Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έθνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έθνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

[Κύπρος - πολιτική] Τα εγκλήματα του τουρκικού στρατού στην Κύπρο / Ή Όταν το πολιτικό θάρρος και η πολιτική λεβεντιά έχουν γυναικείο πρόσωπο


Στην τουρκοκυπριακή Βουλή η βουλευτής Ντοούς Ντεριάτόλμησε να αποκαλύψει το πιο σκοτεινό πρόσωπο του εθνικισμούτου δικού της έθνους, όχι του εχθρικού,θέτοντας την ίδια της τη ζωή σε άμεσο κίνδυνο


Κι ενώ η ελληνική κοινωνία ζει σε ένα απίστευτα νοσηρό κλίμα, με το οποίο αναπαράγεται ένα παρελθόν που όλοι και όλες θα θέλαμε να απασχολεί μόνο τους ιστορικούς, κάποιες άλλες κοινωνίες προσπαθούν να χειραφετηθούν με κόπο από το βαρύ παρελθόν τους. Κι ενώ η ελληνική κοινωνία, στην πιο κρίσιμη φάση της μεταπολιτευτικής της ιστορίας, έχει ένα άθλιο, στην πλειοψηφία του, πολιτικό προσωπικό το οποίο, είτε «διδάσκει» μαγκιά και ματσισμό (π.χ. μυρίζει γυναικεία παλτά), είτε επιβάλλει διά του φόβου την υποταγή, κάπου αλλού κάποιοι πολιτικοί «διδάσκουν» αντίσταση και ξαναμαθαίνουν μια κοινωνία να μη φοβάται. Κάπου αλλού σε κάποιες άλλες κοινωνίες οι γυναίκες πολιτικοί δεν μιμούνται από την ανάποδη τον ματσισμό κάποιων ανδρών συναδέλφων τους, αλλά «πετάνε στη μούρη» του απόλυτα ματσιστή –του στρατού– τα εγκλήματά του. Στην Κύπρο, στην τουρκοκυπριακή Βουλή –ναι, σε αυτή την ψευδοβουλή– μια γυναίκα βουλευτής, με θάρρος, παρρησία και τη λεβεντιά που μόνο οι εν επιγνώσει άνθρωποι έχουν, κατήγγειλε τα εγκλήματα του τουρκικού στρατού κατά την εισβολή του 1974. Κατήγγειλε κυρίως τους βιασμούς σε βάρος των Ελληνοκύπριων γυναικών και έδειξε έτσι ότι πραγματική αντίσταση κάνει ένας άνθρωπος όταν ορθώνει το ανάστημά του απέναντι στα «ιερά και τα όσια του έθνους του».

Η Ντοούς Ντεριά λοιπόν, βουλευτής του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος (Αριστερά), είναι η γυναίκα που τόλμησε να μιλήσει ξεκάθαρα εναντίον του απόλυτου συμβόλου του τουρκικού έθνους, εναντίον του «λυτρωτή των Τουρκοκυπρίων», εναντίον του απόλυτου συμβόλου της αρρενωπότητας, του ανδρισμού και της δύναμης του έθνους. Η Ντοούς Ντεριά, μια σταλιά γυναίκα, τόλμησε να αποκαλύψει στους συμπατριώτες/-ισσές της το πιο σκοτεινό πρόσωπο του σεξισμού και του ματσισμού, το πιο σκοτεινό πρόσωπο του εθνικισμού του δικού της έθνους, όχι του άλλου έθνους, του εχθρικού, το πιο σκοτεινό πρόσωπο μιας εισβολής σε μια άλλη χώρα του στρατού του δικού της έθνους, όχι του βολικού άλλου, του εχθρού –των βιασμών λοιπόν του απελευθερωτή στρατού– θέτοντας την ίδια της τη ζωή σε άμεσο κίνδυνο. Γιατί με αυτή την πράξη της η Ντοούς έκανε τον εαυτό της στόχο, και μάλιστα στόχο του ακραία μάτσο εθνικισμού, όπως είναι πάντα αυτός που επιβάλλει με τα όπλα ο στρατός. Τα δημοσιεύματα στις τουρκοκυπριακές και τις τουρκικές εφημερίδες, οι αντιδράσεις εναντίον της, το γεγονός ότι υποχρεώνεται να κρύβεται, το αποδεικνύουν. Η Ντοούς όμως ξέρει ότι μια κοινωνία χειραφετείται, μια κοινωνία τολμά να αναθεωρήσει τη μνήμη της και να ξαναδεί με θάρρος το παρελθόν, επομένως και το μέλλον της, όταν έχει πολιτικούς που θέτουν σε κρίση τα δικά της άκριτα, που ομολογούν τα δικά της ανομολόγητα, που λαλούν τα δικά της αλάλητα. Όχι του αντίπαλου, όχι του εχθρού, αλλά τα δικά της.

Η Ντοούς Ντεριά είναι μια αριστερή πολιτικός που γνωρίζει ότι για να υπάρξει ομοσπονδία στην Κύπρο πρέπει οι πολιτικοί να «αμαρτήσουν», να θέσουν στην πολιτική ατζέντα αυτά που επιβλήθηκαν στην κοινωνία τους (δηλαδή στη δική τους κοινότητα) ως ιερά και όσια. Η Ντοούς Ντεριά είναι επί της πολιτικής ουσίας φεμινίστρια, γιατί γνωρίζει ότι ο φεμινισμός δεν απαντά στον ματσιμό με γελοία και χυδαία υπονοούμενα, αλλά φτιάχνει εναντίον του ξεκάθαρα εννοούμενα, εναντίον κατεξοχήν του φορέα του ματσισμού – του εθνικισμού και του ένοπλου ενσαρκωτή του, του στρατού. Από την ελληνοκυπριακή πλευρά, οι καταγγελίες της Ντοούς έγιναν γενικώς αποδεκτές με την ικανοποίηση αυτού που χαίρεται όταν κάποιος από τις τάξεις του «εχθρού» αποκαλύπτει τα εγκλήματα της άλλης πλευράς. Οι καταγγελίες λοιπόν ικανοποίησαν το αίσθημα αυτοδικαίωσης των Ελληνοκυπρίων, το αίσθημα της δικαίωσης του θύματος που έχει υποστεί τα πάνδεινα από τον εχθρό. Ωστόσο υπήρξαν και κάποιοι πολιτικοί που κατάλαβαν επί της ουσίας την πράξη της Ντοούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δήλωση του πρώην προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, του Δημήτρη Χριστόφια, ο οποίος τόνισε την ανάγκη αναθεώρησης της μνήμης και των δύο κοινοτήτων. Ξαναμίλησε λοιπόν (είχε μιλήσει και ως υποψήφιος πρόεδρος) για τους τάφους των δολοφονημένων από τους Ελληνοκύπριους Τουρκοκυπρίων, ξαναμίλησε δηλαδή για την ανάγκη να ξαναπιάσει η ελληνοκυπριακή κοινότητα το νήμα της μνήμης της, όχι από το 1974 αλλά από το 1963, και να ξαναδεί μαζί με την τουρκοκυπριακή κοινότητα ότι η κοινή τους μνήμη έχει πολύ εθνικισμό, πολύ ματσισμό, και γι’ αυτό πολύ αίμα. Ο Χριστόφιας γνωρίζει (και τονίζει) ότι ο εθνικισμός είναι προϊόν του ιμπεριαλισμού, ακόμη κι όταν τον πολεμά, και με αυτό δεν αφήνει κανένα περιθώριο ότι η Αριστερά για να είναι αντιιμπεριαλιστική πρέπει να είναι καταρχήν αντιεθνικιστική.

Θα αναρωτηθεί βέβαια κανείς τι νόημα έχει να ασχοληθούμε με την Κύπρο σε μια περίοδο που η δική μας χώρα διανύει μία από τις πιο βαθιές κρίσεις του πολιτικού συστήματός της. Θεωρώ ότι έχει νόημα, ειδικά τώρα. Ειδικά τώρα λοιπόν που ένα μέρος του πολιτικού προσωπικού, όχι μόνο δεν έχει το θάρρος μιας Ντοούς, αλλά αντιθέτως δείχνει όλη την αθλιότητά του. Και δεν μιλώ μόνο για την κυβέρνηση η οποία, προκειμένου να μη χάσει την εξουσία, χρησιμοποιεί τον πιο άθλιο εκφοβισμό (όπως κάποτε τα στελέχη της χρησιμοποιούσαν μια εξίσου άθλια μαγκιά) για να κρατά μια κοινωνία ζαρωμένη και μαραμένη από φόβο (όπως κάποτε την ντοπάριζε με έναν ψεύτικο τσαμπουκά). Μιλώ για όλη αυτή την αθλιότητα των ανεξάρτητων βουλευτών, και όχι μόνο. Είναι θλιβερό μια κοινωνία που καταρρέει να εξαρτάται από κάποιους αξιοθρήνητους πολιτικούς οι οποίοι επιτείνουν με τη στάση τους στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας τη νοσηρότητα του πολιτικού κλίματος. Μιλώ για όλους αυτούς τους πολιτικούς που χωρίς πολιτικό θάρρος και τόλμη αναπαράγουν τον βλακώδη εαυτό τους, που διαπραγματεύονται την πολιτική ανυπαρξία τους, που γίνονται παράγοντες σε μια χώρα που όλη η πολιτική ζωή περνά μέσα από την τηλεόραση και που γίνεται για την τηλεόραση. Στην πιο κρίσιμη ιστορική στιγμή αυτής της κοινωνίας τα πάντα παίζονται στα παλτά και τα αντιπαλτά, στους χρηματισμούς και τις καταγγελίες των χρηματισμών, στις δηλώσεις και τις αντιδηλώσεις κάποιων πολιτικών που μόνο ντροπή προκαλούν. Και όλα αυτά τη στιγμή που αυτή η κοινωνία καταρρέει, τη στιγμή που αυτή η κοινωνία πρέπει να μάθει να αντιστέκεται, τη στιγμή που αυτή η κοινωνία πρέπει με τη διαδικασία του κατεπείγοντος να αναθεωρήσει τη μνήμη της προκειμένου να έχει μέλλον. Τι κρίμα να γίνονται όλα αυτά, όχι σε μια ψευδοβουλή αλλά σε μια Βουλή.


[Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Χρόνος τον Δεκέμβριο του 2014.]

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

[Εξωτερική πολιτική] Η ΑΟΖ, το Κυπριακό, η Τουρκία: Τι σημαίνει αριστερή πολιτική στα «εθνικά θέματα»;

Πέραν της «τουρκικής προκλητικότητας» και των εθνικών στερεοτύπων 

Συνέντευξη της Σίας Αναγνωστοπούλου στον Στρατή Μπουρνάζο 


Τον τελευταίο καιρό μιλάμε πολύ για την ΑΟΖ, και ειδικά την κυπριακή ΑΟΖ. Τι σημαίνει ΑΟΖ και ποια είναι η σημασία της;

Η ΑΟΖ, η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, είναι μια πολύ νέα έννοια –προέκυψε, καταρχάς, από την ανάγκη διευθέτησης της διαμάχης για την αλιεία– και προβλέπεται από τη συνθήκη του Δικαίου της Θάλασσας του 1982. Είναι μια ζώνη 200 ναυτικών μιλίων μέσα στην οποία το κράτος δεν έχει κυριαρχία αλλά κυριαρχικά δικαιώματα, και συγκεκριμένα το δικαίωμα στους φυσικούς πόρους μέσα σε αυτή τη ζώνη. Η ΑΟΖ μπορεί να ανακηρυχθεί μονομερώς από ένα κράτος μόνο στην περίπτωση που το όμορο στη θάλασσα κράτος απέχει 400 και πλέον μίλια. Σε περίπτωση μικρότερης απόστασης, η ΑΟΖ δεν ανακηρύσσεται, αλλά οριοθετείται έπειτα από συμφωνία με το κράτος ή τα κράτη που έχουν μέτωπο στην ίδια θάλασσα. Αρχή λοιπόν της οριοθέτησης της ΑΟΖ (σε όμορα κράτη) είναι η συναίνεση. Ως εκ τούτου, πρόκειται μεν για μια ζώνη οικονομική (φυσικών πόρων και εκμετάλλευσής τους), που αποκτά ωστόσο μεγάλο πολιτικό και, κατά συνέπεια, συμβολικό βάρος. Από τη στιγμή που η ανακάλυψη των φυσικών πόρων (εξόρυξη υδρογονανθράκων) συνιστά παράγοντα μερικής έστω αλλαγής των ισορροπιών σε μια περιοχή, η ΑΟΖ αποκτά γεωπολιτική σημασία. Στην οριοθέτησή της, λοιπόν, αποτυπώνονται πολιτικές στρατηγικές και στοχεύσεις, αλλά και ιδεολογικοί προσανατολισμοί: η οριοθέτηση της ΑΟΖ γίνεται για την οικονομική ευμάρεια των κοινωνιών της περιοχής ή για λόγους γεωπολιτικού ανταγωνισμού;
Η κυπριακή ΑΟΖ οριοθετήθηκε το 2004. Το σχέδιο Ανάν δεν προέβλεπε ΑΟΖ για το ομόσπονδο κράτος και η Κυπριακή Δημοκρατία με τον τότε πρόεδρο Τάσσο Παπαδόπουλο αποφάσισε, πριν από το δημοψήφισμα, να προχωρήσει στην οριοθέτησή της, με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τον Λίβανο (η οριοθέτηση με τον Λίβανο δεν έχει ακόμα εγκριθεί από τη Βουλή του).

Τι μεσολάβησε έκτοτε και πού βρισκόμαστε σήμερα;

Οι συγκλίσεις που επιτεύχθηκαν κατά την προηγούμενη φάση των συνομιλιών μεταξύ Χριστόφια-Ταλάτ αλλά και Χριστόφια-Έρογλου διασφάλιζαν τον τρόπο με τον οποίο η ομοσπονδιακή Κυπριακή Δημοκρατία θα χειριζόταν τόσο τους φυσικούς πόρους όσο και τις θαλάσσιες ζώνες της. Εν ολίγοις, η ΑΟΖ αποτελούσε το σημείο τομής για τη συγκρότηση ενός κοινού, κυπριακού συμφέροντος και εντάχθηκε στην προοπτική της λύσης του Κυπριακού. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους αποτελούσαν το κομβικό σημείο της πολιτικής Χριστόφια για το Κυπριακό. Σήμερα, έτσι όπως εξελίσσεται η κατάσταση, φαίνεται ότι οι διαπραγματεύσεις απαξιώνονται· και μαζί με αυτές απαξιώνονται οι Τουρκοκύπριοι. Το Κυπριακό μοιάζει να μεταφέρεται στη θάλασσα, στη «γεωπολιτική παλαίστρα» της ανατολικής Μεσογείου, μπαίνει λοιπόν σε ένα μεγάλο γεωπολιτικό παιχνίδι εν εξελίξει.

 

Το γεωπολιτικό παιχνίδι στη Μέση Ανατολή


Ας σταθούμε λίγο σε αυτό το γεωπολιτικό παιχνίδι.

Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή βρίσκεται σε ιδιαίτερα κρίσιμο σημείο. Ίσως για πρώτη φορά μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βλέπουμε τέτοια κατάρρευση των κοινωνιών και των κρατών της περιοχής. Οι ΗΠΑ, τα τελευταία χρόνια, κι αφού συνέβαλαν αποφασιστικά στην κατάρρευση, προσπαθούν να αποφύγουν την άμεση εμπλοκή τους, αφήνοντας την κατάσταση στα χέρια έμπιστων «τοποτηρητών» τους. Η Τουρκία φαινόταν ότι μπορεί να είναι ένας τέτοιος «τοποτηρητής»: ένα κράτος «δυτικό», μετριοπαθούς Ισλάμ και με προοπτική ένταξης στην Ε.Ε., ένα κράτος λοιπόν πρότυπο για τα υπόλοιπα κράτη, ειδικά μετά το ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης. Όμως σε ένα παγκόσμιο σύστημα, όπου ο ιμπεριαλισμός έχει αποκτήσει πολυπολικότητα, κάθε πόλος επιδιώκει την αυτονόμησή του, τη διαμόρφωση ενός δικού του χώρου ηγεμονίας. Πολύ περισσότερο που στο ακραία ανταγωνιστικό σύμπαν, το οποίο οικοδομεί ο νεοφιλελευθερισμός, η διαμόρφωση χώρου ηγεμονίας αποτελεί προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του ρόλου του πόλου. Η Τουρκία, ειδικά την τελευταία περίοδο, παίζει ως μια «μεταδυτική» δύναμη, ένας νεοφιλελεύθερος, «σουνιτικός» πόλος στην περιοχή. Θεωρώ λοιπόν ότι, στο όνομα της μεγάλης πολιτισμικής ενότητας (ενός μουσουλμανικού, σουνιτικού κόσμου) που επικαλείται, επιδιώκει την ηγεμονία στον μεγάλο εμπορικό και ενεργειακό δρόμο που αποτελεί η Ανατολική Μεσόγειος (30% του παγκόσμιου εμπορίου και 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου). Ωστόσο, αυτή η «μεταδυτική» πολιτική της Τουρκίας ενέχει μεγάλους κινδύνους για την ίδια, κυρίως στο εσωτερικό της.

Ο όρος που χρησιμοποιείται σταθερά και κυριαρχεί στα κυρίαρχα ελληνικά μίντια, για να ερμηνευθεί η πολιτική της Τουρκίας, είναι η «προκλητικότητα». Πώς τον σχολιάζεις;

Διαβάζοντας την πολιτική της Τουρκίας μόνο ως πρόκληση, και ειδικά απέναντί μας –κι αυτό κάνουμε κατά κόρον– περιορίζουμε αυτομάτως το εύρος της ανάλυσής μας, επομένως και της πολιτικής που πρέπει να ασκήσουμε. Θέλω να είμαι σαφής. Η χρήση του όρου, σε ένα βαθμό, είναι δικαιολογημένη: οι «βόλτες» του Μπαρμπαρός, λ.χ., στην κυπριακή ΑΟΖ αποτελούν αναμφισβήτητα επιθετική πράξη. Ο όρος προκλητικότητα όμως μας εγκλωβίζει, γιατί περιορίζει την ανάγνωση της Τουρκίας στο πλαίσιο της σύγκρουσης δύο αιώνιων εχθρών, που ο ένας μονίμως καταπατεί τα εθνικά δίκαια του άλλου, και όχι στο πλαίσιο δύο γειτονικών κρατών με ενίοτε αντίπαλα και συγκρουόμενα συμφέροντα, σε μια περιοχή μεγάλων και πολύπλοκων ανταγωνισμών.
Τα πράγματα είναι σύνθετα και, βέβαια, δεν περιστρέφονται γύρω από εμάς. Στην περίπτωση της κυπριακής ΑΟΖ, πράγματι η Τουρκία, βασιζόμενη στη ναυτική της υπεροχή απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία, προκαλεί· ο στόχος όμως της πρόκλησης δεν είναι αποκλειστικά η Κυπριακή Δημοκρατία ούτε, μέσα από αυτήν, η Ελλάδα. Ο στόχος είναι πολύ ευρύτερος και αφορά το Ισραήλ, την Αίγυπτο, καθώς και άλλα κράτη-πόλους. Η παρουσία της Ρωσίας και της Κίνας στην περιοχή δείχνουν ότι το παιχνίδι είναι ευρύτερο. Το γεγονός επίσης ότι η διεθνής κοινότητα έχει πολύ χλιαρή αντίδραση απέναντι σε αυτή τη στάση της Τουρκίας επιβεβαιώνει το μέγεθος των ανταγωνισμών και των δύσκολων ισορροπιών στην περιοχή.

 

Γεωπολιτικοί άξονες και συμμαχίες Ελλάδας και Κύπρου


Μένοντας στο ζήτημα των ανταγωνισμών και των δύσκολων ισορροπιών, πρέπει ασφαλώς να μιλήσουμε για τη συμμαχίες που διαμορφώνουν η Ελλάδα και η Κύπρος στην περιοχή.

Η «στενή» ανάγνωση της Τουρκίας υπό το πρίσμα της προκλητικότητάς της και της παραβίασης των «εθνικών δικαίων» μας, μπορεί να οδηγεί την Ελλάδα αλλά και την Κυπριακή Δημοκρατία σε διαμόρφωση γεωστρατηγικών αξόνων που, έχοντας ως στόχο το «στρίμωγμα» του εθνικού εχθρού, εμπλέκουν τα δύο κράτη ακόμη περισσότερο στους γεωστρατηγικούς ανταγωνισμούς, επομένως και στις προκλήσεις της Τουρκίας. Ασφαλώς η Κυπριακή Δημοκρατία χρειαζόταν να συνεννοηθεί με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, αφού με αυτές τις χώρες έπρεπε να οριοθετήσει την ΑΟΖ, ωστόσο οι άξονες και οι συμμαχίες είναι κάτι διαφορετικό.
Πολύ φοβάμαι, δηλαδή, ότι η συμμαχία Ελλάδας-Κύπρου με το Ισραήλ και την Αίγυπτο εντάσσεται στη λογική ενός γεωστρατηγικού άξονα για να «στριμωχτεί» η Τουρκία. Και αυτό δεν το λέω μόνο από αριστερή σκοπιά (πώς μπορείς να συμμαχείς με τέτοια στρατοκρατικά και καταπιεστικά καθεστώτα;), αλλά και από μια ρεαλιστική σκοπιά: Μπορούν τέτοιοι άξονες να διευκολύνουν τη λύση του Κυπριακού και των ανοικτών ελληνοτουρκικών προβλημάτων, να «στριμώξουν» την Τουρκία; Εκτιμώ ότι –αν πράγματι ο φόβος μου περί τέτοιου άξονα έχει βάση– η Κύπρος κινδυνεύει να γίνει το επίκεντρο μεγάλων και μικρότερων ανταγωνισμών (και Ελλάδας-Τουρκίας), μέσα από την οποία επιδιώκεται η λύση όχι του Κυπριακού αλλά δίνεται η ευκαιρία στην Ελλάδα είτε για «στρίμωγμα» της Τουρκίας για άλλα θέματα (για παράδειγμα της οριοθέτησης της ελληνικής ΑΟΖ στις «δύσκολες» περιοχές), είτε για να ενισχύσει, μέσω της Κύπρου, τη γεωστρατηγική της ισχύ στην Ανατολική Μεσόγειο. Και η προϊστορία του κ. Σαμαρά και του περιβάλλοντός του δεν μου εμπνέει καμιά εμπιστοσύνη για τον χειρισμό των «εθνικών θεμάτων» μας. Φοβάμαι λοιπόν μήπως, όπως κάποτε το Κυπριακό εντάχθηκε από τέτοιους χειρισμούς στους μεγάλους ψυχροπολεμικούς ανταγωνισμούς στην περιοχή, στην παρούσα φάση «μεσανατολικοποιηθεί», κάτι που θα διευκολύνει και την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, για λόγους «προστασίας».
Όπως έλεγα πριν, επί Χριστόφια και Ταλάτ η λογική ήταν ότι ο φυσικός πλούτος της κυπριακής ΑΟΖ έφτιαχνε ένα κοινό κυπριακό συμφέρον. Ανησυχώ ότι η κυβέρνηση Αναστασιάδη, κυρίως με την παύση των συνομιλιών, αποκλείει τους Τουρκοκύπριους από αυτό το συμφέρον, καθιστώντας αυτό τον πλούτο γεωστρατηγικό εργαλείο. Κατά τη γνώμη μου, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει οπωσδήποτε να συνεχίσει τις συνομιλίες, παραπέμποντας το ζήτημα της παραβίασης της ΑΟΖ από την Τουρκία σε διεθνείς οργανισμούς (είτε στο διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είτε σε αυτό του Δικαίου της Θάλασσας). Διακόπτοντας τις συνομιλίες, όχι μόνο απαξιώνει την τουρκοκυπριακή κοινότητα αλλά εγκλωβίζει τις συνομιλίες στις «διαθέσεις» της Τουρκίας: θα ξαναρχίσουν όταν το Μπαρμπαρός φύγει από την ΑΟΖ. Με λίγα λόγια, παρακάμπτονται οι Τουρκοκύπριοι και στο κάδρο του Κυπριακού μπαίνει μόνο η Τουρκία (και από την πίσω πόρτα η Ελλάδα;), και μάλιστα σε μια εποχή μεγάλης κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Σκέφτομαι τον μνημειώδη λόγο του Μακάριου στον ΟΗΕ μετά την τουρκική εισβολή, όταν απέναντι στην καταστροφή του ’74 –στην οποία οδήγησε και η πολιτική της δεκαετίας του ’60, στην οποία ο ίδιος πρωταγωνίστησε– τόνισε ότι η επιβίωση του κυπριακού κράτους εξαρτάται άμεσα από τους Τουρκοκύπριους, από τον δικοινοτικό χαρακτήρα του κράτους, ανεξαρτήτως Τουρκίας και Ελλάδας. Γιατί, τότε, είχε, επιτέλους, αντιληφθεί ότι ο μη δικοινοτικός χαρακτήρας της Κυπριακής Δημοκρατίας την βάζει σε μέγιστες περιπέτειες.

Συνεχίζοντας, στο ίδιο θέμα, ας δούμε την πρόσφατη συμφωνία «ενοποίησης» των υδάτων μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου.

Εξέφρασα τον φόβο μου για τους χειρισμούς Σαμαρά και Αναστασιάδη με αφορμή και τη συμφωνία για την «ενοποίηση των υδάτων» που παρουσιάστηκε με τυμπανοκρουσίες, κυρίως στην Κύπρο. Κι ενώ πρόκειται για μια συνηθισμένη συμφωνία έρευνας και διάσωσης, σε αυτά τα ύδατα, τροφοδοτεί μια εθνικιστική ρητορική που δηλητηριάζει ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα στην Κύπρο, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Πολύ περισσότερο που οι συνομιλίες έχουν διακοπεί και η Τουρκία «κόβει βόλτες» με το Μπαρμπαρός. Το σκηνικό παραπέμπει, σε κάποια σημεία, σε αυτό της δεκαετίας του ’90 με τα δόγματα περί «ενεργών ηφαιστείων» και την «πυραυλολογία», που προκάλεσαν τεράστια ζημιά στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό. Τροφοδοτείται η λογική που είχε κυριαρχήσει τότε, στην εποχή του ενιαίου αμυντικού δόγματος, του ενιαίου χώρου του ελληνισμού απέναντι στον προαιώνιο εχθρό, όπου η Κυπριακή Δημοκρατία καλείται να παίξει το ρόλο του «προμαχώνα». Εδώ έρχονται και «κουμπώνουν» οι μεγαλοστομίες περί «δυναμικών απαντήσεων» στον προαιώνιο εχθρό, από ανθρώπους του περιβάλλοντος του πρωθυπουργού (λ.χ. Φαήλος Κρανιδιώτης), μεγαλοστομίες που ενισχύουν τους φόβους παρά τους κατευνάζουν.
Οι «δυναμικές απαντήσεις» όμως υπαινίσσονται πόλεμο. Ασφαλώς, δεν θεωρώ ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι, σε οποιαδήποτε περίπτωση, υπέρ του πολέμου με την Τουρκία. Αυτή η εθνικιστική ρητορική όμως περιορίζει επικίνδυνα τα περιθώρια της διαπραγμάτευσης στο Κυπριακό, καθώς και της αναζήτησης ουσιαστικού εδάφους συνεννόησης Ελλάδας-Τουρκίας. Παράλληλα, νομιμοποιεί την κούρσα των εξοπλισμών από την οποία έχει επωφεληθεί τα μέγιστα μια «τάξη υπερπατριωτών» (άλλοι είναι στη φυλακή, άλλοι πρόκειται να μπουν, και μάλλον ακολουθούν πολλοί ακόμα), και νομιμοποιεί την «προστασία» του ΝΑΤΟ. Άπειρες φορές ανέβηκαν οι τόνοι και άπειρες φορές κατέβηκαν «χάρη στην παρέμβαση» των «συμμάχων μας». Μοιάζει σαν φάρσα: το ΝΑΤΟ αφήνει τους δύο προαιώνιους να κάνουν προσομοιώσεις πολέμου, που δικαιολογούν και τους εξοπλισμούς, και όταν τα πράγματα σκουρύνουν τότε επεμβαίνει για να μας λύσει τα προβλήματα. Στο μεταξύ ωστόσο αυτό το έθνος βιώνει μονίμως το άδικο, τον φόβο και την απειλή από έναν πανίσχυρο και ανεξέλεγκτο εθνικό εχθρό.
Το μεγάλο μου ερώτημα είναι: Ως κοινωνία, γιατί επιτρέπουμε να παίζεται αυτό το παιχνίδι σε βάρος μας; Η Τουρκία είναι πράγματι ένας δύσκολος γείτονας, με τον οποίο έχουμε πολλά ανοικτά θέματα. Όμως, από τη στιγμή που δεν θέλουμε πόλεμο, τότε η διεκδίκησή μας πρέπει να είναι μία: η ανεύρεση τρόπων επίλυσης των ανοικτών προβλημάτων. Επίλυσης, που θα κοστίζει λιγότερο από τον πόλεμο ή την προσομοίωση πολέμου.

 

Ιμπεριαλισμός, αντιιμπεριαλισμός και αριστερή πολιτική


Με όσα λες, αλλά και όλα όσα έχεις γράψει, σκιαγραφείς για την Αριστερά μια ερμηνευτική και πολιτική γραμμή εντελώς διαφορετική από τη γνωστή «αντιιμπεριαλιστική»

Καταρχάς, για την Αριστερά το μείζον ζήτημα είναι να πολιτικοποιήσει τα «εθνικά δίκαια», να τα ξανασυζητήσει διαλεκτικά και όχι ως αμετακίνητα, υπεράνω ιδεολογίας και πολιτικής αξιώματα. Ας μην ξεχνάμε ότι τα «εθνικά δίκαια» δεν τα όρισε η Αριστερά· τα όρισαν κατεξοχήν οι πολιτικές δυνάμεις που είχαν την ηγεμονία και ήθελαν να διαιωνίζουν την ηγεμονία τους, περιθωριοποιώντας τους εχθρούς τους ως «προδότες». Όταν τα «εθνικά θέματα» δεν αποτελούν μέρος του ανοικτού, δημοκρατικού διαλόγου, τότε κάποιες αυταρχικές κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις επωφελούνται. Τότε, κάποιοι οικειοποιούνται μονοπωλιακά την βούληση του έθνους και τη διαχειρίζονται όπως θέλουν. Δεν μπορούμε λοιπόν να μιλάμε για «αριστερό πατριωτισμό», βάζοντας απλώς αριστερό πρόσημο στα «εθνικά δίκαια», τα οποία οι αντίπαλες της Αριστεράς δυνάμεις όρισαν ως αμετακίνητα. Δεν μπορούμε να μιλάμε για αντιιμπεριαλισμό, πατώντας πάνω στα «δίκαια» αυτά, έτσι όπως τα όρισαν οι ηγεμονικές τάξεις και μάλιστα σε συγκεκριμένες περιόδους.
Αριστερή, αντιιμπεριαλιστική πολιτική δεν σημαίνει έναν εύκολο αντιτουρκισμό, επειδή η Τουρκία είναι «δάκτυλος του ιμπεριαλισμού». Πολύ περισσότερο που και η Ελλάδα έχει παίξει στο ιμπεριαλιστικό παιχνίδι. Αντιιμπεριαλισμός σημαίνει κόβω –ή έστω μειώνω– τις υποδοχές του ιμπεριαλισμού στην περιοχή, κόβω τους διαδρόμους διείσδυσής του. Αν ο ιμπεριαλισμός οξύνει και υποκινεί τους ανταγωνισμούς, η απάντηση είναι μία: κάνω πολιτική με τρόπο που να μειώνονται οι εθνικοί ανταγωνισμοί, όχι να ενισχύονται. Η λύση, για παράδειγμα, του Κυπριακού με ομοσπονδία περιορίζει τον χώρο ιμπεριαλιστικής δράσης, γιατί σταματάει τον κατακερματισμό και ενισχύει το κυπριακό κράτος. Θεμελιώδης στρατηγική του ιμπεριαλισμού είναι ο κατακερματισμός της κοινωνίας με κριτήρια εθνο-θρησκευτικά, πολιτισμικά και η αποδυνάμωση των κρατών. Ο αντιιμπεριαλισμός δεν μπορεί να μην είναι αυστηρά κριτικός με τον εθνικισμό, καθώς ο τελευταίος είναι γέννημα-θρέμμα του ιμπεριαλισμού του 19ου αιώνα.
Η λογική, για παράδειγμα, μιας «ζώνης του ελληνισμού» Ελλάδας και Κύπρου, όπου οι δύο κοινωνίες θα πολεμήσουν κατά της λιτότητας, της τρόικας και του νεοφιλελευθερισμού, μας βάζει από την πίσω πόρτα στη λογική των πολιτισμικών ζωνών, των πολιτισμικών ενοτήτων, που ενισχύουν τη λογική αυτού που υποτίθεται πολεμούν: του νεοφιλελευθερισμού. Για την Αριστερά, η ενότητα πρέπει να είναι πολιτική και ταξική. Ενότητα εν τόπω και χρόνω, όχι πολιτισμική και εθνοτική άνευ τόπου· πρέπει να φτιάχνει πολιτικές υποδοχές στον χώρο.

 

Η κυβέρνηση της Αριστεράς, το Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά


Ρωτάω, και κλείνω, εξειδικεύοντας τα παραπάνω. Σε ποια κατεύθυνση πιστεύεις ότι πρέπει να κινηθεί η κυβέρνηση της Αριστεράς, στα θέματα που συζητάμε;

Θα προσπαθήσω να απαντήσω, διατυπώνοντας μερικές βασικές σκέψεις, και όχι βέβαια κάποιο «μανιφέστο» ή «πλατφόρμα». Αρχή του ΣΥΡΙΖΑ είναι η ειρήνη και η σταθερότητα στην περιοχή. Και θεωρώ ότι αυτή η αρχή είναι ουσιωδώς αντιιμπεριαλιστική, αντικαπιταλιστική και ρεαλιστική, ειδικά στην εποχή μας, όπου η λιτότητα και οι ανταγωνισμοί οδηγούν σε εκβαρβαρισμό των κοινωνιών στην περιοχή μας, είτε λόγω φτώχειας είτε λόγω πολέμων. Σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτα υπέρ της λύσης του Κυπριακού στη βάση μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΟΗΕ. Αυτή η λύση όμως έχει μια σημαντική προϋπόθεση: αποδεχόμαστε ότι το κυπριακό συμφέρον ορίζεται και από τις δύο κοινότητες εξίσου, και μόνο από αυτές. Ο τερματισμός της κατοχής, η οποία δικαιολογεί την ιστορικότητα της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης, αλλά και νομιμοποιεί την εξάρτηση της Κύπρου και τους περιφερειακούς ανταγωνισμούς, πρέπει να αποτελέσει το μείζον κυπριακό συμφέρον στο πλαίσιο της ομόσπονδης λύσης, ένα συμφέρον που συγκροτείται στη βάση της εγγύησης της ασφάλειας και των δύο κοινοτήτων.
Σε ό,τι αφορά τα ελληνοτουρκικά, μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να επαναπροσδιορίσει το περιεχόμενο της ελληνοτουρκικής φιλίας και συνεργασίας. Με δεδομένο ότι στην περιοχή μας η Τουρκία είναι μια από τις ελάχιστες χώρες της οποίας η κοινωνία δεν έχει καταρρεύσει (και δεν μας συμφέρει να καταρρεύσει), με δεδομένο επίσης ότι αυτή η χώρα είναι μια από τις ελάχιστες στις οποίες υπάρχει μια κοινωνία με δείγματα αντίστασης στον εκβαρβαρισμό, τότε, αντί να αναζητούμε γεωστρατηγικά τόξα με πιο μακρινούς και αμφίβολους γείτονες, μήπως θα ήταν σκόπιμο να αναζητήσουμε πεδία συναίνεσης με αυτό τον γείτονα (όπως και με τους υπόλοιπους, άλλωστε); Μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να ξαναδεί τη γειτονιά της, αναζητώντας σε αυτή την πολιτική –και όχι γεωστρατηγική– ενίσχυση της χώρας.
Τα ελληνοτουρκικά προβλήματα δεν θα λυθούν, ασφαλώς, από τη μια στιγμή στην άλλη. Μπορούν όμως να μπουν σε ένα πλαίσιο πολιτικού διαλόγου, όπου το εθνικό συμφέρον θα ενταχθεί σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό συμφέρον όπως αυτό το ορίζει η Αριστερά, όχι οι λογικές ηγεμονίας στην περιοχή μέσω της Ε.Ε., όπως έγινε σε προηγούμενες περιόδους. Η εποχή που ζούμε είναι πολύ πιο πολύπλοκη από όσο την παρουσιάζει η εθνικιστική ρητορεία. Η λύση στο μεταναστευτικό και προσφυγικό πρόβλημα με όρους σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαιτεί πλέον συναινέσεις, και όχι φράχτες, ανάμεσα σε πολλά και διαφορετικά κράτη. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς, σε συνεννόηση με τους γείτονες, είναι αυτή που μπορεί να απαντήσει — πολύ περισσότερο που και η Τουρκία έχει συμφέρον από τέτοια συνεννόηση.
Η Ιστορία και οι ανάγκες που δημιουργεί υποδεικνύουν και τις λύσεις, ειδικά για την Αριστερά η οποία είναι η κατεξοχήν ρεαλιστική πολιτική δύναμη, αφού απαντάει στα προβλήματα της κοινωνίας εν τόπω και χρόνω. Η οριοθέτηση των ΑΟΖ με τις γειτονικές χώρες μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για τη δημιουργία ενός κοινού συμφέροντος, για τις κοινωνίες των όμορων κρατών, αντί να γίνει εργαλείο σκληρών ανταγωνισμών. Ας βρούμε ως Αριστερά τα πολιτικά δίκαια που μπορούν να συνδέσουν τις γειτονικές χώρες και να τις ενισχύσουν.

[Δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής]

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

[Ελλάδα - Ευρώπη] Σχετικά με την Χρυσή Αυγή - Ακροδεξιά και νεοφιλελευθερισμός

Ομιλία στην Φλωρεντία το Νοέμβρη του 2013

Η είσοδος στο ελληνικό κοινοβούλιο ενός ναζιστικού κόμματος -της Χρυσής Αυγής- εντάσσεται στο ευρύτερο φαινόμενο της ανόδου της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, αποκαλύπτει ωστόσο και κάποιες ιδιαίτερες διαστάσεις της πολιτικής και οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Το ερώτημα που τίθεται αφορά τους λόγους για τους οποίους ένα ναζιστικό κόμμα, με συστατικό στοιχείο της οργάνωσής του τη βία, κατόρθωσε να ξεφύγει από τον περιθωριακό χαρακτήρα που επί χρόνια είχε και κέρδισε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Η Χρυσή Αυγή ιδρύθηκε το 1980, αλλά άρχισε να δραστηριοποιείται έντονα στη δεκαετία του ’90, στο πλαίσιο δύο προβλημάτων που υπερπροβλήθηκαν από τα ΜΜΕ ως μείζονος εθνικής σημασίας: το μακεδονικό και τους Βαλκάνιους μετανάστες, προβλήματα στα οποία η Αριστερά είχε θέσεις, ενώ τα αστικά κόμματα ήταν αμήχανα. Η Χρυσή Αυγή, παρά τις αιματηρές επιθέσεις εναντίον αριστερών και κυρίως μεταναστών, παρά τη διείσδυσή της στα σχολεία από τη δεκαετία του 2000 και μετά, δεν αποτέλεσε ποτέ αντικείμενο μιας σοβαρής κοινοβουλευτικής ή δικαστικής έρευνας. Όταν βάφτισε τον ναζισμό ελληνικό εθνικισμό της επετράπη η συμμετοχή της σε εκλογές, καταρχάς στις δημοτικές εκλογές της Αθήνας του 2010 και δύο χρόνια μετά, στις βουλευτικές εκλογές του 2012, όπου εκτινάχθηκε στα ύψη με ποσοστό σχεδόν 7% και στις δύο αναμετρήσεις.

Οι λόγοι για τους οποίους ένα ναζιστικό κόμμα απέκτησε τέτοια δυναμική στην ελληνική κοινωνία δεν οφείλονται γενικώς στην οικονομική κρίση, αλλά κυρίως στο κυρίαρχο, εθνικό και ευρωπαϊκό, αφήγημα για την κρίση, καθώς και στη διαχείρισή της. Σε αυτό το αφήγημα απέκτησε κεντρικό ρόλο η άκρα δεξιά. Καταρχάς, πριν από τη Χρυσή Αυγή, κοινοβουλευτικός εκφραστής της άκρας δεξιάς στην Ελλάδα ήταν από το 2000 και μετά το ΛΑΟΣ, ένα κόμμα, στο οποίο συσπειρώθηκε η κατακερματισμένη στη μεταπολίτευση ελληνική άκρα δεξιά, συμπεριλαμβανόμενων μάλιστα κατά καιρούς και κάποιων στελεχών της Χρυσής Αυγής. Ήδη από το 2008, αυτό το λαϊκιστικό, ακροδεξιό κόμμα –περιθωριακό μέχρι το 2007- άρχισε να κερδίζει κεντρικό ρόλο στο πολιτικό σύστημα. Ήταν η εποχή που στις μεγάλες ταραχές που ξέσπασαν στην Αθήνα και σε άλλα αστικά κέντρα, καταγράφτηκε στα πεζοδρόμια μια ριζοσπαστική μετατόπιση της ελληνικής κοινωνίας, η οποία υπέβοσκε από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και την οποία εξέφρασε ο ΣΥΡΙΖΑ. Σε όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης, που η διαιρετική τομή ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά ήταν κυρίαρχη και το ΠΑΣΟΚ ηγεμόνευε στον αριστερό χώρο, η Αριστερά συνιστούσε δύναμη ιστορικής εγγύησης της διαίρεσης. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν το ΠΑΣΟΚ οριστικοποίησε το ρόλο του, αυτόν του φορέα του νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα, άρχισε να δημιουργείται μια νέα διαίρεση: εκσυγχρονιστικού - αντιεκσυγχρονιστικού χώρου. Αυτός ο νέος εκσυγχρονιστικός χώρος, στον οποίο εντασσόταν τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η ΝΔ, δεν χώραγε η Αριστερά, αντιθέτως άνοιγε ο δρόμος για την ένταξη σε αυτόν ακροδεξιών κομμάτων.

Με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στα τέλη του 2009, στο εθνικό και ευρωπαϊκό αφήγημα περί κρίσης, το ακροδεξιό κόμμα ΛΑΟΣ απέκτησε ενισχυμένη αποστολή. Κι αυτό γιατί, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το αφήγημα για την κρίση συγκροτήθηκε αταξικά, με όρους εθνικής και όχι ταξικής ευθύνης. Στο πλαίσιο αυτού του αφηγήματος, η έννοια του πολίτη συρρικνώθηκε σε μια γενικόλογη έννοια κοινής, αταξικής ταυτότητας, ενώ η δημοκρατικότητα του κράτους ορίσθηκε με όρους όχι δέσμευσης για την εγγύηση των αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του πολίτη, αλλά με όρους αναπαραγωγής της «μυστικιστικής» ταυτότητας του έθνους και της ευρωπαϊκότητάς του. Το αφήγημα για την κρίση λοιπόν, κατά το οποίο υπεύθυνοι γι αυτήν ήταν οι πολίτες και τα δικαιώματά τους, προϋπέθετε και συνεπαγόταν την κατασκευή ενός νεοφιλελεύθερου εθνικισμού: η σωτηρία του έθνους (δηλαδή της ευρωπαϊκότητάς του) πάνω από όλα, κι αυτή τη σωτηρία την αναλαμβάνουν οι «άριστοι» -οι υπεύθυνοι εκφραστές της ευρωπαϊκής ταυτότητας του έθνους, ασχέτως αν αυτοί οι «άριστοι» ήταν οι ίδιοι που οδήγησαν την Ελλάδα στην κρίση. Στην Ελλάδα από το 2009 και μετά, ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε δυναμικά τον ιστορικό ρόλο της Αριστεράς: αυτόν της διαρκούς πάλης για τη διατήρηση των δικαιωμάτων του πολίτη, για τη διατήρηση του ίδιου του δημοκρατικού κράτους. Στο πλαίσιο αυτής της σκληρής μάχης, οι κυρίαρχες πολιτικές ελίτ αντεπιτέθηκαν με δύο τρόπους: πρώτον, συμμάχησαν με το ακροδεξιό ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση Λουκά Παπαδήμου (πρώην τραπεζίτη), προϊόν σύμπραξης ΠΑΣΟΚ, ΛΑΟΣ και ΝΔ. Δεύτερον, νομιμοποίησαν τον παλαιοεθνικισμό, αλλά και τον αντιμεταναστευτικό λόγο του ΛΑΟΣ, ως σωτήριο για την ευρωπαϊκότητα του έθνους λόγο. Πρόσφεραν έτσι το ιστορικό βάθος που ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός είχε ανάγκη. Το ΛΑΟΣ, δίνοντας εθνική ιστορικότητα στο νεοφιλελευθερισμό, έδινε ιστορική νομιμοποίηση στην αποπολιτικοποίηση της έννοιας του πολίτη, ιστορική νομιμοποίηση επίσης στο αντιμεταναστευτικό μένος που, στο όνομα της έκτακτης ανάγκης, εκφράσθηκε με «στρατόπεδα συγκέντρωσης» των μεταναστών, με αποκλεισμό τους από το δημόσιο σύστημα υγείας, κλπ.

Η άσκηση κρατικής, οριακά νόμιμης, βίας απέναντι στις μεγαλειώδεις διαδηλώσεις -έκφραση της νόμιμης αντίστασης και ανυπακοής των Ελλήνων- μετέτρεπε το κράτος, από πεδίο δημοκρατικής διαβούλευσης σε φορέα δύναμης και καταστολής. Τους δημοκρατικούς τρόπους λοιπόν αντίστασης και ανυπακοής η κυβέρνηση Παπαδήμου τις απονομιμοποιούσε με τη βία ως ακραίες και αντεθνικές, και τον ΣΥΡΙΖΑ ως ακραίο κόμμα. Σε αυτό το πλαίσιο, όπου η δημοκρατία υποδείχθηκε ως φορέας του προβλήματος, βρήκε χώρο για να δράσει ανοικτά η Χρυσή Αυγή. Ας σημειωθεί ότι αυτή ποτέ δεν πήρε μέρος σε καμιά διαδήλωση παρά μόνο στο πλευρό της Αστυνομίας εναντίον των διαδηλωτών. Συγχρόνως η κυβέρνηση που, προκειμένου να αποπροσανατολίσει τη δίκαιη οργή των πολιτών, ενέτεινε την πολιτική πογκρόμ κατά των μεταναστών, εξοικείωνε τους Έλληνες με την αντιμεταναστευτική-ρατσιστική δράση της Χρυσής Αυγής. Συγχρόνως η βιαιότητα της Χρυσής Αυγής –με την οποία η κυβέρνηση δεν ασχολήθηκε καθόλου- ήταν πολύ χρήσιμη για να κατασκευασθεί η θεωρία των δύο άκρων. Θεωρία που χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται με τον χυδαιότερο τρόπο για να περιθωριοποιηθεί, όχι η Χρυσή Αυγή βέβαια, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ. Μάλιστα αυτή η θεωρία βολεύει τη Χρυσή Αυγή αφού, μέσα από αυτή, το σύστημα την προίκισε με μια αντιμνημονιακή αποσκευή που δεν είχε και την έκανε πιο ελκυστική στα μάτια των ψηφοφόρων. Η εγκληματική, ρατσιστική, αντιδημοκρατική δράση λοιπόν της Χρυσής Αυγής ταυτίστηκε με τη δημοκρατική, αντικαπιταλιστική, και γι αυτό αντιμνημονιακή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ.

Ωστόσο όπως καταγράφτηκε στις κρίσιμες εκλογές του 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ, διεκδικώντας μια εναλλακτική εντολή διακυβέρνησης, επικαιροποίησε εκ νέου αλλά και εμβάθυνε την ιστορική διαίρεση ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά. Οι Έλληνες πολίτες ψήφισαν μετά από πάρα πολλά χρόνια απολύτως ταξικά, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να χωριστεί η Ελλάδα σε δύο χώρες: γεωγραφικά, ηλικιακά και οικονομικά. Μια Ελλάδα, ηλικίας μέχρι 55 χρονών, των μεγάλων αστικών κέντρων (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ηράκλειο και λοιπά) και των κοινωνικών ομάδων που επλήγησαν από την κρίση (άνεργοι, εργαζόμενοι στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, πτωχωποιημένοι μεσοαστοί, κλπ), και την οποία εξέφρασε ο ΣΥΡΙΖΑ με ποσοστό 27%. Και μια άλλη Ελλάδα γερασμένη ηλικιακά, πλούσια, χάρη στο πελατειακό σύστημα ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, που αισθάνθηκε ως απειλή την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτός ο δημοκρατικός, ταξικός «διχασμός», που επέβαλε ο ΣΥΡΙΖΑ, ανέτρεψε σε μεγάλο βαθμό τον εθνικό διχασμό που ήθελαν να επιβάλλουν οι νεοφιλελεύθερες δυνάμεις, και από τον οποίο επωφελήθηκε η Χρυσή Αυγή. Η τελευταία χρησιμοποίησε τον κυρίαρχο λόγο περί εθνικής καταστροφής στα δικά της συμφραζόμενα, και ανέλαβε απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ (και όχι δίπλα στον ΣΥΡΙΖΑ) να εκφράσει την εθνική οργή κατά των συστημικών πολιτικών δυνάμεων. Εδώ χρειάζεται να προσέξουμε λίγο: η Χρυσή Αυγή συνομίλησε με το κυρίαρχο σύστημα στη δική του γλώσσα, και όχι στη γλώσσα του ΣΥΡΙΖΑ, με την έννοια ότι στην εθνική, αταξική υπακοή του συστήματος αντέταξε την εθνική, αταξική οργή. Αποτέλεσε θα λέγαμε το μέσον για να περιοριστεί η ταξικότητα της ψήφου, αποτέλεσε την αντιπολιτευτική, βίαιη ως προς την έκφραση και τη δράση, εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού ωστόσο.

Στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2012, κυρίως κατά την περίοδο ανάμεσα στις δύο εκλογές, ζήσαμε στην Ελλάδα μια πρωτοφανή στα ιστορικά της δημοκρατικής Ευρώπης απροκάλυπτης παρέμβασης ευρωπαίων ηγετών και αξιωματούχων στην εσωτερική πολιτική ζωή. Με τον εκφοβισμό ότι η Ελλάδα θα εκδιωχθεί από την ευρωζώνη, αν οι Έλληνες ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ (όχι Χρυσή Αυγή), ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανιζόταν σε διαφημιστικά σποτ με την ελληνική σημαία να υποστέλλεται και την Ελλάδα κουρελιασμένη να βγαίνει από την ΕΕ. Σε αυτό το κλίμα ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδίκησε τη λαϊκή εντολή διακυβέρνησης, στο όνομα μιας αριστερής, δημοκρατικής ευρωπαϊκότητας των κοινωνιών σε αλληλεγγύη. Ενώ λοιπόν το κυρίαρχο ελληνικό, πολιτικό σύστημα, με την πλήρη στήριξη ηγετών και αξιωματούχων της ΕΕ, περιθωριοποιούσε τον ΣΥΡΙΖΑ ως ακραία, αντιευρωπαϊκή δύναμη, επειδή ήταν αντιμνημονιακή, και ενίσχυε τη θεωρία των δύο αντιευρωπαϊκών άκρων, η ψήφος των Ελλήνων πολιτών στον ΣΥΡΙΖΑ έδειξε ότι η ψήφος ήταν ευρωπαϊκή, επειδή ήταν αντιμνημονιακή. Με αυτή την έννοια ο ΣΥΡΙΖΑ καθόρισε την τομή ανάμεσα στην ταξικότητα της ευρωπαϊκής συνείδησης των πολιτών και στην νεοφιλελεύθερη αταξικότητα της ευρωπαϊκής ταυτότητας των εθνών. Η Χρυσή Αυγή από την άλλη μεριά, επωφελούμενη από την αταξική, εθνικιστική επί της ουσίας ευρωπαϊκότητα του νεοφιλελεύθερου συστήματος, διεκδίκησε ψήφο εθνικιστικού μίσους και οργής για την ταπείνωση που υφίσταται το έθνος εξαιτίας των εχθρών του, των σιωνιστών, των μεταναστών και των αριστερών. Αυτή η ψήφος εθνικιστικού μίσους και οργής στην Χρυσή Αυγή ανταποκρίνεται ακριβώς στην αντίφαση που δημιουργεί η νεοφιλελεύθερη, ευρωπαϊκή τάξη, αντίφαση εγγενή στον καπιταλισμό: ενώ κατασκευάζει βίαια έναν ομοιογενή πολιτικό-κοινωνικό χρόνο για όλα τα κράτη, αυτός είναι στο εσωτερικό του κατακερματισμένος σε πολλούς εθνικούς χρόνους, οι οποίοι ορίζονται ανταγωνιστικά ο ένας με τον άλλο, και σε δυναμική σύγκρουσης μεταξύ τους. Δεν υπάρχει πιο πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη της άκρας δεξιάς, αφού η σωτηρία του έθνους δεν εξαρτάται από τη δημιουργία θεσμών αλληλεγγύης και αμοιβαιότητας ανάμεσα στους ευρωπαίους πολίτες, αλλά από την κατασκευή μηχανισμών για την εξολόθρευση των εθνικών εχθρών.

Η Χρυσή Αυγή δεν είναι απλώς ένα αντισυστημικό, ναζιστικό κόμμα. Εκφράζει την πιο παραδοσιακή, αντιαριστερή δεξιά. Το σύνθημα «τιμή στους χίτες και ταγματασφαλίτες» (ευθεία αναφορά στον εμφύλιο πόλεμο) καταδεικνύει και το βασικό της αντίπαλο: τον ΣΥΡΙΖΑ. Η Χρυσή Αυγή λοιπόν διεκδικεί ένα μέρος της ιστορικής παράδοσης της δεξιάς, η οποία είχε ενσωματώσει όλη την ακροδεξιά, τόσο του εμφυλίου όσο και της δικτατορίας. Η κρίση της προσφέρει την ευκαιρία να απενοχοποιήσει τις φασίζουσες, εθνικιστικές και αντιαριστερές νοοτροπίες που υπήρχαν στην Ελλάδα, κρυμμένες πίσω από τη Δεξιά. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις εκλογές του 2012 τα μεγάλα ποσοστά της ήταν στις παραδοσιακά, σκληρά δεξιές περιοχές, ενώ ως λαϊκιστικό ακροδεξιό κόμμα διείσδυσε είτε σε περιοχές που εξαθλιώθηκαν από την κρίση,  είτε σε μικροαστικά στρώματα τα οποία καθημερινά εξαθλιώνονται. Η Χρυσή Αυγή, χρησιμοποιώντας τα εντυπωσιακά και σοκαριστικά στοιχεία του ναζισμού, προσπαθεί να επιβληθεί επικοινωνιακά και κοινωνικά ως δύναμη «εκκαθάρισης» του πολιτικού συστήματος και της κοινωνίας από τους εχθρούς της. Ο στόχος λοιπόν είναι να κερδίσει μια θέση ως ριζοσπαστικό, ακροδεξιό κόμμα στη θέση της ανίκανης γι αυτούς δεξιάς που ταπείνωσε τους Έλληνες και επέτρεψε στον αιώνιο εχθρό, στην Αριστερά να σηκώσει κεφάλι.

Η πολιτική απάντηση στην άνοδο της Χρυσής Αυγής, αλλά και της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, δεν είναι η συγκρότηση ενός ενιαίου αντιφασιστικού μετώπου από όλες τις «δημοκρατικές δυνάμεις». Αυτό το μέτωπο, με το οποίο η διαιρετική τομή δεξιάς-αριστεράς μεταλλάσσεται σε τομή δημοκρατών-φασιστών, θα παίξει το ρόλο του αριστερού «πλυντηρίου» του νεοφιλελευθερισμού. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε κατά τη γνώμη μου μοιραίο πολιτικό λάθος που θα εκτίνασσε στα ύψη την ακροδεξιά και θα υπονόμευε τον ΣΥΡΙΖΑ. Η δημιουργία ενός αταξικού μετώπου, την περίοδο που το πρόβλημα για τις κοινωνίες είναι κατεξοχήν ταξικό, θα καθιστούσε την Αριστερά μέρος του προβλήματος. Η ευρωπαϊκή Αριστερά, σε εθνικό επίπεδο καταρχάς, πρέπει να διεκδικεί θεσμικά και κοινωνικά την απομόνωση της δράσης και της επιρροής της άκρας δεξιάς. Να διεκδικεί δηλαδή την ενεργοποίηση των θεσμών και των μηχανισμών του κράτους, της Αστυνομίας και της Δικαιοσύνης, όταν αυτές αδρανούν όπως στην Ελλάδα, εναντίον της εγκληματικής δράσης μελών αυτών των κομμάτων. Να συγκροτεί επίσης σε κοινωνικό επίπεδο, δίκτυα αλληλεγγύης για τους πληθυσμούς που πλήττονται δραματικά από την κρίση. Το σημαντικότερο ωστόσο είναι η διεκδίκηση διαμόρφωσης μιας ουσιαστικής, δημοκρατικής μεταναστευτικής πολιτικής. Για τον ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, αλλά και για την ευρωπαϊκή Αριστερά το μεταναστευτικό συνιστά ένα μείζον πολιτικό ζήτημα, γιατί είναι ζήτημα κοινωνικής πάλης αλλά και μάχης κατά του εθνικισμού και του ρατσισμού. Με τη διεκδίκηση ενός νέου νόμου περί υπηκοότητας στην Ελλάδα ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να διεκδικήσει τον επαναπροσδιορισμό, ταξικά και ιδεολογικά, του έθνους, της ίδιας της έννοιας της ρεπουμπλίκ.
Σε πολιτικό επίπεδο η Αριστερά, απέναντι στη νεοφιλελεύθερη λογική της άσκησης της πολιτικής από τους «άριστους», είναι καιρός πλέον να διεκδικήσει την ενίσχυση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με θεσμούς άμεσης δημοκρατίας, όπως είναι το λαϊκό δημοψήφισμα ή η ανάκληση των αιρετών πολιτικών στελεχών. Η ταξική πάλη πρέπει να αποτυπωθεί δημοκρατικά, με την έννοια ότι η κοινωνία που πλήττεται από την κρίση πρέπει να εμπλακεί άμεσα στην πολιτική. Σε επίπεδο κατεξοχήν ευρωπαϊκό, η Αριστερά πρέπει να διεκδικήσει δυναμικά ένα άλλο ευρωπαϊκό αφήγημα για την κρίση, μια άλλη κατά συνέπεια συγκρότηση της ΕΕ. Είναι καιρός θεωρώ να συνειδητοποιήσουμε ότι η νεοφιλελεύθερη «αυτοκρατορική» δομή της ΕΕ ευνοεί την άνοδο ακροδεξιών κομμάτων. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι μόνο αυτό της συγκροτημένης σε ευρωπαϊκό επίπεδο αριστερής αντίστασης στα οικονομικά μέτρα, αλλά διεκδίκησης θεσμικών αλλαγών για μια ΕΕ των κοινωνιών σε αλληλεγγύη και όχι των εθνών σε σύγκρουση μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, το θέμα εθνική κυριαρχία, έθνος-κράτος, ευρωπαϊκή άσκηση πολιτικής εξουσίας, κλπ., πρέπει να μπουν στην ημερήσια διάταξη της ευρωπαϊκής αριστερής ατζέντας. Θα κλείσω λέγοντας ότι αφήσαμε ως Αριστερά τον ηγεμονικό λόγο για έννοιες όπως ρεπουμπλίκ, έθνος, Ευρώπη στις αστικές δυνάμεις. Για να σπάσουμε το κυρίαρχο ευρωπαϊκό αφήγημα περί κρίσης που συγκροτήθηκε πάνω στη διαίρεση Βορρά-Νότου, μια διαίρεση που αναπαράγεται σε εθνικό επίπεδο με τη διαίρεση ντόπιοι και ξένοι, είμαστε υποχρεωμένοι να διεκδικήσουμε την ηγεμονία του προσδιορισμού του περιεχομένου αυτών των κρίσιμων εννοιών.


Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

[Αριστερά] Έθνος και Αριστερά

«Έθνος και Αριστερά»

Συζητούν:

Σία Αναγνωστοπούλου,   καθηγήτρια Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο 

Γρηγόρης Ανανιάδης,  αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Θεωρίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο

  Συντονίζει ο  Λουδοβίκος Κωτσονόπουλος,  δρ. Πολιτικής Επιστήμης, Πάντειο Πανεπιστήμιο


Από την εκπομπή "Θεωρία στον αέρα" του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, στον ραδιοφωνικό σταθμό Στο Κόκκινο 105,5

Για το ηχητικό της εκπομπής, κλικ εδώ.

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

[Κύπρος] Περί Κυπριακού και άλλων τινών

Το Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014, το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς και οι εφημερίδες «Αυγή» και «Εποχή» πραγματοποίησαν μία εκδήλωση για το Κυπριακό, σπάνια για τα ελληνικά δεδομένα -και για τα αριστερά- για ένα τέτοιο ζήτημα. Οι συζητήσεις για το Κυπριακό, όπως και για όλα τα λεγόμενα εθνικά θέματα, διεξάγεται συνήθως στη χώρα μας με όρους ποδοσφαιρικού φανατισμού. Το Κυπριακό συνιστά το γήπεδο για την αναμέτρηση της ομάδας των πατριωτών εναντίον των εθνοπροδοτών της χώρας. Η νίκη της πρώτης εναντίον της δεύτερης είναι εκ των προτέρων δεδομένη, αφού αυτή παίζει με πάντα 13 παίκτες: με τα «ιερά και τα όσια της φυλής», που οι αντίπαλοι δεν διαθέτουν.

Αυτό το «στημένο παιχνίδι» είναι ιστορικά δεξιάς –και μάλιστα ακροδεξιάς– έμπνευσης. Αποτέλεσε τον προνομιακό χώρο της Δεξιάς για να περιθωριοποιεί την Αριστερά, για να την αποκλείει από τα «σπουδαία». Ο ορθός λόγος στην πολιτική, που συνιστά συγκροτητικό στοιχείο της Αριστεράς, τρόμαζε μια Δεξιά με ηθικοποιημένο λόγο. Ο σημαντικότερος δρόμος, λοιπόν, ηθικοποίησης της πολιτικής γενικώς πέρναγε για τη Δεξιά μέσα από τα εθνικά θέματα –με τον μεταφυσικό, αταξικό και ανορθολογικό τρόπο που αυτή ορίζει το περιεχόμενο του όρου «εθνικός»–, και τα θέματα αυτά γίνονταν το βαρύ όπλο ακύρωσης της διαλεκτικής και της ταξικής αντιπαράθεσης στην πολιτική.

Κάπως έτσι, μόνο η Δεξιά θεωρούνταν ικανή να αναλαμβάνει τα μείζονα εθνικά θέματα, και μαζί με αυτά, και το μείζον εθνικό ζήτημα: αυτό της διακυβέρνησης της χώρας. Η Αριστερά, αυτή ας «παίζει με τα κουβαδάκια της» – με την κοινωνία. Για τη Δεξιά η κοινωνία δεν αποτέλεσε ποτέ ζήτημα πολιτικής, παρά μόνο υπό πίεση. Ζήτημα άσκησης υψηλής πολιτικής είναι μόνο το έθνος, που είναι υπεράνω κοινωνίας, τάξεων, κλπ. Αν διαβάσουμε λίγο πιο προσεκτικά το λόγο που παράγει η ΝΔ δια του Κεδίκογλου, του Λαζαρίδη και των άλλων, είναι ακριβώς αυτό: αυτοί παλεύουν για το έθνος, για τη σωτηρία του, ενώ η Αριστερά παλεύει για «συντεχνιακά συμφέροντα». Έτσι βλέπει η Δεξιά, και μέσα σ’ αυτή και το ΠΑΣΟΚ, την κοινωνία: ως πελατεία.

Η αποηθικοποίηση των εθνικών θεμάτων αποτελεί για την Αριστερά μονόδρομο για το ξεγύμνωμα της Δεξιάς. Μονόδρομο για την οριστική ακύρωση των ιστορικών λόγων που αναπαράγουν την εξουσία της σε μια κοινωνία κατά τα άλλα διαλυμένη. Πρέπει να είναι κανείς τυφλός για να μην αντιλαμβάνεται το ιστορικό παιχνίδι που παίχτηκε και παίζεται ανάμεσα στην ταξικότητα του έθνους, στον βαθύ πολιτικό και κοινωνικό του χαρακτήρα –το έθνος ως πολιτικό πρόγραμμα– και την αταξικότητά του, την ηθικοποίησή του και, μέσα από αυτό, την ακύρωση της κοινωνίας ως κατεξοχήν πεδίου ταξικών συγκρούσεων, την ακύρωση δηλαδή της Αριστεράς.

Το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς και οι εφημερίδες «Αυγή» και «Εποχή» ανέλαβαν το Σάββατο να πραγματοποιήσουν μια εκδήλωση με στόχο τον εξορθολογισμό (την απογηπεδοποίηση, αν προτιμάτε) ενός από τα σημαντικά, λεγόμενα εθνικά θέματα: του Κυπριακού. Ανέλαβαν το δύσκολο διάβημα συγκρότησης μιας αριστερής πολιτικής για τα εθνικά θέματα. Δεν έφτιαξαν λοιπόν ένα πάνελ Ελλήνων με αντιπαρατιθέμενες απόψεις, δεν κάλεσαν τους οπαδούς δύο ομάδων. Έδωσαν βήμα στους ίδιους τους Κύπριους και σε έναν ομιλητή από την Τουρκία. Κάλεσαν, λοιπόν, ομιλητές από την Αριστερά της Κύπρου και της Τουρκίας, κάλεσαν αριστερούς με βαθιά γνώση του Κυπριακού, όπως και της Τουρκίας. Οι τρεις αυτοί φορείς της Αριστεράς, όπως έχουν αποδείξει σε όλη τους τη διαδρομή, γνωρίζουν ότι ο ορθός λόγος είναι μια μόνιμη, επίπονη και διαρκής μάχη κατά του εύκολου και παγιδευτικού ανορθολογισμού. Γνωρίζουν δε, ότι ορθός λόγος σημαίνει καταρχάς γνώση και, μέσα από αυτήν, σκέψη και κρίση. Σημαίνει δράση με επίγνωση, δράση με όλα τα όπλα του ορθού λόγου στη φαρέτρα του πολίτη, της κοινωνίας, της Αριστεράς. Μόνο έτσι ο δρόμος για την κυβέρνηση θα είναι επιτυχής. Μόνο έτσι μπορεί να ηττηθεί η Δεξιά και η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία της.

Οι ομιλητές λοιπόν ήταν: Ο Αχμέτ Ινσέλ, καθηγητής πολιτικής οικονομίας στη Σορβόννη και στο Πανεπιστήμιο Γκαλατά Σεράι της Κωνσταντινούπολης, ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της τουρκικής Αριστεράς. Ο Σταύρος Τομπάζος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, από τους ιδρυτές της Ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Κύπρο. Ο Νίκος Μούδουρος, διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ. Ο Τουμάζος Τσελεμπής, νομικός, μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΑΚΕΛ, μέλος επίσης της ομάδας διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό, και τώρα και του Εθνικού Συμβουλίου της Κύπρου. Ποτέ στην Ελλάδα δεν έχει γίνει μια τέτοια εκδήλωση με Κύπριους ομιλητές με βαθιά γνώση του Κυπριακού. Θα σταθώ μόνο στον Τουμάζο Τσελεμπή (όχι για να μειώσω την εξαιρετική ανάλυση που έκαναν οι άλλοι ομιλητές), αλλά γιατί είναι ένας από τους ανθρώπους που χειρίζονται το Κυπριακό και τα σχέδια επίλυσής του επί χρόνια. Με έναν απολύτως ορθολογικό λόγο ανέλυσε τα μείζονα ζητήματα που τίθενται σε ό,τι αφορά τη λύση του Κυπριακού με ομοσπονδία: τι σημαίνει δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία, τι σημαίνει ομοσπονδιακή διακυβέρνηση, τι σημαίνει διευθέτηση του περιουσιακού, του εδαφικού, των εποίκων, κλπ. Ο Τσελεμπής δεν έκρυψε τα προβλήματα που ανακύπτουν, δεν απέκρυψε ούτε τους σκοπέλους της λύσης. Τόνισε, ωστόσο, με επιχειρήματα ότι το Κυπριακό πρέπει να λυθεί χτες.

Οι ομιλίες έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να ανατρέξει και να τις ακούσει. Η απουσία, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ από μια τέτοια εκδήλωση μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι η εκδήλωση έγινε Σάββατο βράδυ και μάλιστα σε μια περίοδο έντονης, προεκλογικής δραστηριότητας. Θα περίμενε όμως κανείς ότι θα ήταν εκεί κάποιοι έστω από αυτούς που κατεξοχήν έχουν αναλάβει τα θέματα εξωτερικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, αυτοί που αμέσως, και ερήμην των οργάνων του κόμματος, πήραν θέση μετά το κοινό ανακοινωθέν Αναστασιάδη-Έρογλου. Θα περίμενε κανείς ότι κάποιος από τους υπεύθυνους της επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του ΣΥΡΙΖΑ, από αυτούς που είχαν χρόνο για την εκπομπή του Τράγκα, παρέα με τον Φαήλο Κρανιδιώτη, θα θυσίαζε το Σάββατό του για να μάθει κάτι από τους ίδιους τους Κύπριους, και ειδικά από τον Τσελεμπή. Μάλλον, όμως, ο τελευταίος ανήκει στους φιλοϊμπεριαλιστές εθνοπροδότες.

Αντί γι΄ αυτό, λοιπόν, την Κυριακή είχαμε την εκκωφαντική κραυγή, την ασυνήθιστη, για τα αυτιά της Αριστεράς, ανορθολογική, επιθετική και ανατριχιαστικά πανομοιότυπη, ως προς το ύφος και τον λόγο με αυτή του Φαήλου, κραυγή του κ. Γ. Αϋφαντή, ο οποίος υπογράφει (και είναι άλλωστε) διπλωματικός σύμβουλος του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ (το άρθρο του και η ανταπάντηση του Αριστείδη Μπαλτά εδώ - βλ. επίσης εδώ το άρθρο του Αρ. Μπαλτά, που στάθηκε αφορμή). Με διαφορά, λοιπόν, κάποιων ωρών περάσαμε από τον ορθό λόγο στον φανατισμό. Από το πάθος με επίγνωση στο μελοδραματικό πάθος. Από τον αριστερό λόγο με επιχειρήματα στον αριστεροφανή, εθνικιστικό λόγο της αμετροέπειας και του χλευασμού.

Δεν θα σχολιάσω τον ανορθολογισμό ενός διπλωμάτη που σηκώνει τη σημαία της Επανάστασης εναντίον των πάντων, του ΟΗΕ συμπεριλαμβανόμενου, κι αυτό όχι από μια ιδεολογικά επεξεργασμένη θέση (γιατί σε αυτή την περίπτωση θα ήταν συνεπής και θα είχε παραιτηθεί από το διπλωματικό σώμα και τη θέση του διπλωματικού συμβούλου του Αλέξη Τσίπρα). Απ’ όσο θυμάμαι, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει πάρει μέχρι τώρα θέση για επίλυση του Κυπριακού εκτός ΟΗΕ. Κατά του ΟΗΕ στην Ιστορία του Κυπριακού ήταν ο Γεώργιος Γρίβας, η ΕΟΚΑ Β’ και οι επίγονοί τους. Στον ΟΗΕ η Αριστερά έχει ασκήσει και ασκεί δριμεία κριτική, αλλά μέχρι τώρα δεν έχει ταχθεί υπέρ της κατάργησής του. Τον εκδημοκρατισμό του διεκδικεί. Δεν θα σχολιάσω ούτε την αήθη επίθεση κατά του Αριστείδη Μπαλτά, όχι με πολιτικά επιχειρήματα αλλά με ειρωνείες του τύπου «ταγός του ΣΥΡΙΖΑ». Από αυτό το ύφος –μίγμα ειρωνείας και καλυμμένης ή απροκάλυπτης επιθετικότητας– είμαστε συνηθισμένοι πολλοί από μας που «πέσαμε στο δρόμο του κ. πρέσβη» (μάλλον έπεσε ο ίδιος στον δικό μας). Δεν θα σχολιάσω καν το χλευαστικό ύφος για την εφημερίδα Αυγή, ούτε θα μπω στον κόπο να θυμίσω τι σημαίνει η Αυγή για τον δικό μας χώρο. Όποιος το ξέρει, καλώς, όποιος δεν το ξέρει, ας ψάξει να βρει το γιατί. Ο κ. Αϋφαντής δεν κατάλαβε ποτέ ότι η Αυγή, όπως και η Εποχή, αλλά και το περιοδικό «ο Πολίτης» κάποτε, άσκησαν τους «ανθρώπους του πνεύματος» (για να μιλήσω μόνο γι΄ αυτό που γνωρίζω «από πρώτο χέρι») της Αριστεράς στη γενναιόδωρη προσφορά, στην αριστερή έννοια του πολίτη, στο μη ξεπούλημα της «πνευματικής τους πραμάτειας» από εφημερίδα σε εφημερίδα κι από κόμμα σε κόμμα προς ίδιον όφελος. Τους έμαθαν να είναι αριστεροί πολίτες, κι όχι επαγγελματίες του πνεύματος. Τους έδωσαν βήμα για να δώσει η Αριστερά, στα πέτρινα χρόνια της, τη μάχη εναντίον μιας καθεστωτικής ελίτ που σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά της.

Θα μείνω μόνο, πρώτον στη κριτική (αν αυτό λέγεται κριτική) που ασκεί ο Αϋφαντής κατά του ΑΚΕΛ και του Χριστόφια. Από πότε αλήθεια ο ΣΥΡΙΖΑ έκοψε κάθε γέφυρα με το ΑΚΕΛ, εξομοιώνοντάς το με τη Δεξιά; Από πότε ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει με τέτοιο χλευασμό τον πρώην ηγέτη του ΑΚΕΛ; Βεβαίως, τα πεπραγμένα κάθε κόμματος και της ηγεσίας του πρέπει να υπόκεινται σε κριτική –όχι σε «φτύσιμο»–, και μάλιστα αυστηρή, κατεξοχήν από τα ίδια του τα μέλη. Δεν μπορεί  όμως οποιοσδήποτε να υιοθετεί την κριτική του πιο ακραίου εθνικιστικού (και χυδαία αριβιστικού και ταξικού) τμήματος της ελληνοκυπριακής πολιτικής ζωής. Όλη η μάχη κατά του ΑΚΕΛ και του Χριστόφια στήθηκε, από την πλευρά των κατ’ επάγγελμα εθνικιστών, πάνω στο άθλιο δεξιό και εθνικιστικό επιχείρημα ότι η Αριστερά είναι ανίκανη να κυβερνήσει, είναι ανίκανη να αναλάβει τα «σπουδαία». Ο κ. πρέσβης μάλλον δεν γνωρίζει ούτε την Ιστορία της Κύπρου ούτε την ιστορικότητα των κομμάτων της. Γι΄ αυτό και υιοθετεί άκριτα μια κριτική κατά του ΑΚΕΛ που έρχεται από πολύ μακριά, από μια μαύρη όψη της Ιστορίας. Ας διαβάσουμε μια φορά σωστά την Ιστορία, κ. πρέσβη, προτού αρχίσουμε τους «πυροβολισμούς». Κι εμείς οι αριστεροί οφείλουμε να το κάνουμε αυτό, ειδικά τώρα που η Ιστορία μας καλεί σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Ας έχουμε τουλάχιστον ξεκάθαρο αυτό: δεν υπάρχει «αριστερός εθνικισμός» εναντίον του «δεξιού εθνικισμού». Δεν υπάρχει καν «αριστερός πατριωτισμός», όταν τραβάει από το παρελθόν εκείνα τα νήματα της Ιστορίας που «έστησε» η Δεξιά. Η Αριστερά είναι εγγενώς αντιεθνικιστική: όχι αντεθνική, αλλά αντιεθνικιστική. Όταν δανείζεται «ξένες κουβέντες», τότε ακόμη κι αν κερδίσει συγκυριακά, θα χάσει μεσοπρόθεσμα.

Δεύτερον: ο κ. Αϋφαντής, ανάμεσα στα άλλα υψιπετή περί Κυπριακού, επικαλείται την αρχή «ένας άνθρωπος μία ψήφος». Και με αυτό δείχνει την πλήρη άγνοιά του για την ιστορία της Κύπρου. Το κυπριακό κράτος δεν συγκροτήθηκε ως εθνικό κράτος, αφού δεν υπάρχει κυπριακό έθνος. Συγκροτήθηκε λοιπόν ως δικοινοτικό κράτος, με δύο ισότιμες πολιτικά εθνοτικές κοινότητες. Καλώς ή κακώς, έτσι έγινε. Πρέπει επομένως να εξασφαλίζεται η εκπροσώπηση και των δύο κοινοτήτων. Δεν θα επιχειρηματολογήσω περισσότερο πάνω σε αυτό. Απλώς ας φανταστούμε τι θα γίνει αν στην ΕΕ επικρατήσει αυτή η αρχή. Με πόσους ευρωβουλευτές θα εκπροσωπείται η Ελλάδα; Μάλλον με 2 ή τρεις. Η δε Κύπρος με μισό. Στο ήδη υπάρχον έλλειμμα δημοκρατίας στην ΕΕ, έτσι, θα προστεθεί κι ένας λόγος παραπάνω για να εξαφανιστούν τα μικρά έθνη. Ας σκεφτόμαστε λοιπόν τι λέμε, γιατί θα τα βρούμε όλα μπροστά μας!

Στην δική μας Αριστερά υπάρχουν αντιπαρατιθέμενες απόψεις, και καλώς υπάρχουν. Υπάρχουν συγκρούσεις, και καλώς υπάρχουν. Ωστόσο, στη δική μας Αριστερά, αριστεροί με ύφος και λόγο Φαήλου δεν μπορεί να υπάρχουν. Ο χλευασμός και η ειρωνεία δεν είναι όπλα του δικού μας οπλοστασίου.


Δημοσιεύτηκε στο Red Notebook

* Οι ομιλίες της εκδήλωσης -σε βίντεο- βρίσκονται στον ιστότοπο του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς: κλικ εδώ.

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

[Κύπρος] Λίγα λόγια για την Κύπρο και την Αριστερά

Των Σίας Αναγνωστοπούλου και Αδάμου Ζαχαριάδη


Τον τελευταίο καιρό, με αφορμή όσα συνέβησαν στην Κύπρο, επανέρχεται και στις τάξεις της Αριστεράς η συζήτηση για ζητήματα που, με μία έννοια, εντάσσονται στην κατηγορία των «εθνικών θεμάτων». Η ελληνική Αριστερά καλείται, από τη μια πλευρά, να αναλύσει και να εξαγάγει συμπεράσματα από την πενταετή διακυβέρνηση της χώρας από το ΑΚΕΛ και από την άλλη, σχεδόν ταυτόχρονα, να απαντήσει στις προκλήσεις που έθεσαν οι αποφάσεις του Eurogroup του Μαρτίου για την αντιμετώπιση της κυπριακής οικονομικής κρίσης.

Με αφορμή λοιπόν τη νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε στην Κύπρο από τον Μάρτιο και μετά, ο δημόσιος διάλογος στο εσωτερικό της ελληνικής Αριστεράς αναδεικνύει τις διαφορετικές προσεγγίσεις (ακόμα και τις συγχύσεις) σε ό,τι αφορά την Κύπρο συνολικά -την ιστορία της, την κοινωνία, την πολιτική και οικονομική της κατάσταση- πολύ δε περισσότερο που το Κυπριακό θεωρείται πάντα μείζον εθνικό θέμα. Ωστόσο, το Κυπριακό συνιστά συγχρόνως το σημείο στο οποίο συμπυκνώνεται μια μεγάλη τομή της ταξικής πάλης στην Ελλάδα.

Μικρή ιστορική αναδρομή


Η Κύπρος δεν αναδύθηκε στα νερά της Μεσογείου το 1974. Το Κυπριακό υπήρχε και πριν από τότε. Ωστόσο, οι αναλύσεις ορισμένων τμημάτων της Αριστεράς (κατ’ αντιστοιχία με τις κυρίαρχες αναλύσεις) ξεκινούν από αυτή τη χρονολογία και διαφοροποιούνται -στην καλύτερη περίπτωση- ως προς τις ευθύνες της ελληνικής πλευράς για το προδοτικό πραξικόπημα της χούντας, απωθώντας επιλεκτικά όσα συνέβησαν από τη δεκαετία του 1940 μέχρι τότε. Παραμένουν έτσι εγκλωβισμένες στη θεωρία των «αδικημένων εθνών» (ο Ελληνισμός είναι συνήθως ένα από αυτά) προσπαθώντας ίσως, πιστές στη γραμμή που χάραξε το ΚΚΕ από το 1949 και μετά, να αποσείσουν την κατηγορία που διατύπωναν οι νικητές του εμφυλίου περί «εθνοπροδοτικής Αριστεράς».

Προνομιακή θέση στην επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται έχουν –εννοείται…- τα «ιστορικά επιχειρήματα», μιας και η ιστορία της Κύπρου σημαδεύεται από την τουρκική εισβολή του 1974. Ωστόσο, η τομή την οποία συνιστά, αυτονοήτως, η βαρβαρότητα μιας εισβολής επικαλύπτει μια σειρά αιτίων που έχουν δημιουργήσει αυτό το «πολυπαραγοντικό» πρόβλημα που ακούει στο όνομα Κυπριακό. Το πρόβλημα, δηλαδή, είναι βαθιά πολιτικό. Άλλωστε, όλες οι διεθνείς απόπειρες για επίλυση του Κυπριακού δεν περιορίζονται στο –δίκαιο και αυτονόητο- αίτημα για απόσυρση του τουρκικού στρατού, αλλά προσπαθούν να αντιμετωπίσουν και μια σειρά άλλα προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί μέσα στον χρόνο. Η Αριστερά, λοιπόν, καλείται να διατυπώσει τη δική της θέση σε αυτή τη συζήτηση, μια θέση που να μην αναπαράγει άκριτα την «επίσημη» και «θεσμική» ανάγνωση της ιστορίας αλλά εισάγει στη συζήτηση την ταξική και διεθνιστική ματιά της Αριστεράς.

Έτσι κι αλλιώς, η ιστορία είναι δύσβατο χωράφι και υπάρχουν πολλοί τρόποι να το αξιοποιήσει κανείς. Και θα ήταν αστείο να λησμονεί κανείς την «πολιτική χρήση» της ιστορίας και ιδιαίτερα το πώς ορισμένα πράγματα ανάγονται σε «αυτονόητα». Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πολλές φορές η δουλειά της Αριστεράς είναι να πολεμάει, να αμφισβητεί τα «αυτονόητα», να μην τα θεωρεί δεδομένα, όσο κι αν αυτά εφησυχάζουν μια αυτάρεσκη κοινωνία που της αρέσει να βλέπει τον εαυτό της πάντα δικαιωμένο μέσα στον χρόνο. Αν είναι όμως να μιλήσουμε για ιστορία, ας μην περιοριζόμαστε σε μια μονοσήμαντη ανάγνωσή της. Ας ρισκάρουμε να θέσουμε κάποια δύσκολα ερωτήματα που διάφοροι ιστορικοί έχουν διατυπώσει αλλά η Αριστερά στο σύνολό της δεν τολμά πάντα να θέσει. Για παράδειγμα, το ερώτημα που αφορά τη συγκρότηση, την ηγεσία και τα αιτήματα του αγώνα της ΕΟΚΑ. Ο αγώνας αυτός πράγματι «πάτησε» πάνω στις ανάγκες των κοινωνιών για απαλλαγή από την εξάρτηση (αποικιακή ή ημιαποικιακή), για κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα. Όμως ας μη λησμονούμε ότι οργανώθηκε τόσο στην Αθήνα, μέσα στο πιο σκληρό μετεμφυλιακό κλίμα, από αυτούς μάλιστα που πρωτοστάτησαν στο αντικομμουνιστικό πογκρόμ στην Ελλάδα, με αρχηγό τον –ηγέτη της Χ- Γρίβα όσο και στην Κύπρο από τον -γνωστών αντικομμουνιστικών φρονημάτων- Μακάριο. Το κρίσιμο ζήτημα που ετίθετο εκείνη την εποχή για τη Δεξιά ήταν η εξουδετέρωση των υποδοχών που είχε δημιουργήσει η Αριστερά για έναν αγώνα με αντιαποικιακό, κοινωνικό και ταξικό περιεχόμενο. Για τη Δεξιά λοιπόν της εποχής το μεγάλο στοίχημα, προκειμένου να ηγεμονεύσει απέναντι στην Αριστερά, ήταν να αναγάγει το πολιτικό/κοινωνικό αίτημα σε «εθνικό»/αλυτρωτικό. Για να υπηρετηθεί η λογική αυτή κινητοποιήθηκαν όλα τα περιθωριοποιημένα από την ιστορία στοιχεία, όπως ο Γρίβας. Η «Ένωση» αποτέλεσε το σημείο καμπής της υποταγής της Αριστεράς (η οποία έπεσε στη παγίδα) στην εθνική ηγεμονία της Δεξιάς. Με δεδομένα τα παραπάνω –τα γράφει άλλωστε ευθαρσώς ο Γρίβας στα Απομνημονεύματά του- οφείλουμε να αναρωτηθούμε ως αριστεροί/ές για το απελευθερωτικό, κοινωνικό όραμα της ΕΟΚΑ. Να αναρωτηθούμε επίσης για τις καταγγελίες του ΑΚΕΛ για τις επιθέσεις της ΕΟΚΑ σε μέλη του κατά την περίοδο 1955-1959. Τέλος, να αναρωτηθούμε μήπως το αλυτρωτικό όραμα της Ένωσης απέκλειε τους Τουρκοκύπριους από οποιονδήποτε κυπριακό αντιαποικιακό αγώνα, ενώ ενίσχυε τον ακραίο, τουρκικό εθνικισμό και σε αυτή την κοινότητα.

Υπάρχουν βέβαια ερωτήματα και για τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας (1960-1974), στα οποία επίσης οι απαντήσεις είναι ιδιαίτερα δύσκολες. Για παράδειγμα, τι συνέβη το 1963 με το αίτημα για τροποποίηση των «13 σημείων» του Συντάγματος από τον Μακάριο; Σηματοδοτούσε άραγε ένα τέτοιο αίτημα μια δίκαιη κυπριακή διεκδίκηση ή την απαρχή συγκρούσεων ανάμεσα στις δύο κοινότητες; Τι σηματοδοτούσε άραγε η τροποποίηση των «13 σημείων» σε ένα πλαίσιο όπου τα δικαιώματα της τουρκοκυπριακής κοινότητας (αναγνωρισμένα από τις διεθνείς συνθήκες) άρχισαν να ορίζονται ως προνόμια παραχωρημένα από την πλειοψηφία στη μειοψηφία; Γιατί αγνοούμε τις αναρίθμητες ομιλίες, συνεντεύξεις, δηλώσεις του ίδιου του Μακάριου -όλες δημοσιευμένες και εύκολα προσβάσιμες- που θα μας διαφώτιζαν για την «ανταρσία» των Τουρκοκυπρίων το ’63 και τις επιθέσεις εναντίον τους; Αναρωτιόμαστε άραγε τι κλίμα δημιουργούσαν όχι μόνο εναντίον της τουρκοκυπριακής κοινότητας αλλά και εναντίον της ίδιας της δημοκρατίας στη χώρα δηλώσεις όπως αυτή του Μακάριου, στις 4 Σεπτεμβρίου του 1962, ότι «μέχρις ότου η μικρή τουρκική κοινότητα, που αποτελεί μέρος της τουρκικής φυλής, του τρομερού εχθρού του ελληνισμού, εξουδετερωθεί, το καθήκον προς τους ήρωες της ΕΟΚΑ δεν μπορεί να θεωρηθεί λήξαν». Γνωρίζουμε κάτι περί του «Σχεδίου Ακρίτας» με συμμετοχή του Τάσσου Παπαδόπουλου, τον οποίο τόσο εξυμνούν τμήματα της ελληνικής Αριστεράς ακόμα και σήμερα; Ξέρουμε άραγε κάτι για τους τουρκοκυπριακούς θύλακες, για τις επιθέσεις στα τ/κ χωριά, ειδικά μετά την επανεμφάνιση του Γρίβα στη Κύπρο; Σε όλα αυτά τα ερωτήματα -καθοριστικά για την όξυνση των σχέσεων μεταξύ των δύο κοινοτήτων αλλά και για την κατάσταση που διαμορφωνόταν στην Κύπρο και η οποία επιδεινώθηκε με το χουντικό πραξικόπημα του 1974 και κορυφώθηκε με την τουρκική εισβολή- ένα μέρος της Αριστεράς προτιμά ή την εκκωφαντική σιωπή ή την υιοθέτηση κάποιων «αυτονόητων». Και αυτό ανεξάρτητα αν έτσι υποτάσσεται στις «γκρίζες ζώνες» του εθνικισμού ή ακόμη και του ρατσισμού, όταν στον λόγο του για το Κυπριακό η άλλη –διεθνώς αναγνωρισμένη- κοινότητα του νησιού, η τουρκοκυπριακή, είτε απουσιάζει είτε υποβαθμίζεται σε μειονότητα.

Με αυτές τις «γκρίζες ζώνες» περί Κυπριακού στις αποσκευές του, μέρος της Αριστεράς δεν τολμά ακόμη να συζητήσει σοβαρά αυτά που συνέβησαν στην Κύπρο το 2004. Έτσι, περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι τότε οι Τουρκοκύπριοι είχαν εξεγερθεί κατά του καθεστώτος του Ντενκτάς, κατά της πολιτικής της Τουρκίας, κατά του τουρκικού στρατού, με το σύνθημα μάλιστα «ζητάμε την απελευθέρωσή μας από αυτούς που μας ελευθέρωσαν», διεκδικώντας για πρώτη φορά μαχητικά την ειρηνική συνύπαρξη με τους Ελληνοκύπριους στο ίδιο κράτος. Η πλειοψηφία της ελληνοκυπριακής κοινότητας, υπό την ηγεσία του Τάσσου Παπαδόπουλου (που είχε εκλεγεί με ευθύνη του ΑΚΕΛ) αλλά και με καθοριστικό το «ΟΧΙ» του ίδιου του ΑΚΕΛ, τους γύρισε την πλάτη με βασικό επιχείρημα τη μεγάλη οικονομική ανισότητα των δύο κοινοτήτων. Όπως είχε γράψει ο Άγγελος Ελεφάντης στην Αυγή, «όλοι όσοι ψήφισαν “ΟΧΙ” στο δημοψήφισμα δεν είναι εθνικιστές. Αλλά το “ΟΧΙ” είναι εθνικιστικό». Άλλωστε, θυμόμαστε ακόμη τους «εμπνευσμένους λόγους» «ανθρώπων του Θεού» περί τεμπέληδων και φτωχών Τουρκοκύπριων και άλλα τέτοια τα οποία –πού να το φανταζόμασταν τότε εμείς οι «πλούσιοι»- λίγα χρόνια μετά θα ήταν τα ίδια επιχειρήματα που θα χρησιμοποιούσαν οι πλούσιοι της Ε.Ε. για τους Έλληνες.

Δυστυχώς δεν αντιλαμβανόμαστε ακόμα πως όσο διαιωνίζεται η σημερινή κατάσταση στη Κύπρο τόσο ενισχύεται ο ρόλος της Τουρκίας στο νησί. Δεν αντιλαμβανόμαστε πως μόνο η λύση και η ειρηνική συμβίωση όλων των κατοίκων του νησιού κάτω από το ίδιο ομόσπονδο κράτος είναι ικανή να υποβαθμίσει τον παράγοντα Τουρκία. Η σημερινή πραγματικότητα στη Κύπρο το επιβεβαιώνει και δυσκολεύει απίστευτα την προοπτική της λύσης της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας.

Πώς ο αντιιμπεριαλισμός μπορεί να γίνει μανδύας του εθνικισμού

Το τελευταίο διάστημα και στους κόλπους της Αριστεράς ανθούν οι γεωπολιτικές αναλύσεις εις βάρος της πολιτικής. Οι αναλύσεις για δρόμους πετρελαίου και φυσικού αερίου, για υπόγειες διαδρομές υδρογονανθράκων, για μουσουλμανικά και άλλα τόξα, υποτάσσουν τις αναλύσεις των κοινωνικών και ταξικών σχέσεων σε απλουστευτικές, γεωστρατηγικές και «εθνικές» συγκρούσεις από τις οποίες σχεδόν εξαφανίζεται η πάλη των τάξεων. Όμως ο ιμπεριαλισμός αντικατοπτρίζει πραγματικούς συσχετισμούς της ταξικής πάλης και δεν είναι μια μάχη μεταξύ «καλών» και «κακών» εθνών με στόχο τις πλουτοπαραγωγικές πηγές κάθε χώρας. Μόνο σε αυτό το πλαίσιο μπορούν να ερμηνευθούν επιλογές όπως η λυκοφιλία με το Ισραήλ στο όνομα του υπέρτατου στόχου της εκμετάλλευσης των φυσικών και ενεργειακών πόρων.

Αυτές οι γενικές σκέψεις είναι γνωστές –λίγο ως πολύ- σε όλους τους αριστερούς και τις αριστερές. Πώς γίνεται ωστόσο τμήματα της Αριστεράς να μπερδεύουν τις έννοιες του αντιιμπεριαλισμού και του διεθνισμού με τις θεωρίες των γεωπολιτικών συνομωσιών και να παραδίδονται έτσι άνευ όρων στη λογική της «αταξικότητας των εθνικών ζητημάτων» που προωθεί ο εθνικισμός, προκειμένου να γείρει την πλάστιγγα της ταξικής πάλης προς όφελος μίας (ποιας άραγε…) τάξης; Στις εποχές που ζούμε, όπου το διεθνιστικό αντιιμπεριαλιστικό πρόταγμα προϋποθέτει και συνεπάγεται την ξεκάθαρη και εφ’ όλης της ύλης διαίρεση Δεξιάς-Αριστεράς, η υιοθέτηση μιας αντίληψης που κάποιοι θέλουν να περιγράφουν ως «πατριωτικό αντιιμπεριαλισμό» και η οποία εμπνέεται από τη θεωρία των «καλών» και των «κακών» εθνών, υπονομεύει το διάβημα της Αριστεράς και ενισχύει διαρκώς τούς, κατά τα άλλα, ταξικούς εχθρούς της. Κι αυτό γιατί, με τον τρόπο αυτό, η Αριστερά δεν μπορεί να σπάσει το βαθύ, πολιτικό, οικονομικό και κυρίως ιδεολογικό, κατεστημένο που έχει συγκροτήσει η Δεξιά στη χώρα. Το παράδειγμα του ΑΚΕΛ στην Κύπρο αποτελεί την πιο τρανταχτή απόδειξη. Ενίσχυσε, με τη συνεργασία με τον Παπαδόπουλο, το «βαθύ κατεστημένο» στην Κύπρο και, στη συνέχεια, προσπάθησε να κυβερνήσει ως αριστερό κόμμα έχοντας απέναντι του το σκληρό κατεστημένο που ωστόσο το ίδιο το ΑΚΕΛ νομιμοποίησε ιδεολογικά και πολιτικά.

Αντίπαλος της Αριστεράς δεν είναι μόνο η δεξιά μνημονιακή κυβέρνηση (είτε εδώ είτε στην Κύπρο). Αντίπαλός της είναι και όλες οι δεξιές εθνικιστικές δυνάμεις που συγκυριακά μπορεί να είναι και αντιμνημονιακές. Απέναντι σε αυτό το ζήτημα, χρειάζεται ξεκάθαρη και συνεκτική θέση. Για παράδειγμα, δεν μπορεί κανείς να απορρίπτει μια συμμαχία με τον Καμένο στην Ελλάδα, αλλά να παραβλέπει το ταξικό περιεχόμενο της πολιτικής του Λιλλήκα στην Κύπρο∙ κάτι τέτοιο σημαίνει ότι αρκεί να σηκώσει κανείς το λάβαρο του πατριωτισμού για να ξεχαστούν όλες οι πολιτικές, ταξικές και ιδεολογικές αναφορές του.

H παγωμένη μας πυξίδα

Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για τις πιθανότητες συνεργασίας των λαών του Νότου, για τον ευρωπαϊκό Βορρά και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μήπως όμως η πυξίδα της Αριστεράς έχει παγώσει σε ένα και μόνο σημείο; Μήπως, δηλαδή, η Αριστερά προτιμά να ακολουθεί την πεπατημένη και να αναπαράγει σχεδόν μηχανιστικά την αντίληψη για τη γειτονιά μας που άλλοι έχουν διαμορφώσει; Οι αναφορές στην Τουρκία περιορίζονται, πολλές φορές, στο στερεοτυπικό σχεδόν σχήμα της «επιθετικής και επεκτατικής Τουρκίας». Δεν αγνοούμε τα προβλήματα στις σχέσεις των δύο χωρών. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν ακόμη και η Αριστερά να αντιμετωπίζει τα μείζονα αυτά πολιτικά προβλήματα ως στρατιωτικά με τη λογική είτε του πολέμου είτε της εκεχειρίας, μια λογική που χάραξαν προηγούμενες κυβερνήσεις και εδώ και στην Τουρκία όπου ακόμα και η «ελληνοτουρκική φιλία» εντασσόταν πάντα στην ίδια πολιτική στόχευση: ό,τι συνέφερε κάθε φορά το μεγάλο κεφάλαιο και τις κυρίαρχες δυνάμεις (όπως ο στρατός στη Τουρκία) των δύο χωρών. Στην Τουρκία του νεοφιλελεύθερου, νεοσυντηρητικού Ερντοάν συμβαίνουν ιστορικής σημασίας αλλαγές, τις οποίες η Αριστερά οφείλει να αναλύσει και να εκτιμήσει σύμφωνα με τα δικά της ιδεολογικά και πολιτικά εργαλεία. Στο πλαίσιο αυτών των αλλαγών, όπου το ίδιο το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας αλλάζει και οι συσχετισμοί δυνάμεων μέσα στην ίδια τη χώρα μεταβάλλονται, αποδεσμεύονται αντιφατικές δυναμικές τις οποίες η Αριστερά δεν μπορεί να αγνοήσει για τη χάραξη μιας νέας, αριστερής πολιτικής. Για παράδειγμα η προσπάθεια επίλυσης του μείζονος προβλήματος, του Κουρδικού, σηματοδοτεί μια μεγάλη αλλαγή αλλά και μια μεγάλη αντίφαση. Από τη μια μεριά αναθεωρείται όλο το οικοδόμημα του κεμαλικού εθνικισμού, αφού το μείζον πρόβλημα μετατρέπεται από στρατιωτικό σε πολιτικό, συγχρόνως όμως η ενδεχόμενη επίλυση του Κουρδικού, υπονομεύει το ίδιο το νεοφιλελεύθερο σύστημα του Ερντοάν. Και αυτό γιατί η μετατροπή ενός προβλήματος από στρατιωτικό-εθνικό σε πολιτικό αποδεσμεύει δυνάμεις στη χώρα αυτή και μπορεί να οδηγήσει, για πρώτη φορά, στη συγκρότηση της πολιτικής με ταξικούς όρους.

Η μονοσήμαντη αναπαραγωγή του εύκολου σχήματος περί ενός μόνιμου και α-ιστορικού επεκτατισμού της Τουρκίας, ο οποίος τώρα προσανατολίζεται και προς τη Μέση Ανατολή, δεν επιτρέπει τη χάραξη μιας άλλης ελληνικής πολιτικής στο πλαίσιο της οποίας τόσο το Κυπριακό όσο και τα ελληνοτουρκικά θα συζητηθούν σε μια βάση που θα έχει την ιδεολογική και πολιτική σφραγίδα της Αριστεράς. Δεν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση ενός άλλου πολιτισμού της Αριστεράς για τα πολιτικά αυτά ζητήματα. Σε ό,τι αφορά κατεξοχήν το Κυπριακό - που με αφορμή αυτό αναπαράγεται όλος ο βαθύς ελληνικός εθνικισμός-, η ένταξη της τουρκοκυπριακής κοινότητας στο κυπριακό ιστορικό, πολιτικό και οικονομικό της πλαίσιο συνιστά την προϋπόθεση για μια άλλη αντιμετώπιση του προβλήματος. Μέχρι σήμερα, ακόμη και μεγάλο μέρος της Αριστεράς δεν συζητά για τους Τουρκοκύπριους αλλά για την Τουρκία σε σχέση με αυτούς. Προτιμά να εγκαθιστά στις αναλύσεις του την Τουρκία ως κύριο πρωταγωνιστή, αφήνοντας τους Τουρκοκύπριους στο περιθώριο, αναφερόμενο σε αυτούς με τα συνηθισμένα ευχολόγια: «δίκαιη λύση του Κυπριακού, με τις δύο κοινότητες μαζί». Διατηρεί λοιπόν μια αριστερή πολιτισμική γλώσσα για τους Τουρκοκύπριους, δανειζόμενο από την άλλη πλευρά τη σκληρά πολιτική γλώσσα από τη Δεξιά, για την οποία στο νησί δεν υπήρξαν ποτέ Τουρκοκύπριοι παρά μόνο ως δάκτυλος της Τουρκίας. Έτσι, αφήνει όλο τον χώρο στη Δεξιά και στο βαθύ εθνικιστικό κατεστημένο να παίζει όποτε και όπως θέλει με τους Τουρκοκύπριους, ξεχνώντας ότι στους Τουρκοκύπριους αναπτύχθηκαν σημαντικές δυνάμεις που έδωσαν και δίνουν σκληρές μάχες για την απαλλαγή τους από τον τουρκικό εθνικισμό και τους φορείς του στην Κύπρο.

Η Αριστερά πρέπει να αρπάξει την ευκαιρία να διαφοροποιήσει το ιστορικό παράδειγμα. Να δώσει ένα διαφορετικό πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο τόσο στην ανάλυση των προβλημάτων όσο και στη λύση τους, με την πολιτική στόχευση να μετατρέψει το τρίγωνο Αθήνα – Άγκυρα – Λευκωσία από περιοχή καχυποψίας, διατάραξης και τριβών σε γέφυρα ειρήνης, συμβίωσης και ευημερίας. Και, στην ανάλυσή της, να θυμάται πάντα ότι, και στην Κύπρο, εκτός από κοινότητες, υπάρχουν και τάξεις.


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

[Αριστερά - Εξωτερική πολιτική] Για να μι­λή­σου­με για ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή, να ξα­να­πο­φα­σί­σου­με «ποιοι εί­μα­στε»

Στη φά­ση της με­γά­λης με­τά­βα­σης την ο­ποία δια­νύει η Ελλά­δα, η συ­ζή­τη­ση πε­ρί ε­ξω­τε­ρι­κής πο­λι­τι­κής περ­νά­ει κα­ταρ­χήν α­πό τη συ­ζή­τη­ση πε­ρί του «ποιοι εί­μα­στε». Η πρώ­τη λοι­πόν εί­ναι προϊόν της δεύ­τε­ρης, κυ­ρίως σε χώ­ρες ό­πως η δι­κή μας, για την ο­ποία ό­λα τα ζη­τή­μα­τα ε­ξω­τε­ρι­κής πο­λι­τι­κής, τα ευ­ρω­παϊκά συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νό­με­να, συ­νι­στούν ε­θνι­κά ζη­τή­μα­τα και ως τέ­τοια α­να­λύο­νται. Ακό­μη και οι υ­πο­τι­θέ­με­νες α­ντι­κει­με­νι­κές α­να­λύ­σεις των τε­χνο­κρα­τών, των «ει­δι­κών» πε­ρί Τουρ­κίας, πε­ρί Μέ­σης Ανα­το­λής, Βαλ­κα­νίων και τα σχε­τι­κά, εί­ναι ε­ξαρ­χής και στο με­γα­λύ­τε­ρο πο­σο­στό τους υ­πο­νο­μευ­μέ­νες, α­φού έ­χουν ως υ­πο­νοού­με­νη α­φε­τη­ρία του «ποιοι εί­μα­στε» και ποιοι εί­ναι ε­πι­στη­μο­νι­κώ τω τρό­πω οι εχ­θροί και οι φί­λοι μας.

Ελλη­νι­κός νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρος ε­θνι­κι­σμός

Τις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες, η ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή δια­μορ­φώ­θη­κε με ό­ρους ε­νός ε­ξορ­θο­λο­γι­σμέ­νου α­νορ­θο­λο­γι­σμού, στο πλαί­σιο του ο­ποίου συ­γκρο­τή­θη­κε η α­ντί­λη­ψη του «πλού­σιου», ευ­ρω­παϊκού έ­θνους, το ο­ποίο αυ­το­χρί­σθη­κε η­γε­μο­νι­κή δύ­να­μη της πε­ριο­χής. Η κα­τάρ­ρευ­ση του α­να­το­λι­κού μπλοκ ά­φη­σε έ­να ευ­ρύ πε­δίο ε­λεύ­θε­ρο για τη συ­γκρό­τη­ση με­γά­λων πο­λι­τι­κοοι­κο­νο­μι­κών και πο­λι­τι­σμι­κών ε­νο­τή­των. Η Ελλά­δα, ως η μο­να­δι­κή χώ­ρα της πε­ριο­χής στην ΕΕ, α­νέ­λα­βε την α­πο­στο­λή του οι­κο­νο­μι­κού και πο­λι­τι­κού εκ­πο­λι­τι­σμού της πε­ριο­χής μας (ευ­ρω­παϊκή τε­χνο­γνω­σία και κα­πι­τα­λι­στι­κή ε­ξά­πλω­ση). Η λο­γι­κή της η­γε­μο­νίας που ε­πε­δίω­ξε να α­σκή­σει η χώ­ρα μας, ε­νώ φαι­νό­ταν α­πο­λύ­τως ρε­α­λι­στι­κή και ορ­θο­λο­γι­κή, εί­χε δύο πη­γές τρο­φο­δο­σίας: α­πό τη μια με­ριά, την πα­λιά δο­κι­μα­σμέ­νη πη­γή του ε­θνι­κι­σμού, α­πό την άλ­λη μιας κα­κο­χω­νε­μέ­νης νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης ευ­ρω­παϊκό­τη­τας, που έ­πρε­πε ε­ξαχ­θεί στην ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή μας. Με λί­γα λό­για, η Ελλά­δα κι­νή­θη­κε ως δύ­να­μη κρού­σης ε­νός ευ­ρω­παϊκού νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού στην πε­ριο­χή (Βαλ­κά­νια κυ­ρίως), μέ­σα α­πό τον ο­ποίο ε­πι­και­ρο­ποιή­θη­κε με νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρους ό­ρους ο πα­λιός, γνω­στός ε­θνι­κι­σμός.

Φτιά­χτη­καν λοι­πόν οι ό­ροι συ­γκρό­τη­σης ε­νός, ελ­λη­νι­κής εκ­δο­χής, νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρου ε­θνι­κι­σμού, σύμ­φω­να με τον ο­ποίο το ελ­λη­νι­κό, ευ­ρω­παϊκό έ­θνος ή­ταν και πλού­σιο και πο­λι­τι­σμι­κά η­γε­μο­νι­κό. Οι υ­παρ­κτές, κά­ποιες φο­ρές, ε­ξορ­θο­λο­γι­σμέ­νες εκ­δο­χές της ε­ξω­τε­ρι­κής πο­λι­τι­κής που α­σκή­θη­κε, α­ντί να ε­ξου­δε­τε­ρώ­σουν τον α­νορ­θο­λο­γι­σμό του πα­λιού ε­θνι­κι­σμού, α­ντι­θέ­τως τον ε­πι­και­ρο­ποίη­σαν, για­τί κα­μιά α­πό τις πο­λι­τι­κές η­γε­σίες δεν α­νέ­λα­βε την ευ­θύ­νη να ξα­να­ο­ρί­σει την ελ­λη­νι­κή κοι­νό­τη­τα με βά­ση τις πραγ­μα­τι­κό­τη­τες που δια­μορ­φώ­νο­νταν ε­σω­τε­ρι­κά και ε­ξω­τε­ρι­κά. Ακό­μη και η πο­λι­τι­κή φι­λίας με το με­γά­λο εχ­θρό, την Τουρ­κία, κυ­ρίως στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ’90, δεν ο­δή­γη­σε στο ε­σω­τε­ρι­κό στην ι­στο­ρι­κή α­πο­δό­μη­ση του ελ­λη­νι­κού (ή για την άλ­λη πλευ­ρά, του τουρ­κι­κού) ε­θνι­κι­σμού. Απο­δό­μη­ση ό­χι του έ­θνους, ό­πως κραύ­γα­ζαν οι ε­θνι­κι­στές, αλ­λά του ε­θνι­κι­σμού. Γι’ αυ­τό αυ­τή η πο­λι­τι­κή ή­ταν α­ντι­φα­τι­κή και κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νη: φι­λία α­πό τη μια, χρή­σι­μη στους έλ­λη­νες κα­πι­τα­λι­στές για τις ε­πεν­δύ­σεις τους, εχ­θρό­τη­τα ε­σω­τε­ρι­κά, χρή­σι­μη για τον χο­ρό ε­κα­τομ­μυ­ρίων στους ε­ξο­πλι­σμούς, για ά­στο­χες συμ­μα­χίες με τους «εχ­θρούς των εχ­θρών μας». Γι’ αυ­τό ε­πί­σης αυ­τή η πο­λι­τι­κή ή­ταν ά­τολ­μη και με­σο­πρό­θε­σμα ε­πι­κίν­δυ­νη α­φού ά­φη­σε μι­κρά θέ­μα­τα, ό­πως η ο­νο­μα­σία της ΦΥ­ΡΟ­Μ, να γί­νουν τε­ρά­στια, προ­κει­μέ­νου να μην πλη­γω­θεί το έ­θνος, ό­πως το α­ντι­λαμ­βά­νο­νταν τα ά­ξια της πα­τρί­δος τέ­κνα που έ­φτια­ξαν πο­λι­τι­κή κα­ριέ­ρα α­πό αυ­τά τα ζη­τή­μα­τα.

Αυ­τή η ε­θνι­κή πο­λι­τι­κή λοι­πόν δια­χύ­θη­κε α­πό τους με­γα­λο­δη­μο­σιο­γρά­φους και τις πο­λι­τι­κές ε­λίτ στο ε­σω­τε­ρι­κό με ό­λη τη σύγ­χυ­ση ορ­θο­λο­γι­σμού-α­νορ­θο­λο­γι­σμού που πα­ρά­γει σκο­πί­μως ο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός, μέ­σα α­πό την ο­ποία πα­ρα­γό­ταν έ­νας ύ­που­λος νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­σμός. Αυ­τή η χώ­ρα θα ή­ταν για πολ­λά γέ­λια, αν δεν προ­ξε­νού­σε στο τέ­λος τό­σα κλά­μα­τα. Σε μια χώ­ρα στην ο­ποία οι με­τα­νά­στες α­πο­τε­λούν έ­να ση­μα­ντι­κό μέ­ρος της πα­ρα­γω­γι­κής δύ­να­μης της κοι­νω­νίας, των ο­ποίων τα παι­διά με­γα­λώ­νουν, σπου­δά­ζουν και α­πο­τε­λούν μέ­ρος της ελ­λη­νι­κής κοι­νό­τη­τας, ο α­να­στο­χα­σμός σε σχέ­ση με το πα­ρελ­θόν, το πα­ρόν και το μέλ­λον μας, α­φέ­θη­κε α­πό τους με­γα­λο­δη­μο­σιο­γρά­φους και με­γα­λο­δια­σκε­δα­στές της τη­λεό­ρα­σης στα χέ­ρια του ΛΑ­ΟΣ, στα χέ­ρια του μέ­χρι πρό­τι­νος υ­πε­ρή­φα­νου νο­μάρ­χη της Θεσ­σα­λο­νί­κης και των ιε­ραρ­χών που θλί­βο­νταν α­πό τη «μαυ­ρί­λα» της Αθή­νας. Κα­τά τα άλ­λα εί­χα­με κα­τά και­ρούς μια α­νοι­κτή ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή, η ο­ποία α­ντί να δη­μιουρ­γή­σει ρήγ­μα­τα στον κυ­ρίαρ­χο ε­θνι­κι­σμό και να συμ­βά­λει στην ι­στο­ρι­κή α­να­θεώ­ρη­ση του «ποιοι εί­μα­στε», ο­δή­γη­σε σε νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­σμό. Η ό­ποια κρι­τι­κή που α­σκεί­το στην ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή, ή­ταν μό­νο προς μια κα­τεύ­θυν­ση: ό­τι δεν ή­ταν αρ­κού­ντως διεκ­δι­κη­τι­κή α­πέ­να­ντι στους εχ­θρούς μας. Αν ε­ξαι­ρέ­σου­με τον Συ­να­σπι­σμό και κά­ποιες άλ­λες συλ­λο­γι­κές ή α­το­μι­κές πε­ρι­πτώ­σεις, ό­λες οι α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις ε­γκλω­βί­στη­καν στο σχή­μα πα­τριώ­τες-που­λη­μέ­νοι.

Νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­σμός της ά­γριας Δύ­σης

Από το 2008, κυ­ρίως α­πό το 2010 και με­τά, αυ­τός ο υ­πε­ρή­φα­νος νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρος ε­θνι­κι­σμός της προ­η­γού­με­νης πε­ριό­δου με­ταλ­λάχ­θη­κε σε έ­ναν α­μυ­ντι­κό νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο ε­θνι­κι­σμό: η α­νε­πάρ­κεια των ελ­λη­νι­κών κυ­βερ­νή­σεων να α­ντα­πο­κρι­θούν στο ρό­λο που οι ί­διες εί­χαν α­να­λά­βει, δη­λα­δή της ε­μπέ­δω­σης του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού στην Ελλά­δα και στον πε­ρί­γυ­ρό της, τις υ­πο­χρέω­σε να αλ­λά­ξουν γραμ­μή και να με­τα­τρέ­ψουν την ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία σε ά­γρια Δύ­ση. Ο τρό­μος για την ευ­ρω­παϊκή (=νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη) ε­πι­βίω­ση της Ελλά­δας υ­πα­γό­ρευ­σε την α­μυ­ντι­κή α­να­συ­γκρό­τη­ση του έ­θνους, ε­σω­τε­ρι­κά και ε­ξω­τε­ρι­κά, ώ­στε να ξα­να­βρεί τους τρό­πους να πλου­τί­σει ε­να­ντίον αυ­τών που της τρώ­νε τον πλού­το: τον εχ­θρό, ε­σω­τε­ρι­κό (τα κα­τώ­τε­ρα στρώ­μα­τα και οι με­τα­νά­στες) και ε­ξω­τε­ρι­κό (κυ­ρίως η Τουρ­κία).

Στο πλαί­σιο της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης και της ρα­γδαίας φτω­χο­ποίη­σης της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας, συν­θή­κη που προοιω­νί­ζε­ται τα­ξι­κή συ­νει­δη­το­ποίη­ση και τα­ξι­κές α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις, ο νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­σμός  και ο ε­θνι­κι­σμός α­πο­τε­λούν τις κρί­σι­μες α­πο­σκευές για την πο­λι­τι­κή της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης ε­λίτ. Σε αυ­τό το πλαί­σιο α­να­κα­λύ­φθη­κε ό­τι το έ­θνος κιν­δυ­νεύει λό­γω της έλ­λει­ψης τά­ξης και α­σφά­λειας, κυ­ρίως λό­γω των α­περ­γών και πά­ντα των με­τα­να­στών. Ανα­κα­λύ­φθη­κε ε­πί­σης και η νέα πη­γή προς πλου­τι­σμό: οι υ­πο­θα­λάσ­σιοι φυ­σι­κοί πό­ροι. Η α­να­κή­ρυ­ξη της ελ­λη­νι­κής Α­ΟΖ προ­βάλ­λε­ται α­πό ό­λη την ελ­λη­νι­κή «σόου­μπιζ» (πο­λι­τι­κούς, δη­μο­σιο­γρά­φους, «ει­δι­κούς») ως η γη της ε­παγ­γε­λίας: ο αιώ­νιος εχ­θρός του έ­θνους –η Τουρ­κία- που δεν ε­πι­τρέ­πει την α­να­κή­ρυ­ξή της, α­να­βαθ­μί­ζε­ται σε υ­πο­νο­μευ­τή της ε­θνι­κής ε­πι­βίω­σης. Ενώ λοι­πόν το θέ­μα εί­χε μπει στο συρ­τά­ρι για αρ­κε­τό και­ρό –μάλ­λον ε­πει­δή τό­τε δεν συ­νέ­φε­ρε τις ε­λίτ να ε­μπλα­κούν σε α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις με την Τουρ­κία- ξαφ­νι­κά έ­γι­νε η λύ­ση των προ­βλη­μά­των της χώ­ρας.

Σε αυ­τό το ση­μείο κα­λό θα ή­ταν να ξε­χω­ρί­σου­με δύο προ­βλή­μα­τα: άλ­λο εί­ναι τα α­νοι­κτά ελ­λη­νο­τουρ­κι­κά ζη­τή­μα­τα (α­νά­με­σα σε αυ­τά και η Α­ΟΖ), τα ο­ποία χρή­ζουν α­ντι­με­τώ­πι­σης σε διε­θνές πλαί­σιο, κι άλ­λο εί­ναι η ε­πα­να­φο­ρά της πα­λιάς δο­κι­μα­σμέ­νης συ­ντα­γής του ε­θνι­κού εχ­θρού στην πιο κρί­σι­μη στιγ­μή της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας, ό­που ο α­ντί­πα­λος εί­ναι ι­δε­ο­λο­γι­κός, τα­ξι­κός και πο­λι­τι­κός. Το ζή­τη­μα της Α­ΟΖ πρέ­πει να ε­πι­λυ­θεί, αλ­λά η ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία δεν έ­φτα­σε στην κα­τα­στρο­φή λό­γω μη α­να­κή­ρυ­ξης της Α­ΟΖ. Η με­τα­τρο­πή της Με­σο­γείου, και κυ­ρίως του Αι­γαίου, σε ά­γρια Δύ­ση προς ά­γραν χρυ­σού δεν θα λύ­σει κα­νέ­να ά­με­σο, θε­σμι­κό και πο­λι­τι­κο-οι­κο­νο­μι­κό πρό­βλη­μα, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο που η εκ­με­τάλ­λευ­ση των φυ­σι­κών πό­ρων ε­ντάσ­σε­ται στη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη λο­γι­κή της α­πό­λυ­της εκ­με­τάλ­λευ­σης, ε­πεν­δυ­μέ­νης με ό­λη τη συμ­βο­λι­κή κλη­ρο­νο­μιά των ε­θνι­κών εχ­θρών.

Αρι­στε­ρή ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή

Η δια­μόρ­φω­ση μιας α­ρι­στε­ρής ε­ξω­τε­ρι­κής πο­λι­τι­κής ε­ξαρ­τά­ται ά­με­σα α­πό τη σθε­να­ρή διεκ­δί­κη­ση του ε­πα­να­προσ­διο­ρι­σμού του «ποιοι εί­μα­στε». Η ση­μα­ντι­κό­τε­ρη γραμ­μή α­ντί­στα­σης της κοι­νω­νίας δεν εί­ναι έ­να έ­θνος-κρά­τος ό­πως ο­ρί­ζε­ται α­πό μια συ­γκε­κρι­μέ­νη τά­ξη, ά­χρο­να και α­δια­φο­ρο­ποίη­τα ι­δε­ο­λο­γι­κά και πο­λι­τι­κά, σύμ­φω­να με τα δι­κά της συμ­φέ­ρο­ντα και το δι­κό της ε­κλαϊκευ­μέ­νο ε­θνι­κό πρό­γραμ­μα. Η ε­πι­βίω­ση στην ευ­ρω­παϊκή και πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νη, δύ­σκο­λη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα στην ο­ποία ζού­με α­παι­τεί έ­να έ­θνος-κρά­τος ε­ξω­στρε­φές, το ο­ποίο προ­τάσ­σει α­πέ­να­ντι στον κυ­ρίαρ­χο νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο ε­θνι­κι­σμό (ε­σω­τε­ρι­κό και ε­ξω­τε­ρι­κό), α­πέ­να­ντι στους νο­μα­δι­κής κα­τα­γω­γής δε­σμούς «αί­μα­τος, οι­κο­γέ­νειας, γε­νιάς ή θρη­σκείας» τους δε­σμούς ε­δα­φι­κών, πο­λι­τι­κών και κοι­νω­νι­κών συ­να­φειών. Για να (ξα­να)δού­με τη γύ­ρω μας πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, για να ξα­να­δού­με τη θέ­ση μας πρώ­τα στη γει­το­νιά μας και με­τά στον κό­σμο, πρέ­πει να ξα­να­δού­με την ε­θνι­κή μας πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Να την ξα­να­δού­με ως μια σύν­θε­τη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, που συ­γκρο­τεί­ται πλέ­ον και α­πό άλ­λους πλη­θυ­σμούς οι ο­ποίοι δεν μοι­ρά­ζο­νται μα­ζί μας το «ό­μαι­μον» και το «ο­μό­τρο­πον», αλ­λά α­γω­νί­ζο­νται μα­ζί μας για την ε­πι­βίω­ση. Ο ε­πα­να­προσ­διο­ρι­σμός της ε­θνι­κής μας κοι­νό­τη­τας στις πο­λύ­πλο­κες δια­στά­σεις της θα ε­πι­τρέ­ψει την α­νά­δει­ξη των βαλ­κα­νι­κών κα­ταρ­χάς, των ευ­ρω­παϊκών και, α­πό ε­κεί και πέ­ρα, των πα­γκό­σμιων συμ­μα­χιών μας.

Ο τρό­πος που συν­δια­λέ­γε­ται κα­νείς στο ε­θνι­κό ε­πί­πε­δο υ­πο­δει­κνύει και τους τρό­πους με τους ο­ποίους συ­νο­μι­λεί με τους συμ­μά­χους, αλ­λά και με τους ε­θνι­κούς, πο­λι­τι­κούς και ι­δε­ο­λο­γι­κούς α­ντί­πα­λους. Ένα νέο «βαλ­κα­νι­κό» και «νο­τιο­ευ­ρω­παϊκό σύμ­φω­νο», βα­σι­σμέ­νο στα κοι­νά, κοι­νω­νι­κά, οι­κο­νο­μι­κά και οι­κο­λο­γι­κά συμ­φέ­ρο­ντα, εί­ναι αυ­τά που ε­πι­τρέ­πουν στην Ελλά­δα, α­πό τη μια με­ριά, να συ­νο­μι­λή­σει με την ευ­ρω­παϊκή και διε­θνή η­γε­σία, ό­χι ως ε­θνι­κή ι­διαι­τε­ρό­τη­τα, αλ­λά στο ό­νο­μα μιας ευ­ρύ­τε­ρης ε­νό­τη­τας, η ο­ποία δεν α­πο­τε­λεί τη σκο­τει­νή πλευ­ρά του ευ­ρω­παϊκού φεγ­γα­ριού, αλ­λά έ­να μέ­ρος του ί­διου ω­στό­σο φεγ­γα­ριού. Της ε­πι­τρέ­πει α­πό την άλ­λη να α­ντι­με­τω­πί­σει συ­να­σπι­σμέ­να τις α­πει­λές α­πό τις γύ­ρω χώ­ρες (και α­πό την Τουρ­κία). Ο Γερ­μα­νός, ο Γάλ­λος, ή ο­ποιοσ­δή­πο­τε α­ρι­στε­ρός ή πρά­σι­νος της Ευ­ρώ­πης α­πο­λύ­τως θα συμ­με­ρι­στεί τις ε­θνι­κές-κοι­νω­νι­κές διεκ­δι­κή­σεις της Ελλά­δας α­πέ­να­ντι σε ο­ποιο­δή­πο­τε κρά­τος την α­πει­λεί. Δεν πρό­κει­ται ό­μως πο­τέ να κα­τα­νοή­σει για­τί η Ελλά­δα βρί­σκε­ται σε τέ­τοια δια­μά­χη με τη ΦΥ­ΡΟΜ ή ό­τι ο ε­θνι­κός της εχ­θρός, γε­νι­κώς και αιω­νίως εί­ναι η Τουρ­κία.

Εί­ναι του­λά­χι­στον φαι­δρό λοι­πόν να θεω­ρεί κα­νείς –του­λά­χι­στον α­ρι­στε­ρός- ό­τι α­πέ­να­ντι στην α­νά­πτυ­ξη του αλ­βα­νι­κού για πα­ρά­δειγ­μα ε­θνι­κι­σμού α­πα­ντά­ει με πό­λε­μο. Εί­ναι ά­κρως ε­πι­κίν­δυ­νο να θεω­ρεί κα­νείς –του­λά­χι­στον α­ρι­στε­ρός- ό­τι η λύ­ση των προ­βλη­μά­των με την Τουρ­κία εί­ναι ο πό­λε­μος ή οι ευ­φά­ντα­στες συμ­μα­χίες με τους εχ­θρούς των εχ­θρών μας.

Υπάρ­χει μια ι­δε­ο­λο­γι­κή α­να­κο­λου­θία πολ­λές φο­ρές σε τμή­μα­τα της Αρι­στε­ράς. Ενώ έ­χει έ­ναν α­πο­λύ­τως ι­δε­ο­λο­γι­κό λό­γο για την α­ντι­με­τώ­πι­ση των κοι­νω­νι­κών ζη­τη­μά­των, ό­ταν πρό­κει­ται για τα πε­ρί­φη­μα ε­θνι­κά, δα­νεί­ζε­ται την ε­θνι­κι­στι­κή ρη­το­ρεία, την ο­ποία ε­πεν­δύει με α­ρι­στε­ρή ι­δε­ο­λο­γία. Η Τουρ­κία δεν εί­ναι ο ε­σα­εί ε­θνι­κός εχ­θρός, ε­πει­δή εί­ναι δά­κτυ­λος του ι­μπε­ρια­λι­σμού, τον ο­ποίο ε­μείς μα­χό­μα­στε ως α­ντιϊμπε­ρια­λι­στές. Αυ­τή η ρη­το­ρεία νο­μι­μο­ποιεί και τους ε­ξο­πλι­σμούς, αλ­λά και την ε­νί­σχυ­ση α­κρο­δε­ξιών κομ­μά­των στην κοι­νω­νία. Δεν υ­πάρ­χει ού­τε α­ντιϊμπε­ρια­λι­στι­κός ε­θνι­κι­σμός, ού­τε α­μυ­ντι­κός, πα­τριω­τι­κός ε­θνι­κι­σμός. Η α­ρι­στε­ρά, για να αλ­λά­ξει τα πά­ντα στο ε­σω­τε­ρι­κό, ο­φεί­λει να ξε­μπερ­δέ­ψει ο­ρι­στι­κά με τον ε­θνι­κι­σμό. Το έ­θνος δεν α­πο­δο­μεί­ται ε­ξαι­τίας της α­ντί­στα­σης κα­τά του ε­θνι­κι­σμού και του ρα­τσι­σμού. Το έ­θνος α­πο­δο­μεί­ται α­πό τον νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­σμό και α­πό τον πα­ρα­δο­σια­κό ή νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο ε­θνι­κι­σμό. Με αυ­τή την έν­νοια, η ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή εί­ναι προϊόν της α­να­συ­γκρό­τη­σης με πο­λι­τι­κούς, ι­δε­ο­λο­γι­κούς, ε­δα­φι­κούς και ε­ξω­στρε­φείς ό­ρους της συ­νεί­δη­σης του «συ­να­νή­κειν».


[Δημοσιεύτηκε στην Εποχή.]

[Ελλάδα - πολιτική] Για την απόφαση του ΣτΕ: Ανιστόρητες αντιλήψεις και υπέρβαση των ορίων

Των Σίας Αναγνωστοπούλου, Χριστίνας Κουλούρη, Αντώνη Λιάκου

Το σκεπτικό της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία ακυρώνονται βασικές διατάξεις του νόμου Περί ιθαγένειας, ως αντισυνταγματικός, εκθέτει, πρώτα πρώτα το ίδιο. Πρώτον, υπεισέρχεται σε ζητήματα, τα οποία αποτελούν αντικείμενο διεθνούς συζήτησης στις κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες, και, δεύτερον, περιβάλλει με κύρος νομοθετικού κειμένου μια μόνο –μονομερή και παρωχημένη– ιστορική ερμηνεία περί έθνους. Αποπειράται δηλαδή να νομοθετήσει επί της Ιστορίας, αγνοώντας ότι το έθνος αποτελεί μια από υπό επιστημονική διαπραγμάτευση έννοιες. Στις δημοκρατίες τα ζητήματα αυτά είναι ανοικτά σε ερμηνείες.

Συγκεκριμένα, το ΣτΕ υιοθετεί την αντίληψη –η οποία μάλιστα διαμορφώθηκε σε συγκεκριμένο ιστορικό, ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο– ότι το έθνος είναι μια κοινότητα αρχέγονη, η οποία καθορίζεται από το «ομόγλωσσον» και το «ομότροπον». Αντικαθιστά τις νομικές, ιστορικές, πολιτικές, κοινωνικές, εδαφικές και συνειδησιακές παραμέτρους της έννοιας «συνανήκειν» με την αναζήτηση «γνησίων δεσμών» με το έθνος. Η έννοια «γνήσιοι» δεσμοί (προφανώς αντιδιαστέλλεται στους μη «γνήσιους» δεσμούς, τους οποίους ονομάζει και «ασπόνδυλους») παραπέμπει σε μια αντίληψη πρωταρχικών δεσμών για το έθνος (primordial bonds), έναντι μιας αντίληψης που θεωρεί ότι το έθνος δημιουργείται με πολιτικούς και πολιτειακούς θεσμούς συμβίωσης και συνανήκειν (civic bonds). Ο ολισθηρός βηματισμός του ΣΤΕ σε επιστημονικά ζητήματα που δεν είναι της αρμοδιότητάς του συνεχίζεται, αφού στο σκεπτικό του περί «γνήσιων δεσμών» υιοθετείται η αντίληψη της κληρονομικώ δικαίω απόκτησής τους. Δυστυχώς, οι αντιλήψεις αυτές δεν είναι μόνο ανιστόρητες (ελάχιστες εθνικές κοινότητες πάνω στον πλανήτη ανταποκρίνονται σε αυτή την ερμηνεία περί έθνους) και παρωχημένες ως προς εκείνες που επικρατούν διεθνώς στις ιστορικές και κοινωνικές επιστήμες. Πρόκειται για υπέρβαση των ορίων της λειτουργίας ενός θεσμού που ιδρύθηκε ως εγγυητής της νομιμότητας.

 Οι ιδεολογικές προτιμήσεις συνιστούν αναφαίρετο ατομικό δικαίωμα. Όμως, με την απόφαση της πλειοψηφίας του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον νόμο 3838/2010, οι ατομικές προτιμήσεις μετατρέπονται σε κανόνες οι οποίοι επιβάλλονται ως οι μόνοι σύμφωνοι με το Σύνταγμα. Η ιστορική ευθύνη που βαραίνει το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο είναι μεγάλη, ειδικά σε καιρούς δύσκολους για το πολίτευμα.


Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

[Ελλάδα - πολιτική] Κράτος, Εκκλησία και φόροι

Η πρόταση για τον εκκλησιαστικό φόρο, που διατύπωσε ο Τάσος Κουράκης, μπορεί να δώσει το έναυσμα για έναν ουσιαστικό διάλογο, όπου θα αναδιατυπωθούν μείζονα ερωτήματα, όπως το πολιτικό, ιδεολογικό, κοινωνικό αλλά και εθνικό περιεχόμενο του ελληνικού εκσυγχρονισμού που διεκδικείται σήμερα. Μόνο έτσι τέτοιες προτάσεις αποκτούν το πλήρες νόημά τους. Έτσι, μια ιστορική περιήγηση στις σχέσεις πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας μάς δείχνει ότι το ζητούμενο δεν είναι τόσο η διατύπωση μιας  νέας μεταρρυθμιστικής πρότασης, αλλά η ένταξή της σε μια άλλη θεώρηση των σχέσεων κράτους-κοινωνίας, επομένως και κράτους-Εκκλησίας.

Στις Αυτοκρατορίες, όπως λ.χ. η Οθωμανική, οι σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την εξουσία, μέχρι τον 19ο αιώνα, συγκροτήθηκαν στο πλαίσιο της αυτοκρατορικής αντίληψης περί εξουσίας. Το πρόσωπο και το σπαθί του σουλτάνου  όριζε κατ’ αποκλειστικότητα τις σχέσεις εξουσίας-κοινωνίας: από τον σουλτάνο αντλούσε η θρησκευτική εξουσία το προνόμιο άσκησης εξουσίας επί των Ορθοδόξων, με αντάλλαγμα την εξασφάλιση της υποταγής τους στον σουλτάνο. Στο προνόμιο άσκησης εξουσίας συμπεριλαμβανόταν και η φορολόγηση των Ορθοδόξων από την ιεραρχία, και μάλιστα με την ενεργό συμπαράσταση του οθωμανικού κράτους, αξιωματούχοι του οποίου βοηθούσαν τους ιεράρχες στην απόσπαση  των φόρων. Αυτό το σύστημα συνέβαλε, με τα χρόνια, στην αυθαίρετη σκληρή φορολόγηση του ποιμνίου και στον πλουτισμό των ιεραρχών, καθώς και στη διαπλοκή της ιεραρχίας με τους πλούσιους Ορθόδοξους (Φαναριώτες), αλλά και τους υψηλά ιστάμενους οθωμανούς αξιωματούχους.

Τον 19ο αιώνα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία προέβη σε μεγάλες μεταρρυθμίσεις εκδυτικισμού (το γνωστό «Τανζιμάτ»), με τις οποίες τέθηκε το ζήτημα του εκσυγχρονισμού του κράτους και της διαμόρφωσης νεωτερικών σχέσεων εξουσίας-κοινωνίας. Στο πλαίσιό τους, προτάθηκε η ένταξη της ορθόδοξης ιεραρχίας –και όχι μόνο– στο «ενιαίο οθωμανικό δημοσιοϋπαλληλικό μισθολόγιο». Η ιεραρχία τελικά δεν εντάχθηκε ποτέ, γιατί ο οθωμανικός εκσυγχρονισμός ήταν αντιφατικός και κυρίως αυταρχικός: αντί να αλλάξουν οι συσχετισμοί εξουσίας και να περιθωριοποιηθούν οι παραδοσιακοί αυταρχικοί θεσμοί άσκησης εξουσίας, εκσυγχρονίστηκαν ακριβώς αυτοί. Έτσι, το προνόμιο άσκησης εξουσίας της ορθόδοξης ιεραρχίας επί του ποιμνίου μεταρρυθμίστηκε σε θεσμοθετημένο ρόλο εξουσίας επί ενός εθνοθρησκευτικού «λαού» (του ελληνορθόδοξου μιλλέτ), μεταρρύθμιση που προέκυψε από την αμοιβαιότητα των αναγκών του σουλτάνου και της ιεραρχίας. Ο σουλτάνος εγγυόταν τη θεσμική κατοχύρωση της εξουσίας της ιεραρχίας επί ενός «λαού» που αμφισβητούσε πλέον την εκκλησιαστική ηγεμονία, και η ιεραρχία εγγυόταν τη χωρίς αντιστάσεις εφαρμογή του οθωμανικού εκσυγχρονισμού στον «λαό» του, ο οποίος αμφισβητούσε επίσης τον οθωμανικό εκσυγχρονισμό. Η ανάδειξη λοιπόν της ιεραρχίας –εκ παραλλήλου με την πολιτική εξουσία– σε φορέα εκσυγχρονισμού του ελληνορθόδοξου «λαού» αποτελεί, ιστορικά, προϊόν του αυταρχικού οθωμανικού εκσυγχρονισμού.

Την ίδια εποχή, σχεδόν μαζί με την ίδρυση του ελληνικού κράτους ιδρύεται και η  ανεξάρτητη από το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης Εκκλησία της Ελλάδος. Η ίδρυσή της –απότοκο της ελληνικής Επανάστασης– αποτέλεσε  πεδίο σκληρής πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης, στο οποίο αναδείχθηκαν όλα τα μείζονα προβλήματα της εποχής: σχέσεις έθνους-θρησκείας, κράτους-Εκκλησίας, σύγκρουση παλαιών και νέων εξουσιών για τον ορισμό και τον έλεγχο του δημόσιου χώρου. Η ίδρυση μιας εθνικής Εκκλησίας υπό τον έλεγχο του κράτους σηματοδότησε πρωτίστως την ανάγκη για την απόλυτη ηγεμονία της πολιτικής εξουσίας απέναντι στη θρησκευτική, ως προς  τον προσδιορισμό του δημόσιου χώρου αλλά και του νέου υπό συγκρότηση «εμείς». Κι ενώ το επόμενο βήμα σε αυτή την επαναστατική διαδικασία θα ήταν το ουδετερόθρησκο κράτος και ο χωρισμός κράτους-Εκκλησίας (παράδειγμα η Γαλλία), η ελληνική νεωτερικότητα λοξοδρόμησε στον δρόμο της Μεγάλης Ιδέας. Το ελληνικό έθνος ανασυγκροτήθηκε ως ένα νέο, εντός και εκτός συνόρων, ελληνορθόδοξο Γένος, για την ιστορική νομιμοποίηση του οποίου χρειάστηκε η ταύτιση θρησκείας-έθνους και η ανάδειξη δύο πόλων εξουσίας σε πλήρη αμοιβαιότητα μεταξύ τους: του ελληνικού κράτους ως πολιτικού φορέα και εγγυητή του ελληνικού έθνους συγχρονικά, και του Πατριαρχείου ή/και της Εκκλησίας της Ελλάδος ως πνευματικού, ιστορικού φορέα και εγγυητή του Γένους. Η ταύτιση κράτους-Εκκλησίας λοιπόν, ως δίπολου εξουσίας του ελληνικού Γένους, είναι προϊόν της εποχής του μεγαλοϊδεατισμού.

Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας έπρεπε να σημάνει και το τέλος του ελληνορθόδοξου Γένους, επομένως και τον χωρισμό κράτους-Εκκλησίας. Ωστόσο, η αναπαραγωγή της αντίληψης του Γένους αποδείχθηκε ιδιαίτερα ωφέλιμη τις εποχές κατά τις οποίες ένας βίαιος, αυταρχικός και αντιδημοκρατικός εκσυγχρονισμός απαιτούσε την ύπαρξη ενός αταξικού, ομοιογενούς πολιτικά και ιδεολογικά «εμείς», εθνοθρησκευτικά προσδιορισμένου και όχι πολιτικά, ώστε να εξασφαλίζεται η υποταγή του στον εκσυγχρονισμό των ελίτ. Στην ταύτιση έθνους-θρησκείας ενυπάρχει η έννοια της υποταγής, ενός πολιτισμικά, και όχι πολιτικά, οριζόμενου «εμείς». Το ελληνικό κράτος δεν προχώρησε στον χωρισμό κράτους-Εκκλησίας ούτε στη μεταπολίτευση. Το πολιτικό κόστος ήταν μεγάλο: η κοινωνία είχε γαλουχηθεί με την αντίληψη του Γένους, ενώ η αμοιβαιότητα πολιτικής εξουσίας και Εκκλησίας εξασφάλιζε στην μεν πολιτική εξουσία μια μεγάλη και σίγουρη –ελέω Θεού– πελατεία και στην Εκκλησία την –ελέω πολιτικής εξουσίας, αλλά με όρους ομηρίας γι’ αυτήν– κυριαρχία στον εθνοθρησκευτικά οριζόμενο δημόσιο χώρο.

Στη φάση που διανύουμε, οι σχέσεις κράτους-Εκκλησίας αλλά και το μείζον ζήτημα του εκσυγχρονισμού προϋποθέτουν την εκ νέου πολιτική, ιδεολογική, ταξική ανασυγκρότηση των σχέσεων κράτους-κοινωνίας. Όλες οι μεταρρυθμιστικές προτάσεις θα έχουν πολιτικό νόημα, αν και εφόσον αναπροσδιορίζουν πολιτικά το «εμείς» στο πλαίσιο ενός πραγματικά ουδετερόθρησκου κράτους. Διαφορετικά, οδηγούν στη δημιουργία προνομιακών και ημιθεσμικών σχέσεων πολιτικής εξουσίας-ιεραρχών, διαμορφώνοντας τους όρους για τη συγκρότηση ενός προνομιακού «εμείς», από το οποίο θα αποκλείονται άλλες, μη ορθόδοξες, κοινωνικές δυνάμεις. Στη χώρα μας υπάρχει μια ιδιομορφία: προσπαθούμε να απαντήσουμε στα νέα ερωτήματα που θέτει η εποχή, αφήνοντας αναπάντητα όλα τα ενδιάμεσα, αυτά που έπρεπε να έχουν απαντηθεί προκειμένου να είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε στα νέα. Κατά τα λοιπά… ζήτω ο ασυγχρόνιστος εκσυγχρονισμός!