Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τουρκία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τουρκία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

[Κύπρος - πολιτική] Τα εγκλήματα του τουρκικού στρατού στην Κύπρο / Ή Όταν το πολιτικό θάρρος και η πολιτική λεβεντιά έχουν γυναικείο πρόσωπο


Στην τουρκοκυπριακή Βουλή η βουλευτής Ντοούς Ντεριάτόλμησε να αποκαλύψει το πιο σκοτεινό πρόσωπο του εθνικισμούτου δικού της έθνους, όχι του εχθρικού,θέτοντας την ίδια της τη ζωή σε άμεσο κίνδυνο


Κι ενώ η ελληνική κοινωνία ζει σε ένα απίστευτα νοσηρό κλίμα, με το οποίο αναπαράγεται ένα παρελθόν που όλοι και όλες θα θέλαμε να απασχολεί μόνο τους ιστορικούς, κάποιες άλλες κοινωνίες προσπαθούν να χειραφετηθούν με κόπο από το βαρύ παρελθόν τους. Κι ενώ η ελληνική κοινωνία, στην πιο κρίσιμη φάση της μεταπολιτευτικής της ιστορίας, έχει ένα άθλιο, στην πλειοψηφία του, πολιτικό προσωπικό το οποίο, είτε «διδάσκει» μαγκιά και ματσισμό (π.χ. μυρίζει γυναικεία παλτά), είτε επιβάλλει διά του φόβου την υποταγή, κάπου αλλού κάποιοι πολιτικοί «διδάσκουν» αντίσταση και ξαναμαθαίνουν μια κοινωνία να μη φοβάται. Κάπου αλλού σε κάποιες άλλες κοινωνίες οι γυναίκες πολιτικοί δεν μιμούνται από την ανάποδη τον ματσισμό κάποιων ανδρών συναδέλφων τους, αλλά «πετάνε στη μούρη» του απόλυτα ματσιστή –του στρατού– τα εγκλήματά του. Στην Κύπρο, στην τουρκοκυπριακή Βουλή –ναι, σε αυτή την ψευδοβουλή– μια γυναίκα βουλευτής, με θάρρος, παρρησία και τη λεβεντιά που μόνο οι εν επιγνώσει άνθρωποι έχουν, κατήγγειλε τα εγκλήματα του τουρκικού στρατού κατά την εισβολή του 1974. Κατήγγειλε κυρίως τους βιασμούς σε βάρος των Ελληνοκύπριων γυναικών και έδειξε έτσι ότι πραγματική αντίσταση κάνει ένας άνθρωπος όταν ορθώνει το ανάστημά του απέναντι στα «ιερά και τα όσια του έθνους του».

Η Ντοούς Ντεριά λοιπόν, βουλευτής του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος (Αριστερά), είναι η γυναίκα που τόλμησε να μιλήσει ξεκάθαρα εναντίον του απόλυτου συμβόλου του τουρκικού έθνους, εναντίον του «λυτρωτή των Τουρκοκυπρίων», εναντίον του απόλυτου συμβόλου της αρρενωπότητας, του ανδρισμού και της δύναμης του έθνους. Η Ντοούς Ντεριά, μια σταλιά γυναίκα, τόλμησε να αποκαλύψει στους συμπατριώτες/-ισσές της το πιο σκοτεινό πρόσωπο του σεξισμού και του ματσισμού, το πιο σκοτεινό πρόσωπο του εθνικισμού του δικού της έθνους, όχι του άλλου έθνους, του εχθρικού, το πιο σκοτεινό πρόσωπο μιας εισβολής σε μια άλλη χώρα του στρατού του δικού της έθνους, όχι του βολικού άλλου, του εχθρού –των βιασμών λοιπόν του απελευθερωτή στρατού– θέτοντας την ίδια της τη ζωή σε άμεσο κίνδυνο. Γιατί με αυτή την πράξη της η Ντοούς έκανε τον εαυτό της στόχο, και μάλιστα στόχο του ακραία μάτσο εθνικισμού, όπως είναι πάντα αυτός που επιβάλλει με τα όπλα ο στρατός. Τα δημοσιεύματα στις τουρκοκυπριακές και τις τουρκικές εφημερίδες, οι αντιδράσεις εναντίον της, το γεγονός ότι υποχρεώνεται να κρύβεται, το αποδεικνύουν. Η Ντοούς όμως ξέρει ότι μια κοινωνία χειραφετείται, μια κοινωνία τολμά να αναθεωρήσει τη μνήμη της και να ξαναδεί με θάρρος το παρελθόν, επομένως και το μέλλον της, όταν έχει πολιτικούς που θέτουν σε κρίση τα δικά της άκριτα, που ομολογούν τα δικά της ανομολόγητα, που λαλούν τα δικά της αλάλητα. Όχι του αντίπαλου, όχι του εχθρού, αλλά τα δικά της.

Η Ντοούς Ντεριά είναι μια αριστερή πολιτικός που γνωρίζει ότι για να υπάρξει ομοσπονδία στην Κύπρο πρέπει οι πολιτικοί να «αμαρτήσουν», να θέσουν στην πολιτική ατζέντα αυτά που επιβλήθηκαν στην κοινωνία τους (δηλαδή στη δική τους κοινότητα) ως ιερά και όσια. Η Ντοούς Ντεριά είναι επί της πολιτικής ουσίας φεμινίστρια, γιατί γνωρίζει ότι ο φεμινισμός δεν απαντά στον ματσιμό με γελοία και χυδαία υπονοούμενα, αλλά φτιάχνει εναντίον του ξεκάθαρα εννοούμενα, εναντίον κατεξοχήν του φορέα του ματσισμού – του εθνικισμού και του ένοπλου ενσαρκωτή του, του στρατού. Από την ελληνοκυπριακή πλευρά, οι καταγγελίες της Ντοούς έγιναν γενικώς αποδεκτές με την ικανοποίηση αυτού που χαίρεται όταν κάποιος από τις τάξεις του «εχθρού» αποκαλύπτει τα εγκλήματα της άλλης πλευράς. Οι καταγγελίες λοιπόν ικανοποίησαν το αίσθημα αυτοδικαίωσης των Ελληνοκυπρίων, το αίσθημα της δικαίωσης του θύματος που έχει υποστεί τα πάνδεινα από τον εχθρό. Ωστόσο υπήρξαν και κάποιοι πολιτικοί που κατάλαβαν επί της ουσίας την πράξη της Ντοούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δήλωση του πρώην προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, του Δημήτρη Χριστόφια, ο οποίος τόνισε την ανάγκη αναθεώρησης της μνήμης και των δύο κοινοτήτων. Ξαναμίλησε λοιπόν (είχε μιλήσει και ως υποψήφιος πρόεδρος) για τους τάφους των δολοφονημένων από τους Ελληνοκύπριους Τουρκοκυπρίων, ξαναμίλησε δηλαδή για την ανάγκη να ξαναπιάσει η ελληνοκυπριακή κοινότητα το νήμα της μνήμης της, όχι από το 1974 αλλά από το 1963, και να ξαναδεί μαζί με την τουρκοκυπριακή κοινότητα ότι η κοινή τους μνήμη έχει πολύ εθνικισμό, πολύ ματσισμό, και γι’ αυτό πολύ αίμα. Ο Χριστόφιας γνωρίζει (και τονίζει) ότι ο εθνικισμός είναι προϊόν του ιμπεριαλισμού, ακόμη κι όταν τον πολεμά, και με αυτό δεν αφήνει κανένα περιθώριο ότι η Αριστερά για να είναι αντιιμπεριαλιστική πρέπει να είναι καταρχήν αντιεθνικιστική.

Θα αναρωτηθεί βέβαια κανείς τι νόημα έχει να ασχοληθούμε με την Κύπρο σε μια περίοδο που η δική μας χώρα διανύει μία από τις πιο βαθιές κρίσεις του πολιτικού συστήματός της. Θεωρώ ότι έχει νόημα, ειδικά τώρα. Ειδικά τώρα λοιπόν που ένα μέρος του πολιτικού προσωπικού, όχι μόνο δεν έχει το θάρρος μιας Ντοούς, αλλά αντιθέτως δείχνει όλη την αθλιότητά του. Και δεν μιλώ μόνο για την κυβέρνηση η οποία, προκειμένου να μη χάσει την εξουσία, χρησιμοποιεί τον πιο άθλιο εκφοβισμό (όπως κάποτε τα στελέχη της χρησιμοποιούσαν μια εξίσου άθλια μαγκιά) για να κρατά μια κοινωνία ζαρωμένη και μαραμένη από φόβο (όπως κάποτε την ντοπάριζε με έναν ψεύτικο τσαμπουκά). Μιλώ για όλη αυτή την αθλιότητα των ανεξάρτητων βουλευτών, και όχι μόνο. Είναι θλιβερό μια κοινωνία που καταρρέει να εξαρτάται από κάποιους αξιοθρήνητους πολιτικούς οι οποίοι επιτείνουν με τη στάση τους στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας τη νοσηρότητα του πολιτικού κλίματος. Μιλώ για όλους αυτούς τους πολιτικούς που χωρίς πολιτικό θάρρος και τόλμη αναπαράγουν τον βλακώδη εαυτό τους, που διαπραγματεύονται την πολιτική ανυπαρξία τους, που γίνονται παράγοντες σε μια χώρα που όλη η πολιτική ζωή περνά μέσα από την τηλεόραση και που γίνεται για την τηλεόραση. Στην πιο κρίσιμη ιστορική στιγμή αυτής της κοινωνίας τα πάντα παίζονται στα παλτά και τα αντιπαλτά, στους χρηματισμούς και τις καταγγελίες των χρηματισμών, στις δηλώσεις και τις αντιδηλώσεις κάποιων πολιτικών που μόνο ντροπή προκαλούν. Και όλα αυτά τη στιγμή που αυτή η κοινωνία καταρρέει, τη στιγμή που αυτή η κοινωνία πρέπει να μάθει να αντιστέκεται, τη στιγμή που αυτή η κοινωνία πρέπει με τη διαδικασία του κατεπείγοντος να αναθεωρήσει τη μνήμη της προκειμένου να έχει μέλλον. Τι κρίμα να γίνονται όλα αυτά, όχι σε μια ψευδοβουλή αλλά σε μια Βουλή.


[Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Χρόνος τον Δεκέμβριο του 2014.]

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

[Εξωτερική πολιτική] Η ΑΟΖ, το Κυπριακό, η Τουρκία: Τι σημαίνει αριστερή πολιτική στα «εθνικά θέματα»;

Πέραν της «τουρκικής προκλητικότητας» και των εθνικών στερεοτύπων 

Συνέντευξη της Σίας Αναγνωστοπούλου στον Στρατή Μπουρνάζο 


Τον τελευταίο καιρό μιλάμε πολύ για την ΑΟΖ, και ειδικά την κυπριακή ΑΟΖ. Τι σημαίνει ΑΟΖ και ποια είναι η σημασία της;

Η ΑΟΖ, η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, είναι μια πολύ νέα έννοια –προέκυψε, καταρχάς, από την ανάγκη διευθέτησης της διαμάχης για την αλιεία– και προβλέπεται από τη συνθήκη του Δικαίου της Θάλασσας του 1982. Είναι μια ζώνη 200 ναυτικών μιλίων μέσα στην οποία το κράτος δεν έχει κυριαρχία αλλά κυριαρχικά δικαιώματα, και συγκεκριμένα το δικαίωμα στους φυσικούς πόρους μέσα σε αυτή τη ζώνη. Η ΑΟΖ μπορεί να ανακηρυχθεί μονομερώς από ένα κράτος μόνο στην περίπτωση που το όμορο στη θάλασσα κράτος απέχει 400 και πλέον μίλια. Σε περίπτωση μικρότερης απόστασης, η ΑΟΖ δεν ανακηρύσσεται, αλλά οριοθετείται έπειτα από συμφωνία με το κράτος ή τα κράτη που έχουν μέτωπο στην ίδια θάλασσα. Αρχή λοιπόν της οριοθέτησης της ΑΟΖ (σε όμορα κράτη) είναι η συναίνεση. Ως εκ τούτου, πρόκειται μεν για μια ζώνη οικονομική (φυσικών πόρων και εκμετάλλευσής τους), που αποκτά ωστόσο μεγάλο πολιτικό και, κατά συνέπεια, συμβολικό βάρος. Από τη στιγμή που η ανακάλυψη των φυσικών πόρων (εξόρυξη υδρογονανθράκων) συνιστά παράγοντα μερικής έστω αλλαγής των ισορροπιών σε μια περιοχή, η ΑΟΖ αποκτά γεωπολιτική σημασία. Στην οριοθέτησή της, λοιπόν, αποτυπώνονται πολιτικές στρατηγικές και στοχεύσεις, αλλά και ιδεολογικοί προσανατολισμοί: η οριοθέτηση της ΑΟΖ γίνεται για την οικονομική ευμάρεια των κοινωνιών της περιοχής ή για λόγους γεωπολιτικού ανταγωνισμού;
Η κυπριακή ΑΟΖ οριοθετήθηκε το 2004. Το σχέδιο Ανάν δεν προέβλεπε ΑΟΖ για το ομόσπονδο κράτος και η Κυπριακή Δημοκρατία με τον τότε πρόεδρο Τάσσο Παπαδόπουλο αποφάσισε, πριν από το δημοψήφισμα, να προχωρήσει στην οριοθέτησή της, με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τον Λίβανο (η οριοθέτηση με τον Λίβανο δεν έχει ακόμα εγκριθεί από τη Βουλή του).

Τι μεσολάβησε έκτοτε και πού βρισκόμαστε σήμερα;

Οι συγκλίσεις που επιτεύχθηκαν κατά την προηγούμενη φάση των συνομιλιών μεταξύ Χριστόφια-Ταλάτ αλλά και Χριστόφια-Έρογλου διασφάλιζαν τον τρόπο με τον οποίο η ομοσπονδιακή Κυπριακή Δημοκρατία θα χειριζόταν τόσο τους φυσικούς πόρους όσο και τις θαλάσσιες ζώνες της. Εν ολίγοις, η ΑΟΖ αποτελούσε το σημείο τομής για τη συγκρότηση ενός κοινού, κυπριακού συμφέροντος και εντάχθηκε στην προοπτική της λύσης του Κυπριακού. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους αποτελούσαν το κομβικό σημείο της πολιτικής Χριστόφια για το Κυπριακό. Σήμερα, έτσι όπως εξελίσσεται η κατάσταση, φαίνεται ότι οι διαπραγματεύσεις απαξιώνονται· και μαζί με αυτές απαξιώνονται οι Τουρκοκύπριοι. Το Κυπριακό μοιάζει να μεταφέρεται στη θάλασσα, στη «γεωπολιτική παλαίστρα» της ανατολικής Μεσογείου, μπαίνει λοιπόν σε ένα μεγάλο γεωπολιτικό παιχνίδι εν εξελίξει.

 

Το γεωπολιτικό παιχνίδι στη Μέση Ανατολή


Ας σταθούμε λίγο σε αυτό το γεωπολιτικό παιχνίδι.

Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή βρίσκεται σε ιδιαίτερα κρίσιμο σημείο. Ίσως για πρώτη φορά μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βλέπουμε τέτοια κατάρρευση των κοινωνιών και των κρατών της περιοχής. Οι ΗΠΑ, τα τελευταία χρόνια, κι αφού συνέβαλαν αποφασιστικά στην κατάρρευση, προσπαθούν να αποφύγουν την άμεση εμπλοκή τους, αφήνοντας την κατάσταση στα χέρια έμπιστων «τοποτηρητών» τους. Η Τουρκία φαινόταν ότι μπορεί να είναι ένας τέτοιος «τοποτηρητής»: ένα κράτος «δυτικό», μετριοπαθούς Ισλάμ και με προοπτική ένταξης στην Ε.Ε., ένα κράτος λοιπόν πρότυπο για τα υπόλοιπα κράτη, ειδικά μετά το ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης. Όμως σε ένα παγκόσμιο σύστημα, όπου ο ιμπεριαλισμός έχει αποκτήσει πολυπολικότητα, κάθε πόλος επιδιώκει την αυτονόμησή του, τη διαμόρφωση ενός δικού του χώρου ηγεμονίας. Πολύ περισσότερο που στο ακραία ανταγωνιστικό σύμπαν, το οποίο οικοδομεί ο νεοφιλελευθερισμός, η διαμόρφωση χώρου ηγεμονίας αποτελεί προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του ρόλου του πόλου. Η Τουρκία, ειδικά την τελευταία περίοδο, παίζει ως μια «μεταδυτική» δύναμη, ένας νεοφιλελεύθερος, «σουνιτικός» πόλος στην περιοχή. Θεωρώ λοιπόν ότι, στο όνομα της μεγάλης πολιτισμικής ενότητας (ενός μουσουλμανικού, σουνιτικού κόσμου) που επικαλείται, επιδιώκει την ηγεμονία στον μεγάλο εμπορικό και ενεργειακό δρόμο που αποτελεί η Ανατολική Μεσόγειος (30% του παγκόσμιου εμπορίου και 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου). Ωστόσο, αυτή η «μεταδυτική» πολιτική της Τουρκίας ενέχει μεγάλους κινδύνους για την ίδια, κυρίως στο εσωτερικό της.

Ο όρος που χρησιμοποιείται σταθερά και κυριαρχεί στα κυρίαρχα ελληνικά μίντια, για να ερμηνευθεί η πολιτική της Τουρκίας, είναι η «προκλητικότητα». Πώς τον σχολιάζεις;

Διαβάζοντας την πολιτική της Τουρκίας μόνο ως πρόκληση, και ειδικά απέναντί μας –κι αυτό κάνουμε κατά κόρον– περιορίζουμε αυτομάτως το εύρος της ανάλυσής μας, επομένως και της πολιτικής που πρέπει να ασκήσουμε. Θέλω να είμαι σαφής. Η χρήση του όρου, σε ένα βαθμό, είναι δικαιολογημένη: οι «βόλτες» του Μπαρμπαρός, λ.χ., στην κυπριακή ΑΟΖ αποτελούν αναμφισβήτητα επιθετική πράξη. Ο όρος προκλητικότητα όμως μας εγκλωβίζει, γιατί περιορίζει την ανάγνωση της Τουρκίας στο πλαίσιο της σύγκρουσης δύο αιώνιων εχθρών, που ο ένας μονίμως καταπατεί τα εθνικά δίκαια του άλλου, και όχι στο πλαίσιο δύο γειτονικών κρατών με ενίοτε αντίπαλα και συγκρουόμενα συμφέροντα, σε μια περιοχή μεγάλων και πολύπλοκων ανταγωνισμών.
Τα πράγματα είναι σύνθετα και, βέβαια, δεν περιστρέφονται γύρω από εμάς. Στην περίπτωση της κυπριακής ΑΟΖ, πράγματι η Τουρκία, βασιζόμενη στη ναυτική της υπεροχή απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία, προκαλεί· ο στόχος όμως της πρόκλησης δεν είναι αποκλειστικά η Κυπριακή Δημοκρατία ούτε, μέσα από αυτήν, η Ελλάδα. Ο στόχος είναι πολύ ευρύτερος και αφορά το Ισραήλ, την Αίγυπτο, καθώς και άλλα κράτη-πόλους. Η παρουσία της Ρωσίας και της Κίνας στην περιοχή δείχνουν ότι το παιχνίδι είναι ευρύτερο. Το γεγονός επίσης ότι η διεθνής κοινότητα έχει πολύ χλιαρή αντίδραση απέναντι σε αυτή τη στάση της Τουρκίας επιβεβαιώνει το μέγεθος των ανταγωνισμών και των δύσκολων ισορροπιών στην περιοχή.

 

Γεωπολιτικοί άξονες και συμμαχίες Ελλάδας και Κύπρου


Μένοντας στο ζήτημα των ανταγωνισμών και των δύσκολων ισορροπιών, πρέπει ασφαλώς να μιλήσουμε για τη συμμαχίες που διαμορφώνουν η Ελλάδα και η Κύπρος στην περιοχή.

Η «στενή» ανάγνωση της Τουρκίας υπό το πρίσμα της προκλητικότητάς της και της παραβίασης των «εθνικών δικαίων» μας, μπορεί να οδηγεί την Ελλάδα αλλά και την Κυπριακή Δημοκρατία σε διαμόρφωση γεωστρατηγικών αξόνων που, έχοντας ως στόχο το «στρίμωγμα» του εθνικού εχθρού, εμπλέκουν τα δύο κράτη ακόμη περισσότερο στους γεωστρατηγικούς ανταγωνισμούς, επομένως και στις προκλήσεις της Τουρκίας. Ασφαλώς η Κυπριακή Δημοκρατία χρειαζόταν να συνεννοηθεί με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, αφού με αυτές τις χώρες έπρεπε να οριοθετήσει την ΑΟΖ, ωστόσο οι άξονες και οι συμμαχίες είναι κάτι διαφορετικό.
Πολύ φοβάμαι, δηλαδή, ότι η συμμαχία Ελλάδας-Κύπρου με το Ισραήλ και την Αίγυπτο εντάσσεται στη λογική ενός γεωστρατηγικού άξονα για να «στριμωχτεί» η Τουρκία. Και αυτό δεν το λέω μόνο από αριστερή σκοπιά (πώς μπορείς να συμμαχείς με τέτοια στρατοκρατικά και καταπιεστικά καθεστώτα;), αλλά και από μια ρεαλιστική σκοπιά: Μπορούν τέτοιοι άξονες να διευκολύνουν τη λύση του Κυπριακού και των ανοικτών ελληνοτουρκικών προβλημάτων, να «στριμώξουν» την Τουρκία; Εκτιμώ ότι –αν πράγματι ο φόβος μου περί τέτοιου άξονα έχει βάση– η Κύπρος κινδυνεύει να γίνει το επίκεντρο μεγάλων και μικρότερων ανταγωνισμών (και Ελλάδας-Τουρκίας), μέσα από την οποία επιδιώκεται η λύση όχι του Κυπριακού αλλά δίνεται η ευκαιρία στην Ελλάδα είτε για «στρίμωγμα» της Τουρκίας για άλλα θέματα (για παράδειγμα της οριοθέτησης της ελληνικής ΑΟΖ στις «δύσκολες» περιοχές), είτε για να ενισχύσει, μέσω της Κύπρου, τη γεωστρατηγική της ισχύ στην Ανατολική Μεσόγειο. Και η προϊστορία του κ. Σαμαρά και του περιβάλλοντός του δεν μου εμπνέει καμιά εμπιστοσύνη για τον χειρισμό των «εθνικών θεμάτων» μας. Φοβάμαι λοιπόν μήπως, όπως κάποτε το Κυπριακό εντάχθηκε από τέτοιους χειρισμούς στους μεγάλους ψυχροπολεμικούς ανταγωνισμούς στην περιοχή, στην παρούσα φάση «μεσανατολικοποιηθεί», κάτι που θα διευκολύνει και την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, για λόγους «προστασίας».
Όπως έλεγα πριν, επί Χριστόφια και Ταλάτ η λογική ήταν ότι ο φυσικός πλούτος της κυπριακής ΑΟΖ έφτιαχνε ένα κοινό κυπριακό συμφέρον. Ανησυχώ ότι η κυβέρνηση Αναστασιάδη, κυρίως με την παύση των συνομιλιών, αποκλείει τους Τουρκοκύπριους από αυτό το συμφέρον, καθιστώντας αυτό τον πλούτο γεωστρατηγικό εργαλείο. Κατά τη γνώμη μου, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει οπωσδήποτε να συνεχίσει τις συνομιλίες, παραπέμποντας το ζήτημα της παραβίασης της ΑΟΖ από την Τουρκία σε διεθνείς οργανισμούς (είτε στο διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είτε σε αυτό του Δικαίου της Θάλασσας). Διακόπτοντας τις συνομιλίες, όχι μόνο απαξιώνει την τουρκοκυπριακή κοινότητα αλλά εγκλωβίζει τις συνομιλίες στις «διαθέσεις» της Τουρκίας: θα ξαναρχίσουν όταν το Μπαρμπαρός φύγει από την ΑΟΖ. Με λίγα λόγια, παρακάμπτονται οι Τουρκοκύπριοι και στο κάδρο του Κυπριακού μπαίνει μόνο η Τουρκία (και από την πίσω πόρτα η Ελλάδα;), και μάλιστα σε μια εποχή μεγάλης κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Σκέφτομαι τον μνημειώδη λόγο του Μακάριου στον ΟΗΕ μετά την τουρκική εισβολή, όταν απέναντι στην καταστροφή του ’74 –στην οποία οδήγησε και η πολιτική της δεκαετίας του ’60, στην οποία ο ίδιος πρωταγωνίστησε– τόνισε ότι η επιβίωση του κυπριακού κράτους εξαρτάται άμεσα από τους Τουρκοκύπριους, από τον δικοινοτικό χαρακτήρα του κράτους, ανεξαρτήτως Τουρκίας και Ελλάδας. Γιατί, τότε, είχε, επιτέλους, αντιληφθεί ότι ο μη δικοινοτικός χαρακτήρας της Κυπριακής Δημοκρατίας την βάζει σε μέγιστες περιπέτειες.

Συνεχίζοντας, στο ίδιο θέμα, ας δούμε την πρόσφατη συμφωνία «ενοποίησης» των υδάτων μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου.

Εξέφρασα τον φόβο μου για τους χειρισμούς Σαμαρά και Αναστασιάδη με αφορμή και τη συμφωνία για την «ενοποίηση των υδάτων» που παρουσιάστηκε με τυμπανοκρουσίες, κυρίως στην Κύπρο. Κι ενώ πρόκειται για μια συνηθισμένη συμφωνία έρευνας και διάσωσης, σε αυτά τα ύδατα, τροφοδοτεί μια εθνικιστική ρητορική που δηλητηριάζει ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα στην Κύπρο, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Πολύ περισσότερο που οι συνομιλίες έχουν διακοπεί και η Τουρκία «κόβει βόλτες» με το Μπαρμπαρός. Το σκηνικό παραπέμπει, σε κάποια σημεία, σε αυτό της δεκαετίας του ’90 με τα δόγματα περί «ενεργών ηφαιστείων» και την «πυραυλολογία», που προκάλεσαν τεράστια ζημιά στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό. Τροφοδοτείται η λογική που είχε κυριαρχήσει τότε, στην εποχή του ενιαίου αμυντικού δόγματος, του ενιαίου χώρου του ελληνισμού απέναντι στον προαιώνιο εχθρό, όπου η Κυπριακή Δημοκρατία καλείται να παίξει το ρόλο του «προμαχώνα». Εδώ έρχονται και «κουμπώνουν» οι μεγαλοστομίες περί «δυναμικών απαντήσεων» στον προαιώνιο εχθρό, από ανθρώπους του περιβάλλοντος του πρωθυπουργού (λ.χ. Φαήλος Κρανιδιώτης), μεγαλοστομίες που ενισχύουν τους φόβους παρά τους κατευνάζουν.
Οι «δυναμικές απαντήσεις» όμως υπαινίσσονται πόλεμο. Ασφαλώς, δεν θεωρώ ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι, σε οποιαδήποτε περίπτωση, υπέρ του πολέμου με την Τουρκία. Αυτή η εθνικιστική ρητορική όμως περιορίζει επικίνδυνα τα περιθώρια της διαπραγμάτευσης στο Κυπριακό, καθώς και της αναζήτησης ουσιαστικού εδάφους συνεννόησης Ελλάδας-Τουρκίας. Παράλληλα, νομιμοποιεί την κούρσα των εξοπλισμών από την οποία έχει επωφεληθεί τα μέγιστα μια «τάξη υπερπατριωτών» (άλλοι είναι στη φυλακή, άλλοι πρόκειται να μπουν, και μάλλον ακολουθούν πολλοί ακόμα), και νομιμοποιεί την «προστασία» του ΝΑΤΟ. Άπειρες φορές ανέβηκαν οι τόνοι και άπειρες φορές κατέβηκαν «χάρη στην παρέμβαση» των «συμμάχων μας». Μοιάζει σαν φάρσα: το ΝΑΤΟ αφήνει τους δύο προαιώνιους να κάνουν προσομοιώσεις πολέμου, που δικαιολογούν και τους εξοπλισμούς, και όταν τα πράγματα σκουρύνουν τότε επεμβαίνει για να μας λύσει τα προβλήματα. Στο μεταξύ ωστόσο αυτό το έθνος βιώνει μονίμως το άδικο, τον φόβο και την απειλή από έναν πανίσχυρο και ανεξέλεγκτο εθνικό εχθρό.
Το μεγάλο μου ερώτημα είναι: Ως κοινωνία, γιατί επιτρέπουμε να παίζεται αυτό το παιχνίδι σε βάρος μας; Η Τουρκία είναι πράγματι ένας δύσκολος γείτονας, με τον οποίο έχουμε πολλά ανοικτά θέματα. Όμως, από τη στιγμή που δεν θέλουμε πόλεμο, τότε η διεκδίκησή μας πρέπει να είναι μία: η ανεύρεση τρόπων επίλυσης των ανοικτών προβλημάτων. Επίλυσης, που θα κοστίζει λιγότερο από τον πόλεμο ή την προσομοίωση πολέμου.

 

Ιμπεριαλισμός, αντιιμπεριαλισμός και αριστερή πολιτική


Με όσα λες, αλλά και όλα όσα έχεις γράψει, σκιαγραφείς για την Αριστερά μια ερμηνευτική και πολιτική γραμμή εντελώς διαφορετική από τη γνωστή «αντιιμπεριαλιστική»

Καταρχάς, για την Αριστερά το μείζον ζήτημα είναι να πολιτικοποιήσει τα «εθνικά δίκαια», να τα ξανασυζητήσει διαλεκτικά και όχι ως αμετακίνητα, υπεράνω ιδεολογίας και πολιτικής αξιώματα. Ας μην ξεχνάμε ότι τα «εθνικά δίκαια» δεν τα όρισε η Αριστερά· τα όρισαν κατεξοχήν οι πολιτικές δυνάμεις που είχαν την ηγεμονία και ήθελαν να διαιωνίζουν την ηγεμονία τους, περιθωριοποιώντας τους εχθρούς τους ως «προδότες». Όταν τα «εθνικά θέματα» δεν αποτελούν μέρος του ανοικτού, δημοκρατικού διαλόγου, τότε κάποιες αυταρχικές κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις επωφελούνται. Τότε, κάποιοι οικειοποιούνται μονοπωλιακά την βούληση του έθνους και τη διαχειρίζονται όπως θέλουν. Δεν μπορούμε λοιπόν να μιλάμε για «αριστερό πατριωτισμό», βάζοντας απλώς αριστερό πρόσημο στα «εθνικά δίκαια», τα οποία οι αντίπαλες της Αριστεράς δυνάμεις όρισαν ως αμετακίνητα. Δεν μπορούμε να μιλάμε για αντιιμπεριαλισμό, πατώντας πάνω στα «δίκαια» αυτά, έτσι όπως τα όρισαν οι ηγεμονικές τάξεις και μάλιστα σε συγκεκριμένες περιόδους.
Αριστερή, αντιιμπεριαλιστική πολιτική δεν σημαίνει έναν εύκολο αντιτουρκισμό, επειδή η Τουρκία είναι «δάκτυλος του ιμπεριαλισμού». Πολύ περισσότερο που και η Ελλάδα έχει παίξει στο ιμπεριαλιστικό παιχνίδι. Αντιιμπεριαλισμός σημαίνει κόβω –ή έστω μειώνω– τις υποδοχές του ιμπεριαλισμού στην περιοχή, κόβω τους διαδρόμους διείσδυσής του. Αν ο ιμπεριαλισμός οξύνει και υποκινεί τους ανταγωνισμούς, η απάντηση είναι μία: κάνω πολιτική με τρόπο που να μειώνονται οι εθνικοί ανταγωνισμοί, όχι να ενισχύονται. Η λύση, για παράδειγμα, του Κυπριακού με ομοσπονδία περιορίζει τον χώρο ιμπεριαλιστικής δράσης, γιατί σταματάει τον κατακερματισμό και ενισχύει το κυπριακό κράτος. Θεμελιώδης στρατηγική του ιμπεριαλισμού είναι ο κατακερματισμός της κοινωνίας με κριτήρια εθνο-θρησκευτικά, πολιτισμικά και η αποδυνάμωση των κρατών. Ο αντιιμπεριαλισμός δεν μπορεί να μην είναι αυστηρά κριτικός με τον εθνικισμό, καθώς ο τελευταίος είναι γέννημα-θρέμμα του ιμπεριαλισμού του 19ου αιώνα.
Η λογική, για παράδειγμα, μιας «ζώνης του ελληνισμού» Ελλάδας και Κύπρου, όπου οι δύο κοινωνίες θα πολεμήσουν κατά της λιτότητας, της τρόικας και του νεοφιλελευθερισμού, μας βάζει από την πίσω πόρτα στη λογική των πολιτισμικών ζωνών, των πολιτισμικών ενοτήτων, που ενισχύουν τη λογική αυτού που υποτίθεται πολεμούν: του νεοφιλελευθερισμού. Για την Αριστερά, η ενότητα πρέπει να είναι πολιτική και ταξική. Ενότητα εν τόπω και χρόνω, όχι πολιτισμική και εθνοτική άνευ τόπου· πρέπει να φτιάχνει πολιτικές υποδοχές στον χώρο.

 

Η κυβέρνηση της Αριστεράς, το Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά


Ρωτάω, και κλείνω, εξειδικεύοντας τα παραπάνω. Σε ποια κατεύθυνση πιστεύεις ότι πρέπει να κινηθεί η κυβέρνηση της Αριστεράς, στα θέματα που συζητάμε;

Θα προσπαθήσω να απαντήσω, διατυπώνοντας μερικές βασικές σκέψεις, και όχι βέβαια κάποιο «μανιφέστο» ή «πλατφόρμα». Αρχή του ΣΥΡΙΖΑ είναι η ειρήνη και η σταθερότητα στην περιοχή. Και θεωρώ ότι αυτή η αρχή είναι ουσιωδώς αντιιμπεριαλιστική, αντικαπιταλιστική και ρεαλιστική, ειδικά στην εποχή μας, όπου η λιτότητα και οι ανταγωνισμοί οδηγούν σε εκβαρβαρισμό των κοινωνιών στην περιοχή μας, είτε λόγω φτώχειας είτε λόγω πολέμων. Σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτα υπέρ της λύσης του Κυπριακού στη βάση μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΟΗΕ. Αυτή η λύση όμως έχει μια σημαντική προϋπόθεση: αποδεχόμαστε ότι το κυπριακό συμφέρον ορίζεται και από τις δύο κοινότητες εξίσου, και μόνο από αυτές. Ο τερματισμός της κατοχής, η οποία δικαιολογεί την ιστορικότητα της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης, αλλά και νομιμοποιεί την εξάρτηση της Κύπρου και τους περιφερειακούς ανταγωνισμούς, πρέπει να αποτελέσει το μείζον κυπριακό συμφέρον στο πλαίσιο της ομόσπονδης λύσης, ένα συμφέρον που συγκροτείται στη βάση της εγγύησης της ασφάλειας και των δύο κοινοτήτων.
Σε ό,τι αφορά τα ελληνοτουρκικά, μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να επαναπροσδιορίσει το περιεχόμενο της ελληνοτουρκικής φιλίας και συνεργασίας. Με δεδομένο ότι στην περιοχή μας η Τουρκία είναι μια από τις ελάχιστες χώρες της οποίας η κοινωνία δεν έχει καταρρεύσει (και δεν μας συμφέρει να καταρρεύσει), με δεδομένο επίσης ότι αυτή η χώρα είναι μια από τις ελάχιστες στις οποίες υπάρχει μια κοινωνία με δείγματα αντίστασης στον εκβαρβαρισμό, τότε, αντί να αναζητούμε γεωστρατηγικά τόξα με πιο μακρινούς και αμφίβολους γείτονες, μήπως θα ήταν σκόπιμο να αναζητήσουμε πεδία συναίνεσης με αυτό τον γείτονα (όπως και με τους υπόλοιπους, άλλωστε); Μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να ξαναδεί τη γειτονιά της, αναζητώντας σε αυτή την πολιτική –και όχι γεωστρατηγική– ενίσχυση της χώρας.
Τα ελληνοτουρκικά προβλήματα δεν θα λυθούν, ασφαλώς, από τη μια στιγμή στην άλλη. Μπορούν όμως να μπουν σε ένα πλαίσιο πολιτικού διαλόγου, όπου το εθνικό συμφέρον θα ενταχθεί σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό συμφέρον όπως αυτό το ορίζει η Αριστερά, όχι οι λογικές ηγεμονίας στην περιοχή μέσω της Ε.Ε., όπως έγινε σε προηγούμενες περιόδους. Η εποχή που ζούμε είναι πολύ πιο πολύπλοκη από όσο την παρουσιάζει η εθνικιστική ρητορεία. Η λύση στο μεταναστευτικό και προσφυγικό πρόβλημα με όρους σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαιτεί πλέον συναινέσεις, και όχι φράχτες, ανάμεσα σε πολλά και διαφορετικά κράτη. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς, σε συνεννόηση με τους γείτονες, είναι αυτή που μπορεί να απαντήσει — πολύ περισσότερο που και η Τουρκία έχει συμφέρον από τέτοια συνεννόηση.
Η Ιστορία και οι ανάγκες που δημιουργεί υποδεικνύουν και τις λύσεις, ειδικά για την Αριστερά η οποία είναι η κατεξοχήν ρεαλιστική πολιτική δύναμη, αφού απαντάει στα προβλήματα της κοινωνίας εν τόπω και χρόνω. Η οριοθέτηση των ΑΟΖ με τις γειτονικές χώρες μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για τη δημιουργία ενός κοινού συμφέροντος, για τις κοινωνίες των όμορων κρατών, αντί να γίνει εργαλείο σκληρών ανταγωνισμών. Ας βρούμε ως Αριστερά τα πολιτικά δίκαια που μπορούν να συνδέσουν τις γειτονικές χώρες και να τις ενισχύσουν.

[Δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής]

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

[Τουρκία] Τουρκία: ένας «αλλοπρόσαλλος» γείτονας;

Την προηγούμενη εβδομάδα το Κέντρο Νεότερης Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και η Πρωτοβουλία για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας συνδιοργάνωσαν εκδήλωση για τις τελευταίες εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, με ομιλητές τους Χαμίτ Μποζαρσλάν (Παρίσι), Τζενγκίζ Ακτάρ (Κωνσταντινούπολη) και Νίκο Μούδουρο (Λευκωσία). Η συζήτηση επικεντρώθηκε στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας -με αφορμή και τα τελευταία γεγονότα της παραβίασης της κυπριακής ΑΟΖ- στο πλαίσιο των μεγάλων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών τριγμών που γνωρίζει τα τελευταία χρόνια η Μέση Ανατολή. Όπως αναδείχθηκε και στη συζήτηση, η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας μοιάζει τον τελευταίο καιρό «αλλοπρόσαλλη», μια πολιτική «πολύτιμης μοναχικότητας» -όπως την χαρακτηρίζουν Τούρκοι αξιωματούχοι- χωρίς συμμάχους ή εναντίον εκείνων που θεωρούνταν μέχρι πριν από μερικά χρόνια παραδοσιακοί σύμμαχοί της. Αυτή η «αλλοπρόσαλλη» πολιτική της Τουρκίας, που την οδηγεί είτε σε υπόγειες συμμαχίες με ακραία μορφώματα (ΙΣΙΣ) είτε σε επιθετικές κινήσεις -κυπριακή ΑΟΖ-, δείχνουν κάτι σημαντικό: η Τουρκία εκφράζει σε περιφερειακό επίπεδο τον απρόβλεπτο και «άναρχο» χαρακτήρα που διέπει τα τελευταία χρόνια τις παντός είδους σχέσεις σε παγκόσμιο αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Πράγματι, σε αυτήν τη «μετα-δυτική», πολυπολική -όπως χαρακτηρίζεται- φάση της παγκόσμιας ιστορίας, όπου το κέντρο βάρους τουλάχιστον της οικονομίας μετατοπίζεται από τις αναπτυγμένες στις αναπτυσσόμενες χώρες, η Τουρκία φαίνεται να αναζητεί έναν «μετα-δυτικό», περιφερειακό ρόλο. Μετά από πολλές δεκαετίες «σκληρής», δυτικής πολιτικής (εσωτερικής και εξωτερικής), η Τουρκία αναζητεί τον ρόλο της περιφερειακής, μετα-δυτικής δύναμης, ενός πολιτικο-πολιτισμικού και οικονομικού πόλου στη Μέση Ανατολή. Αν αναλογιστούμε τη σημασία της Ανατολικής Μεσογείου ως ενός από τους σημαντικότερους δρόμους του παγκόσμιου εμπορίου και της διακίνησης ενέργειας, τότε αντιλαμβανόμαστε τους λόγους για τους οποίους η Τουρκία, ως μια από τις μεσαίες αναπτυσσόμενες δυνάμεις, έχει επιλέξει τον τελευταίο καιρό να ασκεί πολιτική «πολύτιμης μοναχικότητας». Κάποιοι από το τουρκικό ΥΠΕΞ φαντασιώνονται για την Τουρκία τον ρόλο του περιφερειακού πόλου μιας ενιαίας, πολιτισμικής και οικονομικής λεκάνης, ενός οθωμανικής καταγωγής «Σουνιστάν» (σουνιτικό Ισλάμ) απέναντι στον περιφερειακό ανταγωνιστή, το σιϊτικό Ιράν.

Η Τουρκία ωστόσο, παρά τις «μετα-δυτικές», πολιτισμικο-ιστορικές αναζητήσεις της, είναι μια χώρα της οποίας, πρώτον, το συγκολλητικό στοιχείο εσωτερικής ενότητας είναι ο «δυτικός» χαρακτήρας της. Αυτός ο «δυτικός» χαρακτήρας πήρε κατά καιρούς διαφοροποιημένο ιδεολογικό περιεχόμενο - από το πιο αυταρχικό, ανταγωνιστικό μέχρι όμως και το πιο δημοκρατικό, τουλάχιστον για τα δεδομένα της Μέσης Ανατολής. Δεύτερον, σε αντίθεση με τη δραματική κατάρρευση των κοινωνιών της Μέσης Ανατολής, η κοινωνία της Τουρκίας δεν έχει καταρρεύσει ακόμα, δεν έχει μεσανατολικοποιηθεί -κι εδώ η συμβολή των Κούρδων είναι αποφασιστικής σημασίας. Τρίτον, η Τουρκία απέκτησε περιφερειακό ρόλο χάρη στην ιστορική επιλογή της να τοποθετηθεί στον περιφερειακό και παγκόσμιο χάρτη ως δυτικό κράτος με θρήσκευμα μουσουλμανικό. Τέταρτον, η Τουρκία του Ερντοάν απέκτησε στις μεσανατολίτικες κοινωνίες την επιρροή ενός άλλου, περιφερειακού πόλου, όχι χάρη στο Ισλάμ και την οθωμανική ιστορία, αλλά χάρη στην επαγγελία ότι ένα κράτος με θρήσκευμα μουσουλμανικό μπορεί να είναι ευρωπαϊκό, με την έννοια του φορέα δημοκρατικής ενότητας όλων των πληθυσμών του και ειρήνης στην περιοχή. Η πολιτική λοιπόν της Τουρκίας είναι «αλλοπρόσαλλη», γιατί δεν μπορεί να παίξει μετα-δυτικό ρόλο, αποποιούμενη τον κατεξοχήν ρόλο της: τον δυτικό, και μάλιστα στην πιο δημοκρατική του εκδοχή. Αυτό τη βάζει δυνητικά σε περιπέτειες, τόσο εσωτερικές όσο κυρίως εξωτερικές. Την οδηγεί σε μεσανατολικοποίηση.

Η Ελλάδα δεν είναι υποχρεωμένη να μπει σε κανένα «μετα-δυτικό» παιχνίδι. Ας ξεκαθαρίσουμε ότι:«μετα-δυτικό» δεν σημαίνει αντιιμπεριαλιστικό, αντιθέτως σημαίνει ενίσχυση της πολυπολικότητας και της αγριότητας του ιμπεριαλισμού σε όλες τις πολιτισμικές εκδοχές του (δυτικές και μη). Οι συμμαχίες με χώρες της Ανατολικής Μεσογείου που έχουν ως μοναδική προοπτική τη διαμόρφωση ενός άλλου γεωστρατηγικού πόλου που θα «στριμώξει» τη μετα-δυτική Τουρκία, ενισχύουν τη μεσανατολικοποίηση της Ανατολικής Μεσογείου -σκληροί πολιτικο-πολιτισμικοί ανταγωνισμοί-, τη μεσανατολικοποίηση κατά συνέπεια του κυπριακού αλλά και των ελληνοτουρκικών προβλημάτων. Η απάντηση στις «μετα-δυτικές» φαντασιώσεις της Τουρκίας είναι η συνεχής προσπάθεια «στριμώγματός της» στη βάση ενός προβλεπτού διαλόγου και με τη διαρκή προοπτική μιας προβλεπτής συμμαχίας, σύμφωνα δηλαδή με τις αρχές του διεθνούς δικαίου και τους κανόνες ενός ευρωπαϊκού, πολιτικού πολιτισμού. Ας μην ξεχνάμε ότι η Τουρκία, παρ' όλα αυτά, είναι η μοναδική ίσως χώρα στην ανατολική γειτονιά μας που καταλαβαίνει αυτή την προβλεπτή γλώσσα και έχει ακόμα συμφέρον να τη διατηρήσει.


[Δημοσιεύτηκε στην Αυγή]

Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

[Μέση Ανατολή] Εν ονόματι του σιίτη ή σουννίτη Αλλάχ

Μέση Ανατολή ή προβλήματα Ιστορίας και Γεωγραφίας

Η δράση της ισλαμιστικής (σουνιτικής) οργάνωσης «Ισλαμικό κράτος του Ιράκ και της Εγγύς Ανατολής» έρχεται να επιβεβαιώσει την «επαναθρησκειοποίηση» της Μέσης Ανατολής. Πρόκειται για μια διαδικασία η οποία εγκαινιάστηκε με την πολιτική των ΗΠΑ στην περιοχή και την επικράτηση σε χώρες όπως η Τουρκία ενός άλλου πολιτικού προτύπου: του ισλαμικού νεοφιλελευθερισμού. Η Αραβική Άνοιξη, ξέσπασμα της ανάγκης εκδημοκρατισμού, συνεθλίβη στο χάος που δημιούργησε η επικαιροποίηση του Ισλάμ και των εκδοχών του ως αποκλειστικής πολιτικής «γλώσσας» συνομιλίας, καθώς αναβίωνε η πάλαι ποτέ επινοημένη σύγκρουση «πολιτισμών».

Εντούτοις, το μείζον ιστορικό πρόβλημα στις χώρες της περιοχής οι οποίες χαρακτηρίζονταν από ανομοιογένεια πληθυσμού (είτε σε εθνοτική ή θρησκευτική βάση είτε λόγω των πολλών και διάσπαρτων φυλών) ήταν η οικοδόμηση δημοκρατικού έθνους-κράτους. Πρόβλημα το οποίο, λόγω των ιδιαίτερων ιστορικών συνθηκών –αποικιοκρατία, τεράστιοι οικονομικοί και γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί–, καταντούσε πιο πολύπλοκο όσο αυτός ο παραδοσιακός κατακερματισμός, αντί να εξουδετερώνεται, αναδεικνυόταν σε βάση μετάβασης στη νεωτερικότητα. Η περιοχή πέρασε στη φάση της νεωτερικότητας με όλες τις στρεβλώσεις που δημιούργησε παντού η αποικιοκρατία, στο πλαίσιο της οποίας κατασκευάστηκε μια ιδιαίτερη, μεσανατολίτικη νεωτερικότητα, με κυρίαρχο εργαλείο τη νεωτερική επικαιροποίηση της θρησκείας.

Ο μύθος του αντιιμπεριαλιστικού Ισλάμ

Σε ένα αντιδημοκρατικό νεωτερικό περιβάλλον, που επέβαλε η αποικιακή νεωτερικότητα στην περιοχή, ενισχύθηκαν –είτε ως προνομιακοί συνομιλητές είτε ως φορείς μιας άλλης, ισλαμικής νεωτερικότητας– οι τοπικές θρησκευτικές κατεξοχήν ελίτ, οι οποίες κινδύνευαν, στη νέα ιστορική φάση, να χάσουν την εξουσία τους. Με λίγα λόγια, η πολιτικοποίηση του Ισλάμ, ακόμη και ως αντιαποικιακού, ομογενοποιητικού φορέα αντίστασης, ήταν προϊόν του αντιδημοκρατικού πλαισίου άσκησης της εξουσίας που διαμόρφωνε η αποικιοκρατία. Ο μύθος του αντιιμπεριαλιστικού Ισλάμ ή των αντιιμπεριαλιστικών θρησκευτικών ομάδων είναι προϊόν πολλών κατασκευών και στρεβλώσεων. Τόσο η αποικιακή εξουσία όσο και μια ντόπια θρησκευτική αντιμετώπιζαν τον ίδιο κίνδυνο: τη συγκρότηση ενός πολιτικού σώματος, ομογενοποιημένου στη βάση πολιτικών, κοσμικών αρχών.

Η αποαποικιοποίηση και η συγκρότηση εθνών-κρατών στην περιοχή, που σημαδεύτηκε –και πάλι για ιστορικούς λόγους– από την κυριαρχία στρατιωτικών καθεστώτων, σε προνομιακή συνομιλία είτε με τη μία είτε με την άλλη υπερδύναμη του Ψυχρού Πολέμου, οδήγησε μεν στην ομογενοποίηση των πληθυσμών και την εκκοσμίκευση του πολιτικού συστήματος, ο εκδημοκρατισμός ωστόσο παρουσίαζε σημαντικό έλλειμμα. Ο εκδημοκρατισμός αποτελούσε απειλή, όχι μόνο γι’ αυτά τα καθεστώτα, αλλά κυρίως για τη «Δύση», για την οποία ο κίνδυνος σε αυτές τις χώρες (και όχι μόνο) ήταν (και παραμένει) η «ανυπότακτη» πλειοψηφία, η πλειοψηφία ως πολιτικό σώμα με πολιτική και ταξική συνείδηση. Ο όρος «Μεσανατολίτης» παραμένει μια χρήσιμη επινόηση, που νομιμοποιεί ιστορικά την κηδεμονία και την υποταγή.

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου που είχε ως συνέπεια την απρόσκοπτη επέλαση του νεοφιλελευθερισμού και, ταυτόχρονα, διεθνείς ανακατατάξεις, δημιούργησε νέα δεδομένα. Ενώ λοιπόν σε αυτές τις χώρες –σε άλλες νωρίτερα, σε άλλες αργότερα– το ζήτημα του εκδημοκρατισμού τέθηκε επιτακτικά, η παγκόσμια νεοφιλελεύθερη «Δύση» αποφάσισε να συνομιλήσει με τις δυνάμεις που μπορούσαν είτε να «υποτάξουν» είτε να κατακερματίσουν την πλειοψηφία. Η περίπτωση του Ιράκ είναι η πλέον χαρακτηριστική. Ενώ το μείζον πρόβλημα ήταν το δικτατορικό καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν, εναντίον του οποίου άρχισε να συγκροτείται ένα πολιτικό δημοκρατικό σώμα, η επέμβαση των ΗΠΑ άλλαξε εντελώς τα δεδομένα. Η δημοκρατία τέθηκε ως ζήτημα θρησκευτικής ετερότητας, και όχι ως ζήτημα ισότιμης πολιτικής ελευθερίας των πολιτών. Ο Σαντάμ δεν αντιμετωπίστηκε ως δικτάτορας με πολιτικούς όρους, αλλά με «πολιτισμικούς»: ως σουννίτης ο οποίος καταπίεζε τους σιίτες. Έτσι ο ιρακινός λαός κατακερματίστηκε ανάμεσα σε δύο «κοινότητες», τους σουννίτες και τους σιίτες, κι άρχισε το μεγάλο «γλέντι», η ανάδυση όλων των θρησκευτικών-φυλετικών δαιμόνων.

Εν ονόματι του σιίτη ή του σουννίτη Αλλάχ

Αυτό ήταν το έδαφος για να αναπτυχθούν από τη μια μεριά όλες οι φυλετικές-θρησκευτικές εξτρεμιστικές ομάδες. Από την άλλη, ενισχύθηκαν οι φιλοδοξίες των γειτονικών κρατών (Ιράν, Τουρκία, Σαουδική Αραβία), τα οποία ανέλαβαν, στο όνομα του σιίτη ή σουνίτη Αλλάχ, να παίξουν τον ρόλο της ομογενοποιητικής, «εκπολιτιστικής Δύσης» στο όνομα ή εναντίον της «Δύσης». Να γίνουν δηλαδή οι διακινητές στο Ιράκ, τη Συρία αλλά και την Αίγυπτο (με άλλους όρους στην τελευταία) μιας ισλαμικής κοινότητας.

Η Τουρκία, το Ιράν και οι μοναρχίες του Κόλπου, με πρώτη τη Σαουδική Αραβία, ενίσχυσαν τη θέση τους στην περιοχή αλλά και τη διαπραγματευτική τους ικανότητα διεθνώς, εκμεταλλευόμενες τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις στη Συρία και το Ιράκ. Η Τουρκία, όπως και η Σαουδική Αραβία άλλωστε, «συνομίλησαν» προνομιακά με το «Ισλαμικό κράτος του Ιράκ και της Εγγύς Ανατολής», εν ονόματι του σουννί Ισλάμ, στην ουσία όμως για να διαφεντέψουν την περιοχή. Η Τουρκία είχε έναν λόγο παραπάνω: επεδίωκε, μέσα από την ενίσχυση της ισλαμιστικής οργάνωσης, να μειώσει τη δύναμη των Κούρδων της Συρίας. Παρά τις «αναλύσεις» ελλήνων «ειδικών», οι οποίοι παπαγαλίζουν τα περί «νεοθωμανισμού», ήταν προφανές ότι η πολιτική της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή στεφόταν από απόλυτη αποτυχία. Κι αυτό γιατί η γλώσσα με την οποία επέλεγε να συνδιαλλαγεί σε αυτή την περιοχή, οι συμμαχίες που έκανε στο όνομα του σουννί Ισλάμ, οδηγούσαν πρωτίστως στην ενίσχυση τέτοιων φονταμενταλιστικών ομάδων, οι οποίες βεβαίως κατακερμάτιζαν τον ενιαίο «ισλαμικό χώρο» όπου η Τουρκία ήθελε να πρωταγωνιστήσει.

Η «κουρδική λεκάνη»

Σε αυτό το «θρησκευτικό» χάος που έχει διαμορφωθεί στην περιοχή, ο μοναδικός παράγοντας που έχει οικοδομήσει πολιτικές δομές εξουσίας είναι οι Κούρδοι. Έπειτα από δεκαετίες φυλετικού, γεωγραφικού και γλωσσικού κατακερματισμού, οι Κούρδοι βρίσκονται σε φάση ομογενοποίησης με κριτήρια εθνικής συγκρότησης. Διαμορφώνεται μια «κουρδική λεκάνη» (κατά την έκφραση του Νταβούτογλου), που τείνει να συμπεριλάβει τους Κούρδους του Ιράκ, της Συρίας και τη Τουρκίας. Τη στιγμή λοιπόν που η Τουρκία νόμιζε ότι πρωταγωνιστούσε στις εξελίξεις στη Συρία, ενισχύοντας το «Ισλαμικό κράτος του Ιράκ και της Εγγύς Ανατολής», οι Κούρδοι της περιοχής συσπειρώνονταν θεσμικά γύρω από το Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης (PDY) και τα τοπικά κοινοβούλια που αυτό ίδρυσε. Ενώ η Τουρκία με τις ισλαμικές μεγαλοστομίες της έχανε την μπάλα στη Συρία, οι Κούρδοι, σε συνεργασία με το ΡΚΚ, όριζαν τον γεωγραφικό τους χώρο (Ροζιάβα) και αναδεικνύονταν στον πλέον αποτελεσματικό αναχαιτιστή της ισλαμιστικής οργάνωσης, ενώ πρόσφεραν την πιο αξιόπιστη κοσμική εναλλακτική πρόταση στην πολιτική του Άσσαντ. Στο Ιράκ επίσης, το αυτόνομο κράτος των Κούρδων συνιστά τη μοναδική κοσμική απάντηση στο χάος των «φυλετικών-θρησκευτικών» αντιπαραθέσεων.
Το «μικρό Αφγανιστάν» (κατά την έκφραση ενός σημαντικού τούρκου αναλυτή), που επιδιώκει να κατασκευάσει το «Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και της Εγγύς Ανατολής» στη λεκάνη Συρίας-Ιράκ, έκανε την Τουρκία να συνειδητοποιήσει το αυτονόητο: ότι η οικονομική, ενεργειακή και κυρίως η πολιτική επιβίωση των συνόρων της δεν εξαρτάται από τα μεγαλεπήβολα σχέδιά της, αλλά από την επίλυση του Κουρδικού. Μόνο που σε αυτή τη φάση οι Κούρδοι έχουν ισχυρά διαπραγματευτικά χαρτιά. Από την άλλη, οι Κούρδοι επικαιροποίησαν τη σημασία των παλιών, «κλασικών» νεωτερικών θεσμών και μηχανισμών αποτελεσματικής, πολιτικής κινητοποίησης: του κόμματος και των τοπικών κοινοβουλίων, μέσα από τα οποία διαμορφώνονται οι όροι της ενσώματης συμμετοχής, εν τόπω και χρόνω. Ίσως αυτή να είναι η πιο σημαντική διαφορά με την Αραβική ή την Τουρκική Άνοιξη, η οποία, παρά τις τεράστιες και μαχητικές κινητοποιήσεις, έμεινε στη «διαφήμιση» του πολιτικού μηνύματος. Δεν μπόρεσε να συγκροτήσει τους θεσμούς και του μηχανισμούς πολιτικοποίησης της κοινωνίας.


[Δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής]

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

[Ευρώπη] Άλλο Ευρώπη και άλλο ΕΕ

Συνέντευξη στο left.gr 12.05.2014

Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίζεται από μια σφοδρή κριτική κατά της ΕΕ και ταυτόχρονα από την επιμονή του στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Πως εξηγείται αυτό;


Το να είναι κανείς κριτικός απέναντι στην ηγεσία της ΕΕ δεν σημαίνει υπονόμευση της ίδιας της Ευρώπης και του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η Αριστερά είναι γέννημα – θρέμμα της ιδέας της Ευρώπης. Δεν θα αφήσουμε την ιδέα αυτή σε αυταρχικές εξουσίες που έχουν κυριαρχήσει τα τελευταία χρόνια στην ΕΕ. Η ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές έχει μεγάλη σημασία προκειμένου να περάσουμε το μήνυμα πως «μια άλλη Ευρώπη είναι εφικτή». Αυτό που υποστηρίζουμε και υπάρχει και στο πρόγραμμά μας είναι ότι, όπως έχουν υποστηρίξει και οι μεγάλοι διανοητές της ευρωπαϊκής ιδέας, η ήπειρος αυτή δεν μπορεί να είναι γαιοκτησία των αγορών. Υπερασπιζόμαστε την Ευρώπη έναντι της ηγεσίας της ΕΕ που υπονομεύει την ίδια τη δημοκρατία. Άλλωστε, έχουμε και ιστορικά δει ότι η αποκοινωνικοποίηση της δημοκρατίας, ισοδυναμεί με σοβαρότατη υπονόμευσή της. Μέσα λοιπόν, στην ίδια την ΕΕ, πρέπει να επανακτήσουμε την Ευρώπη. Η ηγεσία της ΕΕ και οι πολιτικές της είναι αυτές που υπονομεύουν, καταστρέφουν την ιδέα της Ευρώπης. Είμαστε με την Ευρώπη που διαμόρφωσε το μεγάλο σοσιαλιστικό κίνημα, οι εργαζόμενοι, οι φιλειρηνιστές, όσοι ζήτησαν κοινωνική δικαιοσύνη.


Αυτή τη βδομάδα είχαμε νέα τραγωδία στο Αιγαίο. Ποιες είναι οι ευθύνες της Ευρώπης και της κυβέρνησης και τι προτείνει η ευρωπαϊκή Αριστερά για να μην συνεχίσει το Αιγαίο να είναι κατακόμβη μεταναστών;


Όσα λέγαμε πιο πάνω ισχύουν, στην πιο στυγνή εφαρμογή τους, στο μεταναστευτικό ζήτημα. Υπάρχει μια εντελώς υποκριτική πολιτική της ΕΕ. Έχει αποφασίσει να φτιάξει μια Ευρώπη φρούριο δίνοντας στις συνοριακές χώρες την διαχείριση του ζητήματος χωρίς μια ανθρωποκεντρική και ορθολογική προσέγγιση. Ορθολογική πολιτική σημαίνει μονίμως ο άνθρωπος στο επίκεντρο. Αντιθέτως, στο όνομα δήθεν του ρεαλισμού, αντί να διαμοιράζονται οι μετανάστες και οι πρόσφυγες στις ευρωπαϊκές χώρες, στοιβάζονται άνθρωποι σε αποθήκες στις συνοριακές χώρες. Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε ότι ένα μεγάλο μέρος αυτών των προσφύγων είναι η συνέπεια της πολιτικής που ακολούθησε η ΕΕ στις χώρες τους. Κανείς δεν θέλει να φεύγει από τον τόπο του. Ευθύνες έχουν όμως και οι ελληνικές κυβερνήσεις. Κρύβονται πίσω από την ΕΕ, καθησυχάζονται στον ρόλο του θύματος και αναπαράγουν τις ίδιες λογικές αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους σαν να είναι εμπορεύματα, εξ΄ ου κι όρος «λαθρομετανάστης». Επιπλέον, το μεταναστευτικό έχει χρησιμοποιηθεί προκειμένου να αναπαράγεται η κυρίαρχη ξενοφοβική, ρατσιστική, κατασταλτική και βαθιά αντιδημοκρατική πολιτική. Βάζοντας τον ξένο στο επίκεντρο και αντιμετωπίζοντάς τον ως εχθρό, κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά φτιάχνονται κράτη «ασφάλειας» και όχι αλληλεγγύης. Περιθωριοποιείται ένα μεγάλος μέρος της κοινωνίας και αναπτύσσονται πολιτικές αντιμετώπισης του «ενοχλητικού» που δεν είναι πάντα και μόνο ο μετανάστης.  Αυτό που εμείς τονίζουμε είναι ότι δεν ανεχόμαστε να γίνεται η Μεσόγειος νεκροταφείο της Ευρώπης. Οι τραγωδίες που βλέπουμε και στο Αιγαίο και στη Λαμπεντούζα δείχνουν ότι η ΕΕ δεν ενοχλείται από ένα νεκροταφείο ψυχών στα σύνορά της, αρκεί να εξασφαλίζεται η λογική που ανέπτυξα πιο πάνω. Εμείς ζητάμε ορθολογική διαχείριση του ζητήματος όχι μόνο κοινωνικής αλλά και θεσμικής αλληλεγγύης.


Έχετε ασχοληθεί επισταμένως με την Τουρκία και την Κύπρο. Πιστεύετε ότι η Ελλάδα, μέσα στην Ευρώπη, έχει να παίξει ρόλο στην περιοχή προς την κατεύθυνση της ειρηνικής συμβίωσης των λαών;


Παρατηρούμε ότι ξαναφτιάχνεται στην Ευρώπη η αντίληψη που θέλει τον κόσμο και τις κοινωνίες χωρισμένες στο δίπολο Δύση – Ανατολή. Αυτό παράγει ηγεμονισμούς, αυτοκρατορικούς εθνικισμούς, πόλεμο και επαναφέρει το αξίωμα της ισορροπίας του τρόμου του Ψυχρού Πολέμου. Αυτή η λογική, ειδικά στην Ελλάδα που συνορεύει με την Τουρκία, επιτρέπει σε εθνικιστικές αντιλήψεις και δυναμικές να εκκολαφθούν και να ενισχύονται. Φτιάχνεται μια Ανατολή δίπλα μας, με την οποία οι σχέσεις καθορίζονται σε κλειστά δωμάτια ανάλογα με τα συμφέροντα της εκάστοτε ηγεμονικής δύναμης και προσαρμοσμένα στους ντόπιους εθνικισμούς. Εμείς δεν θέλουμε μια πολιτική διαχείρισης ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή αλλά μια πολιτική ειρήνης και συνεργασίας με την Τουρκία. Αν έχουμε μια πολιτική που βγάζει στην επιφάνεια το δικό μας πολιτικό και κοινωνικό συμφέρον και δεν είμαστε ακόλουθοι της εκάστοτε ηγεμονικής δύναμης στην ΕΕ -στην προκειμένη της Γερμανίας- μπορούμε να βρούμε πολλούς τρόπους εμπέδωσης της ειρήνης στην περιοχή.
Η δε Κύπρος, είναι το πεδίο στο οποίο η Αριστερά χρειάζεται να δουλέψει πάρα πολύ. Θέλουμε να λυθεί το Κυπριακό, όχι στο πλαίσιο μιας ισορροπίας του τρόμου στην περιοχή, που μπορεί να συμφέρει την ΕΕ και το ΝΑΤΟ αλλά γιατί πιστεύουμε ότι η ομοσπονδιακή λύση είναι η μόνη προοπτική ειρηνικής συμβίωσης στο νησί. Μόνο ένα κοινό κυπριακό συμφέρον (ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων) σταματά τους όποιους ηγεμονισμούς, είτε αυτοί προέρχονται από την Τουρκία είτε από την Ελλάδα ή την ΕΕ. Μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι η εθνικιστική προσέγγιση έχει προκαλέσει τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ελληνική ιστορία.

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

[Τουρκία] Τουρκία: Στον αστερισμό της σύγκρουσης Ερντογάν-Γκιουλέν

Ιστορικά προαπαιτούμενα για την κατανόηση της σύγκρουσης

Εδώ και δύο περίπου μήνες, η πολιτική ζωή της Τουρκίας κινείται στον αστερισμό της σύγκρουσης Eρντογάν-Γκιουλέν. Για να κατανοήσουμε την ουσία και το πολιτικό της βάρος, χρειάζεται να δούμε μερικά ιστορικά δεδομένα, για τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε η δημοκρατία στη χώρα.

Το δημοκρατικό πολιτικό σύστημα στην Τουρκία συγκροτήθηκε, λοιπόν, μέσα από μια μάχη που υπερκαθορίστηκε από ένα αντιδημοκρατικό ερώτημα: Ποιο ηγεμονικό όραμα εξασφαλίζει στην Τουρκία τον ρόλο του ισχυρού, επομένως δυτικού κράτους στην περιοχή; Από αυτό το ερώτημα, το οποίο έθεσε με όρους διχαστικών και συγκρουσιακών διλημμάτων η νατοϊκή κυρίως «Δύση» για λογαριασμό της Τουρκίας, προέκυψαν δύο αντίπαλα ηγεμονικά οράματα, που ενίσχυαν τη θέση δύο αυταρχικών δυνάμεων — στρατού και Ισλάμ: το όραμα του κοσμικού κράτους-έθνους του κεμαλισμού, και το όραμα του εθνοθρησκευτικού κράτους-κοινότητας του τουρκοϊσλαμισμού. Η Τουρκία λοιπόν βρήκε τη θέση της στον «πολιτισμένο κόσμο», όχι ως δημοκρατική χώρα, αλλά επειδή μπορούσε να αναπαράγει μια μόνιμη εσωτερική απειλή, ως μέσον νομιμοποίησης της ενίσχυσης του ισχυρού, αυταρχικού κράτους.

Έτσι, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν εγκαινιάστηκε το πολυκομματικό σύστημα στη χώρα και άρχιζε η μάχη για τη δημοκρατία, κινητοποιήθηκαν ταυτοχρόνως και δύο «ξεχασμένες» δυνάμεις: ο στρατός και η θρησκεία. Ο πρώτος αποτέλεσε τη χρυσή εφεδρεία του ΝΑΤΟ, μια δύναμη ικανή να εξασφαλίζει την επιβολή ενός ισχυρού δυτικού κράτους σε μια ανατολίτικη, επομένως ευεπίφορη στον κομμουνισμό, κοινωνία. Το Ισλάμ αποτέλεσε το κρυφό όπλο που ανέσυρε το Σχέδιο Μάρσαλ, όπλο που θα έπαιζε τον ρόλο της «φωνής της ανατολίτικης κοινωνίας» για δημοκρατία, απέναντι σε ένα κράτος που ξεπέρναγε τα πολιτισμικά και ηθικά όριά της. Στην ουσία, με το Ισλάμ φτιαχνόταν ένας εναλλακτικός διάδρομος διείσδυσης του κεφαλαίου, το οποίο δεν μπορούσε να αφήνει την τύχη του σε ένα σκληρό κράτος. Ο στρατός λοιπόν θα επέβαλε την πίστη στο δυνατό κράτος, ενώ το Ισλάμ θα εξέφραζε την προσδοκία για δημοκρατία (εναντίον πάντα του κομμουνισμού, και τα δύο). Πράγματι, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, κι ενώ το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας συγκροτούνταν γύρω από κόμματα με σαφείς ιδεολογικούς προσανατολισμούς και ταξικές αναφορές, καθώς και μέσα από κινήματα, ενώ λοιπόν φαινόταν ότι η χώρα είχε μπει σε φάση όπου η δημοκρατία αποκτούσε κοινωνικές ρίζες, το πραξικόπημα του 1971, αλλά και η ίδρυση του ισλαμικού κόμματος του Ερμπακάν (1969) άλλαξαν την πολιτική ατζέντα.

Παρ’ όλα αυτά, η μάχη, τις δεκαετίες του ’70 και ’80, δεν δόθηκε ανάμεσα στον στρατό και το πολιτικό Ισλάμ. Η πραγματική μάχη δόθηκε, από το αριστερό και το κουρδικό κίνημα, για τη δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη αλλά και την πολιτική οριοθέτηση του εθνικού, εναντίον ενός αυταρχικού κράτους. Στα πραξικοπήματα, κυνηγήθηκαν ανελέητα οι αριστεροί, οι Κούρδοι, οι δημοκράτες («κεμαλιστές» ή μη), όχι όμως το πολιτικό Ισλάμ. Αυτό που κυνηγήθηκε, εντέλει, ήταν η αυτονομία των κομμάτων και τα κινήματα. Τα δύο αντίπαλα ηγεμονικά οράματα (του κοσμικού κράτους του στρατού και του εθνοθρησκευτικού κράτους-κοινότητας του Ισλάμ) λειτούργησαν μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80 συμπληρωματικά, συντηρητικοποιούσαν εξίσου την πολιτική ζωή της Τουρκίας, ενίσχυαν τη δεξιά πελατειακή στροφή του πολιτικού συστήματος και προωθούσαν την ηγεμονία του μεγάλου κεφαλαίου (κατεξοχήν του «στρατιωτικού», και στη συνέχεια του ισλαμικού). Ο στρατός και το πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν έπαιζαν στο ίδιο γήπεδο: του αυταρχισμού και του συντηρητισμού — του ισχυρού κράτους. Τα πράγματα άλλαξαν στη δεκαετία του ’90, όταν το διεθνές και το εγχώριο κεφάλαιο δεν είχαν πλέον ανάγκη ούτε τον στρατό ούτε το «σκληρό» πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν. Είχαν ανάγκη έναν αποτελεσματικό φορέα ενός ομοιογενούς πολιτισμού που θα εξασφαλίζει την ατομική συμμετοχή σε ένα καταναλωτικό σύμπαν, με όρους ηθικής-θρησκευτικής αφοσίωσης. Είχαν ανάγκη ένα ισχυρό κράτος, όχι έθνος αλλά κοινότητα, με ευσέβεια στις ατομικές «εξουσίες» (όχι ελευθερίες) και τις δημοκρατικές αρχές της κοινότητας.

Είναι η εποχή που ισχυροποιήθηκαν οι παράλληλες «δομές» στην κοινωνία και τη γραφειοκρατία που δημιουργούσαν οι ΜΚΟ, με σημαντικότερες τα θρησκευτικά τάγματα (μεταξύ τους, αυτό του Φετουλάχ Γκιουλέν με υποστήριξη αμερικανικών κεφαλαίων). Ούτε ο στρατός ούτε το πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν, που συγκρούονταν πια ανηλεώς, κατάλαβαν ότι ο κόσμος είχε αλλάξει και ότι και οι δύο πια δεν αποτελούσαν «δυτικά όπλα». Το κόμμα του Ερντογάν, γεννημένο μέσα από τα σπλάχνα του πολιτικού Ισλάμ του Ερμπακάν, αλλά και σε ρήξη μ’ αυτό, δεν μπήκε στην παλιά αντιπαλότητα ανάμεσα στα δύο παραδοσιακά οράματα, δεν συγκρούστηκε με τον στρατό, ως φορέας μιας αντίπαλης ηγεμονίας. Εμφανίστηκε ως ο αποτελεσματικότερος εκφραστής του διαχρονικού αιτήματος για δημοκρατία. Κινητοποίησε τη θρησκεία ως τον διαχρονικό συνδετικό κρίκο ανάμεσα στα πολλά και διαφορετικής ιδεολογικής προέλευσης αιτήματα για δημοκρατία, ενώ συνεργάστηκε στενά με τις θρησκευτικές ΜΚΟ για τον έλεγχο της γραφειοκρατίας (δικαιοσύνη, αστυνομία) εναντίον του στρατού. Ο στρατός ηττήθηκε από την ίδια τη γραφειοκρατία, το άλλοτε ισχυρό του όπλο.

 Το κόμμα του Ερντογάν λοιπόν αποδέσμευσε μια δημοκρατική, χειραφετητική δυναμική στην κοινωνία, και μάλιστα σε μια στιγμή που η Ε.Ε. προέκρινε, για διάφορους λόγους, στον διάλογό της με την Τουρκία, τη δημοκρατία και όχι το δόγμα του εκδυτικισμένου ισχυρού συνεταίρου στην περιοχή. Οι αριστεροί –και όχι μόνο οι Τούρκοι– γνώριζαν ότι το κόμμα του Ερντογάν ήταν νεοδεξιό και νεοφιλελεύθερο, θεώρησαν ωστόσο ότι η εξουδετέρωση του στρατού εξουδετέρωνε συγχρόνως και τον αντιδημοκρατικό παράγοντα, που στοίχειωνε την πολιτική ζωή της χώρας.

 Η παράδοση της Ε.Ε. στον νεοφιλελευθερισμό και ο διάλογός της (όπως και των ΗΠΑ) με την Τουρκία με όρους όχι δημοκρατίας αλλά αποτελεσματικότητας και ισχύος ενίσχυσε τις αυταρχικές δυνάμεις στο εσωτερικό του κόμματος του Ερντογάν (και τον αυταρχισμό του ίδιου), στο όνομα του παλιού ηγεμονικού οράματος του πολιτικού Ισλάμ. Ενίσχυσε, επομένως, την άσκηση της πολιτικής με όρους συνωμοσίας και προστασίας του κράτους, φορέα καταστολής στο όνομα μιας απειλής (ή κρίσης).

Η σύγκρουση με το «παράλληλο σύμπαν» που έχει φτιάξει μέσα στο κράτος ο Φετουλάχ Γκιουλέν θα μπορούσε να σημάνει βαθύ εκδημοκρατισμό. Αρκεί ωστόσο να παρακολουθήσουμε τους όρους με τους οποίους διεξάγει τη σύγκρουση ο Ερντογάν, για να καταλάβουμε ότι την αντιμετωπίζει ως διαμάχη φατριών, ως μάχη εναντίον των «προδοτών της κοινότητας». Ενσωματώνει στον λόγο του ταυτοχρόνως και τα δύο οράματα: και του στρατού και του πολιτικού Ισλάμ. Δεν επικαλείται λοιπόν τη δημοκρατία και τους δημοκρατικούς θεσμούς, αλλά την οθωμανική περίοδο του Φετρέτ (πόλεμος μεταξύ των διαδόχων του σουλτάνου Βαγιαζήτ Ι, 1402-1413), που έληξε με τη νίκη του μιλλέτ (της εθνοθρησκευτικής κοινότητας), ενώ οικειοποιείται τη γλώσσα του στρατού περί «εθνικών προδοτών».

Για πρώτη φορά ωστόσο μετά τη δεκαετία του ’60 η Τουρκία βρίσκεται σε φάση επανιδεολογικοποίησης του πολιτικού, όπως δείχνουν οι διαδηλώσεις εναντίον του Ερντογάν. Όσο όμως τα κόμματα που τον αντιπολιτεύονται συγκροτούν τη σύγκρουση όχι με όρους ταξικούς, ιδεολογικούς και πολιτικούς, αλλά τη συρρικνώνουν σε σύγκρουση της μιας θρησκείας (κοσμικότητας) εναντίον της άλλης (Ισλάμ), το παιχνίδι της δημοκρατίας θα υπονομεύεται και ο φασισμός θα καραδοκεί. Όσο η Ε.Ε., συμπεριφερόμενη ως Μεγάλη Δύναμη άλλων εποχών, δεν ξεκαθαρίζει με τι είδους Τουρκία θέλει να συνομιλεί, ενώ τα γειτονικά, «μικρά» κράτη-μέλη, όπως η Ελλάδα, συμμεριζόμενα αυτό το παιχνίδι, είτε αναπαράγουν τα εθνικιστικά αντιτουρκικά παραληρήματα που διευκολύνουν το φαγοπότι των εξοπλισμών, είτε ανοίγουν «φιλίες» με στόχο να μοιραστούν την ηγεμονία στην περιοχή, η κατάσταση θα παραμένει δυσοίωνα μετέωρη, τόσο για την Τουρκία όσο και ευρύτερα. Η Ε.Ε. (όπως και τα κράτη-μέλη) οφείλει να συνομιλεί με οποιοδήποτε κόμμα εξέλεξε δημοκρατικά ο λαός της Τουρκίας, με οποιοδήποτε κίνημα εκφράζει αιτήματα αυτού του λαού. Οφείλει, ωστόσο, επίσης, να αναπτύξει έναν δημοκρατικό, ξεκάθαρο διάλογο με αυτή τη χώρα.


Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

[Τουρκία - πάρκο Γκεζί] Η Τουρκία των δύο Τουρκιών;

Όλα ξεκίνησαν όπως κι αλλού μέσω διαδικτύου δι’ ασήμαντον αφορμή, κι όλα πήγαν κάπου που ούτε οι πρώτοι διαδηλωτές της πλατείας Ταξίμ μπορούσαν να φαντασθούν. Το σχέδιο του πρωθυπουργού Ερντογάν για την οθωμανο-εμπορική ανάπλαση του πάρκου Γκεζί αποτέλεσε τη θρυαλλίδα που άναψε μια μεγάλη φωτιά γύρω από την οποία αναμετριόνται δύο Τουρκίες: αυτή του Ερντογάν και μια άλλη η οποία, μέσα από την αντίσταση στον τσαμπουκά του, οριοθετεί επώδυνα την ταυτότητά της. Μια άλλη Τουρκία, ετερόκλητη –οικολογική, αντιϊσλαμική, αριστερή, κεμαλική, κοσμική, αντικαπιταλιστική, κλπ- την οποία ο ίδιος ο Ερντογάν με την αυταρχική και βίαιη αντίδρασή του στις διαδηλώσεις, την υπέδειξε ως ενιαία: ως ξενοκίνητη Τουρκία της αντίδρασης, της καθυστέρησης, και του πλιάτσικου, απέναντι στη νέα Τουρκία, της εθνικής ηθικής και ανάπτυξης, της επιτυχίας και της ευημερίας.

Στην πλατεία Ταξίμ δεν συγκρούονται δύο εκ των προτέρων διαμορφωμένες και με συνείδηση του εαυτού τους Τουρκίες, αντιθέτως και οι δύο διαμορφώνονται στο πλαίσιο της σύγκρουσης. Η Τουρκία του Ερντογάν διεκδικεί την οριστική επιβολή της ηγεμονίας της, η άλλη την άρνηση της ύπαρξής της. Η ίδια η γεωγραφία της σύγκρουσης δείχνει ότι η διαίρεση στην Τουρκία δεν είναι ανάμεσα στον κεμαλισμό και τον ισλαμισμό (άλλωστε ποτέ δεν ήταν, παρά μόνο προσχηματικά για την εμπέδωση ενός δεξιού συντηρητισμού που οφείλει πολλά και στον κεμαλισμό και στον ισλαμισμό). Εναντίον του Ερντογάν δεν ξεσηκώθηκε η παραδοσιακή γεωγραφικά, κεμαλική Τουρκία, ξεσηκώθηκαν και πόλεις που θεωρούνταν άντρα του ισλαμισμού (για παράδειγμα Ικόνιο). Μια άλλη πολιτική γεωγραφία λοιπόν διαμορφώνεται που δεν έχει σχέση με παραδοσιακού τύπου διαιρέσεις.

Ο Ερντογάν το 2002 ανέβηκε στην εξουσία με την υπόσχεση μιας νέας Τουρκίας, δημοκρατικής και ευρωπαϊκής. Ανέβηκε δηλαδή στην εξουσία, υποσχόμενος να ξαναβρεί και να αποκαταστήσει το, κομμένο και χαμένο μέσα σε τόνους αίματος, φυλακίσεων και πραξικοπημάτων, νήμα του μόνιμου αιτήματος για δημοκρατία σε αυτήν τη χώρα. Στο όνομα αυτού του νήματος τον ψήφισαν ακόμη και αριστεροί, στο όνομα αυτού του νήματος προέβη σε μεταρρυθμίσεις εκδημοκρατισμού. Το συμβόλαιο λοιπόν που συνήψε ο Ερντογάν με την κοινωνία το 2002 δεν ήταν στο όνομα μιας νέας ηγεμονίας απέναντι στην κεμαλική ηγεμονία, ήταν στο όνομα της δημοκρατίας, και γι αυτό εναντίον του φορέα της κεμαλικής ηγεμονίας (του στρατού)! Το 2002 ένα μεγάλο μέρος των Τούρκων ψήφισε για να θάψει οριστικά τον μεγάλο ηγέτη (Μουσταφά Κεμάλ) που στοίχειωνε την κοινωνία  –δεν ψήφισε για να τον αντικαταστήσει με έναν άλλο. Το Ισλάμ αποτελούσε στοιχείο αυτού του νέου δημοκρατικού συμβολαίου, δεν ήταν το συμβόλαιο. Ωστόσο όσο το ΑΚΠ ενίσχυε τη δύναμή του, τόσο επεδίωκε την εγκαθίδρυση μιας νέας, αδιαμφισβήτητης ηγεμονίας, μιας νεοσυντηρητικής (και γι αυτό θρησκευτικής), νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας. Αν ο ισλαμισμός ενίσχυσε κάποτε τον συντηρητισμό του δεξιού, κεμαλικού κράτους, ο ισλαμισμός του Ερντογάν ενίσχυε τον νεοσυντηρητισμό ενός δεξιού, αντικεμαλικού κράτους. Το κράτος μεταβαλλόταν σε έναν ισχυρό μηχανισμό του νέου νόμου και της νέας τάξης, που αναπαρήγαγε την ίδια πάντα, βολική για τη δεξιά, διαίρεση (Ισλάμ-κεμαλισμός).

Ο ίδιος ενσάρκωνε το νέο κράτος, ο ίδιος γινόταν ο απόλυτος φορέας του νέου μηνύματος, του νέου εθνικού μυστικού εναντίον του μυστικού που κάποτε το έθνος είχε εμπιστευτεί στον Μουσταφά Κεμάλ. Το Ισλάμ –όπως το εργαλειοποιούσε ο ηγέτης- μεταβαλλόταν από στοιχείο δημοκρατίας σε ιστορικό φορέα των αμετακίνητων αξιών μιας φαντασιακής, αδιάφθορης και πατριωτικής Ανατολίας. Προκειμένου να εγκαταστήσει τη νέα ηγεμονία ο Ερντογάν έπρεπε να αλλάξει το τοπίο, συμβολικά και πραγματικά. Η Κωνσταντινούπολη ορίσθηκε ως το κέντρο επιβολής της νέας ηγεμονίας, εναντίον της κεμαλικής Άγκυρας. Το οθωμανικό παρελθόν λοιπόν κλήθηκε να νομιμοποιήσει ιστορικά την ηγεμονία του -νεοφιλελεύθερης κοπής- αυταρχισμού στην Τουρκία. Σε μια Κωνσταντινούπολη όπου το οθωμανικό παρελθόν (όπως άλλωστε και το βυζαντινό) ήταν συνεχώς παρόν σαν μια παγωμένη εικόνα, σαν ένα κάδρο στο βάθος, όπου επίσης ο κεμαλισμός πέρασε αλλά δεν κόλλησε, σε αυτή την πόλη –κυρίως στο Ταξίμ- που συνιστά τη ζωντανή υπόμνηση ότι η δημοκρατία συνιστά μια διαρκή εθνική ουτοπία, σε αυτή την Πόλη ο Ερντογάν θέλησε να εγκαθιδρύσει τη νέα ηγεμονία. Και το Ταξίμ έγινε το σύμβολο αντίστασης της άλλης Τουρκίας κατά του νέου ηγεμόνα.

Οι αποκαλούμενες συγκεντρώσεις «Σεβασμού στην Εθνική Βούληση» των οπαδών του επιβεβαιώνουν την υπόθεση ότι στο νέο εθνικό αφήγημα του Ερντογάν η Τουρκία είναι δημοκρατική, επειδή αυτό το εγγυάται η δική του παρουσία. Η λύση του κουρδικού ακριβώς σε αυτό το, αντίπαλο του κεμαλικού, αφήγημα εντασσόταν, σε αυτό το αφήγημα που θα νομιμοποιούσε την προεδρική, ομοσπονδιακή Τουρκία με ηγεμόνα τον ίδιο. Μόνο που η αλλαγή του παλιού αφηγήματος απελευθέρωσε μια νέα για την Τουρκία δημοκρατική δυναμική που ο αυταρχισμός του Ερντογάν δεν ανέχεται, έστω κι αν αυτό αντί για λύση του κουρδικού μπορεί να οδηγήσει σε εμφύλιο, όπως έγραψε ο πάντα καίριος Μουράτ Μπελγκέ.


Δημοσιεύτηκε στο ecoleft.gr

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

[Τουρκία - πάρκο Γκεζί] Στόχος του Ερντογάν να αλλάξει την ταυτότητα του Τούρκου

Συνέντευξη στον Αδάμο Ζαχαριάδη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή.


Ο συνεχιζόμενος κοινωνικός αναβρασμός στην Τουρκία, ο οποίος ξεκίνησε για την υπεράσπιση ενός πάρκου χρειάζεται αποκρυπτογράφηση. Η Σία Αναγνωστοπούλου εξηγεί τι είναι αυτό που έβγαλε τους Τούρκους στους δρόμους, μιλά για την απόπειρα παρέμβασης του Ερντογάν στο πολιτισμικό πρότυπο της Τουρκίας, αλλά και τα αδιέξοδα που δημιούργησε η συμπόρευση του ισλαμισμού με τον νέο-φιλελευθερισμό και προκαλούν ρήγματα στο πολιτικό σχέδιο της τουρκικής κυβέρνησης.

Πρόκειται ίσως για τον πιο κεμαλιστή πολιτικό της Τουρκίας
Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι η σύγκρουση δεν αφορά το δίπολο Ισλαμιστών – Κεμαλιστών. Μπορούμε να πούμε όμως ότι είναι σύγκρουση κουλτούρων;
Θα λέγαμε ότι είναι σύγκρουση δύο αντιλήψεων για το πώς μπορεί να είναι η Τουρκία. Αυτές οι αντιλήψεις είναι πολιτικές και πολιτισμικές. Πολιτικές με την έννοια ότι δεν είναι ο κεμαλισμός ή το κοσμικό κράτος που διεκδικείται αυτή τη στιγμή από τους διαδηλωτές. Διεκδικείται μια αντίληψη περί δημοκρατίας, την οποία ο Ερντογάν είχε προβάλει την πρώτη περίοδό του – και για αυτό τον είχε ακολουθήσει και πολύς κόσμος- και την οποία, όμως, ο ίδιος δεν την ακολούθησε ποτέ στην πραγματικότητα. Δηλαδή, υπήρχε ήδη στην Τουρκία μια κοινωνία πολιτών η οποία διεκδικούσε δημοκρατία και την οποία ο Ερντογάν εκμεταλλεύτηκε. Επιπλέον, με τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που έκανε προκειμένου να περιθωριοποιήσει το ρόλο του στρατού - αυτός άλλωστε ήταν και ο μοναδικός του σκοπός- άνοιξε το δρόμο για τη συγκρότηση δημοκρατικής κοινωνικής συνείδησης μέσα στην Τουρκία. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και πολιτισμικές. Ο Ερντογάν προσπάθησε να βάλει στο πολιτισμικό επίκεντρο της Τουρκίας μια φαντασιακή Ανατολία, δηλαδή ένα πολιτισμικό πρότυπο, με το Ισλάμ στο επίκεντρο. Και μια νέα ηθική την οποία επιχείρησε να εδραιώσει ως παραδοσιακή, ως έναν πολιτισμό που πάντα υπήρχε στους Τούρκους και είναι ο αγνός τουρκικός πολιτισμός. Αυτό το φαντασιακό πρότυπο, όμως, δεν υπήρχε. Το παρατηρούμε αυτό καθώς γίνονται διαδηλώσεις και σε πόλεις της Ανατολικής Τουρκίας, στην επαρχία και όχι μόνο στις μεγάλες αστικές πόλεις. Αυτό δείχνει ότι ο Ερντογάν επιχείρησε να φτιάξει αυτόν τον τούρκο πολίτη, τον ηθικό, τον ισλαμιστή, τον Ανατολίτη αλλά σε αυτό αντιστέκεται μια κοινωνία που θεωρεί ότι το πολιτισμικό της πρότυπο είναι ένα δημοκρατικό, κοσμικό και εξευρωπαϊσμένο πρότυπο το οποίο ο Ερντογάν δεν μπορεί να διακινήσει.

Ήταν δηλαδή λανθασμένη η εντύπωση που επικρατούσε περί μεγάλης κοινωνικής αποδοχής των πολιτικών του Ερντογάν; Τελικά υπήρχε μια υποβόσκουσα αντίδραση η οποία εμφανίζεται σήμερα;
Αυτή την υποβόσκουσα αντίδραση που λέτε την παρατηρούσα σε κάθε επίσκεψή μου στην Τουρκία. Πρόκειται για μια χώρα, που αντίθετα με όσα νομίζουμε, έχει μεγάλη παράδοση δημοκρατικών διεκδικήσεων. Ο Ερντογάν επιχείρησε να αντικαταστήσει ένα πανίσχυρο θεσμό, όπως είναι ο στρατός, με ένα κόμμα. Να βάλει ένα κόμμα υπεράνω της πολιτικής. Το στρατό δεν μπορούσαν να τον νικήσουν εύκολα οι Τούρκοι, ένα κόμμα όμως είναι πιο εύκολο να το αντιμετωπίσεις. Υπήρχε ισχυρή αντιπολίτευση, η οποία βγαίνει μέσα από την κοινωνία και όσο προχωρούσε το σχέδιο μιας ακραίας νέο-φιλελεύθερης ισλαμοποίησης, αυτή η αντιπολίτευση εντεινόταν. Ανάμεσα στους διαδηλωτές υπάρχουν άνθρωποι μικροαστοί, μικροέμποροι, μικρομαγαζάτορες, οι οποίοι αντιδρούν πολύ έντονα στο γεγονός ότι χάνουν κάθε μέσο επιβίωσης. Όλα αυτά τα πολυκαταστήματα που φτιάχνονται παντού, είναι ο αφανισμός των μικρομεσαίων. Παράλληλα, σύμφωνα με έρευνες, ένα μεγάλο μέρος των διαδηλωτών είναι νέοι άνθρωποι, οι οποίοι ασφυκτιούν μέσα σε ένα αυταρχικό και νέο-φιλελεύθερο μοντέλο που προβάλει ο Ερντογάν. Πριν ξεσπάσουν οι διαδηλώσεις, μίλαγα με μια καθηγήτρια από το Πανεπιστήμιο της Άγκυρας η οποία μου έλεγε ότι ο ρυθμός εντατικοποίησης της παιδείας είναι τεράστιος. Μια κατάσταση όπου χάνεται εντελώς η ουσία της παιδείας και της έρευνας. Δηλαδή στην Τουρκία υπάρχει μια γενιά που μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν μπορεί να αναπνεύσει.

Πώς εξηγείται η αλαζονεία που επιδεικνύει ο Ερντογάν στην αντιμετώπιση της εξέγερσης;
Θεωρώ ότι ο Ερντογάν είναι ίσως ο πιο κεμαλιστής πολιτικός της Τουρκίας. Το λέω αυτό με την εξής έννοια: ότι φαντάστηκε τον εαυτό του ως το νέο Μουσταφά Κεμάλ της Τουρκίας. Ως τον πολιτικό, ο οποίος με τον κανόνα του Ισλάμ στα χέρια θα μπορούσε να λειτουργήσει πατερναλιστικά απέναντι σε αυτή τη κοινωνία, δηλαδή και αυταρχικά. Σε καμία περίπτωση στη δικιά του ιδεολογία δεν γίνεται κατανοητή η αντίθεση απέναντί του. Αυτό φαίνεται και σήμερα όπου μετά από τόσες μέρες διαδηλώσεων, δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει πως κάποιοι αντιδρούν. Εδώ φαίνεται όχι μόνο αλαζονεία αλλά κυρίως ένας αυταρχισμός ιδεολογικά αγκιστρωμένος. Και το Ισλάμ τον βοηθά σε αυτό. Κάτι που λέγαμε ορισμένοι από παλιά είναι ότι με το Ισλάμ ενδιάμεσο δεν μπορείς να έχεις στην Τουρκία δημοκρατικό σύστημα.

Πιστεύετε δηλαδή ότι πλέον, κλονίζεται το σχέδιο Ερντογάν;
Εγώ θεωρώ πως ναι. Αν θέλει να μείνει στην εξουσία θα πρέπει να αλλάξει πολιτική. Από τη στιγμή όμως που ξέσπασαν αυτές οι αντιδράσεις, ακόμα και αν σταματήσουν σε κάποιες μέρες, η πολιτική του Ερντογάν έχει υποστεί ένα τεράστιο ρήγμα. Αποκαλύφθηκε η πολιτική του. Η πλατεία Ταξίμ έχει ένα συμβολικό χαρακτήρα για του Τούρκους. Είναι σύμβολο των δημοκρατικών διεκδικήσεων. Όλες οι Πρωτομαγιές με κυριότερη αυτή του 1977, όλες οι κοινωνικές διεκδικήσεις έχουν γίνει εκεί. Όταν, λοιπόν, αυτό το σύμβολο επιχειρεί να το μετατρέψει σε ένα σύμβολο οθωμανισμού αλλά και αυταρχισμού η αντίδραση θα είναι τεράστια. Ο Ερντογάν έτσι, δείχνει ότι θέλει να αλλάξει, εκ βάθρων, το πολιτισμικό πρότυπο της χώρας, την ταυτότητα του Τούρκου.

Ποια επίδραση θα έχουν αυτές οι εξελίξεις στην τουρκοκυπριακή κοινότητα;
Θεωρώ ότι θα υπάρχουν σημαντικές εξελίξεις εκεί. Μπορεί όχι άμεσα, αλλά σίγουρα σύντομα. Οι Τουρκοκύπριοι μέχρι πρόσφατα είχαν απογοητευτεί, καθώς δεν υπήρχε ισχυρή αντίδραση στα νέο-φιλελεύθερα σχέδια που εφαρμόζονται και στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Πλέον, όμως εμφανίζεται, εντός Τουρκίας, ένας νέος συνομιλητής με τον οποίο μπορούν να επικοινωνήσουν και αυτό είναι ικανό να πυροδοτήσει εξελίξεις.

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

[Τουρκία - πάρκο Γκεζί] Μια νέα γενιά που θέλει δημοκρατία

Συνέντευξη στη Μαρία Καλυβιώτου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή.



"Η τουρκική κοινωνία δεν είναι ακίνητη" και ο συντηρητικός και αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός του Ερντογάν βρίσκεται αντιμέτωπος με μια εξέγερση με δημοκρατικό πρόταγμα, υπογραμμίζει η ιστορικός Σία Αναγνωστοπούλου μιλώντας στην "Αυγή". Η καθηγήτρια τουρκικών σπουδών στο Πάντειο αναλύει τα δημογραφικά χαρακτηριστικά της λαϊκής εξέγερσης που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Τουρκία, τα αιτήματα και την ατζέντα Ερντογάν.

* Ποια είναι η φυσιογνωμία της σύγκρουσης στην Τουρκία;
Είναι δύσκολο να πούμε ποια είναι η φυσιογνωμία της σύγκρουσης. Είναι σίγουρα μια σύγκρουση εναντίον του συντηρητισμού και του αυταρχισμού του Ερντογάν, πάνω από όλα. Θα έλεγα ότι είναι λιγότερο Κεμαλιστές και περισσότερο μια νέα γενιά ανθρώπων, η οποία μεγάλωσε, την προηγούμενη δεκαετία, σε ένα πιο δημοκρατικό περιβάλλον από αυτό της δεκαετίας του '90 ή του '80 και η οποία απαιτεί τον έλεγχο της εξουσίας.

* Συνεπώς ποια είναι τα δημογραφικά χαρακτηριστικά του πλήθους που συμμετέχει στις κινητοποιήσεις;
Είναι περισσότερο νέοι άνθρωποι, αλλά όχι μόνο. Είναι πολίτες της μεσαίας τάξης, η οποία δημιουργήθηκε χάρη στον Ερντογάν, που θέλει τον έλεγχο της εξουσίας, και είναι και οι παραδοσιακοί Κεμαλιστές, που θέλουν κοσμικό κράτος.

* Παρατηρείς, συνεπώς, να διαμορφώνονται νέα στρατόπεδα;
Ακόμη είναι δύσκολο να το πει κανείς, επειδή δεν φαίνεται να υπάρχει μια πολιτική δύναμη, ένα κόμμα που να είναι ικανό να εκφράσει το αίτημα για δημοκρατία. Έχουμε, δηλαδή, διάσπαρτες εστίες που συναντιώνται κάτω από την κοινή αντίδραση στον Ερντογάν, αλλά δεν βλέπουμε ένα πολιτικό φορέα μέσα από τον οποίο να μπορεί να εκφραστεί.

* Τα κοινωνικά κινήματα που δραστηριοποιούνται στην Τουρκία συμμετέχουν σε αυτές τις διαδηλώσεις;
Ναι, πάρα πολύ. Δηλαδή, κυρίως η Κίνηση Πολιτών, αλλά και διάφορα "κινήματα" που φτιάχνονται ιντερνετικά. Συγκεκριμένα, η Κίνηση Πολιτών ξεκίνησε το 1999-2000, όταν η Τουρκία πήρε το πράσινο φως για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ζητούσε περισσότερο εκδημοκρατισμό. Πάνω σε αυτήν βασίστηκε κατά ένα μέρος και ο Ερντογάν, εκφράζοντας την αγωνία για εκδημοκρατισμό. Τώρα, τα μέλη της αντιδρούν στον αυταρχισμό του Ερντογάν. Επίσης, στις διαδηλώσεις συμμετέχουν διάφοροι χρήστες μπλογκς στο Διαδίκτυο, νέοι κυρίως άνθρωποι, οι οποίοι δεν βρίσκουν χώρο σε μια Τουρκία η οποία φαίνεται να ευημερεί, χωρίς όμως αυτή η ευημερία να έχει κοινωνικές αναφορές. Δηλαδή, χωρίς να διευκολύνει τους νέους ανθρώπους είτε να βρουν δουλειά στον τομέα τους είτε να έχουν πρόσβαση στην εξουσία - και δεν εννοώ στην κυβέρνηση, αλλά στον έλεγχο του κράτους.

* Στους δρόμους βρίσκονται και οι "λευκοί Τούρκοι".
Οι λευκοί Τούρκοι συμμετέχουν στις αντιδράσεις. Είναι οι Τούρκοι των μεγάλων πόλεων, κυρίως της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι είναι εξευρωπαϊσμένοι, με την έννοια, δηλαδή, ότι βλέπουν το μέλλον της Τουρκίας στην Ευρώπη και αποτελούσαν την αφρόκρεμά της. Θέλουν εκσυγχρονισμό που να μην έχει να κάνει με την Ανατολή ή το Ισλάμ, αλλά δημοκρατικό, πολιτισμικό εκσυγχρονισμό.

* Υπάρχει ατζέντα συντηρητικοποίησης στην κυβέρνηση Ερντογάν;
Ναι, συντηρητικοποίησης και αυταρχισμού. Ο Ερντογάν προχώρησε σε εκδημοκρατισμό, όσο αυτό αφορούσε την πίεση στον στρατό. Δηλαδή, χρησιμοποίησε τον εκδημοκρατισμό προκειμένου να βγάλει τον στρατό από τη μέση. Αυτό ήταν και απαίτηση της τουρκικής κοινωνίας, κυρίως από τα τέλη του '90. Μόλις κατάφερε να περιορίσει τον στρατό, θα έλεγα να τον εξουδετερώσει, αυτό που έκανε ήταν να γίνει ο ίδιος ένας πατερναλιστής δημοκράτης. Δηλαδή, είπε ότι "δημοκρατία είμαι εγώ. Άπαξ και εγώ κυβερνώ, η δημοκρατία είναι δεδομένη". Και προσπάθησε να φτιάξει, αυτό που μας ανησυχούσε όλους όσοι παρακολουθούμε την Τουρκία, τον πολίτη Τούρκο με την οικονομική έννοια. Ότι από τη στιγμή που ευημερεί, ζει και σε μια δημοκρατική χώρα. Όχι του πολίτη με την πολιτική έννοια της παρέμβασης του υποκειμένου της Ιστορίας. Σε αυτό οι Τούρκοι αντέδρασαν. Νομίζω ότι είναι και μια τέτοια αντίδραση.

* Ποια πιστεύετε ότι είναι τα κίνητρα Ερντογάν για την υλοποίηση αυτής της πολιτικής;
Είναι ένας απολύτως νεοσυντηρητικός, αυταρχικός πολιτικός και απολύτως νεοφιλελεύθερος. Δεν υπολόγισε, θεωρώ εξαιτίας της αλαζονείας της εξουσίας, ότι το να περάσει στην Τουρκία μέτρα όπως η απαγόρευση του αλκοόλ ή των δημοσίων φιλιών ή ότι οι γυναίκες, κυρίως, δεν μπορούν να ασκούν κριτική στο πρόσωπο του πρωθυπουργού, έρχεται σε αντίθεση με την κοσμική παράδοση της Τουρκίας, την οποία δεν μπόρεσε να καταλάβει. Δύσκολα οι Τούρκοι, ειδικά σε κοσμικές πόλεις όπως η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη, ή Άγκυρα, θα το δέχονταν. Αλλά σε αυτό συναντιώνται και πολλά άλλα πράγματα. Δηλαδή, ο Ερντογάν άνοιξε τον ασκό του Αιόλου χωρίς να το πάρει είδηση. Προσπαθεί ο ίδιος να γίνει ένας νέος Μουσταφά Κεμάλ, με άλλον τρόπο, με το Ισλάμ στο χέρι.

* Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εντοπίζουν και καταγράφουν διαρκώς δημοφιλείς καλλιτέχνες να συμμετέχουν στη λαϊκή εξέγερση. Τι σημαίνει αυτό;
Σημαίνει ότι είναι ένας κόσμος ο οποίος δεν μπορεί να δεχθεί το νέο πολιτισμικό πρότυπο του Ερντογάν, δηλαδή τον οικονομικά δραστήριο πολίτη με την έννοια του ατόμου, ο οποίος είναι ισλαμιστής. Δηλαδή, βγάζει ένα νέο ήθος, το οποίο είναι ισλαμικό: Του συντηρητικού, του καθώς πρέπει. Αυτό, ειδικά για τους καλλιτέχνες, επειδή η Τουρκία έχει σημαντικούς καλλιτέχνες, δεν μπορεί να περάσει. Το κρίσιμο στην Τουρκία είναι ότι εγώ τουλάχιστον, προς το παρόν, δεν βλέπω έναν πολιτικό φορέα να το εκφράσει αυτό. Τα κεμαλικά κόμματα είναι τελειωμένα. Δεν μπορούν να απαντήσουν σε τέτοιες προκλήσεις και μακάρι να μην απαντήσουν.

* Για ποιον λόγο;
Επειδή είναι ένας άλλου τύπου συντηρητισμός, τον οποίο τον έχουμε γνωρίσει στην Τουρκία, δηλαδή ένας νέος εθνικισμός. Δηλαδή δεν πρέπει η Τουρκία να κάνει στροφή σε έναν κοσμικό εθνικισμό, απέναντι στον ισλαμικό εθνικισμό του Ερντογάν. Με αυτήν την έννοια το λέω.

* Εφόσον δεν υπάρχει πολιτικός φορέας να εκφράσει αυτό το ρεύμα, τι περιμένεις να συμβεί;
Δεν υπάρχει τώρα. Είμαι σίγουρη ότι σε 2-5 χρόνια θα βρεθεί. Μπορεί ακόμη να είναι συνένωση πολλών κινημάτων. Αν θα έκανα μια αντιστοιχία, που δεν είναι δόκιμη, θα έλεγα ότι έχουμε λίγο γεγονότα α λα 2008 στην Ελλάδα, που δεν φαινόταν κάποιος πολιτικός φορέας να μπορεί να εκφράσει αυτό που συνέβη, αλλά τελικά συνέβη στην πορεία. Όλα αυτά, φυσικά, με επιφυλάξεις, επειδή δεν ξέρει ποτέ κανείς τι θα γίνει. Νομίζω όμως ότι αυτό που φαίνεται στην Τουρκία είναι ότι ο Ερντογάν δεν μπορεί να παίξει μόνος του το πολιτικό παιχνίδι. Η κοινωνία αντέδρασε.
Θεωρώ, από την άλλη μεριά, ότι ο Ερντογάν, έτσι όπως είναι το κόμμα του αυτήν τη στιγμή, που δεν μπορεί να κάνει συμμαχία με άλλο κόμμα, αν δεν εκδημοκρατίσει πραγματικά την τουρκική κοινωνία, το πολιτικό σύστημα, θα βρεθεί ο ίδιος μέσα στην παγίδα. Δηλαδή, ήθελε να παίξει τον ρόλο του Μουσταφά Κεμάλ, αλλά ο Μουσταφά Κεμάλ έβγαινε μετά από έναν νικητήριο πόλεμο, το 1922, τον ελληνο-τουρκικό, και μετά από μια Οθωμανική αυτοκρατορία υποταγμένης κοινωνίας. Χειραφετήθηκε σε έναν βαθμό η κοινωνία και αυτό μπόρεσε να το εκμεταλλευτεί ο Μουσταφά Κεμάλ. Μπόρεσε να τον χειραγωγήσει στο όνομα της λύτρωσης από τους Οθωμανούς τυράννους αλλά και από τους "Έλληνες εισβολείς". Ο Ερντογάν δεν έχει την ίδια πραγματικότητα. Πήγε να μιμηθεί τον Μουσταφά Κεμάλ σε μια εντελώς άλλη ιστορική πραγματικότητα.

* Εφόσον ο Ερντογάν ουσιαστικά δεν προωθεί σε επίπεδο πολιτικής κουλτούρας το συμμετέχον πολιτικό υποκείμενο, θα έλεγες ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έρχονται να διαδραματίσουν στην Τουρκία τον ρόλο μιας δημόσιας πολιτικής σφαίρας "από τα κάτω";
Θα μπορούσαμε να το πούμε. Αλλά εγώ επιμένω, ίσως λίγο πιο παραδοσιακά, ότι αν δεν υπάρχει ένας πολιτικός φορέας να το εκφράσει αυτό, κάποια στιγμή θα ξεφουσκώσει και δεν ξέρουμε πού θα οδηγήσει. Δηλαδή, δεν θεωρώ ότι έχουμε μια "Άνοιξη" τουρκική, αλλά βλέπω με πολλή περίσκεψη ότι η τουρκική κοινωνία δεν είναι ακίνητη. Αυτό που θεωρούμε στην Ελλάδα, πάντα, ότι είναι ακίνητη η Τουρκία και δεν αλλάζει, αυτό είναι εντελώς λάθος ανάγνωση της Τουρκίας. Υπάρχει κινητικότητα στην Τουρκία, πολύ μεγάλη.

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

[Τουρκία - τηλεόραση] Ο σουλτάνος που ενοχλεί τον Ερντογάν όσο και τον Σαμαρά

Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής ή ο Μεγαλοπρεπής Αιώνας:
οι ιδεολογικές στοχεύσεις μιας τηλεοπτικής σειράς


Η τουρκικής παραγωγής σειρά που προβάλλεται στην Ελλάδα κάθε βράδυ από τη συχνότητα του τηλεοπτικού καναλιού ΑΝΤ1 με θέμα τον Οθωμανό σουλτάνο Σουλεϊμάν –Μεγαλοπρεπής για τους Δυτικούς, Νομοθέτης (Κανουνί) για τους Οθωμανούς– προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις στην Τουρκία και την Ελλάδα, όχι μόνο για τη θεαματικότητά της αλλά και για το σενάριό της. Το γεγονός ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός της Τουρκίας, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ασχολήθηκε προσωπικά με τη σειρά, απειλώντας μάλιστα με τη διακοπή της αν η παραγωγή δεν συμμορφωνόταν προς τας υποδείξεις, δείχνει ότι μια σειρά με θέμα τη ζωή του μεγαλοπρεπούς σουλτάνου δεν είναι ποτέ ακίνδυνη. Ο Σουλεϊμάν, έστω και ως ήρωας σίριαλ, καλείται αιώνες μετά τον θάνατό του να επαληθεύσει την οθωμανική ιστορία έτσι όπως τη φαντασιώνεται σήμερα ο Τούρκος πρωθυπουργός. Στο ίδιο πλαίσιο, αν και με εκ διαμέτρου αντίθετες στοχεύσεις, κινούνται και οι αντιδράσεις στην Ελλάδα από τους μόνιμους αυτόκλητους θεματοφύλακες της «ελληνικής φυλής». Ο Σουλεϊμάν του σίριαλ πρέπει να επιβεβαιώνει την αιώνια εθνική παράδοση της απειλής από τους Τούρκους. Ο σουλτάνος οφείλει να απειλεί από τα βάθη των αιώνων τον Ελληνισμό, τόσο ως τύραννος του τότε όσο και ως το μακρύ, έστω και βρικολακιασμένο, χέρι του «νεο-οθωμανισμού» σήμερα.

Ωστόσο εκατομμύρια τηλεθεατές παρακολουθούν φανατικά τη σειρά. Αυτό το διαφορετικό εθνικά κοινό μάλλον κάτι άλλο βλέπει σε αυτόν τον μεγάλο σουλτάνο, κάτι που προφανώς ξεφεύγει από τον Ερντογάν ή τους δικούς μας σωτήρες. Κάτι όμως που σίγουρα ούτε ο ίδιος ο Σουλεϊμάν είχε διανοηθεί τότε ότι θα έβλεπαν σε αυτόν αιώνες μετά οι κάποτε υπήκοοι της κραταιάς αυτοκρατορίας του. Αν αναλογιστούμε ότι ποτέ και κανένας σουλτάνος μέχρι τον 19ο αιώνα δεν ήταν ορατός (εκτός εξαιρέσεων) στον δημόσιο χώρο, ο Σουλεϊμάν σίγουρα θα είχε αποκεφαλίσει τον απερίσκεπτο που θα τολμούσε να βάλει κάμερα στην κλειδαρότρυπα του παλατιού του. Ο πρώτος λόγος λοιπόν για την επιτυχία της σειράς είναι ο ίδιος που εξασφαλίζει την επιτυχία στα ιστορικά μυθιστορήματα ή τις ταινίες εποχής. Η δραματοποίηση του παρελθόντος, αυτού του σκοτεινού, μυστηριώδους χώρου των εθνικών ή άλλων «φαντασμάτων» μας, μαγεύει το ευρύ κοινό. Όσο βαρετή είναι η επιστήμη της Ιστορίας, με την εξορθολογιστική και απομυθοποιητική προσέγγιση των πραγματικοτήτων του παρελθόντος, τόσο εξάπτουν τη φαντασία οι μυθιστορηματικές αφηγήσεις για το παρελθόν, αυτές οι αφηγήσεις των περιπετειών των ηρώων, που φτιάχνουν έναν κόσμο του καλού και του κακού, έναν κόσμο πολύχρωμο, ανθρώπινο και μυθικό ταυτοχρόνως, με τις Χιουρρέμ του, τους Ιμπραήμ του, και πάνω απ’ όλα με τους σουλτάνους και τους βασιλιάδες του.

Μετά από αιώνες σιωπή λοιπόν το σκοτεινό παλάτι του Τόπκαπι άνοιξε τις πύλες του διάπλατα και αποκαλύπτει, όχι τόσο την πραγματικότητά του όσο τα επτασφράγιστα μυστικά του. Τα μυστικά ενός κόσμου με τον οποίο η Ιστορία έκλεισε τους λογαριασμούς της, όχι όμως και η φαντασία των δημιουργών και του κοινού ή οι ιδεοληπτικές φαντασιώσεις κάποιων πολιτικών ή σωτήρων. Η σειρά αποκαλύπτει κυρίως τα μυστικά του πλέον εμβληματικού σουλτάνου: του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (1494-1566), του φόβου και του τρόμου Ανατολής και Δύσης, μουσουλμάνων και χριστιανών. Οι άλλοτε φοβισμένοι υπήκοοι του πανίσχυρου αλλά αόρατου σουλτάνου κατά κάποιον παίρνουν τρόπο αναδρομικά την εκδίκησή τους: τον βλέπουν, σχολιάζουν και κριτικάρουν τη ζωή και τα έργα του. Μέχρι σήμερα ελάχιστη καλλιτεχνική παραγωγή είχε αφιερωθεί στους Οθωμανούς σουλτάνους, κι αυτό παρά το γεγονός ότι προσφέρονται για εκλαϊκευτικές ή μυθιστορηματικές αναγνώσεις. Στην Τουρκία, ο μέχρι πρόσφατα κυρίαρχος κεμαλισμός απαξίωνε το σουλτανικό οθωμανικό παρελθόν, και οι δημιουργοί απέφευγαν τις περιπέτειες με τους Οθωμανούς προγόνους. Στις άλλες χώρες της περιοχής, η καλλιτεχνική παραγωγή περιορίστηκε αυστηρά στην ενίσχυση του κυρίαρχου εθνικού αφηγήματος, μέσα από το οποίο προβάλλονταν οι εθνικοί ήρωες που πολέμησαν εναντίον της μισητής οθωμανικής τυραννίας. Πάντως και σε αυτές τις περιπτώσεις, όπου παρήλαυναν αιμοσταγείς πασάδες, άγριοι Οθωμανοί πολεμιστές, ο σουλτάνος ήταν σχεδόν πάντα αόρατος. Και ξαφνικά έρχεται ο Σουλεϊμάν για να σπάσει τη σιωπή αιώνων. Ναι, ένας σουλτάνος ήταν κι αυτός άνθρωπος τελικά!

Ιστορικό δράμα με στοιχεία σαπουνόπερας

Δύο λόγια για τη σειρά σε σκηνοθεσία των αδελφών Ντουρούλ και Γιαμούρ Ταϊλάν και σενάριο των Μεράλ Οκάι και Γιλμάζ Σακίν. Αυτό το ιστορικό δράμα με στοιχεία σαπουνόπερας είναι ένα καλογυρισμένο σίριαλ, με καλό καστ ηθοποιών και κορυφαίο τον πρωταγωνιστή, τον ηθοποιό που ξεκίνησε από την όπερα και το μουσικό θέατρο Χαλίτ Εργκέντζ (Σουλεϊμάν). Ο Εργκέντζ υποδύεται με εξαιρετικό τρόπο τον μεγαλοπρεπή «κυρίαρχο των τριών ηπείρων», με μοναδικά σχεδόν εκφραστικά μέσα τα μάτια, την υποβλητική φωνή, τις σιωπές, τις εκφράσεις του προσώπου και τις εναλλαγές στις στάσεις του σώματός του. Από τους υπόλοιπους ηθοποιούς –οι περισσότεροι αντάξιοι των ηρώων που καλούνται να υποδυθούν– ξεχωρίζει βέβαια ο Σελίμ Μπαϋρακτάρ, ο ευνούχος Σουμπούλ Αγά της σειράς. Ο Μπαϋρακτάρ υποδύεται μοναδικά τον ρόλο του αθόρυβου, πανταχού παρόντα, ισορροπιστή, φοβισμένου, αλλά και φόβητρου για τις παλλακίδες, ευνούχου του χαρεμιού.

 Τα κοστούμια αποτελούν το άλλο δυνατό σημείο αυτής της σειράς, αφού εξυπηρετούν τον σκοπό τους: τη γήτευση του κοινού μέσα από το ξαναζωντάνεμα ενός κόσμου πάνω απ’ όλα πλούτου, δύναμης και ισχύος. Το σενάριο επίσης αποτελεί ένα από τα ατού της σειράς. Ο έρωτας του πανίσχυρου ήρωα για την πανέμορφη κοκκινομάλλα Ρωσίδα Ρωξελάνη-Χιουρρέμ (η ηθοποιός Μεϋρέμ Ουζερλί), γύρω από τον οποίο υφαίνεται ένα στόρι με ίντριγκες, αίμα και συνεχείς ανατροπές, τον καθιστά ευάλωτο και ανθρώπινο, τη δε σειρά καθηλωτική. Η λελογισμένη χρήση της λυρικής οθωμανικής ποίησης ντιβάνι (ποίηση του παλατιού), σε συνδυασμό με τη χρήση αποσπασμάτων από τα γράμματα του Σουλεϊμάν στη Χιουρρέμ, προσδίδουν στον σεναριακό έρωτα του σουλτάνου μια δύναμη ασυνήθιστη για σειρά του είδους της. Από την άλλη μεριά, οι δεσμοί φιλίας (που δύσκολα κρύβουν έναν υπονοούμενο έρωτα) ανάμεσα στον σουλτάνο και τον «δούλο» του –τον μεγάλο βεζίρη Ιμπραήμ– ενισχύουν τη μυθιστορηματική απόδοση ενός κόσμου, στον οποίο ο απολυταρχισμός και ο έρωτας-φιλία εγγράφονταν στη θεοκρατική αντίληψη για την εξουσία και τον κόσμο: και τα δύο θέωναν τον σουλτάνο και αποθέωναν τον έρωτά του πάνω απ’ όλα στον Θεό.

Μεταξύ μυθοπλασίας και ιστορικής πραγματικότητας

Η σειρά, όπως είναι φυσικό, κινείται στα όρια: ανάμεσα στη μυθοπλασία και την ιστορική πραγματικότητα, ανάμεσα στη μυθοπλαστική και τη δραματοποιημένη απόδοση της εποχής του Σουλεϊμάν και των προβολών που οι σύγχρονοι Τούρκοι κάνουν στο οθωμανικό παρελθόν τους. Η σειρά λοιπόν έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης, από τα οποία το σημαντικότερο αφορά την επανεφεύρεση ενός οθωμανικού παρελθόντος, ικανού να τροφοδοτήσει τις σημερινές αναζητήσεις των Τούρκων για μια νέα ταυτότητα. Από την άλλη μεριά βέβαια, και οι μη Τούρκοι αναγνωρίζουμε σε αυτό τον οθωμανικό κόσμο κάποια στοιχεία μιας οικείας παράδοσης, διαμεσολαβημένης ιστορικά μεν από την επίσημη εθνική αφήγηση αρνητικά, πολιτισμικά δε από γλωσσικές εκφράσεις και συνήθειες των Μικρασιατών προγόνων που λειτουργούν εξοικειωτικά.

Κατ’ αρχάς η σειρά –ο Μεγαλοπρεπής Αιώνας (Μουχτεσέμ Γιουζγίλ) στα τουρκικά– βασίζεται σε πολλές ιστορικές αλήθειες, οι οποίες βεβαίως δεν ανασυνθέτουν την ιστορική πραγματικότητα. Εξυπηρετούν το στόρι του σεναρίου και αποδίδουν υπαινικτικά τις ιστορικές παραμέτρους του πιο σημαντικού ίσως οθωμανικού αιώνα στο πλαίσιο του οποίου διαμορφώθηκαν οι όροι για την ανάδειξη ενός από τους πιο εμβληματικούς Οθωμανούς σουλτάνους. Ο Σουλεϊμάν λοιπόν, ο οποίος ανέβηκε στον θρόνο το 1520 και κυβέρνησε επί 46 χρόνια, ήταν αυτός που επί εποχής του εδραιώθηκε ο αυτοκρατορικός χαρακτήρας του κράτους, γεωγραφικά, θεσμικά και συμβολικά. Η επέκταση του οθωμανικού κράτους μέχρι την καρδιά της Ευρώπης (πολιορκία της Βιέννης), η κυριαρχία στη Μεσόγειο (εκτός από την Κύπρο και την Κρήτη) που υποχρέωσε την πανίσχυρη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας σε συνεχείς ήττες, η εδραίωση της οθωμανικής εξουσίας στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, καθιστούν τον Σουλεϊμάν παραδειγματικό ήρωα, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται τα χαρακτηριστικά της αυτοκρατορικής εξουσίας: δύναμη, δικαιοσύνη, εκ Θεού εμπνεόμενος αυταρχισμός και πατερναλισμός – προστάτης των υποταγμένων και φόβος των αντιπάλων.

Στην κεμαλική εποχή της Τουρκίας (1923-2002), το επίσημο τουρκικό κράτος είδε στο οθωμανικό παρελθόν και στους μεγάλους κατακτητές σουλτάνους τη συνέχεια του ηρωικού τουρκικού στρατού, αυτόν τον θεμελιωτή ισχυρών κρατών (του οθωμανικού συμπεριλαμβανομένου) που προϋπήρχε των Οθωμανών σουλτάνων και τους οποίους ανέτρεψε προκειμένου να «χαρίσει» στο τουρκικό έθνος την Ανεξαρτησία του. Σήμερα, όπως φαίνεται και από το σίριαλ, το οθωμανικό παρελθόν είναι ανοικτό σε νέες αναζητήσεις, τις οποίες το κόμμα του Ερντογάν δεν έχει κατορθώσει ακόμη να οικειοποιηθεί ώστε να επιβάλει μονοπωλιακά μία οθωμανική παράδοση. Είναι προφανές ωστόσο ότι αυτό το παρελθόν φέρει πια τη σφραγίδα των σουλτάνων-ανθρώπων.

Στην τηλεοπτική σειρά ανιχνεύονται εύκολα αυτές οι πολλαπλές αναζητήσεις. Από τη μια μεριά οι κεντρικές γραμμές της Ιστορίας αποδίδονται, κυρίως σε ό,τι αφορά την αυτοκρατορική εξουσία, αρκετά πειστικά. Το σίριαλ επικεντρώνεται στο παλάτι, απ’ όπου ο αόρατος για τους υπηκόους σουλτάνος κυβερνούσε την αχανή αυτοκρατορία του. Η πραγματικότητα του παλατιού, έτσι όπως αυτή ξεδιπλώνεται, αναδεικνύει με αληθοφανή τρόπο τους κανόνες και την άκαμπτη ιεραρχία, ο σεβασμός των οποίων αποτελεί προϋπόθεση για την επιβίωση σε αυτό, για την απόκτηση πολιτικής ισχύος και οικονομικής δύναμης. Ωστόσο όλα εξαρτώνται τελικά από την ιεραρχική εγγύτητα με το «πρόσωπο», με τον σουλτάνο. Οι αξιωματούχοι του κράτους, οι γυναίκες του σουλτάνου, όλοι όσοι δεν ανήκαν στη δυναστεία ήταν υπηρέτες/-τριες (κουλ: δούλοι) του σουλτάνου, στον οποίο ανήκε η ζωή, η τιμή και η περιουσία τους. «Όπου πατάω εγώ είναι νόμος», λέει ο Σουλεϊμάν στη σειρά, και γύρω από αυτή τη φράση ξετυλίγεται το κουβάρι των κομβικών στοιχείων του αυτοκρατορικού ρόλου.

Ωστόσο, από την άλλη μεριά, υπάρχουν στη σειρά πολλά ενδιάμεσα επίπεδα ανάγνωσης της αυτοκρατορικής εξουσίας, στα οποία ο αξιακός κώδικας του παρελθόντος δεν μένει ανεπηρέαστος από τα στερεότυπα που επιβίωσαν ή ανατροφοδοτούνται στο παρόν. Ο Σουλεϊμάν, ο μοναδικός με συνέχεια και συνέπεια θετικός ήρωας της σειράς, έχει φτιαχτεί με κάπως πιο έντονα, αναγεννησιακού τύπου χαρακτηριστικά. Οι υπόλοιποι ήρωες, θετικοί ή αρνητικοί, πλάθονται άλλοτε με αληθοφανή στοιχεία της οθωμανικής πραγματικότητας, άλλοτε στη βάση μεταγενέστερων κατασκευών και κυρίαρχων στερεοτύπων: για παράδειγμα, οι Ρωσίδες και κυρίως οι Καυκάσιες γυναίκες –οι ξένες γενικώς– είναι πανέμορφες, ανυπάκουες, με γυναικεία εξυπνάδα αντάξια της ανδρικής. Αυτό πάντως το ετερόκλητο σύμπαν του παλατιού, τις γυναίκες του χαρεμιού που ανταγωνίζονται μεταξύ τους μέχρι θανάτου για μια θέση στο κρεβάτι και στην εξουσία του σουλτάνου, αλλά και τους άνδρες, που σκοτώνονται για τα προνόμια της σουλτανικής εξουσίας, ο σουλτάνος ή το εξημερώνει ή το τιμωρεί παραδειγματικά.
 
Ο Ρωμιός βεζίρης θύμα των στερεοτύπων

Και μέσα σε όλους αυτούς τους χαρακτήρες ξεχωρίζει ένας: ο μεγάλος βεζίρης Ιμπραήμ Πάργκαλι, ο εξισλαμισμένος από παιδομάζωμα Ρωμιός την καταγωγή, ο απίστευτα ικανός αλλά και αθεράπευτα, μέχρι προδοσίας άπληστος, υψηλός Οθωμανός αξιωματούχος. Παρά το γεγονός ότι η σειρά ακουμπάει αρκετά στην οθωμανική πραγματικότητα, στην οποία τα υψηλά αξιώματα μύριζαν αίμα, διαφθορά, πλεκτάνες και ίντριγκα, αυτή όμως σε ό,τι αφορά τον Ιμπραήμ υπονομεύεται από το στερεότυπο του προδότη, του εκ φύσεως και καταγωγής άπιστου. Ο χαρακτήρας του Ιμπραήμ, τον οποίο ο σουλτάνος τίμησε με προσωπική φιλία και τα σημαντικότερα προνόμια, χτίζεται κατ’ αρχάς με τα υλικά των στερεοτύπων που άρχισαν να διαμορφώνονται από τον 19ο αιώνα και μετά, προκειμένου να ερμηνευτούν οι εθνικές Επαναστάσεις, κυρίως η ελληνική: οι αποστάτες άπιστοι, οι αχάριστοι απέναντι στους προστάτες τους, τον σουλτάνο.

Ακόμη και οι αντιφάσεις του ήρωα (πανίσχυρος αλλά δούλος) εξυπηρετούν περισσότερο μεταγενέστερες πραγματικότητες ή κατασκευές. Ο μεγάλος βεζίρης του 16ου αιώνα, από παιδομάζωμα, παρουσιάζεται σαν τραγικός ήρωας, με χαρακτηριστικά μάλλον μεταγενέστερων αιώνων: ανέστιος, άπατρις, με συνείδηση της ετερότητάς του και της εθνότητας στην οποία ανήκει (Ρωμιός), εξαιτίας της οποίας και γίνεται προδότης. Βέβαια στη σειρά εμμέσως ασκείται κριτική στην προσωποποίηση της δικαιοσύνης από τον σουλτάνο. Όμως και αυτή υπακούει στην εκ των υστέρων νεωτερική αντίληψη περί της σουλτανικής εξουσίας. Στην εποχή του Σουλεϊμάν, οι υποταγμένοι λαοί, μουσουλμάνοι και μη μουσουλμάνοι, πίστευαν (με την έννοια της υποταγής στον Θεό) στη δικαιοσύνη του σουλτάνου, ενσάρκωση της θείας δικαιοσύνης επί της γης. Η εξουσία του δεν ήταν διαπραγματεύσιμη, ήταν ιερή. Διαπραγματεύσιμη ήταν αυτή των Οθωμανών αξιωματούχων. Μόνο με τις εθνικές Επαναστάσεις αποϊεροποιήθηκε ο σουλτάνος και η εξουσία του ορίστηκε ως τυραννική, με πολιτικούς, κοσμικούς όρους.
Ένα σίριαλ όμως είναι προϊόν μυθοπλασίας και θα ήταν άστοχο να ζητάμε από αυτό να παίξει τον ρόλο του ιστορικού καταγραφέα.

Πολιτική μέσω σίριαλ

Η παραγωγή σειρών με θέμα τους σουλτάνους δεν είναι άσχετη με τη στροφή που έχει κάνει ένα μέρος της διεθνούς ιστοριογραφίας προς την επανεφεύρεση των αυτοκρατοριών ως ιστορικών παραδειγμάτων καλής, αποτελεσματικής και δίκαιης διακυβέρνησης πολυεθνοθρησκευτικών πληθυσμών. Την εποχή της παγκοσμιοποίησης, η αναζήτηση στα αυτοκρατορικά παρελθόντα ενός ιστορικού προηγούμενου οικουμενικών ενοτήτων κάτω από μια σοφή και δίκαιη εξουσία άρχισε να γίνεται εμφανής. Από την άλλη μεριά, και στο πλαίσιο της ολοένα αυξανόμενης κυριαρχίας του νεοφιλελεύθερου πατερναλισμού, οι αυτοκρατορίες προσφέρονται για την ιστορική νομιμοποίηση της στροφής προς ένα περισσότερο πολιτισμικό παρά πολιτικό περιεχόμενο της έννοιας του πολίτη, προς μια πολιτισμική ταυτότητα κοινοτήτων –και όχι πολιτική ταυτότητα εθνών-κρατών– που εξασφάλισε κάποτε στους ανθρώπους ειρήνη και στα κράτη, δύναμη. Ο Σουλεϊμάν της τουρκικής σειράς θα μπορούσε να συμβάλει προς αυτή την κατεύθυνση, και θεωρητικά να εκλαϊκεύσει την οθωμανική παράδοση στην οποία ανατρέχει και ο Ερντογάν, προκειμένου να δώσει ιστορικό βάθος στον νεοφιλελεύθερο, αυτοκρατορικό πατερναλισμό του απέναντι στον κεμαλικό, εθνικό, πατερναλισμό του στρατού, καθώς και ιστορική προοπτική στην Τουρκία που ονειρεύεται.

Ωστόσο η σειρά τον ενόχλησε τον Ερντογάν. Κάτι τον ενόχλησε στο σενάριο, το ίδιο μάλλον που τον ενοχλεί και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το πολιτισμικό πρότυπο που επιδιώκει ο Ερντογάν να διακινήσει με την πολιτική του και μέσα από αυτό να καταστήσει την Τουρκία (και τον εαυτό του) κέντρο, φορέα και εγγυητή της συνέχειας μιας κοινής για τον μουσουλμανικό κόσμο παράδοσης που χάνεται στο οθωμανικό παρελθόν των σουλτάνων-χαλίφηδων, δεν υποστηρίζεται από το σίριαλ, ούτε όμως και από την Ιστορία. Το σίριαλ επιμένει στον κοσμικό, απολυταρχικό ρόλο του σουλτάνου, ελάχιστα δε ασχολείται με τον θρησκευτικό του. Το σίριαλ λοιπόν αποδίδει έξοχα αυτή την κοσμική, γραφειοκρατική, σκληρά ιεραρχική οθωμανική πραγματικότητα της δυναστείας και των «δούλων». Οι αρχές της οικογένειας, της μουσουλμανικής αρετής, του απερίσπαστου από τα εγκόσμια δίκαιου, κυρίαρχου-πολεμιστή, τις οποίες επιδιώκει να προωθήσει η νεοσυντηρητική ιδεολογία του Ερντογάν ως αξίες μιας κοινής, στη φαντασιακή μουσουλμανική κοινότητα, οθωμανο(τουρκικής)-μουσουλμανικής, παράδοσης, δεν υπήρχαν την εποχή των σουλτάνων – και το σίριαλ το δείχνει. Η πολιτική Ερντογάν για ένα νέο πολιτισμικό πρότυπο μιας ταυτότητας, βασισμένης στην παράδοση των χρηστών ηθών της μουσουλμανικής οικογένειας με τις γυναίκες κουκουλωμένες, προσκρούει όχι μόνο στην ιστορική πραγματικότητα αλλά και στις σημερινές πραγματικότητες της ίδιας της τουρκικής κοινωνίας, τουλάχιστον ακόμη. Η φαντασιακή, χρηστή μουσουλμανική οικουμένη με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη την οποία ο Ερντογάν αναζητεί στο οθωμανικό παρελθόν δεν υπήρξε ιστορικά – και δεν φταίει η σειρά γι’ αυτό. Οι αναζητήσεις στα αυτοκρατορικά παρελθόντα ιστορικών προτύπων δίκαιης και καλής διακυβέρνησης, αρμονικών ταυτοτήτων κ.λπ. είναι άκρως επισφαλείς, γιατί αποκαλύπτουν εντέλει τις ιδεολογικές και πολιτικές στοχεύσεις αυτών που τις επικαλούνται σήμερα ως παράδεισο: οι αυτοκρατορίες ήταν ισχυρές κατ’ αρχήν και κατ’ αρχάς όσο μπορούσαν να εξασφαλίσουν την υποταγή των πληθυσμών τους στον μονάρχη. Μετά πέθαναν! Και ο Σουλεϊμάν της σειράς δεν κρύβει την υποταγή.

Από την άλλη μεριά, οι Έλληνες εθνοσωτήρες βλέπουν στον Σουλεϊμάν και τα άλλα τουρκικά σίριαλ το μακρύ χέρι της νεοθωμανικής επεκτατικής πολιτικής της Τουρκίας. Έτσι κι αλλιώς, γι’ αυτούς ό,τι είναι τουρκικό είναι εθνικά επικίνδυνο. Σήμερα είναι ο νεοθωμανικός επεκτατισμός, χθες ο κεμαλικός και πάντα ο προαιώνιος εθνικός εχθρός. Πάνω απ’ όλα όμως είναι ένας επίμονος ελληνικός εθνικισμός, για τον οποίο οι πολύπλοκες διαστάσεις της πραγματικότητας που ζούμε σήμερα συρρικνώνονται πάντα σε ένα και μοναδικό σχήμα: αυτό της απειλής και του φόβου, εργαλεία που, πολύ πιο αποτελεσματικά από οποιονδήποτε Σουλεϊμάν ή Ερντογάν, αποδομούν την έννοια του ενεργού πολιτικά πολίτη και την αντικαθιστούν με έναν φοβισμένο, υποταγμένο άνθρωπο που φοβάται τους Τούρκους, τους μετανάστες, τον περίγυρό του, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του. Έναν φοβισμένο άνθρωπο που έχει ανάγκη από προστάτες και προστασία.
Όσο για τον Σουλεϊμάν, αυτός σφράγισε τη δική του εποχή. Με τη δική μας εποχή δεν έχει καμία άλλη δουλειά παρά μόνο αυτή του ήρωα μιας πολύ καλής σειράς.