Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εξωτερική πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εξωτερική πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

[Εξωτερική πολιτική] Η ΑΟΖ, το Κυπριακό, η Τουρκία: Τι σημαίνει αριστερή πολιτική στα «εθνικά θέματα»;

Πέραν της «τουρκικής προκλητικότητας» και των εθνικών στερεοτύπων 

Συνέντευξη της Σίας Αναγνωστοπούλου στον Στρατή Μπουρνάζο 


Τον τελευταίο καιρό μιλάμε πολύ για την ΑΟΖ, και ειδικά την κυπριακή ΑΟΖ. Τι σημαίνει ΑΟΖ και ποια είναι η σημασία της;

Η ΑΟΖ, η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, είναι μια πολύ νέα έννοια –προέκυψε, καταρχάς, από την ανάγκη διευθέτησης της διαμάχης για την αλιεία– και προβλέπεται από τη συνθήκη του Δικαίου της Θάλασσας του 1982. Είναι μια ζώνη 200 ναυτικών μιλίων μέσα στην οποία το κράτος δεν έχει κυριαρχία αλλά κυριαρχικά δικαιώματα, και συγκεκριμένα το δικαίωμα στους φυσικούς πόρους μέσα σε αυτή τη ζώνη. Η ΑΟΖ μπορεί να ανακηρυχθεί μονομερώς από ένα κράτος μόνο στην περίπτωση που το όμορο στη θάλασσα κράτος απέχει 400 και πλέον μίλια. Σε περίπτωση μικρότερης απόστασης, η ΑΟΖ δεν ανακηρύσσεται, αλλά οριοθετείται έπειτα από συμφωνία με το κράτος ή τα κράτη που έχουν μέτωπο στην ίδια θάλασσα. Αρχή λοιπόν της οριοθέτησης της ΑΟΖ (σε όμορα κράτη) είναι η συναίνεση. Ως εκ τούτου, πρόκειται μεν για μια ζώνη οικονομική (φυσικών πόρων και εκμετάλλευσής τους), που αποκτά ωστόσο μεγάλο πολιτικό και, κατά συνέπεια, συμβολικό βάρος. Από τη στιγμή που η ανακάλυψη των φυσικών πόρων (εξόρυξη υδρογονανθράκων) συνιστά παράγοντα μερικής έστω αλλαγής των ισορροπιών σε μια περιοχή, η ΑΟΖ αποκτά γεωπολιτική σημασία. Στην οριοθέτησή της, λοιπόν, αποτυπώνονται πολιτικές στρατηγικές και στοχεύσεις, αλλά και ιδεολογικοί προσανατολισμοί: η οριοθέτηση της ΑΟΖ γίνεται για την οικονομική ευμάρεια των κοινωνιών της περιοχής ή για λόγους γεωπολιτικού ανταγωνισμού;
Η κυπριακή ΑΟΖ οριοθετήθηκε το 2004. Το σχέδιο Ανάν δεν προέβλεπε ΑΟΖ για το ομόσπονδο κράτος και η Κυπριακή Δημοκρατία με τον τότε πρόεδρο Τάσσο Παπαδόπουλο αποφάσισε, πριν από το δημοψήφισμα, να προχωρήσει στην οριοθέτησή της, με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τον Λίβανο (η οριοθέτηση με τον Λίβανο δεν έχει ακόμα εγκριθεί από τη Βουλή του).

Τι μεσολάβησε έκτοτε και πού βρισκόμαστε σήμερα;

Οι συγκλίσεις που επιτεύχθηκαν κατά την προηγούμενη φάση των συνομιλιών μεταξύ Χριστόφια-Ταλάτ αλλά και Χριστόφια-Έρογλου διασφάλιζαν τον τρόπο με τον οποίο η ομοσπονδιακή Κυπριακή Δημοκρατία θα χειριζόταν τόσο τους φυσικούς πόρους όσο και τις θαλάσσιες ζώνες της. Εν ολίγοις, η ΑΟΖ αποτελούσε το σημείο τομής για τη συγκρότηση ενός κοινού, κυπριακού συμφέροντος και εντάχθηκε στην προοπτική της λύσης του Κυπριακού. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους αποτελούσαν το κομβικό σημείο της πολιτικής Χριστόφια για το Κυπριακό. Σήμερα, έτσι όπως εξελίσσεται η κατάσταση, φαίνεται ότι οι διαπραγματεύσεις απαξιώνονται· και μαζί με αυτές απαξιώνονται οι Τουρκοκύπριοι. Το Κυπριακό μοιάζει να μεταφέρεται στη θάλασσα, στη «γεωπολιτική παλαίστρα» της ανατολικής Μεσογείου, μπαίνει λοιπόν σε ένα μεγάλο γεωπολιτικό παιχνίδι εν εξελίξει.

 

Το γεωπολιτικό παιχνίδι στη Μέση Ανατολή


Ας σταθούμε λίγο σε αυτό το γεωπολιτικό παιχνίδι.

Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή βρίσκεται σε ιδιαίτερα κρίσιμο σημείο. Ίσως για πρώτη φορά μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βλέπουμε τέτοια κατάρρευση των κοινωνιών και των κρατών της περιοχής. Οι ΗΠΑ, τα τελευταία χρόνια, κι αφού συνέβαλαν αποφασιστικά στην κατάρρευση, προσπαθούν να αποφύγουν την άμεση εμπλοκή τους, αφήνοντας την κατάσταση στα χέρια έμπιστων «τοποτηρητών» τους. Η Τουρκία φαινόταν ότι μπορεί να είναι ένας τέτοιος «τοποτηρητής»: ένα κράτος «δυτικό», μετριοπαθούς Ισλάμ και με προοπτική ένταξης στην Ε.Ε., ένα κράτος λοιπόν πρότυπο για τα υπόλοιπα κράτη, ειδικά μετά το ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης. Όμως σε ένα παγκόσμιο σύστημα, όπου ο ιμπεριαλισμός έχει αποκτήσει πολυπολικότητα, κάθε πόλος επιδιώκει την αυτονόμησή του, τη διαμόρφωση ενός δικού του χώρου ηγεμονίας. Πολύ περισσότερο που στο ακραία ανταγωνιστικό σύμπαν, το οποίο οικοδομεί ο νεοφιλελευθερισμός, η διαμόρφωση χώρου ηγεμονίας αποτελεί προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του ρόλου του πόλου. Η Τουρκία, ειδικά την τελευταία περίοδο, παίζει ως μια «μεταδυτική» δύναμη, ένας νεοφιλελεύθερος, «σουνιτικός» πόλος στην περιοχή. Θεωρώ λοιπόν ότι, στο όνομα της μεγάλης πολιτισμικής ενότητας (ενός μουσουλμανικού, σουνιτικού κόσμου) που επικαλείται, επιδιώκει την ηγεμονία στον μεγάλο εμπορικό και ενεργειακό δρόμο που αποτελεί η Ανατολική Μεσόγειος (30% του παγκόσμιου εμπορίου και 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου). Ωστόσο, αυτή η «μεταδυτική» πολιτική της Τουρκίας ενέχει μεγάλους κινδύνους για την ίδια, κυρίως στο εσωτερικό της.

Ο όρος που χρησιμοποιείται σταθερά και κυριαρχεί στα κυρίαρχα ελληνικά μίντια, για να ερμηνευθεί η πολιτική της Τουρκίας, είναι η «προκλητικότητα». Πώς τον σχολιάζεις;

Διαβάζοντας την πολιτική της Τουρκίας μόνο ως πρόκληση, και ειδικά απέναντί μας –κι αυτό κάνουμε κατά κόρον– περιορίζουμε αυτομάτως το εύρος της ανάλυσής μας, επομένως και της πολιτικής που πρέπει να ασκήσουμε. Θέλω να είμαι σαφής. Η χρήση του όρου, σε ένα βαθμό, είναι δικαιολογημένη: οι «βόλτες» του Μπαρμπαρός, λ.χ., στην κυπριακή ΑΟΖ αποτελούν αναμφισβήτητα επιθετική πράξη. Ο όρος προκλητικότητα όμως μας εγκλωβίζει, γιατί περιορίζει την ανάγνωση της Τουρκίας στο πλαίσιο της σύγκρουσης δύο αιώνιων εχθρών, που ο ένας μονίμως καταπατεί τα εθνικά δίκαια του άλλου, και όχι στο πλαίσιο δύο γειτονικών κρατών με ενίοτε αντίπαλα και συγκρουόμενα συμφέροντα, σε μια περιοχή μεγάλων και πολύπλοκων ανταγωνισμών.
Τα πράγματα είναι σύνθετα και, βέβαια, δεν περιστρέφονται γύρω από εμάς. Στην περίπτωση της κυπριακής ΑΟΖ, πράγματι η Τουρκία, βασιζόμενη στη ναυτική της υπεροχή απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία, προκαλεί· ο στόχος όμως της πρόκλησης δεν είναι αποκλειστικά η Κυπριακή Δημοκρατία ούτε, μέσα από αυτήν, η Ελλάδα. Ο στόχος είναι πολύ ευρύτερος και αφορά το Ισραήλ, την Αίγυπτο, καθώς και άλλα κράτη-πόλους. Η παρουσία της Ρωσίας και της Κίνας στην περιοχή δείχνουν ότι το παιχνίδι είναι ευρύτερο. Το γεγονός επίσης ότι η διεθνής κοινότητα έχει πολύ χλιαρή αντίδραση απέναντι σε αυτή τη στάση της Τουρκίας επιβεβαιώνει το μέγεθος των ανταγωνισμών και των δύσκολων ισορροπιών στην περιοχή.

 

Γεωπολιτικοί άξονες και συμμαχίες Ελλάδας και Κύπρου


Μένοντας στο ζήτημα των ανταγωνισμών και των δύσκολων ισορροπιών, πρέπει ασφαλώς να μιλήσουμε για τη συμμαχίες που διαμορφώνουν η Ελλάδα και η Κύπρος στην περιοχή.

Η «στενή» ανάγνωση της Τουρκίας υπό το πρίσμα της προκλητικότητάς της και της παραβίασης των «εθνικών δικαίων» μας, μπορεί να οδηγεί την Ελλάδα αλλά και την Κυπριακή Δημοκρατία σε διαμόρφωση γεωστρατηγικών αξόνων που, έχοντας ως στόχο το «στρίμωγμα» του εθνικού εχθρού, εμπλέκουν τα δύο κράτη ακόμη περισσότερο στους γεωστρατηγικούς ανταγωνισμούς, επομένως και στις προκλήσεις της Τουρκίας. Ασφαλώς η Κυπριακή Δημοκρατία χρειαζόταν να συνεννοηθεί με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, αφού με αυτές τις χώρες έπρεπε να οριοθετήσει την ΑΟΖ, ωστόσο οι άξονες και οι συμμαχίες είναι κάτι διαφορετικό.
Πολύ φοβάμαι, δηλαδή, ότι η συμμαχία Ελλάδας-Κύπρου με το Ισραήλ και την Αίγυπτο εντάσσεται στη λογική ενός γεωστρατηγικού άξονα για να «στριμωχτεί» η Τουρκία. Και αυτό δεν το λέω μόνο από αριστερή σκοπιά (πώς μπορείς να συμμαχείς με τέτοια στρατοκρατικά και καταπιεστικά καθεστώτα;), αλλά και από μια ρεαλιστική σκοπιά: Μπορούν τέτοιοι άξονες να διευκολύνουν τη λύση του Κυπριακού και των ανοικτών ελληνοτουρκικών προβλημάτων, να «στριμώξουν» την Τουρκία; Εκτιμώ ότι –αν πράγματι ο φόβος μου περί τέτοιου άξονα έχει βάση– η Κύπρος κινδυνεύει να γίνει το επίκεντρο μεγάλων και μικρότερων ανταγωνισμών (και Ελλάδας-Τουρκίας), μέσα από την οποία επιδιώκεται η λύση όχι του Κυπριακού αλλά δίνεται η ευκαιρία στην Ελλάδα είτε για «στρίμωγμα» της Τουρκίας για άλλα θέματα (για παράδειγμα της οριοθέτησης της ελληνικής ΑΟΖ στις «δύσκολες» περιοχές), είτε για να ενισχύσει, μέσω της Κύπρου, τη γεωστρατηγική της ισχύ στην Ανατολική Μεσόγειο. Και η προϊστορία του κ. Σαμαρά και του περιβάλλοντός του δεν μου εμπνέει καμιά εμπιστοσύνη για τον χειρισμό των «εθνικών θεμάτων» μας. Φοβάμαι λοιπόν μήπως, όπως κάποτε το Κυπριακό εντάχθηκε από τέτοιους χειρισμούς στους μεγάλους ψυχροπολεμικούς ανταγωνισμούς στην περιοχή, στην παρούσα φάση «μεσανατολικοποιηθεί», κάτι που θα διευκολύνει και την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, για λόγους «προστασίας».
Όπως έλεγα πριν, επί Χριστόφια και Ταλάτ η λογική ήταν ότι ο φυσικός πλούτος της κυπριακής ΑΟΖ έφτιαχνε ένα κοινό κυπριακό συμφέρον. Ανησυχώ ότι η κυβέρνηση Αναστασιάδη, κυρίως με την παύση των συνομιλιών, αποκλείει τους Τουρκοκύπριους από αυτό το συμφέρον, καθιστώντας αυτό τον πλούτο γεωστρατηγικό εργαλείο. Κατά τη γνώμη μου, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει οπωσδήποτε να συνεχίσει τις συνομιλίες, παραπέμποντας το ζήτημα της παραβίασης της ΑΟΖ από την Τουρκία σε διεθνείς οργανισμούς (είτε στο διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είτε σε αυτό του Δικαίου της Θάλασσας). Διακόπτοντας τις συνομιλίες, όχι μόνο απαξιώνει την τουρκοκυπριακή κοινότητα αλλά εγκλωβίζει τις συνομιλίες στις «διαθέσεις» της Τουρκίας: θα ξαναρχίσουν όταν το Μπαρμπαρός φύγει από την ΑΟΖ. Με λίγα λόγια, παρακάμπτονται οι Τουρκοκύπριοι και στο κάδρο του Κυπριακού μπαίνει μόνο η Τουρκία (και από την πίσω πόρτα η Ελλάδα;), και μάλιστα σε μια εποχή μεγάλης κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Σκέφτομαι τον μνημειώδη λόγο του Μακάριου στον ΟΗΕ μετά την τουρκική εισβολή, όταν απέναντι στην καταστροφή του ’74 –στην οποία οδήγησε και η πολιτική της δεκαετίας του ’60, στην οποία ο ίδιος πρωταγωνίστησε– τόνισε ότι η επιβίωση του κυπριακού κράτους εξαρτάται άμεσα από τους Τουρκοκύπριους, από τον δικοινοτικό χαρακτήρα του κράτους, ανεξαρτήτως Τουρκίας και Ελλάδας. Γιατί, τότε, είχε, επιτέλους, αντιληφθεί ότι ο μη δικοινοτικός χαρακτήρας της Κυπριακής Δημοκρατίας την βάζει σε μέγιστες περιπέτειες.

Συνεχίζοντας, στο ίδιο θέμα, ας δούμε την πρόσφατη συμφωνία «ενοποίησης» των υδάτων μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου.

Εξέφρασα τον φόβο μου για τους χειρισμούς Σαμαρά και Αναστασιάδη με αφορμή και τη συμφωνία για την «ενοποίηση των υδάτων» που παρουσιάστηκε με τυμπανοκρουσίες, κυρίως στην Κύπρο. Κι ενώ πρόκειται για μια συνηθισμένη συμφωνία έρευνας και διάσωσης, σε αυτά τα ύδατα, τροφοδοτεί μια εθνικιστική ρητορική που δηλητηριάζει ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα στην Κύπρο, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Πολύ περισσότερο που οι συνομιλίες έχουν διακοπεί και η Τουρκία «κόβει βόλτες» με το Μπαρμπαρός. Το σκηνικό παραπέμπει, σε κάποια σημεία, σε αυτό της δεκαετίας του ’90 με τα δόγματα περί «ενεργών ηφαιστείων» και την «πυραυλολογία», που προκάλεσαν τεράστια ζημιά στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό. Τροφοδοτείται η λογική που είχε κυριαρχήσει τότε, στην εποχή του ενιαίου αμυντικού δόγματος, του ενιαίου χώρου του ελληνισμού απέναντι στον προαιώνιο εχθρό, όπου η Κυπριακή Δημοκρατία καλείται να παίξει το ρόλο του «προμαχώνα». Εδώ έρχονται και «κουμπώνουν» οι μεγαλοστομίες περί «δυναμικών απαντήσεων» στον προαιώνιο εχθρό, από ανθρώπους του περιβάλλοντος του πρωθυπουργού (λ.χ. Φαήλος Κρανιδιώτης), μεγαλοστομίες που ενισχύουν τους φόβους παρά τους κατευνάζουν.
Οι «δυναμικές απαντήσεις» όμως υπαινίσσονται πόλεμο. Ασφαλώς, δεν θεωρώ ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι, σε οποιαδήποτε περίπτωση, υπέρ του πολέμου με την Τουρκία. Αυτή η εθνικιστική ρητορική όμως περιορίζει επικίνδυνα τα περιθώρια της διαπραγμάτευσης στο Κυπριακό, καθώς και της αναζήτησης ουσιαστικού εδάφους συνεννόησης Ελλάδας-Τουρκίας. Παράλληλα, νομιμοποιεί την κούρσα των εξοπλισμών από την οποία έχει επωφεληθεί τα μέγιστα μια «τάξη υπερπατριωτών» (άλλοι είναι στη φυλακή, άλλοι πρόκειται να μπουν, και μάλλον ακολουθούν πολλοί ακόμα), και νομιμοποιεί την «προστασία» του ΝΑΤΟ. Άπειρες φορές ανέβηκαν οι τόνοι και άπειρες φορές κατέβηκαν «χάρη στην παρέμβαση» των «συμμάχων μας». Μοιάζει σαν φάρσα: το ΝΑΤΟ αφήνει τους δύο προαιώνιους να κάνουν προσομοιώσεις πολέμου, που δικαιολογούν και τους εξοπλισμούς, και όταν τα πράγματα σκουρύνουν τότε επεμβαίνει για να μας λύσει τα προβλήματα. Στο μεταξύ ωστόσο αυτό το έθνος βιώνει μονίμως το άδικο, τον φόβο και την απειλή από έναν πανίσχυρο και ανεξέλεγκτο εθνικό εχθρό.
Το μεγάλο μου ερώτημα είναι: Ως κοινωνία, γιατί επιτρέπουμε να παίζεται αυτό το παιχνίδι σε βάρος μας; Η Τουρκία είναι πράγματι ένας δύσκολος γείτονας, με τον οποίο έχουμε πολλά ανοικτά θέματα. Όμως, από τη στιγμή που δεν θέλουμε πόλεμο, τότε η διεκδίκησή μας πρέπει να είναι μία: η ανεύρεση τρόπων επίλυσης των ανοικτών προβλημάτων. Επίλυσης, που θα κοστίζει λιγότερο από τον πόλεμο ή την προσομοίωση πολέμου.

 

Ιμπεριαλισμός, αντιιμπεριαλισμός και αριστερή πολιτική


Με όσα λες, αλλά και όλα όσα έχεις γράψει, σκιαγραφείς για την Αριστερά μια ερμηνευτική και πολιτική γραμμή εντελώς διαφορετική από τη γνωστή «αντιιμπεριαλιστική»

Καταρχάς, για την Αριστερά το μείζον ζήτημα είναι να πολιτικοποιήσει τα «εθνικά δίκαια», να τα ξανασυζητήσει διαλεκτικά και όχι ως αμετακίνητα, υπεράνω ιδεολογίας και πολιτικής αξιώματα. Ας μην ξεχνάμε ότι τα «εθνικά δίκαια» δεν τα όρισε η Αριστερά· τα όρισαν κατεξοχήν οι πολιτικές δυνάμεις που είχαν την ηγεμονία και ήθελαν να διαιωνίζουν την ηγεμονία τους, περιθωριοποιώντας τους εχθρούς τους ως «προδότες». Όταν τα «εθνικά θέματα» δεν αποτελούν μέρος του ανοικτού, δημοκρατικού διαλόγου, τότε κάποιες αυταρχικές κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις επωφελούνται. Τότε, κάποιοι οικειοποιούνται μονοπωλιακά την βούληση του έθνους και τη διαχειρίζονται όπως θέλουν. Δεν μπορούμε λοιπόν να μιλάμε για «αριστερό πατριωτισμό», βάζοντας απλώς αριστερό πρόσημο στα «εθνικά δίκαια», τα οποία οι αντίπαλες της Αριστεράς δυνάμεις όρισαν ως αμετακίνητα. Δεν μπορούμε να μιλάμε για αντιιμπεριαλισμό, πατώντας πάνω στα «δίκαια» αυτά, έτσι όπως τα όρισαν οι ηγεμονικές τάξεις και μάλιστα σε συγκεκριμένες περιόδους.
Αριστερή, αντιιμπεριαλιστική πολιτική δεν σημαίνει έναν εύκολο αντιτουρκισμό, επειδή η Τουρκία είναι «δάκτυλος του ιμπεριαλισμού». Πολύ περισσότερο που και η Ελλάδα έχει παίξει στο ιμπεριαλιστικό παιχνίδι. Αντιιμπεριαλισμός σημαίνει κόβω –ή έστω μειώνω– τις υποδοχές του ιμπεριαλισμού στην περιοχή, κόβω τους διαδρόμους διείσδυσής του. Αν ο ιμπεριαλισμός οξύνει και υποκινεί τους ανταγωνισμούς, η απάντηση είναι μία: κάνω πολιτική με τρόπο που να μειώνονται οι εθνικοί ανταγωνισμοί, όχι να ενισχύονται. Η λύση, για παράδειγμα, του Κυπριακού με ομοσπονδία περιορίζει τον χώρο ιμπεριαλιστικής δράσης, γιατί σταματάει τον κατακερματισμό και ενισχύει το κυπριακό κράτος. Θεμελιώδης στρατηγική του ιμπεριαλισμού είναι ο κατακερματισμός της κοινωνίας με κριτήρια εθνο-θρησκευτικά, πολιτισμικά και η αποδυνάμωση των κρατών. Ο αντιιμπεριαλισμός δεν μπορεί να μην είναι αυστηρά κριτικός με τον εθνικισμό, καθώς ο τελευταίος είναι γέννημα-θρέμμα του ιμπεριαλισμού του 19ου αιώνα.
Η λογική, για παράδειγμα, μιας «ζώνης του ελληνισμού» Ελλάδας και Κύπρου, όπου οι δύο κοινωνίες θα πολεμήσουν κατά της λιτότητας, της τρόικας και του νεοφιλελευθερισμού, μας βάζει από την πίσω πόρτα στη λογική των πολιτισμικών ζωνών, των πολιτισμικών ενοτήτων, που ενισχύουν τη λογική αυτού που υποτίθεται πολεμούν: του νεοφιλελευθερισμού. Για την Αριστερά, η ενότητα πρέπει να είναι πολιτική και ταξική. Ενότητα εν τόπω και χρόνω, όχι πολιτισμική και εθνοτική άνευ τόπου· πρέπει να φτιάχνει πολιτικές υποδοχές στον χώρο.

 

Η κυβέρνηση της Αριστεράς, το Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά


Ρωτάω, και κλείνω, εξειδικεύοντας τα παραπάνω. Σε ποια κατεύθυνση πιστεύεις ότι πρέπει να κινηθεί η κυβέρνηση της Αριστεράς, στα θέματα που συζητάμε;

Θα προσπαθήσω να απαντήσω, διατυπώνοντας μερικές βασικές σκέψεις, και όχι βέβαια κάποιο «μανιφέστο» ή «πλατφόρμα». Αρχή του ΣΥΡΙΖΑ είναι η ειρήνη και η σταθερότητα στην περιοχή. Και θεωρώ ότι αυτή η αρχή είναι ουσιωδώς αντιιμπεριαλιστική, αντικαπιταλιστική και ρεαλιστική, ειδικά στην εποχή μας, όπου η λιτότητα και οι ανταγωνισμοί οδηγούν σε εκβαρβαρισμό των κοινωνιών στην περιοχή μας, είτε λόγω φτώχειας είτε λόγω πολέμων. Σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτα υπέρ της λύσης του Κυπριακού στη βάση μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΟΗΕ. Αυτή η λύση όμως έχει μια σημαντική προϋπόθεση: αποδεχόμαστε ότι το κυπριακό συμφέρον ορίζεται και από τις δύο κοινότητες εξίσου, και μόνο από αυτές. Ο τερματισμός της κατοχής, η οποία δικαιολογεί την ιστορικότητα της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης, αλλά και νομιμοποιεί την εξάρτηση της Κύπρου και τους περιφερειακούς ανταγωνισμούς, πρέπει να αποτελέσει το μείζον κυπριακό συμφέρον στο πλαίσιο της ομόσπονδης λύσης, ένα συμφέρον που συγκροτείται στη βάση της εγγύησης της ασφάλειας και των δύο κοινοτήτων.
Σε ό,τι αφορά τα ελληνοτουρκικά, μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να επαναπροσδιορίσει το περιεχόμενο της ελληνοτουρκικής φιλίας και συνεργασίας. Με δεδομένο ότι στην περιοχή μας η Τουρκία είναι μια από τις ελάχιστες χώρες της οποίας η κοινωνία δεν έχει καταρρεύσει (και δεν μας συμφέρει να καταρρεύσει), με δεδομένο επίσης ότι αυτή η χώρα είναι μια από τις ελάχιστες στις οποίες υπάρχει μια κοινωνία με δείγματα αντίστασης στον εκβαρβαρισμό, τότε, αντί να αναζητούμε γεωστρατηγικά τόξα με πιο μακρινούς και αμφίβολους γείτονες, μήπως θα ήταν σκόπιμο να αναζητήσουμε πεδία συναίνεσης με αυτό τον γείτονα (όπως και με τους υπόλοιπους, άλλωστε); Μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να ξαναδεί τη γειτονιά της, αναζητώντας σε αυτή την πολιτική –και όχι γεωστρατηγική– ενίσχυση της χώρας.
Τα ελληνοτουρκικά προβλήματα δεν θα λυθούν, ασφαλώς, από τη μια στιγμή στην άλλη. Μπορούν όμως να μπουν σε ένα πλαίσιο πολιτικού διαλόγου, όπου το εθνικό συμφέρον θα ενταχθεί σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό συμφέρον όπως αυτό το ορίζει η Αριστερά, όχι οι λογικές ηγεμονίας στην περιοχή μέσω της Ε.Ε., όπως έγινε σε προηγούμενες περιόδους. Η εποχή που ζούμε είναι πολύ πιο πολύπλοκη από όσο την παρουσιάζει η εθνικιστική ρητορεία. Η λύση στο μεταναστευτικό και προσφυγικό πρόβλημα με όρους σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαιτεί πλέον συναινέσεις, και όχι φράχτες, ανάμεσα σε πολλά και διαφορετικά κράτη. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς, σε συνεννόηση με τους γείτονες, είναι αυτή που μπορεί να απαντήσει — πολύ περισσότερο που και η Τουρκία έχει συμφέρον από τέτοια συνεννόηση.
Η Ιστορία και οι ανάγκες που δημιουργεί υποδεικνύουν και τις λύσεις, ειδικά για την Αριστερά η οποία είναι η κατεξοχήν ρεαλιστική πολιτική δύναμη, αφού απαντάει στα προβλήματα της κοινωνίας εν τόπω και χρόνω. Η οριοθέτηση των ΑΟΖ με τις γειτονικές χώρες μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για τη δημιουργία ενός κοινού συμφέροντος, για τις κοινωνίες των όμορων κρατών, αντί να γίνει εργαλείο σκληρών ανταγωνισμών. Ας βρούμε ως Αριστερά τα πολιτικά δίκαια που μπορούν να συνδέσουν τις γειτονικές χώρες και να τις ενισχύσουν.

[Δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής]

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

[Μέση Ανατολή] Σία Αναγνωστοπούλου: Τα επακόλουθα του "διαίρει και βασίλευε"

[Συνέντευξη στην Αναστασία Γιάμαλη που δημοσιεύτηκε στην Αυγή.]
 

Την περασμένη εβδομάδα είδε το φως της δημοσιότητας άλλο ένα βίντεο με τον αποκεφαλισμό ακόμη ενός δημοσιογράφου, του 31χρονου Στίβεν Σότλοφ, από τους τζιχαντιστές. Το βίντεο τιτλοφορείται  «Δεύτερο μήνυμα στην Αμερική» και η σκηνοθεσία είναι ίδια με αυτή του πρώτου. Για τους τζιχαντιστές, μιλήσαμε με την αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Σία Αναγνωστοπούλου. Οι τζιχαντιστές δεν εμφανίστηκαν "χθες", μας λέει, ούτε πρόκειται για κάτι "ενιαίο". "Υπάρχουν πολλές εσωτερικές διαιρέσεις εντός του Ισλάμ" τονίζει και μας βοηθά να χαρτογραφήσουμε τις διαφορές και τις νέες ισορροπίες που φέρνουν μαζί τους στην ευρύτερη περιοχή της Μ. Ανατολής.

* Οι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους "ξεφύτρωσαν" από το κίνημα των αντικαθεστωτικών κατά του Άσαντ ή τους συναντάμε και πιο πίσω;
Toυς βρίσκουμε και πιο πίσω. Βέβαια σήμερα, όταν μιλάμε για τζιχαντιστές, δεν εννοούμε ένα και μοναδικό πράγμα, αλλά πολλές ομάδες μαζί που έχουν μπει κάτω από αυτό το όνομα. Έτσι κι αλλιώς αυτή η ιστορία, τουλάχιστον στο πρόσφατο παρελθόν, εξελίσσεται κυρίως στο Ιράκ, ειδικά μετά την αμερικανική εισβολή. Εντοπίζονται περισσότερο εκεί όπου έχει δημιουργηθεί μεγάλο κενό εξουσίας. Ξεκινούν δηλαδή από το Ιράκ κυρίως στην επαρχία Ανμπάρ -αμιγώς σουνιτική περιοχή- όπου έγιναν και οι μεγάλες μάχες. Εκεί γίνονται μεγάλες επιχειρήσεις της Αλ Κάιντα, οι οποίες τελικά κατορθώνουν να δημιουργήσουν ένα τεράστιο ρήγμα ανάμεσα σε αυτή την επαρχία, που μετατράπηκε σε βαθύ ρήγμα ανάμεσα στους σουνίτες και την σιιτική κυβέρνηση του Μαλίκι που έφτιαξαν οι Αμερικανοί.
 
* Πως έχουν τέτοια δύναμη οι τζιχαντιστές;
Στη Μ. Ανατολή πάντα το πρόβλημα είναι οι πολλές διαφορετικές θρησκευτικές ταυτότητες - και μέσα στο ίδιο το Ισλάμ -όχι μόνο μεταξύ μουσουλμάνων- χριστιανών. Έτσι, το να επιχειρήσει κανείς να εκδημοκρατίσει "παίζοντας" με φυλετικές ή θρησκευτικές ταυτότητες ενισχύει την πολιτικοποίησή τους και την άνθηση των φυλετικών διαστάσεων. Σε αυτό που αποκαλούμε σήμερα "τζιχαντιστές" έχουμε να κάνουμε με πολλές φυλετικές σεχταριστικές και θρησκευτικές ταυτότητες μαζί, όπου μία ομάδα, αυτή του του Ισλαμικού Κράτους (ΙΚ), ως ισχυρότερη έχει πάρει το πάνω χέρι. Δεν σημαίνει ότι το ΙΚ του Ιράκ και της Συρίας είναι μόνο του, το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο.

* Διάφοροι αναλυτές υποστηρίζουν ότι είναι λάθος να μιλάμε για άμεση ευθύνη της Αμερικής καθώς επί της ουσίας η εμπλοκή της στην ανάπτυξη των τζιχαντιστών δεν είναι άμεση, αλλά έμμεση αφού επέτρεψε την χρηματοδότησή τους από τους συμμάχους της.
Δεν ξέρω πόσο χρηματοδότησε ή όχι η Αμερική αυτές τις ομάδες, αυτό που ξέρω όμως πάρα πολύ καλά είναι ότι στη Μ. Ανατολή, ειδικά στο Ιράκ, έγινε κάτι αντίστοιχο με αυτό που είχε γίνει -τηρουμένων των αναλογιών- επί αποικιοκρατίας. Δηλαδή, αντί να έχουμε τη δημιουργία μιας κυβέρνησης στο Ιράκ από τους πολίτες, που θα προχωρά στη συγκρότηση μιας μακροταυτότητας -ικανής να συμπεριλάβει τις όποιες φυλετικές, τοπικές, θρησκευτικές ταυτότητες- έχουμε ακριβώς το αντίθετο. Έχουμε μια κυβέρνηση που στο όνομα της απομπααθοποίησης δημιούργησε σεχταριστική ταυτότητα σιιτών και με ορισμένες φυλές εναντίον κάποιων άλλων. Η επέμβαση της Αμερικής ήταν λοιπόν σημαντική προς αυτήν την κατεύθυνση. Για τη χρηματοδότηση πρέπει να γίνει άλλου είδους έρευνα, αλλά η αντιμετώπιση του θέματος του Ιράκ και της Μ. Ανατολής γενικά ακούμπησε σε αυτό που είχε ακουμπήσει η αποικιοκρατία. Στη Συρία έγινε πάνω - κάτω το ίδιο πράγμα.
 
* Ποιος ο ρόλος της Τουρκίας στην όλη κατάσταση την  ώρα που το ΙΚ ισχυροποιείται στο βόρειο Ιράκ και στη Συρία; Αρκεί η ενίσχυση των Κούρδων;
H Τουρκία έχει παίξει μεγάλο ρόλο σε αυτή την υπόθεση, που πάλι δεν θα κρίνω αν ήταν άμεσος ή έμμεσος. Ωστόσο με την πολιτική που ακολούθησε ο Ερντογάν, να κάνει την Τουρκία και την Κωνσταντινούπολη το κέντρο ενός ισλαμικού κόσμου, τροφοδότησε την πολιτική διαφόρων ομάδων που στο όνομα του Ισλάμ και του οράματος ενός ισλαμικού κόσμου προωθούσαν τη δική τους ατζέντα. Η Τουρκία υποστήριξε σχεδόν αμέσως τις αντιπολιτευόμενες ομάδες που κινήθηκαν κατά του Άσαντ εκτιμώντας πως θα τον αποδυναμώσει ώστε να γίνει το επίκεντρο. Αυτό γύρισε μπούμερανγκ, με τζιχαντιστές να δρουν και να κινούνται στο έδαφός της. Έχει βρεθεί λοιπόν στο επίκεντρο μιας κατάστασης που τελικά θα την υπονομεύσει.
Οι Κούρδοι εν τω μεταξύ ενδυνάμωσαν τη θέση τους σημαντικά, -κυρίως το αυτόνομο κράτος του Κουρδιστάν στο Ιράκ με πρωτεύουσα το Ερμπίλ- αλλά δεν είναι σε θέση απο μόνοι τους να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, αν και είναι οι μόνοι που αντιστάθηκαν οργανωμένα στο ΙΚ Συρίας και Ιράκ. Φαίνεται όμως πως η κατάσταση έχει ξεφύγει από οποιονδήποτε έλεγχο και θα έχει απρόβλεπτη εξέλιξη, γιατί η λογική του τρόμου έχει μπει στο επίκεντρο της μάχης για εξουσία στην περιοχή. Οι αποκεφαλισμοί είναι ένα μέσο οικειοποίησης του κόσμου με τη λογική του τρόμου. 

* Είναι πια διαχειρίσιμη η χάραξη του χάρτη της Μ. Ανατολής, όπως αυτή έγινε από τους Σάικς - Πικό μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας;
Κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι θα δούμε στη Μ. Ανατολή στο μέλλον. Έχουμε πολλές ομάδες, έχουμε ένα ΙΚ που θέλει Χαλιφάτο, ένα κατακερματισμένο ανομοιογενές Ισλάμ. Ωστόσο, αν πρέπει να γίνει μία επανατοποθέτηση στον χάρτη της Μ. Ανατολής, αυτή πρέπει να αφορά την Παλαιστίνη. Όσο υπάρχει το πρόβλημα της Παλαιστίνης, αναπαράγεται μια μεγάλη σύγκρουση στην περιοχή και τη νομιμοποιεί. Το να αλλάξει όλος ο χάρτης είναι πρόβλημα.


* Η ύπαρξη του ΙΚ πως λειτουργεί για το Ισραήλ; Ενισχυτικά ή όχι;
Ενισχύεται σίγουρα το Ισραήλ. Μπαίνουμε σε λογική τρόμου και τρομοκράτησης, σε μια λογική που από φόβο θα έχουμε περισσότερη στρατιωτικοποίηση και πολέμους. Η απειλή για το Ισραήλ προσωποποιείται στους Παλαιστινίους και αυτούς θα διαλύσει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως υπάρχουν δύο πληθυσμοί τα προβλήματα των οποίων πρέπει να διευθετηθούν, οι Παλαιστίνιοι και οι Κούρδοι.

* Το Κουρδικό θα λυθεί; O Ερντογάν φαίνεται πρόθυμος
Φαίνεται πως και οι Κούρδοι της Τουρκίας είναι πρόθυμοι και έχουν βρει κοινό τόπο με τον Ερντογάν. Μακάρι να λυθεί με τον καλύτερο τρόπο, όσο όμως η Μ. Ανατολή είναι σε τέτοια αναταραχή κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Φοβάμαι πως η Ιστορία μάς έχει ξεπεράσει στην περιοχή.

* Να πάμε λίγο στην Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ. Έχουμε μπει σε μια περίοδο κρίσεων σε Μ. Ανατολή και ανατολική Ευρώπη, με τον ΣΥΡΙΖΑ να προωθεί μια ενεργητικά φιλειρηνική εξωτερική πολιτική. Προς ποια κατεύθυνση εκτιμάτε ότι πρέπει να κινηθεί;
H πρώτη κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να κινηθεί κατά τη γνώμη μου η Αριστερά και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η άμεση λύση του Κυπριακού. Άμεση λύση, γιατί Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι πρέπει να ξαναβρεθούν ισότιμα στο κυπριακό κράτος. Η Κύπρος θα μπορούσε να είναι μια εστία που θα μπορούσε να δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στο μέλλον ή θα χρησιμοποιούνταν σαν ένα ανεξέλεγκτο έδαφος -κυρίως στην κατεχόμενη βόρεια πλευρά- με απρόβλεπτη εξέλιξη. Η φιλειρηνική πολιτική πρέπει να ξεκινά από τους γείτονες, από τον άμεσο περίγυρο μας. Για τον ΣΥΡΙΖΑ σήμερα εκτιμώ πως η επίλυση με τον πιο ειρηνικό και δημοκρατικο τρόπο των προβλημάτων που έχει η Ελλάδα, χωρίς αναπαραγωγή εθνικιστικών σχημάτων στο όνομα ενός αριστερού πατριωτισμού θα είναι μια καλή αρχή. Αυτά τα προβλήματα πρέπει να λυθούν στο όνομα της σημερινής πραγματικότητας με όρους δημοκρατίας και διεθνούς δικαίου.
Για να μπορεί να έχει ένα αριστερό κόμμα αντιιμπεριαλιστική πολιτική, πρέπει ακριβώς να χτυπήσει την καρδιά του ιμπεριαλισμού, που είναι το "διαιρώ τους πληθυσμούς προκειμένου να έχω κυριαρχία". Για μας, φιλειρηνική πολιτική σημαίνει ενίσχυση της πολιτικής μας με τους γύρω λαούς, με σεβασμό και στις ανησυχίες των άλλων και τις δικές μας. Η διάσπαση των εθνών - κρατών δεν βοηθάει καθόλου και οξύνει τις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις.

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

[Ευρώπη] Άλλο Ευρώπη και άλλο ΕΕ

Συνέντευξη στο left.gr 12.05.2014

Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίζεται από μια σφοδρή κριτική κατά της ΕΕ και ταυτόχρονα από την επιμονή του στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Πως εξηγείται αυτό;


Το να είναι κανείς κριτικός απέναντι στην ηγεσία της ΕΕ δεν σημαίνει υπονόμευση της ίδιας της Ευρώπης και του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η Αριστερά είναι γέννημα – θρέμμα της ιδέας της Ευρώπης. Δεν θα αφήσουμε την ιδέα αυτή σε αυταρχικές εξουσίες που έχουν κυριαρχήσει τα τελευταία χρόνια στην ΕΕ. Η ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές έχει μεγάλη σημασία προκειμένου να περάσουμε το μήνυμα πως «μια άλλη Ευρώπη είναι εφικτή». Αυτό που υποστηρίζουμε και υπάρχει και στο πρόγραμμά μας είναι ότι, όπως έχουν υποστηρίξει και οι μεγάλοι διανοητές της ευρωπαϊκής ιδέας, η ήπειρος αυτή δεν μπορεί να είναι γαιοκτησία των αγορών. Υπερασπιζόμαστε την Ευρώπη έναντι της ηγεσίας της ΕΕ που υπονομεύει την ίδια τη δημοκρατία. Άλλωστε, έχουμε και ιστορικά δει ότι η αποκοινωνικοποίηση της δημοκρατίας, ισοδυναμεί με σοβαρότατη υπονόμευσή της. Μέσα λοιπόν, στην ίδια την ΕΕ, πρέπει να επανακτήσουμε την Ευρώπη. Η ηγεσία της ΕΕ και οι πολιτικές της είναι αυτές που υπονομεύουν, καταστρέφουν την ιδέα της Ευρώπης. Είμαστε με την Ευρώπη που διαμόρφωσε το μεγάλο σοσιαλιστικό κίνημα, οι εργαζόμενοι, οι φιλειρηνιστές, όσοι ζήτησαν κοινωνική δικαιοσύνη.


Αυτή τη βδομάδα είχαμε νέα τραγωδία στο Αιγαίο. Ποιες είναι οι ευθύνες της Ευρώπης και της κυβέρνησης και τι προτείνει η ευρωπαϊκή Αριστερά για να μην συνεχίσει το Αιγαίο να είναι κατακόμβη μεταναστών;


Όσα λέγαμε πιο πάνω ισχύουν, στην πιο στυγνή εφαρμογή τους, στο μεταναστευτικό ζήτημα. Υπάρχει μια εντελώς υποκριτική πολιτική της ΕΕ. Έχει αποφασίσει να φτιάξει μια Ευρώπη φρούριο δίνοντας στις συνοριακές χώρες την διαχείριση του ζητήματος χωρίς μια ανθρωποκεντρική και ορθολογική προσέγγιση. Ορθολογική πολιτική σημαίνει μονίμως ο άνθρωπος στο επίκεντρο. Αντιθέτως, στο όνομα δήθεν του ρεαλισμού, αντί να διαμοιράζονται οι μετανάστες και οι πρόσφυγες στις ευρωπαϊκές χώρες, στοιβάζονται άνθρωποι σε αποθήκες στις συνοριακές χώρες. Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε ότι ένα μεγάλο μέρος αυτών των προσφύγων είναι η συνέπεια της πολιτικής που ακολούθησε η ΕΕ στις χώρες τους. Κανείς δεν θέλει να φεύγει από τον τόπο του. Ευθύνες έχουν όμως και οι ελληνικές κυβερνήσεις. Κρύβονται πίσω από την ΕΕ, καθησυχάζονται στον ρόλο του θύματος και αναπαράγουν τις ίδιες λογικές αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους σαν να είναι εμπορεύματα, εξ΄ ου κι όρος «λαθρομετανάστης». Επιπλέον, το μεταναστευτικό έχει χρησιμοποιηθεί προκειμένου να αναπαράγεται η κυρίαρχη ξενοφοβική, ρατσιστική, κατασταλτική και βαθιά αντιδημοκρατική πολιτική. Βάζοντας τον ξένο στο επίκεντρο και αντιμετωπίζοντάς τον ως εχθρό, κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά φτιάχνονται κράτη «ασφάλειας» και όχι αλληλεγγύης. Περιθωριοποιείται ένα μεγάλος μέρος της κοινωνίας και αναπτύσσονται πολιτικές αντιμετώπισης του «ενοχλητικού» που δεν είναι πάντα και μόνο ο μετανάστης.  Αυτό που εμείς τονίζουμε είναι ότι δεν ανεχόμαστε να γίνεται η Μεσόγειος νεκροταφείο της Ευρώπης. Οι τραγωδίες που βλέπουμε και στο Αιγαίο και στη Λαμπεντούζα δείχνουν ότι η ΕΕ δεν ενοχλείται από ένα νεκροταφείο ψυχών στα σύνορά της, αρκεί να εξασφαλίζεται η λογική που ανέπτυξα πιο πάνω. Εμείς ζητάμε ορθολογική διαχείριση του ζητήματος όχι μόνο κοινωνικής αλλά και θεσμικής αλληλεγγύης.


Έχετε ασχοληθεί επισταμένως με την Τουρκία και την Κύπρο. Πιστεύετε ότι η Ελλάδα, μέσα στην Ευρώπη, έχει να παίξει ρόλο στην περιοχή προς την κατεύθυνση της ειρηνικής συμβίωσης των λαών;


Παρατηρούμε ότι ξαναφτιάχνεται στην Ευρώπη η αντίληψη που θέλει τον κόσμο και τις κοινωνίες χωρισμένες στο δίπολο Δύση – Ανατολή. Αυτό παράγει ηγεμονισμούς, αυτοκρατορικούς εθνικισμούς, πόλεμο και επαναφέρει το αξίωμα της ισορροπίας του τρόμου του Ψυχρού Πολέμου. Αυτή η λογική, ειδικά στην Ελλάδα που συνορεύει με την Τουρκία, επιτρέπει σε εθνικιστικές αντιλήψεις και δυναμικές να εκκολαφθούν και να ενισχύονται. Φτιάχνεται μια Ανατολή δίπλα μας, με την οποία οι σχέσεις καθορίζονται σε κλειστά δωμάτια ανάλογα με τα συμφέροντα της εκάστοτε ηγεμονικής δύναμης και προσαρμοσμένα στους ντόπιους εθνικισμούς. Εμείς δεν θέλουμε μια πολιτική διαχείρισης ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή αλλά μια πολιτική ειρήνης και συνεργασίας με την Τουρκία. Αν έχουμε μια πολιτική που βγάζει στην επιφάνεια το δικό μας πολιτικό και κοινωνικό συμφέρον και δεν είμαστε ακόλουθοι της εκάστοτε ηγεμονικής δύναμης στην ΕΕ -στην προκειμένη της Γερμανίας- μπορούμε να βρούμε πολλούς τρόπους εμπέδωσης της ειρήνης στην περιοχή.
Η δε Κύπρος, είναι το πεδίο στο οποίο η Αριστερά χρειάζεται να δουλέψει πάρα πολύ. Θέλουμε να λυθεί το Κυπριακό, όχι στο πλαίσιο μιας ισορροπίας του τρόμου στην περιοχή, που μπορεί να συμφέρει την ΕΕ και το ΝΑΤΟ αλλά γιατί πιστεύουμε ότι η ομοσπονδιακή λύση είναι η μόνη προοπτική ειρηνικής συμβίωσης στο νησί. Μόνο ένα κοινό κυπριακό συμφέρον (ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων) σταματά τους όποιους ηγεμονισμούς, είτε αυτοί προέρχονται από την Τουρκία είτε από την Ελλάδα ή την ΕΕ. Μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι η εθνικιστική προσέγγιση έχει προκαλέσει τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ελληνική ιστορία.

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

[Ευρώπη] Η νεοφιλελεύθερη «ειρήνη» της Ε.Ε.

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή 11.5.2014

«Δύση» εναντίον «Ανατολής», «ο κόσμος του καλού» εναντίον «του κόσμου του κακού»: σε τέτοια γεωστρατηγικά δίπολα, που ανανεώνουν έναν ψυχροπολεμικό διχασμό της Ευρώπης (και του κόσμου γενικότερα), μπορεί να συνοψιστεί η πολιτική της νεοφιλελεύθερης ηγεσίας της. Τέτοια δίπολα αναπαράγουν διαρκώς τη δύναμη του ΝΑΤΟ, νομιμοποιώντας την παρουσία του στην ήπειρό μας. Το ΝΑΤΟ καθίσταται ο εγγυητής της «ευρωπαϊκής ειρήνης» (και της παγκόσμιας), στο πλαίσιο της οποίας, ωστόσο ο πόλεμος δεν είναι ποτέ μακριά. Η αυταρχική νεοσυντηρητική ηγεσία της Ε.Ε. ορίζει σήμερα την «ειρήνη» με όρους ΝΑΤΟϊκούς, τους ίδιους δηλαδή, παλιούς και δοκιμασμένους -ψυχροπολεμικούς- όρους, με κυρίαρχο αξίωμα την ισορροπία του τρόμου ανάμεσα σε δύο αντίπαλους κόσμους. Η ίδια, λοιπόν, η νεοφιλελεύθερη ηγεσία της Ε.Ε. αυτοπροσδιορίζεται ως «Δύση» (ο υπέρτατος ορθολογικός κανόνας) απέναντι στην «Ανατολή». Μια άναρχη και επικίνδυνη «Ανατολή», η οποία επιβάλλει τη στρατιωτικοποίηση, την «περιφρούρηση» της Ε.Ε. από τους εχθρούς της, αλλά και τη λειτουργία της δεύτερης ως πειθαρχικού και εκπολιτιστικού κανόνα των απολίτιστων και γι' αυτό επικίνδυνων εξωτερικών, ενίοτε όμως και εσωτερικών εχθρών: η Ελλάδα αποτελεί μια τέτοια «Ανατολή» στο εσωτερικό της «Δύσης». Όταν όμως το κυρίαρχο αξίωμα της πολιτικής γίνεται η απειλή, τότε ο αυταρχισμός, ο αντιδημοκρατισμός και ο μιλιταρισμός νομιμοποιούνται ως απαραίτητα όπλα για την αποσόβησή της.

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

[Ευρώπη] Ποια Ευρώπη θέλουμε

Οι ευρωεκλογές, αλλά και οι αυτοδιοικητικές εκλογές είναι ιστορικής σημασίας για τον ΣΥΡΙΖΑ, για την ελληνική κοινωνία, για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες επίσης. Σε αυτές τις εκλογές δεν κρίνεται μόνο η δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ κρίνεται η δύναμη της φωνής της ελληνικής κοινωνίας στην Ελλάδα και την Ευρώπη, κρίνεται η δύναμη αντίστασης των ευρωπαϊκών λαών. Συντρόφισσες και σύντροφοι η Ελλάδα σήμερα, αλλά και οι περισσότερες ευρωπαϊκές κοινωνίες δέχονται μια ανελέητη επίθεση. Μια επίθεση που έχει ενορχηστρωθεί από τις πιο συντηρητικές δυνάμεις της Ευρώπης, μέσα στις οποίες είναι και η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου. Η ελληνική κοινωνία έχει στην κυριολεξία γονατίσει.

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

[Κύπρος] Περί Κυπριακού και άλλων τινών

Το Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014, το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς και οι εφημερίδες «Αυγή» και «Εποχή» πραγματοποίησαν μία εκδήλωση για το Κυπριακό, σπάνια για τα ελληνικά δεδομένα -και για τα αριστερά- για ένα τέτοιο ζήτημα. Οι συζητήσεις για το Κυπριακό, όπως και για όλα τα λεγόμενα εθνικά θέματα, διεξάγεται συνήθως στη χώρα μας με όρους ποδοσφαιρικού φανατισμού. Το Κυπριακό συνιστά το γήπεδο για την αναμέτρηση της ομάδας των πατριωτών εναντίον των εθνοπροδοτών της χώρας. Η νίκη της πρώτης εναντίον της δεύτερης είναι εκ των προτέρων δεδομένη, αφού αυτή παίζει με πάντα 13 παίκτες: με τα «ιερά και τα όσια της φυλής», που οι αντίπαλοι δεν διαθέτουν.

Αυτό το «στημένο παιχνίδι» είναι ιστορικά δεξιάς –και μάλιστα ακροδεξιάς– έμπνευσης. Αποτέλεσε τον προνομιακό χώρο της Δεξιάς για να περιθωριοποιεί την Αριστερά, για να την αποκλείει από τα «σπουδαία». Ο ορθός λόγος στην πολιτική, που συνιστά συγκροτητικό στοιχείο της Αριστεράς, τρόμαζε μια Δεξιά με ηθικοποιημένο λόγο. Ο σημαντικότερος δρόμος, λοιπόν, ηθικοποίησης της πολιτικής γενικώς πέρναγε για τη Δεξιά μέσα από τα εθνικά θέματα –με τον μεταφυσικό, αταξικό και ανορθολογικό τρόπο που αυτή ορίζει το περιεχόμενο του όρου «εθνικός»–, και τα θέματα αυτά γίνονταν το βαρύ όπλο ακύρωσης της διαλεκτικής και της ταξικής αντιπαράθεσης στην πολιτική.

Κάπως έτσι, μόνο η Δεξιά θεωρούνταν ικανή να αναλαμβάνει τα μείζονα εθνικά θέματα, και μαζί με αυτά, και το μείζον εθνικό ζήτημα: αυτό της διακυβέρνησης της χώρας. Η Αριστερά, αυτή ας «παίζει με τα κουβαδάκια της» – με την κοινωνία. Για τη Δεξιά η κοινωνία δεν αποτέλεσε ποτέ ζήτημα πολιτικής, παρά μόνο υπό πίεση. Ζήτημα άσκησης υψηλής πολιτικής είναι μόνο το έθνος, που είναι υπεράνω κοινωνίας, τάξεων, κλπ. Αν διαβάσουμε λίγο πιο προσεκτικά το λόγο που παράγει η ΝΔ δια του Κεδίκογλου, του Λαζαρίδη και των άλλων, είναι ακριβώς αυτό: αυτοί παλεύουν για το έθνος, για τη σωτηρία του, ενώ η Αριστερά παλεύει για «συντεχνιακά συμφέροντα». Έτσι βλέπει η Δεξιά, και μέσα σ’ αυτή και το ΠΑΣΟΚ, την κοινωνία: ως πελατεία.

Η αποηθικοποίηση των εθνικών θεμάτων αποτελεί για την Αριστερά μονόδρομο για το ξεγύμνωμα της Δεξιάς. Μονόδρομο για την οριστική ακύρωση των ιστορικών λόγων που αναπαράγουν την εξουσία της σε μια κοινωνία κατά τα άλλα διαλυμένη. Πρέπει να είναι κανείς τυφλός για να μην αντιλαμβάνεται το ιστορικό παιχνίδι που παίχτηκε και παίζεται ανάμεσα στην ταξικότητα του έθνους, στον βαθύ πολιτικό και κοινωνικό του χαρακτήρα –το έθνος ως πολιτικό πρόγραμμα– και την αταξικότητά του, την ηθικοποίησή του και, μέσα από αυτό, την ακύρωση της κοινωνίας ως κατεξοχήν πεδίου ταξικών συγκρούσεων, την ακύρωση δηλαδή της Αριστεράς.

Το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς και οι εφημερίδες «Αυγή» και «Εποχή» ανέλαβαν το Σάββατο να πραγματοποιήσουν μια εκδήλωση με στόχο τον εξορθολογισμό (την απογηπεδοποίηση, αν προτιμάτε) ενός από τα σημαντικά, λεγόμενα εθνικά θέματα: του Κυπριακού. Ανέλαβαν το δύσκολο διάβημα συγκρότησης μιας αριστερής πολιτικής για τα εθνικά θέματα. Δεν έφτιαξαν λοιπόν ένα πάνελ Ελλήνων με αντιπαρατιθέμενες απόψεις, δεν κάλεσαν τους οπαδούς δύο ομάδων. Έδωσαν βήμα στους ίδιους τους Κύπριους και σε έναν ομιλητή από την Τουρκία. Κάλεσαν, λοιπόν, ομιλητές από την Αριστερά της Κύπρου και της Τουρκίας, κάλεσαν αριστερούς με βαθιά γνώση του Κυπριακού, όπως και της Τουρκίας. Οι τρεις αυτοί φορείς της Αριστεράς, όπως έχουν αποδείξει σε όλη τους τη διαδρομή, γνωρίζουν ότι ο ορθός λόγος είναι μια μόνιμη, επίπονη και διαρκής μάχη κατά του εύκολου και παγιδευτικού ανορθολογισμού. Γνωρίζουν δε, ότι ορθός λόγος σημαίνει καταρχάς γνώση και, μέσα από αυτήν, σκέψη και κρίση. Σημαίνει δράση με επίγνωση, δράση με όλα τα όπλα του ορθού λόγου στη φαρέτρα του πολίτη, της κοινωνίας, της Αριστεράς. Μόνο έτσι ο δρόμος για την κυβέρνηση θα είναι επιτυχής. Μόνο έτσι μπορεί να ηττηθεί η Δεξιά και η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία της.

Οι ομιλητές λοιπόν ήταν: Ο Αχμέτ Ινσέλ, καθηγητής πολιτικής οικονομίας στη Σορβόννη και στο Πανεπιστήμιο Γκαλατά Σεράι της Κωνσταντινούπολης, ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της τουρκικής Αριστεράς. Ο Σταύρος Τομπάζος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, από τους ιδρυτές της Ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Κύπρο. Ο Νίκος Μούδουρος, διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ. Ο Τουμάζος Τσελεμπής, νομικός, μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΑΚΕΛ, μέλος επίσης της ομάδας διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό, και τώρα και του Εθνικού Συμβουλίου της Κύπρου. Ποτέ στην Ελλάδα δεν έχει γίνει μια τέτοια εκδήλωση με Κύπριους ομιλητές με βαθιά γνώση του Κυπριακού. Θα σταθώ μόνο στον Τουμάζο Τσελεμπή (όχι για να μειώσω την εξαιρετική ανάλυση που έκαναν οι άλλοι ομιλητές), αλλά γιατί είναι ένας από τους ανθρώπους που χειρίζονται το Κυπριακό και τα σχέδια επίλυσής του επί χρόνια. Με έναν απολύτως ορθολογικό λόγο ανέλυσε τα μείζονα ζητήματα που τίθενται σε ό,τι αφορά τη λύση του Κυπριακού με ομοσπονδία: τι σημαίνει δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία, τι σημαίνει ομοσπονδιακή διακυβέρνηση, τι σημαίνει διευθέτηση του περιουσιακού, του εδαφικού, των εποίκων, κλπ. Ο Τσελεμπής δεν έκρυψε τα προβλήματα που ανακύπτουν, δεν απέκρυψε ούτε τους σκοπέλους της λύσης. Τόνισε, ωστόσο, με επιχειρήματα ότι το Κυπριακό πρέπει να λυθεί χτες.

Οι ομιλίες έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να ανατρέξει και να τις ακούσει. Η απουσία, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ από μια τέτοια εκδήλωση μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι η εκδήλωση έγινε Σάββατο βράδυ και μάλιστα σε μια περίοδο έντονης, προεκλογικής δραστηριότητας. Θα περίμενε όμως κανείς ότι θα ήταν εκεί κάποιοι έστω από αυτούς που κατεξοχήν έχουν αναλάβει τα θέματα εξωτερικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, αυτοί που αμέσως, και ερήμην των οργάνων του κόμματος, πήραν θέση μετά το κοινό ανακοινωθέν Αναστασιάδη-Έρογλου. Θα περίμενε κανείς ότι κάποιος από τους υπεύθυνους της επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του ΣΥΡΙΖΑ, από αυτούς που είχαν χρόνο για την εκπομπή του Τράγκα, παρέα με τον Φαήλο Κρανιδιώτη, θα θυσίαζε το Σάββατό του για να μάθει κάτι από τους ίδιους τους Κύπριους, και ειδικά από τον Τσελεμπή. Μάλλον, όμως, ο τελευταίος ανήκει στους φιλοϊμπεριαλιστές εθνοπροδότες.

Αντί γι΄ αυτό, λοιπόν, την Κυριακή είχαμε την εκκωφαντική κραυγή, την ασυνήθιστη, για τα αυτιά της Αριστεράς, ανορθολογική, επιθετική και ανατριχιαστικά πανομοιότυπη, ως προς το ύφος και τον λόγο με αυτή του Φαήλου, κραυγή του κ. Γ. Αϋφαντή, ο οποίος υπογράφει (και είναι άλλωστε) διπλωματικός σύμβουλος του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ (το άρθρο του και η ανταπάντηση του Αριστείδη Μπαλτά εδώ - βλ. επίσης εδώ το άρθρο του Αρ. Μπαλτά, που στάθηκε αφορμή). Με διαφορά, λοιπόν, κάποιων ωρών περάσαμε από τον ορθό λόγο στον φανατισμό. Από το πάθος με επίγνωση στο μελοδραματικό πάθος. Από τον αριστερό λόγο με επιχειρήματα στον αριστεροφανή, εθνικιστικό λόγο της αμετροέπειας και του χλευασμού.

Δεν θα σχολιάσω τον ανορθολογισμό ενός διπλωμάτη που σηκώνει τη σημαία της Επανάστασης εναντίον των πάντων, του ΟΗΕ συμπεριλαμβανόμενου, κι αυτό όχι από μια ιδεολογικά επεξεργασμένη θέση (γιατί σε αυτή την περίπτωση θα ήταν συνεπής και θα είχε παραιτηθεί από το διπλωματικό σώμα και τη θέση του διπλωματικού συμβούλου του Αλέξη Τσίπρα). Απ’ όσο θυμάμαι, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει πάρει μέχρι τώρα θέση για επίλυση του Κυπριακού εκτός ΟΗΕ. Κατά του ΟΗΕ στην Ιστορία του Κυπριακού ήταν ο Γεώργιος Γρίβας, η ΕΟΚΑ Β’ και οι επίγονοί τους. Στον ΟΗΕ η Αριστερά έχει ασκήσει και ασκεί δριμεία κριτική, αλλά μέχρι τώρα δεν έχει ταχθεί υπέρ της κατάργησής του. Τον εκδημοκρατισμό του διεκδικεί. Δεν θα σχολιάσω ούτε την αήθη επίθεση κατά του Αριστείδη Μπαλτά, όχι με πολιτικά επιχειρήματα αλλά με ειρωνείες του τύπου «ταγός του ΣΥΡΙΖΑ». Από αυτό το ύφος –μίγμα ειρωνείας και καλυμμένης ή απροκάλυπτης επιθετικότητας– είμαστε συνηθισμένοι πολλοί από μας που «πέσαμε στο δρόμο του κ. πρέσβη» (μάλλον έπεσε ο ίδιος στον δικό μας). Δεν θα σχολιάσω καν το χλευαστικό ύφος για την εφημερίδα Αυγή, ούτε θα μπω στον κόπο να θυμίσω τι σημαίνει η Αυγή για τον δικό μας χώρο. Όποιος το ξέρει, καλώς, όποιος δεν το ξέρει, ας ψάξει να βρει το γιατί. Ο κ. Αϋφαντής δεν κατάλαβε ποτέ ότι η Αυγή, όπως και η Εποχή, αλλά και το περιοδικό «ο Πολίτης» κάποτε, άσκησαν τους «ανθρώπους του πνεύματος» (για να μιλήσω μόνο γι΄ αυτό που γνωρίζω «από πρώτο χέρι») της Αριστεράς στη γενναιόδωρη προσφορά, στην αριστερή έννοια του πολίτη, στο μη ξεπούλημα της «πνευματικής τους πραμάτειας» από εφημερίδα σε εφημερίδα κι από κόμμα σε κόμμα προς ίδιον όφελος. Τους έμαθαν να είναι αριστεροί πολίτες, κι όχι επαγγελματίες του πνεύματος. Τους έδωσαν βήμα για να δώσει η Αριστερά, στα πέτρινα χρόνια της, τη μάχη εναντίον μιας καθεστωτικής ελίτ που σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά της.

Θα μείνω μόνο, πρώτον στη κριτική (αν αυτό λέγεται κριτική) που ασκεί ο Αϋφαντής κατά του ΑΚΕΛ και του Χριστόφια. Από πότε αλήθεια ο ΣΥΡΙΖΑ έκοψε κάθε γέφυρα με το ΑΚΕΛ, εξομοιώνοντάς το με τη Δεξιά; Από πότε ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει με τέτοιο χλευασμό τον πρώην ηγέτη του ΑΚΕΛ; Βεβαίως, τα πεπραγμένα κάθε κόμματος και της ηγεσίας του πρέπει να υπόκεινται σε κριτική –όχι σε «φτύσιμο»–, και μάλιστα αυστηρή, κατεξοχήν από τα ίδια του τα μέλη. Δεν μπορεί  όμως οποιοσδήποτε να υιοθετεί την κριτική του πιο ακραίου εθνικιστικού (και χυδαία αριβιστικού και ταξικού) τμήματος της ελληνοκυπριακής πολιτικής ζωής. Όλη η μάχη κατά του ΑΚΕΛ και του Χριστόφια στήθηκε, από την πλευρά των κατ’ επάγγελμα εθνικιστών, πάνω στο άθλιο δεξιό και εθνικιστικό επιχείρημα ότι η Αριστερά είναι ανίκανη να κυβερνήσει, είναι ανίκανη να αναλάβει τα «σπουδαία». Ο κ. πρέσβης μάλλον δεν γνωρίζει ούτε την Ιστορία της Κύπρου ούτε την ιστορικότητα των κομμάτων της. Γι΄ αυτό και υιοθετεί άκριτα μια κριτική κατά του ΑΚΕΛ που έρχεται από πολύ μακριά, από μια μαύρη όψη της Ιστορίας. Ας διαβάσουμε μια φορά σωστά την Ιστορία, κ. πρέσβη, προτού αρχίσουμε τους «πυροβολισμούς». Κι εμείς οι αριστεροί οφείλουμε να το κάνουμε αυτό, ειδικά τώρα που η Ιστορία μας καλεί σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Ας έχουμε τουλάχιστον ξεκάθαρο αυτό: δεν υπάρχει «αριστερός εθνικισμός» εναντίον του «δεξιού εθνικισμού». Δεν υπάρχει καν «αριστερός πατριωτισμός», όταν τραβάει από το παρελθόν εκείνα τα νήματα της Ιστορίας που «έστησε» η Δεξιά. Η Αριστερά είναι εγγενώς αντιεθνικιστική: όχι αντεθνική, αλλά αντιεθνικιστική. Όταν δανείζεται «ξένες κουβέντες», τότε ακόμη κι αν κερδίσει συγκυριακά, θα χάσει μεσοπρόθεσμα.

Δεύτερον: ο κ. Αϋφαντής, ανάμεσα στα άλλα υψιπετή περί Κυπριακού, επικαλείται την αρχή «ένας άνθρωπος μία ψήφος». Και με αυτό δείχνει την πλήρη άγνοιά του για την ιστορία της Κύπρου. Το κυπριακό κράτος δεν συγκροτήθηκε ως εθνικό κράτος, αφού δεν υπάρχει κυπριακό έθνος. Συγκροτήθηκε λοιπόν ως δικοινοτικό κράτος, με δύο ισότιμες πολιτικά εθνοτικές κοινότητες. Καλώς ή κακώς, έτσι έγινε. Πρέπει επομένως να εξασφαλίζεται η εκπροσώπηση και των δύο κοινοτήτων. Δεν θα επιχειρηματολογήσω περισσότερο πάνω σε αυτό. Απλώς ας φανταστούμε τι θα γίνει αν στην ΕΕ επικρατήσει αυτή η αρχή. Με πόσους ευρωβουλευτές θα εκπροσωπείται η Ελλάδα; Μάλλον με 2 ή τρεις. Η δε Κύπρος με μισό. Στο ήδη υπάρχον έλλειμμα δημοκρατίας στην ΕΕ, έτσι, θα προστεθεί κι ένας λόγος παραπάνω για να εξαφανιστούν τα μικρά έθνη. Ας σκεφτόμαστε λοιπόν τι λέμε, γιατί θα τα βρούμε όλα μπροστά μας!

Στην δική μας Αριστερά υπάρχουν αντιπαρατιθέμενες απόψεις, και καλώς υπάρχουν. Υπάρχουν συγκρούσεις, και καλώς υπάρχουν. Ωστόσο, στη δική μας Αριστερά, αριστεροί με ύφος και λόγο Φαήλου δεν μπορεί να υπάρχουν. Ο χλευασμός και η ειρωνεία δεν είναι όπλα του δικού μας οπλοστασίου.


Δημοσιεύτηκε στο Red Notebook

* Οι ομιλίες της εκδήλωσης -σε βίντεο- βρίσκονται στον ιστότοπο του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς: κλικ εδώ.

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

[Ελλάδα - εξωτερική πολιτική] Ελληνική εξωτερική πολιτική: σε αναζήτηση «Προστάτιδος Δυνάμεως»

Η κρίσιμη κατάσταση στη Συρία, και εν γένει στη Μέση Ανατολή, και η σπουδή με την οποία η ελληνική κυβέρνηση συντάχθηκε με τις ΗΠΑ θέτουν επιτακτικά το ερώτημα: Τι είδους εξωτερική πολιτική έχει η χώρα; Το δόγμα που με υπερηφάνεια διακινεί η κυβέρνηση («η Ελλάδα παράγοντας σταθερότητας και ειρήνης στην περιοχή») είναι κενό περιεχομένου, καλύπτοντας με στόμφο μια εντελώς ετεροπροσδιορισμένη, αντιδημοκρατική, και γι’ αυτό επικίνδυνη πολιτική. Τα κόμματα εξουσίας (Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ) τις τελευταίες δεκαετίες δεν παράγουν πολιτική, ούτε εσωτερική ούτε εξωτερική. Η ελληνική κυβέρνηση σήμερα επικαιροποιεί, σε νεοφιλελεύθερη εκδοχή, την παλαιά λογική των Προστάτιδων Δυνάμεων, με τις οποίες το εθνικό συμφέρον πρέπει να συμπλέει.Η ικανότητα της κυβέρνησης εξαρτάται από τον βαθμό καλής διερμηνείας της πολιτικής των Προστάτιδων σε μια αντιδημοκρατική, εθνικιστική διάλεκτο. Ένα έργο που έχει παιχτεί πολλές φορές, από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, οδηγώντας τους μεν πολλούς σε εθνική καταστροφή, τους δε λίγους σε υψηλές πράξεις σωτηρίας!
 
Η εξωτερική (και η εσωτερική) πολιτική της προσκόλλησης σε προστάτες, παρά τα εύσημα του ρεαλισμού που διεκδικεί, είναι ανεδαφική, αντεθνική και επικίνδυνη. Καταρχάς, διαμορφώνεται με τους γεωστρατηγικούς όρους και τα συμφέροντα του προστάτη, και όχι του μικρού εθνικού κράτους στο πλαίσιο της γειτονιάς του. Η ένταξη του εθνικού συμφέροντος στη γεωστρατηγική μιας Δύναμης το καθιστά ανεδαφικό, αποϊστορικοποιημένο και αποϊδεολογικοποιημένο: ενώ έχει οριστεί σε ιμπεριαλιστικό πλαίσιο, έχει αυτονομηθεί, αποκτώντας μια δική του εθνική ιστορικότητα που πρέπει να εμπνέει την εξωτερική πολιτική. Έτσι, η εξωτερική πολιτική διαμορφώνεται με τη ρητορική ενός μεγάλου εθνικού συμφέροντος (της ισχυρής Ελλάδας), και διεκδικείται με την παθητικότητα και την υποταγή που επιβάλλουν τα συμφέροντα της Προστάτιδας Δύναμης. Η ελληνική εξωτερική πολιτική, εν ολίγοις, διαμορφώνεται στο πλαίσιο του ρόλου του μικρομέγαλου, σε ανταγωνισμό με τον κατεξοχήν μικρομέγαλο της περιοχής: την Τουρκία. Η κυβέρνηση σήμερα θεωρεί ότι με το νέο μεγάλο όραμα –άξονας «Ισραήλ-Κύπρου-Ελλάδας»– η ρακένδυτη Ελλάδα θα γίνει ξανά ισχυρή χώρα, μαζί με την Τουρκία, και εναντίον της συνάμα. Συμμερίζεται λοιπόν πλήρως αλλά και ανταγωνίζεται το ηγεμονικό, νεοφιλελεύθερο όραμα του Ερντογάν για την περιοχή (και για την Ελλάδα), και με αυτό το κριτήριο σύρεται πίσω από τη Γερμανία, σε ό,τι αφορά την εσωτερική πολιτική, και πίσω από τις ΗΠΑ, σε ό,τι αφορά την εξωτερική.

 Εξωτερική πολιτική και Αριστερά

Στη Μέση Ανατολή παίζονται εδώ και χρόνια, με διαφορετικούς τρόπους και ιστορικότητες, οι ίδιες αξίες που παίζονται και στη χώρα μας σήμερα: δημοκρατία, δικαιοσύνη και ειρήνη. Το ερώτημα που τίθεται γιατί τα κινήματα στη Μέση Ανατολή, ενώ ξεκινούν από καταπιεσμένους και φτωχούς, συσπειρώνοντας μεσαία, προοδευτικά και αντικαθεστωτικά στρώματα, τελικά «θρησκειοποιούνται». Και αντί να οδηγήσουν στη δημοκρατία και τη χειραφέτηση οδηγούνται σε «θρησκευτικούς εμφυλίους». Η απάντηση μπορεί να αναζητηθεί στους τρόπους με τους οποίους εξακολουθεί να συνδιαλέγεται η «Δύση» (όπου και η Ρωσία και η Κίνα, όχι μόνο η ΗΠΑ και η ΕΕ, καθώς και οι τοπικοί δορυφόροι τους) με αυτή την περιοχή: με όρους μετώπων στη βάση φυλετικών και θρησκευτικών διαιρέσεων, όρους δηλαδή που υπονομεύουν τη δημοκρατία και επιτρέπουν την αναπαραγωγή ντόπιων πατερναλιστικών δυνάμεων, η εξουσία των οποίων –είτε σε αμοιβαιότητα είτε σε σύγκρουση με τη «Δύση»– ενισχύεται.

Βασικό κλειδί για τον εκδημοκρατισμό και την ειρήνη, την αποθρησκειοποίηση της πολιτικής ζωής σε όλη τη Μέση Ανατολή, την εξουδετέρωση των προστάτιδων και πατερναλιστικών δυνάμεων, ντόπιων και διεθνών, είναι η λύση του Παλαιστινιακού με δημοκρατία και δικαιοσύνη, και για τους δύο λαούς. Κι αυτό γιατί το Παλαιστινιακό είναι «ο ιερός τόπος» αναπαραγωγής του φυλετισμού και των θρησκευτικών διαιρέσεων, ο «ιερός τόπος» αναπαραγωγής του παγκόσμιου και τοπικού ηγεμονισμού. Χωρίς τη λύση του, κάθε συζήτηση για τη Μέση Ανατολή είναι άνευ νοήματος. Θα παραμένει το «ευέλικτο ταμπόν» που προσαρμόζεται, με συγκρούσεις ή επιβεβλημένη ειρήνη, στις αντιπαραθέσεις των μεγάλων και μικρών δυνάμεων.

Μια αντιιμπεριαλιστική εξωτερική πολιτική της Αριστεράς έχει ως προϋπόθεση τη διαμόρφωση μετώπων βάσει αρχών –δημοκρατία, δικαιοσύνη, ειρήνη–, και όχι στη βάση του ποιος πολεμά αποτελεσματικότερα τον κατεξοχήν ιμπεριαλιστή, τις ΗΠΑ και την Ε.Ε. Ούτε η «Δύση» ούτε ο ιμπεριαλισμός έχουν σήμερα ένα και μοναδικό πρόσωπο: για την Αριστερά αυτό πρέπει να είναι ξεκάθαρο, διαφορετικά αναπαράγει εξ αριστερών τη λογική της Προστάτιδας Δύναμης. Η αριστερή εξωτερική πολιτική πρέπει να στοχεύει σε δύο κατευθύνσεις: στο κινηματικό και στο θεσμικό, σε πλήρη αμοιβαιότητα. Σε κινηματικό επίπεδο, ιδίως σε ό,τι αφορά τη Μέση Ανατολή, χρειάζεται σύσφιξη σχέσεων, εκτός όλων των άλλων, με το γυναικείο κίνημα, όσο και όπου υπάρχει, αλλά και προσπάθεια ανάδειξης –και με τη σύμπραξη της ευρωπαϊκής Αριστεράς– τέτοιων κινημάτων και ζητημάτων. Η δημοκρατία, επομένως ο αντιιμπεριαλισμός στη Μέση Ανατολή, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, περνά από τη χειραφέτηση των γυναικών. Ταυτόχρονα, η δράση του ΣΥΡΙΖΑ στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής Αριστεράς για την εκ βάθρων αλλαγή των όρων συγκρότησης του διαλόγου με την περιοχή μας αποτελεί προτεραιότητα. Ο διάλογος με όρους οριενταλιστικών στερεοτύπων, που οξύνουν τις θρησκευτικές, εθνικές και φυλετικές αντιθέσεις ή δημιουργούν «ζώνες επιρροής» ανάλογα με ηθικού τύπου χαρακτηριστικά κάθε χώρας, ενισχύουν τον αυταρχισμό στην Ε.Ε., δημιουργώντας τον απαραίτητο κατακερματισμό για τη διείσδυση του νεοφιλελευθερισμού και του ιμπεριαλισμού στην περιοχή.

Σε θεσμικό επίπεδο, ο ΟΗΕ μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό πεδίο διεκδίκησης μιας άλλης πολιτικής. Παρά την καταρράκωση του κύρους του λόγω της σύμπλευσής του με τον ιμπεριαλισμό, αποτελεί ωστόσο τον παγκόσμιο θεσμό όπου η Αριστερά πρέπει να δώσει μάχη, σε συμμαχία με τις χώρες που διεκδικούν δημοκρατία, δικαιοσύνη και ειρήνη, αλλά και υπό την πίεση των αντιιμπεριαλιστικών και φιλειρηνικών κινημάτων. Η μάχη πρέπει να δοθεί για τον ΟΗΕ αλλά και στον ΟΗΕ, για τη δημοκρατία και την ειρήνη στην περιοχή μας. Στον ΟΗΕ, όχι σε ρόλο Προστάτιδας Δύναμης του εθνικού συμφέροντος (όπως τον αντιμετωπίζουν συνήθως οι ελληνικές, αλλά και οι κυπριακές κυβερνήσεις), αλλά ως πεδίο άσκησης δικαίου.

Για να ορίσουμε ωστόσο τα πεδία και τα μέσα μιας αντιιμπεριαλιστικής πολιτικής πρέπει να προσδιορίσουμε την εξωτερική πολιτική όχι με όρους εθνικού συμφέροντος, έτσι όπως το όρισαν οι κυρίαρχες δυνάμεις στο πλαίσιο του ιμπεριαλισμού, του Ψυχρού Πολέμου και της εθνικοφροσύνης, αλλά με όρους δημοκρατίας, δικαίου και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Αν το αίτημα είναι δημοκρατία και δικαιοσύνη στην Ελλάδα και την περιοχή –και όχι ισχυρή Ελλάδα– τότε η εξωτερική πολιτική πρέπει να επαναπροσδιοριστεί με βάση αυτές τις αρχές, και όχι οι αρχές να κόβονται και να ράβονται στα μέτρα κάποιου αναλλοίωτου εθνικού συμφέροντος. Η εξωτερική πολιτική είναι προϊόν πολιτικών αποφάσεων, που έχουν ληφθεί δημοκρατικά, και όχι υπακοή σε μια ιερή εντολή που ορίζεται με θρησκευτικούς ή φυλετικούς όρους.

Η αντιιμπεριαλιστική πολιτική δεν συγκροτείται με γνώμονα την αντιπαράθεση στους αντιπάλους του εθνικού συμφέροντος. Αυτό οδηγεί μοιραία σε αναζήτηση Προστάτιδας Δύναμης, υπονομεύοντας το διάβημα για τη συγκρότηση μιας αντιιμπεριαλιστικής εξωτερικής πολιτικής. Το Κυπριακό, τα ελληνοτουρκικά, η ονομασία της ΠΓΜΔ αποτελούν μείζονα ζητήματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, από την έκβαση των οποίων εξαρτάται η θέση της χώρας στην περιοχή αλλά και στη διεθνή κοινότητα. Η λύση τους δεν μπορεί να υπαγορεύεται από ένα «εθνικό δίκαιο» –έστω κι αν αυτό βαφτίζεται αριστερός πατριωτισμός– που υπακούει στη λογική και τις ανάγκες του ’50. Όταν η Αριστερά διεκδικεί, για παράδειγμα, διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία στην Κύπρο, πρέπει να γνωρίζει ότι αυτό προϋποθέτει ευθύ χτύπημα στον εθνικισμό και το εθνικό συμφέρον που παράχθηκε στο πλαίσιό του.

Η χειραφέτηση, η ελευθερία και η ανεξαρτησία, ο αντιιμπεριαλισμός προϋποθέτουν, εντέλει, την ανάληψη της ευθύνης της Ιστορίας. Η Αριστερά είναι η δύναμη που μπορεί να κινητοποιήσει τους ανθρώπους ώστε να αντιμετωπίζουν την Ιστορία και τις διακυμάνσεις της ως ανοικτό πεδίο διεκδικήσεων, και όχι ως μοίρα. Η διεκδίκηση του αναλλοίωτου εθνικού συμφέροντος φτιάχνει εθνική μοίρα, η διεκδίκηση δημοκρατίας για τα θέματα πολιτικής –εσωτερικής και εξωτερικής– φτιάχνει Ιστορία.


Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

[Τουρκία] Η Τουρκία παραμένει σταθερός σύμμαχος των ΗΠΑ

Συνέντευξη στην Ελένη Τσερεζόλε που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή.

«Η Τουρκία υποχρεώθηκε, με την κάλυψη της «συγγνώμης», να υποχωρήσει και να αρχίσει την επαναπροσέγγιση με τον παλιό φίλο και σύμμαχο»: η ιστορικός, καθηγήτρια του Παντείου πανεπιστημίου, Σία Αναγνωστοπούλου, σχολιάζει την επαναπροσέγγιση Τουρκίας – Ισραήλ

* Πόσο η Τουρκία γενικά και ο Ερντογάν ειδικότερα, ωφελούνται από τη συγγνώμη Νετανιάχου για το Μαβί Μαρμαρά;
Η «εβραϊκή» συγγνώμη προς τον Ερντογάν υπό τη σκέπη του Μπάρακ Ομπάμα μπορεί να φαίνεται σαν μια μεγάλη επιτυχία της Τουρκίας, αφού με αυτήν το Ισραήλ παραδέχεται, εκτός των άλλων, και τον ρόλο της Τουρκίας ως μιας περιφερειακής ηγεμονικής δύναμης. Πράγματι, αυτή η «συγγνώμη» που πλήττει τον σκληρό πυρήνα της πολιτικής του Ισραήλ σε σχέση με το παλαιστινιακό, για το οποίο δεν ανέχεται καμιά εξωτερική παρέμβαση, συνιστά έμμεση αλλά σαφέστατη αποδοχή του ρόλου της Τουρκίας στον «μουσουλμανικό κόσμο» της Μέσης Ανατολής. Ωστόσο, μια άλλη ανάγνωση της «μικρής ιστορίας» της συγγνώμης υπό την πίεση της Αμερικής, μπορεί να μας επιτρέπει κάποιες άλλες προσεγγίσεις.
Η Τουρκία υποχρεώθηκε, με την κάλυψη της «συγγνώμης», να υποχωρήσει και να αρχίσει την επαναπροσέγγιση με τον παλιό φίλο και σύμμαχο -το Ισραήλ- γεγονός που δείχνει ότι η Τουρκία δεν μπορεί ή δεν της επιτρέπεται ο ρόλος του «κηδεμόνα» του «μουσουλμανικού κόσμου» της Μέσης Ανατολής. Επιπλέον, δεν μπορεί μόνη της ή δεν της επιτρέπεται από μόνη της να διαφεντεύει τον χώρο της Μέσης Ανατολής. Σε αυτό να προστεθεί ότι ο μεγάλος αντίπαλος της Τουρκίας στον ρόλο της ως ηγεμονικής δύναμης της Μέσης Ανατολής δεν είναι το Ισραήλ αλλά η Αίγυπτος. Αν η Τουρκία, στο όνομα της προστασίας του «μουσουλμανικού κόσμου» από το Ισραήλ, προσπάθησε να τον συσπειρώσει προκειμένου να εδραιώσει ηγεμονία, γρήγορα αντιλήφθηκε ότι η Αίγυπτος δεν θα επέτρεπε εύκολα την μονοπώληση του «μουσουλμανικού κόσμου».

* Θα φέρει αυτή η εξέλιξη την Τουρκία κοντύτερα με τα κράτη της Μέσης Ανατολής με τα οποία έχει ανταγωνιστικές σχέσεις; Π.χ. με το Ιράν;
Η Μέση Ανατολή είναι ένα «καζάνι που βράζει». Αυτή η κοινότοπη διαπίστωση κρύβει ένα απίστευτα πολύπλοκων διαστάσεων πρόβλημα, το οποίο το πολιτικό όραμα του Νταβούτογλου δεν μπόρεσε να κατανοήσει. Ήταν πολύ πιο απλοϊκό απ’ όσο η κατάσταση στη Μέση Ανατολή επέτρεπε. Η Συρία δεν ευνόησε καθόλου τη στρατηγική της Τουρκίας, και η «συριακή άνοιξη» -όπως άλλωστε και η «αιγυπτιακή» για άλλους λόγους- δεν εξελίχθηκε όπως η Τουρκία οραματίστηκε.
Η Τουρκία δεν είναι η κατεξοχήν χώρα-προστάτης του «μουσουλμανικού κόσμου», ο οποίος δεν φαίνεται άλλωστε να αποδέχεται ασυζητητί την «προστασία» της. Από την άλλη μεριά το Ιράν, το οποίο αποτελούσε τον παραδοσιακό ανταγωνιστή της Τουρκίας αλλά και τον μελλοντικό σύμμαχο για την εδραίωση της ηγεμονίας της στη Μέση Ανατολή, δεν φαίνεται προς το παρόν να είναι διατεθειμένο να μοιραστεί με την Τουρκία το ίδιο όραμα. Πολύ περισσότερο που η «συγγνώμη» του Ισραήλ υπονομεύει αυτό το όραμα, αν και όσο υπήρξε. Η Τουρκία, παρά τα όσα λέγονται, ήταν και παραμένει σταθερός σύμμαχος των ΗΠΑ, και στο πλαίσιο αυτής της σχέσης ανέπτυξε το όραμα για τη Μέση Ανατολή, κι αυτό ακόμη και κατά τις περιόδους που φαινόταν να «αντιστέκεται» στην πολιτική των ΗΠΑ.

* Πόσο πρέπει να ανησυχήσει αυτή η εξέλιξη την κυπριακή Δημοκρατία;
Από την άλλη μεριά, η Κύπρος είναι το μοναδικό μέρος στο οποίο η Τουρκία έχει προς το παρόν υλοποιήσει την ηγεμονική της πολιτική. Στη βόρεια Κύπρο -στα κατεχόμενα- η Τουρκία ασκεί μια πολιτική ευρείας πλέον «τουρκοποίησης» μέσω του ιδιωτικού κεφαλαίου, το οποίο ελέγχει και «προστατεύει» το τουρκικό κράτος, καθώς και μέσω ενός διευρυμένου τουρκικού «εξισλαμισμού».
Οι Τουρκοκύπριοι χάνουν σταθερά τον έλεγχο του θεσμικού πλαισίου της κοινότητάς τους, ενώ οι ιδιωτικοποιήσεις από το τουρκικό κεφάλαιο και ο «εξισλαμισμός» ενός πληθυσμού που παραδοσιακά ήταν αδιάφορος θρησκευτικά καταδεικνύουν τις διαστάσεις της τουρκικής διείσδυσης στην τουρκοκυπριακή πλευρά του νησιού. Με δεδομένη την κρίση που αντιμετωπίζει η Κυπριακή Δημοκρατία, η οικονομική, θεσμική και πολιτισμική διείσδυση της Τουρκίας δεν προοιωνίζεται τα καλύτερα για την επίλυση του κυπριακού. Κάποτε επιμέναμε κάποιοι ότι το Κυπριακό δεν πρέπει να μένει άλυτο σε μια Μέση Ανατολή που «βράζει». Ίσως είναι η τελευταία ευκαιρία για να επιλυθεί ως πρόβλημα των δύο κοινοτήτων και όχι ως ένα νέο πρόβλημα, έτσι όπως διαμορφώνεται.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

[Αριστερά - Εξωτερική πολιτική] Για να μι­λή­σου­με για ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή, να ξα­να­πο­φα­σί­σου­με «ποιοι εί­μα­στε»

Στη φά­ση της με­γά­λης με­τά­βα­σης την ο­ποία δια­νύει η Ελλά­δα, η συ­ζή­τη­ση πε­ρί ε­ξω­τε­ρι­κής πο­λι­τι­κής περ­νά­ει κα­ταρ­χήν α­πό τη συ­ζή­τη­ση πε­ρί του «ποιοι εί­μα­στε». Η πρώ­τη λοι­πόν εί­ναι προϊόν της δεύ­τε­ρης, κυ­ρίως σε χώ­ρες ό­πως η δι­κή μας, για την ο­ποία ό­λα τα ζη­τή­μα­τα ε­ξω­τε­ρι­κής πο­λι­τι­κής, τα ευ­ρω­παϊκά συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νό­με­να, συ­νι­στούν ε­θνι­κά ζη­τή­μα­τα και ως τέ­τοια α­να­λύο­νται. Ακό­μη και οι υ­πο­τι­θέ­με­νες α­ντι­κει­με­νι­κές α­να­λύ­σεις των τε­χνο­κρα­τών, των «ει­δι­κών» πε­ρί Τουρ­κίας, πε­ρί Μέ­σης Ανα­το­λής, Βαλ­κα­νίων και τα σχε­τι­κά, εί­ναι ε­ξαρ­χής και στο με­γα­λύ­τε­ρο πο­σο­στό τους υ­πο­νο­μευ­μέ­νες, α­φού έ­χουν ως υ­πο­νοού­με­νη α­φε­τη­ρία του «ποιοι εί­μα­στε» και ποιοι εί­ναι ε­πι­στη­μο­νι­κώ τω τρό­πω οι εχ­θροί και οι φί­λοι μας.

Ελλη­νι­κός νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρος ε­θνι­κι­σμός

Τις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες, η ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή δια­μορ­φώ­θη­κε με ό­ρους ε­νός ε­ξορ­θο­λο­γι­σμέ­νου α­νορ­θο­λο­γι­σμού, στο πλαί­σιο του ο­ποίου συ­γκρο­τή­θη­κε η α­ντί­λη­ψη του «πλού­σιου», ευ­ρω­παϊκού έ­θνους, το ο­ποίο αυ­το­χρί­σθη­κε η­γε­μο­νι­κή δύ­να­μη της πε­ριο­χής. Η κα­τάρ­ρευ­ση του α­να­το­λι­κού μπλοκ ά­φη­σε έ­να ευ­ρύ πε­δίο ε­λεύ­θε­ρο για τη συ­γκρό­τη­ση με­γά­λων πο­λι­τι­κοοι­κο­νο­μι­κών και πο­λι­τι­σμι­κών ε­νο­τή­των. Η Ελλά­δα, ως η μο­να­δι­κή χώ­ρα της πε­ριο­χής στην ΕΕ, α­νέ­λα­βε την α­πο­στο­λή του οι­κο­νο­μι­κού και πο­λι­τι­κού εκ­πο­λι­τι­σμού της πε­ριο­χής μας (ευ­ρω­παϊκή τε­χνο­γνω­σία και κα­πι­τα­λι­στι­κή ε­ξά­πλω­ση). Η λο­γι­κή της η­γε­μο­νίας που ε­πε­δίω­ξε να α­σκή­σει η χώ­ρα μας, ε­νώ φαι­νό­ταν α­πο­λύ­τως ρε­α­λι­στι­κή και ορ­θο­λο­γι­κή, εί­χε δύο πη­γές τρο­φο­δο­σίας: α­πό τη μια με­ριά, την πα­λιά δο­κι­μα­σμέ­νη πη­γή του ε­θνι­κι­σμού, α­πό την άλ­λη μιας κα­κο­χω­νε­μέ­νης νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης ευ­ρω­παϊκό­τη­τας, που έ­πρε­πε ε­ξαχ­θεί στην ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή μας. Με λί­γα λό­για, η Ελλά­δα κι­νή­θη­κε ως δύ­να­μη κρού­σης ε­νός ευ­ρω­παϊκού νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού στην πε­ριο­χή (Βαλ­κά­νια κυ­ρίως), μέ­σα α­πό τον ο­ποίο ε­πι­και­ρο­ποιή­θη­κε με νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρους ό­ρους ο πα­λιός, γνω­στός ε­θνι­κι­σμός.

Φτιά­χτη­καν λοι­πόν οι ό­ροι συ­γκρό­τη­σης ε­νός, ελ­λη­νι­κής εκ­δο­χής, νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρου ε­θνι­κι­σμού, σύμ­φω­να με τον ο­ποίο το ελ­λη­νι­κό, ευ­ρω­παϊκό έ­θνος ή­ταν και πλού­σιο και πο­λι­τι­σμι­κά η­γε­μο­νι­κό. Οι υ­παρ­κτές, κά­ποιες φο­ρές, ε­ξορ­θο­λο­γι­σμέ­νες εκ­δο­χές της ε­ξω­τε­ρι­κής πο­λι­τι­κής που α­σκή­θη­κε, α­ντί να ε­ξου­δε­τε­ρώ­σουν τον α­νορ­θο­λο­γι­σμό του πα­λιού ε­θνι­κι­σμού, α­ντι­θέ­τως τον ε­πι­και­ρο­ποίη­σαν, για­τί κα­μιά α­πό τις πο­λι­τι­κές η­γε­σίες δεν α­νέ­λα­βε την ευ­θύ­νη να ξα­να­ο­ρί­σει την ελ­λη­νι­κή κοι­νό­τη­τα με βά­ση τις πραγ­μα­τι­κό­τη­τες που δια­μορ­φώ­νο­νταν ε­σω­τε­ρι­κά και ε­ξω­τε­ρι­κά. Ακό­μη και η πο­λι­τι­κή φι­λίας με το με­γά­λο εχ­θρό, την Τουρ­κία, κυ­ρίως στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ’90, δεν ο­δή­γη­σε στο ε­σω­τε­ρι­κό στην ι­στο­ρι­κή α­πο­δό­μη­ση του ελ­λη­νι­κού (ή για την άλ­λη πλευ­ρά, του τουρ­κι­κού) ε­θνι­κι­σμού. Απο­δό­μη­ση ό­χι του έ­θνους, ό­πως κραύ­γα­ζαν οι ε­θνι­κι­στές, αλ­λά του ε­θνι­κι­σμού. Γι’ αυ­τό αυ­τή η πο­λι­τι­κή ή­ταν α­ντι­φα­τι­κή και κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νη: φι­λία α­πό τη μια, χρή­σι­μη στους έλ­λη­νες κα­πι­τα­λι­στές για τις ε­πεν­δύ­σεις τους, εχ­θρό­τη­τα ε­σω­τε­ρι­κά, χρή­σι­μη για τον χο­ρό ε­κα­τομ­μυ­ρίων στους ε­ξο­πλι­σμούς, για ά­στο­χες συμ­μα­χίες με τους «εχ­θρούς των εχ­θρών μας». Γι’ αυ­τό ε­πί­σης αυ­τή η πο­λι­τι­κή ή­ταν ά­τολ­μη και με­σο­πρό­θε­σμα ε­πι­κίν­δυ­νη α­φού ά­φη­σε μι­κρά θέ­μα­τα, ό­πως η ο­νο­μα­σία της ΦΥ­ΡΟ­Μ, να γί­νουν τε­ρά­στια, προ­κει­μέ­νου να μην πλη­γω­θεί το έ­θνος, ό­πως το α­ντι­λαμ­βά­νο­νταν τα ά­ξια της πα­τρί­δος τέ­κνα που έ­φτια­ξαν πο­λι­τι­κή κα­ριέ­ρα α­πό αυ­τά τα ζη­τή­μα­τα.

Αυ­τή η ε­θνι­κή πο­λι­τι­κή λοι­πόν δια­χύ­θη­κε α­πό τους με­γα­λο­δη­μο­σιο­γρά­φους και τις πο­λι­τι­κές ε­λίτ στο ε­σω­τε­ρι­κό με ό­λη τη σύγ­χυ­ση ορ­θο­λο­γι­σμού-α­νορ­θο­λο­γι­σμού που πα­ρά­γει σκο­πί­μως ο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός, μέ­σα α­πό την ο­ποία πα­ρα­γό­ταν έ­νας ύ­που­λος νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­σμός. Αυ­τή η χώ­ρα θα ή­ταν για πολ­λά γέ­λια, αν δεν προ­ξε­νού­σε στο τέ­λος τό­σα κλά­μα­τα. Σε μια χώ­ρα στην ο­ποία οι με­τα­νά­στες α­πο­τε­λούν έ­να ση­μα­ντι­κό μέ­ρος της πα­ρα­γω­γι­κής δύ­να­μης της κοι­νω­νίας, των ο­ποίων τα παι­διά με­γα­λώ­νουν, σπου­δά­ζουν και α­πο­τε­λούν μέ­ρος της ελ­λη­νι­κής κοι­νό­τη­τας, ο α­να­στο­χα­σμός σε σχέ­ση με το πα­ρελ­θόν, το πα­ρόν και το μέλ­λον μας, α­φέ­θη­κε α­πό τους με­γα­λο­δη­μο­σιο­γρά­φους και με­γα­λο­δια­σκε­δα­στές της τη­λεό­ρα­σης στα χέ­ρια του ΛΑ­ΟΣ, στα χέ­ρια του μέ­χρι πρό­τι­νος υ­πε­ρή­φα­νου νο­μάρ­χη της Θεσ­σα­λο­νί­κης και των ιε­ραρ­χών που θλί­βο­νταν α­πό τη «μαυ­ρί­λα» της Αθή­νας. Κα­τά τα άλ­λα εί­χα­με κα­τά και­ρούς μια α­νοι­κτή ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή, η ο­ποία α­ντί να δη­μιουρ­γή­σει ρήγ­μα­τα στον κυ­ρίαρ­χο ε­θνι­κι­σμό και να συμ­βά­λει στην ι­στο­ρι­κή α­να­θεώ­ρη­ση του «ποιοι εί­μα­στε», ο­δή­γη­σε σε νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­σμό. Η ό­ποια κρι­τι­κή που α­σκεί­το στην ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή, ή­ταν μό­νο προς μια κα­τεύ­θυν­ση: ό­τι δεν ή­ταν αρ­κού­ντως διεκ­δι­κη­τι­κή α­πέ­να­ντι στους εχ­θρούς μας. Αν ε­ξαι­ρέ­σου­με τον Συ­να­σπι­σμό και κά­ποιες άλ­λες συλ­λο­γι­κές ή α­το­μι­κές πε­ρι­πτώ­σεις, ό­λες οι α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις ε­γκλω­βί­στη­καν στο σχή­μα πα­τριώ­τες-που­λη­μέ­νοι.

Νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­σμός της ά­γριας Δύ­σης

Από το 2008, κυ­ρίως α­πό το 2010 και με­τά, αυ­τός ο υ­πε­ρή­φα­νος νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρος ε­θνι­κι­σμός της προ­η­γού­με­νης πε­ριό­δου με­ταλ­λάχ­θη­κε σε έ­ναν α­μυ­ντι­κό νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο ε­θνι­κι­σμό: η α­νε­πάρ­κεια των ελ­λη­νι­κών κυ­βερ­νή­σεων να α­ντα­πο­κρι­θούν στο ρό­λο που οι ί­διες εί­χαν α­να­λά­βει, δη­λα­δή της ε­μπέ­δω­σης του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού στην Ελλά­δα και στον πε­ρί­γυ­ρό της, τις υ­πο­χρέω­σε να αλ­λά­ξουν γραμ­μή και να με­τα­τρέ­ψουν την ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία σε ά­γρια Δύ­ση. Ο τρό­μος για την ευ­ρω­παϊκή (=νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη) ε­πι­βίω­ση της Ελλά­δας υ­πα­γό­ρευ­σε την α­μυ­ντι­κή α­να­συ­γκρό­τη­ση του έ­θνους, ε­σω­τε­ρι­κά και ε­ξω­τε­ρι­κά, ώ­στε να ξα­να­βρεί τους τρό­πους να πλου­τί­σει ε­να­ντίον αυ­τών που της τρώ­νε τον πλού­το: τον εχ­θρό, ε­σω­τε­ρι­κό (τα κα­τώ­τε­ρα στρώ­μα­τα και οι με­τα­νά­στες) και ε­ξω­τε­ρι­κό (κυ­ρίως η Τουρ­κία).

Στο πλαί­σιο της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης και της ρα­γδαίας φτω­χο­ποίη­σης της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας, συν­θή­κη που προοιω­νί­ζε­ται τα­ξι­κή συ­νει­δη­το­ποίη­ση και τα­ξι­κές α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις, ο νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­σμός  και ο ε­θνι­κι­σμός α­πο­τε­λούν τις κρί­σι­μες α­πο­σκευές για την πο­λι­τι­κή της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης ε­λίτ. Σε αυ­τό το πλαί­σιο α­να­κα­λύ­φθη­κε ό­τι το έ­θνος κιν­δυ­νεύει λό­γω της έλ­λει­ψης τά­ξης και α­σφά­λειας, κυ­ρίως λό­γω των α­περ­γών και πά­ντα των με­τα­να­στών. Ανα­κα­λύ­φθη­κε ε­πί­σης και η νέα πη­γή προς πλου­τι­σμό: οι υ­πο­θα­λάσ­σιοι φυ­σι­κοί πό­ροι. Η α­να­κή­ρυ­ξη της ελ­λη­νι­κής Α­ΟΖ προ­βάλ­λε­ται α­πό ό­λη την ελ­λη­νι­κή «σόου­μπιζ» (πο­λι­τι­κούς, δη­μο­σιο­γρά­φους, «ει­δι­κούς») ως η γη της ε­παγ­γε­λίας: ο αιώ­νιος εχ­θρός του έ­θνους –η Τουρ­κία- που δεν ε­πι­τρέ­πει την α­να­κή­ρυ­ξή της, α­να­βαθ­μί­ζε­ται σε υ­πο­νο­μευ­τή της ε­θνι­κής ε­πι­βίω­σης. Ενώ λοι­πόν το θέ­μα εί­χε μπει στο συρ­τά­ρι για αρ­κε­τό και­ρό –μάλ­λον ε­πει­δή τό­τε δεν συ­νέ­φε­ρε τις ε­λίτ να ε­μπλα­κούν σε α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις με την Τουρ­κία- ξαφ­νι­κά έ­γι­νε η λύ­ση των προ­βλη­μά­των της χώ­ρας.

Σε αυ­τό το ση­μείο κα­λό θα ή­ταν να ξε­χω­ρί­σου­με δύο προ­βλή­μα­τα: άλ­λο εί­ναι τα α­νοι­κτά ελ­λη­νο­τουρ­κι­κά ζη­τή­μα­τα (α­νά­με­σα σε αυ­τά και η Α­ΟΖ), τα ο­ποία χρή­ζουν α­ντι­με­τώ­πι­σης σε διε­θνές πλαί­σιο, κι άλ­λο εί­ναι η ε­πα­να­φο­ρά της πα­λιάς δο­κι­μα­σμέ­νης συ­ντα­γής του ε­θνι­κού εχ­θρού στην πιο κρί­σι­μη στιγ­μή της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας, ό­που ο α­ντί­πα­λος εί­ναι ι­δε­ο­λο­γι­κός, τα­ξι­κός και πο­λι­τι­κός. Το ζή­τη­μα της Α­ΟΖ πρέ­πει να ε­πι­λυ­θεί, αλ­λά η ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία δεν έ­φτα­σε στην κα­τα­στρο­φή λό­γω μη α­να­κή­ρυ­ξης της Α­ΟΖ. Η με­τα­τρο­πή της Με­σο­γείου, και κυ­ρίως του Αι­γαίου, σε ά­γρια Δύ­ση προς ά­γραν χρυ­σού δεν θα λύ­σει κα­νέ­να ά­με­σο, θε­σμι­κό και πο­λι­τι­κο-οι­κο­νο­μι­κό πρό­βλη­μα, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο που η εκ­με­τάλ­λευ­ση των φυ­σι­κών πό­ρων ε­ντάσ­σε­ται στη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη λο­γι­κή της α­πό­λυ­της εκ­με­τάλ­λευ­σης, ε­πεν­δυ­μέ­νης με ό­λη τη συμ­βο­λι­κή κλη­ρο­νο­μιά των ε­θνι­κών εχ­θρών.

Αρι­στε­ρή ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή

Η δια­μόρ­φω­ση μιας α­ρι­στε­ρής ε­ξω­τε­ρι­κής πο­λι­τι­κής ε­ξαρ­τά­ται ά­με­σα α­πό τη σθε­να­ρή διεκ­δί­κη­ση του ε­πα­να­προσ­διο­ρι­σμού του «ποιοι εί­μα­στε». Η ση­μα­ντι­κό­τε­ρη γραμ­μή α­ντί­στα­σης της κοι­νω­νίας δεν εί­ναι έ­να έ­θνος-κρά­τος ό­πως ο­ρί­ζε­ται α­πό μια συ­γκε­κρι­μέ­νη τά­ξη, ά­χρο­να και α­δια­φο­ρο­ποίη­τα ι­δε­ο­λο­γι­κά και πο­λι­τι­κά, σύμ­φω­να με τα δι­κά της συμ­φέ­ρο­ντα και το δι­κό της ε­κλαϊκευ­μέ­νο ε­θνι­κό πρό­γραμ­μα. Η ε­πι­βίω­ση στην ευ­ρω­παϊκή και πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νη, δύ­σκο­λη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα στην ο­ποία ζού­με α­παι­τεί έ­να έ­θνος-κρά­τος ε­ξω­στρε­φές, το ο­ποίο προ­τάσ­σει α­πέ­να­ντι στον κυ­ρίαρ­χο νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο ε­θνι­κι­σμό (ε­σω­τε­ρι­κό και ε­ξω­τε­ρι­κό), α­πέ­να­ντι στους νο­μα­δι­κής κα­τα­γω­γής δε­σμούς «αί­μα­τος, οι­κο­γέ­νειας, γε­νιάς ή θρη­σκείας» τους δε­σμούς ε­δα­φι­κών, πο­λι­τι­κών και κοι­νω­νι­κών συ­να­φειών. Για να (ξα­να)δού­με τη γύ­ρω μας πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, για να ξα­να­δού­με τη θέ­ση μας πρώ­τα στη γει­το­νιά μας και με­τά στον κό­σμο, πρέ­πει να ξα­να­δού­με την ε­θνι­κή μας πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Να την ξα­να­δού­με ως μια σύν­θε­τη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, που συ­γκρο­τεί­ται πλέ­ον και α­πό άλ­λους πλη­θυ­σμούς οι ο­ποίοι δεν μοι­ρά­ζο­νται μα­ζί μας το «ό­μαι­μον» και το «ο­μό­τρο­πον», αλ­λά α­γω­νί­ζο­νται μα­ζί μας για την ε­πι­βίω­ση. Ο ε­πα­να­προσ­διο­ρι­σμός της ε­θνι­κής μας κοι­νό­τη­τας στις πο­λύ­πλο­κες δια­στά­σεις της θα ε­πι­τρέ­ψει την α­νά­δει­ξη των βαλ­κα­νι­κών κα­ταρ­χάς, των ευ­ρω­παϊκών και, α­πό ε­κεί και πέ­ρα, των πα­γκό­σμιων συμ­μα­χιών μας.

Ο τρό­πος που συν­δια­λέ­γε­ται κα­νείς στο ε­θνι­κό ε­πί­πε­δο υ­πο­δει­κνύει και τους τρό­πους με τους ο­ποίους συ­νο­μι­λεί με τους συμ­μά­χους, αλ­λά και με τους ε­θνι­κούς, πο­λι­τι­κούς και ι­δε­ο­λο­γι­κούς α­ντί­πα­λους. Ένα νέο «βαλ­κα­νι­κό» και «νο­τιο­ευ­ρω­παϊκό σύμ­φω­νο», βα­σι­σμέ­νο στα κοι­νά, κοι­νω­νι­κά, οι­κο­νο­μι­κά και οι­κο­λο­γι­κά συμ­φέ­ρο­ντα, εί­ναι αυ­τά που ε­πι­τρέ­πουν στην Ελλά­δα, α­πό τη μια με­ριά, να συ­νο­μι­λή­σει με την ευ­ρω­παϊκή και διε­θνή η­γε­σία, ό­χι ως ε­θνι­κή ι­διαι­τε­ρό­τη­τα, αλ­λά στο ό­νο­μα μιας ευ­ρύ­τε­ρης ε­νό­τη­τας, η ο­ποία δεν α­πο­τε­λεί τη σκο­τει­νή πλευ­ρά του ευ­ρω­παϊκού φεγ­γα­ριού, αλ­λά έ­να μέ­ρος του ί­διου ω­στό­σο φεγ­γα­ριού. Της ε­πι­τρέ­πει α­πό την άλ­λη να α­ντι­με­τω­πί­σει συ­να­σπι­σμέ­να τις α­πει­λές α­πό τις γύ­ρω χώ­ρες (και α­πό την Τουρ­κία). Ο Γερ­μα­νός, ο Γάλ­λος, ή ο­ποιοσ­δή­πο­τε α­ρι­στε­ρός ή πρά­σι­νος της Ευ­ρώ­πης α­πο­λύ­τως θα συμ­με­ρι­στεί τις ε­θνι­κές-κοι­νω­νι­κές διεκ­δι­κή­σεις της Ελλά­δας α­πέ­να­ντι σε ο­ποιο­δή­πο­τε κρά­τος την α­πει­λεί. Δεν πρό­κει­ται ό­μως πο­τέ να κα­τα­νοή­σει για­τί η Ελλά­δα βρί­σκε­ται σε τέ­τοια δια­μά­χη με τη ΦΥ­ΡΟΜ ή ό­τι ο ε­θνι­κός της εχ­θρός, γε­νι­κώς και αιω­νίως εί­ναι η Τουρ­κία.

Εί­ναι του­λά­χι­στον φαι­δρό λοι­πόν να θεω­ρεί κα­νείς –του­λά­χι­στον α­ρι­στε­ρός- ό­τι α­πέ­να­ντι στην α­νά­πτυ­ξη του αλ­βα­νι­κού για πα­ρά­δειγ­μα ε­θνι­κι­σμού α­πα­ντά­ει με πό­λε­μο. Εί­ναι ά­κρως ε­πι­κίν­δυ­νο να θεω­ρεί κα­νείς –του­λά­χι­στον α­ρι­στε­ρός- ό­τι η λύ­ση των προ­βλη­μά­των με την Τουρ­κία εί­ναι ο πό­λε­μος ή οι ευ­φά­ντα­στες συμ­μα­χίες με τους εχ­θρούς των εχ­θρών μας.

Υπάρ­χει μια ι­δε­ο­λο­γι­κή α­να­κο­λου­θία πολ­λές φο­ρές σε τμή­μα­τα της Αρι­στε­ράς. Ενώ έ­χει έ­ναν α­πο­λύ­τως ι­δε­ο­λο­γι­κό λό­γο για την α­ντι­με­τώ­πι­ση των κοι­νω­νι­κών ζη­τη­μά­των, ό­ταν πρό­κει­ται για τα πε­ρί­φη­μα ε­θνι­κά, δα­νεί­ζε­ται την ε­θνι­κι­στι­κή ρη­το­ρεία, την ο­ποία ε­πεν­δύει με α­ρι­στε­ρή ι­δε­ο­λο­γία. Η Τουρ­κία δεν εί­ναι ο ε­σα­εί ε­θνι­κός εχ­θρός, ε­πει­δή εί­ναι δά­κτυ­λος του ι­μπε­ρια­λι­σμού, τον ο­ποίο ε­μείς μα­χό­μα­στε ως α­ντιϊμπε­ρια­λι­στές. Αυ­τή η ρη­το­ρεία νο­μι­μο­ποιεί και τους ε­ξο­πλι­σμούς, αλ­λά και την ε­νί­σχυ­ση α­κρο­δε­ξιών κομ­μά­των στην κοι­νω­νία. Δεν υ­πάρ­χει ού­τε α­ντιϊμπε­ρια­λι­στι­κός ε­θνι­κι­σμός, ού­τε α­μυ­ντι­κός, πα­τριω­τι­κός ε­θνι­κι­σμός. Η α­ρι­στε­ρά, για να αλ­λά­ξει τα πά­ντα στο ε­σω­τε­ρι­κό, ο­φεί­λει να ξε­μπερ­δέ­ψει ο­ρι­στι­κά με τον ε­θνι­κι­σμό. Το έ­θνος δεν α­πο­δο­μεί­ται ε­ξαι­τίας της α­ντί­στα­σης κα­τά του ε­θνι­κι­σμού και του ρα­τσι­σμού. Το έ­θνος α­πο­δο­μεί­ται α­πό τον νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­σμό και α­πό τον πα­ρα­δο­σια­κό ή νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο ε­θνι­κι­σμό. Με αυ­τή την έν­νοια, η ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή εί­ναι προϊόν της α­να­συ­γκρό­τη­σης με πο­λι­τι­κούς, ι­δε­ο­λο­γι­κούς, ε­δα­φι­κούς και ε­ξω­στρε­φείς ό­ρους της συ­νεί­δη­σης του «συ­να­νή­κειν».


[Δημοσιεύτηκε στην Εποχή.]

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

[Διεθνή] Η τουρκοσυριακή διαμάχη και οι εξελίξεις στην περιοχή – Τα βιντεο της εκδήλωσης

Την Τετάρτη 24 Οκτωβρίου, τα Ενθέματα και το RedNotebook διοργάνωσαν συζήτηση με θέμα: «Ελλάδα-Τουρκία-Κύπρος: οι εξελίξεις στην περιοχή, στο φόντο της τουρκοσυριακής διαμάχης». Στην κουβέντα συμμετείχαν η Σία Αναγνωστοπούλου (ιστορικός, Πάντειο Πανεπιστήμιο), ο Νιαζί Κιζιλγιουρέκ (πολιτικός επιστήμονας, Πανεπιστήμιο Κύπρου) και ο Νίκος Μούδουρος (πολιτικός επιστήμονας, σύμβουλος του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας).

Για τα βίντεο της εκδήλωσης κλικ εδώ.

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009

[Ελλάδα] O φόβος σκέπει την πόλη

"97 δισεκατομμύρια για εξοπλισμούς σε 10 χρόνια, 300 εκατομμύρια για πυροσβεστικά αεροπλάνα", σημειώνεται με έμφαση στις εφημερίδες (Ελευθεροτυπία, 25.8.2009) την επομένη των πυρκαγιών της Αττικής, την επομένη του γνωστού δράματος που ανεβαίνει στη χώρα μας κάθε καλοκαίρι με τεράστια επιτυχία: όσο περισσότερα καμένα δάση τόσο μεγαλύτερη η επιτυχία… Tέτοια ποσά τα αντέχει και τα ανέχεται χωρίς καμιά αντίσταση, εις βάρος της, μια κοινωνία, είτε εφόσον υπάρχει άμεση απειλή πολέμου είτε όταν οι πολίτες εκπαιδεύονται να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους σε καθεστώς μιας μόνιμης και γενικευμένης απειλής, εσωτερικής και εξωτερικής. Όταν η κοινωνία διαπαιδαγωγείται στον φόβο.

Θεωρώ ότι τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο η νοοτροπία της απειλής και του φόβου τείνει να καταστεί κυρίαρχη. Mια απειλή που καθίσταται μέτρο και κριτήριο πολιτικής ανάλυσης, που παράγει καταγγελτικό, εκφοβιστικό και "τσαμπουκαλίδικο" πολιτικό λόγο, που παράγει κοινωνικές νοοτροπίες και συμπεριφορές.

Μια κοινωνία ζωσμένη από εχθρούς

Απειλή υπ’ αρ. 1: "Η Τουρκία προ των πυλών". Πρόκειται για μόνιμη και διαχρονική, παλιά αλλά πάντα επίκαιρη εθνική απειλή, αυτή που στην πράξη νομιμοποιεί το ασύλληπτο για τα οικονομικά δεδομένα αυτής της χώρας ποσό των εξοπλισμών, αυτή που στο όνομά της αναπαράγεται η νοοτροπία της αιώνιας απειλής και της πληγωμένης μας "εθνικής υπερηφάνειας".

Απειλή υπ’ αρ. 2: "Μετανάστες γενικώς, λαθρομετανάστες ακόμη χειρότερα". Η νέα εθνική απειλή που κερδίζει συνεχώς έδαφος και πάντως ενισχύει αποφασιστικά, από τη μια μεριά το ένστικτο της επιβίωσης πάση θυσία, και την ανάγκη, από την άλλη, ενίσχυσης των μέτρων αστυνόμευσης της κοινωνίας. Η εκφοβιστική και μόνιμη προβολή της εγκληματικότητας, ο κίνδυνος για τα ιερά και τα όσια της κοινωνίας, διαμορφώνουν μια ατμόσφαιρα απειλής -- πιο ασφυκτική, πιο άμεση αυτή από την πρώτη.

Απειλή υπ’ αρ. 3: "Εθνοπροδότες καθηγητές πανεπιστημίου (και όχι μόνο), εξωνημένοι και διεφθαρμένοι που πλήττουν τα θεμέλια του έθνους". Eπίσης, "πολιτικά κόμματα που υποθάλπουν κουκουλοφόρους και ταραξίες γενικώς". Οι προηγούμενες απειλές ισχυροποιούνται μόνο όταν υπάρχει ο "εγκέφαλος" που τις συντονίζει. Αυτή η ύπουλη και καταστροφική πνευματική και πολιτική απειλή νομιμοποιεί, όπως είναι φυσικό, όλα τα παράπλευρα όπλα, απαραίτητα εν καιρώ πολέμου: απειλές εναντίον των προδοτών, χαφιεδισμός για την πρόληψη του κακού, πολιτικός και κοινωνικός στιγματισμός.

Οι περιπέτειες της κοινωνίας

Θα μπορούσα να απαριθμήσω πολλές άλλες απειλές που στοιχειώνουν τη ζωή της ελληνικής κοινωνίας. Aπειλές που, λόγω της αληθοφάνειάς τους, γίνονται με ευκολία αποδεκτές. Kανείς δεν αρνείται ότι υπάρχει πρόβλημα με την Tουρκία, πρόβλημα όμως καταρχήν και καταρχάς πολιτικό. Kανείς επίσης δεν αρνείται ότι η μετανάστευση δημιουργεί πρόβλημα, πρόβλημα όμως κοινωνικό, και όχι εθνική απειλή. Ή ότι υπάρχουν ιδεολογικά προβλήματα και συγκρούσεις που προκύπτουν συνεχώς σε μια ζωντανή, δημοκρατική κοινωνία. Aυτά ωστόσο συνιστούν προβλήματα τα οποία --αυτά και άλλα πολλά-- συνθέτουν τις "περιπέτειες", μικρές ή μεγάλες, που καλείται να αντιμετωπίσει μια κοινωνία. Περιπέτειες μέσα από τις οποίες υποχρεώνεται να ανανεώνει μονίμως τα μέσα κατανόησης του εαυτού της, του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντός της -- να ανανεώνει τους θεσμούς και τα μέσα εκδημοκρατισμού και αλληλεγγύης της, να ενισχύει την ηθική και την ανθρωπιά της.

Περιπέτειες λοιπόν έχει να αντιμετωπίσει η ελληνική κοινωνία, και όχι απειλές. Μια κοινωνία χαράσσει στην Ιστορία της τους δρόμους αντιμετώπισης των περιπετειών της, και συνεχώς τους ανανεώνει: δρόμους πολιτικούς, χαραγμένους πάνω σε ιδεολογική βάση. Το θέμα λοιπόν είναι πoιο δρόμο επιλέγει από το παρελθόν να προεκτείνει στο μέλλον και σε ποια ιδεολογική βάση αποφασίζει κάθε φορά να τον ανανεώνει και να τον επικαιροποιεί. Κάποιους άλλους δρόμους, μετά από δύσκολες και επώδυνες συναινέσεις, τους αφήνει οριστικά στο παρελθόν, γιατί υπήρξαν ιδιαίτερα αιματηροί και κόστισαν πολλά.

Η ελληνική κοινωνία έχει μακρά ιστορική εμπειρία περιπετειών, έχει υποχρεωθεί να χαράξει δύσκολους δρόμους, δημοκρατικούς (αυτό δεν σημαίνει και μη συγκρουσιακούς), συλλογικούς, προκειμένου να ανανεώνει την αντίληψη για τον εαυτό της, προκειμένου να ανανεώνει τους θεσμούς εκδημοκρατισμού της. Στον 20ό αιώνα δύο μείζονος σημασίας γεγονότα υποχρέωσαν την ελληνική κοινωνία να ξαναδεί συλλογικά τον εαυτό της, το παρελθόν, το παρόν της και το μέλλον της: η "Μικρασιατική Καταστροφή" και ο Εμφύλιος Πόλεμος. Στο πλαίσιο αυτών των μεγάλων περιπετειών χαράχτηκαν και οι, κατεξοχήν δύο, μεγάλοι πολιτικοί και ιδεολογικοί δρόμοι αντιμετώπισης των πολύπλοκων προβλημάτων που μια ζωντανή κοινωνία έχει να αντιμετωπίσει. Ένας μεγαλοϊδεατικός δρόμος της εθνικοφροσύνης, όπου η απειλή (εξωτερική και εσωτερική) για τη συρρίκνωση του ελληνικού έθνους καθιστά την κοινωνία ένα μόρφωμα ακίνητο, χωρίς συλλογικότητες αλλά με απόλυτη ομοιογένεια, σε μόνιμη άμυνα εναντίον των εχθρών, κι όπου τα στρατιωτικά-αστυνομικά (και τα συναφή με αυτά: χαφιεδισμός, τραμπουκισμός κλπ.) όπλα είναι τα κατεξοχήν νομιμοποιημένα πολιτικά όπλα, αφού η χώρα τελεί εν κινδύνω. Αυτός ο δρόμος διαμόρφωσε νοοτροπίες στην ελληνική κοινωνία: χαφιεδισμό, ατομικισμό, καταγγελτισμό, φοβικότητα και εκφοβισμό. Και ένας δημοκρατικός δρόμος, τον οποίο χάραξε με οδυνηρό, και όχι χωρίς αιματηρές συγκρούσεις, τρόπο κατεξοχήν η Αριστερά, όπου η αξιοπρέπεια και ο συνεχής εκδημοκρατισμός της κοινωνίας συνιστά μόνιμο διακύβευμα. Και αυτός ο δρόμος διαμόρφωσε νοοτροπίες: κοινωνικό αντιφασισμό και δημοκρατικά ανακλαστικά, γενναία ανοίγματα στο παρελθόν και το μέλλον, συλλογικότητα και εκδημοκρατισμό του δημόσιου χώρου με διάλογο (και με συγκρούσεις).

Μετά τη μεταπολίτευση, η ελληνική κοινωνία αποφάσισε να αφήσει οριστικά πίσω της τον εθνικόφρονα δρόμο της εσωτερικής κυρίως απειλής και να προεκτείνει στο μέλλον τον δύσκολο δημοκρατικό δρόμο, αντικρίζοντας με γενναιότητα το παρελθόν και με θάρρος το μέλλον. Ωστόσο, το ιδεολόγημα της διαρκούς "απειλής εναντίον του ελληνισμού", η υπόγεια αλλά εδραιωμένη αντίληψη του μικρού μα γενναίου "υπό κατατρεγμό έθνους", ιδεολόγημα και αντίληψη που το ΠΑΣΟΚ της πρώτης κυρίως περιόδου νομιμοποίησε σοσιαλιστικά, δημιουργούσαν παγίδες και καθιέρωναν νοοτροπίες, χρησιμότατες και βολικότατες κατά καιρούς για τα δύο κόμματα εξουσίας. Ο συνωμοτισμός και ο καταγγελτισμός επίσης, ως στοιχεία ενός ριζοσπαστικού αντιιμπεριαλιστικού λόγου, ενίσχυαν, από άλλο δρόμο, τον εθνικισμό και συνιστούσαν παγίδες στις οποίες εν δυνάμει θα έπεφτε καταρχάς η ίδια η Αριστερά.

Την τελευταία εικοσαετία η ελληνική κοινωνία, κυρίως λόγω της μετανάστευσης, καλείται για πρώτη ίσως φορά μετά το 1974 να ανανεώσει και να επικαιροποιήσει με θάρρος, γενναιοδωρία και θυσίες τον δημοκρατικό δρόμο που έχει χαράξει στην Ιστορία της. Να διευρύνει τους θεσμούς συνοχής της και να συγκροτήσει τους όρους μιας νέας συναίνεσης μέσα από την εδραίωση ισχυρών συλλογικοτήτων (και όχι κινηματικών πυροτεχνημάτων). Σε τέτοιες περιόδους όπου οι δημοκρατικές αντοχές μιας κοινωνίας έτσι κι αλλιώς δοκιμάζονται, ο εύκολος δρόμος της αναπαραγωγής νοοτροπιών απειλής συνιστά ένα επικίνδυνο ενδεχόμενο. Απέναντι λοιπόν σε μια δύσκολη και επίπονη περιπέτεια, όπως είναι η υποδοχή μεγάλου αριθμού μεταναστών για μια μικρή κοινωνία, ο δημοκρατικός "εξοπλισμός" της χρειάζεται άμεση και γενναία ενίσχυση. Προκειμένου να αρθεί στο ύψος της περιπέτειας που έχει μπροστά της και της πίεσης που υφίσταται χρειάζεται οικονομικά, πολιτικά και διανοητικά εργαλεία που η πολιτική και πνευματική ηγεσία (και οι δημοσιογράφοι, εννοείται) οφείλει να παρέχει. Kαι την πίεση τη δέχονται τα κατώτερα στρώματα, οι πιο υποβαθμισμένες περιοχές όπου αναγκαστικά συνωθούνται οι μετανάστες.

H καταγγελία και ο φόβος, κριτήρια πολιτικής

Aυτό που παρακολουθούμε τα τελευταία χρόνια είναι μια αστυνομική, συνωμοτική και καταγγελτική προσέγγιση των προβλημάτων, με κοινό παρανομαστή το κλίμα φόβου και απειλής, όπου στο όνομα του έσχατου κινδύνου κάθε έννοια κοινωνικής αλληλεγγύης, κοινωνικής ηθικής και ανθρωπιάς καταργείται.

Πώς φτάσαμε όμως σ’ αυτή την κατάσταση; Ποιος αποκομίζει οφέλη από μια κοινωνία φοβική; Aπό όλη αυτή την κατάσταση επωφελείται βεβαίως το ΛAOΣ, όχι μόνο ωστόσο, ούτε είναι ο μοναδικός υπεύθυνος που φτάσαμε ως εδώ. Tόσο η NΔ όσο και το ΠAΣOK --αν και όχι με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό-- επωφελούνται άμεσα, αφού το ΛAOΣ κάνει τη "βρώμικη δουλειά" γι’ αυτούς. Tους απαλλάσσει από την ευθύνη παροχής στην κοινωνία του εξοπλισμού που της είναι απαραίτητος για να αντιμετωπίσει δημοκρατικά τις περιπέτειές της· κυρίως του οικονομικού και του πνευματικού εξοπλισμού. Όλα αυτά τα χρόνια των σκανδάλων, της διαφθοράς, της αδιαφάνειας, τα κρίσιμα εθνικά θέματα (η μετανάστευση ως εθνικό θέμα αντιμετωπίζεται), αποτελούσαν τα μεγάλα όπλα απέναντι σε μια κοινωνία που όσο πιο φοβισμένη τόσο το πλιάτσικο τύπου Zίμενς πέρναγε απαρατήρητο. Tο KKE όλο αυτό το διάστημα κατήγγελλε τον καπιταλισμό. Tο ΛAOΣ πανηγύριζε, που… "όλοι έρχονταν στα λόγια του".

Όσο για τον ΣYN/ΣYPIZA, που με κόστος μεγάλο επί πολλές δεκαετίες απέφυγε τον λαϊκισμό, τον καταγγελτισμό, τον βεντετισμό διάφορων "μοναχικών λύκων" και τις φημολογίες καφενείου, και στον οποίο η κοινωνία, συνθλιμμένη στη μέγγενη του δικομματικού αμοραλισμού και του καταγγελτισμού, προσέβλεψε για να ανανεώσει τον δημοκρατικό της εξοπλισμό, προκειμένου να οικοδομήσει μια νέα κοινωνική και πολιτική αλληλεγγύη, αυτός απλώς της γύρισε την πλάτη, και μάλιστα ακριβώς τη στιγμή που όλα έδειχναν ότι ήταν σχεδόν το μοναδικό κόμμα που "έπιανε" την πολυπλοκότητα των κοινωνικών αντιθέσεων.

Παρ’ όλα αυτά, παρά τα προβλήματα, την παθογένεια και την εσωστρέφεια που οι εσωτερικές αντιφάσεις δημιουργούν και τόσο μας ταλάνισαν και τραυμάτισαν αυτόν το χώρο, η ανάγκη ύπαρξης και ενίσχυσης του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ παραμένει ακόμη επιτακτική. Η ανάγκη μιας Αριστεράς με λόγο ανανεωτικό και συγχρόνως ριζοσπαστικό, εξωστρεφή, μαχητικό και τεκμηριωμένο, με λόγο και δράση που θα οικοδομεί τη νέα πολιτική και κοινωνική αλληλεγγύη -- και όχι μιας Αριστεράς που είτε μονίμως καταγγέλλει είτε τρώει η ίδια τις σάρκες της.

Κυριακή 13 Απριλίου 2008

[Ελλάδα] "Μακεδονικά" παραλειπόμενα

Τη Δευτέρα 31 Μαρτίου η εκπομπή του Γιάννη Πολίτη, στη ΝΕΤ, ήταν αφιερωμένη στο Μακεδονικό. Συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων, καθώς και ο δημοσιογράφος Γιώργος Κουβαράς. Έτσι, στη συζήτηση, εκτός από τους δύο δημοσιογράφους, πήραν μέρος ο Κ. Χατζηδάκης από τη Ν.Δ., ο Π. Ευθυμίου από το ΠΑΣΟΚ, ο Α. Σκυλάκος από το ΚΚΕ, ο Α. Καρίτζης από τον ΣΥΡΙΖΑ και ο Α. Οικονόμου από τον ΛΑ.Ο.Σ. Η εκπομπή θα ήταν πιθανότατα βαρετή και άνευ ουσίας --όπως οι περισσότερες του είδους--, καθώς είναι γνωστές τόσο οι θέσεις των κομμάτων για το Μακεδονικό όσο και οι απόψεις των δημοσιογράφων που έχουν αναλάβει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τη σταυροφορία υπέρ των "ελληνικών δικαίων", έτσι όμως όπως αυτά ορίζονται από συγκεκριμένες πολιτικές και ιδεολογικές δυνάμεις. Άλλωστε, στις περισσότερες το ενδιαφέρον εξαντλείται στις φωνές και τις αλληλοκατηγορίες του τύπου "τις πταίει" που φτάσαμε μέχρι εδώ, με τον εκπρόσωπο κατεξοχήν του ΛΑ.Ο.Σ να μοιράζει πιστοποιητικά πατριωτισμού στους εκπροσώπους των άλλων κομμάτων. Η συγκεκριμένη εκπομπή, ωστόσο, ανέδειξε κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία, τα οποία με παρακίνησαν να γράψω για το θέμα ετεροχρονισμένα, τώρα που η Ελλάδα αναδείχτηκε νικήτρια στην αναμέτρησή της με τη FYROM στο νατοϊκό πεδίο μάχης.

Στην εκπομπή λοιπόν, τοποθετήθηκαν αρχικά οι εκπρόσωποι των δύο μεγάλων κομμάτων, οι οποίοι μας γέμισαν πλήξη αλλά και αγανάκτηση, τόσο γι’ αυτά που είπαν όσο, κυρίως, για όσα δεν είπαν και τα οποία συνιστούν την ουσία του αδιεξόδου του Μακεδονικού (και μετά τη νίκη, το Μακεδονικό παραμένει σε αδιέξοδο). Κι αφού τοποθετήθηκε και ο εκπρόσωπος του ΚΚΕ, ήρθε η σειρά του Αντρέα Καρίτζη (ΣΥΡΙΖΑ), οπότε η συζήτηση απέκτησε ξαφνικά ενδιαφέρον.

Πρώτον, γιατί ο Καρίτζης έκανε μια πολύ καλή τοποθέτηση, μια αριστερή τοποθέτηση, με την οποία υπενθύμισε το αυτονόητο για την Αριστερά. Δηλαδή -- και ελπίζω να μη διαστρεβλώνω τα λεγόμενά του: Όταν δύο γειτονικές χώρες αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα, και όταν μάλιστα αυτό αφορά τον αυτοπροσδιορισμό του λαού της μιας, τότε οφείλουν να βρουν μια λύση σε ένα πλαίσιο (διακρατικό ή διεθνές), στο οποίο, πάνω από όλα, γίνεται σεβαστό το αίσθημα περί δικαίου των δύο λαών, κυρίως όμως το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού του λαού ο οποίος το διεκδικεί. Έτσι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Καρίτζη, το πλαίσιο εξεύρεσης λύσης δεν μπορεί να είναι το ΝΑΤΟ, αφού, όπως όλοι γνωρίζουμε, η αρχή του συγκεκριμένου οργανισμού συμπυκνώνεται στο δόγμα της πίεσης του δυνατού στον αδύνατο: με δυο λόγια, δεν υπάρχει δίκαιο μεταξύ δυνατού και αδυνάτου, δίκιο έχει πάντα ο δυνατός. Επομένως, το ΝΑΤΟ δεν μπορεί και δεν πρέπει να συνιστά πλαίσιο εκδήλωσης του πατριωτισμού ενός λαού, ούτε επίλυσης του οποιουδήποτε προβλήματος ανάμεσα σε δύο λαούς που σέβονται ο ένας τον άλλο. Αυτά είναι γνωστά, πασίγνωστα, και μάλιστα στην Αριστερά.

Αυτά τα πασίγνωστα είπε και ο Καρίτζης, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, προσπαθώντας να ωθήσει τη συζήτηση σε ένα ουσιαστικό επίπεδο, όπου τίθεται το εξής κομβικό ερώτημα: Γιατί η Ελλάδα άφησε επί τόσα χρόνια το Μακεδονικό να "σέρνεται", ώστε να το επιλύσει (ή να μην το επιλύσει) στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ; Το ερώτημα οδηγεί σε κάποιους συλλογισμούς πιο σύνθετους από αυτούς που διατύπωσαν οι εκπρόσωποι κυρίως των δύο μεγάλων κομμάτων. Στον συλλογισμό, λ.χ., ότι |ίσως| η Ελλάδα θεωρούσε ότι θα "εκβίαζε" μια ευνοϊκή για την ίδια λύση, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη της γείτονος να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Επομένως, η Ελλάδα έδρασε πολιτικά, συμμεριζόμενη ακριβώς την αρχή του ΝΑΤΟ, περί ισχυρού και αδύναμου.

Αυτό ήταν το πρώτο ενδιαφέρον σημείο της συζήτησης. Το δεύτερο αφορά την αντίδραση των συνομιλητών του Καρίτζη στην τοποθέτησή του. Περίμενα ασφαλώς ότι ο Κ. Χατζηδάκης θα αντιδρούσε, υπερασπιζόμενος την κυβέρνηση και τις επιλογές της. Περίμενα ότι ο εκπρόσωπος του ΛΑ.Ο.Σ. θα αντιδρούσε, υπερασπιζόμενος το μονοπώλιο πατριωτισμού του κόμματός του. Περίμενα ότι ο εκπρόσωπος του ΚΚΕ, για λόγους πίστης στην κομματική γραμμή, δεν θα έλεγε λέξη που θα υπέκρυπτε σύμπλευση με έναν εκπρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ. Πράγματι, όλοι τους αντέδρασαν κάπως έτσι, και μάλιστα χλιαρότερα από ό,τι φανταζόμουνα. Η σφοδρή αντίδραση προήλθε από το ΠΑΣΟΚ, διά στόματος Πέτρου Ευθυμίου. Δύο όψεις είχε αυτή η --ομολογουμένως μη αναμενόμενη-- αντίδραση, από τον εκπρόσωπο μάλιστα ενός σοσιαλιστικού κόμματος που διεκδικεί βεβαίως τη θέση του στον χώρο της ευρύτερης Αριστεράς. Η μια αφορά το ύφος της αντίδρασης, η άλλη την ουσία της. Ως προς τον τρόπο λοιπόν, ο Ευθυμίου σήκωσε το δάχτυλο στον Καρίτζη και του έκανε μάθημα πολιτικής, διεθνών σχέσεων και, βεβαίως βεβαίως, πατριωτισμού. Κι όλα αυτά σε ένα ύφος θα έλεγα δασκαλίστικο, που υποδήλωνε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι ο Καρίτζης, και δι’ αυτού ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι βαθιά νυχτωμένος από "σοβαρή πολιτική". Δεν ξέρω αν είναι προσωπική μου εντύπωση μόνο, αλλά είχα έντονη την αίσθηση ότι ο Ευθυμίου καταδείκνυε στο κοινό (μπορεί όχι εσκεμμένα, αλλά αυτό προέκυπτε από το ύφος του) ότι |τα παιδιά καλά κάνουν και παίζουν, αλλά όταν είναι να μιλήσουμε για τα σοβαρά, ας μιλήσουν τα σοβαρά κόμματα, κι όχι τα "παιδαρέλια" τύπου Τσίπρα ή Καρίτζη|. Ο Π. Ευθυμίου βρήκε συμπαραστάτες σε αυτή την κατεύθυνση, τον Κ. Χατζηδάκη αλλά και τον δημοσιογράφο Γ. Πολίτη ο οποίος (αν θυμάμαι καλά), δεν παρέλειψε, χαριτολογώντας, να τονίσει το νεαρόν της ηλικίας του Καρίτζη, που τον παρασύρει σε ενθουσιασμούς και ουτοπικές προσεγγίσεις.

Επί της ουσίας, το θέμα είναι σοβαρό. Ανέμενα ότι ο Ευθυμίου θα άρπαζε την ευκαιρία που πρόσφερε ο Καρίτζης, για να πιέσει τον εκπρόσωπο της Ν.Δ. αλλά και του ΛΑ.Ο.Σ., ώστε να ανοίξει τη συζήτηση στα επίπεδα ακριβώς που πρέπει να συζητηθεί το πρόβλημα, έτσι ώστε οι πολίτες να "διαπαιδαγωγούνται" και σε μια άλλη, μια αριστερή άποψη. Ας πούμε, ποια είναι η θέση του ευρύτερου χώρου της Αριστεράς, στον οποίο το ΠΑΣΟΚ ανήκει, για το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού ενός λαού, αλλά και πώς ορίζει και από ποιους ορίζεται το αίσθημα περί δικαίου ενός λαού -- του ελληνικού στην προκειμένη περίπτωση; Γιατί στην Ελλάδα του 21ου αιώνα μόνο συγκεκριμένοι πολιτικοί και ιδεολογικοί φορείς οικειοποιούνται το μονοπώλιο του προσδιορισμού του ελληνικού δικαίου, ένα δίκιο που αναπαράγεται στις τηλεοράσεις όπου οι αντίθετες απόψεις αποκλείονται ως "εθνοπροδοτικές" ή, στην καλύτερη περίπτωση, παιδαριώδεις; Ακόμη, ποια είναι η θέση αυτού του χώρου για το πλαίσιο στο οποίο πρέπει να επιλύονται τέτοια προβλήματα; Τέλος, ποια είναι η θέση της Ελλάδας, όπως τη διεκδικεί η Αριστερά, στα Βαλκάνια.

Αντιθέτως, όλη η συζήτηση --με τη συμβολή, δυστυχώς, του Π. Ευθυμίου-- εξαντλήθηκε στους ηρωισμούς για το βέτο που θα ασκήσει η Ελλάδα, για την εθνική ομοψυχία μπροστά στον επεκτατισμό της FYROM, για την πίεση που μας ασκεί η Αμερική, και μάλιστα σε μας που είμαστε επί 55 χρόνια μέλη του ΝΑΤΟ (ιδού πως κεφαλοποιείται πολιτικά, σε εσωτερικό επίπεδο, η αρχή περί δυνατού και αδυνάτου). Εν ολίγοις, εμφανίστηκε και πάλι μια Ελλάδα "έθνος ανάδελφον" (ευτυχώς ο Σαρκοζί μας διέψευσε), απειλούμενη από όλες τις μεριές, μια Ελλάδα που αντιστέκεται στον ιμπεριαλισμό -- ασχέτως αν αυτό τον ιμπεριαλισμό περιμέναμε κι εμείς, για να επιβάλουμε το δίκιο μας στη γείτονα. Το επιχείρημα ότι η γειτονική χώρα έχει αναπτύξει --σε πολλές περιπτώσεις-- έναν ακραίο εθνικισμό δεν συνιστά άλλοθι, τουλάχιστον για την Αριστερά, ώστε να αποδέχεται τους όρους που θέτουν η Δεξιά και οι εθνικιστικές δυνάμεις αυτού του τόπου. Το Μακεδονικό έχει εξελιχθεί σε ένα ακανθώδες πρόβλημα, κυρίως γιατί, αφενός, οδηγεί σε μια άνευ προηγουμένου αντιπαλότητα μεταξύ των δύο γειτονικών λαών και, αφετέρου, επειδή καθιστά την Ελλάδα μέρος του προβλήματος: του νέου "βαλκανικού προβλήματος", το οποίο με το Κόσσοβο ενδέχεται να πάρει άλλες διαστάσεις.

Το Μακεδονικό λοιπόν έχει εξελιχθεί σε ακανθώδες πρόβλημα, έστω κι αν η Ελλάδα κέρδισε τη μάχη του ΝΑΤΟ. Κι αυτό γιατί η κυβέρνηση (με τη συναίνεση του ΠΑΣΟΚ) "πουλάει" αντιιμπεριαλιστική πολιτική (εναντίον των ΗΠΑ), με δίαυλο ωστόσο το πλαίσιο ενσάρκωσης του ιμπεριαλισμού --το ΝΑΤΟ--, υποδεικνύοντας μάλιστα ως δάκτυλο του ιμπεριαλισμού τη γείτονα. Έχει εξελιχθεί, τέλος, σε ακανθώδες πρόβλημα γιατί και ο γειτονικός λαός μάς αντιμετωπίζει πλέον ως τον "ιμπεριαλιστή" των Βαλκανίων, ο οποίος δεν του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει το όνομα που επιθυμεί. Ασχέτως αν και η FYROM, με τις πλάτες των ΗΠΑ, προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τον ισχυρό σύμμαχο για να επιβάλλει το δίκιο της, πράγμα αυτό ιδιαίτερα ανησυχητικό. Πρώτον, γιατί ξαναγυρίζουμε σε μια παλιά αλλά τόσο γνωστή και επαναλαμβανόμενη στην περιοχή μας ιστορία όπου τα αντίπαλα μέρη θεωρούν, το καθένα για τον εαυτό του, ότι το δικό του εθνικό δίκαιο εμπεριέχει εκ των πραγμάτων αντιιμπεριαλισμό, ενώ το άλλο μέρος είναι ο δάκτυλος του ιμπεριαλισμού. Δεύτερον, γιατί οι όποιες αριστερές ή μετριοπαθείς δυνάμεις της FYROM δυσκολεύονται πλέον εξαιρετικά, σε αυτό το περιβάλλον όξυνσης, να έχουν φωνή.

Όλα αυτά, και άλλα πολλά, που καθιστούν το πρόβλημα ακανθώδες, ο Π. Ευθυμίου --δεν είναι ο μόνος βέβαια, τον αναφέρω απλώς ως παράδειγμα-- δεν τα εντόπισε, δεν τα ονομάτισε, δεν τα ανέλυσε τη Δευτέρα το βράδυ. Αναλώθηκε σε μαθήματα πολιτικής και διπλωματικής συμπεριφοράς, αφήνοντας ακόμη μια φορά ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία να δώσει το πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα του κόμματός του σε αυτό το δύσκολο, έτσι όπως κατάντησε, πρόβλημα. 


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]