Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ερντογάν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ερντογάν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

[Τουρκία] Τουρκία: ένας «αλλοπρόσαλλος» γείτονας;

Την προηγούμενη εβδομάδα το Κέντρο Νεότερης Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και η Πρωτοβουλία για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας συνδιοργάνωσαν εκδήλωση για τις τελευταίες εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, με ομιλητές τους Χαμίτ Μποζαρσλάν (Παρίσι), Τζενγκίζ Ακτάρ (Κωνσταντινούπολη) και Νίκο Μούδουρο (Λευκωσία). Η συζήτηση επικεντρώθηκε στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας -με αφορμή και τα τελευταία γεγονότα της παραβίασης της κυπριακής ΑΟΖ- στο πλαίσιο των μεγάλων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών τριγμών που γνωρίζει τα τελευταία χρόνια η Μέση Ανατολή. Όπως αναδείχθηκε και στη συζήτηση, η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας μοιάζει τον τελευταίο καιρό «αλλοπρόσαλλη», μια πολιτική «πολύτιμης μοναχικότητας» -όπως την χαρακτηρίζουν Τούρκοι αξιωματούχοι- χωρίς συμμάχους ή εναντίον εκείνων που θεωρούνταν μέχρι πριν από μερικά χρόνια παραδοσιακοί σύμμαχοί της. Αυτή η «αλλοπρόσαλλη» πολιτική της Τουρκίας, που την οδηγεί είτε σε υπόγειες συμμαχίες με ακραία μορφώματα (ΙΣΙΣ) είτε σε επιθετικές κινήσεις -κυπριακή ΑΟΖ-, δείχνουν κάτι σημαντικό: η Τουρκία εκφράζει σε περιφερειακό επίπεδο τον απρόβλεπτο και «άναρχο» χαρακτήρα που διέπει τα τελευταία χρόνια τις παντός είδους σχέσεις σε παγκόσμιο αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Πράγματι, σε αυτήν τη «μετα-δυτική», πολυπολική -όπως χαρακτηρίζεται- φάση της παγκόσμιας ιστορίας, όπου το κέντρο βάρους τουλάχιστον της οικονομίας μετατοπίζεται από τις αναπτυγμένες στις αναπτυσσόμενες χώρες, η Τουρκία φαίνεται να αναζητεί έναν «μετα-δυτικό», περιφερειακό ρόλο. Μετά από πολλές δεκαετίες «σκληρής», δυτικής πολιτικής (εσωτερικής και εξωτερικής), η Τουρκία αναζητεί τον ρόλο της περιφερειακής, μετα-δυτικής δύναμης, ενός πολιτικο-πολιτισμικού και οικονομικού πόλου στη Μέση Ανατολή. Αν αναλογιστούμε τη σημασία της Ανατολικής Μεσογείου ως ενός από τους σημαντικότερους δρόμους του παγκόσμιου εμπορίου και της διακίνησης ενέργειας, τότε αντιλαμβανόμαστε τους λόγους για τους οποίους η Τουρκία, ως μια από τις μεσαίες αναπτυσσόμενες δυνάμεις, έχει επιλέξει τον τελευταίο καιρό να ασκεί πολιτική «πολύτιμης μοναχικότητας». Κάποιοι από το τουρκικό ΥΠΕΞ φαντασιώνονται για την Τουρκία τον ρόλο του περιφερειακού πόλου μιας ενιαίας, πολιτισμικής και οικονομικής λεκάνης, ενός οθωμανικής καταγωγής «Σουνιστάν» (σουνιτικό Ισλάμ) απέναντι στον περιφερειακό ανταγωνιστή, το σιϊτικό Ιράν.

Η Τουρκία ωστόσο, παρά τις «μετα-δυτικές», πολιτισμικο-ιστορικές αναζητήσεις της, είναι μια χώρα της οποίας, πρώτον, το συγκολλητικό στοιχείο εσωτερικής ενότητας είναι ο «δυτικός» χαρακτήρας της. Αυτός ο «δυτικός» χαρακτήρας πήρε κατά καιρούς διαφοροποιημένο ιδεολογικό περιεχόμενο - από το πιο αυταρχικό, ανταγωνιστικό μέχρι όμως και το πιο δημοκρατικό, τουλάχιστον για τα δεδομένα της Μέσης Ανατολής. Δεύτερον, σε αντίθεση με τη δραματική κατάρρευση των κοινωνιών της Μέσης Ανατολής, η κοινωνία της Τουρκίας δεν έχει καταρρεύσει ακόμα, δεν έχει μεσανατολικοποιηθεί -κι εδώ η συμβολή των Κούρδων είναι αποφασιστικής σημασίας. Τρίτον, η Τουρκία απέκτησε περιφερειακό ρόλο χάρη στην ιστορική επιλογή της να τοποθετηθεί στον περιφερειακό και παγκόσμιο χάρτη ως δυτικό κράτος με θρήσκευμα μουσουλμανικό. Τέταρτον, η Τουρκία του Ερντοάν απέκτησε στις μεσανατολίτικες κοινωνίες την επιρροή ενός άλλου, περιφερειακού πόλου, όχι χάρη στο Ισλάμ και την οθωμανική ιστορία, αλλά χάρη στην επαγγελία ότι ένα κράτος με θρήσκευμα μουσουλμανικό μπορεί να είναι ευρωπαϊκό, με την έννοια του φορέα δημοκρατικής ενότητας όλων των πληθυσμών του και ειρήνης στην περιοχή. Η πολιτική λοιπόν της Τουρκίας είναι «αλλοπρόσαλλη», γιατί δεν μπορεί να παίξει μετα-δυτικό ρόλο, αποποιούμενη τον κατεξοχήν ρόλο της: τον δυτικό, και μάλιστα στην πιο δημοκρατική του εκδοχή. Αυτό τη βάζει δυνητικά σε περιπέτειες, τόσο εσωτερικές όσο κυρίως εξωτερικές. Την οδηγεί σε μεσανατολικοποίηση.

Η Ελλάδα δεν είναι υποχρεωμένη να μπει σε κανένα «μετα-δυτικό» παιχνίδι. Ας ξεκαθαρίσουμε ότι:«μετα-δυτικό» δεν σημαίνει αντιιμπεριαλιστικό, αντιθέτως σημαίνει ενίσχυση της πολυπολικότητας και της αγριότητας του ιμπεριαλισμού σε όλες τις πολιτισμικές εκδοχές του (δυτικές και μη). Οι συμμαχίες με χώρες της Ανατολικής Μεσογείου που έχουν ως μοναδική προοπτική τη διαμόρφωση ενός άλλου γεωστρατηγικού πόλου που θα «στριμώξει» τη μετα-δυτική Τουρκία, ενισχύουν τη μεσανατολικοποίηση της Ανατολικής Μεσογείου -σκληροί πολιτικο-πολιτισμικοί ανταγωνισμοί-, τη μεσανατολικοποίηση κατά συνέπεια του κυπριακού αλλά και των ελληνοτουρκικών προβλημάτων. Η απάντηση στις «μετα-δυτικές» φαντασιώσεις της Τουρκίας είναι η συνεχής προσπάθεια «στριμώγματός της» στη βάση ενός προβλεπτού διαλόγου και με τη διαρκή προοπτική μιας προβλεπτής συμμαχίας, σύμφωνα δηλαδή με τις αρχές του διεθνούς δικαίου και τους κανόνες ενός ευρωπαϊκού, πολιτικού πολιτισμού. Ας μην ξεχνάμε ότι η Τουρκία, παρ' όλα αυτά, είναι η μοναδική ίσως χώρα στην ανατολική γειτονιά μας που καταλαβαίνει αυτή την προβλεπτή γλώσσα και έχει ακόμα συμφέρον να τη διατηρήσει.


[Δημοσιεύτηκε στην Αυγή]

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

[Τουρκία] Τουρκία: Στον αστερισμό της σύγκρουσης Ερντογάν-Γκιουλέν

Ιστορικά προαπαιτούμενα για την κατανόηση της σύγκρουσης

Εδώ και δύο περίπου μήνες, η πολιτική ζωή της Τουρκίας κινείται στον αστερισμό της σύγκρουσης Eρντογάν-Γκιουλέν. Για να κατανοήσουμε την ουσία και το πολιτικό της βάρος, χρειάζεται να δούμε μερικά ιστορικά δεδομένα, για τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε η δημοκρατία στη χώρα.

Το δημοκρατικό πολιτικό σύστημα στην Τουρκία συγκροτήθηκε, λοιπόν, μέσα από μια μάχη που υπερκαθορίστηκε από ένα αντιδημοκρατικό ερώτημα: Ποιο ηγεμονικό όραμα εξασφαλίζει στην Τουρκία τον ρόλο του ισχυρού, επομένως δυτικού κράτους στην περιοχή; Από αυτό το ερώτημα, το οποίο έθεσε με όρους διχαστικών και συγκρουσιακών διλημμάτων η νατοϊκή κυρίως «Δύση» για λογαριασμό της Τουρκίας, προέκυψαν δύο αντίπαλα ηγεμονικά οράματα, που ενίσχυαν τη θέση δύο αυταρχικών δυνάμεων — στρατού και Ισλάμ: το όραμα του κοσμικού κράτους-έθνους του κεμαλισμού, και το όραμα του εθνοθρησκευτικού κράτους-κοινότητας του τουρκοϊσλαμισμού. Η Τουρκία λοιπόν βρήκε τη θέση της στον «πολιτισμένο κόσμο», όχι ως δημοκρατική χώρα, αλλά επειδή μπορούσε να αναπαράγει μια μόνιμη εσωτερική απειλή, ως μέσον νομιμοποίησης της ενίσχυσης του ισχυρού, αυταρχικού κράτους.

Έτσι, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν εγκαινιάστηκε το πολυκομματικό σύστημα στη χώρα και άρχιζε η μάχη για τη δημοκρατία, κινητοποιήθηκαν ταυτοχρόνως και δύο «ξεχασμένες» δυνάμεις: ο στρατός και η θρησκεία. Ο πρώτος αποτέλεσε τη χρυσή εφεδρεία του ΝΑΤΟ, μια δύναμη ικανή να εξασφαλίζει την επιβολή ενός ισχυρού δυτικού κράτους σε μια ανατολίτικη, επομένως ευεπίφορη στον κομμουνισμό, κοινωνία. Το Ισλάμ αποτέλεσε το κρυφό όπλο που ανέσυρε το Σχέδιο Μάρσαλ, όπλο που θα έπαιζε τον ρόλο της «φωνής της ανατολίτικης κοινωνίας» για δημοκρατία, απέναντι σε ένα κράτος που ξεπέρναγε τα πολιτισμικά και ηθικά όριά της. Στην ουσία, με το Ισλάμ φτιαχνόταν ένας εναλλακτικός διάδρομος διείσδυσης του κεφαλαίου, το οποίο δεν μπορούσε να αφήνει την τύχη του σε ένα σκληρό κράτος. Ο στρατός λοιπόν θα επέβαλε την πίστη στο δυνατό κράτος, ενώ το Ισλάμ θα εξέφραζε την προσδοκία για δημοκρατία (εναντίον πάντα του κομμουνισμού, και τα δύο). Πράγματι, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, κι ενώ το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας συγκροτούνταν γύρω από κόμματα με σαφείς ιδεολογικούς προσανατολισμούς και ταξικές αναφορές, καθώς και μέσα από κινήματα, ενώ λοιπόν φαινόταν ότι η χώρα είχε μπει σε φάση όπου η δημοκρατία αποκτούσε κοινωνικές ρίζες, το πραξικόπημα του 1971, αλλά και η ίδρυση του ισλαμικού κόμματος του Ερμπακάν (1969) άλλαξαν την πολιτική ατζέντα.

Παρ’ όλα αυτά, η μάχη, τις δεκαετίες του ’70 και ’80, δεν δόθηκε ανάμεσα στον στρατό και το πολιτικό Ισλάμ. Η πραγματική μάχη δόθηκε, από το αριστερό και το κουρδικό κίνημα, για τη δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη αλλά και την πολιτική οριοθέτηση του εθνικού, εναντίον ενός αυταρχικού κράτους. Στα πραξικοπήματα, κυνηγήθηκαν ανελέητα οι αριστεροί, οι Κούρδοι, οι δημοκράτες («κεμαλιστές» ή μη), όχι όμως το πολιτικό Ισλάμ. Αυτό που κυνηγήθηκε, εντέλει, ήταν η αυτονομία των κομμάτων και τα κινήματα. Τα δύο αντίπαλα ηγεμονικά οράματα (του κοσμικού κράτους του στρατού και του εθνοθρησκευτικού κράτους-κοινότητας του Ισλάμ) λειτούργησαν μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80 συμπληρωματικά, συντηρητικοποιούσαν εξίσου την πολιτική ζωή της Τουρκίας, ενίσχυαν τη δεξιά πελατειακή στροφή του πολιτικού συστήματος και προωθούσαν την ηγεμονία του μεγάλου κεφαλαίου (κατεξοχήν του «στρατιωτικού», και στη συνέχεια του ισλαμικού). Ο στρατός και το πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν έπαιζαν στο ίδιο γήπεδο: του αυταρχισμού και του συντηρητισμού — του ισχυρού κράτους. Τα πράγματα άλλαξαν στη δεκαετία του ’90, όταν το διεθνές και το εγχώριο κεφάλαιο δεν είχαν πλέον ανάγκη ούτε τον στρατό ούτε το «σκληρό» πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν. Είχαν ανάγκη έναν αποτελεσματικό φορέα ενός ομοιογενούς πολιτισμού που θα εξασφαλίζει την ατομική συμμετοχή σε ένα καταναλωτικό σύμπαν, με όρους ηθικής-θρησκευτικής αφοσίωσης. Είχαν ανάγκη ένα ισχυρό κράτος, όχι έθνος αλλά κοινότητα, με ευσέβεια στις ατομικές «εξουσίες» (όχι ελευθερίες) και τις δημοκρατικές αρχές της κοινότητας.

Είναι η εποχή που ισχυροποιήθηκαν οι παράλληλες «δομές» στην κοινωνία και τη γραφειοκρατία που δημιουργούσαν οι ΜΚΟ, με σημαντικότερες τα θρησκευτικά τάγματα (μεταξύ τους, αυτό του Φετουλάχ Γκιουλέν με υποστήριξη αμερικανικών κεφαλαίων). Ούτε ο στρατός ούτε το πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν, που συγκρούονταν πια ανηλεώς, κατάλαβαν ότι ο κόσμος είχε αλλάξει και ότι και οι δύο πια δεν αποτελούσαν «δυτικά όπλα». Το κόμμα του Ερντογάν, γεννημένο μέσα από τα σπλάχνα του πολιτικού Ισλάμ του Ερμπακάν, αλλά και σε ρήξη μ’ αυτό, δεν μπήκε στην παλιά αντιπαλότητα ανάμεσα στα δύο παραδοσιακά οράματα, δεν συγκρούστηκε με τον στρατό, ως φορέας μιας αντίπαλης ηγεμονίας. Εμφανίστηκε ως ο αποτελεσματικότερος εκφραστής του διαχρονικού αιτήματος για δημοκρατία. Κινητοποίησε τη θρησκεία ως τον διαχρονικό συνδετικό κρίκο ανάμεσα στα πολλά και διαφορετικής ιδεολογικής προέλευσης αιτήματα για δημοκρατία, ενώ συνεργάστηκε στενά με τις θρησκευτικές ΜΚΟ για τον έλεγχο της γραφειοκρατίας (δικαιοσύνη, αστυνομία) εναντίον του στρατού. Ο στρατός ηττήθηκε από την ίδια τη γραφειοκρατία, το άλλοτε ισχυρό του όπλο.

 Το κόμμα του Ερντογάν λοιπόν αποδέσμευσε μια δημοκρατική, χειραφετητική δυναμική στην κοινωνία, και μάλιστα σε μια στιγμή που η Ε.Ε. προέκρινε, για διάφορους λόγους, στον διάλογό της με την Τουρκία, τη δημοκρατία και όχι το δόγμα του εκδυτικισμένου ισχυρού συνεταίρου στην περιοχή. Οι αριστεροί –και όχι μόνο οι Τούρκοι– γνώριζαν ότι το κόμμα του Ερντογάν ήταν νεοδεξιό και νεοφιλελεύθερο, θεώρησαν ωστόσο ότι η εξουδετέρωση του στρατού εξουδετέρωνε συγχρόνως και τον αντιδημοκρατικό παράγοντα, που στοίχειωνε την πολιτική ζωή της χώρας.

 Η παράδοση της Ε.Ε. στον νεοφιλελευθερισμό και ο διάλογός της (όπως και των ΗΠΑ) με την Τουρκία με όρους όχι δημοκρατίας αλλά αποτελεσματικότητας και ισχύος ενίσχυσε τις αυταρχικές δυνάμεις στο εσωτερικό του κόμματος του Ερντογάν (και τον αυταρχισμό του ίδιου), στο όνομα του παλιού ηγεμονικού οράματος του πολιτικού Ισλάμ. Ενίσχυσε, επομένως, την άσκηση της πολιτικής με όρους συνωμοσίας και προστασίας του κράτους, φορέα καταστολής στο όνομα μιας απειλής (ή κρίσης).

Η σύγκρουση με το «παράλληλο σύμπαν» που έχει φτιάξει μέσα στο κράτος ο Φετουλάχ Γκιουλέν θα μπορούσε να σημάνει βαθύ εκδημοκρατισμό. Αρκεί ωστόσο να παρακολουθήσουμε τους όρους με τους οποίους διεξάγει τη σύγκρουση ο Ερντογάν, για να καταλάβουμε ότι την αντιμετωπίζει ως διαμάχη φατριών, ως μάχη εναντίον των «προδοτών της κοινότητας». Ενσωματώνει στον λόγο του ταυτοχρόνως και τα δύο οράματα: και του στρατού και του πολιτικού Ισλάμ. Δεν επικαλείται λοιπόν τη δημοκρατία και τους δημοκρατικούς θεσμούς, αλλά την οθωμανική περίοδο του Φετρέτ (πόλεμος μεταξύ των διαδόχων του σουλτάνου Βαγιαζήτ Ι, 1402-1413), που έληξε με τη νίκη του μιλλέτ (της εθνοθρησκευτικής κοινότητας), ενώ οικειοποιείται τη γλώσσα του στρατού περί «εθνικών προδοτών».

Για πρώτη φορά ωστόσο μετά τη δεκαετία του ’60 η Τουρκία βρίσκεται σε φάση επανιδεολογικοποίησης του πολιτικού, όπως δείχνουν οι διαδηλώσεις εναντίον του Ερντογάν. Όσο όμως τα κόμματα που τον αντιπολιτεύονται συγκροτούν τη σύγκρουση όχι με όρους ταξικούς, ιδεολογικούς και πολιτικούς, αλλά τη συρρικνώνουν σε σύγκρουση της μιας θρησκείας (κοσμικότητας) εναντίον της άλλης (Ισλάμ), το παιχνίδι της δημοκρατίας θα υπονομεύεται και ο φασισμός θα καραδοκεί. Όσο η Ε.Ε., συμπεριφερόμενη ως Μεγάλη Δύναμη άλλων εποχών, δεν ξεκαθαρίζει με τι είδους Τουρκία θέλει να συνομιλεί, ενώ τα γειτονικά, «μικρά» κράτη-μέλη, όπως η Ελλάδα, συμμεριζόμενα αυτό το παιχνίδι, είτε αναπαράγουν τα εθνικιστικά αντιτουρκικά παραληρήματα που διευκολύνουν το φαγοπότι των εξοπλισμών, είτε ανοίγουν «φιλίες» με στόχο να μοιραστούν την ηγεμονία στην περιοχή, η κατάσταση θα παραμένει δυσοίωνα μετέωρη, τόσο για την Τουρκία όσο και ευρύτερα. Η Ε.Ε. (όπως και τα κράτη-μέλη) οφείλει να συνομιλεί με οποιοδήποτε κόμμα εξέλεξε δημοκρατικά ο λαός της Τουρκίας, με οποιοδήποτε κίνημα εκφράζει αιτήματα αυτού του λαού. Οφείλει, ωστόσο, επίσης, να αναπτύξει έναν δημοκρατικό, ξεκάθαρο διάλογο με αυτή τη χώρα.


Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

[Τουρκία - πάρκο Γκεζί] Στόχος του Ερντογάν να αλλάξει την ταυτότητα του Τούρκου

Συνέντευξη στον Αδάμο Ζαχαριάδη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή.


Ο συνεχιζόμενος κοινωνικός αναβρασμός στην Τουρκία, ο οποίος ξεκίνησε για την υπεράσπιση ενός πάρκου χρειάζεται αποκρυπτογράφηση. Η Σία Αναγνωστοπούλου εξηγεί τι είναι αυτό που έβγαλε τους Τούρκους στους δρόμους, μιλά για την απόπειρα παρέμβασης του Ερντογάν στο πολιτισμικό πρότυπο της Τουρκίας, αλλά και τα αδιέξοδα που δημιούργησε η συμπόρευση του ισλαμισμού με τον νέο-φιλελευθερισμό και προκαλούν ρήγματα στο πολιτικό σχέδιο της τουρκικής κυβέρνησης.

Πρόκειται ίσως για τον πιο κεμαλιστή πολιτικό της Τουρκίας
Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι η σύγκρουση δεν αφορά το δίπολο Ισλαμιστών – Κεμαλιστών. Μπορούμε να πούμε όμως ότι είναι σύγκρουση κουλτούρων;
Θα λέγαμε ότι είναι σύγκρουση δύο αντιλήψεων για το πώς μπορεί να είναι η Τουρκία. Αυτές οι αντιλήψεις είναι πολιτικές και πολιτισμικές. Πολιτικές με την έννοια ότι δεν είναι ο κεμαλισμός ή το κοσμικό κράτος που διεκδικείται αυτή τη στιγμή από τους διαδηλωτές. Διεκδικείται μια αντίληψη περί δημοκρατίας, την οποία ο Ερντογάν είχε προβάλει την πρώτη περίοδό του – και για αυτό τον είχε ακολουθήσει και πολύς κόσμος- και την οποία, όμως, ο ίδιος δεν την ακολούθησε ποτέ στην πραγματικότητα. Δηλαδή, υπήρχε ήδη στην Τουρκία μια κοινωνία πολιτών η οποία διεκδικούσε δημοκρατία και την οποία ο Ερντογάν εκμεταλλεύτηκε. Επιπλέον, με τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που έκανε προκειμένου να περιθωριοποιήσει το ρόλο του στρατού - αυτός άλλωστε ήταν και ο μοναδικός του σκοπός- άνοιξε το δρόμο για τη συγκρότηση δημοκρατικής κοινωνικής συνείδησης μέσα στην Τουρκία. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και πολιτισμικές. Ο Ερντογάν προσπάθησε να βάλει στο πολιτισμικό επίκεντρο της Τουρκίας μια φαντασιακή Ανατολία, δηλαδή ένα πολιτισμικό πρότυπο, με το Ισλάμ στο επίκεντρο. Και μια νέα ηθική την οποία επιχείρησε να εδραιώσει ως παραδοσιακή, ως έναν πολιτισμό που πάντα υπήρχε στους Τούρκους και είναι ο αγνός τουρκικός πολιτισμός. Αυτό το φαντασιακό πρότυπο, όμως, δεν υπήρχε. Το παρατηρούμε αυτό καθώς γίνονται διαδηλώσεις και σε πόλεις της Ανατολικής Τουρκίας, στην επαρχία και όχι μόνο στις μεγάλες αστικές πόλεις. Αυτό δείχνει ότι ο Ερντογάν επιχείρησε να φτιάξει αυτόν τον τούρκο πολίτη, τον ηθικό, τον ισλαμιστή, τον Ανατολίτη αλλά σε αυτό αντιστέκεται μια κοινωνία που θεωρεί ότι το πολιτισμικό της πρότυπο είναι ένα δημοκρατικό, κοσμικό και εξευρωπαϊσμένο πρότυπο το οποίο ο Ερντογάν δεν μπορεί να διακινήσει.

Ήταν δηλαδή λανθασμένη η εντύπωση που επικρατούσε περί μεγάλης κοινωνικής αποδοχής των πολιτικών του Ερντογάν; Τελικά υπήρχε μια υποβόσκουσα αντίδραση η οποία εμφανίζεται σήμερα;
Αυτή την υποβόσκουσα αντίδραση που λέτε την παρατηρούσα σε κάθε επίσκεψή μου στην Τουρκία. Πρόκειται για μια χώρα, που αντίθετα με όσα νομίζουμε, έχει μεγάλη παράδοση δημοκρατικών διεκδικήσεων. Ο Ερντογάν επιχείρησε να αντικαταστήσει ένα πανίσχυρο θεσμό, όπως είναι ο στρατός, με ένα κόμμα. Να βάλει ένα κόμμα υπεράνω της πολιτικής. Το στρατό δεν μπορούσαν να τον νικήσουν εύκολα οι Τούρκοι, ένα κόμμα όμως είναι πιο εύκολο να το αντιμετωπίσεις. Υπήρχε ισχυρή αντιπολίτευση, η οποία βγαίνει μέσα από την κοινωνία και όσο προχωρούσε το σχέδιο μιας ακραίας νέο-φιλελεύθερης ισλαμοποίησης, αυτή η αντιπολίτευση εντεινόταν. Ανάμεσα στους διαδηλωτές υπάρχουν άνθρωποι μικροαστοί, μικροέμποροι, μικρομαγαζάτορες, οι οποίοι αντιδρούν πολύ έντονα στο γεγονός ότι χάνουν κάθε μέσο επιβίωσης. Όλα αυτά τα πολυκαταστήματα που φτιάχνονται παντού, είναι ο αφανισμός των μικρομεσαίων. Παράλληλα, σύμφωνα με έρευνες, ένα μεγάλο μέρος των διαδηλωτών είναι νέοι άνθρωποι, οι οποίοι ασφυκτιούν μέσα σε ένα αυταρχικό και νέο-φιλελεύθερο μοντέλο που προβάλει ο Ερντογάν. Πριν ξεσπάσουν οι διαδηλώσεις, μίλαγα με μια καθηγήτρια από το Πανεπιστήμιο της Άγκυρας η οποία μου έλεγε ότι ο ρυθμός εντατικοποίησης της παιδείας είναι τεράστιος. Μια κατάσταση όπου χάνεται εντελώς η ουσία της παιδείας και της έρευνας. Δηλαδή στην Τουρκία υπάρχει μια γενιά που μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν μπορεί να αναπνεύσει.

Πώς εξηγείται η αλαζονεία που επιδεικνύει ο Ερντογάν στην αντιμετώπιση της εξέγερσης;
Θεωρώ ότι ο Ερντογάν είναι ίσως ο πιο κεμαλιστής πολιτικός της Τουρκίας. Το λέω αυτό με την εξής έννοια: ότι φαντάστηκε τον εαυτό του ως το νέο Μουσταφά Κεμάλ της Τουρκίας. Ως τον πολιτικό, ο οποίος με τον κανόνα του Ισλάμ στα χέρια θα μπορούσε να λειτουργήσει πατερναλιστικά απέναντι σε αυτή τη κοινωνία, δηλαδή και αυταρχικά. Σε καμία περίπτωση στη δικιά του ιδεολογία δεν γίνεται κατανοητή η αντίθεση απέναντί του. Αυτό φαίνεται και σήμερα όπου μετά από τόσες μέρες διαδηλώσεων, δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει πως κάποιοι αντιδρούν. Εδώ φαίνεται όχι μόνο αλαζονεία αλλά κυρίως ένας αυταρχισμός ιδεολογικά αγκιστρωμένος. Και το Ισλάμ τον βοηθά σε αυτό. Κάτι που λέγαμε ορισμένοι από παλιά είναι ότι με το Ισλάμ ενδιάμεσο δεν μπορείς να έχεις στην Τουρκία δημοκρατικό σύστημα.

Πιστεύετε δηλαδή ότι πλέον, κλονίζεται το σχέδιο Ερντογάν;
Εγώ θεωρώ πως ναι. Αν θέλει να μείνει στην εξουσία θα πρέπει να αλλάξει πολιτική. Από τη στιγμή όμως που ξέσπασαν αυτές οι αντιδράσεις, ακόμα και αν σταματήσουν σε κάποιες μέρες, η πολιτική του Ερντογάν έχει υποστεί ένα τεράστιο ρήγμα. Αποκαλύφθηκε η πολιτική του. Η πλατεία Ταξίμ έχει ένα συμβολικό χαρακτήρα για του Τούρκους. Είναι σύμβολο των δημοκρατικών διεκδικήσεων. Όλες οι Πρωτομαγιές με κυριότερη αυτή του 1977, όλες οι κοινωνικές διεκδικήσεις έχουν γίνει εκεί. Όταν, λοιπόν, αυτό το σύμβολο επιχειρεί να το μετατρέψει σε ένα σύμβολο οθωμανισμού αλλά και αυταρχισμού η αντίδραση θα είναι τεράστια. Ο Ερντογάν έτσι, δείχνει ότι θέλει να αλλάξει, εκ βάθρων, το πολιτισμικό πρότυπο της χώρας, την ταυτότητα του Τούρκου.

Ποια επίδραση θα έχουν αυτές οι εξελίξεις στην τουρκοκυπριακή κοινότητα;
Θεωρώ ότι θα υπάρχουν σημαντικές εξελίξεις εκεί. Μπορεί όχι άμεσα, αλλά σίγουρα σύντομα. Οι Τουρκοκύπριοι μέχρι πρόσφατα είχαν απογοητευτεί, καθώς δεν υπήρχε ισχυρή αντίδραση στα νέο-φιλελεύθερα σχέδια που εφαρμόζονται και στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Πλέον, όμως εμφανίζεται, εντός Τουρκίας, ένας νέος συνομιλητής με τον οποίο μπορούν να επικοινωνήσουν και αυτό είναι ικανό να πυροδοτήσει εξελίξεις.

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

[Τουρκία] Ένα παράδειγμα νεοφιλελεύθερου εθνικισμού: η Τουρκία του Ερντογάν

Ένα από τα σημαντικά χτυπήματα που καταφέρει η οικονομική κρίση δεν είναι μόνο ότι στερεί την αξιοπρέπεια και την υπερηφάνεια μιας κοινωνίας, αφήνοντάς την έρμαιο στα χέρια είτε πολιτικών δυνάμεων που διαχειρίζονται ως ιεραπόστολοι την κρίση –για να μην έρθει η κόλαση– είτε φασιστικών μορφωμάτων που επωφελούνται για να παίξουν τον ρόλο του Μπάτμαν. Είναι και ότι την εγκλωβίζει στα προβλήματά της, στερώντας της το δικαίωμα να οραματίζεται τον εαυτό της σε σχέση με τον κόσμο γύρω της. Αυτή η εσωστρέφεια, την οποία υποδαυλίζουν πολιτικές και μιντιακές ελίτ που αναπαράγουν την εξουσία τους μέσα από τον φόβο και τον επαρχιωτισμό («να κάνουμε αυτό, για να είμαστε Ευρωπαίοι») αποκόπτει την κοινωνία από την επαφή με τον κόσμο στον οποίο ανήκει, της στερεί το δικαίωμα να διεκδικεί δυναμικά το μέλλον της. Τη γνώση και το πεπρωμένο της κοινωνίας το αναλαμβάνουν προνομιακά και αδιαφανώς πολιτικές και πνευματικές ελίτ οι οποίες, όπως διαχειρίζονται την οικονομική κρίση, διαχειρίζονται και την ένταξη μιας αποκαμωμένης από τα προβλήματα κοινωνίας στον κόσμο γύρω της: μέσα από μια διαδικασία υποταγής στο όραμα ενός νέου κόσμου που άλλοι ετοίμασαν γι’ αυτήν.

Στον άμεσο περίγυρό μας διαφαίνεται η σύγκρουση Τουρκίας-Συρίας. Για να αντιληφθούμε τις πιθανές συνέπειές της, πρέπει να ξανασκεφτούμε τους γείτονές μας και τις αλλαγές που υφίστανται ή προωθούν. Ας ξανασκεφτούμε λοιπόν καταρχάς τον άμεσο γείτονα, την Τουρκία, και μέσα από αυτήν την ευρύτερη γειτονιά μας. «Τα παιδιά των Οθωμανών δεν μπορούν να καταδικαστούν να μένουν στην Άγκυρα» δήλωνε ο Ταγίπ Ερντογάν τον Φεβρουάριο του 2010, ενώ τον Ιούνιο του 2011 διαπίστωνε ότι «το Σαράγεβο, η Βαγδάτη, η Καμπούλ, η Δαμασκός, το Κάιρο, η Βεγγάζη και ολόκληρος ο κόσμος έχουν στραμμένα τα μάτια τους στην Κωνσταντινούπολη». Σε αυτά τα λόγια αναδεικνύονται συμβολικά οι μεγάλες αλλαγές στην πολιτική της Τουρκίας. Πρώτον, μετατόπιση του κέντρου βάρους από την Άγκυρα στην Κωνσταντινούπολη, μετατόπιση που σηματοδοτεί μια ευθεία και βαθιά ρήξη με τον κεμαλισμό, που είχε επίκεντρο την Άγκυρα. Δεύτερον, μετάβαση από τον ρεπουμπλικανικό, κεμαλικό εθνικισμό σε ένα αυτοκρατορικού τύπου μεγαλείο, το οποίο μόνο μια πάλαι ποτέ αυτοκρατορική πρωτεύουσα μπορεί να ενσαρκώσει. Η επαναφορά της Κωνσταντινούπολης έπειτα από 100 σχεδόν χρόνια ως κέντρου αναφοράς, όχι μόνο της Τουρκίας αλλά κι ενός ευρύτερου χώρου, σημαίνει ότι η πολιτική εξουσία διεκδικεί ενός νέου τύπου ηγεμονία, σε ένα νέο χώρο. Πρόκειται για σημαντική αλλαγή, η οποία αποκαλείται συνήθως νεο-οθωμανισμός· επί της ουσίας όμως πρόκειται για έναν τουρκικό, νεοφιλελεύθερο εθνικισμό, ο οποίος διεκδικεί ιστορική νομιμοποίηση από το οθωμανικό παρελθόν, για την παραγωγή ενός εν δυνάμει τουρκικού γεωπολιτισμικού, ίσως και γεωπολιτικού χώρου.

Ο τουρκικός νεο-εθνικισμός του μεγαλείου, στον οποίο για πρώτη φορά συνυπάρχουν αρμονικά ο τουρκισμός και ο ισλαμισμός και με τον οποίο εκτουρκίζεται το οθωμανικό παρελθόν, χρονολογείται από την εποχή του Τουργκούτ Οζάλ (δεκαετία 1980), κωδικοποιήθηκε το 2001 με το βιβλίο του Αχμέτ Νταβούτογλου (Στρατηγικό βάθος: Η διεθνής θέση της Τουρκίας) και η εκπλήρωσή του διεκδικείται από το ισλαμικό κόμμα του Ερντογάν (ΑΚΠ). Ο νεο-εθνικισμός του ΑΚΠ δεν επιδιώκει την αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με όρους παραδοσιακής επεκτατικής πολιτικής· με το συμβολικό και ιστορικό οπλοστάσιο που αυτή προσφέρει, επιδιώκεται η ηγεμονία της Τουρκίας σε μια μεγάλη περιοχή. Με άλλα λόγια, ο νεο-εθνικισμός του ΑΚΠ αποτελεί μεταφορά του νεοφιλελευθερισμού στην τουρκική διάλεκτο. Μέσα από την επανεπινόηση και επικαιροποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το ΑΚΠ κατασκευάζει ένα νέο τουρκικό όραμα, στο οποίο εμπερικλείεται το κεμαλικό (αλλά είναι πιο μεγαλειώδες από αυτό), παράγοντας έναν μεγάλο πολιτισμικό και οικονομικό χώρο προς εξάπλωση: έναν παγκόσμιο μουσουλμανικό χώρο, με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. Η μηχανή προώθησης αυτού του οράματος είναι η οικονομία, ενώ ο δίαυλος ηθικής και ιστορικής νομιμοποίησης της ομογενοποίησης του χώρου υπό την ηγεμονία της Τουρκίας είναι το οθωμανικό παρελθόν και το Ισλάμ. Η Τουρκία του Ερντογάν επαναπροσδιορίζει έναν φυσικό, ως εκ της Ιστορίας και της θρησκείας, ιδιαίτερο χώρο, του οποίου διεκδικεί την ένταξη, υπό την ηγεσία της, στην παγκόσμια νεοφιλελεύθερη οικονομία. Σύμφωνα με τον Ερντογάν, «σήμερα η Τουρκία είναι η 17η οικονομία του κόσμου. Λίγα χρόνια πριν ήταν η 26η. Ως μέλος των G20, συμμετέχουμε στο σχεδιασμό του οικονομικού μέλλοντος του πλανήτη». Ως εκ τούτου «είναι μεγάλη χώρα και [γι’ αυτό] πρέπει να έχουμε μεγάλες ιδέες και υψηλούς στόχους». Προς εκπλήρωση του υψηλού στόχου –της παγκόσμιας οικονομικής δύναμης– το τουρκικό κράτος αναλαμβάνει μια νέα αποστολή: να λειτουργεί ως εμπορικό κράτος, μέρος μιας παγκόσμιας στρατηγικής για την παραγωγή ενός ιδιαίτερου γεωπολιτικού χώρου, του οποίου η Τουρκία εγγυάται την ομογενοποίηση, την ειρήνη και τη σταθερότητα για την απρόσκοπτη εμπορευματοποίησή του.

Στο πλαίσιο των υψηλών στόχων, η τουρκική εξωτερική πολιτική συγκροτείται με άξονα τη νέα αποστολή του τουρκικού έθνους: να συμβάλει ηγεμονικά στον «εκπολιτισμό» του μουσουλμανικού κόσμου, στην πολιτική και πολιτισμική μεταρρύθμισή του. Η Τουρκία λοιπόν, ως προστάτιδα δύναμη των λαών μουσουλμανικού θρησκεύματος, τίθεται στο πλευρό των «καταδυναστευόμενων εναντίον των δυναστών» –κατά τη διατύπωση του Ερντογάν– και ενισχύει την προώθηση στον μουσουλμανικό κόσμο ενός παγκόσμιου, δημοκρατικού και οικονομικού πολιτισμού. Σύμφωνα με αυτή την αποστολή, υπερασπίζεται τα αντικαθεστωτικά κινήματα στη Μέση Ανατολή αλλά και τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο απέναντι στους «απίστους» — κυρίως το Ισραήλ.

Η ρήξη με το Ισραήλ σηματοδοτεί τη ρήξη του παραδοσιακού «δυτικού άξονα» στη Μέση Ανατολή (Τουρκία-Ισραήλ): η Τουρκία, με όχημα το Ισλάμ και το οθωμανικό παρελθόν, διεκδικεί τον ρόλο της προστάτιδας δύναμης στην περιοχή, της ήπιας δύναμης (soft power), σ’ έναν κόσμο σε πλήρη μετάβαση και αναταραχή. Ωστόσο, ενώ ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός εμφανίζεται ως φορέας δημοκρατίας, ειρήνης και σταθερότητας υπό την ηγεμονία μιας πολιτικής-οικονομικής δύναμης, για να λειτουργεί ως τέτοιος, πρέπει να εμπεριέχει την έννοια της «σκληρής δύναμης» (hard power). Ας δούμε το παράδειγμα των Κούρδων στην Τουρκία. Στην αρχή αντιμετωπίστηκαν ως μια εθνοτική κοινότητα της Τουρκίας στην οποία αναγνωρίστηκαν ιδιαιτερότητες (γλώσσα) και, μέσω του προγράμματος για την οικονομική ανάπτυξη, επιδιώχθηκε η ένταξή τους στην πλειοψηφία. Όταν ωστόσο τα μέτρα δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα, η κυβέρνηση Ερντογάν έκανε χρήση της παλιάς δοκιμασμένης μεθόδου: της «σκληρής δύναμης». Η διαφαινόμενη σύγκρουση Τουρκίας-Συρίας καταδεικνύει ότι η παραγωγή ενός μεγάλου, γεωπολιτισμικού, γεωπολιτικού χώρου δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς συγκρούσεις. Για να εκπολιτιστεί ο μουσουλμανικός κόσμος υπό την προστάτιδα ηγεσία της Τουρκίας, η τελευταία πρέπει να είναι έτοιμη να δράσει όχι μόνο ως ήπια αλλά και ως σκληρή δύναμη.

Από αυτό το σημείο αρχίζουν τα δύσκολα. Η μεταμοντέρνα αντίληψη περί αυτοκρατοριών, που θεωρεί ότι αποτέλεσαν παράγοντες ειρήνης, σταθερότητας και αρμονικής συνύπαρξης των πληθυσμών, είναι ανιστόρητη. Καμιά αυτοκρατορία δεν επιβλήθηκε ως φορέας ενότητας ενός μεγάλου χώρου χωρίς όπλα, και επομένως την υποταγή των ντόπιων πληθυσμών σε αυτή: είτε πρόκειται για τις παραδοσιακές αυτοκρατορίες είτε για τις αποικιακές. Επομένως, σήμερα, η επανεπινόηση αυτοκρατορικών σχημάτων –πολιτικών, πολιτισμικών ή οικονομικών– δεν συνεπάγεται ειρήνη και σταθερότητα, τον επαναπροσδιορισμό των λαών και της πολιτικής με όρους εθνο-θρησκευτικούς και φυλετικό-πολιτισμικούς, με όρους δηλαδή ενός «εκδημοκρατισμένου» αυταρχισμού. Ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός, όπως αυτός του ΑΚΠ, στον οποίο απαραιτήτως εμπεριέχεται και ο παραδοσιακός, σκληρός εθνικισμός, είναι εκ των πραγμάτων φορέας, εσωτερικού καταρχάς, αυταρχισμού, έστω και μέσα από δημοκρατικά σχήματα. Στον νεοφιλελεύθερο εθνικισμό λοιπόν, όπου η πολιτική αντιμετωπίζεται με αυτοκρατορικούς όρους, ο λαός ορίζεται ως νεο-μιλέτ (κοινότητα με εθνοθρησκευτικές, πολιτισμικές ιδιαιτερότητες), που η επιβίωσή του –πολιτική, πολιτισμική, οικονομική– εξαρτάται από τον βαθμό υπακοής και υποταγής.

Η αντίσταση σε αυτό τον κλιμακούμενο νεο-εθνικισμό δεν είναι ο παραδοσιακός εθνικισμός, ο οποίος άλλωστε συμμερίζεται τη φυλετική, εθνοθρησκευτική διάκριση του κόσμου. Αντίσταση σημαίνει μάχη με όρους ταξικής και ιδεολογικής επανοριοθέτησης του έθνους και της εθνικής κυριαρχίας. Η εξέγερση, στη Μέση Ανατολή ή αλλού, η οποία απολήγει σε θρησκευτικών αναφορών πολιτική, μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή του παλαιού αυταρχικού καθεστώτος, αλλά ξαναμπάζει από το παράθυρο, αφού αφήνει ελεύθερο τον δρόμο για άλωση από τον νεοφιλελευθερισμό. Η δημοκρατία, όταν διεκδικείται με θρησκευτικούς ή εθνικιστικούς όρους, στο βάθος δείχνει και πάλι νεοφιλελευθερισμό. Στην αυτοκρατορική λογική του νεοφιλελευθερισμού, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε εθνικιστική ούτε θρησκευτική, αλλά μόνο διεθνιστική. Η διεθνιστική «παραγωγή» χώρων κοσμικής, εθνικής πολιτικής συνιστά, κατά τη γνώμη μου, το μοναδικό όπλο αντίστασης στον νεοφιλελεύθερο εθνικισμό.


Κυριακή 20 Μαΐου 2007

[Τουρκία] Η Τουρκία σε κρίση ή σε φάση μιας δραματικής "ενηλικίωσης"

Τους τελευταίους μήνες κάτι σοβαρό συμβαίνει στη γείτονα χώρα. Όλοι μιλούν για κρίση, για μια μεγάλη κρίση με απρόβλεπτες συνέπειες μεταξύ των οποίων --τουλάχιστον κατά τη γνώμη κάποιων-- ακόμη κι ένα νέο στρατιωτικό πραξικόπημα. Το τι θα γίνει στην Τουρκία, έτσι κι αλλιώς, ούτε μπορούμε να το προβλέψουμε ούτε και έχει καμιά σημασία να το προσπαθήσουμε. Αυτό ωστόσο που προς το παρόν μπορούμε να ανιχνεύσουμε --όσο κι εάν αυτό είναι δυνατόν-- είναι η φύση και ο χαρακτήρας αυτής της κρίσης, να εντοπίσουμε τα μέτωπα που διαμορφώνονται στο πλαίσιο της.

Η πρώτη εύκολη ανάγνωση της σημερινής κατάστασης στην Τουρκία οδηγεί στη διαπίστωση ότι η κρίση προκύπτει από τη σύγκρουση δύο μετώπων: του πολιτικού Ισλάμ, με κύριο εκφραστή τον Ερντογάν και το κόμμα του, από τη μια μεριά, και τον κεμαλισμό, με κύριο εκφραστή τον στρατό και τα κεμαλικά, καθοδηγούμενα από τον στρατό, κόμματα, όπως το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα του Μπαϋκάλ. Η σύγκρουση, μάλιστα, ανάμεσα στα δύο μέτωπα θεωρείται από πολλούς ως σύγκρουση για τη δημοκρατία, για τον πλήρη εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος.

Σε αυτό το πλαίσιο η σύγκρουση έχει τα εξής χαρακτηριστικά: το μέτωπο Ερντογάν είναι το μέτωπο της δημοκρατίας και του εκδημοκρατισμού, στο οποίο η θρησκεία παίζει δευτερεύοντα ρόλο, που όχι μόνο δεν θέτει σε κίνδυνο τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους, αντιθέτως ενισχύει τον εκδημοκρατισμό αφού το Ισλάμ επιτρέπει την πολιτικοποίηση της μεγάλης και οικονομικά αδύναμης μάζας του τουρκικού λαού. Το άλλο μέτωπο, αυτό του στρατού, είναι ένα μέτωπο που, με πρόσχημα την απειλή του Ισλάμ, με πρόσχημα τον κίνδυνο για το κοσμικό κράτος, υπονομεύει τη δημοκρατία και τον εκδημοκρατισμό, αφού στο όνομα της απειλής νομιμοποιεί την παρουσία του στρατού στον δημόσιο χώρο και την ανοιχτή ή σχεδόν ανοιχτή ανάμιξή του στην πολιτική ζωή της Τουρκίας.

Αυτή η ανάλυση μοιάζει σωστή, πολύ περισσότερο που τα περισσότερα στοιχεία στα οποία βασίζεται έχουν αληθοφάνεια ("συνταγματικό" πραξικόπημα του στρατού). Ωστόσο, σε αυτή την ανάλυση υποτιμούνται δύο παράγοντες. Ο ένας είναι το Ισλάμ στην Τουρκία, το οποίο πολλοί αναλυτές, κυρίως στην Ελλάδα, αντιμετωπίζουν ως ιδιαίτερη περίπτωση, ως δίαυλο εκδημοκρατισμού στο πλαίσιο ενός αυταρχικού καθεστώτος. Ο δεύτερος παράγοντας που έχει υπεισέλθει είναι ένας νέος παράγοντας του οποίου δεν μπορούμε ακόμη να εκτιμήσουμε την βαρύτητα: Είναι οι ογκωδέστατες διαδηλώσεις εκατοντάδων χιλιάδων Τούρκων κατά του Ερντογάν και υπέρ του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους. Σε όλες τις μεγάλες πόλεις (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη και άλλες) οι Τούρκοι που διαδηλώνουν κατά του Ερντογάν, οι Τούρκοι που θεωρούν την εκλογή ισλαμιστή προέδρου άμεση απειλή για τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους ξεπερνούν κατά πολύ πλέον το ένα εκατομμύριο. Ακόμη και με το δεδομένο ότι πράγματι ένα μέρος των διαδηλωτών, ακόμη και μεγάλο, είναι κατευθυνόμενο από τον στρατό, τα κεμαλικά κόμματα και τις οργανώσεις της "ατατουρκικής σκέψης", αυτό δεν αλλοιώνει την ουσία των διαδηλώσεων. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Τουρκίας φαίνεται να διεκδικείται μαζικά με τέτοια ένταση ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους, ο ρεπουμπλικανικός του χαρακτήρας, έτσι όπως τον ενσαρκώνει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Αυτές οι διαδηλώσεις λοιπόν μας υποχρεώνουν να δούμε την κρίση και από μια άλλη οπτική. Η πρώτη παρατήρηση που μπορούμε να κάνουμε υπό το φως των διαδηλώσεων είναι η εξής: αν ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους αποτελούσε επί δεκαετίες την αδιαμφισβήτητη αξία του ιερού κανόνα --του κεμαλισμού--, αν λοιπόν ο στρατός ως ο εγγυητής του κεμαλικού κανόνα εξασφάλιζε και μόνο με την παρουσία του τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους ερήμην και εναντίον του λαού, σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αν λοιπόν κάποτε ο κοσμικός χαρακτήρας επιβλήθηκε από πάνω εναντίον του Ισλάμ, της θρησκείας του λαού, σήμερα ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους διεκδικείται στις διαδηλώσεις ως αξία του λαού εναντίον της θρησκείας. Τελικά, οι ογκώδεις διαδηλώσεις, κατευθυνόμενες ή μη, δείχνουν κάτι σημαντικό: μπορεί η εκκοσμίκευση να επιβλήθηκε από πάνω και αυταρχικά ως ιερή αξία του κεμαλισμού, ωστόσο ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους έχει σήμερα λαϊκό έρεισμα στην Τουρκία, και μάλιστα αρκετά ισχυρό. Μεγάλο μέρος πλέον του λαού της Τουρκίας θεωρεί ότι το Ισλάμ συνιστά πραγματική απειλή.

Οι παραπάνω πρόχειρες και απλές παρατηρήσεις μάς υποχρεώνουν να προσεγγίσουμε διαφορετικά την κρίση στην Τουρκία. Η ανάλυση περί δύο μετώπων (Ερντογάν εναντίον στρατού, δημοκρατία εναντίον στρατοκρατικού καθεστώτος) αποδεικνύεται ανεπαρκής για να αποδώσει το μέγεθος και το ιστορικό βάθος της κρίσης στην Τουρκία. Καταρχάς, ποια είναι η πραγματική απειλή όχι μόνο σήμερα αλλά μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα για την Τουρκία, η πραγματική απειλή για τη δημοκρατία; Το Ισλάμ ή ο στρατός; Η αυτονόητη απάντηση είναι βεβαίως ο στρατός, ο οποίος προσχηματικά χρησιμοποιεί την απειλή του Ισλάμ για να κηδεμονεύει την πολιτική εξουσία. Αυτό σημαίνει ότι το Ισλάμ στην πολιτική ζωή της Τουρκίας ήταν και παραμένει το μέσον αντίστασης στην αυταρχικότητα του κεμαλισμού και του φορέα του –του στρατού. Το μέσον αντίστασης στον βίαιο εθνικισμό του κεμαλισμού. Τα αυτονόητα όμως στη συγκυρία κρίσης που βρίσκεται η Τουρκία παύουν να είναι αυτονόητα. Η εκτίμηση ότι το πολιτικό Ισλάμ σήμερα στην Τουρκία είναι ένα μετριοπαθές Ισλάμ που δεν απειλεί καθόλου το κοσμικό κράτος, αντιθέτως επιτρέπει την έκφραση της θρησκευτικότητας του λαού της Τουρκίας, επομένως αποτελεί τον φορέα και την έκφραση του εκδημοκρατισμού στην Τουρκία, ακόμη κι αν φαίνεται σωστή συγκυριακά, δεν είναι. Το Ισλάμ ως δίαυλος πολιτικής έκφρασης δεν αποτέλεσε ιστορικά το μέσον εκδημοκρατισμού στην Τουρκία~ αποτέλεσε το μέσον ενίσχυσης του αυταρχισμού, μέσα από την ενίσχυση του πιο ακραίου εθνικισμού.

Ισλάμ και κεμαλισμός

Με αυτή την έννοια, το πολιτικό Ισλάμ στην Τουρκία βάδισε επί μακρόν παράλληλα με τον στρατό και τα συντηρητικά κεμαλικά κόμματα, σε μια σχέση αλληλοεξυπηρέτησης. Συγχρόνως όμως τα δύο μέτωπα βάδιζαν και ανταγωνιστικά το ένα απέναντι στο άλλο. Αν ο στρατός στο όνομα της ιερής αξίας του κοσμικού κράτους αντιμετώπιζε καχύποπτα και ανταγωνιστικά το πολιτικό Ισλάμ, το δεύτερο αντιμετώπιζε ανταγωνιστικά τον στρατό όχι στο όνομα της δημοκρατίας αλλά στο όνομα του φορέα των αρχών του έθνους. Το πολιτικό Ισλάμ, με δίαυλο τη θρησκεία, προσπαθούσε να επιβληθεί ως ισχυρότερος από τον στρατό φορέας του τουρκισμού στο όνομα της ιερότητας του έθνους. Από τη μια μεριά λοιπόν το Ισλάμ αποτέλεσε, σε πολιτικό επίπεδο, το "λαϊκό" σωσίβιο του κεμαλισμού προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της ιερότητας των αρχών και των αξιών του τουρκικού έθνους, δηλαδή του κεμαλισμού. Από την άλλη ωστόσο, ακριβώς λόγω αυτής του της εργαλειοποίησης, απειλούσε τους φορείς αλλά και τις αξίες του κεμαλισμού, κυρίως τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους.

Το κόμμα του Ερμπακάν δείχνει καθαρά όσα ανέφερα παραπάνω. Η δημιουργία αυτού του κόμματος συμπίπτει με την περίοδο κατά την οποία ενισχύεται, κυρίως μετά το πραξικόπημα του 71, ο αυταρχισμός του κράτους και ένας προσχηματικά ή μη αντιιμπεριαλιστικός εθνικισμός. Το Ισλάμ του Ερμπακάν ενισχύει ακριβώς τον αυταρχικό και εθνικιστικό χαρακτήρα του κράτους, ενισχύει τη δεξιά πλευρά του κεμαλισμού. Στη δεκαετία του 70 λειτουργεί ακριβώς ενισχυτικά για την πιο ακραία εθνικιστική και ιερή λογική του κεμαλισμού, ακόμη κι αν μέσα από αυτό εκφράζονται αντικεμαλικά στοιχεία. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη κυβέρνηση μετά το πραξικόπημα του 71 συγκροτείται από τη συμμαχία του πλέον κεμαλικού κόμματος, αυτού του Ετζεβίτ (Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα) και του πολιτικού Ισλάμ του Ερμπακάν. Θα έλεγα μάλιστα ότι με το πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν η αντιιμπεριαλιστική πολιτική της Αριστεράς της δεκαετίας του 60 απονομιμοποιείται. Ο αντιιμπεριαλισμός της Αριστεράς εξουδετερώνεται από έναν προσχηματικά αντιϊμπεριαλιστικό, στην ουσία ακραίο εθνικισμό.

Στη δεκαετία του 80, και μετά το τρίτο πραξικόπημα, ο κεμαλισμός ενσωματώνει με το κόμμα του Οζάλ τα πιο "χρήσιμα" στοιχεία του Ισλάμ στην αυτοκρατορικής λογικής τουρκοϊσλαμική σύνθεση. Μέσα από αυτή τη σύνθεση επιτυγχάνεται για πρώτη φορά, με τη συμβολή του Ισλάμ, η κεμαλοποίηση του οθωμανικού παρελθόντος, δηλαδή η ενίσχυση ακόμη περισσότερο του εθνικισμού και του τουρκικού μεγαλείου. Ακόμη κι αν το πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν εμφανίζεται όλο και περισσότερο ως αντικεμαλικό (κυρίως στη δεκαετία του 90), ακόμη κι αν πράγματι εκφράζει τις αδύναμες οικονομικά και περιθωριοποιημένες μάζες, ωστόσο το Ισλάμ είναι το μέσον ενίσχυσης της αντίληψης περί αταξικής κοινωνίας, μέσον κυρίως ενίσχυσης του φονταμενταλιστικού εθνικισμού, μέσον ενίσχυσης του αυταρχισμού και της ιερότητας του κράτους. Η όλη σύγκρουση ανάμεσα στον Ερμπακάν και τον στρατό θα μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής: Ποιος εκφράζει αποτελεσματικότερα έναν φονταμενταλιστικό εθνικισμό; Ο στρατός με όχημα τις κεμαλικές αξίες του τουρκικού έθνους ή το πολιτικό Ισλάμ με όχημα τη θρησκεία του λαού; Και στις δύο περιπτώσεις, έστω και με διαφορετικό τρόπο, η δημοκρατία αποδυναμώνεται.

Το κοσμικό κράτος, όπλο του εθνικισμού ή προϋπόθεση του εκδημοκρατισμού;
Το πολιτικό Ισλάμ του Ερντογάν με μια αρκετά ισχυρή πλέον μεσαία αστική τάξη που διεκδικεί την εξουσία στο όνομα της ισλαμικότητάς της –το "πράσινο κεφάλαιο" της Τουρκίας- είναι η πρώτη φορά που αισθάνεται αρκετά ισχυρό ώστε να διεκδικήσει το ίδιο το κράτος εναντίον του στρατού. Η κυβέρνηση Ερντογάν, έχοντας τη συγκυρία με το πλευρό της --την ευνοϊκή ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας-- διεκδίκησε την ανάδειξη του Ισλάμ ως του αποτελεσματικότερου μέσου για την εγγύηση της μιας από τις δύο σημαντικότερες αξίες του κεμαλισμού: του δυτικού, ευρωπαϊκού χαρακτήρα του κράτους. Με άλλα λόγια, διεκδίκησε, όχι τόσο τον εκδημοκρατισμό, αλλά την αποτελεσματικότερη διαχείριση του τουρκισμού. Είναι βεβαίως γεγονός ότι στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας, η πίεση από την Ευρωπαϊκή Ένωση για μεταρρυθμίσεις συνεπαγόταν αλλαγές προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού. Ωστόσο, η κυβέρνηση Ερντογάν δεν τόλμησε, ή δεν θέλησε να τολμήσει, να θέσει σε αμφισβήτηση ούτε καν τον νόμο 301 περί τουρκικότητας. Δεν τόλμησε ή δεν θέλησε να τολμήσει να αρπάξει την ευκαιρία μετά τη δολοφονία του Αρμένιου Χρ. Ντικ όταν χιλιάδες Τούρκοι διαδήλωναν στους δρόμους, με το σύνθημα "είμαστε όλοι Αρμένιοι", και να καταργήσει τον νόμο. Δεν μπορεί να μιλά κανείς για εκδημοκρατισμό στην Τουρκία χωρίς να έχει τη θέληση να πριονίσει αποφασιστικά τα ερείσματα του εθνικισμού.

Ας δεχτούμε, παρά ταύτα, ότι το μετριοπαθές Ισλάμ του Ερντογάν δεν τόλμησε να χτυπήσει τον εθνικισμό λόγω της απειλής του στρατού. Η μόνιμη ωστόσο επίκληση της απειλής -απειλή ο στρατός για το Ισλάμ, απειλή το Ισλάμ για τον στρατό--, μήπως τελικά ενισχύει τον αυταρχισμό, και κυρίως τον εθνικισμό; Αν δούμε και πάλι τη σύγκρουση των δύο μετώπων (πολιτικό Ισλάμ, στρατός) υπό το φως της ιστορίας του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία, όπως πολύ σχηματικά την περιέγραψα, θα λέγαμε ότι η σύγκρουση ανάμεσα στους δύο συνοψίζεται ως εξής: Ποιος εκφράζει πιο αποτελεσματικά τον ιερό χαρακτήρα των αξιών του έθνους; Ποιος είναι ο πιο αυθεντικός και αποτελεσματικός δίαυλος συνοχής και ενότητας του έθνους: ένα κράτος μουσουλμανικό και, προς το παρόν, εξευρωπαϊσμένο ή ένα κράτος κοσμικό; Με αυτό το ερώτημα αναβιώνει στην Τουρκία μια πολύ παλιά σύγκρουση -- που σχεδόν ποτέ δεν σταμάτησε -- που άρχισε από τα μέσα του 19ου αιώνα και με διαφορετικούς τρόπους επανεμφανιζόταν στο προσκήνιο. Αν στον 19ο αιώνα το ερώτημα τέθηκε με κύριο γνώμονα τη σωτηρία του κράτους (ποιος μπορεί να είναι ο πιο αποτελεσματικός σωτήρας του κράτους; Το Ισλάμ, δίαυλος και νομιμοποιητής του εκδυτικισμού, ή ο εκδυτικισμός, νομιμοποιητής της περιθωριοποίησης του Ισλάμ;), στη συνέχεια, κυρίως με τους Νεότουρκους, το ερώτημα διαφοροποιήθηκε: Ποιος μπορεί να σώσει το κράτος; Ένα εκδυτικισμένο μιλλέτι ή το τουρκικό έθνος; Ο Μουσταφά Κεμάλ έδωσε την απάντηση: Το τουρκικό έθνος έσωσε το κράτος, αλλά και το κοσμικό, δυτικό κράτος σώζει εσαεί το έθνος.

Η σύγκρουση σήμερα, και λόγω διεθνούς αλλά και ευρωπαϊκής συγκυρίας, επικεντρώνεται στο ποιος είναι ο πιο αποτελεσματικός σωτήρας του κράτους στο όνομα του έθνους. Ο Ερντογάν διεκδικεί την εκλογή Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας από τον χώρο του πολιτικού Ισλάμ, στο όνομα του μιλλετιού. Αυτός ο παλιός γνώριμος όρος που επανέρχεται στο πολιτικό προσκήνιο ούτε αθώος είναι ούτε απλός. Ο Ερντογάν διεκδικεί την ψήφιση του προέδρου όχι από τον λαό (|χαλκ|), ούτε από το έθνος (|ουλούς|), αλλά από το |μιλλέτι|. Ο όρος αυτός παραπέμπει σε ένα εθνοθρησκευτικό σύνολο, σε ένα έθνος-θρησκευτική κοινότητα, σε ένα τουρκικό έθνος-μουσουλμανική κοινότητα. Με τον όρο μιλλέτι σήμερα επιτυγχάνεται η πλήρης ταύτιση τουρκισμού και ισλαμισμού. Αναδεικνύεται το Ισλάμ ως ο φορέας και εγγυητής της τουρκικότητας --και όχι της δημοκρατικότητας-- του έθνους. Η εργαλειοποίηση του Ισλάμ με τέτοιους όρους αφήνει εν δυνάμει τα περιθώρια (ανεξαρτήτως των προθέσεων του κόμματος Ερντογάν) για τη διεκδίκηση στο μέλλον (κοντινό ή απώτερο) ενός ισλαμιστικού κράτους; Την απάντηση σε αυτό το ερώτημα μόνο έμμεσα μπορούμε να την προσεγγίσουμε, αν αναλύσουμε λίγο το άλλο μέτωπο της σύγκρουσης. Αυτό ωστόσο που με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε είναι το πολιτικό Ισλάμ, ακόμη και το μετριοπαθές, ενισχύει και με δίαυλο τη θρησκεία, τον φονταμενταλισμό --θρησκευτικό ή, στον αντίποδα, κοσμικό.

Το άλλο μέτωπο, ο στρατός, στο τελεσίγραφό του προς τον Ερντογάν, καταλήγει με μια χαρακτηριστική διατύπωση: "Ο στρατός θα είναι πάντα εναντίον αυτών που δεν λένε: Τι ευτυχής να μπορείς να λες ότι είσαι Τούρκος". Αυτή η διάσημη ρήση ("Τι ευτυχής να μπορείς να λες ότι είσαι Τούρκος") του Μουσταφά Κεμάλ επιστρατεύεται πάλι από τον στρατό, προκειμένου να ορίσει τα όρια της τουρκικότητας και να απονομιμοποιήσει το πολιτικό Ισλάμ ως εκφραστή και εγγυητή της τουρκικότητας. Στο όνομα του κοσμικού κράτους και της κοσμικής ταυτότητας του τουρκισμού, ο στρατός ενισχύει από την πλευρά του τον εθνικισμό, καθιστώντας το κοσμικό κράτος αδιαπραγμάτευτη αξία του έθνους.

Πράγματι, στο όνομα του κοσμικού κράτους συσπειρώνονται αυτή τη στιγμή στην Τουρκία τα πιο εθνικιστικά στοιχεία, οργανώσεις, κ.λπ., που αντιμετωπίζουν τον Ερντογάν ως προδότη και το Ισλάμ ως δίαυλο υποταγής του έθνους στη Δύση. Ωστόσο, αυτή είναι η μια όψη του νομίσματος. Οι διαδηλώσεις στην Τουρκία σήμερα δείχνουν ότι, αν το πολιτικό Ισλάμ εξέφρασε κάποτε τις περιθωριοποιημένες ομάδες του πληθυσμού και αποτέλεσε, για κάποιους, το μέσον αντίστασης στο αυταρχικό κράτος και τον στρατό, σήμερα η διεκδίκηση του κοσμικού κράτους συσπειρώνει κι ένα μέρος του λαού --μάλιστα και περιθωριοποιημένες μάζες-- που με όπλο το κοσμικό κράτος προσπαθεί να αποτρέψει την απειλή του Ισλάμ. "Ούτε στρατός ούτε μαντίλα" είναι το κεντρικό σύνθημα αυτών των διαδηλώσεων, ένα σύνθημα που εκφράζει τη διεκδίκηση για τον εκδημοκρατισμό με όρους πλέον πολιτικούς, μακριά από την κηδεμονία του στρατού και το καταφύγιο της θρησκείας.

Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά. Τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, οι διαδηλώσεις, παρά το σύνθημα, δεν φαίνεται να διαμορφώνουν έναν πολιτικό χώρο που να ξεφεύγει από τα όρια που θέτει το κατεξοχήν κεμαλικό κόμμα του Μπαϋκάλ και ο ίδιος ο στρατός. Δεν συγκροτούν εν δυνάμει έναν πολιτικό χώρο που να χτυπά τον εθνικισμό και τον τουρκισμό, έτσι όπως τον ορίζει, είτε το πολιτικό Ισλάμ --μιλλέτ-- είτε ο στρατός και το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα. Δεν απαντάνε οι διαδηλώσεις στο μείζον πρόβλημα του εθνικισμού, αντιθέτως "σέρνονται", αν δεν συμμερίζονται την αρχή του ουλουσαλτζιλίκ (εθνικιστικότητα), που στην ουσία σημαίνει κοσμικός εθνικισμός, ένας εθνικισμός που διεκδικείται ως αντιϊμπεριαλιστικός και ως αντιϊσλαμιστικός στο όνομα του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους. Ένας εθνικισμός "εναντίον της Δύσης, με όπλο τις δυτικές αξίες του έθνους".

Η κατάσταση στην Τουρκία είναι κρίσιμη, όχι γιατί συγκρούεται η δημοκρατία (:Ερντογάν) με τον αυταρχισμό, αλλά γιατί η σύγκρουση, προς το παρόν, ενισχύει τον πιο φονταμενταλιστικό εθνικισμό. Η διεκδίκηση του κοσμικού κράτους αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, πρόκριμα για έναν ουσιαστικό εκδημοκρατισμό, όμως μέχρι στιγμής αυτή η διεκδίκηση είναι ιδεολογικά εγκλωβισμένη σε έναν ακραίο αντιδυτικό εθνικισμό που από την πλευρά του εν δυνάμει ενισχύει τον ισλαμιστικό φονταμενταλισμό.


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]