πρώην αποικιοκρατούμενου κόσμου δεν μπορεί να απελευθερωθεί είτε από αυταρχικές εξουσίες (συνήθως θρησκευτικές), που απέκτησαν πολιτική ισχύ χάρη στην ανορθολογική κατηγοριοποίηση των κοινωνιών, είτε από άλλες εξαρτήσεις και προβλήματα. Ο κατακερματισμός απέτρεψε τότε τη χειραφέτηση της κοινωνίας στη βάση κοινωνικών διεκδικήσεων, πολιτικών αιτημάτων και ιδεολογικών αντιπαλοτήτων που θα απειλούσαν την αποικιακή εξουσία αλλά και τις ντόπιες αυταρχικές εξουσίες. Αντιθέτως, γέννησε τον «εθνοθρησκευτικό» ανταγωνισμό ανάμεσα στον ντόπιο πληθυσμό.

Η Γερμανία λοιπόν χρησιμοποιεί τα τελευταία χρόνια αποικιακές μεθόδους, χωρίζοντας την Ευρώπη σε «έθνη-κοινότητες», σε «εθνικές ιδιαιτερότητες», και επιβάλλει έτσι μια κατακερματισμένη και ανταγωνιστική εθνικιστικά ευρωπαϊκότητα. «Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα κινδυνεύει από τις ατίθασες, απειθάρχητες, εθνικά οριοθετημένες κοινωνίες», κατά το γερμανικό αξίωμα. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες λοιπόν δεν ορίζονται πολιτικά και ιδεολογικά, με σεβασμό στις εθνικές ιδιαιτερότητές τους, στην πολιτική τους αυτονομία ή και στην ενοποιητική δυναμική των κοινών, ταξικά οριοθετημένων διεκδικήσεών τους, αλλά ως αταξικές κοινότητες.

Το κράτος-έθνος ως πεδίο ταξικής πάλης και δημοκρατικών διεκδικήσεων, ως πεδίο συγκρότησης διεθνικής (ευρωπαϊκής) συνείδησης, ως πεδίο χειραφέτησης και ελευθερίας της κοινωνίας αποδομείται προς όφελος ενός κράτους-έθνους αταξικού και αποϊδεολογικοποιημένου, μοχλού βίαιης προσαρμογής στον νέο πολιτισμό. Αυτός ο εθνικιστικός κατακερματισμός πάνω στον οποίο θεμελιώνεται ο πολιτισμός της λιτότητας είτε αναπαράγει την εξουσία διεφθαρμένων πολιτικών που ευθύνονται για την κρίση αλλά δρουν ως φορείς του νέου πολιτισμού –επομένως ως επαρκείς μηχανισμοί «σωφρονισμού» της κοινωνίας–, είτε συμβάλλει στη νομιμοποίηση «κλειστών», αρχαϊκών, ακραίων δυνάμεων, απειλητικών για το ίδιο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα (Χρυσή Αυγή, για παράδειγμα).
 
Ο πολιτισμός της κατακερματιστικής λιτότητας, τον οποίο επιβάλλει μέσω της Ε.Ε. η Γερμανία, δεν οδηγεί σε παραγωγικότητα και αποτροπή της ευρωπαϊκής κρίσης. Αντιθέτως, με αυτόν χρησιμοποιεί την Ευρωζώνη σαν το ισχυρό διαπραγματευτικό της χαρτί στο παγκόσμιο νεοφιλελεύθερο σύστημα. Οι κοινωνίες της Ευρώπης, όπως οι κάποτε κοινότητες της αποικιοκρατίας, εισάγονται βίαια στην παγκόσμια νεοφιλελεύθερη αγορά με διαύλους ντόπιες εξουσίες και τον κανόνα του κατεπείγοντος, έναν κανόνα βάσει του οποίου ακόμη και τα κράτη του «Βορρά» χάνουν σταδιακά την αυτονομία τους, ενώ οι κοινωνίες χάνουν όχι μόνο τα δικαιώματά τους αλλά και τους πολιτικούς θεσμούς χειραφέτησης και ελευθερίας τους. Με άλλα λόγια, η Γερμανία αναπτύσσει έναν σκληρό «αυτοκρατορικό, νεοφιλελεύθερο εθνικισμό» του οποίου το κύριο χαρακτηριστικό είναι ο φόβος για το αύριο.

Ο νέος πολιτισμός βασίζεται λοιπόν στην αυθαίρετη ομογενοποίηση του χρόνου –του παρελθόντος και του μέλλοντος– των κοινωνιών της Ευρώπης στο όνομα του παρόντος. Στο όνομα της κυρίαρχης πλέον παροντολογίας –»πάρτε αυτά τα μέτρα για να μη χρεοκοπήσετε τώρα, για να σωθείτε σήμερα»– θυσιάζεται το παρελθόν των εθνικών ιδιαιτεροτήτων, των συγκρούσεων για κοινωνικά δικαιώματα, για δημοκρατία και χειραφέτηση, το παρελθόν των αιματηρών αγώνων για δημοκρατία στην Ευρώπη, θυσιάζεται το μέλλον των ευρωπαϊκών κοινωνιών –νέοι χωρίς προοπτική σύνταξης, ανασφάλιστοι και με επισφαλείς συνθήκες εργασίας–, θυσιάζεται επίσης η κοινωνική συνοχή και η ειρήνη σε βάθος χρόνου. Αυτός ο χρόνος του παρόντος που ισοπεδώνει την εθνικά, ταξικά και ιδεολογικά συγκρουσιακή συγκρότηση του παρελθόντος μέσα από την οποία γεννήθηκε στις κοινωνίες η ελπίδα για να διεκδικήσουν τη χειραφέτηση, την ελευθερία και την ισότητά τους, υπονομεύει το όραμα για το μέλλον. Ένα όραμα που θα οδηγεί σε μια δημοκρατική συνείδηση για την Ευρώπη. Χωρίς όμως αυτή την ελπίδα για το μέλλον δεν μπορεί να υπάρχει Ε.Ε., γιατί στοιχείο του ευρωπαϊκού πολιτισμού ήταν η ελπίδα για το μέλλον.

«Οι αδελφοί μας οι Κύπριοι» ή διεκδίκηση μιας άλλης Ευρώπης;

Η τιμωρία που επιβλήθηκε στην Κύπρο ξεσήκωσε μεγάλη αντίδραση κατεξοχήν στην Ελλάδα. Οι αντιδράσεις –αν εξαιρέσουμε την ελληνική κυβέρνηση που, όπως αναμενόταν, ταυτίστηκε πλήρως με την ευρωπαϊκή ηγεσία– εκφράζονται κυρίως με γνώμονα την εθνική συγγένεια και στη βάση των κινδύνων που απειλούν τον ελληνισμό. Αυτές οι αντιδράσεις ωστόσο δεν θεμελιώνουν σε βάθος χρόνου ευρωπαϊκή αντίσταση, ούτε βέβαια υπονομεύουν τη γερμανική ηγεμονία. Αντιθέτως, επιβεβαιώνουν την αντίληψη περί κρίσης-εθνικής ιδιαιτερότητας.

Τουλάχιστον η Αριστερά πρέπει να γίνει φορέας στρατηγικής αντίστασης σε ευρωπαϊκό επίπεδο απέναντι στον πολιτισμό της λιτότητας και ό,τι αυτός συνεπάγεται. Αυτό προϋποθέτει την άμεση απαγκίστρωση από τη συγκυρία –από την παροντολογία– και τη διεκδίκηση του παρόντος, στο πλαίσιο ενός παρελθόντος που γέννησε μια άλλη ελπίδα για πρόοδο (ούτε εθνικιστική ούτε βάρβαρου ανταγωνισμού), και ενός μέλλοντος που για να υπάρξει απαιτείται η θέσπιση νέων κανόνων με εμβάθυνση σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο του μοναδικού ορθολογικού κανόνα: της δημοκρατίας.
 
Η Κύπρος λοιπόν μας βοηθά πλέον να κατανοήσουμε και τις στρατηγικές αντίστασης στην επιβολή του νέου πολιτισμού. Το «όχι» της κυπριακής Βουλής δεν ήταν αρκετό για αντίσταση, όχι όμως επειδή αυτό, όπως έσπευσαν να πανηγυρίσουν κάποιοι δικοί μας, ήταν άχρηστο και οδήγησε σε μεγαλύτερη τιμωρία. Αλλά επειδή δεν θεμελιώθηκε ούτε σε μία ουσιαστική αποκωδικοποίηση του ευρωπαϊκού παρόντος ούτε στη βάση μιας πρότασης για ένα άλλο μέλλον, σχεδιασμένο δημοκρατικά και εμπνευσμένο από ένα όραμα που θα περιορίζει στο εξής τον εθνικό, «φορολογικό παράδεισο». Μόλις έναν χρόνο πριν, η κυπριακή Βουλή, με την πλειοψηφία των κομμάτων που στήριξαν φέτος την προεδρία του Αναστασιάδη, καταψήφισε την επιβολή του εταιρικού φόρου που ήθελε να επιβάλει η προεδρία Χριστόφια σε μια προσπάθεια ελέγχου του φορολογικού παραδείσου. Αντί να στηρίξουν λοιπόν τον τότε πρόεδρο σε κάτι που φαινόταν από τότε ότι θα περιόριζε την καταστροφή, προτίμησαν να μη διαρρήξουν τις προνομιακές σχέσεις με το χρηματοπιστωτικό σύστημα το οποίο έχει βαθιές ιστορικές και πολιτικές ρίζες στην Κύπρο. Οι ευθύνες σε εθνικό επίπεδο για τον εκμαυλισμό, την αποχαύνωση και την εγκατάλειψη των κοινωνιών, ανοχύρωτων απέναντι στην επιβολή του πολιτισμού της λιτότητας, είναι τεράστιες. Το μοναδικό σχέδιο που είχε η Κύπρος μετά το «όχι» ήταν η προσφυγή στη Ρωσία, σαν να μην εμπλέκεται η χώρα αυτή στα γρανάζια του νεοφιλελευθερισμού, σαν να μη δημιουργεί εξαρτήσεις και όρους υποταγής, πιθανότατα και χειρότερους από την ίδια την Ευρωζώνη.

Από την άλλη μεριά, ούτε οι υδρογονάνθρακες έσωσαν την Κύπρο, παρά το γεγονός ότι η μελλοντική αξιοποίησή τους θα μπορούσε να αποτελέσει σωσίβιο σωτηρίας. Δεν ήταν αυτοί βέβαια ο στόχος για τον οποίο επιβλήθηκε βίαια ο πολιτισμός της λιτότητας στην Κύπρο. Παρ’ όλα αυτά, η οικονομική κρίση αυξάνει τους γεωστρατηγικούς κινδύνους, πολύ περισσότερο επειδή με την ανακήρυξη της Α.Ο.Ζ. η Κύπρος «ανοίχτηκε» σε συμμαχίες τακτικισμού που φαίνονταν ισχυρές εκείνη την εποχή –η συμμαχία με το Ισραήλ– αλλά ανίσχυρες σήμερα που τα δεδομένα της περιοχής αλλάζουν και πάλι. Η συμμαχία με αυτό το κράτος –σε εχθρική κατάσταση τότε με την Τουρκία– έμοιαζε να εξασφαλίζει το ενεργειακό, οικονομικό και στρατηγικό μέλλον της Κύπρου. Ξέχασε όμως η Κύπρος ότι το γεωστρατηγικό της πρόβλημα το δημιουργεί η μη λύση του Κυπριακού, κι αυτό επειδή την καθιστά ευάλωτη όχι μόνο στην πολιτική της Τουρκίας αλλά κυρίως στη ρευστότητα των συγκρούσεων της Μέσης Ανατολής.

Η λύση του Κυπριακού σύμφωνα με τις αποφάσεις του Ο.Η.Ε. και με τη συναίνεση των δύο κοινοτήτων συνιστά τη μοναδική προοπτική για τον περιορισμό των κινδύνων που οφείλονται στη γεωστρατηγική της θέση, καθώς και για την προστασία του ενεργειακού της μέλλοντος. Η Κύπρος αλλά και η Ελλάδα, αν θέλουν να ξαναοραματιστούν το μέλλον τους, οφείλουν καταρχήν να αποφασίσουν για το «ποιοι είμαστε» –ένας ενιαίος ελληνισμός ή πολίτες δύο ξεχωριστών, ευρωπαϊκών κρατών στη δίνη της λιτότητας;– καθώς και για το «ποια δεσμά μας ενώνουν». Οφείλουμε δηλαδή να ξαναδιαβάσουμε προσεκτικά και με άλλον τρόπο τη θέση μας στη γειτονιά μας καταρχήν, για να μπορέσουμε να δούμε και τη θέση μας στην Ευρώπη και τον κόσμο. Ζούμε σε μια εποχή μεγάλης ιστορικής μετάβασης, και σε τέτοιες εποχές επιβιώνουν τα κράτη που έχουν το θάρρος να ξαναοραματιστούν τον εαυτό τους όχι με τα παλιά γνώριμα εργαλεία, εκείνα που τα οδήγησαν σε «υποταγή», αλλά με αυτά που θα οδηγήσουν την κοινωνία τους σε χειραφέτηση.


Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

[Τουρκία] Ένα παράδειγμα νεοφιλελεύθερου εθνικισμού: η Τουρκία του Ερντογάν

Ένα από τα σημαντικά χτυπήματα που καταφέρει η οικονομική κρίση δεν είναι μόνο ότι στερεί την αξιοπρέπεια και την υπερηφάνεια μιας κοινωνίας, αφήνοντάς την έρμαιο στα χέρια είτε πολιτικών δυνάμεων που διαχειρίζονται ως ιεραπόστολοι την κρίση –για να μην έρθει η κόλαση– είτε φασιστικών μορφωμάτων που επωφελούνται για να παίξουν τον ρόλο του Μπάτμαν. Είναι και ότι την εγκλωβίζει στα προβλήματά της, στερώντας της το δικαίωμα να οραματίζεται τον εαυτό της σε σχέση με τον κόσμο γύρω της. Αυτή η εσωστρέφεια, την οποία υποδαυλίζουν πολιτικές και μιντιακές ελίτ που αναπαράγουν την εξουσία τους μέσα από τον φόβο και τον επαρχιωτισμό («να κάνουμε αυτό, για να είμαστε Ευρωπαίοι») αποκόπτει την κοινωνία από την επαφή με τον κόσμο στον οποίο ανήκει, της στερεί το δικαίωμα να διεκδικεί δυναμικά το μέλλον της. Τη γνώση και το πεπρωμένο της κοινωνίας το αναλαμβάνουν προνομιακά και αδιαφανώς πολιτικές και πνευματικές ελίτ οι οποίες, όπως διαχειρίζονται την οικονομική κρίση, διαχειρίζονται και την ένταξη μιας αποκαμωμένης από τα προβλήματα κοινωνίας στον κόσμο γύρω της: μέσα από μια διαδικασία υποταγής στο όραμα ενός νέου κόσμου που άλλοι ετοίμασαν γι’ αυτήν.

Στον άμεσο περίγυρό μας διαφαίνεται η σύγκρουση Τουρκίας-Συρίας. Για να αντιληφθούμε τις πιθανές συνέπειές της, πρέπει να ξανασκεφτούμε τους γείτονές μας και τις αλλαγές που υφίστανται ή προωθούν. Ας ξανασκεφτούμε λοιπόν καταρχάς τον άμεσο γείτονα, την Τουρκία, και μέσα από αυτήν την ευρύτερη γειτονιά μας. «Τα παιδιά των Οθωμανών δεν μπορούν να καταδικαστούν να μένουν στην Άγκυρα» δήλωνε ο Ταγίπ Ερντογάν τον Φεβρουάριο του 2010, ενώ τον Ιούνιο του 2011 διαπίστωνε ότι «το Σαράγεβο, η Βαγδάτη, η Καμπούλ, η Δαμασκός, το Κάιρο, η Βεγγάζη και ολόκληρος ο κόσμος έχουν στραμμένα τα μάτια τους στην Κωνσταντινούπολη». Σε αυτά τα λόγια αναδεικνύονται συμβολικά οι μεγάλες αλλαγές στην πολιτική της Τουρκίας. Πρώτον, μετατόπιση του κέντρου βάρους από την Άγκυρα στην Κωνσταντινούπολη, μετατόπιση που σηματοδοτεί μια ευθεία και βαθιά ρήξη με τον κεμαλισμό, που είχε επίκεντρο την Άγκυρα. Δεύτερον, μετάβαση από τον ρεπουμπλικανικό, κεμαλικό εθνικισμό σε ένα αυτοκρατορικού τύπου μεγαλείο, το οποίο μόνο μια πάλαι ποτέ αυτοκρατορική πρωτεύουσα μπορεί να ενσαρκώσει. Η επαναφορά της Κωνσταντινούπολης έπειτα από 100 σχεδόν χρόνια ως κέντρου αναφοράς, όχι μόνο της Τουρκίας αλλά κι ενός ευρύτερου χώρου, σημαίνει ότι η πολιτική εξουσία διεκδικεί ενός νέου τύπου ηγεμονία, σε ένα νέο χώρο. Πρόκειται για σημαντική αλλαγή, η οποία αποκαλείται συνήθως νεο-οθωμανισμός· επί της ουσίας όμως πρόκειται για έναν τουρκικό, νεοφιλελεύθερο εθνικισμό, ο οποίος διεκδικεί ιστορική νομιμοποίηση από το οθωμανικό παρελθόν, για την παραγωγή ενός εν δυνάμει τουρκικού γεωπολιτισμικού, ίσως και γεωπολιτικού χώρου.

Ο τουρκικός νεο-εθνικισμός του μεγαλείου, στον οποίο για πρώτη φορά συνυπάρχουν αρμονικά ο τουρκισμός και ο ισλαμισμός και με τον οποίο εκτουρκίζεται το οθωμανικό παρελθόν, χρονολογείται από την εποχή του Τουργκούτ Οζάλ (δεκαετία 1980), κωδικοποιήθηκε το 2001 με το βιβλίο του Αχμέτ Νταβούτογλου (Στρατηγικό βάθος: Η διεθνής θέση της Τουρκίας) και η εκπλήρωσή του διεκδικείται από το ισλαμικό κόμμα του Ερντογάν (ΑΚΠ). Ο νεο-εθνικισμός του ΑΚΠ δεν επιδιώκει την αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με όρους παραδοσιακής επεκτατικής πολιτικής· με το συμβολικό και ιστορικό οπλοστάσιο που αυτή προσφέρει, επιδιώκεται η ηγεμονία της Τουρκίας σε μια μεγάλη περιοχή. Με άλλα λόγια, ο νεο-εθνικισμός του ΑΚΠ αποτελεί μεταφορά του νεοφιλελευθερισμού στην τουρκική διάλεκτο. Μέσα από την επανεπινόηση και επικαιροποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το ΑΚΠ κατασκευάζει ένα νέο τουρκικό όραμα, στο οποίο εμπερικλείεται το κεμαλικό (αλλά είναι πιο μεγαλειώδες από αυτό), παράγοντας έναν μεγάλο πολιτισμικό και οικονομικό χώρο προς εξάπλωση: έναν παγκόσμιο μουσουλμανικό χώρο, με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. Η μηχανή προώθησης αυτού του οράματος είναι η οικονομία, ενώ ο δίαυλος ηθικής και ιστορικής νομιμοποίησης της ομογενοποίησης του χώρου υπό την ηγεμονία της Τουρκίας είναι το οθωμανικό παρελθόν και το Ισλάμ. Η Τουρκία του Ερντογάν επαναπροσδιορίζει έναν φυσικό, ως εκ της Ιστορίας και της θρησκείας, ιδιαίτερο χώρο, του οποίου διεκδικεί την ένταξη, υπό την ηγεσία της, στην παγκόσμια νεοφιλελεύθερη οικονομία. Σύμφωνα με τον Ερντογάν, «σήμερα η Τουρκία είναι η 17η οικονομία του κόσμου. Λίγα χρόνια πριν ήταν η 26η. Ως μέλος των G20, συμμετέχουμε στο σχεδιασμό του οικονομικού μέλλοντος του πλανήτη». Ως εκ τούτου «είναι μεγάλη χώρα και [γι’ αυτό] πρέπει να έχουμε μεγάλες ιδέες και υψηλούς στόχους». Προς εκπλήρωση του υψηλού στόχου –της παγκόσμιας οικονομικής δύναμης– το τουρκικό κράτος αναλαμβάνει μια νέα αποστολή: να λειτουργεί ως εμπορικό κράτος, μέρος μιας παγκόσμιας στρατηγικής για την παραγωγή ενός ιδιαίτερου γεωπολιτικού χώρου, του οποίου η Τουρκία εγγυάται την ομογενοποίηση, την ειρήνη και τη σταθερότητα για την απρόσκοπτη εμπορευματοποίησή του.

Στο πλαίσιο των υψηλών στόχων, η τουρκική εξωτερική πολιτική συγκροτείται με άξονα τη νέα αποστολή του τουρκικού έθνους: να συμβάλει ηγεμονικά στον «εκπολιτισμό» του μουσουλμανικού κόσμου, στην πολιτική και πολιτισμική μεταρρύθμισή του. Η Τουρκία λοιπόν, ως προστάτιδα δύναμη των λαών μουσουλμανικού θρησκεύματος, τίθεται στο πλευρό των «καταδυναστευόμενων εναντίον των δυναστών» –κατά τη διατύπωση του Ερντογάν– και ενισχύει την προώθηση στον μουσουλμανικό κόσμο ενός παγκόσμιου, δημοκρατικού και οικονομικού πολιτισμού. Σύμφωνα με αυτή την αποστολή, υπερασπίζεται τα αντικαθεστωτικά κινήματα στη Μέση Ανατολή αλλά και τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο απέναντι στους «απίστους» — κυρίως το Ισραήλ.

Η ρήξη με το Ισραήλ σηματοδοτεί τη ρήξη του παραδοσιακού «δυτικού άξονα» στη Μέση Ανατολή (Τουρκία-Ισραήλ): η Τουρκία, με όχημα το Ισλάμ και το οθωμανικό παρελθόν, διεκδικεί τον ρόλο της προστάτιδας δύναμης στην περιοχή, της ήπιας δύναμης (soft power), σ’ έναν κόσμο σε πλήρη μετάβαση και αναταραχή. Ωστόσο, ενώ ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός εμφανίζεται ως φορέας δημοκρατίας, ειρήνης και σταθερότητας υπό την ηγεμονία μιας πολιτικής-οικονομικής δύναμης, για να λειτουργεί ως τέτοιος, πρέπει να εμπεριέχει την έννοια της «σκληρής δύναμης» (hard power). Ας δούμε το παράδειγμα των Κούρδων στην Τουρκία. Στην αρχή αντιμετωπίστηκαν ως μια εθνοτική κοινότητα της Τουρκίας στην οποία αναγνωρίστηκαν ιδιαιτερότητες (γλώσσα) και, μέσω του προγράμματος για την οικονομική ανάπτυξη, επιδιώχθηκε η ένταξή τους στην πλειοψηφία. Όταν ωστόσο τα μέτρα δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα, η κυβέρνηση Ερντογάν έκανε χρήση της παλιάς δοκιμασμένης μεθόδου: της «σκληρής δύναμης». Η διαφαινόμενη σύγκρουση Τουρκίας-Συρίας καταδεικνύει ότι η παραγωγή ενός μεγάλου, γεωπολιτισμικού, γεωπολιτικού χώρου δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς συγκρούσεις. Για να εκπολιτιστεί ο μουσουλμανικός κόσμος υπό την προστάτιδα ηγεσία της Τουρκίας, η τελευταία πρέπει να είναι έτοιμη να δράσει όχι μόνο ως ήπια αλλά και ως σκληρή δύναμη.

Από αυτό το σημείο αρχίζουν τα δύσκολα. Η μεταμοντέρνα αντίληψη περί αυτοκρατοριών, που θεωρεί ότι αποτέλεσαν παράγοντες ειρήνης, σταθερότητας και αρμονικής συνύπαρξης των πληθυσμών, είναι ανιστόρητη. Καμιά αυτοκρατορία δεν επιβλήθηκε ως φορέας ενότητας ενός μεγάλου χώρου χωρίς όπλα, και επομένως την υποταγή των ντόπιων πληθυσμών σε αυτή: είτε πρόκειται για τις παραδοσιακές αυτοκρατορίες είτε για τις αποικιακές. Επομένως, σήμερα, η επανεπινόηση αυτοκρατορικών σχημάτων –πολιτικών, πολιτισμικών ή οικονομικών– δεν συνεπάγεται ειρήνη και σταθερότητα, τον επαναπροσδιορισμό των λαών και της πολιτικής με όρους εθνο-θρησκευτικούς και φυλετικό-πολιτισμικούς, με όρους δηλαδή ενός «εκδημοκρατισμένου» αυταρχισμού. Ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός, όπως αυτός του ΑΚΠ, στον οποίο απαραιτήτως εμπεριέχεται και ο παραδοσιακός, σκληρός εθνικισμός, είναι εκ των πραγμάτων φορέας, εσωτερικού καταρχάς, αυταρχισμού, έστω και μέσα από δημοκρατικά σχήματα. Στον νεοφιλελεύθερο εθνικισμό λοιπόν, όπου η πολιτική αντιμετωπίζεται με αυτοκρατορικούς όρους, ο λαός ορίζεται ως νεο-μιλέτ (κοινότητα με εθνοθρησκευτικές, πολιτισμικές ιδιαιτερότητες), που η επιβίωσή του –πολιτική, πολιτισμική, οικονομική– εξαρτάται από τον βαθμό υπακοής και υποταγής.

Η αντίσταση σε αυτό τον κλιμακούμενο νεο-εθνικισμό δεν είναι ο παραδοσιακός εθνικισμός, ο οποίος άλλωστε συμμερίζεται τη φυλετική, εθνοθρησκευτική διάκριση του κόσμου. Αντίσταση σημαίνει μάχη με όρους ταξικής και ιδεολογικής επανοριοθέτησης του έθνους και της εθνικής κυριαρχίας. Η εξέγερση, στη Μέση Ανατολή ή αλλού, η οποία απολήγει σε θρησκευτικών αναφορών πολιτική, μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή του παλαιού αυταρχικού καθεστώτος, αλλά ξαναμπάζει από το παράθυρο, αφού αφήνει ελεύθερο τον δρόμο για άλωση από τον νεοφιλελευθερισμό. Η δημοκρατία, όταν διεκδικείται με θρησκευτικούς ή εθνικιστικούς όρους, στο βάθος δείχνει και πάλι νεοφιλελευθερισμό. Στην αυτοκρατορική λογική του νεοφιλελευθερισμού, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε εθνικιστική ούτε θρησκευτική, αλλά μόνο διεθνιστική. Η διεθνιστική «παραγωγή» χώρων κοσμικής, εθνικής πολιτικής συνιστά, κατά τη γνώμη μου, το μοναδικό όπλο αντίστασης στον νεοφιλελεύθερο εθνικισμό.


Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

[Ελλάδα - παιδεία] Το προσχέδιο νόμου για την παιδεία: Η βίαιη ρήξη με την παράδοση του ελληνικού Πανεπιστημίου

Το ελληνικό Πανεπιστήμιο, με μια παράδοση 180 –εντός ολίγου– χρόνων, διένυσε μια δύσκολη και επώδυνη κάποτε πορεία εκδημοκρατισμού, την ίδια που, τηρουμένων των αναλογιών, διένυσε η ελληνική κοινωνία αλλά και το ελληνικό κράτος. Καταρχάς, το ελληνικό Πανεπιστήμιο, θεσμικά και επιστημονικά, αποτέλεσε τον απαραίτητο συνοδοιπόρο του ελληνικού κράτους στην πορεία του προς αναζήτηση ταυτότητας, κυρίως εθνικής αλλά και κοινωνικής. Το ελληνικό κράτος, από ιδρύσεώς του, επένδυσε στο Πανεπιστήμιο, γιατί είχε εν πρώτοις ανάγκη για εθνική συνοχή, συγχρόνως είχε ανάγκη για κρατικές ελίτ, αλλά και για μια αστική τάξη μορφωμένων και καλλιεργημένων ανθρώπων, αφοσιωμένων στις δικές του επιλογές. Η αυστηρή πανεπιστημιακή ιεραρχία (έδρα, περιορισμένος αριθμός φοιτητών κλπ.) αντανακλούσαν την αντίληψη του ίδιου του κράτους περί δημοκρατίας, την αντίληψη περί μιας ταξικά ιεραρχημένης κοινωνίας. Μια αντίληψη που οδηγούσε, σε δύσκολες εποχές, σε σφιχτό μέχρι πνιγμού εναγκαλισμό του κράτους με το Πανεπιστήμιο, έναν εναγκαλισμό που σκοπό είχε τη διασφάλιση της εθνικής, πολιτικής και κοινωνικής καθαρότητας του Πανεπιστημίου από επικίνδυνους πολιτικά, καθηγητές αλλά και φοιτητές. Βεβαίως το ελληνικό Πανεπιστήμιο, όπως κάθε Πανεπιστήμιο τέκνο του Διαφωτισμού, διέγραφε τη δική του υπόγεια πορεία, αφού ως παραγωγός σκέψης αλλά και ως δημόσιο αγαθό δημιουργούσε ανατροπές: η ενασχόληση με την έρευνα, έστω και περιορισμένα, καθώς και η πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο φοιτητών από διαφορετικές τάξεις δημιουργούσαν μη προβλέψιμες ρωγμές, τέτοιες που το καθιστούσαν δυνητικά πρωτοπόρο στην κοινωνία. Ως δημόσιο αγαθό μάλιστα, συνιστούσε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης και κοινωνικών συγκρούσεων, πεδίο εν ολίγοις διεκδίκησης της δημοκρατίας.

Η μακρά πορεία προς τον εκδημοκρατισμό και ο νόμος-πλαίσιο

Αυτές οι ρωγμές, σημαντικές σε διάφορες φάσεις της ελληνικής ιστορίας, εκδηλώθηκαν δυναμικά το 1973 με την εξέγερση του Πολυτεχνείου, όταν το Πανεπιστήμιο έγινε το συμβολικό και ουσιαστικό έμβλημα του γενικού αιτήματος για εκδημοκρατισμό. Έτσι, στον νόμο-πλαίσιο του 1982 εκφράστηκε, σε ένα νέο πλαίσιο, η επώδυνη και μακρά πορεία της κοινωνίας προς τον εκδημοκρατισμό, ενώ συγχρόνως συναντήθηκαν οι ανάγκες τριών πρωταγωνιστών: α) οι ανάγκες του Πανεπιστημίου για τη θεσμική διασφάλιση της δημοκρατικής λειτουργίας του, η οποία αφορούσε τόσο την εξουδετέρωση του αυταρχισμού, μέσω της κατάργησης της έδρας, όσο και την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, μέσω της θέσπισης του ασύλου, αλλά και μέσω της θεσμοθέτησης νέων επιστημονικών Τμημάτων και πεδίων έρευνας, β) οι ανάγκες της κοινωνίας, όπως εκφράστηκαν από τα πολιτικά κόμματα, για τη διασφάλιση του δημοκρατικού Πανεπιστημίου, μέσα από την εξάλειψη του κινδύνου ιδιοποίησης και εκμετάλλευσης του δημόσιου αγαθού προς όφελος μιας κυβέρνησης ή καθεστώτος ή προς όφελος μιας τάξης, γ) οι ανάγκες του δημοκρατικού κράτους για την εμπέδωση της εθνικής και κοινωνικής συμφιλίωσης, πολύ περισσότερο που η αναπαραγωγή της εξουσίας του δεν εξαρτιόταν πλέον από μια περιορισμένη αστική τάξη αλλά από μια ευρεία μεσοαστική τάξη.

Η σύγκλιση των αναγκών, αλλά και των αγώνων, των τριών αυτών πρωταγωνιστών αποτυπώθηκε θεσμικά στην εσωτερική δομή του Πανεπιστημίου (κατάργηση της έδρας), αποτυπώθηκε ωστόσο και στην πνευματική ζωή του Πανεπιστημίου: δημιουργία Τμημάτων, άμεση σύνδεση της διδασκαλίας με την έρευνα κλπ. Το Πανεπιστήμιο μαζικοποιήθηκε και η νέα ακαδημαϊκή δομή (Τμήματα) επέτρεψε κυρίως σε μια νέα φουρνιά επιστημόνων να διευρύνουν τον κατεξοχήν ρόλο του Πανεπιστημίου: τον ρόλο του κέντρου έρευνας, σκέψης και γνώσης. Μια πρόχειρη ματιά στην ελληνική και τη διεθνή βιβλιογραφία αποδεικνύει του λόγου το ασφαλές: στη μακρά του πορεία, το ελληνικό Πανεπιστήμιο κατόρθωσε όχι μόνο να μεταδίδει τη διεθνή σκέψη στα καθ’ ημάς αλλά να παράγει σκέψη με αφετηρία τις ελληνικές πραγματικότητες και να την εντάσσει προς συζήτηση στη διεθνή βιβλιογραφία.

Οι αντιφάσεις: δημόσιο, πελατειακό και κομματικό αγαθό

Βεβαίως, αυτή η παράδοση του δημοκρατικού, δημόσιου αγαθού είχε αντιφάσεις, τις ίδιες αντιφάσεις που έχει κάθε δημόσιο αγαθό στην Ελλάδα, όπου το δημόσιο εύκολα ταυτίζεται με το πελατειακό και το κομματικό αγαθό. Η κατά καιρούς ταύτιση του εκδημοκρατισμού με τον πιο χυδαίο κομματισμό διαμόρφωνε εκφυλιστικές καταστάσεις σε όλα τα επίπεδα, που υπονόμευαν την έννοια του δημοκρατικού Πανεπιστημίου. Το Πανεπιστήμιο εντασσόταν, κατά τη βούληση της εκάστοτε κυβέρνησης, στο πλέγμα των πελατειακών σχέσεων που επεδίωκε να συνάψει (με τοπικούς άρχοντες και τοπικές κοινωνίες), ένα πλέγμα στο οποίο εμπλέκονταν πανεπιστημιακοί και φοιτητικές παρατάξεις. Αυτή η λογική της οικειοποίησης του δημόσιου αγαθού για πελατειακές σχέσεις κατάτρωγε τα σωθικά του Πανεπιστημίου και ενίσχυε μια άλλη, παράλληλη παράδοση που, και αυτή, δεν ήταν νέα ούτε αποκλειστικά πανεπιστημιακή: ο εναγκαλισμός του Πανεπιστημίου από το κράτος επέτρεπε την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πελατειακή εκμετάλλευση του Πανεπιστημίου με το λιγότερο δυνατό κόστος και οδηγούσε στην κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος (νέα ΤΕΙ ή Πανεπιστήμια στη μέση του πουθενά) και στην υποχρηματοδότηση του Πανεπιστημίου γενικότερα. Συγχρόνως, σε κάποια ιδρύματα αναπτύσσονταν, από κάποιους πανεπιστημιακούς, μορφές ιδιωτικοποίησης υπό τις ευλογίες ή την ανοχή του κράτους. Το τελευταίο, προκειμένου να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των χαμηλών μισθών των πανεπιστημιακών (η σύγκριση με τους μισθούς πανεπιστημιακών της Ευρώπης καταρρίπτει εύκολα τον μύθο των «καλοπληρωμένων, τεμπέληδων» πανεπιστημιακών), έκλεινε τα μάτια στις έμμεσες μορφές ιδιωτικοποίησης που κάποιοι «αετονύχηδες» εντός Πανεπιστημίου πετύχαιναν, όπως άλλωστε και στα νοσοκομεία. Ωστόσο, το κράτος, αντί να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις που θα εξάλειφαν τα φαινόμενα διαφθοράς, πελατειακών σχέσεων κλπ., άρχισε να καταφέρεται συλλήβδην κατά του Πανεπιστημίου, να επιζητεί τον στιγματισμό της πανεπιστημιακής κοινότητας, και μάλιστα του σημαντικότερου αριθμητικά και του εντιμότερου τμήματος αυτής της κοινότητας. Το Πανεπιστήμιο υποδεικνυόταν σταδιακά, μαζί με το άλλο μεγάλο δημόσιο αγαθό –την υγεία– ως μέρος της ελληνικής κρίσης.

Η εξουδετέρωση της έννοιας του δημοκρατικού δημόσιου αγαθού

Με την αμέριστη συμπαράσταση των ΜΜΕ, το κράτος ανέδειξε με κάθε τρόπο τις στρεβλώσεις του Πανεπιστημίου και αποφάσισε, στο όνομα των εκφυλιστικών τάσεων, να ξεχαρβαλώσει τη μακρά παράδοσή του, δηλαδή να εξουδετερώσει την έννοια του δημοκρατικού, δημόσιου αγαθού: το πνεύμα που διέπει το «προσχέδιο νόμου Διαμαντοπούλου» συνιστά μια βίαιη ρήξη με την παράδοση του ελληνικού Πανεπιστημίου, ως δημοκρατικού, μαζικού, δημόσιου αγαθού, παραγωγού σκέψης και γνώσης. Το προσχέδιο προτείνει ένα άλλο Πανεπιστήμιο που φαίνεται σαν να προκύπτει από παρθενογένεση. Ασφαλώς χρειάζονται μεταρρυθμίσεις και αλλαγές στο νόμο-πλαίσιο, αλλαγές που αφορούν τη διοικητική δομή του Πανεπιστημίου, τη σταθμισμένη ψήφο των φοιτητών στα όργανα, το «άνοιγμα» του στην κοινωνία και την αγορά, όπως και τη «διεθνοποίησή» του — με την προϋπόθεση ότι αυτό δεν θα έπληττε την ουσία του δημοκρατικού, δημόσιου Πανεπιστημίου. Υπάρχουν πράγματι πανεπιστήμια (Κύπρου) στα οποία προβλέπεται θεσμική σύνδεση του Πανεπιστημίου με την κοινωνία και την αγορά, μέσω της δημιουργίας ενός Συμβουλίου «προσωπικοτήτων», το οποίο ωστόσο λειτουργεί παράλληλα με τη Σύγκλητο, η οποία, αυτή και μόνο αυτή, έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα για τα ακαδημαϊκά θέματα. Το Συμβούλιο, στο οποίο συμμετέχει ο πρύτανης και πανεπιστημιακοί, και το οποίο απαρτίζεται από «προσωπικότητες της κοινωνίας», ελέγχει τη νομιμότητα των αποφάσεων της Συγκλήτου, ελέγχει επίσης την κατανομή του προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου, καθώς και τη διαφάνεια των οικονομικών συναλλαγών του Πανεπιστημίου. Τα Τμήματα με τις Συνελεύσεις τους (Συμβούλια Τμημάτων λέγονται) λειτουργούν κανονικά, όπως και όλα τα πανεπιστημιακά όργανα, όπως περίπου τα ξέρουμε στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Γιατί το Υπουργείο δεν έλαβε υπόψη του το κυπριακό μοντέλο, που θα του επέτρεπε να εκσυγχρονίσει και να εξυγιάνει την παράδοση του δημοκρατικού Πανεπιστημίου, εντάσσοντάς τη σε μια νέα αντίληψη σύνδεσης του Πανεπιστημίου με την κοινωνία και με την αγορά, υπό την αιγίδα του όμως; Από την άλλη, στο νομοσχέδιο προβλέπεται «διεθνοποίηση» του Πανεπιστημίου. Κι εδώ θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στοιχεία του κυπριακού μοντέλου (συμμετοχή στις εισηγητικές επιτροπές για εκλογές πανεπιστημιακών ή για υποστηρίξεις διδακτορικών διατριβών), στο οποίο ωστόσο η εκλογή γίνεται από τα εκλεκτορικά που συγκροτούνται στο πλαίσιο του Τμήματος και της Σχολής.

Ένα κράτος που δεν θέλει πια να είναι κράτος

Αυτά τα δύο απλά παραδείγματα μας υποδεικνύουν ότι η βίαιη κατάργηση των κατεξοχήν δημοκρατικών αλλά και ακαδημαϊκών δομών του Πανεπιστημίου (Σύγκλητος, Τμήματα) συνιστά βίαιη ρήξη όχι μόνο με την παράδοση του Πανεπιστημίου, αλλά και με την παράδοση του ίδιου του ελληνικού κράτους, έτσι όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από συνεχείς διεκδικήσεις της κοινωνίας. Το θέμα δεν είναι αν το προσχέδιο νόμου εμπνέεται από νεοφιλελευθερισμό ή από ολιγαρχισμό· το θέμα είναι ότι το ελληνικό κράτος φαίνεται να μη θέλει πια να είναι «κράτος», έτσι όπως αυτό διαμορφώθηκε από το 19ο αιώνα και μετά. Δεν θέλει να έχει την ευθύνη της ιδεολογίας του, την ευθύνη της ταυτότητάς του, την ευθύνη της κοινωνικής και εθνικής συνοχής. Το ελληνικό κράτος αποποιείται το ίδιο την παράδοσή του. Θέλει να είναι ένα κράτος αποϊδεολογικοποιημένο («θέλουμε συναίνεση», «είμαστε αντιεξουσιαστές», ο πρωθυπουργός), παραδομένο στην ιδεολογία που οι διεθνείς αγορές υπαγορεύουν. Το «νομοσχέδιο» για τα Πανεπιστήμια θεωρώ ότι εντάσσεται σε αυτή τη λογική. Αν το ελληνικό (και όχι μόνο) Πανεπιστήμιο, η εκπαίδευση γενικότερα, αποτέλεσε πάντα τη μεγάλη επένδυση του κράτους –αυταρχικού και δημοκρατικού– ήταν γιατί το τελευταίο είχε ανάγκη για αναπαραγωγή της ιδεολογίας του, της εξουσίας του και της συνοχής της κοινωνίας. Το ελληνικό κράτος ελάχιστα ενδιαφέρθηκε για την έρευνα και για την παραγωγή σκέψης στο Πανεπιστήμιο (μια σύγκριση των κονδυλίων για έρευνα ανάμεσα στο ελληνικό και το κυπριακό Πανεπιστήμιο την τελευταία εικοσαετία το αποδεικνύει), ενδιαφερόταν όμως για τα προηγούμενα. Από τη στιγμή που πλέον δεν έχει ανάγκη από αυτά, δεν έχει ανάγκη το δημοκρατικό, το δημόσιο αγαθό, το ελληνικό Πανεπιστήμιο. Κι αν το δημοκρατικό Πανεπιστήμιο άφηνε τα περιθώρια για παραγωγή σκέψης και για έρευνα μέσω των Τμημάτων, με το νέο Πανεπιστήμιο στενεύουν ασφυκτικά­. Κι εδώ το ελληνικό κράτος είναι συνεπέστατο με την παλιά παράδοσή του: πάντοτε θεωρούσε απειλή τη διαμόρφωση σκεπτόμενων πολιτών έξω από τον έλεγχό του, καθώς και τη συγκρότηση μηχανισμών αλληλεγγύης που αναπτύσσονται στο πλαίσιο κάθε δημόσιου αγαθού, όσο διεφθαρμένο κι αν είναι.

Σε μια εποχή ανατροπών, όπως αυτές που ζει η ελληνική κοινωνία τον τελευταίο καιρό, το προσχέδιο νόμου δεν προβλέπει μεταρρυθμίσεις. Εισηγείται ρήξεις, και μάλιστα τέτοιες που ξεπερνούν το Πανεπιστήμιο — άλλωστε το ζούμε σχεδόν καθημερινά σε αυτή τη χώρα. Σε μια εποχή που το κράτος θεωρεί τα δημόσια αγαθά «βαρίδια», η αντίσταση στην καταρράκωση του δημόσιου, δημοκρατικού Πανεπιστήμιου αποτελεί, θεωρώ, καθήκον του κάθε έντιμου πολίτη.