Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

[Κύπρος - πολιτική] Τα εγκλήματα του τουρκικού στρατού στην Κύπρο / Ή Όταν το πολιτικό θάρρος και η πολιτική λεβεντιά έχουν γυναικείο πρόσωπο


Στην τουρκοκυπριακή Βουλή η βουλευτής Ντοούς Ντεριάτόλμησε να αποκαλύψει το πιο σκοτεινό πρόσωπο του εθνικισμούτου δικού της έθνους, όχι του εχθρικού,θέτοντας την ίδια της τη ζωή σε άμεσο κίνδυνο


Κι ενώ η ελληνική κοινωνία ζει σε ένα απίστευτα νοσηρό κλίμα, με το οποίο αναπαράγεται ένα παρελθόν που όλοι και όλες θα θέλαμε να απασχολεί μόνο τους ιστορικούς, κάποιες άλλες κοινωνίες προσπαθούν να χειραφετηθούν με κόπο από το βαρύ παρελθόν τους. Κι ενώ η ελληνική κοινωνία, στην πιο κρίσιμη φάση της μεταπολιτευτικής της ιστορίας, έχει ένα άθλιο, στην πλειοψηφία του, πολιτικό προσωπικό το οποίο, είτε «διδάσκει» μαγκιά και ματσισμό (π.χ. μυρίζει γυναικεία παλτά), είτε επιβάλλει διά του φόβου την υποταγή, κάπου αλλού κάποιοι πολιτικοί «διδάσκουν» αντίσταση και ξαναμαθαίνουν μια κοινωνία να μη φοβάται. Κάπου αλλού σε κάποιες άλλες κοινωνίες οι γυναίκες πολιτικοί δεν μιμούνται από την ανάποδη τον ματσισμό κάποιων ανδρών συναδέλφων τους, αλλά «πετάνε στη μούρη» του απόλυτα ματσιστή –του στρατού– τα εγκλήματά του. Στην Κύπρο, στην τουρκοκυπριακή Βουλή –ναι, σε αυτή την ψευδοβουλή– μια γυναίκα βουλευτής, με θάρρος, παρρησία και τη λεβεντιά που μόνο οι εν επιγνώσει άνθρωποι έχουν, κατήγγειλε τα εγκλήματα του τουρκικού στρατού κατά την εισβολή του 1974. Κατήγγειλε κυρίως τους βιασμούς σε βάρος των Ελληνοκύπριων γυναικών και έδειξε έτσι ότι πραγματική αντίσταση κάνει ένας άνθρωπος όταν ορθώνει το ανάστημά του απέναντι στα «ιερά και τα όσια του έθνους του».

Η Ντοούς Ντεριά λοιπόν, βουλευτής του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος (Αριστερά), είναι η γυναίκα που τόλμησε να μιλήσει ξεκάθαρα εναντίον του απόλυτου συμβόλου του τουρκικού έθνους, εναντίον του «λυτρωτή των Τουρκοκυπρίων», εναντίον του απόλυτου συμβόλου της αρρενωπότητας, του ανδρισμού και της δύναμης του έθνους. Η Ντοούς Ντεριά, μια σταλιά γυναίκα, τόλμησε να αποκαλύψει στους συμπατριώτες/-ισσές της το πιο σκοτεινό πρόσωπο του σεξισμού και του ματσισμού, το πιο σκοτεινό πρόσωπο του εθνικισμού του δικού της έθνους, όχι του άλλου έθνους, του εχθρικού, το πιο σκοτεινό πρόσωπο μιας εισβολής σε μια άλλη χώρα του στρατού του δικού της έθνους, όχι του βολικού άλλου, του εχθρού –των βιασμών λοιπόν του απελευθερωτή στρατού– θέτοντας την ίδια της τη ζωή σε άμεσο κίνδυνο. Γιατί με αυτή την πράξη της η Ντοούς έκανε τον εαυτό της στόχο, και μάλιστα στόχο του ακραία μάτσο εθνικισμού, όπως είναι πάντα αυτός που επιβάλλει με τα όπλα ο στρατός. Τα δημοσιεύματα στις τουρκοκυπριακές και τις τουρκικές εφημερίδες, οι αντιδράσεις εναντίον της, το γεγονός ότι υποχρεώνεται να κρύβεται, το αποδεικνύουν. Η Ντοούς όμως ξέρει ότι μια κοινωνία χειραφετείται, μια κοινωνία τολμά να αναθεωρήσει τη μνήμη της και να ξαναδεί με θάρρος το παρελθόν, επομένως και το μέλλον της, όταν έχει πολιτικούς που θέτουν σε κρίση τα δικά της άκριτα, που ομολογούν τα δικά της ανομολόγητα, που λαλούν τα δικά της αλάλητα. Όχι του αντίπαλου, όχι του εχθρού, αλλά τα δικά της.

Η Ντοούς Ντεριά είναι μια αριστερή πολιτικός που γνωρίζει ότι για να υπάρξει ομοσπονδία στην Κύπρο πρέπει οι πολιτικοί να «αμαρτήσουν», να θέσουν στην πολιτική ατζέντα αυτά που επιβλήθηκαν στην κοινωνία τους (δηλαδή στη δική τους κοινότητα) ως ιερά και όσια. Η Ντοούς Ντεριά είναι επί της πολιτικής ουσίας φεμινίστρια, γιατί γνωρίζει ότι ο φεμινισμός δεν απαντά στον ματσιμό με γελοία και χυδαία υπονοούμενα, αλλά φτιάχνει εναντίον του ξεκάθαρα εννοούμενα, εναντίον κατεξοχήν του φορέα του ματσισμού – του εθνικισμού και του ένοπλου ενσαρκωτή του, του στρατού. Από την ελληνοκυπριακή πλευρά, οι καταγγελίες της Ντοούς έγιναν γενικώς αποδεκτές με την ικανοποίηση αυτού που χαίρεται όταν κάποιος από τις τάξεις του «εχθρού» αποκαλύπτει τα εγκλήματα της άλλης πλευράς. Οι καταγγελίες λοιπόν ικανοποίησαν το αίσθημα αυτοδικαίωσης των Ελληνοκυπρίων, το αίσθημα της δικαίωσης του θύματος που έχει υποστεί τα πάνδεινα από τον εχθρό. Ωστόσο υπήρξαν και κάποιοι πολιτικοί που κατάλαβαν επί της ουσίας την πράξη της Ντοούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δήλωση του πρώην προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, του Δημήτρη Χριστόφια, ο οποίος τόνισε την ανάγκη αναθεώρησης της μνήμης και των δύο κοινοτήτων. Ξαναμίλησε λοιπόν (είχε μιλήσει και ως υποψήφιος πρόεδρος) για τους τάφους των δολοφονημένων από τους Ελληνοκύπριους Τουρκοκυπρίων, ξαναμίλησε δηλαδή για την ανάγκη να ξαναπιάσει η ελληνοκυπριακή κοινότητα το νήμα της μνήμης της, όχι από το 1974 αλλά από το 1963, και να ξαναδεί μαζί με την τουρκοκυπριακή κοινότητα ότι η κοινή τους μνήμη έχει πολύ εθνικισμό, πολύ ματσισμό, και γι’ αυτό πολύ αίμα. Ο Χριστόφιας γνωρίζει (και τονίζει) ότι ο εθνικισμός είναι προϊόν του ιμπεριαλισμού, ακόμη κι όταν τον πολεμά, και με αυτό δεν αφήνει κανένα περιθώριο ότι η Αριστερά για να είναι αντιιμπεριαλιστική πρέπει να είναι καταρχήν αντιεθνικιστική.

Θα αναρωτηθεί βέβαια κανείς τι νόημα έχει να ασχοληθούμε με την Κύπρο σε μια περίοδο που η δική μας χώρα διανύει μία από τις πιο βαθιές κρίσεις του πολιτικού συστήματός της. Θεωρώ ότι έχει νόημα, ειδικά τώρα. Ειδικά τώρα λοιπόν που ένα μέρος του πολιτικού προσωπικού, όχι μόνο δεν έχει το θάρρος μιας Ντοούς, αλλά αντιθέτως δείχνει όλη την αθλιότητά του. Και δεν μιλώ μόνο για την κυβέρνηση η οποία, προκειμένου να μη χάσει την εξουσία, χρησιμοποιεί τον πιο άθλιο εκφοβισμό (όπως κάποτε τα στελέχη της χρησιμοποιούσαν μια εξίσου άθλια μαγκιά) για να κρατά μια κοινωνία ζαρωμένη και μαραμένη από φόβο (όπως κάποτε την ντοπάριζε με έναν ψεύτικο τσαμπουκά). Μιλώ για όλη αυτή την αθλιότητα των ανεξάρτητων βουλευτών, και όχι μόνο. Είναι θλιβερό μια κοινωνία που καταρρέει να εξαρτάται από κάποιους αξιοθρήνητους πολιτικούς οι οποίοι επιτείνουν με τη στάση τους στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας τη νοσηρότητα του πολιτικού κλίματος. Μιλώ για όλους αυτούς τους πολιτικούς που χωρίς πολιτικό θάρρος και τόλμη αναπαράγουν τον βλακώδη εαυτό τους, που διαπραγματεύονται την πολιτική ανυπαρξία τους, που γίνονται παράγοντες σε μια χώρα που όλη η πολιτική ζωή περνά μέσα από την τηλεόραση και που γίνεται για την τηλεόραση. Στην πιο κρίσιμη ιστορική στιγμή αυτής της κοινωνίας τα πάντα παίζονται στα παλτά και τα αντιπαλτά, στους χρηματισμούς και τις καταγγελίες των χρηματισμών, στις δηλώσεις και τις αντιδηλώσεις κάποιων πολιτικών που μόνο ντροπή προκαλούν. Και όλα αυτά τη στιγμή που αυτή η κοινωνία καταρρέει, τη στιγμή που αυτή η κοινωνία πρέπει να μάθει να αντιστέκεται, τη στιγμή που αυτή η κοινωνία πρέπει με τη διαδικασία του κατεπείγοντος να αναθεωρήσει τη μνήμη της προκειμένου να έχει μέλλον. Τι κρίμα να γίνονται όλα αυτά, όχι σε μια ψευδοβουλή αλλά σε μια Βουλή.


[Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Χρόνος τον Δεκέμβριο του 2014.]

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

[Εξωτερική πολιτική] Η ΑΟΖ, το Κυπριακό, η Τουρκία: Τι σημαίνει αριστερή πολιτική στα «εθνικά θέματα»;

Πέραν της «τουρκικής προκλητικότητας» και των εθνικών στερεοτύπων 

Συνέντευξη της Σίας Αναγνωστοπούλου στον Στρατή Μπουρνάζο 


Τον τελευταίο καιρό μιλάμε πολύ για την ΑΟΖ, και ειδικά την κυπριακή ΑΟΖ. Τι σημαίνει ΑΟΖ και ποια είναι η σημασία της;

Η ΑΟΖ, η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, είναι μια πολύ νέα έννοια –προέκυψε, καταρχάς, από την ανάγκη διευθέτησης της διαμάχης για την αλιεία– και προβλέπεται από τη συνθήκη του Δικαίου της Θάλασσας του 1982. Είναι μια ζώνη 200 ναυτικών μιλίων μέσα στην οποία το κράτος δεν έχει κυριαρχία αλλά κυριαρχικά δικαιώματα, και συγκεκριμένα το δικαίωμα στους φυσικούς πόρους μέσα σε αυτή τη ζώνη. Η ΑΟΖ μπορεί να ανακηρυχθεί μονομερώς από ένα κράτος μόνο στην περίπτωση που το όμορο στη θάλασσα κράτος απέχει 400 και πλέον μίλια. Σε περίπτωση μικρότερης απόστασης, η ΑΟΖ δεν ανακηρύσσεται, αλλά οριοθετείται έπειτα από συμφωνία με το κράτος ή τα κράτη που έχουν μέτωπο στην ίδια θάλασσα. Αρχή λοιπόν της οριοθέτησης της ΑΟΖ (σε όμορα κράτη) είναι η συναίνεση. Ως εκ τούτου, πρόκειται μεν για μια ζώνη οικονομική (φυσικών πόρων και εκμετάλλευσής τους), που αποκτά ωστόσο μεγάλο πολιτικό και, κατά συνέπεια, συμβολικό βάρος. Από τη στιγμή που η ανακάλυψη των φυσικών πόρων (εξόρυξη υδρογονανθράκων) συνιστά παράγοντα μερικής έστω αλλαγής των ισορροπιών σε μια περιοχή, η ΑΟΖ αποκτά γεωπολιτική σημασία. Στην οριοθέτησή της, λοιπόν, αποτυπώνονται πολιτικές στρατηγικές και στοχεύσεις, αλλά και ιδεολογικοί προσανατολισμοί: η οριοθέτηση της ΑΟΖ γίνεται για την οικονομική ευμάρεια των κοινωνιών της περιοχής ή για λόγους γεωπολιτικού ανταγωνισμού;
Η κυπριακή ΑΟΖ οριοθετήθηκε το 2004. Το σχέδιο Ανάν δεν προέβλεπε ΑΟΖ για το ομόσπονδο κράτος και η Κυπριακή Δημοκρατία με τον τότε πρόεδρο Τάσσο Παπαδόπουλο αποφάσισε, πριν από το δημοψήφισμα, να προχωρήσει στην οριοθέτησή της, με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τον Λίβανο (η οριοθέτηση με τον Λίβανο δεν έχει ακόμα εγκριθεί από τη Βουλή του).

Τι μεσολάβησε έκτοτε και πού βρισκόμαστε σήμερα;

Οι συγκλίσεις που επιτεύχθηκαν κατά την προηγούμενη φάση των συνομιλιών μεταξύ Χριστόφια-Ταλάτ αλλά και Χριστόφια-Έρογλου διασφάλιζαν τον τρόπο με τον οποίο η ομοσπονδιακή Κυπριακή Δημοκρατία θα χειριζόταν τόσο τους φυσικούς πόρους όσο και τις θαλάσσιες ζώνες της. Εν ολίγοις, η ΑΟΖ αποτελούσε το σημείο τομής για τη συγκρότηση ενός κοινού, κυπριακού συμφέροντος και εντάχθηκε στην προοπτική της λύσης του Κυπριακού. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους αποτελούσαν το κομβικό σημείο της πολιτικής Χριστόφια για το Κυπριακό. Σήμερα, έτσι όπως εξελίσσεται η κατάσταση, φαίνεται ότι οι διαπραγματεύσεις απαξιώνονται· και μαζί με αυτές απαξιώνονται οι Τουρκοκύπριοι. Το Κυπριακό μοιάζει να μεταφέρεται στη θάλασσα, στη «γεωπολιτική παλαίστρα» της ανατολικής Μεσογείου, μπαίνει λοιπόν σε ένα μεγάλο γεωπολιτικό παιχνίδι εν εξελίξει.

 

Το γεωπολιτικό παιχνίδι στη Μέση Ανατολή


Ας σταθούμε λίγο σε αυτό το γεωπολιτικό παιχνίδι.

Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή βρίσκεται σε ιδιαίτερα κρίσιμο σημείο. Ίσως για πρώτη φορά μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βλέπουμε τέτοια κατάρρευση των κοινωνιών και των κρατών της περιοχής. Οι ΗΠΑ, τα τελευταία χρόνια, κι αφού συνέβαλαν αποφασιστικά στην κατάρρευση, προσπαθούν να αποφύγουν την άμεση εμπλοκή τους, αφήνοντας την κατάσταση στα χέρια έμπιστων «τοποτηρητών» τους. Η Τουρκία φαινόταν ότι μπορεί να είναι ένας τέτοιος «τοποτηρητής»: ένα κράτος «δυτικό», μετριοπαθούς Ισλάμ και με προοπτική ένταξης στην Ε.Ε., ένα κράτος λοιπόν πρότυπο για τα υπόλοιπα κράτη, ειδικά μετά το ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης. Όμως σε ένα παγκόσμιο σύστημα, όπου ο ιμπεριαλισμός έχει αποκτήσει πολυπολικότητα, κάθε πόλος επιδιώκει την αυτονόμησή του, τη διαμόρφωση ενός δικού του χώρου ηγεμονίας. Πολύ περισσότερο που στο ακραία ανταγωνιστικό σύμπαν, το οποίο οικοδομεί ο νεοφιλελευθερισμός, η διαμόρφωση χώρου ηγεμονίας αποτελεί προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του ρόλου του πόλου. Η Τουρκία, ειδικά την τελευταία περίοδο, παίζει ως μια «μεταδυτική» δύναμη, ένας νεοφιλελεύθερος, «σουνιτικός» πόλος στην περιοχή. Θεωρώ λοιπόν ότι, στο όνομα της μεγάλης πολιτισμικής ενότητας (ενός μουσουλμανικού, σουνιτικού κόσμου) που επικαλείται, επιδιώκει την ηγεμονία στον μεγάλο εμπορικό και ενεργειακό δρόμο που αποτελεί η Ανατολική Μεσόγειος (30% του παγκόσμιου εμπορίου και 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου). Ωστόσο, αυτή η «μεταδυτική» πολιτική της Τουρκίας ενέχει μεγάλους κινδύνους για την ίδια, κυρίως στο εσωτερικό της.

Ο όρος που χρησιμοποιείται σταθερά και κυριαρχεί στα κυρίαρχα ελληνικά μίντια, για να ερμηνευθεί η πολιτική της Τουρκίας, είναι η «προκλητικότητα». Πώς τον σχολιάζεις;

Διαβάζοντας την πολιτική της Τουρκίας μόνο ως πρόκληση, και ειδικά απέναντί μας –κι αυτό κάνουμε κατά κόρον– περιορίζουμε αυτομάτως το εύρος της ανάλυσής μας, επομένως και της πολιτικής που πρέπει να ασκήσουμε. Θέλω να είμαι σαφής. Η χρήση του όρου, σε ένα βαθμό, είναι δικαιολογημένη: οι «βόλτες» του Μπαρμπαρός, λ.χ., στην κυπριακή ΑΟΖ αποτελούν αναμφισβήτητα επιθετική πράξη. Ο όρος προκλητικότητα όμως μας εγκλωβίζει, γιατί περιορίζει την ανάγνωση της Τουρκίας στο πλαίσιο της σύγκρουσης δύο αιώνιων εχθρών, που ο ένας μονίμως καταπατεί τα εθνικά δίκαια του άλλου, και όχι στο πλαίσιο δύο γειτονικών κρατών με ενίοτε αντίπαλα και συγκρουόμενα συμφέροντα, σε μια περιοχή μεγάλων και πολύπλοκων ανταγωνισμών.
Τα πράγματα είναι σύνθετα και, βέβαια, δεν περιστρέφονται γύρω από εμάς. Στην περίπτωση της κυπριακής ΑΟΖ, πράγματι η Τουρκία, βασιζόμενη στη ναυτική της υπεροχή απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία, προκαλεί· ο στόχος όμως της πρόκλησης δεν είναι αποκλειστικά η Κυπριακή Δημοκρατία ούτε, μέσα από αυτήν, η Ελλάδα. Ο στόχος είναι πολύ ευρύτερος και αφορά το Ισραήλ, την Αίγυπτο, καθώς και άλλα κράτη-πόλους. Η παρουσία της Ρωσίας και της Κίνας στην περιοχή δείχνουν ότι το παιχνίδι είναι ευρύτερο. Το γεγονός επίσης ότι η διεθνής κοινότητα έχει πολύ χλιαρή αντίδραση απέναντι σε αυτή τη στάση της Τουρκίας επιβεβαιώνει το μέγεθος των ανταγωνισμών και των δύσκολων ισορροπιών στην περιοχή.

 

Γεωπολιτικοί άξονες και συμμαχίες Ελλάδας και Κύπρου


Μένοντας στο ζήτημα των ανταγωνισμών και των δύσκολων ισορροπιών, πρέπει ασφαλώς να μιλήσουμε για τη συμμαχίες που διαμορφώνουν η Ελλάδα και η Κύπρος στην περιοχή.

Η «στενή» ανάγνωση της Τουρκίας υπό το πρίσμα της προκλητικότητάς της και της παραβίασης των «εθνικών δικαίων» μας, μπορεί να οδηγεί την Ελλάδα αλλά και την Κυπριακή Δημοκρατία σε διαμόρφωση γεωστρατηγικών αξόνων που, έχοντας ως στόχο το «στρίμωγμα» του εθνικού εχθρού, εμπλέκουν τα δύο κράτη ακόμη περισσότερο στους γεωστρατηγικούς ανταγωνισμούς, επομένως και στις προκλήσεις της Τουρκίας. Ασφαλώς η Κυπριακή Δημοκρατία χρειαζόταν να συνεννοηθεί με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, αφού με αυτές τις χώρες έπρεπε να οριοθετήσει την ΑΟΖ, ωστόσο οι άξονες και οι συμμαχίες είναι κάτι διαφορετικό.
Πολύ φοβάμαι, δηλαδή, ότι η συμμαχία Ελλάδας-Κύπρου με το Ισραήλ και την Αίγυπτο εντάσσεται στη λογική ενός γεωστρατηγικού άξονα για να «στριμωχτεί» η Τουρκία. Και αυτό δεν το λέω μόνο από αριστερή σκοπιά (πώς μπορείς να συμμαχείς με τέτοια στρατοκρατικά και καταπιεστικά καθεστώτα;), αλλά και από μια ρεαλιστική σκοπιά: Μπορούν τέτοιοι άξονες να διευκολύνουν τη λύση του Κυπριακού και των ανοικτών ελληνοτουρκικών προβλημάτων, να «στριμώξουν» την Τουρκία; Εκτιμώ ότι –αν πράγματι ο φόβος μου περί τέτοιου άξονα έχει βάση– η Κύπρος κινδυνεύει να γίνει το επίκεντρο μεγάλων και μικρότερων ανταγωνισμών (και Ελλάδας-Τουρκίας), μέσα από την οποία επιδιώκεται η λύση όχι του Κυπριακού αλλά δίνεται η ευκαιρία στην Ελλάδα είτε για «στρίμωγμα» της Τουρκίας για άλλα θέματα (για παράδειγμα της οριοθέτησης της ελληνικής ΑΟΖ στις «δύσκολες» περιοχές), είτε για να ενισχύσει, μέσω της Κύπρου, τη γεωστρατηγική της ισχύ στην Ανατολική Μεσόγειο. Και η προϊστορία του κ. Σαμαρά και του περιβάλλοντός του δεν μου εμπνέει καμιά εμπιστοσύνη για τον χειρισμό των «εθνικών θεμάτων» μας. Φοβάμαι λοιπόν μήπως, όπως κάποτε το Κυπριακό εντάχθηκε από τέτοιους χειρισμούς στους μεγάλους ψυχροπολεμικούς ανταγωνισμούς στην περιοχή, στην παρούσα φάση «μεσανατολικοποιηθεί», κάτι που θα διευκολύνει και την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, για λόγους «προστασίας».
Όπως έλεγα πριν, επί Χριστόφια και Ταλάτ η λογική ήταν ότι ο φυσικός πλούτος της κυπριακής ΑΟΖ έφτιαχνε ένα κοινό κυπριακό συμφέρον. Ανησυχώ ότι η κυβέρνηση Αναστασιάδη, κυρίως με την παύση των συνομιλιών, αποκλείει τους Τουρκοκύπριους από αυτό το συμφέρον, καθιστώντας αυτό τον πλούτο γεωστρατηγικό εργαλείο. Κατά τη γνώμη μου, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει οπωσδήποτε να συνεχίσει τις συνομιλίες, παραπέμποντας το ζήτημα της παραβίασης της ΑΟΖ από την Τουρκία σε διεθνείς οργανισμούς (είτε στο διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είτε σε αυτό του Δικαίου της Θάλασσας). Διακόπτοντας τις συνομιλίες, όχι μόνο απαξιώνει την τουρκοκυπριακή κοινότητα αλλά εγκλωβίζει τις συνομιλίες στις «διαθέσεις» της Τουρκίας: θα ξαναρχίσουν όταν το Μπαρμπαρός φύγει από την ΑΟΖ. Με λίγα λόγια, παρακάμπτονται οι Τουρκοκύπριοι και στο κάδρο του Κυπριακού μπαίνει μόνο η Τουρκία (και από την πίσω πόρτα η Ελλάδα;), και μάλιστα σε μια εποχή μεγάλης κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Σκέφτομαι τον μνημειώδη λόγο του Μακάριου στον ΟΗΕ μετά την τουρκική εισβολή, όταν απέναντι στην καταστροφή του ’74 –στην οποία οδήγησε και η πολιτική της δεκαετίας του ’60, στην οποία ο ίδιος πρωταγωνίστησε– τόνισε ότι η επιβίωση του κυπριακού κράτους εξαρτάται άμεσα από τους Τουρκοκύπριους, από τον δικοινοτικό χαρακτήρα του κράτους, ανεξαρτήτως Τουρκίας και Ελλάδας. Γιατί, τότε, είχε, επιτέλους, αντιληφθεί ότι ο μη δικοινοτικός χαρακτήρας της Κυπριακής Δημοκρατίας την βάζει σε μέγιστες περιπέτειες.

Συνεχίζοντας, στο ίδιο θέμα, ας δούμε την πρόσφατη συμφωνία «ενοποίησης» των υδάτων μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου.

Εξέφρασα τον φόβο μου για τους χειρισμούς Σαμαρά και Αναστασιάδη με αφορμή και τη συμφωνία για την «ενοποίηση των υδάτων» που παρουσιάστηκε με τυμπανοκρουσίες, κυρίως στην Κύπρο. Κι ενώ πρόκειται για μια συνηθισμένη συμφωνία έρευνας και διάσωσης, σε αυτά τα ύδατα, τροφοδοτεί μια εθνικιστική ρητορική που δηλητηριάζει ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα στην Κύπρο, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Πολύ περισσότερο που οι συνομιλίες έχουν διακοπεί και η Τουρκία «κόβει βόλτες» με το Μπαρμπαρός. Το σκηνικό παραπέμπει, σε κάποια σημεία, σε αυτό της δεκαετίας του ’90 με τα δόγματα περί «ενεργών ηφαιστείων» και την «πυραυλολογία», που προκάλεσαν τεράστια ζημιά στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό. Τροφοδοτείται η λογική που είχε κυριαρχήσει τότε, στην εποχή του ενιαίου αμυντικού δόγματος, του ενιαίου χώρου του ελληνισμού απέναντι στον προαιώνιο εχθρό, όπου η Κυπριακή Δημοκρατία καλείται να παίξει το ρόλο του «προμαχώνα». Εδώ έρχονται και «κουμπώνουν» οι μεγαλοστομίες περί «δυναμικών απαντήσεων» στον προαιώνιο εχθρό, από ανθρώπους του περιβάλλοντος του πρωθυπουργού (λ.χ. Φαήλος Κρανιδιώτης), μεγαλοστομίες που ενισχύουν τους φόβους παρά τους κατευνάζουν.
Οι «δυναμικές απαντήσεις» όμως υπαινίσσονται πόλεμο. Ασφαλώς, δεν θεωρώ ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι, σε οποιαδήποτε περίπτωση, υπέρ του πολέμου με την Τουρκία. Αυτή η εθνικιστική ρητορική όμως περιορίζει επικίνδυνα τα περιθώρια της διαπραγμάτευσης στο Κυπριακό, καθώς και της αναζήτησης ουσιαστικού εδάφους συνεννόησης Ελλάδας-Τουρκίας. Παράλληλα, νομιμοποιεί την κούρσα των εξοπλισμών από την οποία έχει επωφεληθεί τα μέγιστα μια «τάξη υπερπατριωτών» (άλλοι είναι στη φυλακή, άλλοι πρόκειται να μπουν, και μάλλον ακολουθούν πολλοί ακόμα), και νομιμοποιεί την «προστασία» του ΝΑΤΟ. Άπειρες φορές ανέβηκαν οι τόνοι και άπειρες φορές κατέβηκαν «χάρη στην παρέμβαση» των «συμμάχων μας». Μοιάζει σαν φάρσα: το ΝΑΤΟ αφήνει τους δύο προαιώνιους να κάνουν προσομοιώσεις πολέμου, που δικαιολογούν και τους εξοπλισμούς, και όταν τα πράγματα σκουρύνουν τότε επεμβαίνει για να μας λύσει τα προβλήματα. Στο μεταξύ ωστόσο αυτό το έθνος βιώνει μονίμως το άδικο, τον φόβο και την απειλή από έναν πανίσχυρο και ανεξέλεγκτο εθνικό εχθρό.
Το μεγάλο μου ερώτημα είναι: Ως κοινωνία, γιατί επιτρέπουμε να παίζεται αυτό το παιχνίδι σε βάρος μας; Η Τουρκία είναι πράγματι ένας δύσκολος γείτονας, με τον οποίο έχουμε πολλά ανοικτά θέματα. Όμως, από τη στιγμή που δεν θέλουμε πόλεμο, τότε η διεκδίκησή μας πρέπει να είναι μία: η ανεύρεση τρόπων επίλυσης των ανοικτών προβλημάτων. Επίλυσης, που θα κοστίζει λιγότερο από τον πόλεμο ή την προσομοίωση πολέμου.

 

Ιμπεριαλισμός, αντιιμπεριαλισμός και αριστερή πολιτική


Με όσα λες, αλλά και όλα όσα έχεις γράψει, σκιαγραφείς για την Αριστερά μια ερμηνευτική και πολιτική γραμμή εντελώς διαφορετική από τη γνωστή «αντιιμπεριαλιστική»

Καταρχάς, για την Αριστερά το μείζον ζήτημα είναι να πολιτικοποιήσει τα «εθνικά δίκαια», να τα ξανασυζητήσει διαλεκτικά και όχι ως αμετακίνητα, υπεράνω ιδεολογίας και πολιτικής αξιώματα. Ας μην ξεχνάμε ότι τα «εθνικά δίκαια» δεν τα όρισε η Αριστερά· τα όρισαν κατεξοχήν οι πολιτικές δυνάμεις που είχαν την ηγεμονία και ήθελαν να διαιωνίζουν την ηγεμονία τους, περιθωριοποιώντας τους εχθρούς τους ως «προδότες». Όταν τα «εθνικά θέματα» δεν αποτελούν μέρος του ανοικτού, δημοκρατικού διαλόγου, τότε κάποιες αυταρχικές κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις επωφελούνται. Τότε, κάποιοι οικειοποιούνται μονοπωλιακά την βούληση του έθνους και τη διαχειρίζονται όπως θέλουν. Δεν μπορούμε λοιπόν να μιλάμε για «αριστερό πατριωτισμό», βάζοντας απλώς αριστερό πρόσημο στα «εθνικά δίκαια», τα οποία οι αντίπαλες της Αριστεράς δυνάμεις όρισαν ως αμετακίνητα. Δεν μπορούμε να μιλάμε για αντιιμπεριαλισμό, πατώντας πάνω στα «δίκαια» αυτά, έτσι όπως τα όρισαν οι ηγεμονικές τάξεις και μάλιστα σε συγκεκριμένες περιόδους.
Αριστερή, αντιιμπεριαλιστική πολιτική δεν σημαίνει έναν εύκολο αντιτουρκισμό, επειδή η Τουρκία είναι «δάκτυλος του ιμπεριαλισμού». Πολύ περισσότερο που και η Ελλάδα έχει παίξει στο ιμπεριαλιστικό παιχνίδι. Αντιιμπεριαλισμός σημαίνει κόβω –ή έστω μειώνω– τις υποδοχές του ιμπεριαλισμού στην περιοχή, κόβω τους διαδρόμους διείσδυσής του. Αν ο ιμπεριαλισμός οξύνει και υποκινεί τους ανταγωνισμούς, η απάντηση είναι μία: κάνω πολιτική με τρόπο που να μειώνονται οι εθνικοί ανταγωνισμοί, όχι να ενισχύονται. Η λύση, για παράδειγμα, του Κυπριακού με ομοσπονδία περιορίζει τον χώρο ιμπεριαλιστικής δράσης, γιατί σταματάει τον κατακερματισμό και ενισχύει το κυπριακό κράτος. Θεμελιώδης στρατηγική του ιμπεριαλισμού είναι ο κατακερματισμός της κοινωνίας με κριτήρια εθνο-θρησκευτικά, πολιτισμικά και η αποδυνάμωση των κρατών. Ο αντιιμπεριαλισμός δεν μπορεί να μην είναι αυστηρά κριτικός με τον εθνικισμό, καθώς ο τελευταίος είναι γέννημα-θρέμμα του ιμπεριαλισμού του 19ου αιώνα.
Η λογική, για παράδειγμα, μιας «ζώνης του ελληνισμού» Ελλάδας και Κύπρου, όπου οι δύο κοινωνίες θα πολεμήσουν κατά της λιτότητας, της τρόικας και του νεοφιλελευθερισμού, μας βάζει από την πίσω πόρτα στη λογική των πολιτισμικών ζωνών, των πολιτισμικών ενοτήτων, που ενισχύουν τη λογική αυτού που υποτίθεται πολεμούν: του νεοφιλελευθερισμού. Για την Αριστερά, η ενότητα πρέπει να είναι πολιτική και ταξική. Ενότητα εν τόπω και χρόνω, όχι πολιτισμική και εθνοτική άνευ τόπου· πρέπει να φτιάχνει πολιτικές υποδοχές στον χώρο.

 

Η κυβέρνηση της Αριστεράς, το Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά


Ρωτάω, και κλείνω, εξειδικεύοντας τα παραπάνω. Σε ποια κατεύθυνση πιστεύεις ότι πρέπει να κινηθεί η κυβέρνηση της Αριστεράς, στα θέματα που συζητάμε;

Θα προσπαθήσω να απαντήσω, διατυπώνοντας μερικές βασικές σκέψεις, και όχι βέβαια κάποιο «μανιφέστο» ή «πλατφόρμα». Αρχή του ΣΥΡΙΖΑ είναι η ειρήνη και η σταθερότητα στην περιοχή. Και θεωρώ ότι αυτή η αρχή είναι ουσιωδώς αντιιμπεριαλιστική, αντικαπιταλιστική και ρεαλιστική, ειδικά στην εποχή μας, όπου η λιτότητα και οι ανταγωνισμοί οδηγούν σε εκβαρβαρισμό των κοινωνιών στην περιοχή μας, είτε λόγω φτώχειας είτε λόγω πολέμων. Σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτα υπέρ της λύσης του Κυπριακού στη βάση μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΟΗΕ. Αυτή η λύση όμως έχει μια σημαντική προϋπόθεση: αποδεχόμαστε ότι το κυπριακό συμφέρον ορίζεται και από τις δύο κοινότητες εξίσου, και μόνο από αυτές. Ο τερματισμός της κατοχής, η οποία δικαιολογεί την ιστορικότητα της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης, αλλά και νομιμοποιεί την εξάρτηση της Κύπρου και τους περιφερειακούς ανταγωνισμούς, πρέπει να αποτελέσει το μείζον κυπριακό συμφέρον στο πλαίσιο της ομόσπονδης λύσης, ένα συμφέρον που συγκροτείται στη βάση της εγγύησης της ασφάλειας και των δύο κοινοτήτων.
Σε ό,τι αφορά τα ελληνοτουρκικά, μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να επαναπροσδιορίσει το περιεχόμενο της ελληνοτουρκικής φιλίας και συνεργασίας. Με δεδομένο ότι στην περιοχή μας η Τουρκία είναι μια από τις ελάχιστες χώρες της οποίας η κοινωνία δεν έχει καταρρεύσει (και δεν μας συμφέρει να καταρρεύσει), με δεδομένο επίσης ότι αυτή η χώρα είναι μια από τις ελάχιστες στις οποίες υπάρχει μια κοινωνία με δείγματα αντίστασης στον εκβαρβαρισμό, τότε, αντί να αναζητούμε γεωστρατηγικά τόξα με πιο μακρινούς και αμφίβολους γείτονες, μήπως θα ήταν σκόπιμο να αναζητήσουμε πεδία συναίνεσης με αυτό τον γείτονα (όπως και με τους υπόλοιπους, άλλωστε); Μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να ξαναδεί τη γειτονιά της, αναζητώντας σε αυτή την πολιτική –και όχι γεωστρατηγική– ενίσχυση της χώρας.
Τα ελληνοτουρκικά προβλήματα δεν θα λυθούν, ασφαλώς, από τη μια στιγμή στην άλλη. Μπορούν όμως να μπουν σε ένα πλαίσιο πολιτικού διαλόγου, όπου το εθνικό συμφέρον θα ενταχθεί σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό συμφέρον όπως αυτό το ορίζει η Αριστερά, όχι οι λογικές ηγεμονίας στην περιοχή μέσω της Ε.Ε., όπως έγινε σε προηγούμενες περιόδους. Η εποχή που ζούμε είναι πολύ πιο πολύπλοκη από όσο την παρουσιάζει η εθνικιστική ρητορεία. Η λύση στο μεταναστευτικό και προσφυγικό πρόβλημα με όρους σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαιτεί πλέον συναινέσεις, και όχι φράχτες, ανάμεσα σε πολλά και διαφορετικά κράτη. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς, σε συνεννόηση με τους γείτονες, είναι αυτή που μπορεί να απαντήσει — πολύ περισσότερο που και η Τουρκία έχει συμφέρον από τέτοια συνεννόηση.
Η Ιστορία και οι ανάγκες που δημιουργεί υποδεικνύουν και τις λύσεις, ειδικά για την Αριστερά η οποία είναι η κατεξοχήν ρεαλιστική πολιτική δύναμη, αφού απαντάει στα προβλήματα της κοινωνίας εν τόπω και χρόνω. Η οριοθέτηση των ΑΟΖ με τις γειτονικές χώρες μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για τη δημιουργία ενός κοινού συμφέροντος, για τις κοινωνίες των όμορων κρατών, αντί να γίνει εργαλείο σκληρών ανταγωνισμών. Ας βρούμε ως Αριστερά τα πολιτικά δίκαια που μπορούν να συνδέσουν τις γειτονικές χώρες και να τις ενισχύσουν.

[Δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής]

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

[Ευρώπη] Ο δρόμος για την Αθήνα περνάει από τις Βρυξέλλες

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή 20.05.2014


Σε αυτές τις ευρωεκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει ένα κρίσιμο, διπλό ερώτημα: Ποια Ελλάδα θέλουμε, σε ποια Ευρώπη τη θέλουμε; Για πρώτη φορά οι ευρωεκλογές στην Ελλάδα αποκτούν τέτοια ιστορική σημασία, αφού το πολιτικό μήνυμα που θα στείλουμε στις Βρυξέλλες δεν έχει μόνο ευρωπαϊκό περιεχόμενο, έχει πρωτίστως εθνικό. Αν Ευρώπη σημαίνει ότι το ευρωπαϊκό συμφέρον διαμορφώνεται από τη σύγκλιση των εθνικών συμφερόντων, τα οποία ορίζονται στη βάση της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και των δικαιωμάτων για όλους και όλες, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ εξευρωπαΐζει το εθνικό συμφέρον. Αν Ευρώπη σημαίνει ότι οι σχέσεις των κρατών-μελών ορίζονται πάνω στις βαθιές αρχές του Διαφωτισμού -ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα-, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ εθνικοποιεί το ευρωπαϊκό συμφέρον. Αν Ευρώπη σημαίνει υπακοή και αφοσίωση στους νόμους και τους κανόνες που δημοκρατικά αποφασίζονται, αν Ευρώπη σημαίνει πάνω απ' όλα δημοκρατία, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ εκδημοκρατίζει και το εθνικό και το ευρωπαϊκό συμφέρον. Αν, τέλος, Ευρώπη σημαίνει εγγύηση και διασφάλιση της ζωής, της τιμής και της περιουσίας όλων των πολιτών της, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδικεί τη δική μας Ευρώπη.

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

[Ευρώπη] Η νεοφιλελεύθερη «ειρήνη» της Ε.Ε.

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή 11.5.2014

«Δύση» εναντίον «Ανατολής», «ο κόσμος του καλού» εναντίον «του κόσμου του κακού»: σε τέτοια γεωστρατηγικά δίπολα, που ανανεώνουν έναν ψυχροπολεμικό διχασμό της Ευρώπης (και του κόσμου γενικότερα), μπορεί να συνοψιστεί η πολιτική της νεοφιλελεύθερης ηγεσίας της. Τέτοια δίπολα αναπαράγουν διαρκώς τη δύναμη του ΝΑΤΟ, νομιμοποιώντας την παρουσία του στην ήπειρό μας. Το ΝΑΤΟ καθίσταται ο εγγυητής της «ευρωπαϊκής ειρήνης» (και της παγκόσμιας), στο πλαίσιο της οποίας, ωστόσο ο πόλεμος δεν είναι ποτέ μακριά. Η αυταρχική νεοσυντηρητική ηγεσία της Ε.Ε. ορίζει σήμερα την «ειρήνη» με όρους ΝΑΤΟϊκούς, τους ίδιους δηλαδή, παλιούς και δοκιμασμένους -ψυχροπολεμικούς- όρους, με κυρίαρχο αξίωμα την ισορροπία του τρόμου ανάμεσα σε δύο αντίπαλους κόσμους. Η ίδια, λοιπόν, η νεοφιλελεύθερη ηγεσία της Ε.Ε. αυτοπροσδιορίζεται ως «Δύση» (ο υπέρτατος ορθολογικός κανόνας) απέναντι στην «Ανατολή». Μια άναρχη και επικίνδυνη «Ανατολή», η οποία επιβάλλει τη στρατιωτικοποίηση, την «περιφρούρηση» της Ε.Ε. από τους εχθρούς της, αλλά και τη λειτουργία της δεύτερης ως πειθαρχικού και εκπολιτιστικού κανόνα των απολίτιστων και γι' αυτό επικίνδυνων εξωτερικών, ενίοτε όμως και εσωτερικών εχθρών: η Ελλάδα αποτελεί μια τέτοια «Ανατολή» στο εσωτερικό της «Δύσης». Όταν όμως το κυρίαρχο αξίωμα της πολιτικής γίνεται η απειλή, τότε ο αυταρχισμός, ο αντιδημοκρατισμός και ο μιλιταρισμός νομιμοποιούνται ως απαραίτητα όπλα για την αποσόβησή της.

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

[Ευρώπη] Ποια Ευρώπη θέλουμε

Οι ευρωεκλογές, αλλά και οι αυτοδιοικητικές εκλογές είναι ιστορικής σημασίας για τον ΣΥΡΙΖΑ, για την ελληνική κοινωνία, για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες επίσης. Σε αυτές τις εκλογές δεν κρίνεται μόνο η δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ κρίνεται η δύναμη της φωνής της ελληνικής κοινωνίας στην Ελλάδα και την Ευρώπη, κρίνεται η δύναμη αντίστασης των ευρωπαϊκών λαών. Συντρόφισσες και σύντροφοι η Ελλάδα σήμερα, αλλά και οι περισσότερες ευρωπαϊκές κοινωνίες δέχονται μια ανελέητη επίθεση. Μια επίθεση που έχει ενορχηστρωθεί από τις πιο συντηρητικές δυνάμεις της Ευρώπης, μέσα στις οποίες είναι και η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου. Η ελληνική κοινωνία έχει στην κυριολεξία γονατίσει.

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

[ΕΡΤ] Το μαύρο στους δέκτες ταιριάζει με το χρώμα των ναζί

Έγραφα στα «Ενθέματα», με αφορμή την επιστράτευση των καθηγητών, ότι αν δεν σταματήσουμε αυτή την κυβέρνηση θα κλάψουμε πολύ· δεν περίμενα όμως ότι θα κλαίγαμε τόσο γρήγορα και τόσο πικρά. Το ακαριαίο, αντιδημοκρατικό, αντισυνταγματικό και αδιανόητο για κάθε πολιτισμένο κράτος κλείσιμο της ΕΡΤ μάς φέρνει πλέον αντιμέτωπους με τη ζοφερή πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που αν δεν την ανατρέψουμε θα είμαστε άξιοι της μοίρας που μας επιφυλάσσει η ακροδεξιών αναφορών και ναζιστικών υποστηριγμάτων κυβέρνηση. Το μαύρο στους δέκτες μας ταιριάζει με το χρώμα των ναζί, όπως ωραία το έγραψε η Αθηνά Αθανασίου στο ηλεκτρονικό περιοδικό Χρόνος.
 
Το κλείσιμο της ΕΡΤ, και μάλιστα με πράξη νομοθετικού περιεχομένου, συμπυκνώνει συμβολικά όσα έγιναν μέχρι τώρα σε αυτήν τη μνημονιακή χώρα, και κυρίως όσα θα ακολουθήσουν. Πρώτον, οι μεταρρυθμίσεις είναι το πρόσχημα για να επιβληθεί ένας βίαιος νεοφιλελευθερισμός. Ανάμεσα στην εξυγίανση και τη διαφάνεια που χρειαζόταν η ΕΡΤ –όπως πολλοί δημόσιοι οργανισμοί– και στο πέταγμα στο δρόμο κοντά 2.700 εργαζομένων υπάρχει χάος. Δεύτερον, με το πρόσχημα του εκσυγχρονισμού εξουδετερώνεται ο ήδη ξεζουμισμένος (νοσοκομεία, σχολεία, πανεπιστήμια) δημόσιος χώρος. Η ΕΡΤ συμβολίζει το περίγραμμα του δημόσιου χώρου των πολιτών απέναντι στον χώρο των ιδιωτών (με την αρχαιοελληνική και τη σύγχρονη έννοια), που συγκροτεί το κεφάλαιο το οποίο ελέγχει τα ΜΜΕ. Η ΕΡΤ –ακόμα και με τον στρεβλό τρόπο που επέβαλαν οι κυβερνήσεις έως σήμερα– αναπαριστά τα όρια του ελέγχου και των εγγυήσεων που οφείλει στους πολίτες του ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος, περιορίζοντας την παρεμβατικότητα του κεφαλαίου στον δημόσιο χώρο. Τρίτον, αυτή η κυβέρνηση, θέλοντας να επιβάλλει ένα νέο εθνικό αφήγημα (success story), καταστρέφει την έννοια ενός σύγχρονου έθνους-κράτους, ευρωπαϊκού και κοσμοπολίτικου. Τι ειρωνεία! Εκείνοι που κατηγορούν για αποδομισμό και εθνοπροδοτισμό όποιον τολμά να προσεγγίσει κριτικά το παρελθόν, εκείνοι που κραδαίνουν τα λάβαρα του πατριωτισμού, είναι αυτοί που καταστρέφουν ό,τι συγκροτεί την έννοια του έθνους-κράτους. Οι πιο ύπουλοι και αποτελεσματικοί εχθροί του έθνους είναι οι ακροδεξιοί εθνικιστές — και ο Σαμαράς με το επιτελείο του ενστερνίζονται αυτή την ιδεολογία.

Η ΕΡΤ, παρά τις στρεβλώσεις της –ή, μαζί με τις στρεβλώσεις της–, είναι χώρος αναπαραγωγής της δύσκολα αλλά δημοκρατικά συγκροτημένης, σύγχρονης νεοελληνικής πολιτισμικής και πολιτικής ταυτότητας. Μιας ταυτότητας εθνικής, επειδή είναι ευρωπαϊκή και κοσμοπολίτικη (συνεντεύξεις ξένων διανοουμένων και καλλιτεχνών, εκπομπές έρευνας, θέατρο, κινηματογράφος, μουσική και λογοτεχνία)· μιας ταυτότητας εθνικής, επειδή συνδιαλέγεται με τα δείγματα υψηλού και λαϊκού πολιτισμού, ελληνικού και ξένου· μιας ταυτότητας εθνικής, επειδή είναι ανοικτή στον κόσμο. Όταν λοιπόν ο ορίζοντας της ΕΡΤ (της δεδομένης ΕΡΤ, με τις κακοδαιμονίες της) ήταν τα λαμπρά δείγματα πολιτισμού, που καλλιεργεί μια χειραφετημένη ευρωπαϊκή κοινωνία, ο ορίζοντας των ιδιωτών ήταν το τσιφτετέλι, το κουτσομπολιό και η «μαγκιά» του ανάδελφου Ελληνάρα: τα ιδιωτικά κανάλια πρότειναν και επέβαλαν τη συγκρότηση ενός χώρου στον οποίο αναπαράγεται μια φαντασιακή ελληνική, ανατολίτικη ταυτότητα, προς όφελος των συμφερόντων του κεφαλαίου και μιας «δυτικής» πολιτικής ελίτ, που χωρίς αυτά τα κανάλια δεν θα επιβίωνε. Γιατί μπορεί στην ΕΡΤ να υπήρχε λογοκρισία και παρέμβαση της πολιτικής εξουσίας, στα ιδιωτικά κανάλια όμως αναπτύσσονται οι προνομιακές σχέσεις κεφαλαίου-πολιτικών, με ενδιάμεσους τους μεγαλοδημοσιογράφους και μεγαλοδιασκεδαστές. Στο «πάρτι» της ΕΡΤ μπορούμε να παρέμβουμε ως πολίτες, στο «πάρτι» των ιδιωτικών μέσων επικοινωνίας –ακόμη κι όταν παράγουν πολιτισμό– δεν μπορούμε να παρέμβουμε. Ας μην το ξεχνάμε.

Η κυβέρνηση Σαμαρά έχει δώσει πολλά δείγματα γραφής προς την κατεύθυνση ενός ακροδεξιού νεοφιλελεύθερου εθνικισμού, ο οποίος καταστρέφει το έθνος ως πολιτικό πρόγραμμα χειραφέτησης της κοινωνίας. Το πάγωμα του νόμου για την ιθαγένεια, η απόσυρση του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου είναι δείγματα αυτής της γραφής. Στη χώρα μας διαμορφώνονται πια δύο μέτωπα: ένα ακροδεξιό, εθνικιστικό, νεοφιλελεύθερο και ένα δημοκρατικό μέτωπο. Η ΕΡΤ είναι από τα μεγάλα οχυρά που έχουμε ως πολίτες απέναντι στην ακροδεξιά. Η ΔΗΜ.ΑΡ σε ποιο μέτωπο δίνει τη μάχη της; Σε αυτό με τον Βορίδη, τον Άδωνι Γεωργιάδη και τον Φαήλο Κρανιδιώτη ή στο δημοκρατικό μέτωπο; Τα άλλοθι έχουν τελειώσει οριστικά.

Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

[Ελλάδα - πολιτική και κοινωνία] Θα μείνετε στην Ιστορία… για Σεπτέμβρη

Η απόφαση της κυβέρνησης για την επίταξη των καθηγητών μέχρι νεωτέρας έχει μεγάλη πολιτική σημασία, καθώς αποκαλύπτει ξεκάθαρα τόσο το περιεχόμενο των υποτιθέμενων εκσυγχρονιστικών και εξευρωπαϊστικών μεταρρυθμίσεων όσο και το μέγεθος της εργαλειοποίησης μιας τυπικής πλέον δημοκρατίας σε βάρος της δημοκρατίας. Αντί οι μεταρρυθμίσεις στη δημόσια εκπαίδευση να αποβλέπουν στην ενίσχυση του δημόσιου σχολείου,  κάτι που θα σήμαινε τη συνέγερση των καθηγητών και της κοινωνίας προς την κατεύθυνση ενός σχολείου που προκρίνει τη μόρφωση, την ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας των πολιτών του μέλλοντος (επομένως και κατάργηση του ανορθολογισμού των εξετάσεων και της παπαγαλίας, αλλά και διορισμό των σε μόνιμη ομηρεία αναπληρωτών και ωρομίσθιων καθηγητών), η τρικομματική κυβέρνηση επέλεξε τον γνωστό «μεταρρυθμιστικό» μονόδρομο: απολύσεις, εκφοβισμός, τιμωρία και «βούρδουλας». Η ταπείνωση και το καψόνι (όλοι οι καθηγητές, χρειάζονται δεν χρειάζονται, καλούνται ως επιτηρητές στις εξετάσεις, χωρίς να αμείβονται επιπλέον) ως μεταρρυθμιστικά μέσα αποσκοπούν στη μόνιμη συρρίκνωση του σχολείου σε κέντρο καταστολής, με φοβισμένους, υπό απόλυση ή μετάθεση, καθηγητές.

Ο επιταγμένος «μέχρι νεωτέρας» καθηγητής πρέπει να μάθει ότι ο ρόλος του δεν είναι να λειτουργεί ως κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο, φορέας ιδεών και κριτικής σκέψης στους νεότερους. Ο ρόλος του είναι να υπακούει, να υποτάσσεται, να προάγει τον χαφιεδισμό, να μεταδίδει στον μαθητή, μέσα από τον ανορθολογισμό του τελικού σκοπού (των εξετάσεων), τον φόβο για τα πάντα  — σε αυτόν τον μαθητή που στο σχολείο του αλωνίζει η Χρυσή Αυγή και στο σπίτι του κυριαρχεί η απόγνωση από την κρίση…

Ο χρόνος της «μεταρρύθμισης» αλλά και το μέτρο της επίταξης δεν είναι ούτε τυχαία ούτε συγκυριακά. Είναι απολύτως επιλεγμένα και υπακούουν στη λογική μιας ακροδεξιών μεθόδων δεξιάς κυβέρνησης η οποία χρησιμοποιεί την κοινωνική και πολιτική ανάγκη για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις στον δημόσιο τομέα, για να εθίσει και να εξοικειώσει την κοινωνία σε ένα κράτος καταστολής και υποταγής. Η επίταξη των καθηγητών δεν έγινε επειδή η κυβέρνηση υποχρεώθηκε, μπροστά στον κίνδυνο της διασάλευσης της ηρεμίας των μαθητών, να πάρει ένα ακραίο μέτρο. Έγινε επειδή αυτό προκρίνει ιδεολογικά και πολιτικά ως μέσον για τη συγκρότηση μιας νέας ηγεμονίας, ενός νέου κράτους. Στη «δημοκρατία» της Δεξιάς, με ακροδεξιές εμφανέστατα τάσεις, το κράτος λειτουργεί ως τιμωρός, εναντίον των ατόμων, κοινωνικών και πολιτικών υποκειμένων, εναντίον των διεκδικήσεων τους, προς όφελος της τάξης και της ασφάλειας που μονοπωλιακά (και όχι διαλεκτικά και μαχητικά) ορίζει η ηγεμονική τάξη προς το «συμφέρον του έθνους».  Το άτομο, ως πολίτης και συλλογικό υποκείμενο, ως φορέας μιας διαλεκτικά και συγκρουσιακά συγκροτημένης μνήμης, μετατρέπεται σε «στρατιώτη» προς φύλαξη του ιερού, διαχρονικής και εθνικής εμβέλειας, σκοπού: των πανελλαδικών εξετάσεων, λ.χ. Οι εκπαιδευτικοί, από εδώ και στο εξής, και όχι μόνο στις πανελλαδικές, πρέπει να είναι φαντάροι, υποταγμένοι στον στόχο: να ετοιμάζουν τους νέους για πόλεμο, για εξετάσεις.

Τι σημαίνει όμως η «στρατιωτικοποιημένη» αντίληψη περί συγκρότησης του δημόσιου συμφέροντος; Τι σημαίνει ότι μια κοινωνία εθίζεται στον φόβο και την απαξίωση των δημόσιων θεσμών, των εργαζομένων και των κοινωνικών τους διεκδικήσεων, με πρόσχημα μια υπέρτατη εθνική ανάγκη; Τι σημαίνει για μια κοινωνία, ότι, ενώ στα σχολεία όπου θεριεύει η επιρροή της Χρυσής Αυγής, η κυβέρνηση, αντί να συνάψει ισχυρή συμμαχία με τους καθηγητές, κλείνει το μάτι σε αυταρχικές, στρατιωτικής λογικής μεθόδους, προκειμένου να πολεμήσει τους εχθρούς της,  τους καθηγητές; Σε μια χώρα όπου η «Χρυσή Αυγή» είναι  δημοσκοπικά το τρίτο κόμμα, ο εθισμός της κοινωνίας στον φόβο είναι άκρως επικίνδυνος — για όλους μας, ακόμη και γι’ αυτούς που «δεν κλαίνε» αν απολυθούν κάποιοι καθηγητές (κυρία Ρεπούση, ξαναθυμηθείτε τι σημαίνει αποδιοπομπαίος τράγος στο όνομα της εθνικής απειλής). Ίσως κλάψουν αύριο, ίσως κλάψουμε όλοι μαζί, καθώς  βλέπουμε το πολιτικό μας σύστημα να γέρνει επικίνδυνα προς τα ακροδεξιά, όταν ένα τμήμα της «Αριστεράς», αποποιούμενο τις αρχές του, επιλέγει τον ρόλο του ρυθμιστή και του εγγυητή της δεξιάς πλευράς του πολιτικού συστήματος απέναντι στον «ακραίο» ΣΥΡΙΖΑ, όταν το συνδικαλιστικό κίνημα ακυρώνεται, όταν το ΚΚΕ «περιμένει την επανάσταση», όταν ο ΣΥΡΙΖΑ, κερματισμένος εσωτερικά και αναγκαστικά «απολογητικός» προς τα έξω, χάνει την ορμή του· όταν συμβαίνουν όλα αυτά και  εθιζόμαστε σε μια λουφαγμένη από τον φόβο των –μεταρρυθμιστικών– «μέχρι νεωτέρας», μέτρων κοινωνία.

Εσείς της κυβέρνησης, μείνατε στην Ιστορία «μετεξεταστέοι». Ο κίνδυνος είναι μήπως μείνει η κοινωνία «μετεξεταστέα» στη δημοκρατία.


Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

[Τουρκία - τηλεόραση] Ο σουλτάνος που ενοχλεί τον Ερντογάν όσο και τον Σαμαρά

Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής ή ο Μεγαλοπρεπής Αιώνας:
οι ιδεολογικές στοχεύσεις μιας τηλεοπτικής σειράς


Η τουρκικής παραγωγής σειρά που προβάλλεται στην Ελλάδα κάθε βράδυ από τη συχνότητα του τηλεοπτικού καναλιού ΑΝΤ1 με θέμα τον Οθωμανό σουλτάνο Σουλεϊμάν –Μεγαλοπρεπής για τους Δυτικούς, Νομοθέτης (Κανουνί) για τους Οθωμανούς– προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις στην Τουρκία και την Ελλάδα, όχι μόνο για τη θεαματικότητά της αλλά και για το σενάριό της. Το γεγονός ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός της Τουρκίας, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ασχολήθηκε προσωπικά με τη σειρά, απειλώντας μάλιστα με τη διακοπή της αν η παραγωγή δεν συμμορφωνόταν προς τας υποδείξεις, δείχνει ότι μια σειρά με θέμα τη ζωή του μεγαλοπρεπούς σουλτάνου δεν είναι ποτέ ακίνδυνη. Ο Σουλεϊμάν, έστω και ως ήρωας σίριαλ, καλείται αιώνες μετά τον θάνατό του να επαληθεύσει την οθωμανική ιστορία έτσι όπως τη φαντασιώνεται σήμερα ο Τούρκος πρωθυπουργός. Στο ίδιο πλαίσιο, αν και με εκ διαμέτρου αντίθετες στοχεύσεις, κινούνται και οι αντιδράσεις στην Ελλάδα από τους μόνιμους αυτόκλητους θεματοφύλακες της «ελληνικής φυλής». Ο Σουλεϊμάν του σίριαλ πρέπει να επιβεβαιώνει την αιώνια εθνική παράδοση της απειλής από τους Τούρκους. Ο σουλτάνος οφείλει να απειλεί από τα βάθη των αιώνων τον Ελληνισμό, τόσο ως τύραννος του τότε όσο και ως το μακρύ, έστω και βρικολακιασμένο, χέρι του «νεο-οθωμανισμού» σήμερα.

Ωστόσο εκατομμύρια τηλεθεατές παρακολουθούν φανατικά τη σειρά. Αυτό το διαφορετικό εθνικά κοινό μάλλον κάτι άλλο βλέπει σε αυτόν τον μεγάλο σουλτάνο, κάτι που προφανώς ξεφεύγει από τον Ερντογάν ή τους δικούς μας σωτήρες. Κάτι όμως που σίγουρα ούτε ο ίδιος ο Σουλεϊμάν είχε διανοηθεί τότε ότι θα έβλεπαν σε αυτόν αιώνες μετά οι κάποτε υπήκοοι της κραταιάς αυτοκρατορίας του. Αν αναλογιστούμε ότι ποτέ και κανένας σουλτάνος μέχρι τον 19ο αιώνα δεν ήταν ορατός (εκτός εξαιρέσεων) στον δημόσιο χώρο, ο Σουλεϊμάν σίγουρα θα είχε αποκεφαλίσει τον απερίσκεπτο που θα τολμούσε να βάλει κάμερα στην κλειδαρότρυπα του παλατιού του. Ο πρώτος λόγος λοιπόν για την επιτυχία της σειράς είναι ο ίδιος που εξασφαλίζει την επιτυχία στα ιστορικά μυθιστορήματα ή τις ταινίες εποχής. Η δραματοποίηση του παρελθόντος, αυτού του σκοτεινού, μυστηριώδους χώρου των εθνικών ή άλλων «φαντασμάτων» μας, μαγεύει το ευρύ κοινό. Όσο βαρετή είναι η επιστήμη της Ιστορίας, με την εξορθολογιστική και απομυθοποιητική προσέγγιση των πραγματικοτήτων του παρελθόντος, τόσο εξάπτουν τη φαντασία οι μυθιστορηματικές αφηγήσεις για το παρελθόν, αυτές οι αφηγήσεις των περιπετειών των ηρώων, που φτιάχνουν έναν κόσμο του καλού και του κακού, έναν κόσμο πολύχρωμο, ανθρώπινο και μυθικό ταυτοχρόνως, με τις Χιουρρέμ του, τους Ιμπραήμ του, και πάνω απ’ όλα με τους σουλτάνους και τους βασιλιάδες του.

Μετά από αιώνες σιωπή λοιπόν το σκοτεινό παλάτι του Τόπκαπι άνοιξε τις πύλες του διάπλατα και αποκαλύπτει, όχι τόσο την πραγματικότητά του όσο τα επτασφράγιστα μυστικά του. Τα μυστικά ενός κόσμου με τον οποίο η Ιστορία έκλεισε τους λογαριασμούς της, όχι όμως και η φαντασία των δημιουργών και του κοινού ή οι ιδεοληπτικές φαντασιώσεις κάποιων πολιτικών ή σωτήρων. Η σειρά αποκαλύπτει κυρίως τα μυστικά του πλέον εμβληματικού σουλτάνου: του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (1494-1566), του φόβου και του τρόμου Ανατολής και Δύσης, μουσουλμάνων και χριστιανών. Οι άλλοτε φοβισμένοι υπήκοοι του πανίσχυρου αλλά αόρατου σουλτάνου κατά κάποιον παίρνουν τρόπο αναδρομικά την εκδίκησή τους: τον βλέπουν, σχολιάζουν και κριτικάρουν τη ζωή και τα έργα του. Μέχρι σήμερα ελάχιστη καλλιτεχνική παραγωγή είχε αφιερωθεί στους Οθωμανούς σουλτάνους, κι αυτό παρά το γεγονός ότι προσφέρονται για εκλαϊκευτικές ή μυθιστορηματικές αναγνώσεις. Στην Τουρκία, ο μέχρι πρόσφατα κυρίαρχος κεμαλισμός απαξίωνε το σουλτανικό οθωμανικό παρελθόν, και οι δημιουργοί απέφευγαν τις περιπέτειες με τους Οθωμανούς προγόνους. Στις άλλες χώρες της περιοχής, η καλλιτεχνική παραγωγή περιορίστηκε αυστηρά στην ενίσχυση του κυρίαρχου εθνικού αφηγήματος, μέσα από το οποίο προβάλλονταν οι εθνικοί ήρωες που πολέμησαν εναντίον της μισητής οθωμανικής τυραννίας. Πάντως και σε αυτές τις περιπτώσεις, όπου παρήλαυναν αιμοσταγείς πασάδες, άγριοι Οθωμανοί πολεμιστές, ο σουλτάνος ήταν σχεδόν πάντα αόρατος. Και ξαφνικά έρχεται ο Σουλεϊμάν για να σπάσει τη σιωπή αιώνων. Ναι, ένας σουλτάνος ήταν κι αυτός άνθρωπος τελικά!

Ιστορικό δράμα με στοιχεία σαπουνόπερας

Δύο λόγια για τη σειρά σε σκηνοθεσία των αδελφών Ντουρούλ και Γιαμούρ Ταϊλάν και σενάριο των Μεράλ Οκάι και Γιλμάζ Σακίν. Αυτό το ιστορικό δράμα με στοιχεία σαπουνόπερας είναι ένα καλογυρισμένο σίριαλ, με καλό καστ ηθοποιών και κορυφαίο τον πρωταγωνιστή, τον ηθοποιό που ξεκίνησε από την όπερα και το μουσικό θέατρο Χαλίτ Εργκέντζ (Σουλεϊμάν). Ο Εργκέντζ υποδύεται με εξαιρετικό τρόπο τον μεγαλοπρεπή «κυρίαρχο των τριών ηπείρων», με μοναδικά σχεδόν εκφραστικά μέσα τα μάτια, την υποβλητική φωνή, τις σιωπές, τις εκφράσεις του προσώπου και τις εναλλαγές στις στάσεις του σώματός του. Από τους υπόλοιπους ηθοποιούς –οι περισσότεροι αντάξιοι των ηρώων που καλούνται να υποδυθούν– ξεχωρίζει βέβαια ο Σελίμ Μπαϋρακτάρ, ο ευνούχος Σουμπούλ Αγά της σειράς. Ο Μπαϋρακτάρ υποδύεται μοναδικά τον ρόλο του αθόρυβου, πανταχού παρόντα, ισορροπιστή, φοβισμένου, αλλά και φόβητρου για τις παλλακίδες, ευνούχου του χαρεμιού.

 Τα κοστούμια αποτελούν το άλλο δυνατό σημείο αυτής της σειράς, αφού εξυπηρετούν τον σκοπό τους: τη γήτευση του κοινού μέσα από το ξαναζωντάνεμα ενός κόσμου πάνω απ’ όλα πλούτου, δύναμης και ισχύος. Το σενάριο επίσης αποτελεί ένα από τα ατού της σειράς. Ο έρωτας του πανίσχυρου ήρωα για την πανέμορφη κοκκινομάλλα Ρωσίδα Ρωξελάνη-Χιουρρέμ (η ηθοποιός Μεϋρέμ Ουζερλί), γύρω από τον οποίο υφαίνεται ένα στόρι με ίντριγκες, αίμα και συνεχείς ανατροπές, τον καθιστά ευάλωτο και ανθρώπινο, τη δε σειρά καθηλωτική. Η λελογισμένη χρήση της λυρικής οθωμανικής ποίησης ντιβάνι (ποίηση του παλατιού), σε συνδυασμό με τη χρήση αποσπασμάτων από τα γράμματα του Σουλεϊμάν στη Χιουρρέμ, προσδίδουν στον σεναριακό έρωτα του σουλτάνου μια δύναμη ασυνήθιστη για σειρά του είδους της. Από την άλλη μεριά, οι δεσμοί φιλίας (που δύσκολα κρύβουν έναν υπονοούμενο έρωτα) ανάμεσα στον σουλτάνο και τον «δούλο» του –τον μεγάλο βεζίρη Ιμπραήμ– ενισχύουν τη μυθιστορηματική απόδοση ενός κόσμου, στον οποίο ο απολυταρχισμός και ο έρωτας-φιλία εγγράφονταν στη θεοκρατική αντίληψη για την εξουσία και τον κόσμο: και τα δύο θέωναν τον σουλτάνο και αποθέωναν τον έρωτά του πάνω απ’ όλα στον Θεό.

Μεταξύ μυθοπλασίας και ιστορικής πραγματικότητας

Η σειρά, όπως είναι φυσικό, κινείται στα όρια: ανάμεσα στη μυθοπλασία και την ιστορική πραγματικότητα, ανάμεσα στη μυθοπλαστική και τη δραματοποιημένη απόδοση της εποχής του Σουλεϊμάν και των προβολών που οι σύγχρονοι Τούρκοι κάνουν στο οθωμανικό παρελθόν τους. Η σειρά λοιπόν έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης, από τα οποία το σημαντικότερο αφορά την επανεφεύρεση ενός οθωμανικού παρελθόντος, ικανού να τροφοδοτήσει τις σημερινές αναζητήσεις των Τούρκων για μια νέα ταυτότητα. Από την άλλη μεριά βέβαια, και οι μη Τούρκοι αναγνωρίζουμε σε αυτό τον οθωμανικό κόσμο κάποια στοιχεία μιας οικείας παράδοσης, διαμεσολαβημένης ιστορικά μεν από την επίσημη εθνική αφήγηση αρνητικά, πολιτισμικά δε από γλωσσικές εκφράσεις και συνήθειες των Μικρασιατών προγόνων που λειτουργούν εξοικειωτικά.

Κατ’ αρχάς η σειρά –ο Μεγαλοπρεπής Αιώνας (Μουχτεσέμ Γιουζγίλ) στα τουρκικά– βασίζεται σε πολλές ιστορικές αλήθειες, οι οποίες βεβαίως δεν ανασυνθέτουν την ιστορική πραγματικότητα. Εξυπηρετούν το στόρι του σεναρίου και αποδίδουν υπαινικτικά τις ιστορικές παραμέτρους του πιο σημαντικού ίσως οθωμανικού αιώνα στο πλαίσιο του οποίου διαμορφώθηκαν οι όροι για την ανάδειξη ενός από τους πιο εμβληματικούς Οθωμανούς σουλτάνους. Ο Σουλεϊμάν λοιπόν, ο οποίος ανέβηκε στον θρόνο το 1520 και κυβέρνησε επί 46 χρόνια, ήταν αυτός που επί εποχής του εδραιώθηκε ο αυτοκρατορικός χαρακτήρας του κράτους, γεωγραφικά, θεσμικά και συμβολικά. Η επέκταση του οθωμανικού κράτους μέχρι την καρδιά της Ευρώπης (πολιορκία της Βιέννης), η κυριαρχία στη Μεσόγειο (εκτός από την Κύπρο και την Κρήτη) που υποχρέωσε την πανίσχυρη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας σε συνεχείς ήττες, η εδραίωση της οθωμανικής εξουσίας στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, καθιστούν τον Σουλεϊμάν παραδειγματικό ήρωα, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται τα χαρακτηριστικά της αυτοκρατορικής εξουσίας: δύναμη, δικαιοσύνη, εκ Θεού εμπνεόμενος αυταρχισμός και πατερναλισμός – προστάτης των υποταγμένων και φόβος των αντιπάλων.

Στην κεμαλική εποχή της Τουρκίας (1923-2002), το επίσημο τουρκικό κράτος είδε στο οθωμανικό παρελθόν και στους μεγάλους κατακτητές σουλτάνους τη συνέχεια του ηρωικού τουρκικού στρατού, αυτόν τον θεμελιωτή ισχυρών κρατών (του οθωμανικού συμπεριλαμβανομένου) που προϋπήρχε των Οθωμανών σουλτάνων και τους οποίους ανέτρεψε προκειμένου να «χαρίσει» στο τουρκικό έθνος την Ανεξαρτησία του. Σήμερα, όπως φαίνεται και από το σίριαλ, το οθωμανικό παρελθόν είναι ανοικτό σε νέες αναζητήσεις, τις οποίες το κόμμα του Ερντογάν δεν έχει κατορθώσει ακόμη να οικειοποιηθεί ώστε να επιβάλει μονοπωλιακά μία οθωμανική παράδοση. Είναι προφανές ωστόσο ότι αυτό το παρελθόν φέρει πια τη σφραγίδα των σουλτάνων-ανθρώπων.

Στην τηλεοπτική σειρά ανιχνεύονται εύκολα αυτές οι πολλαπλές αναζητήσεις. Από τη μια μεριά οι κεντρικές γραμμές της Ιστορίας αποδίδονται, κυρίως σε ό,τι αφορά την αυτοκρατορική εξουσία, αρκετά πειστικά. Το σίριαλ επικεντρώνεται στο παλάτι, απ’ όπου ο αόρατος για τους υπηκόους σουλτάνος κυβερνούσε την αχανή αυτοκρατορία του. Η πραγματικότητα του παλατιού, έτσι όπως αυτή ξεδιπλώνεται, αναδεικνύει με αληθοφανή τρόπο τους κανόνες και την άκαμπτη ιεραρχία, ο σεβασμός των οποίων αποτελεί προϋπόθεση για την επιβίωση σε αυτό, για την απόκτηση πολιτικής ισχύος και οικονομικής δύναμης. Ωστόσο όλα εξαρτώνται τελικά από την ιεραρχική εγγύτητα με το «πρόσωπο», με τον σουλτάνο. Οι αξιωματούχοι του κράτους, οι γυναίκες του σουλτάνου, όλοι όσοι δεν ανήκαν στη δυναστεία ήταν υπηρέτες/-τριες (κουλ: δούλοι) του σουλτάνου, στον οποίο ανήκε η ζωή, η τιμή και η περιουσία τους. «Όπου πατάω εγώ είναι νόμος», λέει ο Σουλεϊμάν στη σειρά, και γύρω από αυτή τη φράση ξετυλίγεται το κουβάρι των κομβικών στοιχείων του αυτοκρατορικού ρόλου.

Ωστόσο, από την άλλη μεριά, υπάρχουν στη σειρά πολλά ενδιάμεσα επίπεδα ανάγνωσης της αυτοκρατορικής εξουσίας, στα οποία ο αξιακός κώδικας του παρελθόντος δεν μένει ανεπηρέαστος από τα στερεότυπα που επιβίωσαν ή ανατροφοδοτούνται στο παρόν. Ο Σουλεϊμάν, ο μοναδικός με συνέχεια και συνέπεια θετικός ήρωας της σειράς, έχει φτιαχτεί με κάπως πιο έντονα, αναγεννησιακού τύπου χαρακτηριστικά. Οι υπόλοιποι ήρωες, θετικοί ή αρνητικοί, πλάθονται άλλοτε με αληθοφανή στοιχεία της οθωμανικής πραγματικότητας, άλλοτε στη βάση μεταγενέστερων κατασκευών και κυρίαρχων στερεοτύπων: για παράδειγμα, οι Ρωσίδες και κυρίως οι Καυκάσιες γυναίκες –οι ξένες γενικώς– είναι πανέμορφες, ανυπάκουες, με γυναικεία εξυπνάδα αντάξια της ανδρικής. Αυτό πάντως το ετερόκλητο σύμπαν του παλατιού, τις γυναίκες του χαρεμιού που ανταγωνίζονται μεταξύ τους μέχρι θανάτου για μια θέση στο κρεβάτι και στην εξουσία του σουλτάνου, αλλά και τους άνδρες, που σκοτώνονται για τα προνόμια της σουλτανικής εξουσίας, ο σουλτάνος ή το εξημερώνει ή το τιμωρεί παραδειγματικά.
 
Ο Ρωμιός βεζίρης θύμα των στερεοτύπων

Και μέσα σε όλους αυτούς τους χαρακτήρες ξεχωρίζει ένας: ο μεγάλος βεζίρης Ιμπραήμ Πάργκαλι, ο εξισλαμισμένος από παιδομάζωμα Ρωμιός την καταγωγή, ο απίστευτα ικανός αλλά και αθεράπευτα, μέχρι προδοσίας άπληστος, υψηλός Οθωμανός αξιωματούχος. Παρά το γεγονός ότι η σειρά ακουμπάει αρκετά στην οθωμανική πραγματικότητα, στην οποία τα υψηλά αξιώματα μύριζαν αίμα, διαφθορά, πλεκτάνες και ίντριγκα, αυτή όμως σε ό,τι αφορά τον Ιμπραήμ υπονομεύεται από το στερεότυπο του προδότη, του εκ φύσεως και καταγωγής άπιστου. Ο χαρακτήρας του Ιμπραήμ, τον οποίο ο σουλτάνος τίμησε με προσωπική φιλία και τα σημαντικότερα προνόμια, χτίζεται κατ’ αρχάς με τα υλικά των στερεοτύπων που άρχισαν να διαμορφώνονται από τον 19ο αιώνα και μετά, προκειμένου να ερμηνευτούν οι εθνικές Επαναστάσεις, κυρίως η ελληνική: οι αποστάτες άπιστοι, οι αχάριστοι απέναντι στους προστάτες τους, τον σουλτάνο.

Ακόμη και οι αντιφάσεις του ήρωα (πανίσχυρος αλλά δούλος) εξυπηρετούν περισσότερο μεταγενέστερες πραγματικότητες ή κατασκευές. Ο μεγάλος βεζίρης του 16ου αιώνα, από παιδομάζωμα, παρουσιάζεται σαν τραγικός ήρωας, με χαρακτηριστικά μάλλον μεταγενέστερων αιώνων: ανέστιος, άπατρις, με συνείδηση της ετερότητάς του και της εθνότητας στην οποία ανήκει (Ρωμιός), εξαιτίας της οποίας και γίνεται προδότης. Βέβαια στη σειρά εμμέσως ασκείται κριτική στην προσωποποίηση της δικαιοσύνης από τον σουλτάνο. Όμως και αυτή υπακούει στην εκ των υστέρων νεωτερική αντίληψη περί της σουλτανικής εξουσίας. Στην εποχή του Σουλεϊμάν, οι υποταγμένοι λαοί, μουσουλμάνοι και μη μουσουλμάνοι, πίστευαν (με την έννοια της υποταγής στον Θεό) στη δικαιοσύνη του σουλτάνου, ενσάρκωση της θείας δικαιοσύνης επί της γης. Η εξουσία του δεν ήταν διαπραγματεύσιμη, ήταν ιερή. Διαπραγματεύσιμη ήταν αυτή των Οθωμανών αξιωματούχων. Μόνο με τις εθνικές Επαναστάσεις αποϊεροποιήθηκε ο σουλτάνος και η εξουσία του ορίστηκε ως τυραννική, με πολιτικούς, κοσμικούς όρους.
Ένα σίριαλ όμως είναι προϊόν μυθοπλασίας και θα ήταν άστοχο να ζητάμε από αυτό να παίξει τον ρόλο του ιστορικού καταγραφέα.

Πολιτική μέσω σίριαλ

Η παραγωγή σειρών με θέμα τους σουλτάνους δεν είναι άσχετη με τη στροφή που έχει κάνει ένα μέρος της διεθνούς ιστοριογραφίας προς την επανεφεύρεση των αυτοκρατοριών ως ιστορικών παραδειγμάτων καλής, αποτελεσματικής και δίκαιης διακυβέρνησης πολυεθνοθρησκευτικών πληθυσμών. Την εποχή της παγκοσμιοποίησης, η αναζήτηση στα αυτοκρατορικά παρελθόντα ενός ιστορικού προηγούμενου οικουμενικών ενοτήτων κάτω από μια σοφή και δίκαιη εξουσία άρχισε να γίνεται εμφανής. Από την άλλη μεριά, και στο πλαίσιο της ολοένα αυξανόμενης κυριαρχίας του νεοφιλελεύθερου πατερναλισμού, οι αυτοκρατορίες προσφέρονται για την ιστορική νομιμοποίηση της στροφής προς ένα περισσότερο πολιτισμικό παρά πολιτικό περιεχόμενο της έννοιας του πολίτη, προς μια πολιτισμική ταυτότητα κοινοτήτων –και όχι πολιτική ταυτότητα εθνών-κρατών– που εξασφάλισε κάποτε στους ανθρώπους ειρήνη και στα κράτη, δύναμη. Ο Σουλεϊμάν της τουρκικής σειράς θα μπορούσε να συμβάλει προς αυτή την κατεύθυνση, και θεωρητικά να εκλαϊκεύσει την οθωμανική παράδοση στην οποία ανατρέχει και ο Ερντογάν, προκειμένου να δώσει ιστορικό βάθος στον νεοφιλελεύθερο, αυτοκρατορικό πατερναλισμό του απέναντι στον κεμαλικό, εθνικό, πατερναλισμό του στρατού, καθώς και ιστορική προοπτική στην Τουρκία που ονειρεύεται.

Ωστόσο η σειρά τον ενόχλησε τον Ερντογάν. Κάτι τον ενόχλησε στο σενάριο, το ίδιο μάλλον που τον ενοχλεί και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το πολιτισμικό πρότυπο που επιδιώκει ο Ερντογάν να διακινήσει με την πολιτική του και μέσα από αυτό να καταστήσει την Τουρκία (και τον εαυτό του) κέντρο, φορέα και εγγυητή της συνέχειας μιας κοινής για τον μουσουλμανικό κόσμο παράδοσης που χάνεται στο οθωμανικό παρελθόν των σουλτάνων-χαλίφηδων, δεν υποστηρίζεται από το σίριαλ, ούτε όμως και από την Ιστορία. Το σίριαλ επιμένει στον κοσμικό, απολυταρχικό ρόλο του σουλτάνου, ελάχιστα δε ασχολείται με τον θρησκευτικό του. Το σίριαλ λοιπόν αποδίδει έξοχα αυτή την κοσμική, γραφειοκρατική, σκληρά ιεραρχική οθωμανική πραγματικότητα της δυναστείας και των «δούλων». Οι αρχές της οικογένειας, της μουσουλμανικής αρετής, του απερίσπαστου από τα εγκόσμια δίκαιου, κυρίαρχου-πολεμιστή, τις οποίες επιδιώκει να προωθήσει η νεοσυντηρητική ιδεολογία του Ερντογάν ως αξίες μιας κοινής, στη φαντασιακή μουσουλμανική κοινότητα, οθωμανο(τουρκικής)-μουσουλμανικής, παράδοσης, δεν υπήρχαν την εποχή των σουλτάνων – και το σίριαλ το δείχνει. Η πολιτική Ερντογάν για ένα νέο πολιτισμικό πρότυπο μιας ταυτότητας, βασισμένης στην παράδοση των χρηστών ηθών της μουσουλμανικής οικογένειας με τις γυναίκες κουκουλωμένες, προσκρούει όχι μόνο στην ιστορική πραγματικότητα αλλά και στις σημερινές πραγματικότητες της ίδιας της τουρκικής κοινωνίας, τουλάχιστον ακόμη. Η φαντασιακή, χρηστή μουσουλμανική οικουμένη με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη την οποία ο Ερντογάν αναζητεί στο οθωμανικό παρελθόν δεν υπήρξε ιστορικά – και δεν φταίει η σειρά γι’ αυτό. Οι αναζητήσεις στα αυτοκρατορικά παρελθόντα ιστορικών προτύπων δίκαιης και καλής διακυβέρνησης, αρμονικών ταυτοτήτων κ.λπ. είναι άκρως επισφαλείς, γιατί αποκαλύπτουν εντέλει τις ιδεολογικές και πολιτικές στοχεύσεις αυτών που τις επικαλούνται σήμερα ως παράδεισο: οι αυτοκρατορίες ήταν ισχυρές κατ’ αρχήν και κατ’ αρχάς όσο μπορούσαν να εξασφαλίσουν την υποταγή των πληθυσμών τους στον μονάρχη. Μετά πέθαναν! Και ο Σουλεϊμάν της σειράς δεν κρύβει την υποταγή.

Από την άλλη μεριά, οι Έλληνες εθνοσωτήρες βλέπουν στον Σουλεϊμάν και τα άλλα τουρκικά σίριαλ το μακρύ χέρι της νεοθωμανικής επεκτατικής πολιτικής της Τουρκίας. Έτσι κι αλλιώς, γι’ αυτούς ό,τι είναι τουρκικό είναι εθνικά επικίνδυνο. Σήμερα είναι ο νεοθωμανικός επεκτατισμός, χθες ο κεμαλικός και πάντα ο προαιώνιος εθνικός εχθρός. Πάνω απ’ όλα όμως είναι ένας επίμονος ελληνικός εθνικισμός, για τον οποίο οι πολύπλοκες διαστάσεις της πραγματικότητας που ζούμε σήμερα συρρικνώνονται πάντα σε ένα και μοναδικό σχήμα: αυτό της απειλής και του φόβου, εργαλεία που, πολύ πιο αποτελεσματικά από οποιονδήποτε Σουλεϊμάν ή Ερντογάν, αποδομούν την έννοια του ενεργού πολιτικά πολίτη και την αντικαθιστούν με έναν φοβισμένο, υποταγμένο άνθρωπο που φοβάται τους Τούρκους, τους μετανάστες, τον περίγυρό του, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του. Έναν φοβισμένο άνθρωπο που έχει ανάγκη από προστάτες και προστασία.
Όσο για τον Σουλεϊμάν, αυτός σφράγισε τη δική του εποχή. Με τη δική μας εποχή δεν έχει καμία άλλη δουλειά παρά μόνο αυτή του ήρωα μιας πολύ καλής σειράς.


Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

[Ελλάδα - πολιτική] Για την απόφαση του ΣτΕ: Ανιστόρητες αντιλήψεις και υπέρβαση των ορίων

Των Σίας Αναγνωστοπούλου, Χριστίνας Κουλούρη, Αντώνη Λιάκου

Το σκεπτικό της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία ακυρώνονται βασικές διατάξεις του νόμου Περί ιθαγένειας, ως αντισυνταγματικός, εκθέτει, πρώτα πρώτα το ίδιο. Πρώτον, υπεισέρχεται σε ζητήματα, τα οποία αποτελούν αντικείμενο διεθνούς συζήτησης στις κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες, και, δεύτερον, περιβάλλει με κύρος νομοθετικού κειμένου μια μόνο –μονομερή και παρωχημένη– ιστορική ερμηνεία περί έθνους. Αποπειράται δηλαδή να νομοθετήσει επί της Ιστορίας, αγνοώντας ότι το έθνος αποτελεί μια από υπό επιστημονική διαπραγμάτευση έννοιες. Στις δημοκρατίες τα ζητήματα αυτά είναι ανοικτά σε ερμηνείες.

Συγκεκριμένα, το ΣτΕ υιοθετεί την αντίληψη –η οποία μάλιστα διαμορφώθηκε σε συγκεκριμένο ιστορικό, ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο– ότι το έθνος είναι μια κοινότητα αρχέγονη, η οποία καθορίζεται από το «ομόγλωσσον» και το «ομότροπον». Αντικαθιστά τις νομικές, ιστορικές, πολιτικές, κοινωνικές, εδαφικές και συνειδησιακές παραμέτρους της έννοιας «συνανήκειν» με την αναζήτηση «γνησίων δεσμών» με το έθνος. Η έννοια «γνήσιοι» δεσμοί (προφανώς αντιδιαστέλλεται στους μη «γνήσιους» δεσμούς, τους οποίους ονομάζει και «ασπόνδυλους») παραπέμπει σε μια αντίληψη πρωταρχικών δεσμών για το έθνος (primordial bonds), έναντι μιας αντίληψης που θεωρεί ότι το έθνος δημιουργείται με πολιτικούς και πολιτειακούς θεσμούς συμβίωσης και συνανήκειν (civic bonds). Ο ολισθηρός βηματισμός του ΣΤΕ σε επιστημονικά ζητήματα που δεν είναι της αρμοδιότητάς του συνεχίζεται, αφού στο σκεπτικό του περί «γνήσιων δεσμών» υιοθετείται η αντίληψη της κληρονομικώ δικαίω απόκτησής τους. Δυστυχώς, οι αντιλήψεις αυτές δεν είναι μόνο ανιστόρητες (ελάχιστες εθνικές κοινότητες πάνω στον πλανήτη ανταποκρίνονται σε αυτή την ερμηνεία περί έθνους) και παρωχημένες ως προς εκείνες που επικρατούν διεθνώς στις ιστορικές και κοινωνικές επιστήμες. Πρόκειται για υπέρβαση των ορίων της λειτουργίας ενός θεσμού που ιδρύθηκε ως εγγυητής της νομιμότητας.

 Οι ιδεολογικές προτιμήσεις συνιστούν αναφαίρετο ατομικό δικαίωμα. Όμως, με την απόφαση της πλειοψηφίας του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον νόμο 3838/2010, οι ατομικές προτιμήσεις μετατρέπονται σε κανόνες οι οποίοι επιβάλλονται ως οι μόνοι σύμφωνοι με το Σύνταγμα. Η ιστορική ευθύνη που βαραίνει το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο είναι μεγάλη, ειδικά σε καιρούς δύσκολους για το πολίτευμα.


Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

[Ελλάδα - πολιτική] The Greek Nazi Party "Golden Dawn"

The fact that a Nazi party - namely "Golden Dawn" - made it to the Greek Parliament is part of the broader phenomenon of the rise of far-Right in Europe; it reveals nonetheless some special dimensions of the political and financial crisis in Greece.

The question we want to investigate is the reasons for which a Nazi party, with violence as an elementary component of its inner structure, succeeded in working off the marginal character it maintained for years, and gained parliamentary representation. Golden Dawn was founded in 1980, but became more active during the decade of 1990s, taking advantage of two issues that were overstressed by the media as "problems of major national importance": the Macedonian question and the immigration from the Balkans. The Greek Left had taken a stance towards those issues, while the bourgeois parties were uneasy. 

Golden Dawn, despite the bloody attacks against leftists and foremost immigrants, despite its penetration in schools from the 2000s and onwards, has never been subjected to serious parliamentary or judicial inquiry. When the Nazism was baptized Greek nationalism, it was allowed to this party to participate in elections, first in municipal elections in Athens in 2010 and two years later, in the parliamentary elections of 2012, where they soared by almost 7% in both. 

The reasons why a Nazi party gained such momentum in Greek society was generally due not to the economic crisis as such, but mainly to the dominant, national and European narrative about the crisis and its management. Extreme Right played an important role in this narrative. First, before Golden Dawn, LAOS was the parliamentary spokesman of the Far Right in Greece from 2000 onwards. LAOS rallied until then the Greek Far Right, which remained fragmented after the fall of the dictatorship, including even at times some Golden Dawn members. Already, since 2008, this populist, far-right party -marginal until 2007- began to gain a central role in the political system. It was during the time when major riots broke out in Athens and other urban centers, that a radical shift on the sidewalks was recorded in Greek society, which had been simmering since the late '90s and was expressed by SYRIZA. Throughout the period that followed the fall of the dictatorship, when the divisional balance between the Left and the Right was dominant and PASOK prevailed the space of the Left, the Left constituted the power of historical warranty of division. During the late 90s, when PASOK solidified its role as the carrier of neoliberal modernization in Greece, a new division started to appear: that of modernizing vs. anti-modernizing space. This new modernizing space, that included both PASOK and New Democracy, did not leave any room for the Left. On the contrary, it paved the way for the inclusion of far right-wing into its ideology. 

With the outbreak of the financial crisis at the end of 2009, the far-right party of LAOS gained an enhanced mission at the national and European narrative of crisis. The reason being, that the narrative for the crisis, at a national and a European level, was established outside the notion of classes and in terms of national responsibility rather than class responsibility. Within this narrative, the citizen concept shrank to a vague notion of a common, classless identity, while the democratic rule of the state was not defined in terms of commitment to guarantee civil, political and social rights, but in terms of reproducing the "mystical" identity of the nation and its European nature. Therefore, narrative for the crisis, according to which  the citizens and their rights were responsible for the crisis, presupposed and entailed the construction of a neo-liberal nationalism: the salvation of the nation (ie of its “Europeaness”) first and foremost. This salvation was to be undertaken by the "excellent" -the responsible spokesmen of the European identity of the nation, irrespective of whether those same "excellent" were the ones who led Greece to the crisis. In Greece, from 2009 onwards, SYRIZA undertook dynamically the historical role of the Left: the continuous struggle to preserve the rights of the citizen in order to maintain the democratic state itself. Within this tough battle, the ruling political elite counter-attacked in two ways: First, they allied with the far-right LAOS party in the government of Lucas Papademos (former banker), a product of partnership between PASOK, LAOS and ND. Second, they legitimated the traditional (old) nationalism, as well as the anti-immigrant discourse of LAOS, as a reason for saving the nation's “Europeanness” (European identity). Thus, they created the historical depth that neoliberal nationalism so desperately needed. LAOS, by offering national historicity to neo-liberalism, gave historical legitimacy to depoliticizing the citizenship concept, historical legitimacy also to anti-immigrant fury, which in the name of emergency, was expressed with "concentration camps" for the immigrants, with their exclusion from the public health system etc. 

 The exercise of marginally legitimate state violence against the grandiose demonstrations -an expression of legitimate resistance and disobedience of the Greeks- transformed the state from a field of democratic consultation to a carrier of power and suppression. Papademos' government violently delegitimized the democratic ways of resistance and disobedience by calling them extreme and anti-national and by presenting SYRIZA as an extreme party. In this context, where democracy was designated as the essence of the problem, Golden Dawn found the ground to act openly. It is worth noting that Golden Dawn never took part in any demonstration but on the side of the police against demonstrators. At the same time the government, in order to divert the justified wrath of the citizens, pursued political pogroms against immigrants, thus familiarizing the Greeks with the anti-immigrant racist activity of Golden Dawn. Simultaneously the brutality of Golden Dawn -which did not puzzle the government at all- was very useful to construct the theory of the two extremes. This theory was and still is used in the most vulgar way with the single aim to marginalize, not the Golden Dawn of course, but SYRIZA. What's more, this theory suits perfectly Golden Dawn since the system used the theory in order to endow Golden Dawn with an anti-memorandum baggage that the party did not carry until then and thus making it more appealing to the eyes of the voters. The criminal, racist, undemocratic activity of Golden Dawn has been identified with the democratic, anti-capitalist, and therefore the anti-austerity policy of SYRIZA.
However, as it was recorded during the critical elections of 2012, SYRIZA claiming an alternative governing mandate, brought again to the surface and at the same time deepened the historical division between the Left and the Right. The Greek citizens after many years voted absolutely driven by class criteria, which resulted in the division of the country based on the following factors: geography, age and economical status. Half of the country was under 55 years of age, resided in large urban centers (Athens, Thessaloniki, Patras, Heraklion and others), and its social groups were affected by the crisis (unemployed, public and private sector's employees, impoverished  middle-class, etc.). This half of the country was expressed by SYRIZA with 27%. The other half of Greece was much older age-wise, and rich thanks to the clientele practices of PASOK and ND. They perceived the rise of SYRIZA as a threat. This democratic, “class division" imposed by SYRIZA, overthrew to a large extent the national division the neoliberal forces wanted to impose, and from which Golden Dawn benefited. The latter used the dominant discourse of national disaster in its own context, and undertook the duty to express against SYRIZA (and not next to SYRIZA) the national rage against the political forces of the system. 

We need to carefully observe that: the Golden Dawn spoke the dominant system's own language, not SYRIZA' language, in the sense that it suggested a national, classless rage for the national, classless disobedience to the system. We would say that Golden Dawn became the carrier to reduce the class character of the vote, it became nevertheless the oppositional, violent both in expression and action, version of neoliberalism. During the two elections held in 2012, mainly during the period between the two elections, Greece experienced an unprecedented intervention in the history of democratic Europe, of European leaders and officials in our internal political life. By directly threatening that Greece would get expelled from the euro zone in case the Greeks voted for SYRIZA (not for Golden Dawn), SYRIZA was connected in political advertisements with the lowering of the Greek flag and with Greece in ruins leaving the EU. In this dark climate SYRIZA claimed the mandate to form a government in the name of a leftist, democratic “Europeaness” of societies in solidarity. So while the sovereign Greek political system, with the full support of EU leaders and officials, marginalized SYRIZA as an extreme, anti-European power, because it was against the austerity measures, and strengthened the theory of the two anti-European extremes, the vote for SYRIZA by the Greek people, proved to be European because it was against the austerity measures. In this sense SYRIZA determined the intersection between the class awareness of European consciousness of the citizens and the neoliberal classlessness of European identity of the nations. 

Golden Dawn on the other hand, taking advantage of the class-less, substantially nationalist “Europeanness” of the neoliberal system, claimed a vote of nationalist hatred and rage for the humiliation the nation undergoes because of its enemies, the Zionists, the immigrants and the leftists. This vote of nationalist hatred and rage in favor of Golden Dawn accurately reflects the contradiction posed by the neoliberal European class; a contradiction inherent in capitalism: while they violently create a homogeneous political-social time for all states, this time is internally fragmented into several national times, that are defined competitively to each other, and carry the dynamics of a conflict among them. The ground could not possibly be more fertile for the growth of the extreme right, since the salvation of the nation does not depend on building institutions of solidarity and reciprocity among European citizens, but by setting forth mechanisms for the extermination of national enemies. 

Golden Dawn is far more than a Nazi party that fights the system. It expresses the deeply traditional (reactionary), anti-leftist Right. Slogans calling to honor Nazi collaborators with direct references to the civil war, demonstrate its main rival: SYRIZA. Golden Dawn therefore claims a part of the historical tradition of the Right, which had incorporated all the far right, both of the civil war and of the military dictatorship. The crisis offers Golden Dawn an opportunity to destigmatize the fascist, nationalist and anti-leftist mentality that existed in Greece under the guise of the Right. It is worth noting that in the elections of 2012 Golden Dawn succeeded its highest scores in traditionally hard-right areas, while as a far-right populist party it either infiltrated areas that were already wretched by the crisis, or petty bourgeois strata which see their life worsen day by day. Golden Dawn, using striking and shocking elements of Nazism, is trying to impose itself socially and communicatively as a power of "purifying" the political system and the society from their enemies. Thus, the goal is to gain a position as a radical right-wing party in the place of what they consider as incompetent Right, a political force that humiliated the Greeks and allowed the eternal enemy, the left, to lift his head. 

The political response to the rise of Golden Dawn, as well as of the extreme right in Europe, is not the creation of a unified anti-fascist front of all "democratic forces". This front, which would lead to a decisive shift from the classical division between Right and Left to the tandem Democrats vs. Fascists, will play the role of a leftist "purification" of neo-liberalism. This would be in my opinion the fatal political mistake that would dash the extreme right to the heights and would undermine SYRIZA. The creation of a classless front, at an era when the problem for societies is predominantly tied to classes, would make the Left part of the problem. The European Left at a national level first, should claim institutionally and socially the isolation of the action and the influence of the extreme right. It should demand the intervention of state institutions and mechanisms, such as the Police and Justice, especially when the latter idle in Greece, against the criminal activity of members of those parties. It should also socially set up solidarity networks for populations dramatically affected by the crisis. Most important however is the claim to establish a substantial, democratic immigration policy. For SYRIZA in Greece, but also for the European Left, immigration is a major political issue, because it is a matter of social struggle and battle against nationalism and racism. By demanding a new law on citizenship in Greece, SYRIZA must assert the redefinition, from a class and ideological point of view, of the nation, of the very notion of Republique. 

In political terms the time has come for the Left, confronted with the neoliberal logic of entrusting politics to the "excellent", to demand the strengthening of representative democracy with institutions of direct democracy, such as the referendum or the recall/withdrawal of elected politicians. The class struggle needs to be asserted democratically, in the sense that the society which is affected by the crisis must be directly involved in politics. Especially in European level, the Left should dynamically claim a different European narrative about the crisis, and consequently a different construction of EU. It is time to realize that the neoliberal "imperial" structure of the EU favors the rise of right-wing parties. So the problem is not only that of a coherent leftist resistance to the austerity measures, but claiming institutional change for an EU of societies in solidarity instead of nations in conflict. Specifically, the issue of national sovereignty, the nation-state, the European exercise of political power etc., should be placed at the front page of the European Left agenda. I will conclude by saying that we abandoned as Left the hegemonic discourse about concepts like Republique, nation, Europe, to bourgeois forces. In order to break the dominant European narrative about the crisis which has been constructed on the North-South division, a division that is nationally reproduced by dividing locals from foreigners, we are compelled to assert the hegemony of defining the content of these critical concepts.


Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

[Αριστερά] Για ποια χώρα πολεμάμε

Στο παρά πέντε των επαναληπτικών εκλογών, το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά το κατασκευασμένο δίλημμα «με την Ευρώπη» ή «εκτός Ευρώπης», «με ευρώ» ή «χωρίς ευρώ». Αυτό το δίλημμα, στη βάση του οποίου η ΝΔ και οι λοιπές δυνάμεις προσπαθούν να δημιουργήσουν «ευρωπαϊκό» ρεύμα εναντίον του «αντιευρωπαϊκού» ρεύματος του ΣΥΡΙΖΑ, υποκρύπτει το πραγματικό ερώτημα των εκλογών της 17ης Ιουνίου. Κι αυτό δεν αφορά την ευρωπαϊκότητα της χώρας, αλλά την ίδια τη χώρα: για ποια χώρα θέλουμε να πολεμήσουμε. Το μεγάλο όραμα το οποίο ενέπνευσε επί δύο σχεδόν δεκαετίες την πολιτική του ΠΑΣΟΚ (η ΝΔ δεν είχε όραμα, σερνόταν και σέρνεται πίσω από το όραμα του ΠΑΣΟΚ) ήταν αυτό της «ισχυρής Ελλάδας», των Ολυμπιακών Αγώνων, του Χρηματιστηρίου, της διαπλοκής, της διαφθοράς και του εύκολου διαύλου του νεοφιλελευθερισμού, στη χώρα αλλά και την ευρύτερη περιοχή. Επί δύο δεκαετίες, το ΠΑΣΟΚ κυρίως προσπαθούσε να φτιάξει τη «λευκή» Ελλάδα, τις αξίες της οποίας υπαγόρευε η «λευκή» Ευρώπη, ο νεοφιλελεύθερος δηλαδή καπιταλισμός, με μήνυμα διαμεσολάβησης του οράματος τον εκσυγχρονισμό. Σήμερα, τον ρόλο της Ελλάδας  έχει αναλάβει η «λευκή» Τουρκία του Ερντογάν, με δίαυλο διαμεσολάβησης, για την ενσωμάτωση της Ανατολίας και των μουσουλμανικών Βαλκανίων αυτή τη φορά, το Ισλάμ.

Το όραμα της «λευκής» Ευρώπης, το οποίο συμμεριζόταν απολύτως η Ελλάδα, έχει στηθεί στη βάση ενός «σύμπαντος» χωρίς γεωγραφία και  επικράτειες. Αυτή η Ευρώπη, ξεχνώντας τι γίνεται στην ίδια την αυλή και τη γειτονιά της, φτιάχνει το «κάστρο» της σε σχέση μόνο με τους μακρινούς, αόρατους φίλους  – τις χρηματαγορές. Αντικαθιστά την πραγματικότητα που παράγει η γεωγραφία και τους δημοκρατικούς θεσμούς που παράγονται εντός των επικρατειών, με την υπεργεωγραφική και υπερεπικρατειακή, επί της ουσίας αντιδημοκρατική, «φυλή» των αγορών. Η τεράστια μετακίνηση πληθυσμών, με τη μορφή της μετανάστευσης, από χώρες εξαθλιωμένες λόγω της «δυτικής» πολιτικής, η φτώχεια και η ανασφάλεια μέσα στον ίδιο τον ευρωπαϊκό χώρο, οι εξεγέρσεις στη γειτονιά της Ευρώπης (Μέση Ανατολή) αποτελούν φαινόμενα τα οποία η «λευκή» Ευρώπη –και η Ελλάδα– απλώς «ξέχασαν». Κατάντησε η Ευρώπη ένας χώρος χωρίς συνείδηση γεωγραφίας, χωρίς συνείδηση των θεσμών και των δικαιωμάτων των ευρωπαϊκών επικρατειών, αλλά με συνείδηση μιας διεθνούς υπεργεωγραφικής και υπεράνω επικρατειών «φυλής», για την οποία εμπόδιο είναι οι απολίστιστοι απανταχού γηγενείς. Η Ελλάδα, στα σύνορα της ευρωπαϊκής γειτονιάς, επομένως στο μάτι του κυκλώνα, προσποιείτο ότι ήταν μέλος της «φυλής», ξεχνώντας ότι η πραγματικότητα του χώρου αλλά και της επικράτειας είναι πανίσχυρη. Το μεγάλο κύμα μετανάστευσης, που έσκαγε στην Ελλάδα, αντί να αποτελέσει μείζον θέμα της ευρωπαϊκής και της ελληνικής πολιτικής, αντιμετωπίστηκε με συνθήκες (Δουβλίνο) που κουκούλωναν ένα από τα δύο μεγαλύτερα προβλήματα του 21ου αιώνα –το άλλο είναι η οικονομική κρίση–, αρκεί να μη λερωνόταν η «λευκότητα» της Ευρώπης. Οι συνθήκες έρχονταν να καλύψουν την απουσία πολιτικής σκέψης, διορατικότητας, αλλά και ανθρωπισμού.Όταν ξέσπασε η κρίση, αντί να εγκαταλειφθεί το μεγαλοϊδεατικό όραμα, ως απολύτως αποτυχημένο, αφού γινόταν προφανές ότι ούτε η Ελλάδα ούτε η Ευρώπη ήταν τόσο «λευκές», ενισχύθηκαν οι πιέσεις για να διατηρηθεί αλώβητη η ευρωπαϊκότητα της Ελλάδας, αμόλυντη η «λευκότητα» της Ευρώπης. Με τις αναποτελεσματικές και εξαθλιωτικές μνημονιακές πολιτικές της «ιεράς συμμαχίας» των πάλαι ποτέ ισχυρών κομμάτων, κατασκευαζόταν μια τεχνητή νομιμοποίηση: της «λευκής» Ελλάδας που παλεύει εναντίον της «απολίτιστης» κοινωνίας. Όλο το μνημονιακό πρόγραμμα, αποικιοκρατικής λογικής και ιστορικότητας, απέβλεπε στον εξευρωπαϊσμό των «άχρηστων» της Ευρώπης. Όσο βάθαινε η κρίση τόσο επιταχύνονταν οι «μεταρρυθμίσεις», που είχαν στόχο όχι την ανασυγκρότηση του κράτους, την εξάλειψη των παθογενειών του ελληνικού συστήματος, την ανάπτυξη μιας άλλης κοινωνικής συνείδησης, αλλά τη διατήρηση, πάση θυσία, της Ελλάδας στον ρόλο του αντάξιου συνοδοιπόρου στον νεοφιλελεύθερο ευρωπαϊκό πλανήτη. Το ρήγμα ανάμεσα σε μια κοινωνία που βίαια, με φόβο και  ενοχές, αποκτούσε συνείδηση της «μαυρίλας» της και σε μια εξουσία που επέμενε στο «λευκό όραμά» της μεγάλωνε, και εκφράστηκε δυναμικά στις εκλογές της 6ης Μαΐου. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να διευρύνει τον φακό και να μετατοπίσει το κέντρο εστίασης από τη «λευκή» Ελλάδα στη «μαύρη» κοινωνία, από τη «λευκή» Ευρώπη στις «γκρίζες ζώνες» της. Κατέδειξε με τα πιο ζωηρά χρώματα το τέλος του μύθου της «λευκής» Ελλάδας, απελευθερώνοντας την κοινωνία από την ενοχή του αποτυχημένου και άχρηστου Ευρωπαίου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν δεν είναι αντιευρωπαϊκή δύναμη· αντιθέτως, έδειξε ότι η Ελλάδα ανήκει όχι σε μια «περιούσια φυλή», αλλά στην Ευρώπη της μεγάλης ανεργίας, του μεγάλου ποσοστού επιβίωσης κάτω από τα όρια της φτώχειας, του φόβου και της ανασφάλειας. Συναντήθηκε με την άλλη Ευρώπη που προσπαθεί, στη βάση της ηθικής και των πολιτικών αξιών που ο ευρωπαϊκός χώρος έχει στο οπλοστάσιό του, να ξαναφέρει την πολιτική «στο κρεβάτι της κοινωνίας». Να ξαναμάθει να αντιστέκεται συλλογικά και διεπικρατειακά. Παρά τη σιωπή των ΜΜΕ, δεν υπάρχει μόνο η «λευκή» Ευρώπη που απειλεί. Υπάρχει και η «μαύρη» Ευρώπη που πάσχει, συμπάσχει και δραστηριοποιείται. Αυτό φάνηκε και στις 29 Μαΐου, σε μια σημαντική συνάντηση στη Φραγκφούρτη, την οποία οργάνωσε το «Τρανσφόρμ» κατόπιν πρόσκλησης της Ιγκέ Μετάλ, του μεγαλύτερου συνδικάτου της Γερμανίας, με τη συμμετοχή και άλλων ευρωπαϊκών συνδικάτων και συλλογικοτήτων, όπως η δική μας «Πρωτοβουλία για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας». Σ’ αυτή τη συνάντηση τέθηκαν οι βάσεις για τη συγκρότηση ενός μεγάλου, εν τόπω και χρόνω συγκροτημένου, ευρωπαϊκού δικτύου, αλληλεγγύης αλλά και συνεργασίας των συνδικάτων και των κινημάτων της Ευρώπης, προκειμένου να επαναπροσδιοριστεί η πολιτική σε σχέση με τον πραγματικό χρόνο των κοινωνιών και σε άμεση σχέση με τον χώρο τους. Η συνάντηση, η οποία θα επαναληφθεί στις 29 και 30 Ιουνίου, ανέδειξε την ανάγκη να ξεπεραστεί ο απομονωτισμός της κάθε ευρωπαϊκής κοινωνίας, ενοχοποιημένης ως παρία και ανάξιας να βρίσκεται στην Ευρώπη των ισχυρών. Και έγινε φανερό ότι η κρίση στην Ευρώπη εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους στην κάθε χώρα, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητές της. Όμως η κρίση δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα μιας χώρας· είναι ευρωπαϊκή, αποτέλεσμα του οράματος ενός πολιτικού συστήματος που φαντασιώνεται μια «λευκή» Ευρώπη με αποστολή τον εκπολιτισμό, όχι πια των μακρινών «απολίτιστων» γηγενών των αποικιών, αλλά των «απολίτιστων» γηγενών της Ευρώπης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ συνομίλησε και συνομιλεί όχι με τους «άχρηστους», ανάξιους της Ευρώπης Έλληνες, αλλά με τους γηγενείς της Ευρώπης κατοίκους της Ελλάδας (Έλληνες και μετανάστες), με τους νέους «κολασμένους» της Ιστορίας. Με αυτούς τους «κολασμένους» που, όταν αποκτούν συνείδηση του ιστορικού τους ρόλου, όταν χειραφετούνται από τις βολικές χειραγωγήσεις του παρελθόντος, όταν καθιστούν τις κατοχυρωμένες ευρωπαϊκές αξίες όπλο διεκδίκησης και αγώνα και όχι εργαλείο εθνικιστικής μαγκιάς, μπορούν να κουρελιάσουν συνθήκες και μνημόνια. Στη γειτονιά μας άλλωστε έχουμε εμπειρία από κουρέλιασμα πολύ ισχυρών διεθνών συνθηκών, όταν ένα κίνημα «κολασμένων», στη συνάντησή του με άλλους «κολασμένους», υποχρέωνε την τότε «λευκή» Ευρώπη να διαπραγματευτεί με τη μαχητικά εκφρασμένη βούληση ενός λαού αποφασισμένου για όλα. Σε έναν πόλεμο επιλέγεις κανείς στρατόπεδο, όχι γιατί γνωρίζει την έκβασή του, αλλά γιατί πιστεύει στις αξίες του στρατοπέδου που επέλεξε. Και οι αξίες αυτές πρέπει να είναι ξεκάθαρες. «Κολασμένοι» δεν είναι συλλήβδην όσοι φωνάζουν κατά του Μνημονίου και, στο όνομα της φτώχειας και της ανασφάλειας, οραματίζονται μια «λευκή» ρατσιστική Ελλάδα, μιλώντας για «λαθρομετανάστες» αντί για ανθρώπους χωρίς χαρτιά. «Κολασμένοι» δεν είναι αυτοί που ανέχονται τηλεοπτικούς αστέρες να χαριεντίζονται με τα αστέρια της Χρυσής Αυγής. «Κολασμένοι» δεν είναι όσοι βλέπουν το πρωτοπαλίκαρο της Χρυσής Αυγής να χειροδικεί ζωντανά στην τηλεόραση και δεν αισθάνονται τη μαχαιριά στην καρδιά της δημοκρατίας. Στις παρούσες, κρίσιμες συνθήκες ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας σπρώχνει τον ΣΥΡΙΖΑ να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Με μια ηχηρή νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, εκφραστή των «κολασμένων», η λαϊκή βούληση μπορεί να αποτελέσει το ισχυρό όπλο επαναδιαπραγμάτευσης της θέσης της χώρας στην ευρωπαϊκή γεωγραφία, το ισχυρό όπλο επαναπροσδιορισμού των όρων συγκρότησης της ευρωπαϊκής πραγματικότητας των γηγενών, το ισχυρό όπλο συσπείρωσης των Ευρωπαίων «κολασμένων». Ο χρόνος για ισορροπίες ανάμεσα στη λίγο «λευκή» Ελλάδα και τους λίγο «κολασμένους» έχει λήξει εδώ και καιρό. Το όραμα της, μετά Μνημονίου ή/και βίας, «λευκής» Ελλάδας ναυάγησε οριστικά. Η Ελλάδα πλέον δεν μπορεί να διαπραγματευτεί παρά μόνο με την πραγματικότητα της κοινωνίας της, με την πραγματικότητα της αυλής και της γειτονιάς της· και η Ευρώπη, όσο «λευκή» κι να είναι, μόνο έτσι θα αντικρίσει την πραγματικότητα του ίδιου της του σπιτιού.



Κυριακή 20 Μαΐου 2012

[Αριστερά] Αυτή η Αριστερά δεν πρέπει και δεν μπορεί να ηττηθεί — με τίποτα όμως!

Τις μέρες μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου ζήσαμε στιγμές απίστευτης πολιτικής χυδαιότητας, στιγμές που πρόσβαλαν την πολιτική ευαισθησία κάθε αριστερού πολίτη της χώρας. Σε μια σκηνοθετημένη από τα ΜΜΕ παράσταση, με πρωταγωνιστές ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και κομπάρσο τη ΔΗΜΑΡ, παίχτηκε το χιλιοπαιγμένο στην ελληνική ιστορία έργο: της ανεύθυνης, καταστροφικής Αριστεράς. Η πρώτη πράξη άρχισε μόλις έκλεισαν οι κάλπες. «Να κυβερνήσετε για να μάθετε» (δηλαδή, να σας στείλουμε στη Μέρκελ, να σας γελοιοποιήσει) ήταν η ιαχή που υψώθηκε στον αέρα, από τα πρωτοπαλίκαρα του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Εκείνες τις κρίσιμες μέρες των διερευνητικών εντολών, οι πολιτικάντηδες που θεωρούν ότι η εξουσία του τόπου τούς ανήκει «κληρονομικώ δικαίω» και ότι η Αριστερά είναι ανίκανη να κυβερνήσει, παρά μόνο υπό την υψηλή ανοχή και καθοδήγησή τους, έστησαν κάποια ιδιότυπα «δικαστήρια», στα οποία νυχθημερόν προσήγαγαν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, τα οποία βομβαρδίζονταν από απανωτές ερωτήσεις, προκειμένου να αποδειχθεί το προαποφασισμένο: ο ΣΥΡΙΖΑ είναι επικίνδυνος για τη χώρα γιατί δεν γνωρίζει πώς ασκείται η πολιτική, και μάλιστα η ευρωπαϊκή. Θα μας βγάλει από το ευρώ, θα μας γυρίσει στη δραχμή, ήταν το πιο ήπιο σχόλιο, ενώ φτάσαμε και σε στιγμές πολιτικής αλητείας, με κορώνες του τύπου: Θα μας οδηγήσει στη χρεωκοπία, θα γίνει πραξικόπημα, θα βγούνε τα καλάσνικοφ, και πολλά τέτοια δείγματα «υψηλής πολιτικής».

Αντί λοιπόν να διεξαχθεί ένας πολιτικός διάλογος –με συγκρούσεις αναμφίβολα, όπως γίνεται πάντα στην πολιτική–, με βάση το περιεχόμενο της λαϊκής βούλησης, έτσι όπως εκφράστηκε την 6η Μαΐου και με την οποία καταδικάστηκε η πολιτική της εξαθλίωσης και του εξευτελισμού που προβλέπει το Μνημόνιο, στήθηκε το κατηγορητήριο κατά του ΣΥΡΙΖΑ. Σ’ αυτή την πρώτη φάση, όπου κλήθηκαν προς συμπαράσταση διάφορες εξ ύψους (Ευρώπη) επαφές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, με δηλώσεις που καταστρατηγούσαν την εθνική κυριαρχία που έχει απομείνει σε αυτό τον τόπο, ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε αυτό για το οποίο είχε δεσμευτεί προεκλογικά: αφού δεν μπορούσε να συγκροτήσει αριστερή κυβέρνηση, κατέθεσε την εντολή.

Κι έτσι περάσαμε στη δεύτερη πράξη, της οικουμενικής κυβέρνησης, όπου το παιχνίδι «χόντρυνε» επικίνδυνα. Ενώ ούτε το ΠΑΣΟΚ ούτε η ΝΔ έκαναν το παραμικρό βήμα με το οποίο να δείχνουν ότι κατανόησαν την ουσία του περιεχομένου της λαϊκής εντολής, τη διερμήνευσαν ως βούληση για συνεργασία των κομμάτων προς το συμφέρον του έθνους. Αφού δηλαδή απέτυχαν ως νεοφιλελεύθεροι κομματάρχες, είπαν να δοκιμάσουν το κουστούμι του εθνοσωτήρα ο οποίος, για το καλό του τόπου, παραμερίζει το κομματικό συμφέρον. Προς αυτή την κατεύθυνση επιστρατεύτηκαν όλα τα δυνατά και αδύνατα μέσα, με κυριότερο τον εκφοβισμό, λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης. Δεν θα επαναλάβω τις κορώνες που εκστομίστηκαν, θα σταθώ απλώς σε ένα στοιχείο του εκφοβισμού: στον κρίσιμο πολιτικό χρόνο που επείγει. Γύρω από αυτό ειπώθηκαν πολλά –πάντα με τη βοήθεια καλοθελητών από την Ε.Ε.–, το βασικό όμως επιχείρημα ήταν ότι δεν υπάρχει πολιτικός χρόνος και ότι τα κόμματα πρέπει να αρθούν στο ύψος της κρισιμότητας της κατάστασης, αποφασίζοντας τώρα για τη σωτηρία του τόπου. Κανένας τους ωστόσο δεν μίλησε για την κρισιμότητα του κοινωνικού χρόνου, για το κατεπείγον του κοινωνικού χρόνου, γι’ αυτό δηλαδή που ψήφισε σε μεγάλο ποσοστό ο ελληνικός λαός. Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ ηττήθηκαν στις εκλογές γιατί αποστέωσαν τον πολιτικό χρόνο από τον κοινωνικό: αποκοινωνικοποίησαν τον πολιτικό χρόνο — επομένως τον κατάργησαν. Αυτό συνιστά δεξιά, συντηρητική, νεοφιλελεύθερη πολιτική. Επί δυόμισι χρόνια ζούμε μια πολιτική κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας η κοινωνία υποχρεώνεται, κατατρομοκρατούμενη, να τρέχει αλαφιασμένη πίσω από τον «πολιτικό χρόνο» της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, προκειμένου να σωθεί η χώρα. Τρέχοντας αφήνει πίσω της ρημάδια: άνεργους, φτωχούς μισθωτούς, αυτόχειρες, νέους και μεγαλύτερους που μεταναστεύουν, μετανάστες σε απόγνωση, στα νύχια της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής και των «μεταναστευτικών πολιτικών» του αχτύπητου διδύμου Λοβέρδου-Χρυσοχοΐδη. Αυτή η αλαφιασμένη κοινωνία ζήτησε το προφανές με την ψήφο της στις 6 Μαΐου: Δώστε μας μια αναπνοή, ταυτίστε τον πολιτικό με τον κοινωνικό χρόνο, ακούστε μας έστω για λίγο. Αυτό δεν είναι λαϊκισμός, δεν είναι χυδαιότητα, δεν είναι κομματικό συμφέρον. Αυτό είναι βάση για αριστερή πολιτική! Δικαίως ο Αντώνης Σαμαράς δήλωσε ευθαρσώς και με περισσή ειλικρίνεια, συλλαμβάνοντας ακριβώς το διακύβευμα για τον χώρο του: «Πρέπει να τελειώνουμε με τις αριστερές ιδέες στην Ελλάδα». Υψώνει τη σημαία της μάχης κατά της Αριστεράς· αυτό του επιβάλλει η ιδεολογία του χώρου που εκπροσωπεί, κι αυτό κάνει.

Δεν υπήρχε κανένα ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο που να νομιμοποιεί τη συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ σε μια οικουμενική κυβέρνηση. Η συμμετοχή σήμαινε προδιαγεγραμμένη ήττα της Αριστεράς. Γιατί ήττα της Αριστεράς, και μάλιστα βαριά και για άλλα 70 χρόνια ακόμη, θα ήταν η συμμετοχή σε μια κυβέρνηση η οποία, στο όνομα του κρίσιμου πολιτικού χρόνου, θα αδιαφορούσε για το κατεπείγον του κοινωνικού χρόνου. Από τη στιγμή που για το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ ο ελληνικός πολιτικός χρόνος ορίστηκε αποκλειστικά σε σχέση με το κατεπείγον που ορίζει ένα μέτωπο συγκεκριμένης ιδεολογίας στην ΕΕ, από τη στιγμή που σε μια τέτοια οικουμενική κυβέρνηση το δίδυμο ΠΑΣΟΚ-ΝΔ θα είχε την πλειοψηφία, με μια ΔΗΜΑΡ που δεν αντιλαμβάνεται ότι τα μέτωπα είναι οριστικά και αμετάκλητα δύο, ο αριστερός χαρακτήρας της κυβέρνησης αυτής ήταν απλώς παγίδα. Η Αριστερά δεν είχε κανένα περιθώριο ήττας, με τίποτα όμως! Και ήττα θα ήταν να σκάσει η κοινωνική βόμβα στα χέρια της. Με μια τέτοια κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας η βόμβα θα έσκαγε.

Σε αυτό το σημείο ωστόσο φτάνουμε στην ουσία του πολιτικού διακυβεύματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ στήθηκε στον τοίχο ως αντιευρωπαϊκό κόμμα, το οποίο θέλει να βγάλει την Ελλάδα από το ευρώ. Τι είναι όμως ευρωπαϊκό και τι αντιευρωπαϊκό μέτωπο; Το ευρωπαϊκό μέτωπο της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ είναι ένας επαρχιωτισμός σύμφωνα με τον οποίο το ευρωπαϊκό διερμηνεύεται στα καθ’ ημάς από «υπεύθυνες» πολιτικές δυνάμεις, για τις οποίες το ευρωπαϊκό είναι αμετακίνητο, ορίζεται άπαξ από κάποιο «κέντρο» στο οποίο η ελληνική κοινωνία, αν θέλει να ανήκει, οφείλει να υποταχθεί. Αυτό σημαίνει αποϊδεολογικοποίηση της ΕΕ, αποκοινωνικοποίηση του ευρωπαϊκού χρόνου, ξεκομμένου από τον χρόνο (και τους χρόνους) των κοινωνιών των ευρωπαϊκών κρατών. Οι αλλαγές που παρατηρούνται σε όλη την Ευρώπη, της Ελλάδας συμπεριλαμβανόμενης, δείχνουν κάτι σημαντικό: στην Ευρώπη αρχίζει να διαμορφώνεται, για πρώτη φορά, μια ευρωπαϊκή συνείδηση την οποία, επώδυνα εξαιτίας της κρίσης, διαμορφώνουν οι ίδιες οι κοινωνίες. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, οι αριστερές δυνάμεις διεκδικούν τη σύνδεση της ευρωπαϊκότητας με τις κοινωνίες. Την ταύτιση του ευρωπαϊκού χρόνου όχι με τον παγκοσμιοποιημένο χρόνο του κεφαλαίου, αλλά με τον χρόνο των κοινωνιών. Αυτό είναι μια ανοικτή διεκδίκηση, και όχι ένα τετελεσμένο γεγονός. Τα κόμματα του ευρωπαϊκού αριστερού μετώπου οριοθετούν την πολιτική τους, επανοριοθετούν τις διεκδικήσεις τους και αναδιοργανώνονται τα ίδια, σε σχέση με τη δυναμική που αναπτύσσεται από την επώδυνη ευρωπαϊκή συνειδητοποίηση των κοινωνιών της Ευρώπης.

Η μάχη που δίνεται τελικά στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη σήμερα, είναι μια μάχη ιστορική ανάμεσα σε ένα δεξιό, συντηρητικό, ευρωπαϊστικό, νεοφιλελεύθερο μέτωπο και σ’ ένα αριστερό, ευρωπαϊκό μέτωπο. Ο δρόμος είναι μακρύς και δύσκολος, πολύ περισσότερο που το δεξιό μέτωπο θα «καμουφλαριστεί», προκειμένου να μη χάσει την ηγεμονία του. Η μάχη όμως για μας είναι εδώ μπροστά μας, και θα είναι λυσσαλέα. Μια προσχηματική, αντιμνημονιακή πολιτική δεν είναι αριστερή, αν προβάλλει είτε εθνικιστικά, αντιευρωπαϊκά και κλειστοφοβικά ανακλαστικά, είτε ευρωπαϊστικούς εκφοβισμούς ή ελεημοσύνες, υπό τύπο ελαφρύνσεων. Το ξαναγράψαμε σε αυτή την εφημερίδα: η κρίση βάθυνε τη ρήξη ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά, και ο ΣΥΡΙΖΑ τόλμησε να δείξει τόσο τη μετατόπιση της διάκρισης ανάμεσα στους δύο χώρους όσο και το βάθος του ρήγματος. Το ενιαίο μέτωπο της Αριστεράς συνιστά ιστορική επιταγή. Η Αριστερά δεν έχει δικαίωμα να ηττηθεί, δεν έχει δικαίωμα να μην αντιληφθεί τη νέα εποχή και το μείζον διακύβευμα που αυτή θέτει. Δεν έχει δικαίωμα, τη στιγμή που η κοινωνία αρχίζει να ριζοσπαστικοποιείται να της γυρίσει την πλάτη. Ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε το βήμα, χρειάζεται ωστόσο μέτωπο ενιαίο και συνεκτικό για να διεκδικηθεί η εξουσία. Η Αριστερά δεν μπορεί και δεν πρέπει να ηττηθεί. Με τίποτα όμως!