Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνικά κινήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνικά κινήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

[Ευρώπη] Ποια Ευρώπη θέλουμε

Οι ευρωεκλογές, αλλά και οι αυτοδιοικητικές εκλογές είναι ιστορικής σημασίας για τον ΣΥΡΙΖΑ, για την ελληνική κοινωνία, για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες επίσης. Σε αυτές τις εκλογές δεν κρίνεται μόνο η δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ κρίνεται η δύναμη της φωνής της ελληνικής κοινωνίας στην Ελλάδα και την Ευρώπη, κρίνεται η δύναμη αντίστασης των ευρωπαϊκών λαών. Συντρόφισσες και σύντροφοι η Ελλάδα σήμερα, αλλά και οι περισσότερες ευρωπαϊκές κοινωνίες δέχονται μια ανελέητη επίθεση. Μια επίθεση που έχει ενορχηστρωθεί από τις πιο συντηρητικές δυνάμεις της Ευρώπης, μέσα στις οποίες είναι και η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου. Η ελληνική κοινωνία έχει στην κυριολεξία γονατίσει.

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

[Τουρκία - πάρκο Γκεζί] Η Τουρκία των δύο Τουρκιών;

Όλα ξεκίνησαν όπως κι αλλού μέσω διαδικτύου δι’ ασήμαντον αφορμή, κι όλα πήγαν κάπου που ούτε οι πρώτοι διαδηλωτές της πλατείας Ταξίμ μπορούσαν να φαντασθούν. Το σχέδιο του πρωθυπουργού Ερντογάν για την οθωμανο-εμπορική ανάπλαση του πάρκου Γκεζί αποτέλεσε τη θρυαλλίδα που άναψε μια μεγάλη φωτιά γύρω από την οποία αναμετριόνται δύο Τουρκίες: αυτή του Ερντογάν και μια άλλη η οποία, μέσα από την αντίσταση στον τσαμπουκά του, οριοθετεί επώδυνα την ταυτότητά της. Μια άλλη Τουρκία, ετερόκλητη –οικολογική, αντιϊσλαμική, αριστερή, κεμαλική, κοσμική, αντικαπιταλιστική, κλπ- την οποία ο ίδιος ο Ερντογάν με την αυταρχική και βίαιη αντίδρασή του στις διαδηλώσεις, την υπέδειξε ως ενιαία: ως ξενοκίνητη Τουρκία της αντίδρασης, της καθυστέρησης, και του πλιάτσικου, απέναντι στη νέα Τουρκία, της εθνικής ηθικής και ανάπτυξης, της επιτυχίας και της ευημερίας.

Στην πλατεία Ταξίμ δεν συγκρούονται δύο εκ των προτέρων διαμορφωμένες και με συνείδηση του εαυτού τους Τουρκίες, αντιθέτως και οι δύο διαμορφώνονται στο πλαίσιο της σύγκρουσης. Η Τουρκία του Ερντογάν διεκδικεί την οριστική επιβολή της ηγεμονίας της, η άλλη την άρνηση της ύπαρξής της. Η ίδια η γεωγραφία της σύγκρουσης δείχνει ότι η διαίρεση στην Τουρκία δεν είναι ανάμεσα στον κεμαλισμό και τον ισλαμισμό (άλλωστε ποτέ δεν ήταν, παρά μόνο προσχηματικά για την εμπέδωση ενός δεξιού συντηρητισμού που οφείλει πολλά και στον κεμαλισμό και στον ισλαμισμό). Εναντίον του Ερντογάν δεν ξεσηκώθηκε η παραδοσιακή γεωγραφικά, κεμαλική Τουρκία, ξεσηκώθηκαν και πόλεις που θεωρούνταν άντρα του ισλαμισμού (για παράδειγμα Ικόνιο). Μια άλλη πολιτική γεωγραφία λοιπόν διαμορφώνεται που δεν έχει σχέση με παραδοσιακού τύπου διαιρέσεις.

Ο Ερντογάν το 2002 ανέβηκε στην εξουσία με την υπόσχεση μιας νέας Τουρκίας, δημοκρατικής και ευρωπαϊκής. Ανέβηκε δηλαδή στην εξουσία, υποσχόμενος να ξαναβρεί και να αποκαταστήσει το, κομμένο και χαμένο μέσα σε τόνους αίματος, φυλακίσεων και πραξικοπημάτων, νήμα του μόνιμου αιτήματος για δημοκρατία σε αυτήν τη χώρα. Στο όνομα αυτού του νήματος τον ψήφισαν ακόμη και αριστεροί, στο όνομα αυτού του νήματος προέβη σε μεταρρυθμίσεις εκδημοκρατισμού. Το συμβόλαιο λοιπόν που συνήψε ο Ερντογάν με την κοινωνία το 2002 δεν ήταν στο όνομα μιας νέας ηγεμονίας απέναντι στην κεμαλική ηγεμονία, ήταν στο όνομα της δημοκρατίας, και γι αυτό εναντίον του φορέα της κεμαλικής ηγεμονίας (του στρατού)! Το 2002 ένα μεγάλο μέρος των Τούρκων ψήφισε για να θάψει οριστικά τον μεγάλο ηγέτη (Μουσταφά Κεμάλ) που στοίχειωνε την κοινωνία  –δεν ψήφισε για να τον αντικαταστήσει με έναν άλλο. Το Ισλάμ αποτελούσε στοιχείο αυτού του νέου δημοκρατικού συμβολαίου, δεν ήταν το συμβόλαιο. Ωστόσο όσο το ΑΚΠ ενίσχυε τη δύναμή του, τόσο επεδίωκε την εγκαθίδρυση μιας νέας, αδιαμφισβήτητης ηγεμονίας, μιας νεοσυντηρητικής (και γι αυτό θρησκευτικής), νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας. Αν ο ισλαμισμός ενίσχυσε κάποτε τον συντηρητισμό του δεξιού, κεμαλικού κράτους, ο ισλαμισμός του Ερντογάν ενίσχυε τον νεοσυντηρητισμό ενός δεξιού, αντικεμαλικού κράτους. Το κράτος μεταβαλλόταν σε έναν ισχυρό μηχανισμό του νέου νόμου και της νέας τάξης, που αναπαρήγαγε την ίδια πάντα, βολική για τη δεξιά, διαίρεση (Ισλάμ-κεμαλισμός).

Ο ίδιος ενσάρκωνε το νέο κράτος, ο ίδιος γινόταν ο απόλυτος φορέας του νέου μηνύματος, του νέου εθνικού μυστικού εναντίον του μυστικού που κάποτε το έθνος είχε εμπιστευτεί στον Μουσταφά Κεμάλ. Το Ισλάμ –όπως το εργαλειοποιούσε ο ηγέτης- μεταβαλλόταν από στοιχείο δημοκρατίας σε ιστορικό φορέα των αμετακίνητων αξιών μιας φαντασιακής, αδιάφθορης και πατριωτικής Ανατολίας. Προκειμένου να εγκαταστήσει τη νέα ηγεμονία ο Ερντογάν έπρεπε να αλλάξει το τοπίο, συμβολικά και πραγματικά. Η Κωνσταντινούπολη ορίσθηκε ως το κέντρο επιβολής της νέας ηγεμονίας, εναντίον της κεμαλικής Άγκυρας. Το οθωμανικό παρελθόν λοιπόν κλήθηκε να νομιμοποιήσει ιστορικά την ηγεμονία του -νεοφιλελεύθερης κοπής- αυταρχισμού στην Τουρκία. Σε μια Κωνσταντινούπολη όπου το οθωμανικό παρελθόν (όπως άλλωστε και το βυζαντινό) ήταν συνεχώς παρόν σαν μια παγωμένη εικόνα, σαν ένα κάδρο στο βάθος, όπου επίσης ο κεμαλισμός πέρασε αλλά δεν κόλλησε, σε αυτή την πόλη –κυρίως στο Ταξίμ- που συνιστά τη ζωντανή υπόμνηση ότι η δημοκρατία συνιστά μια διαρκή εθνική ουτοπία, σε αυτή την Πόλη ο Ερντογάν θέλησε να εγκαθιδρύσει τη νέα ηγεμονία. Και το Ταξίμ έγινε το σύμβολο αντίστασης της άλλης Τουρκίας κατά του νέου ηγεμόνα.

Οι αποκαλούμενες συγκεντρώσεις «Σεβασμού στην Εθνική Βούληση» των οπαδών του επιβεβαιώνουν την υπόθεση ότι στο νέο εθνικό αφήγημα του Ερντογάν η Τουρκία είναι δημοκρατική, επειδή αυτό το εγγυάται η δική του παρουσία. Η λύση του κουρδικού ακριβώς σε αυτό το, αντίπαλο του κεμαλικού, αφήγημα εντασσόταν, σε αυτό το αφήγημα που θα νομιμοποιούσε την προεδρική, ομοσπονδιακή Τουρκία με ηγεμόνα τον ίδιο. Μόνο που η αλλαγή του παλιού αφηγήματος απελευθέρωσε μια νέα για την Τουρκία δημοκρατική δυναμική που ο αυταρχισμός του Ερντογάν δεν ανέχεται, έστω κι αν αυτό αντί για λύση του κουρδικού μπορεί να οδηγήσει σε εμφύλιο, όπως έγραψε ο πάντα καίριος Μουράτ Μπελγκέ.


Δημοσιεύτηκε στο ecoleft.gr

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

[ΕΡΤ] Το μαύρο στους δέκτες ταιριάζει με το χρώμα των ναζί

Έγραφα στα «Ενθέματα», με αφορμή την επιστράτευση των καθηγητών, ότι αν δεν σταματήσουμε αυτή την κυβέρνηση θα κλάψουμε πολύ· δεν περίμενα όμως ότι θα κλαίγαμε τόσο γρήγορα και τόσο πικρά. Το ακαριαίο, αντιδημοκρατικό, αντισυνταγματικό και αδιανόητο για κάθε πολιτισμένο κράτος κλείσιμο της ΕΡΤ μάς φέρνει πλέον αντιμέτωπους με τη ζοφερή πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που αν δεν την ανατρέψουμε θα είμαστε άξιοι της μοίρας που μας επιφυλάσσει η ακροδεξιών αναφορών και ναζιστικών υποστηριγμάτων κυβέρνηση. Το μαύρο στους δέκτες μας ταιριάζει με το χρώμα των ναζί, όπως ωραία το έγραψε η Αθηνά Αθανασίου στο ηλεκτρονικό περιοδικό Χρόνος.
 
Το κλείσιμο της ΕΡΤ, και μάλιστα με πράξη νομοθετικού περιεχομένου, συμπυκνώνει συμβολικά όσα έγιναν μέχρι τώρα σε αυτήν τη μνημονιακή χώρα, και κυρίως όσα θα ακολουθήσουν. Πρώτον, οι μεταρρυθμίσεις είναι το πρόσχημα για να επιβληθεί ένας βίαιος νεοφιλελευθερισμός. Ανάμεσα στην εξυγίανση και τη διαφάνεια που χρειαζόταν η ΕΡΤ –όπως πολλοί δημόσιοι οργανισμοί– και στο πέταγμα στο δρόμο κοντά 2.700 εργαζομένων υπάρχει χάος. Δεύτερον, με το πρόσχημα του εκσυγχρονισμού εξουδετερώνεται ο ήδη ξεζουμισμένος (νοσοκομεία, σχολεία, πανεπιστήμια) δημόσιος χώρος. Η ΕΡΤ συμβολίζει το περίγραμμα του δημόσιου χώρου των πολιτών απέναντι στον χώρο των ιδιωτών (με την αρχαιοελληνική και τη σύγχρονη έννοια), που συγκροτεί το κεφάλαιο το οποίο ελέγχει τα ΜΜΕ. Η ΕΡΤ –ακόμα και με τον στρεβλό τρόπο που επέβαλαν οι κυβερνήσεις έως σήμερα– αναπαριστά τα όρια του ελέγχου και των εγγυήσεων που οφείλει στους πολίτες του ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος, περιορίζοντας την παρεμβατικότητα του κεφαλαίου στον δημόσιο χώρο. Τρίτον, αυτή η κυβέρνηση, θέλοντας να επιβάλλει ένα νέο εθνικό αφήγημα (success story), καταστρέφει την έννοια ενός σύγχρονου έθνους-κράτους, ευρωπαϊκού και κοσμοπολίτικου. Τι ειρωνεία! Εκείνοι που κατηγορούν για αποδομισμό και εθνοπροδοτισμό όποιον τολμά να προσεγγίσει κριτικά το παρελθόν, εκείνοι που κραδαίνουν τα λάβαρα του πατριωτισμού, είναι αυτοί που καταστρέφουν ό,τι συγκροτεί την έννοια του έθνους-κράτους. Οι πιο ύπουλοι και αποτελεσματικοί εχθροί του έθνους είναι οι ακροδεξιοί εθνικιστές — και ο Σαμαράς με το επιτελείο του ενστερνίζονται αυτή την ιδεολογία.

Η ΕΡΤ, παρά τις στρεβλώσεις της –ή, μαζί με τις στρεβλώσεις της–, είναι χώρος αναπαραγωγής της δύσκολα αλλά δημοκρατικά συγκροτημένης, σύγχρονης νεοελληνικής πολιτισμικής και πολιτικής ταυτότητας. Μιας ταυτότητας εθνικής, επειδή είναι ευρωπαϊκή και κοσμοπολίτικη (συνεντεύξεις ξένων διανοουμένων και καλλιτεχνών, εκπομπές έρευνας, θέατρο, κινηματογράφος, μουσική και λογοτεχνία)· μιας ταυτότητας εθνικής, επειδή συνδιαλέγεται με τα δείγματα υψηλού και λαϊκού πολιτισμού, ελληνικού και ξένου· μιας ταυτότητας εθνικής, επειδή είναι ανοικτή στον κόσμο. Όταν λοιπόν ο ορίζοντας της ΕΡΤ (της δεδομένης ΕΡΤ, με τις κακοδαιμονίες της) ήταν τα λαμπρά δείγματα πολιτισμού, που καλλιεργεί μια χειραφετημένη ευρωπαϊκή κοινωνία, ο ορίζοντας των ιδιωτών ήταν το τσιφτετέλι, το κουτσομπολιό και η «μαγκιά» του ανάδελφου Ελληνάρα: τα ιδιωτικά κανάλια πρότειναν και επέβαλαν τη συγκρότηση ενός χώρου στον οποίο αναπαράγεται μια φαντασιακή ελληνική, ανατολίτικη ταυτότητα, προς όφελος των συμφερόντων του κεφαλαίου και μιας «δυτικής» πολιτικής ελίτ, που χωρίς αυτά τα κανάλια δεν θα επιβίωνε. Γιατί μπορεί στην ΕΡΤ να υπήρχε λογοκρισία και παρέμβαση της πολιτικής εξουσίας, στα ιδιωτικά κανάλια όμως αναπτύσσονται οι προνομιακές σχέσεις κεφαλαίου-πολιτικών, με ενδιάμεσους τους μεγαλοδημοσιογράφους και μεγαλοδιασκεδαστές. Στο «πάρτι» της ΕΡΤ μπορούμε να παρέμβουμε ως πολίτες, στο «πάρτι» των ιδιωτικών μέσων επικοινωνίας –ακόμη κι όταν παράγουν πολιτισμό– δεν μπορούμε να παρέμβουμε. Ας μην το ξεχνάμε.

Η κυβέρνηση Σαμαρά έχει δώσει πολλά δείγματα γραφής προς την κατεύθυνση ενός ακροδεξιού νεοφιλελεύθερου εθνικισμού, ο οποίος καταστρέφει το έθνος ως πολιτικό πρόγραμμα χειραφέτησης της κοινωνίας. Το πάγωμα του νόμου για την ιθαγένεια, η απόσυρση του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου είναι δείγματα αυτής της γραφής. Στη χώρα μας διαμορφώνονται πια δύο μέτωπα: ένα ακροδεξιό, εθνικιστικό, νεοφιλελεύθερο και ένα δημοκρατικό μέτωπο. Η ΕΡΤ είναι από τα μεγάλα οχυρά που έχουμε ως πολίτες απέναντι στην ακροδεξιά. Η ΔΗΜ.ΑΡ σε ποιο μέτωπο δίνει τη μάχη της; Σε αυτό με τον Βορίδη, τον Άδωνι Γεωργιάδη και τον Φαήλο Κρανιδιώτη ή στο δημοκρατικό μέτωπο; Τα άλλοθι έχουν τελειώσει οριστικά.

Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

[Τουρκία - πάρκο Γκεζί] Στόχος του Ερντογάν να αλλάξει την ταυτότητα του Τούρκου

Συνέντευξη στον Αδάμο Ζαχαριάδη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή.


Ο συνεχιζόμενος κοινωνικός αναβρασμός στην Τουρκία, ο οποίος ξεκίνησε για την υπεράσπιση ενός πάρκου χρειάζεται αποκρυπτογράφηση. Η Σία Αναγνωστοπούλου εξηγεί τι είναι αυτό που έβγαλε τους Τούρκους στους δρόμους, μιλά για την απόπειρα παρέμβασης του Ερντογάν στο πολιτισμικό πρότυπο της Τουρκίας, αλλά και τα αδιέξοδα που δημιούργησε η συμπόρευση του ισλαμισμού με τον νέο-φιλελευθερισμό και προκαλούν ρήγματα στο πολιτικό σχέδιο της τουρκικής κυβέρνησης.

Πρόκειται ίσως για τον πιο κεμαλιστή πολιτικό της Τουρκίας
Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι η σύγκρουση δεν αφορά το δίπολο Ισλαμιστών – Κεμαλιστών. Μπορούμε να πούμε όμως ότι είναι σύγκρουση κουλτούρων;
Θα λέγαμε ότι είναι σύγκρουση δύο αντιλήψεων για το πώς μπορεί να είναι η Τουρκία. Αυτές οι αντιλήψεις είναι πολιτικές και πολιτισμικές. Πολιτικές με την έννοια ότι δεν είναι ο κεμαλισμός ή το κοσμικό κράτος που διεκδικείται αυτή τη στιγμή από τους διαδηλωτές. Διεκδικείται μια αντίληψη περί δημοκρατίας, την οποία ο Ερντογάν είχε προβάλει την πρώτη περίοδό του – και για αυτό τον είχε ακολουθήσει και πολύς κόσμος- και την οποία, όμως, ο ίδιος δεν την ακολούθησε ποτέ στην πραγματικότητα. Δηλαδή, υπήρχε ήδη στην Τουρκία μια κοινωνία πολιτών η οποία διεκδικούσε δημοκρατία και την οποία ο Ερντογάν εκμεταλλεύτηκε. Επιπλέον, με τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που έκανε προκειμένου να περιθωριοποιήσει το ρόλο του στρατού - αυτός άλλωστε ήταν και ο μοναδικός του σκοπός- άνοιξε το δρόμο για τη συγκρότηση δημοκρατικής κοινωνικής συνείδησης μέσα στην Τουρκία. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και πολιτισμικές. Ο Ερντογάν προσπάθησε να βάλει στο πολιτισμικό επίκεντρο της Τουρκίας μια φαντασιακή Ανατολία, δηλαδή ένα πολιτισμικό πρότυπο, με το Ισλάμ στο επίκεντρο. Και μια νέα ηθική την οποία επιχείρησε να εδραιώσει ως παραδοσιακή, ως έναν πολιτισμό που πάντα υπήρχε στους Τούρκους και είναι ο αγνός τουρκικός πολιτισμός. Αυτό το φαντασιακό πρότυπο, όμως, δεν υπήρχε. Το παρατηρούμε αυτό καθώς γίνονται διαδηλώσεις και σε πόλεις της Ανατολικής Τουρκίας, στην επαρχία και όχι μόνο στις μεγάλες αστικές πόλεις. Αυτό δείχνει ότι ο Ερντογάν επιχείρησε να φτιάξει αυτόν τον τούρκο πολίτη, τον ηθικό, τον ισλαμιστή, τον Ανατολίτη αλλά σε αυτό αντιστέκεται μια κοινωνία που θεωρεί ότι το πολιτισμικό της πρότυπο είναι ένα δημοκρατικό, κοσμικό και εξευρωπαϊσμένο πρότυπο το οποίο ο Ερντογάν δεν μπορεί να διακινήσει.

Ήταν δηλαδή λανθασμένη η εντύπωση που επικρατούσε περί μεγάλης κοινωνικής αποδοχής των πολιτικών του Ερντογάν; Τελικά υπήρχε μια υποβόσκουσα αντίδραση η οποία εμφανίζεται σήμερα;
Αυτή την υποβόσκουσα αντίδραση που λέτε την παρατηρούσα σε κάθε επίσκεψή μου στην Τουρκία. Πρόκειται για μια χώρα, που αντίθετα με όσα νομίζουμε, έχει μεγάλη παράδοση δημοκρατικών διεκδικήσεων. Ο Ερντογάν επιχείρησε να αντικαταστήσει ένα πανίσχυρο θεσμό, όπως είναι ο στρατός, με ένα κόμμα. Να βάλει ένα κόμμα υπεράνω της πολιτικής. Το στρατό δεν μπορούσαν να τον νικήσουν εύκολα οι Τούρκοι, ένα κόμμα όμως είναι πιο εύκολο να το αντιμετωπίσεις. Υπήρχε ισχυρή αντιπολίτευση, η οποία βγαίνει μέσα από την κοινωνία και όσο προχωρούσε το σχέδιο μιας ακραίας νέο-φιλελεύθερης ισλαμοποίησης, αυτή η αντιπολίτευση εντεινόταν. Ανάμεσα στους διαδηλωτές υπάρχουν άνθρωποι μικροαστοί, μικροέμποροι, μικρομαγαζάτορες, οι οποίοι αντιδρούν πολύ έντονα στο γεγονός ότι χάνουν κάθε μέσο επιβίωσης. Όλα αυτά τα πολυκαταστήματα που φτιάχνονται παντού, είναι ο αφανισμός των μικρομεσαίων. Παράλληλα, σύμφωνα με έρευνες, ένα μεγάλο μέρος των διαδηλωτών είναι νέοι άνθρωποι, οι οποίοι ασφυκτιούν μέσα σε ένα αυταρχικό και νέο-φιλελεύθερο μοντέλο που προβάλει ο Ερντογάν. Πριν ξεσπάσουν οι διαδηλώσεις, μίλαγα με μια καθηγήτρια από το Πανεπιστήμιο της Άγκυρας η οποία μου έλεγε ότι ο ρυθμός εντατικοποίησης της παιδείας είναι τεράστιος. Μια κατάσταση όπου χάνεται εντελώς η ουσία της παιδείας και της έρευνας. Δηλαδή στην Τουρκία υπάρχει μια γενιά που μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν μπορεί να αναπνεύσει.

Πώς εξηγείται η αλαζονεία που επιδεικνύει ο Ερντογάν στην αντιμετώπιση της εξέγερσης;
Θεωρώ ότι ο Ερντογάν είναι ίσως ο πιο κεμαλιστής πολιτικός της Τουρκίας. Το λέω αυτό με την εξής έννοια: ότι φαντάστηκε τον εαυτό του ως το νέο Μουσταφά Κεμάλ της Τουρκίας. Ως τον πολιτικό, ο οποίος με τον κανόνα του Ισλάμ στα χέρια θα μπορούσε να λειτουργήσει πατερναλιστικά απέναντι σε αυτή τη κοινωνία, δηλαδή και αυταρχικά. Σε καμία περίπτωση στη δικιά του ιδεολογία δεν γίνεται κατανοητή η αντίθεση απέναντί του. Αυτό φαίνεται και σήμερα όπου μετά από τόσες μέρες διαδηλώσεων, δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει πως κάποιοι αντιδρούν. Εδώ φαίνεται όχι μόνο αλαζονεία αλλά κυρίως ένας αυταρχισμός ιδεολογικά αγκιστρωμένος. Και το Ισλάμ τον βοηθά σε αυτό. Κάτι που λέγαμε ορισμένοι από παλιά είναι ότι με το Ισλάμ ενδιάμεσο δεν μπορείς να έχεις στην Τουρκία δημοκρατικό σύστημα.

Πιστεύετε δηλαδή ότι πλέον, κλονίζεται το σχέδιο Ερντογάν;
Εγώ θεωρώ πως ναι. Αν θέλει να μείνει στην εξουσία θα πρέπει να αλλάξει πολιτική. Από τη στιγμή όμως που ξέσπασαν αυτές οι αντιδράσεις, ακόμα και αν σταματήσουν σε κάποιες μέρες, η πολιτική του Ερντογάν έχει υποστεί ένα τεράστιο ρήγμα. Αποκαλύφθηκε η πολιτική του. Η πλατεία Ταξίμ έχει ένα συμβολικό χαρακτήρα για του Τούρκους. Είναι σύμβολο των δημοκρατικών διεκδικήσεων. Όλες οι Πρωτομαγιές με κυριότερη αυτή του 1977, όλες οι κοινωνικές διεκδικήσεις έχουν γίνει εκεί. Όταν, λοιπόν, αυτό το σύμβολο επιχειρεί να το μετατρέψει σε ένα σύμβολο οθωμανισμού αλλά και αυταρχισμού η αντίδραση θα είναι τεράστια. Ο Ερντογάν έτσι, δείχνει ότι θέλει να αλλάξει, εκ βάθρων, το πολιτισμικό πρότυπο της χώρας, την ταυτότητα του Τούρκου.

Ποια επίδραση θα έχουν αυτές οι εξελίξεις στην τουρκοκυπριακή κοινότητα;
Θεωρώ ότι θα υπάρχουν σημαντικές εξελίξεις εκεί. Μπορεί όχι άμεσα, αλλά σίγουρα σύντομα. Οι Τουρκοκύπριοι μέχρι πρόσφατα είχαν απογοητευτεί, καθώς δεν υπήρχε ισχυρή αντίδραση στα νέο-φιλελεύθερα σχέδια που εφαρμόζονται και στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Πλέον, όμως εμφανίζεται, εντός Τουρκίας, ένας νέος συνομιλητής με τον οποίο μπορούν να επικοινωνήσουν και αυτό είναι ικανό να πυροδοτήσει εξελίξεις.

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

[Τουρκία - πάρκο Γκεζί] Μια νέα γενιά που θέλει δημοκρατία

Συνέντευξη στη Μαρία Καλυβιώτου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή.



"Η τουρκική κοινωνία δεν είναι ακίνητη" και ο συντηρητικός και αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός του Ερντογάν βρίσκεται αντιμέτωπος με μια εξέγερση με δημοκρατικό πρόταγμα, υπογραμμίζει η ιστορικός Σία Αναγνωστοπούλου μιλώντας στην "Αυγή". Η καθηγήτρια τουρκικών σπουδών στο Πάντειο αναλύει τα δημογραφικά χαρακτηριστικά της λαϊκής εξέγερσης που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Τουρκία, τα αιτήματα και την ατζέντα Ερντογάν.

* Ποια είναι η φυσιογνωμία της σύγκρουσης στην Τουρκία;
Είναι δύσκολο να πούμε ποια είναι η φυσιογνωμία της σύγκρουσης. Είναι σίγουρα μια σύγκρουση εναντίον του συντηρητισμού και του αυταρχισμού του Ερντογάν, πάνω από όλα. Θα έλεγα ότι είναι λιγότερο Κεμαλιστές και περισσότερο μια νέα γενιά ανθρώπων, η οποία μεγάλωσε, την προηγούμενη δεκαετία, σε ένα πιο δημοκρατικό περιβάλλον από αυτό της δεκαετίας του '90 ή του '80 και η οποία απαιτεί τον έλεγχο της εξουσίας.

* Συνεπώς ποια είναι τα δημογραφικά χαρακτηριστικά του πλήθους που συμμετέχει στις κινητοποιήσεις;
Είναι περισσότερο νέοι άνθρωποι, αλλά όχι μόνο. Είναι πολίτες της μεσαίας τάξης, η οποία δημιουργήθηκε χάρη στον Ερντογάν, που θέλει τον έλεγχο της εξουσίας, και είναι και οι παραδοσιακοί Κεμαλιστές, που θέλουν κοσμικό κράτος.

* Παρατηρείς, συνεπώς, να διαμορφώνονται νέα στρατόπεδα;
Ακόμη είναι δύσκολο να το πει κανείς, επειδή δεν φαίνεται να υπάρχει μια πολιτική δύναμη, ένα κόμμα που να είναι ικανό να εκφράσει το αίτημα για δημοκρατία. Έχουμε, δηλαδή, διάσπαρτες εστίες που συναντιώνται κάτω από την κοινή αντίδραση στον Ερντογάν, αλλά δεν βλέπουμε ένα πολιτικό φορέα μέσα από τον οποίο να μπορεί να εκφραστεί.

* Τα κοινωνικά κινήματα που δραστηριοποιούνται στην Τουρκία συμμετέχουν σε αυτές τις διαδηλώσεις;
Ναι, πάρα πολύ. Δηλαδή, κυρίως η Κίνηση Πολιτών, αλλά και διάφορα "κινήματα" που φτιάχνονται ιντερνετικά. Συγκεκριμένα, η Κίνηση Πολιτών ξεκίνησε το 1999-2000, όταν η Τουρκία πήρε το πράσινο φως για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ζητούσε περισσότερο εκδημοκρατισμό. Πάνω σε αυτήν βασίστηκε κατά ένα μέρος και ο Ερντογάν, εκφράζοντας την αγωνία για εκδημοκρατισμό. Τώρα, τα μέλη της αντιδρούν στον αυταρχισμό του Ερντογάν. Επίσης, στις διαδηλώσεις συμμετέχουν διάφοροι χρήστες μπλογκς στο Διαδίκτυο, νέοι κυρίως άνθρωποι, οι οποίοι δεν βρίσκουν χώρο σε μια Τουρκία η οποία φαίνεται να ευημερεί, χωρίς όμως αυτή η ευημερία να έχει κοινωνικές αναφορές. Δηλαδή, χωρίς να διευκολύνει τους νέους ανθρώπους είτε να βρουν δουλειά στον τομέα τους είτε να έχουν πρόσβαση στην εξουσία - και δεν εννοώ στην κυβέρνηση, αλλά στον έλεγχο του κράτους.

* Στους δρόμους βρίσκονται και οι "λευκοί Τούρκοι".
Οι λευκοί Τούρκοι συμμετέχουν στις αντιδράσεις. Είναι οι Τούρκοι των μεγάλων πόλεων, κυρίως της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι είναι εξευρωπαϊσμένοι, με την έννοια, δηλαδή, ότι βλέπουν το μέλλον της Τουρκίας στην Ευρώπη και αποτελούσαν την αφρόκρεμά της. Θέλουν εκσυγχρονισμό που να μην έχει να κάνει με την Ανατολή ή το Ισλάμ, αλλά δημοκρατικό, πολιτισμικό εκσυγχρονισμό.

* Υπάρχει ατζέντα συντηρητικοποίησης στην κυβέρνηση Ερντογάν;
Ναι, συντηρητικοποίησης και αυταρχισμού. Ο Ερντογάν προχώρησε σε εκδημοκρατισμό, όσο αυτό αφορούσε την πίεση στον στρατό. Δηλαδή, χρησιμοποίησε τον εκδημοκρατισμό προκειμένου να βγάλει τον στρατό από τη μέση. Αυτό ήταν και απαίτηση της τουρκικής κοινωνίας, κυρίως από τα τέλη του '90. Μόλις κατάφερε να περιορίσει τον στρατό, θα έλεγα να τον εξουδετερώσει, αυτό που έκανε ήταν να γίνει ο ίδιος ένας πατερναλιστής δημοκράτης. Δηλαδή, είπε ότι "δημοκρατία είμαι εγώ. Άπαξ και εγώ κυβερνώ, η δημοκρατία είναι δεδομένη". Και προσπάθησε να φτιάξει, αυτό που μας ανησυχούσε όλους όσοι παρακολουθούμε την Τουρκία, τον πολίτη Τούρκο με την οικονομική έννοια. Ότι από τη στιγμή που ευημερεί, ζει και σε μια δημοκρατική χώρα. Όχι του πολίτη με την πολιτική έννοια της παρέμβασης του υποκειμένου της Ιστορίας. Σε αυτό οι Τούρκοι αντέδρασαν. Νομίζω ότι είναι και μια τέτοια αντίδραση.

* Ποια πιστεύετε ότι είναι τα κίνητρα Ερντογάν για την υλοποίηση αυτής της πολιτικής;
Είναι ένας απολύτως νεοσυντηρητικός, αυταρχικός πολιτικός και απολύτως νεοφιλελεύθερος. Δεν υπολόγισε, θεωρώ εξαιτίας της αλαζονείας της εξουσίας, ότι το να περάσει στην Τουρκία μέτρα όπως η απαγόρευση του αλκοόλ ή των δημοσίων φιλιών ή ότι οι γυναίκες, κυρίως, δεν μπορούν να ασκούν κριτική στο πρόσωπο του πρωθυπουργού, έρχεται σε αντίθεση με την κοσμική παράδοση της Τουρκίας, την οποία δεν μπόρεσε να καταλάβει. Δύσκολα οι Τούρκοι, ειδικά σε κοσμικές πόλεις όπως η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη, ή Άγκυρα, θα το δέχονταν. Αλλά σε αυτό συναντιώνται και πολλά άλλα πράγματα. Δηλαδή, ο Ερντογάν άνοιξε τον ασκό του Αιόλου χωρίς να το πάρει είδηση. Προσπαθεί ο ίδιος να γίνει ένας νέος Μουσταφά Κεμάλ, με άλλον τρόπο, με το Ισλάμ στο χέρι.

* Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εντοπίζουν και καταγράφουν διαρκώς δημοφιλείς καλλιτέχνες να συμμετέχουν στη λαϊκή εξέγερση. Τι σημαίνει αυτό;
Σημαίνει ότι είναι ένας κόσμος ο οποίος δεν μπορεί να δεχθεί το νέο πολιτισμικό πρότυπο του Ερντογάν, δηλαδή τον οικονομικά δραστήριο πολίτη με την έννοια του ατόμου, ο οποίος είναι ισλαμιστής. Δηλαδή, βγάζει ένα νέο ήθος, το οποίο είναι ισλαμικό: Του συντηρητικού, του καθώς πρέπει. Αυτό, ειδικά για τους καλλιτέχνες, επειδή η Τουρκία έχει σημαντικούς καλλιτέχνες, δεν μπορεί να περάσει. Το κρίσιμο στην Τουρκία είναι ότι εγώ τουλάχιστον, προς το παρόν, δεν βλέπω έναν πολιτικό φορέα να το εκφράσει αυτό. Τα κεμαλικά κόμματα είναι τελειωμένα. Δεν μπορούν να απαντήσουν σε τέτοιες προκλήσεις και μακάρι να μην απαντήσουν.

* Για ποιον λόγο;
Επειδή είναι ένας άλλου τύπου συντηρητισμός, τον οποίο τον έχουμε γνωρίσει στην Τουρκία, δηλαδή ένας νέος εθνικισμός. Δηλαδή δεν πρέπει η Τουρκία να κάνει στροφή σε έναν κοσμικό εθνικισμό, απέναντι στον ισλαμικό εθνικισμό του Ερντογάν. Με αυτήν την έννοια το λέω.

* Εφόσον δεν υπάρχει πολιτικός φορέας να εκφράσει αυτό το ρεύμα, τι περιμένεις να συμβεί;
Δεν υπάρχει τώρα. Είμαι σίγουρη ότι σε 2-5 χρόνια θα βρεθεί. Μπορεί ακόμη να είναι συνένωση πολλών κινημάτων. Αν θα έκανα μια αντιστοιχία, που δεν είναι δόκιμη, θα έλεγα ότι έχουμε λίγο γεγονότα α λα 2008 στην Ελλάδα, που δεν φαινόταν κάποιος πολιτικός φορέας να μπορεί να εκφράσει αυτό που συνέβη, αλλά τελικά συνέβη στην πορεία. Όλα αυτά, φυσικά, με επιφυλάξεις, επειδή δεν ξέρει ποτέ κανείς τι θα γίνει. Νομίζω όμως ότι αυτό που φαίνεται στην Τουρκία είναι ότι ο Ερντογάν δεν μπορεί να παίξει μόνος του το πολιτικό παιχνίδι. Η κοινωνία αντέδρασε.
Θεωρώ, από την άλλη μεριά, ότι ο Ερντογάν, έτσι όπως είναι το κόμμα του αυτήν τη στιγμή, που δεν μπορεί να κάνει συμμαχία με άλλο κόμμα, αν δεν εκδημοκρατίσει πραγματικά την τουρκική κοινωνία, το πολιτικό σύστημα, θα βρεθεί ο ίδιος μέσα στην παγίδα. Δηλαδή, ήθελε να παίξει τον ρόλο του Μουσταφά Κεμάλ, αλλά ο Μουσταφά Κεμάλ έβγαινε μετά από έναν νικητήριο πόλεμο, το 1922, τον ελληνο-τουρκικό, και μετά από μια Οθωμανική αυτοκρατορία υποταγμένης κοινωνίας. Χειραφετήθηκε σε έναν βαθμό η κοινωνία και αυτό μπόρεσε να το εκμεταλλευτεί ο Μουσταφά Κεμάλ. Μπόρεσε να τον χειραγωγήσει στο όνομα της λύτρωσης από τους Οθωμανούς τυράννους αλλά και από τους "Έλληνες εισβολείς". Ο Ερντογάν δεν έχει την ίδια πραγματικότητα. Πήγε να μιμηθεί τον Μουσταφά Κεμάλ σε μια εντελώς άλλη ιστορική πραγματικότητα.

* Εφόσον ο Ερντογάν ουσιαστικά δεν προωθεί σε επίπεδο πολιτικής κουλτούρας το συμμετέχον πολιτικό υποκείμενο, θα έλεγες ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έρχονται να διαδραματίσουν στην Τουρκία τον ρόλο μιας δημόσιας πολιτικής σφαίρας "από τα κάτω";
Θα μπορούσαμε να το πούμε. Αλλά εγώ επιμένω, ίσως λίγο πιο παραδοσιακά, ότι αν δεν υπάρχει ένας πολιτικός φορέας να το εκφράσει αυτό, κάποια στιγμή θα ξεφουσκώσει και δεν ξέρουμε πού θα οδηγήσει. Δηλαδή, δεν θεωρώ ότι έχουμε μια "Άνοιξη" τουρκική, αλλά βλέπω με πολλή περίσκεψη ότι η τουρκική κοινωνία δεν είναι ακίνητη. Αυτό που θεωρούμε στην Ελλάδα, πάντα, ότι είναι ακίνητη η Τουρκία και δεν αλλάζει, αυτό είναι εντελώς λάθος ανάγνωση της Τουρκίας. Υπάρχει κινητικότητα στην Τουρκία, πολύ μεγάλη.

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

[Ελλάδα - πολιτική και κοινωνία] Θα μείνετε στην Ιστορία… για Σεπτέμβρη

Η απόφαση της κυβέρνησης για την επίταξη των καθηγητών μέχρι νεωτέρας έχει μεγάλη πολιτική σημασία, καθώς αποκαλύπτει ξεκάθαρα τόσο το περιεχόμενο των υποτιθέμενων εκσυγχρονιστικών και εξευρωπαϊστικών μεταρρυθμίσεων όσο και το μέγεθος της εργαλειοποίησης μιας τυπικής πλέον δημοκρατίας σε βάρος της δημοκρατίας. Αντί οι μεταρρυθμίσεις στη δημόσια εκπαίδευση να αποβλέπουν στην ενίσχυση του δημόσιου σχολείου,  κάτι που θα σήμαινε τη συνέγερση των καθηγητών και της κοινωνίας προς την κατεύθυνση ενός σχολείου που προκρίνει τη μόρφωση, την ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας των πολιτών του μέλλοντος (επομένως και κατάργηση του ανορθολογισμού των εξετάσεων και της παπαγαλίας, αλλά και διορισμό των σε μόνιμη ομηρεία αναπληρωτών και ωρομίσθιων καθηγητών), η τρικομματική κυβέρνηση επέλεξε τον γνωστό «μεταρρυθμιστικό» μονόδρομο: απολύσεις, εκφοβισμός, τιμωρία και «βούρδουλας». Η ταπείνωση και το καψόνι (όλοι οι καθηγητές, χρειάζονται δεν χρειάζονται, καλούνται ως επιτηρητές στις εξετάσεις, χωρίς να αμείβονται επιπλέον) ως μεταρρυθμιστικά μέσα αποσκοπούν στη μόνιμη συρρίκνωση του σχολείου σε κέντρο καταστολής, με φοβισμένους, υπό απόλυση ή μετάθεση, καθηγητές.

Ο επιταγμένος «μέχρι νεωτέρας» καθηγητής πρέπει να μάθει ότι ο ρόλος του δεν είναι να λειτουργεί ως κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο, φορέας ιδεών και κριτικής σκέψης στους νεότερους. Ο ρόλος του είναι να υπακούει, να υποτάσσεται, να προάγει τον χαφιεδισμό, να μεταδίδει στον μαθητή, μέσα από τον ανορθολογισμό του τελικού σκοπού (των εξετάσεων), τον φόβο για τα πάντα  — σε αυτόν τον μαθητή που στο σχολείο του αλωνίζει η Χρυσή Αυγή και στο σπίτι του κυριαρχεί η απόγνωση από την κρίση…

Ο χρόνος της «μεταρρύθμισης» αλλά και το μέτρο της επίταξης δεν είναι ούτε τυχαία ούτε συγκυριακά. Είναι απολύτως επιλεγμένα και υπακούουν στη λογική μιας ακροδεξιών μεθόδων δεξιάς κυβέρνησης η οποία χρησιμοποιεί την κοινωνική και πολιτική ανάγκη για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις στον δημόσιο τομέα, για να εθίσει και να εξοικειώσει την κοινωνία σε ένα κράτος καταστολής και υποταγής. Η επίταξη των καθηγητών δεν έγινε επειδή η κυβέρνηση υποχρεώθηκε, μπροστά στον κίνδυνο της διασάλευσης της ηρεμίας των μαθητών, να πάρει ένα ακραίο μέτρο. Έγινε επειδή αυτό προκρίνει ιδεολογικά και πολιτικά ως μέσον για τη συγκρότηση μιας νέας ηγεμονίας, ενός νέου κράτους. Στη «δημοκρατία» της Δεξιάς, με ακροδεξιές εμφανέστατα τάσεις, το κράτος λειτουργεί ως τιμωρός, εναντίον των ατόμων, κοινωνικών και πολιτικών υποκειμένων, εναντίον των διεκδικήσεων τους, προς όφελος της τάξης και της ασφάλειας που μονοπωλιακά (και όχι διαλεκτικά και μαχητικά) ορίζει η ηγεμονική τάξη προς το «συμφέρον του έθνους».  Το άτομο, ως πολίτης και συλλογικό υποκείμενο, ως φορέας μιας διαλεκτικά και συγκρουσιακά συγκροτημένης μνήμης, μετατρέπεται σε «στρατιώτη» προς φύλαξη του ιερού, διαχρονικής και εθνικής εμβέλειας, σκοπού: των πανελλαδικών εξετάσεων, λ.χ. Οι εκπαιδευτικοί, από εδώ και στο εξής, και όχι μόνο στις πανελλαδικές, πρέπει να είναι φαντάροι, υποταγμένοι στον στόχο: να ετοιμάζουν τους νέους για πόλεμο, για εξετάσεις.

Τι σημαίνει όμως η «στρατιωτικοποιημένη» αντίληψη περί συγκρότησης του δημόσιου συμφέροντος; Τι σημαίνει ότι μια κοινωνία εθίζεται στον φόβο και την απαξίωση των δημόσιων θεσμών, των εργαζομένων και των κοινωνικών τους διεκδικήσεων, με πρόσχημα μια υπέρτατη εθνική ανάγκη; Τι σημαίνει για μια κοινωνία, ότι, ενώ στα σχολεία όπου θεριεύει η επιρροή της Χρυσής Αυγής, η κυβέρνηση, αντί να συνάψει ισχυρή συμμαχία με τους καθηγητές, κλείνει το μάτι σε αυταρχικές, στρατιωτικής λογικής μεθόδους, προκειμένου να πολεμήσει τους εχθρούς της,  τους καθηγητές; Σε μια χώρα όπου η «Χρυσή Αυγή» είναι  δημοσκοπικά το τρίτο κόμμα, ο εθισμός της κοινωνίας στον φόβο είναι άκρως επικίνδυνος — για όλους μας, ακόμη και γι’ αυτούς που «δεν κλαίνε» αν απολυθούν κάποιοι καθηγητές (κυρία Ρεπούση, ξαναθυμηθείτε τι σημαίνει αποδιοπομπαίος τράγος στο όνομα της εθνικής απειλής). Ίσως κλάψουν αύριο, ίσως κλάψουμε όλοι μαζί, καθώς  βλέπουμε το πολιτικό μας σύστημα να γέρνει επικίνδυνα προς τα ακροδεξιά, όταν ένα τμήμα της «Αριστεράς», αποποιούμενο τις αρχές του, επιλέγει τον ρόλο του ρυθμιστή και του εγγυητή της δεξιάς πλευράς του πολιτικού συστήματος απέναντι στον «ακραίο» ΣΥΡΙΖΑ, όταν το συνδικαλιστικό κίνημα ακυρώνεται, όταν το ΚΚΕ «περιμένει την επανάσταση», όταν ο ΣΥΡΙΖΑ, κερματισμένος εσωτερικά και αναγκαστικά «απολογητικός» προς τα έξω, χάνει την ορμή του· όταν συμβαίνουν όλα αυτά και  εθιζόμαστε σε μια λουφαγμένη από τον φόβο των –μεταρρυθμιστικών– «μέχρι νεωτέρας», μέτρων κοινωνία.

Εσείς της κυβέρνησης, μείνατε στην Ιστορία «μετεξεταστέοι». Ο κίνδυνος είναι μήπως μείνει η κοινωνία «μετεξεταστέα» στη δημοκρατία.


Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

[Αριστερά] Μετανάστευση ή Επανάσταση;

«Φτώχυναν οι Έλληνες, δεν πτώχευσε η Ελλάδα», αναφώνησε στη Βουλή ο μέγας σοσιαλιστής πολιτικός, και μ’ αυτή την κουτοπόνηρη φράση απέδωσε το ουσιαστικό περιεχόμενο της πολιτικής της κυβέρνησης: η σωτηρία της Ελλάδας εις βάρος των Ελλήνων. Μιας κυβέρνησης δεν έκανε καμιά διαπραγμάτευση υπέρ των Ελλήνων, δεν έλαβε τα μέτρα που έπρεπε, όπως έπρεπε, τη σωστή στιγμή, και τώρα επιδίδεται σε ένα απερίγραπτο πλιάτσικο εναντίον όλων των θεσμών και των δικαιωμάτων που συγκροτούν μια κοινωνία. Είναι άραγε ζήτημα ανικανότητας ή ιδεολογίας; Θεωρώ και τα δύο, κυρίως όμως το δεύτερο.

Μείζον πρόβλημα για την κυρίαρχη στη σημερινή Ευρώπη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία είναι οι συγκροτημένες κοινωνίες και τα κεκτημένα δικαιώματά τους. Με τη συναίνεση δεξιών και σοσιαλιστικών κυβερνήσεων, είχε ξεκινήσει εδώ και κάποια χρόνια μια ιδιόμορφη άλωση, με στόχο τη μετατροπή της συγκροτημένης κοινωνίας σε «πλαστική»: από κοινωνία διαρκούς διεκδίκησης των δικαιωμάτων για όλους, σε κοινωνία-σύνολο ατόμων όπου δικαίωμα συνιστά η συμμετοχή σε μια πλαστική ευδαιμονία, από την οποία όσοι αποκλείονται είναι «ανίκανοι» και «άχρηστοι». Η επιδίωξη της διεύρυνσης του κράτους πρόνοιας έδινε τη θέση της στην επιδίωξη της επιβολής ενός κράτους-τροχονόμου της ελεύθερης αγοράς. Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές και διεθνείς ομάδες κρούσης του νεοφιλελευθερισμού, με σύμμαχο τις εγχώριες εξουσίες, εξαπέλυαν ολομέτωπη επίθεση σε κοινωνίες αποδιοργανωμένες (ανατολική Ευρώπη, ασιατικές χώρες). Αυτό υπήρξε το νέο αποικιοκρατικό όραμα, νεοφιλελεύθερης κοπής, το οποίο αφομοίωσαν γρήγορα τα ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη, με την ίδια εθνικιστική ορμή που είχαν δείξει οι πρόγονοί τους του 19ου αιώνα, όραμα που δεν άφησε αδιάφορα και μικρότερα κράτη της Ε.Ε.

Το 2002, με την καθιέρωση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, αποτελεί αποφασιστική καμπή στην Ιστορία της μεταπολεμικής Ευρώπης, συγκρίσιμη σε σημασία με την κατάρρευση των ανατολικών καθεστώτων. Ωστόσο, το ευρώ, αντί να ωθήσει, ως κοινό νόμισμα, στη συγκρότηση ενός νέου, ενιαίου ευρωπαϊκού προγράμματος, στο πλαίσιο του οποίου θα εναρμονίζονταν τα νέα εθνικά προγράμματα, αποτέλεσε τη βάση για την έξαρση της αποικιοκρατικής εθνικιστικής ορμής των κρατών – ισχυρών αλλά και λιγότερο ισχυρών. Το νέο ευρωπαϊκό αφήγημα ήταν τελικά και παλιό και εθνικιστικά κατακερματισμένο, ενώ οι πιο ευάλωτες οικονομικά, θεσμικά και πολιτικά χώρες παραδίδονταν άνευ όρων σ’ αυτό, αφήνοντας τις πύλες ορθάνοικτες.

Η Ελλάδα, μέσα στους έξαλλους πανηγυρισμούς μιας εκσυγχρονιστικής ελίτ, πολιτικής και πνευματικής, με την ενορχήστρωση των ΜΜΕ, άλλαξε σελίδα το 2002, μπαίνοντας στο κλαμπ των «μεγάλων χωρών». Η πολιτική εξουσία διερμήνευσε, με τον δικό της τρόπο, στα καθ’ ημάς, το νέο ευρωπαϊκό όραμα: παράδοση του κράτους μέσω της μίζας στους πελάτες, παράδοση της κοινωνίας μέσω της ατομικής διάβρωσης στη διαφθορά, την αδιαφορία και την έλλειψη αλληλεγγύης. Όλα αυτά ονομάζονταν «εκσυγχρονισμός», ενώ οι τράπεζες έστηναν τρελό πανηγύρι: μοίραζαν πλαστικό χρήμα, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην εξάπλωση της ατομικής ευδαιμονίας εναντίον της συλλογικής. Τα άτομα ευημερούσαν, όχι όμως και η κοινωνία: οι μισθοί παρέμεναν χαμηλοί, οι τιμές στρογγυλοποιούνταν προς τα πάνω και οι φτωχοί γίνονταν φτωχότεροι. Διεκδικήσεις μισθολογικές και κατά της ακρίβειας έμοιαζαν απομεινάρια άλλης εποχής. Οι ατομικές λύσεις (δάνεια, κάρτες, ευρωπαϊκά προγράμματα, γλείψιμο, κομπίνες με την Εφορία) επιβραβεύονταν – και αφορούσαν πολλούς: ο διεφθαρμένος πλούτος διάβρωνε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, γι’ αυτό η πολιτική ελίτ ήταν αποτελεσματική. Όσοι δεν ακολουθούσαν ήταν απλώς «ανίκανοι» ή μετανάστες.

Η πολιτική ελίτ δεν συνομολόγησε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, όπως απαιτούσε η περίσταση, αλλά έπαιξε σε δύο επίπεδα. Αφενός, άφησε ανέγγιχτο το εθνικιστικό πρόγραμμα άλλων εποχών, εκσυγχρονίζοντάς το για να αρμόζει στο όραμα της ισχυρής Ελλάδας (Ολυμπιακοί Αγώνες). Ένα πρόγραμμα-κακέκτυπο αντίστοιχων προγραμμάτων των ισχυρών κρατών της Ε.Ε. Πάντα θα θυμάμαι την εμπνευσμένη ομιλία του Μιχάλη Παπαγιαννάκη, σε συνέδριο του Συνασπισμού, όπου είχε κατακεραυνώσει την κοντόφθαλμη, νεοεθνικιστική πολιτική της «ισχυρής Ελλάδας», με τις επιχειρήσεις στα Βαλκάνια, το δόγμα της μεγάλης περιφερειακής δύναμης και, ταυτόχρονα, την εκτεταμένη φοροδιαφυγή –όχι μόνο του μεγάλου κεφαλαίου– και την καταρράκωση του κράτους. Αφετέρου, η πολιτική ελίτ συνομιλούσε προνομιακά με εκείνη την πνευματική ελίτ της οποίας ο κοσμοπολίτικος αντιεθνικισμός, ενταγμένος στο πρόγραμμα εξυπηρέτησης των κυβερνήσεων και των ΜΜΕ, καταντούσε συντηρητικός. Γιατί το ζητούμενο δεν ήταν η ανθρώπινη κοινωνία, η ανασυγκρότηση μιας νέας, διευρυμένης εθνικής κοινωνίας προβεβλημένης σε μια ευρωπαϊκή ενότητα: ο ευρωπαϊσμός, όπως τον υπαγόρευε η πολιτική εξουσία, καθίστατο αυταξία. Η ελίτ αυτή δεν άσκησε καμιά σοβαρή κριτική στο σημιτικό δόγμα της «ισχυρής Ελλάδας», που άνοιγε την κερκόπορτα στον εθνικισμό, πριμοδοτώντας τον από άλλο δρόμο. Δεν άσκησε κριτική στη διάβρωση του κράτους πρόνοιας, που είχε καταντήσει πελατειακό. Η «ισχυρή Ελλάδα» πάνω απ’ όλα. Το αποτέλεσμα ήταν η πλαδαρή κοινωνία, όπου οι συλλογικότητες χάνονταν κάτω από τόνους ατομικού λίπους, όχι μόνο των κεφαλαιοκρατών αλλά και του «πονεμένου λαού».

Μ’ αυτά και με κείνα, αγαπητοί σύντροφοι της Αριστεράς, φτάσαμε εδώ που είμαστε. Και ευθύνες δικές μας υπάρχουν, παρ’ όλο που δεν είναι της ίδιας βαρύτητας. Το ευρωπαϊκό μας όραμα δεν μπορέσαμε να το πάμε πουθενά, γιατί κι εμείς πλαδαρέψαμε πολύ. Αφήσαμε κατά μέρος το ισχυρότερο όπλο της Αριστεράς, την κριτική σκέψη, και πέσαμε στη συνθηματολογία, τις ατάκες και τον λαϊκισμό. Το όραμα της ανανεωτικής, ευρωπαϊκής Αριστεράς γέμισε γκρίζες ζώνες και παραφωνίες. Από τη μια, ένας εύκολος, αντιιμπεριαλιστικός, αντι-μετανεωτερικός εθνικισμός, που καταντούσε αντιευρωπαϊσμός, και από την άλλη ο εκσυγχρονιστικός, αντιεθνικιστικός ευρωπαϊσμός. Από τη μια αριστερίστικες επιλογές του μπάχαλου στο όνομα εν γένει του λαού, από την άλλη εκσυγχρονιστικές, ελιτίστικες επιλογές. Και στη μέση μια κοινωνία σε πλήρες ξεχαρβάλωμα ευδαιμονίας. Δεν αντιληφθήκαμε ότι, αν το έθνος-κράτος παραμένει το έσχατο καταφύγιο κάθε κατατρεγμένου, η αλλαγή νοοτροπιών –και ατομικά και συλλογικά– ήταν επιβεβλημένη. Αυτό όμως απαιτούσε κριτική σκέψη, όχι συνθήματα και συναισθηματικές εξάρσεις. Η κοινωνία ολοένα ξεχείλωνε, κι εμείς παίζαμε «ποιος είναι πιο αριστερός από τον άλλο».

Καθώς δεν υπάρχει πια χρόνος, δύο λύσεις μας μένουν: μετανάστευση ή επανάσταση. Η μετανάστευση είναι η εύκολη και ωφέλιμη, για λόγους ευνόητους, λύση γι’ αυτούς που μας κυβερνούν. Η επανάσταση είναι η δύσκολη, αλλά και μοναδική λύση για όλους μας. Βήμα πρώτο: η ελληνική κοινωνία δεν ήταν πλούσια και φτώχυνε· ήταν φτωχή και εξαθλιώθηκε. Ως «πλαστική κοινωνία» ήταν πλούσια, στην πραγματικότητα ήταν όμως ήταν φτωχή. Η Ελλάδα δεν ήταν μια «ισχυρή χώρα»· θα μπορούσε να ήταν μια αξιοπρεπής. Η πρώτη διεκδίκηση λοιπόν είναι να ξαναορίσουμε τον στόχο μιας ανθρώπινης κοινωνίας. Επειδή η κυβέρνηση, για να παραμείνει η Ελλάδα «ισχυρή», πρέπει να ξεφορτωθεί άπαξ διά παντός την πραγματική κοινωνία, να διαλύσει το κράτος και τους θεσμούς, οφείλουμε να ξαναδιεκδικήσουμε την αξιοπρέπεια αυτής της χώρας, και μαζί τη δική μας. Η κυβέρνηση, ταμπουρωμένη πλέον πίσω από ένα αναχρονιστικό πρόγραμμα (με τη συμπαράσταση και του ΛΑΟΣ), λειτουργεί διά του αποκλεισμού του μεγαλύτερου μέρους της κοινωνίας, την οποία αντιπαραθέτει στο «έθνος»: τα Πανεπιστήμια έγιναν ξαφνικά ο υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνος για το έθνος, οι δημόσιοι υπάλληλοι το ίδιο, το ΕΣΥ επίσης κ.ο.κ. Παράλληλα, η κυβέρνηση, εμπνεόμενη από τον ίδιο εθνικισμό, επιδίδεται σε μια ριψοκίνδυνη και απαράδεκτη εξωτερική πολιτική: εξοπλιστικές αγορές και συμμαχία με το Ισραήλ, και μάλιστα με την πιο ακροδεξιά κυβέρνηση αυτής της χώρας τα τελευταία χρόνια.

Ο μόνος δρόμος, λοιπόν: επανάσταση στις νοοτροπίες και τις διεκδικήσεις! Με επεξεργασμένο πρόγραμμα για μια ανθρώπινη κοινωνία, με τη συγκρότηση δικτύων κοινωνικής αλληλεγγύης, διεκδικούμε την ανυπακοή και την αξιοπρεπή φτώχεια όλων. Οι μισθοί και οι συντάξεις πριν την κρίση ήταν ήδη –αν εξαιρέσουμε κάποιους προνομιούχους– σε επίπεδα χαμηλά· διεκδικούμε την επάνοδό τους σε αυτά τα, έστω χαμηλά, επίπεδα. Η Αριστερά δεν πρέπει να σωπαίνει στις υπέρογκες αμοιβές και τα προνόμια βουλευτών και υπουργών: να αμείβονται ανάλογα με τους άλλους δημόσιους λειτουργούς. Διεκδικούμε την άμεση πτώση των ενοικίων και της τιμής των τροφίμων, τη στάση πληρωμών στα δάνεια — ειδικά πρώτης κατοικίας. Δεν συναινούμε σε όλα όσα οδηγούν την κοινωνία στον εκβαρβαρισμό, ούτε επιτρέπουμε ωστόσο σε κανέναν είτε να μετατρέψει τη συντεταγμένη ανυπακοή σε μπάχαλο, είτε να την οικειοποιηθεί με συντηρητικούς ή νεοεθνικιστικούς τρόπους. Δεν θα πληρώσουμε τον παραλογισμό τους με τον εξευτελισμό μας. Καμιά κοινωνία δεν μπορεί να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της πληρώνοντας κεφαλικό φόρο και φόρους προστασίας, υπό την απειλή απολύσεων. Δεν είμαστε εναντίον της Ευρώπης, αντιθέτως προβαλλόμαστε σε μια Ευρώπη στην οποία μας έλαχε, από τη συγκυρία, να είμαστε πρωτοπόροι. Ο Παπανδρέου, ο Βενιζέλος, ο Λοβέρδος, η Διαμαντοπούλου και η όλη παρέα δεν θα γράψουν ιστορία στην πλάτη μας: όποιος ξεφτιλίζει μια κοινωνία δεν έγραψε παρά μαύρες σελίδες στην Ιστορία.


Κυριακή 12 Ιουνίου 2011

[Ελλάδα - πολιτική] Σκέψεις με αφορμή την πλατεία Συντάγματος

Βρέθηκα αρκετές φορές στο Σύνταγμα των «αγανακτισμένων», σε αυτή τη νέα, πολυπληθή ομάδα της πλατείας, που την προηγούμενη Κυριακή ξεπέρασε σε όγκο τις 300.000. Παρακολούθησα κι εγώ στη μέση της πλατείας το νέο βήμα δημόσιου διαλόγου, εκεί που κάθε βράδυ διεξάγεται η Γενική Συνέλευση, την οποία πολύ εύστοχα σχολίασε ο Στρατής Μπουρνάζος στα «Ενθέματα» της προηγούμενης Κυριακής. Η Γενική Συνέλευση, οργανωμένη παραδειγματικά, με αντίληψη «άμεσης δημοκρατίας» που, όπως και η άρνηση οποιασδήποτε κομματικότητας, έκανε πολλούς να μιλήσουν για απολιτικότητα μέχρι και για υπονόμευση της Δημοκρατίας ή του κοινοβουλευτισμού. Η μη αναφορά όμως σε κόμματα σημαίνει αυτομάτως και την υπονόμευση των κομμάτων και της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας; Ή μήπως, με αυτό τον τρόπο, εκφράζεται κάτι άλλο;

Μια προσπάθεια επανεφεύρεσης του δημόσιου χώρου

Καταρχάς, το πλήθος μαζεύεται εκεί για να δώσει το «παρών», να πει «καλησπέρα», σε έναν χώρο στον οποίο όλοι μοιράζονται το ίδιο πρόβλημα: αυτό που δημιουργεί η πολιτική του Μνημονίου. Η πολλαπλή εξατομικευμένη αγανάκτηση δεν φτιάχνει μόνο μια μαζική αγανάκτηση, φτιάχνει και αλληλεγγύη, φτιάχνει ανθρωπιά. Το νόημα της πλατείας και της Γενικής της Συνέλευσης, κατά τη γνώμη μου, ακριβώς σε αυτό το σημείο εντοπίζεται: στην ασαφή ακόμη προσπάθεια «επανεφεύρεσης» του τι σημαίνει «παρίσταμαι» και πάλι σε έναν δημόσιο χώρο, του τι σημαίνει το ξαναδηλώνω ως άτομο το «Καλησπέρα» μου στην ομήγυρη, μην περιμένοντας από τις «32» ή τις «132» κομματικές, πνευματικές, συνδικαλιστικές, τηλεοπτικές προσωπικότητες να το οικειοποιηθούν αυτονόητα. Σε αυτή την κρίσιμη φάση, η πλατεία οικοδομεί την αντίληψη του «είμαι εδώ» μαζί με τους άλλους και προσπαθώ να βρω αυτά που μοιράζομαι ή που ίσως έπρεπε εδώ και καιρό να είχα μοιραστεί.

Η πολιτική του Μνημονίου του ΠΑΣΟΚ –αλλά και η πολιτική προ του Μνημονίου των ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ.–, εκτός του ότι ρήμαξε οικονομικά την κοινωνία, κάνει κάτι πολύ χειρότερο: αναπαράγει και πάλι ένα αυτονόητο, αφοριστικό «εμείς», στο οποίο όσοι εναντιώνονται δεν είναι πατριώτες. Από το είμαστε, προ Μνημονίου –αυτονοήτως–  μέλη του ισχυρού, ικανού για όλα έθνους, γίναμε –και πάλι αυτονοήτως– μέλη ενός ρημαγμένου έθνους. Η προ Μνημονίου κατασκευή του ισχυρού, εκσυγχρονισμένου έθνους, μέλους του κλαμπ των προνομιούχων της οικουμένης (όπου μέσα χώραγαν κατεξοχήν οι «επιτυχημένοι»), οικοδομήθηκε εναντίον του ορθού λόγου, εναντίον της έννοιας του πολίτη, προς δόξαν του καταναλωτή και της εικονικής πολιτικής της τηλεόρασης των πολλών αστέρων. Αντί λοιπόν η κρίση να υποχρεώσει τη σοσιαλιστική κυβέρνηση να αποδομήσει την αντίληψη του αφοριστικού «εμείς» πάνω στο οποίο θεμελιώθηκε το ισχυρό έθνος των χυδαία υπερήφανων καταναλωτών και της ακραίας ιδιοποίησης του δημόσιου καλού, ξαναπήρε το αφοριστικό «εμείς» για να οριοθετήσει αυτήν τη φορά το έθνος των συλλήβδην λωποδυτών και του ακραίου ξεπουλήματος του δημόσιου καλού. «Όλοι μαζί τα φάγαμε», δήλωσε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, επαναπροσδιορίζοντας έτσι ένα βαθιά, και πάλι, στοχευμένο πολιτικά «εμείς» φοβισμένων πρώην προνομιούχων. Στο όνομα αυτού του «εμείς» απαξιώθηκαν συλλήβδην όλοι οι δημόσιοι θεσμοί –δημόσια εκπαίδευση, δημόσια υγεία– και μαζί τους όλοι οι εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα. Αφοριστικά σχήματα που συμμερίστηκαν αμέσως και κάποιοι από τον αριστερό χώρο — ΔΗ.ΑΡ.: «Να ξεχάσετε όσα ξέρατε οι δημόσιοι υπάλληλοι», δήλωνε με περισσή αριστερή ευαισθησία ο Ν. Τσούκαλης. Από την άλλη μεριά, η στοχοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ, με τον πιο χυδαίο τρόπο (Πάγκαλος, Πεταλωτής), ενίσχυε και ενισχύει τον αφοριστικό τρόπο οριοθέτησης του «εμείς» των εθνοσωτήρων πολιτικών εναντίον των ανεύθυνων, μια φόρμουλα που ιδιαιτέρως διευκολύνει κόμματα όπως το ΛΑΟΣ.

Με την πολιτική του Μνημονίου εδραιώνεται πλέον με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο αυτό που αναδεικνύεται στο πλαίσιο του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελευθερισμού σε όλη την Ευρώπη,  που στην Ελλάδα λόγω της κρίσης επιταχύνθηκε: η συστηματική άσκηση της πολιτικής, εξορθολογιστικά, αλλά εναντίον του ορθού λόγου. Μια εξορθολογιστική πολιτική που θεμελιώνεται στην ακύρωση του ατόμου ως ενεργού πολίτη, και που γι’  αυτό καταντάει απολύτως ανορθολογική. Ανορθολογισμός, και όχι εξορθολογισμός, είναι η συγχώνευση σχολείων και πανεπιστημίων, η συγχώνευση νοσοκομείων. Ανορθολογισμός είναι η οριζόντια περικοπή μισθών και συντάξεων, ανορθολογισμός είναι η άνιση κατανομή των οικονομικών βαρών, ανορθολογισμός είναι η υπονόμευση θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ανορθολογισμός, και όχι εξορθολογισμός, είναι να τρέχουν οι υπουργοί να προλάβουν τους αριθμούς που επιβάλλει η Τρόικα, ξεχνώντας ότι η δημοκρατία θεμελιώθηκε στον ορθό λόγο, στον άνθρωπο, πολιτικό υποκείμενο. Ο Αντώνης Λιάκος, σε ένα πολύ καλό άρθρο του για την κρίση («Μερικές ιδέες για να σκεφτούμε ξανά την κρίση», The books journal, τχ. 6, Απρίλιος 2011· βλ. tinyurl.com/6cy5yen), εξηγώντας την επιβολή στην παγκόσμια οικονομία της Ινδίας και της Κίνας, έκανε λόγο για οριστική αποαποικιοποίηση. Κατανοώντας απολύτως τι θέλει να πει, θα έλεγα ωστόσο ότι μέσω της Ανατολής, μέσω του εργασιακού Μεσαίωνα της Ανατολής, επαναποικιοποιείται και πάλι όχι η Ανατολή αυτή τη φορά, αλλά η έννοια του πολίτη μιας παγκόσμιας «Ανατολής» από μια παγκόσμια «Δύση», η οποία στο όνομα του εξορθολογισμού των αριθμών και του κέρδους αφήνει πίσω της ό,τι κατέκτησε η Δύση με τον ορθό λόγο: τους ίδιους τους ανθρώπους, ως πολιτικά υποκείμενα.

Η διεκδίκηση μιας πολιτικής του ορθού λόγου

Στην πλατεία λοιπόν αναζητείται, έστω και με σπασμωδικό, μη πολιτικά στοχευμένο τρόπο, η ατομική ευθύνη για το περιεχόμενο του «Καλησπέρα», αναζητούνται οι τρόποι εξοικείωσης και πάλι με το ξαναϋπογράφουμε μαζί και όχι ερήμην μας το νέο συμβόλαιο. Ωστόσο, η διεκδίκηση μιας πολιτικής του ορθού λόγου προϋποθέτει τη συγκρότηση μετώπου εναντίον του ανορθολογισμού, απ’ όπου κι αν αυτός απορρέει. Ο «λαός» ή το «έθνος» ως αδιαφοροποίητες ταξικά, ιδεολογικά και πολιτικά κατηγορίες συνιστούν τη βάση του ανορθολογισμού, τη νομιμοποιητική βάση άλλωστε, έστω κι από άλλο δρόμο, και του εξορθολογιστικού ανορθολογισμού. Οι εθνοσωτηριακού χαρακτήρα προσωπικότητες ή κινήσεις, οι «Σπίθες» που απευθύνονται σε ένα έθνος πανταχόθεν απειλούμενο, που επιδιώκουν παλλαϊκή και πανεθνική συσπείρωση εναντίον των εχθρών του έθνους (σιωνιστές, Ευρωπαίους, Τούρκους), ανάμεσα στους οποίους και οι «ξεπουλημένοι πολιτικοί», καταργούν τελικά τη θεμελιώδη αρχή της πολιτικής: τη συγκρότηση με ορθολογικό τρόπο –δηλαδή ταξικό και ιδεολογικό– πολιτικών μετώπων, και όχι την υπερβατική, αφοριστική συσπείρωση του έθνους εναντίον των εχθρών του. Σε στιγμές μεγάλης κρίσης, το οποιοδήποτε κίνημα, για να είναι ανατρεπτικό, για να είναι επαναστατικό, οφείλει στο πλαίσιο του να διεκδικεί την ανάδειξη ενός «νέου, σε σχέση με το μόλις χτες, ανθρώπου», ενός «νέου» συνειδητοποιημένου πολίτη. Τα εφησυχαστικά σχήματα, πολύ παλιάς κοπής, περί «έθνους και των εχθρών του», δεν ανέτρεψαν τίποτε άλλο παρά μόνο την ίδια την ουσία της πολιτικής: τον πολίτη, υπεύθυνο απέναντι στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της κοινωνίας. Ο Μίκης Θεοδωράκης πολέμησε –προς τιμήν του και προς τιμήν μας– τον φασισμό, τον αυταρχισμό, το έλλειμμα δημοκρατίας, κι εκεί συναντήθηκε με ένα παγκόσμιο κίνημα. Δεν πολέμησε για το ελληνικό έθνος κατά των εχθρών του, αλλά στο όνομα των δημοκρατών Ελλήνων ανέδειξε με τη μουσική του τον «νέο Έλληνα», αυτόν που συναντήθηκε με τον «νέο» Χιλιανό, Ισπανό, Παλαιστίνιο, Τούρκο. Δεν τραγούδησε τη διεθνή συνωμοσία εναντίον του Έλληνα, αλλά έδωσε πολιτική και πολιτισμική υπόσταση «στη φτώχεια», στους περιθωριοποιημένους ιδεολογικά, πολιτικά και κοινωνικά ανθρώπους — Έλληνες και άλλους. Γι’ αυτό η μουσική του απέκτησε οικουμενικότητα.

Η πλατεία έχει πολλές φωνές, και η Αριστερά, αν θέλει να «πιάσει» το βαθύτερο νόημά της, οφείλει πρώτη να αποφύγει τον εύκολο και γι’ αυτή λαϊκισμό που αναπαράγει τα αφοριστικά «εμείς» (ο λαός και τα αφεντικά). Η Αριστερά δεν απειλείται από την πλατεία, απειλείται από την υπονόμευση του ορθού λόγου, του οποίου ήταν κάποτε ο αποκλειστικός φορέας.