Οι ευρωεκλογές, αλλά και οι αυτοδιοικητικές εκλογές είναι ιστορικής σημασίας για τον ΣΥΡΙΖΑ, για την ελληνική κοινωνία, για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες επίσης. Σε αυτές τις εκλογές δεν κρίνεται μόνο η δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ κρίνεται η δύναμη της φωνής της ελληνικής κοινωνίας στην Ελλάδα και την Ευρώπη, κρίνεται η δύναμη αντίστασης των ευρωπαϊκών λαών. Συντρόφισσες και σύντροφοι η Ελλάδα σήμερα, αλλά και οι περισσότερες ευρωπαϊκές κοινωνίες δέχονται μια ανελέητη επίθεση. Μια επίθεση που έχει ενορχηστρωθεί από τις πιο συντηρητικές δυνάμεις της Ευρώπης, μέσα στις οποίες είναι και η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου. Η ελληνική κοινωνία έχει στην κυριολεξία γονατίσει.
Καθηγήτρια Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο | υποψήφια βουλευτής Αχαΐας με τον ΣΥΡΙΖΑ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 29 Απριλίου 2014
Τετάρτη 1 Μαΐου 2013
[Τουρκία - τηλεόραση] Ο σουλτάνος που ενοχλεί τον Ερντογάν όσο και τον Σαμαρά
Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής ή ο Μεγαλοπρεπής Αιώνας:
οι ιδεολογικές στοχεύσεις μιας τηλεοπτικής σειράς
οι ιδεολογικές στοχεύσεις μιας τηλεοπτικής σειράς
Η τουρκικής παραγωγής σειρά που προβάλλεται στην Ελλάδα κάθε
βράδυ από τη συχνότητα του τηλεοπτικού καναλιού ΑΝΤ1 με θέμα τον Οθωμανό
σουλτάνο Σουλεϊμάν –Μεγαλοπρεπής για τους Δυτικούς, Νομοθέτης (Κανουνί)
για τους Οθωμανούς– προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις στην Τουρκία και την
Ελλάδα, όχι μόνο για τη θεαματικότητά της αλλά και για το σενάριό της.
Το γεγονός ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός της Τουρκίας, ο Ρετζέπ Ταγίπ
Ερντογάν, ασχολήθηκε προσωπικά με τη σειρά, απειλώντας μάλιστα με τη
διακοπή της αν η παραγωγή δεν συμμορφωνόταν προς τας υποδείξεις, δείχνει ότι μια σειρά με θέμα τη ζωή του μεγαλοπρεπούς σουλτάνου δεν είναι ποτέ ακίνδυνη. Ο Σουλεϊμάν, έστω και ως ήρωας σίριαλ, καλείται αιώνες μετά τον θάνατό του να επαληθεύσει την οθωμανική ιστορία έτσι όπως τη φαντασιώνεται
σήμερα ο Τούρκος πρωθυπουργός. Στο ίδιο πλαίσιο, αν και με εκ διαμέτρου
αντίθετες στοχεύσεις, κινούνται και οι αντιδράσεις στην Ελλάδα από τους
μόνιμους αυτόκλητους θεματοφύλακες της «ελληνικής φυλής». Ο Σουλεϊμάν
του σίριαλ πρέπει να επιβεβαιώνει την αιώνια εθνική παράδοση της απειλής
από τους Τούρκους. Ο σουλτάνος οφείλει να απειλεί από τα βάθη των
αιώνων τον Ελληνισμό, τόσο ως τύραννος του τότε όσο και ως το μακρύ,
έστω και βρικολακιασμένο, χέρι του «νεο-οθωμανισμού» σήμερα.
Ωστόσο εκατομμύρια τηλεθεατές παρακολουθούν φανατικά τη σειρά.
Αυτό το διαφορετικό εθνικά κοινό μάλλον κάτι άλλο βλέπει σε αυτόν τον
μεγάλο σουλτάνο, κάτι που προφανώς ξεφεύγει από τον Ερντογάν ή τους
δικούς μας σωτήρες. Κάτι όμως που σίγουρα ούτε ο ίδιος ο
Σουλεϊμάν είχε διανοηθεί τότε ότι θα έβλεπαν σε αυτόν αιώνες μετά οι
κάποτε υπήκοοι της κραταιάς αυτοκρατορίας του. Αν αναλογιστούμε ότι ποτέ
και κανένας σουλτάνος μέχρι τον 19ο αιώνα δεν ήταν ορατός (εκτός
εξαιρέσεων) στον δημόσιο χώρο, ο Σουλεϊμάν σίγουρα θα είχε αποκεφαλίσει
τον απερίσκεπτο που θα τολμούσε να βάλει κάμερα στην κλειδαρότρυπα του
παλατιού του. Ο πρώτος λόγος λοιπόν για την επιτυχία της σειράς είναι ο
ίδιος που εξασφαλίζει την επιτυχία στα ιστορικά μυθιστορήματα ή τις
ταινίες εποχής. Η δραματοποίηση του παρελθόντος, αυτού του σκοτεινού,
μυστηριώδους χώρου των εθνικών ή άλλων «φαντασμάτων» μας, μαγεύει το
ευρύ κοινό. Όσο βαρετή είναι η επιστήμη της Ιστορίας, με την
εξορθολογιστική και απομυθοποιητική προσέγγιση των πραγματικοτήτων του
παρελθόντος, τόσο εξάπτουν τη φαντασία οι μυθιστορηματικές αφηγήσεις για
το παρελθόν, αυτές οι αφηγήσεις των περιπετειών των ηρώων, που
φτιάχνουν έναν κόσμο του καλού και του κακού, έναν κόσμο πολύχρωμο,
ανθρώπινο και μυθικό ταυτοχρόνως, με τις Χιουρρέμ του, τους Ιμπραήμ του,
και πάνω απ’ όλα με τους σουλτάνους και τους βασιλιάδες του.
Μετά από αιώνες σιωπή λοιπόν το σκοτεινό παλάτι του Τόπκαπι
άνοιξε τις πύλες του διάπλατα και αποκαλύπτει, όχι τόσο την
πραγματικότητά του όσο τα επτασφράγιστα μυστικά του. Τα μυστικά ενός
κόσμου με τον οποίο η Ιστορία έκλεισε τους λογαριασμούς της, όχι όμως
και η φαντασία των δημιουργών και του κοινού ή οι ιδεοληπτικές φαντασιώσεις κάποιων πολιτικών ή σωτήρων.
Η σειρά αποκαλύπτει κυρίως τα μυστικά του πλέον εμβληματικού σουλτάνου:
του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (1494-1566), του φόβου και του τρόμου
Ανατολής και Δύσης, μουσουλμάνων και χριστιανών. Οι άλλοτε φοβισμένοι
υπήκοοι του πανίσχυρου αλλά αόρατου σουλτάνου κατά κάποιον παίρνουν
τρόπο αναδρομικά την εκδίκησή τους: τον βλέπουν, σχολιάζουν και
κριτικάρουν τη ζωή και τα έργα του. Μέχρι σήμερα ελάχιστη καλλιτεχνική
παραγωγή είχε αφιερωθεί στους Οθωμανούς σουλτάνους, κι αυτό παρά το
γεγονός ότι προσφέρονται για εκλαϊκευτικές ή μυθιστορηματικές
αναγνώσεις. Στην Τουρκία, ο μέχρι πρόσφατα κυρίαρχος κεμαλισμός απαξίωνε
το σουλτανικό οθωμανικό παρελθόν, και οι δημιουργοί απέφευγαν τις
περιπέτειες με τους Οθωμανούς προγόνους. Στις άλλες χώρες της περιοχής, η
καλλιτεχνική παραγωγή περιορίστηκε αυστηρά στην ενίσχυση του κυρίαρχου
εθνικού αφηγήματος, μέσα από το οποίο προβάλλονταν οι εθνικοί ήρωες που
πολέμησαν εναντίον της μισητής οθωμανικής τυραννίας. Πάντως και σε αυτές
τις περιπτώσεις, όπου παρήλαυναν αιμοσταγείς πασάδες, άγριοι Οθωμανοί
πολεμιστές, ο σουλτάνος ήταν σχεδόν πάντα αόρατος. Και ξαφνικά έρχεται ο
Σουλεϊμάν για να σπάσει τη σιωπή αιώνων. Ναι, ένας σουλτάνος ήταν κι
αυτός άνθρωπος τελικά!
Ιστορικό δράμα με στοιχεία σαπουνόπερας
Δύο λόγια για τη σειρά σε σκηνοθεσία των αδελφών Ντουρούλ και Γιαμούρ Ταϊλάν και σενάριο των Μεράλ Οκάι και Γιλμάζ Σακίν. Αυτό το ιστορικό δράμα με στοιχεία σαπουνόπερας είναι ένα καλογυρισμένο σίριαλ, με καλό καστ ηθοποιών και κορυφαίο τον πρωταγωνιστή, τον ηθοποιό που ξεκίνησε από την όπερα και το μουσικό θέατρο Χαλίτ Εργκέντζ (Σουλεϊμάν). Ο Εργκέντζ υποδύεται με εξαιρετικό τρόπο τον μεγαλοπρεπή «κυρίαρχο των τριών ηπείρων», με μοναδικά σχεδόν εκφραστικά μέσα τα μάτια, την υποβλητική φωνή, τις σιωπές, τις εκφράσεις του προσώπου και τις εναλλαγές στις στάσεις του σώματός του. Από τους υπόλοιπους ηθοποιούς –οι περισσότεροι αντάξιοι των ηρώων που καλούνται να υποδυθούν– ξεχωρίζει βέβαια ο Σελίμ Μπαϋρακτάρ, ο ευνούχος Σουμπούλ Αγά της σειράς. Ο Μπαϋρακτάρ υποδύεται μοναδικά τον ρόλο του αθόρυβου, πανταχού παρόντα, ισορροπιστή, φοβισμένου, αλλά και φόβητρου για τις παλλακίδες, ευνούχου του χαρεμιού.
Τα κοστούμια αποτελούν το άλλο δυνατό σημείο αυτής της σειράς, αφού εξυπηρετούν τον σκοπό τους: τη γήτευση του κοινού μέσα από το ξαναζωντάνεμα ενός κόσμου πάνω απ’ όλα πλούτου, δύναμης και ισχύος. Το σενάριο επίσης αποτελεί ένα από τα ατού της σειράς. Ο έρωτας του πανίσχυρου ήρωα για την πανέμορφη κοκκινομάλλα Ρωσίδα Ρωξελάνη-Χιουρρέμ (η ηθοποιός Μεϋρέμ Ουζερλί), γύρω από τον οποίο υφαίνεται ένα στόρι με ίντριγκες, αίμα και συνεχείς ανατροπές, τον καθιστά ευάλωτο και ανθρώπινο, τη δε σειρά καθηλωτική. Η λελογισμένη χρήση της λυρικής οθωμανικής ποίησης ντιβάνι (ποίηση του παλατιού), σε συνδυασμό με τη χρήση αποσπασμάτων από τα γράμματα του Σουλεϊμάν στη Χιουρρέμ, προσδίδουν στον σεναριακό έρωτα του σουλτάνου μια δύναμη ασυνήθιστη για σειρά του είδους της. Από την άλλη μεριά, οι δεσμοί φιλίας (που δύσκολα κρύβουν έναν υπονοούμενο έρωτα) ανάμεσα στον σουλτάνο και τον «δούλο» του –τον μεγάλο βεζίρη Ιμπραήμ– ενισχύουν τη μυθιστορηματική απόδοση ενός κόσμου, στον οποίο ο απολυταρχισμός και ο έρωτας-φιλία εγγράφονταν στη θεοκρατική αντίληψη για την εξουσία και τον κόσμο: και τα δύο θέωναν τον σουλτάνο και αποθέωναν τον έρωτά του πάνω απ’ όλα στον Θεό.
Μεταξύ μυθοπλασίας και ιστορικής πραγματικότητας
Η σειρά, όπως είναι φυσικό, κινείται στα όρια: ανάμεσα στη μυθοπλασία και την ιστορική πραγματικότητα, ανάμεσα στη μυθοπλαστική και τη δραματοποιημένη απόδοση της εποχής του Σουλεϊμάν και των προβολών που οι σύγχρονοι Τούρκοι κάνουν στο οθωμανικό παρελθόν τους. Η σειρά λοιπόν έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης, από τα οποία το σημαντικότερο αφορά την επανεφεύρεση ενός οθωμανικού παρελθόντος, ικανού να τροφοδοτήσει τις σημερινές αναζητήσεις των Τούρκων για μια νέα ταυτότητα. Από την άλλη μεριά βέβαια, και οι μη Τούρκοι αναγνωρίζουμε σε αυτό τον οθωμανικό κόσμο κάποια στοιχεία μιας οικείας παράδοσης, διαμεσολαβημένης ιστορικά μεν από την επίσημη εθνική αφήγηση αρνητικά, πολιτισμικά δε από γλωσσικές εκφράσεις και συνήθειες των Μικρασιατών προγόνων που λειτουργούν εξοικειωτικά.
Κατ’ αρχάς η σειρά –ο Μεγαλοπρεπής Αιώνας (Μουχτεσέμ Γιουζγίλ) στα τουρκικά– βασίζεται σε πολλές ιστορικές αλήθειες, οι οποίες βεβαίως δεν ανασυνθέτουν την ιστορική πραγματικότητα. Εξυπηρετούν το στόρι του σεναρίου και αποδίδουν υπαινικτικά τις ιστορικές παραμέτρους του πιο σημαντικού ίσως οθωμανικού αιώνα στο πλαίσιο του οποίου διαμορφώθηκαν οι όροι για την ανάδειξη ενός από τους πιο εμβληματικούς Οθωμανούς σουλτάνους. Ο Σουλεϊμάν λοιπόν, ο οποίος ανέβηκε στον θρόνο το 1520 και κυβέρνησε επί 46 χρόνια, ήταν αυτός που επί εποχής του εδραιώθηκε ο αυτοκρατορικός χαρακτήρας του κράτους, γεωγραφικά, θεσμικά και συμβολικά. Η επέκταση του οθωμανικού κράτους μέχρι την καρδιά της Ευρώπης (πολιορκία της Βιέννης), η κυριαρχία στη Μεσόγειο (εκτός από την Κύπρο και την Κρήτη) που υποχρέωσε την πανίσχυρη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας σε συνεχείς ήττες, η εδραίωση της οθωμανικής εξουσίας στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, καθιστούν τον Σουλεϊμάν παραδειγματικό ήρωα, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται τα χαρακτηριστικά της αυτοκρατορικής εξουσίας: δύναμη, δικαιοσύνη, εκ Θεού εμπνεόμενος αυταρχισμός και πατερναλισμός – προστάτης των υποταγμένων και φόβος των αντιπάλων.
Στην κεμαλική εποχή της Τουρκίας (1923-2002), το επίσημο τουρκικό κράτος είδε στο οθωμανικό παρελθόν και στους μεγάλους κατακτητές σουλτάνους τη συνέχεια του ηρωικού τουρκικού στρατού, αυτόν τον θεμελιωτή ισχυρών κρατών (του οθωμανικού συμπεριλαμβανομένου) που προϋπήρχε των Οθωμανών σουλτάνων και τους οποίους ανέτρεψε προκειμένου να «χαρίσει» στο τουρκικό έθνος την Ανεξαρτησία του. Σήμερα, όπως φαίνεται και από το σίριαλ, το οθωμανικό παρελθόν είναι ανοικτό σε νέες αναζητήσεις, τις οποίες το κόμμα του Ερντογάν δεν έχει κατορθώσει ακόμη να οικειοποιηθεί ώστε να επιβάλει μονοπωλιακά μία οθωμανική παράδοση. Είναι προφανές ωστόσο ότι αυτό το παρελθόν φέρει πια τη σφραγίδα των σουλτάνων-ανθρώπων.
Στην τηλεοπτική σειρά ανιχνεύονται εύκολα αυτές οι πολλαπλές αναζητήσεις. Από τη μια μεριά οι κεντρικές γραμμές της Ιστορίας αποδίδονται, κυρίως σε ό,τι αφορά την αυτοκρατορική εξουσία, αρκετά πειστικά. Το σίριαλ επικεντρώνεται στο παλάτι, απ’ όπου ο αόρατος για τους υπηκόους σουλτάνος κυβερνούσε την αχανή αυτοκρατορία του. Η πραγματικότητα του παλατιού, έτσι όπως αυτή ξεδιπλώνεται, αναδεικνύει με αληθοφανή τρόπο τους κανόνες και την άκαμπτη ιεραρχία, ο σεβασμός των οποίων αποτελεί προϋπόθεση για την επιβίωση σε αυτό, για την απόκτηση πολιτικής ισχύος και οικονομικής δύναμης. Ωστόσο όλα εξαρτώνται τελικά από την ιεραρχική εγγύτητα με το «πρόσωπο», με τον σουλτάνο. Οι αξιωματούχοι του κράτους, οι γυναίκες του σουλτάνου, όλοι όσοι δεν ανήκαν στη δυναστεία ήταν υπηρέτες/-τριες (κουλ: δούλοι) του σουλτάνου, στον οποίο ανήκε η ζωή, η τιμή και η περιουσία τους. «Όπου πατάω εγώ είναι νόμος», λέει ο Σουλεϊμάν στη σειρά, και γύρω από αυτή τη φράση ξετυλίγεται το κουβάρι των κομβικών στοιχείων του αυτοκρατορικού ρόλου.
Ωστόσο, από την άλλη μεριά, υπάρχουν στη σειρά πολλά ενδιάμεσα επίπεδα ανάγνωσης της αυτοκρατορικής εξουσίας, στα οποία ο αξιακός κώδικας του παρελθόντος δεν μένει ανεπηρέαστος από τα στερεότυπα που επιβίωσαν ή ανατροφοδοτούνται στο παρόν. Ο Σουλεϊμάν, ο μοναδικός με συνέχεια και συνέπεια θετικός ήρωας της σειράς, έχει φτιαχτεί με κάπως πιο έντονα, αναγεννησιακού τύπου χαρακτηριστικά. Οι υπόλοιποι ήρωες, θετικοί ή αρνητικοί, πλάθονται άλλοτε με αληθοφανή στοιχεία της οθωμανικής πραγματικότητας, άλλοτε στη βάση μεταγενέστερων κατασκευών και κυρίαρχων στερεοτύπων: για παράδειγμα, οι Ρωσίδες και κυρίως οι Καυκάσιες γυναίκες –οι ξένες γενικώς– είναι πανέμορφες, ανυπάκουες, με γυναικεία εξυπνάδα αντάξια της ανδρικής. Αυτό πάντως το ετερόκλητο σύμπαν του παλατιού, τις γυναίκες του χαρεμιού που ανταγωνίζονται μεταξύ τους μέχρι θανάτου για μια θέση στο κρεβάτι και στην εξουσία του σουλτάνου, αλλά και τους άνδρες, που σκοτώνονται για τα προνόμια της σουλτανικής εξουσίας, ο σουλτάνος ή το εξημερώνει ή το τιμωρεί παραδειγματικά.
Και μέσα σε όλους αυτούς τους χαρακτήρες ξεχωρίζει ένας: ο μεγάλος
βεζίρης Ιμπραήμ Πάργκαλι, ο εξισλαμισμένος από παιδομάζωμα Ρωμιός την
καταγωγή, ο απίστευτα ικανός αλλά και αθεράπευτα, μέχρι προδοσίας
άπληστος, υψηλός Οθωμανός αξιωματούχος. Παρά το γεγονός ότι η σειρά
ακουμπάει αρκετά στην οθωμανική πραγματικότητα, στην οποία τα υψηλά
αξιώματα μύριζαν αίμα, διαφθορά, πλεκτάνες και ίντριγκα, αυτή όμως σε
ό,τι αφορά τον Ιμπραήμ υπονομεύεται από το στερεότυπο του προδότη, του εκ φύσεως και καταγωγής άπιστου.
Ο χαρακτήρας του Ιμπραήμ, τον οποίο ο σουλτάνος τίμησε με προσωπική
φιλία και τα σημαντικότερα προνόμια, χτίζεται κατ’ αρχάς με τα υλικά των
στερεοτύπων που άρχισαν να διαμορφώνονται από τον 19ο αιώνα και μετά,
προκειμένου να ερμηνευτούν οι εθνικές Επαναστάσεις, κυρίως η ελληνική:
οι αποστάτες άπιστοι, οι αχάριστοι απέναντι στους προστάτες τους, τον σουλτάνο.
Ακόμη και οι αντιφάσεις του ήρωα (πανίσχυρος αλλά δούλος) εξυπηρετούν περισσότερο μεταγενέστερες πραγματικότητες ή κατασκευές. Ο μεγάλος βεζίρης του 16ου αιώνα, από παιδομάζωμα, παρουσιάζεται σαν τραγικός ήρωας, με χαρακτηριστικά μάλλον μεταγενέστερων αιώνων: ανέστιος, άπατρις, με συνείδηση της ετερότητάς του και της εθνότητας στην οποία ανήκει (Ρωμιός), εξαιτίας της οποίας και γίνεται προδότης. Βέβαια στη σειρά εμμέσως ασκείται κριτική στην προσωποποίηση της δικαιοσύνης από τον σουλτάνο. Όμως και αυτή υπακούει στην εκ των υστέρων νεωτερική αντίληψη περί της σουλτανικής εξουσίας. Στην εποχή του Σουλεϊμάν, οι υποταγμένοι λαοί, μουσουλμάνοι και μη μουσουλμάνοι, πίστευαν (με την έννοια της υποταγής στον Θεό) στη δικαιοσύνη του σουλτάνου, ενσάρκωση της θείας δικαιοσύνης επί της γης. Η εξουσία του δεν ήταν διαπραγματεύσιμη, ήταν ιερή. Διαπραγματεύσιμη ήταν αυτή των Οθωμανών αξιωματούχων. Μόνο με τις εθνικές Επαναστάσεις αποϊεροποιήθηκε ο σουλτάνος και η εξουσία του ορίστηκε ως τυραννική, με πολιτικούς, κοσμικούς όρους.
Ένα σίριαλ όμως είναι προϊόν μυθοπλασίας και θα ήταν άστοχο να ζητάμε από αυτό να παίξει τον ρόλο του ιστορικού καταγραφέα.
Πολιτική μέσω σίριαλ
Η παραγωγή σειρών με θέμα τους σουλτάνους δεν είναι άσχετη με τη στροφή που έχει κάνει ένα μέρος της διεθνούς ιστοριογραφίας προς την επανεφεύρεση των αυτοκρατοριών ως ιστορικών παραδειγμάτων καλής, αποτελεσματικής και δίκαιης διακυβέρνησης πολυεθνοθρησκευτικών πληθυσμών. Την εποχή της παγκοσμιοποίησης, η αναζήτηση στα αυτοκρατορικά παρελθόντα ενός ιστορικού προηγούμενου οικουμενικών ενοτήτων κάτω από μια σοφή και δίκαιη εξουσία άρχισε να γίνεται εμφανής. Από την άλλη μεριά, και στο πλαίσιο της ολοένα αυξανόμενης κυριαρχίας του νεοφιλελεύθερου πατερναλισμού, οι αυτοκρατορίες προσφέρονται για την ιστορική νομιμοποίηση της στροφής προς ένα περισσότερο πολιτισμικό παρά πολιτικό περιεχόμενο της έννοιας του πολίτη, προς μια πολιτισμική ταυτότητα κοινοτήτων –και όχι πολιτική ταυτότητα εθνών-κρατών– που εξασφάλισε κάποτε στους ανθρώπους ειρήνη και στα κράτη, δύναμη. Ο Σουλεϊμάν της τουρκικής σειράς θα μπορούσε να συμβάλει προς αυτή την κατεύθυνση, και θεωρητικά να εκλαϊκεύσει την οθωμανική παράδοση στην οποία ανατρέχει και ο Ερντογάν, προκειμένου να δώσει ιστορικό βάθος στον νεοφιλελεύθερο, αυτοκρατορικό πατερναλισμό του απέναντι στον κεμαλικό, εθνικό, πατερναλισμό του στρατού, καθώς και ιστορική προοπτική στην Τουρκία που ονειρεύεται.
Ωστόσο η σειρά τον ενόχλησε τον Ερντογάν. Κάτι τον ενόχλησε στο σενάριο, το ίδιο μάλλον που τον ενοχλεί και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το πολιτισμικό πρότυπο που επιδιώκει ο Ερντογάν να διακινήσει με την πολιτική του και μέσα από αυτό να καταστήσει την Τουρκία (και τον εαυτό του) κέντρο, φορέα και εγγυητή της συνέχειας μιας κοινής για τον μουσουλμανικό κόσμο παράδοσης που χάνεται στο οθωμανικό παρελθόν των σουλτάνων-χαλίφηδων, δεν υποστηρίζεται από το σίριαλ, ούτε όμως και από την Ιστορία. Το σίριαλ επιμένει στον κοσμικό, απολυταρχικό ρόλο του σουλτάνου, ελάχιστα δε ασχολείται με τον θρησκευτικό του. Το σίριαλ λοιπόν αποδίδει έξοχα αυτή την κοσμική, γραφειοκρατική, σκληρά ιεραρχική οθωμανική πραγματικότητα της δυναστείας και των «δούλων». Οι αρχές της οικογένειας, της μουσουλμανικής αρετής, του απερίσπαστου από τα εγκόσμια δίκαιου, κυρίαρχου-πολεμιστή, τις οποίες επιδιώκει να προωθήσει η νεοσυντηρητική ιδεολογία του Ερντογάν ως αξίες μιας κοινής, στη φαντασιακή μουσουλμανική κοινότητα, οθωμανο(τουρκικής)-μουσουλμανικής, παράδοσης, δεν υπήρχαν την εποχή των σουλτάνων – και το σίριαλ το δείχνει. Η πολιτική Ερντογάν για ένα νέο πολιτισμικό πρότυπο μιας ταυτότητας, βασισμένης στην παράδοση των χρηστών ηθών της μουσουλμανικής οικογένειας με τις γυναίκες κουκουλωμένες, προσκρούει όχι μόνο στην ιστορική πραγματικότητα αλλά και στις σημερινές πραγματικότητες της ίδιας της τουρκικής κοινωνίας, τουλάχιστον ακόμη. Η φαντασιακή, χρηστή μουσουλμανική οικουμένη με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη την οποία ο Ερντογάν αναζητεί στο οθωμανικό παρελθόν δεν υπήρξε ιστορικά – και δεν φταίει η σειρά γι’ αυτό. Οι αναζητήσεις στα αυτοκρατορικά παρελθόντα ιστορικών προτύπων δίκαιης και καλής διακυβέρνησης, αρμονικών ταυτοτήτων κ.λπ. είναι άκρως επισφαλείς, γιατί αποκαλύπτουν εντέλει τις ιδεολογικές και πολιτικές στοχεύσεις αυτών που τις επικαλούνται σήμερα ως παράδεισο: οι αυτοκρατορίες ήταν ισχυρές κατ’ αρχήν και κατ’ αρχάς όσο μπορούσαν να εξασφαλίσουν την υποταγή των πληθυσμών τους στον μονάρχη. Μετά πέθαναν! Και ο Σουλεϊμάν της σειράς δεν κρύβει την υποταγή.
Από την άλλη μεριά, οι Έλληνες εθνοσωτήρες βλέπουν στον Σουλεϊμάν και τα άλλα τουρκικά σίριαλ το μακρύ χέρι της νεοθωμανικής επεκτατικής πολιτικής της Τουρκίας. Έτσι κι αλλιώς, γι’ αυτούς ό,τι είναι τουρκικό είναι εθνικά επικίνδυνο. Σήμερα είναι ο νεοθωμανικός επεκτατισμός, χθες ο κεμαλικός και πάντα ο προαιώνιος εθνικός εχθρός. Πάνω απ’ όλα όμως είναι ένας επίμονος ελληνικός εθνικισμός, για τον οποίο οι πολύπλοκες διαστάσεις της πραγματικότητας που ζούμε σήμερα συρρικνώνονται πάντα σε ένα και μοναδικό σχήμα: αυτό της απειλής και του φόβου, εργαλεία που, πολύ πιο αποτελεσματικά από οποιονδήποτε Σουλεϊμάν ή Ερντογάν, αποδομούν την έννοια του ενεργού πολιτικά πολίτη και την αντικαθιστούν με έναν φοβισμένο, υποταγμένο άνθρωπο που φοβάται τους Τούρκους, τους μετανάστες, τον περίγυρό του, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του. Έναν φοβισμένο άνθρωπο που έχει ανάγκη από προστάτες και προστασία.
Όσο για τον Σουλεϊμάν, αυτός σφράγισε τη δική του εποχή. Με τη δική μας εποχή δεν έχει καμία άλλη δουλειά παρά μόνο αυτή του ήρωα μιας πολύ καλής σειράς.
Ιστορικό δράμα με στοιχεία σαπουνόπερας
Δύο λόγια για τη σειρά σε σκηνοθεσία των αδελφών Ντουρούλ και Γιαμούρ Ταϊλάν και σενάριο των Μεράλ Οκάι και Γιλμάζ Σακίν. Αυτό το ιστορικό δράμα με στοιχεία σαπουνόπερας είναι ένα καλογυρισμένο σίριαλ, με καλό καστ ηθοποιών και κορυφαίο τον πρωταγωνιστή, τον ηθοποιό που ξεκίνησε από την όπερα και το μουσικό θέατρο Χαλίτ Εργκέντζ (Σουλεϊμάν). Ο Εργκέντζ υποδύεται με εξαιρετικό τρόπο τον μεγαλοπρεπή «κυρίαρχο των τριών ηπείρων», με μοναδικά σχεδόν εκφραστικά μέσα τα μάτια, την υποβλητική φωνή, τις σιωπές, τις εκφράσεις του προσώπου και τις εναλλαγές στις στάσεις του σώματός του. Από τους υπόλοιπους ηθοποιούς –οι περισσότεροι αντάξιοι των ηρώων που καλούνται να υποδυθούν– ξεχωρίζει βέβαια ο Σελίμ Μπαϋρακτάρ, ο ευνούχος Σουμπούλ Αγά της σειράς. Ο Μπαϋρακτάρ υποδύεται μοναδικά τον ρόλο του αθόρυβου, πανταχού παρόντα, ισορροπιστή, φοβισμένου, αλλά και φόβητρου για τις παλλακίδες, ευνούχου του χαρεμιού.
Τα κοστούμια αποτελούν το άλλο δυνατό σημείο αυτής της σειράς, αφού εξυπηρετούν τον σκοπό τους: τη γήτευση του κοινού μέσα από το ξαναζωντάνεμα ενός κόσμου πάνω απ’ όλα πλούτου, δύναμης και ισχύος. Το σενάριο επίσης αποτελεί ένα από τα ατού της σειράς. Ο έρωτας του πανίσχυρου ήρωα για την πανέμορφη κοκκινομάλλα Ρωσίδα Ρωξελάνη-Χιουρρέμ (η ηθοποιός Μεϋρέμ Ουζερλί), γύρω από τον οποίο υφαίνεται ένα στόρι με ίντριγκες, αίμα και συνεχείς ανατροπές, τον καθιστά ευάλωτο και ανθρώπινο, τη δε σειρά καθηλωτική. Η λελογισμένη χρήση της λυρικής οθωμανικής ποίησης ντιβάνι (ποίηση του παλατιού), σε συνδυασμό με τη χρήση αποσπασμάτων από τα γράμματα του Σουλεϊμάν στη Χιουρρέμ, προσδίδουν στον σεναριακό έρωτα του σουλτάνου μια δύναμη ασυνήθιστη για σειρά του είδους της. Από την άλλη μεριά, οι δεσμοί φιλίας (που δύσκολα κρύβουν έναν υπονοούμενο έρωτα) ανάμεσα στον σουλτάνο και τον «δούλο» του –τον μεγάλο βεζίρη Ιμπραήμ– ενισχύουν τη μυθιστορηματική απόδοση ενός κόσμου, στον οποίο ο απολυταρχισμός και ο έρωτας-φιλία εγγράφονταν στη θεοκρατική αντίληψη για την εξουσία και τον κόσμο: και τα δύο θέωναν τον σουλτάνο και αποθέωναν τον έρωτά του πάνω απ’ όλα στον Θεό.
Μεταξύ μυθοπλασίας και ιστορικής πραγματικότητας
Η σειρά, όπως είναι φυσικό, κινείται στα όρια: ανάμεσα στη μυθοπλασία και την ιστορική πραγματικότητα, ανάμεσα στη μυθοπλαστική και τη δραματοποιημένη απόδοση της εποχής του Σουλεϊμάν και των προβολών που οι σύγχρονοι Τούρκοι κάνουν στο οθωμανικό παρελθόν τους. Η σειρά λοιπόν έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης, από τα οποία το σημαντικότερο αφορά την επανεφεύρεση ενός οθωμανικού παρελθόντος, ικανού να τροφοδοτήσει τις σημερινές αναζητήσεις των Τούρκων για μια νέα ταυτότητα. Από την άλλη μεριά βέβαια, και οι μη Τούρκοι αναγνωρίζουμε σε αυτό τον οθωμανικό κόσμο κάποια στοιχεία μιας οικείας παράδοσης, διαμεσολαβημένης ιστορικά μεν από την επίσημη εθνική αφήγηση αρνητικά, πολιτισμικά δε από γλωσσικές εκφράσεις και συνήθειες των Μικρασιατών προγόνων που λειτουργούν εξοικειωτικά.
Κατ’ αρχάς η σειρά –ο Μεγαλοπρεπής Αιώνας (Μουχτεσέμ Γιουζγίλ) στα τουρκικά– βασίζεται σε πολλές ιστορικές αλήθειες, οι οποίες βεβαίως δεν ανασυνθέτουν την ιστορική πραγματικότητα. Εξυπηρετούν το στόρι του σεναρίου και αποδίδουν υπαινικτικά τις ιστορικές παραμέτρους του πιο σημαντικού ίσως οθωμανικού αιώνα στο πλαίσιο του οποίου διαμορφώθηκαν οι όροι για την ανάδειξη ενός από τους πιο εμβληματικούς Οθωμανούς σουλτάνους. Ο Σουλεϊμάν λοιπόν, ο οποίος ανέβηκε στον θρόνο το 1520 και κυβέρνησε επί 46 χρόνια, ήταν αυτός που επί εποχής του εδραιώθηκε ο αυτοκρατορικός χαρακτήρας του κράτους, γεωγραφικά, θεσμικά και συμβολικά. Η επέκταση του οθωμανικού κράτους μέχρι την καρδιά της Ευρώπης (πολιορκία της Βιέννης), η κυριαρχία στη Μεσόγειο (εκτός από την Κύπρο και την Κρήτη) που υποχρέωσε την πανίσχυρη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας σε συνεχείς ήττες, η εδραίωση της οθωμανικής εξουσίας στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, καθιστούν τον Σουλεϊμάν παραδειγματικό ήρωα, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται τα χαρακτηριστικά της αυτοκρατορικής εξουσίας: δύναμη, δικαιοσύνη, εκ Θεού εμπνεόμενος αυταρχισμός και πατερναλισμός – προστάτης των υποταγμένων και φόβος των αντιπάλων.
Στην κεμαλική εποχή της Τουρκίας (1923-2002), το επίσημο τουρκικό κράτος είδε στο οθωμανικό παρελθόν και στους μεγάλους κατακτητές σουλτάνους τη συνέχεια του ηρωικού τουρκικού στρατού, αυτόν τον θεμελιωτή ισχυρών κρατών (του οθωμανικού συμπεριλαμβανομένου) που προϋπήρχε των Οθωμανών σουλτάνων και τους οποίους ανέτρεψε προκειμένου να «χαρίσει» στο τουρκικό έθνος την Ανεξαρτησία του. Σήμερα, όπως φαίνεται και από το σίριαλ, το οθωμανικό παρελθόν είναι ανοικτό σε νέες αναζητήσεις, τις οποίες το κόμμα του Ερντογάν δεν έχει κατορθώσει ακόμη να οικειοποιηθεί ώστε να επιβάλει μονοπωλιακά μία οθωμανική παράδοση. Είναι προφανές ωστόσο ότι αυτό το παρελθόν φέρει πια τη σφραγίδα των σουλτάνων-ανθρώπων.
Στην τηλεοπτική σειρά ανιχνεύονται εύκολα αυτές οι πολλαπλές αναζητήσεις. Από τη μια μεριά οι κεντρικές γραμμές της Ιστορίας αποδίδονται, κυρίως σε ό,τι αφορά την αυτοκρατορική εξουσία, αρκετά πειστικά. Το σίριαλ επικεντρώνεται στο παλάτι, απ’ όπου ο αόρατος για τους υπηκόους σουλτάνος κυβερνούσε την αχανή αυτοκρατορία του. Η πραγματικότητα του παλατιού, έτσι όπως αυτή ξεδιπλώνεται, αναδεικνύει με αληθοφανή τρόπο τους κανόνες και την άκαμπτη ιεραρχία, ο σεβασμός των οποίων αποτελεί προϋπόθεση για την επιβίωση σε αυτό, για την απόκτηση πολιτικής ισχύος και οικονομικής δύναμης. Ωστόσο όλα εξαρτώνται τελικά από την ιεραρχική εγγύτητα με το «πρόσωπο», με τον σουλτάνο. Οι αξιωματούχοι του κράτους, οι γυναίκες του σουλτάνου, όλοι όσοι δεν ανήκαν στη δυναστεία ήταν υπηρέτες/-τριες (κουλ: δούλοι) του σουλτάνου, στον οποίο ανήκε η ζωή, η τιμή και η περιουσία τους. «Όπου πατάω εγώ είναι νόμος», λέει ο Σουλεϊμάν στη σειρά, και γύρω από αυτή τη φράση ξετυλίγεται το κουβάρι των κομβικών στοιχείων του αυτοκρατορικού ρόλου.
Ωστόσο, από την άλλη μεριά, υπάρχουν στη σειρά πολλά ενδιάμεσα επίπεδα ανάγνωσης της αυτοκρατορικής εξουσίας, στα οποία ο αξιακός κώδικας του παρελθόντος δεν μένει ανεπηρέαστος από τα στερεότυπα που επιβίωσαν ή ανατροφοδοτούνται στο παρόν. Ο Σουλεϊμάν, ο μοναδικός με συνέχεια και συνέπεια θετικός ήρωας της σειράς, έχει φτιαχτεί με κάπως πιο έντονα, αναγεννησιακού τύπου χαρακτηριστικά. Οι υπόλοιποι ήρωες, θετικοί ή αρνητικοί, πλάθονται άλλοτε με αληθοφανή στοιχεία της οθωμανικής πραγματικότητας, άλλοτε στη βάση μεταγενέστερων κατασκευών και κυρίαρχων στερεοτύπων: για παράδειγμα, οι Ρωσίδες και κυρίως οι Καυκάσιες γυναίκες –οι ξένες γενικώς– είναι πανέμορφες, ανυπάκουες, με γυναικεία εξυπνάδα αντάξια της ανδρικής. Αυτό πάντως το ετερόκλητο σύμπαν του παλατιού, τις γυναίκες του χαρεμιού που ανταγωνίζονται μεταξύ τους μέχρι θανάτου για μια θέση στο κρεβάτι και στην εξουσία του σουλτάνου, αλλά και τους άνδρες, που σκοτώνονται για τα προνόμια της σουλτανικής εξουσίας, ο σουλτάνος ή το εξημερώνει ή το τιμωρεί παραδειγματικά.
Ο Ρωμιός βεζίρης θύμα των στερεοτύπων
Ακόμη και οι αντιφάσεις του ήρωα (πανίσχυρος αλλά δούλος) εξυπηρετούν περισσότερο μεταγενέστερες πραγματικότητες ή κατασκευές. Ο μεγάλος βεζίρης του 16ου αιώνα, από παιδομάζωμα, παρουσιάζεται σαν τραγικός ήρωας, με χαρακτηριστικά μάλλον μεταγενέστερων αιώνων: ανέστιος, άπατρις, με συνείδηση της ετερότητάς του και της εθνότητας στην οποία ανήκει (Ρωμιός), εξαιτίας της οποίας και γίνεται προδότης. Βέβαια στη σειρά εμμέσως ασκείται κριτική στην προσωποποίηση της δικαιοσύνης από τον σουλτάνο. Όμως και αυτή υπακούει στην εκ των υστέρων νεωτερική αντίληψη περί της σουλτανικής εξουσίας. Στην εποχή του Σουλεϊμάν, οι υποταγμένοι λαοί, μουσουλμάνοι και μη μουσουλμάνοι, πίστευαν (με την έννοια της υποταγής στον Θεό) στη δικαιοσύνη του σουλτάνου, ενσάρκωση της θείας δικαιοσύνης επί της γης. Η εξουσία του δεν ήταν διαπραγματεύσιμη, ήταν ιερή. Διαπραγματεύσιμη ήταν αυτή των Οθωμανών αξιωματούχων. Μόνο με τις εθνικές Επαναστάσεις αποϊεροποιήθηκε ο σουλτάνος και η εξουσία του ορίστηκε ως τυραννική, με πολιτικούς, κοσμικούς όρους.
Ένα σίριαλ όμως είναι προϊόν μυθοπλασίας και θα ήταν άστοχο να ζητάμε από αυτό να παίξει τον ρόλο του ιστορικού καταγραφέα.
Πολιτική μέσω σίριαλ
Η παραγωγή σειρών με θέμα τους σουλτάνους δεν είναι άσχετη με τη στροφή που έχει κάνει ένα μέρος της διεθνούς ιστοριογραφίας προς την επανεφεύρεση των αυτοκρατοριών ως ιστορικών παραδειγμάτων καλής, αποτελεσματικής και δίκαιης διακυβέρνησης πολυεθνοθρησκευτικών πληθυσμών. Την εποχή της παγκοσμιοποίησης, η αναζήτηση στα αυτοκρατορικά παρελθόντα ενός ιστορικού προηγούμενου οικουμενικών ενοτήτων κάτω από μια σοφή και δίκαιη εξουσία άρχισε να γίνεται εμφανής. Από την άλλη μεριά, και στο πλαίσιο της ολοένα αυξανόμενης κυριαρχίας του νεοφιλελεύθερου πατερναλισμού, οι αυτοκρατορίες προσφέρονται για την ιστορική νομιμοποίηση της στροφής προς ένα περισσότερο πολιτισμικό παρά πολιτικό περιεχόμενο της έννοιας του πολίτη, προς μια πολιτισμική ταυτότητα κοινοτήτων –και όχι πολιτική ταυτότητα εθνών-κρατών– που εξασφάλισε κάποτε στους ανθρώπους ειρήνη και στα κράτη, δύναμη. Ο Σουλεϊμάν της τουρκικής σειράς θα μπορούσε να συμβάλει προς αυτή την κατεύθυνση, και θεωρητικά να εκλαϊκεύσει την οθωμανική παράδοση στην οποία ανατρέχει και ο Ερντογάν, προκειμένου να δώσει ιστορικό βάθος στον νεοφιλελεύθερο, αυτοκρατορικό πατερναλισμό του απέναντι στον κεμαλικό, εθνικό, πατερναλισμό του στρατού, καθώς και ιστορική προοπτική στην Τουρκία που ονειρεύεται.
Ωστόσο η σειρά τον ενόχλησε τον Ερντογάν. Κάτι τον ενόχλησε στο σενάριο, το ίδιο μάλλον που τον ενοχλεί και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το πολιτισμικό πρότυπο που επιδιώκει ο Ερντογάν να διακινήσει με την πολιτική του και μέσα από αυτό να καταστήσει την Τουρκία (και τον εαυτό του) κέντρο, φορέα και εγγυητή της συνέχειας μιας κοινής για τον μουσουλμανικό κόσμο παράδοσης που χάνεται στο οθωμανικό παρελθόν των σουλτάνων-χαλίφηδων, δεν υποστηρίζεται από το σίριαλ, ούτε όμως και από την Ιστορία. Το σίριαλ επιμένει στον κοσμικό, απολυταρχικό ρόλο του σουλτάνου, ελάχιστα δε ασχολείται με τον θρησκευτικό του. Το σίριαλ λοιπόν αποδίδει έξοχα αυτή την κοσμική, γραφειοκρατική, σκληρά ιεραρχική οθωμανική πραγματικότητα της δυναστείας και των «δούλων». Οι αρχές της οικογένειας, της μουσουλμανικής αρετής, του απερίσπαστου από τα εγκόσμια δίκαιου, κυρίαρχου-πολεμιστή, τις οποίες επιδιώκει να προωθήσει η νεοσυντηρητική ιδεολογία του Ερντογάν ως αξίες μιας κοινής, στη φαντασιακή μουσουλμανική κοινότητα, οθωμανο(τουρκικής)-μουσουλμανικής, παράδοσης, δεν υπήρχαν την εποχή των σουλτάνων – και το σίριαλ το δείχνει. Η πολιτική Ερντογάν για ένα νέο πολιτισμικό πρότυπο μιας ταυτότητας, βασισμένης στην παράδοση των χρηστών ηθών της μουσουλμανικής οικογένειας με τις γυναίκες κουκουλωμένες, προσκρούει όχι μόνο στην ιστορική πραγματικότητα αλλά και στις σημερινές πραγματικότητες της ίδιας της τουρκικής κοινωνίας, τουλάχιστον ακόμη. Η φαντασιακή, χρηστή μουσουλμανική οικουμένη με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη την οποία ο Ερντογάν αναζητεί στο οθωμανικό παρελθόν δεν υπήρξε ιστορικά – και δεν φταίει η σειρά γι’ αυτό. Οι αναζητήσεις στα αυτοκρατορικά παρελθόντα ιστορικών προτύπων δίκαιης και καλής διακυβέρνησης, αρμονικών ταυτοτήτων κ.λπ. είναι άκρως επισφαλείς, γιατί αποκαλύπτουν εντέλει τις ιδεολογικές και πολιτικές στοχεύσεις αυτών που τις επικαλούνται σήμερα ως παράδεισο: οι αυτοκρατορίες ήταν ισχυρές κατ’ αρχήν και κατ’ αρχάς όσο μπορούσαν να εξασφαλίσουν την υποταγή των πληθυσμών τους στον μονάρχη. Μετά πέθαναν! Και ο Σουλεϊμάν της σειράς δεν κρύβει την υποταγή.
Από την άλλη μεριά, οι Έλληνες εθνοσωτήρες βλέπουν στον Σουλεϊμάν και τα άλλα τουρκικά σίριαλ το μακρύ χέρι της νεοθωμανικής επεκτατικής πολιτικής της Τουρκίας. Έτσι κι αλλιώς, γι’ αυτούς ό,τι είναι τουρκικό είναι εθνικά επικίνδυνο. Σήμερα είναι ο νεοθωμανικός επεκτατισμός, χθες ο κεμαλικός και πάντα ο προαιώνιος εθνικός εχθρός. Πάνω απ’ όλα όμως είναι ένας επίμονος ελληνικός εθνικισμός, για τον οποίο οι πολύπλοκες διαστάσεις της πραγματικότητας που ζούμε σήμερα συρρικνώνονται πάντα σε ένα και μοναδικό σχήμα: αυτό της απειλής και του φόβου, εργαλεία που, πολύ πιο αποτελεσματικά από οποιονδήποτε Σουλεϊμάν ή Ερντογάν, αποδομούν την έννοια του ενεργού πολιτικά πολίτη και την αντικαθιστούν με έναν φοβισμένο, υποταγμένο άνθρωπο που φοβάται τους Τούρκους, τους μετανάστες, τον περίγυρό του, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του. Έναν φοβισμένο άνθρωπο που έχει ανάγκη από προστάτες και προστασία.
Όσο για τον Σουλεϊμάν, αυτός σφράγισε τη δική του εποχή. Με τη δική μας εποχή δεν έχει καμία άλλη δουλειά παρά μόνο αυτή του ήρωα μιας πολύ καλής σειράς.
Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Χρόνος
Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011
[Ελλάδα - πολιτική] Πώς τολμάτε;
«Kούρεμα», παρελάσεις, αγανάκτηση, οργή,
φτώχεια, κραυγές αγωνίας για το μέλλον, υποκρισία, δημοψήφισμα,
υπεράσπιση των ιερών και οσίων: στοιχεία που συνθέτουν το υπέροχο
σκηνικό της σημερινής Eλλάδας. Πάνω από αυτά υπερίπτατο, πριν κάποιες
μέρες, η σωτήρια επιστολή των τριών (Λοβέρδου, Διαμαντοπούλου, Pαγκούση), αλλά και τα έπεα πάθους
για την Ευρώπη και την πορεία της χώρας σ’ αυτήν! Τόσο στην επιστολή,
στην οποία οι τρεις ευαγγελίζονται την Eλλάδα του νέου ήθους, της νέας
πολιτικής ηθικής, που συμπυκνώνεται στις μεταρρυθμίσεις που οι ίδιοι
προωθούν, όσο και στα έπεα πάθους για μια Ελλάδα ευρωπαϊκή της
οποίας φυσικοί ηγέτες μόνο ευρωπαϊστές πολιτικοί μπορούν να είναι
(δηλαδή Βενιζέλος-Λοβέρδος κλπ.), δεν έχουμε παρά μόνο μια απάντηση: Πώς τολμάτε;
Στην Ελλάδα των μετά βίας 10.000.000
ανθρώπων, που ο ένας γνωρίζει λίγο-πολύ τα πεπραγμένα του άλλου, εμείς
ας παραστήσουμε τους ανίδεους. Aς υποθέσουμε ότι οι συγκεκριμένοι
πολιτικοί –κι άλλοι σαν αυτούς– ανήκουν στις υγιείς, ευρωπαϊκές ομάδες
αυτού του έθνους. Aς υποθέσουμε ότι δεν είχαν ιδέα για τη διαπλοκή της
εξουσίας με τις πιο αυταρχικές, αντιευρωπαϊκές και αντιδραστικές
δυνάμεις (την Eκκλησία, το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό γενικά),
διαπλοκή η οποία έφερνε επίλεκτα στελέχη των μεγάλων κομμάτων στην πρώτη
θέση στις εκλογές. Aς υποθέσουμε επίσης ότι κανένας τους δεν
αναρριχήθηκε στην εξουσία μέσα από τον πιο βάρβαρο κομματικό μηχανισμό.
Aς υποθέσουμε ότι όλοι υπηρετούσαν το δημόσιο συμφέρον, ότι δεν
χρησιμοποίησαν το δημόσιο αγαθό ως εφαλτήριο για την προσωπική καριέρα
τους. Aς υποθέσουμε ότι δεν είχαν ιδέα ούτε για τον εκμαυλισμό μεγάλων
ομάδων της κοινωνίας ούτε για την κατασπατάληση του δημόσιου –και του
ευρωπαϊκού– χρήματος ούτε για το πελατειακό σύστημα προνομίων.
Aς υποθέσουμε ότι οι συγκεκριμένοι ήταν
διαβασμένοι πολιτικοί, γνώριζαν τι σημαίνει Eυρώπη, τι δεσμεύσεις
αναλάμβανε η χώρα μπαίνοντας στην ευρωζώνη. Aς υποθέσουμε ότι δεν ήταν
οι επαρχιώτες πολιτικοί του καφενείου, της εύκολης, κουτοπόνηρης
ρητορείας και του εντυπωσιασμού του πλήθους. Aς υποθέσουμε ότι
αντιλαμβάνονταν την πολυπλοκότητα του «νέου κόσμου» στον οποίο ανήκε η
Eλλάδα, ότι κατανοούσαν την ευρωπαϊκή πολιτική, την ευρωπαϊκή και
παγκόσμια οικονομία, ώστε να «προβλέψουν» προς τα πού οδεύει αυτή η
Eυρώπη και πώς έπρεπε να στηθεί η Eλλάδα για να περισώσει το «διασωθέν»:
ό,τι της είχε απομείνει από δεκαετίες εκμαυλισμού και διαφθοράς. Ας
αποδεχτούμε ως δεδομένη την πρόθεσή τους να σώσουν το έθνος και την
πατρίδα από την εθνική καταστροφή.
Και πάλι, η απάντηση είναι μία: Πώς τολμάτε;
Για να επιβιώσει το έθνος από μια καταστροφή, χρειάζεται να
ανασυγκροτηθεί στη βάση ενός νέου αξιακού κώδικα. Aυτό σημαίνει ότι,
καταρχήν και καταρχάς, ονοματίζονται και τιμωρούνται οι υπεύθυνοι, ενώ
ξαναοριοθετείται το έθνος και οι αξίες του, μεταξύ των οποίων και η
ευρωπαϊκή του ταυτότητα. Eν ολίγοις, συνάπτεται ένα νέο εθνικό συμβόλαιο
με το οποίο αναδιατυπώνονται το κοινό δίκαιο και το κοινό συμφέρον, με βάση τα οποία συνεγείρονται οι υγιείς ομάδες
και συσπειρώνονται γύρω από την ηγεσία που αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει
το νέο εθνικό, ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Aς υποθέσουμε λοιπόν ότι οι
συγκεκριμένοι πολιτικοί δεν είχαν καμιά ανάμιξη σε αυτή την καταστροφή,
συνεπώς νομιμοποιούνται να παίξουν το ρόλο της ηγεσίας του έθνους, που
πρέπει να πολεμήσει τους «τυράννους» του προκειμένου να σωθεί. Oι νέες
αξίες όμως δεν έρχονται με επιφοίτηση αλλά διαμορφώνονται στο πλαίσιο
ενός αγώνα κατά του παλιού που οδήγησε μια χώρα στην καταστροφή. Σε
ιστορικές φάσεις μεγάλων ανατροπών, για να διεκδικήσουν ηγετικό ρόλο
ακόμη κι αυτοί που επί χρόνια υπηρέτησαν με περισσή πίστη και αφοσίωση
την παλιά τάξη πραγμάτων, πρέπει καταρχάς να καταδικάσουν απερίφραστα
τους φορείς και τις αξίες της παλιάς τάξης. Δεν μπορείς να ονοματίζεις
«τύραννο» και «αντιευρωπαϊστή» τον πανεπιστημιακό, τον εφοριακό, τον
υπάλληλο της ΔEH, τον οποιοδήποτε δημόσιο υπάλληλο ή εργαζόμενο, χωρίς
πρώτα να έχεις ονοματίσει «τύραννο» τον πρωταρχικό διαφθορέα: όλους
όσους ανήγαγαν τη διαφθορά και τη διαπλοκή σε πολιτική και κοινωνική
αξία, εξαιτίας της οποίας άνθρωποι έντιμοι περιθωριοποιούνταν ως
ανίκανοι.
Πώς τολμάτε λοιπόν; Για να δοθεί
ένας αγώνας, πρέπει καταρχάς να οριοθετηθούν τα μέτωπα και οι αρχές. O
αγώνας, με ιδεολογικές γραμμές και αξίες συμβάλλει στη
ριζοσπαστικοποίηση και του μέχρι πρότινος διεφθαρμένου «κοτζαμπάση»,
«αρματολού» και «κλέφτη». Aυτός όμως που διεκδικεί την ηγεσία είναι ο
πρώτος που πρέπει να αποποιηθεί το παρελθόν του «κοτζαμπάση». Oι
μεταρρυθμίσεις λοιπόν, όπως και οι εκ των υστέρων κραυγές για την
Ευρώπη, χωρίς οριοθετημένο ιδεολογικό πλαίσιο, χωρίς πρόγραμμα που να
δεσμεύει σε έναν κοινό σκοπό-σωτηρία της χώρας και του δημόσιου χώρου
ομάδες με ετερόκλητη προέλευση και διαφορετικές διεκδικήσεις, μετά βίας
καλύπτουν ιδιοτελή συμφέροντα, βάναυσα ιδεολογήματα και κομματικά
συμφέροντα. Μέγιστη απόδειξη, η εκβιαστική χρήση του δημοψηφίσματος από
τον πρωθυπουργό και την παρέα του, οι κραυγές αγωνίας για την
πορεία της Ελλάδας στην Ευρώπη. Δεν γνωρίζουμε το παρασκήνιο της
απόφασης για το δημοψήφισμα, ούτε θέλουμε να προβούμε σε συνωμοτικές
εικασίες. Εκείνο όμως που έγινε σαφές είναι ότι, ακόμη μια φορά, η
ευρωπαϊκότητα του έθνους παίζεται σε ζαριές ανάμεσα σε συγκρουόμενες
ομάδες του ίδιου κόμματος (ΠΑΣΟΚ) ή/και ανάμεσα στα δύο κόμματα
εξουσίας. Πάντως, ένα είναι βέβαιο: την ευρωπαϊκότητα του έθνους δεν
την υπονομεύουν οι διαδηλώσεις και το ξέσπασμα οργής –αυτά αποτελούν
αναπόσπαστο μέρος του ευρωπαϊκού πολιτικού πολιτισμού– , αλλά η χυδαία
χρήση τόσο του έθνους όσο και της «Ευρώπης» από τα δυο κόμματα εξουσίας,
που οδήγησαν τη χώρα στον εξευτελισμό.
Πώς τολμάτε λοιπόν; H οργή ξέσπασε, πραγματικά και συμβολικά, στις παρελάσεις σε όλη την Eλλάδα. Και άρχισαν πάλι οι υγιείς ομάδες της κοινωνίας –πολιτικοί, δημοσιογράφοι, άνθρωποι του πνεύματος–
να ολοφύρονται για την κατάντια αυτού του τόπου που δεν σέβεται τους
θεσμούς και την εθνική μνήμη. Πόση υποκρισία, πόσος ελιτισμός, πόσο
συμφέρον κρύβεται πίσω από όλα αυτά; Πράγματι, σ’ αυτό το οργισμένο
ξέσπασμα μετείχαν από φίλαθλοι και «μπαχαλάκηδες» μέχρι φιλήσυχοι και
πολιτικοποιημένοι άνθρωποι, οι οποίοι ριζοσπαστικοποιήθηκαν υπό το βάρος
μιας απερίγραπτης αδικίας και ταπείνωσης. Πόσο ανιστόρητος πρέπει να
είναι κανείς για να μην καταλαβαίνει ότι όταν το δίκαιο παύει να είναι
το κοινώς αυτονόητο ανάμεσα στην κοινωνία και
την εξουσία, τότε η έκρηξη είναι αναμενόμενη; Πόσο ανιστόρητος και
φτηνός ηθικολόγος πρέπει να είναι αν δεν καταλαβαίνει ότι στην έκρηξη
εκφράζονται πολλά και διαφορετικά πράγματα; Πιστεύει κανείς ότι στις ευρωπαϊκές
εξεγέρσεις είχαν όλοι την ίδια πολιτική και κοινωνική αφετηρία, τα ίδια
συμφέροντα; Πιστεύει κανείς ότι οι θεσμοί, όταν παύουν να
περιχαρακώνουν ένα κοινό και μέσα από ευρεία συναίνεση δίκαιο, δεν
αυτοϋπονομεύονται; Πόσο εθνικιστής και αντιευρωπαϊστής πρέπει
να είναι για να μην καταλαβαίνει ότι στις παρελάσεις δεν δοξάζεται ένα
αποστεωμένο και νεκρό έθνος, αλλά ότι, μέσω της επετείου και στο όνομα
των νεκρών, ανανεώνεται το συμβόλαιο εμπιστοσύνης ανάμεσα στα μέλη μιας
κοινότητας τα οποία συμμερίζονται τις ίδιες αξίες και αρχές; Στη φετινή
παρέλαση, η ελληνική κοινωνία –διεφθαρμένη και αδιάφθορη– γύρισε την
πλάτη της, όχι στους νεκρούς της, αλλά στην πολιτική εξουσία που δεν
τιμά ούτε νεκρούς ούτε ζωντανούς. Γιατί αν δεν τιμάς τους ζωντανούς δεν
μπορείς να τιμήσεις τους νεκρούς. Tα υπόλοιπα είναι για τον Kαρατζαφέρη,
τον εθνικό υποβολέα αυτής της κυβέρνησης.
Μπροστά σε όλα αυτά, η Aριστερά έχει το
ιστορικό βάρος να αναλάβει τις ευθύνες του ρόλου της, την ευθύνη της
ευρωπαϊκής πορείας της χώρας. Από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά (από
την Ελληνική για τη χώρα μας), το τι είναι Ευρώπη συνιστά μείζον
πολιτικό διακύβευμα ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις. Αυτό
ήταν το διακύβευμα στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτό παραμένει και σήμερα,
με διαφορετικούς όρους βέβαια. Όσο πιο πολύπλοκο το διακύβευμα τόσο πιο
«διαβασμένη» πολιτική απαιτείται. Η Αριστερά δεν μπορεί να
τροφοδοτείται μόνο από την οργή, αλλά οφείλει να την πολιτικοποιήσει στη
βάση ενός αξιακού κώδικα με τον οποίο ο «κοτζαμπασισμός», απ’ όπου κι
αν προέρχεται, θα αποτελέσει οριστικά παρελθόν. Πολιτικό πρόγραμμα
εξουσίας πρέπει να είναι η απάντησή της, με την επίγνωση ότι η μοναδική
σωτηρία για τη χώρα είναι η αποκατάσταση μιας άλλης τάξης που
θα ανατρέψει την αταξία που δημιούργησαν οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ-ΝΔ. Μιας
άλλης τάξης, μέσα όμως στην Ευρώπη στην οποία ιστορικά, πολιτικά και οικονομικά
ανήκουμε. Το ευρώ είναι το κοινό μας νόμισμα, και για να γίνει ένα
νόμισμα προς όφελος των πιο αδύναμων χρειάζεται αγώνας αλλά και συνέπεια
στο εθνικό συμφέρον, που δεν μπορεί πλέον παρά να είναι και ευρωπαϊκό. Η
ιστορία της Ευρώπης ενείχε πάντα τη σύγκρουση ανάμεσα σε δυνάμεις
αυταρχικές και δημοκρατικές. Είναι η στιγμή η Αριστερά να συγκροτήσει
ένα πρόγραμμα εξουσίας που θα συνεγείρει μεγάλες κοινωνικές ομάδες, οι
οποίες θα συνειδητοποιηθούν στο πλαίσιο ενός αγώνα που, αν έχει στόχο να
αλλάξει την Ευρώπη, πρέπει να κάνει θυσίες για να αλλάξει πρώτα τον
εαυτό της. Θυσίες μέσα από τις οποίες θα συναντηθεί με τους άλλους λαούς
της Ευρώπης και δεν θα απομονώνεται από αυτούς.
Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της εφημερίδας Αυγή
Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011
[Αριστερά] Μετανάστευση ή Επανάσταση;
«Φτώχυναν οι Έλληνες, δεν πτώχευσε η
Ελλάδα», αναφώνησε στη Βουλή ο μέγας σοσιαλιστής πολιτικός, και μ’ αυτή
την κουτοπόνηρη φράση απέδωσε το ουσιαστικό περιεχόμενο της πολιτικής
της κυβέρνησης: η σωτηρία της Ελλάδας εις βάρος των Ελλήνων.
Μιας κυβέρνησης δεν έκανε καμιά διαπραγμάτευση υπέρ των Ελλήνων, δεν
έλαβε τα μέτρα που έπρεπε, όπως έπρεπε, τη σωστή στιγμή, και τώρα
επιδίδεται σε ένα απερίγραπτο πλιάτσικο εναντίον όλων των θεσμών και των
δικαιωμάτων που συγκροτούν μια κοινωνία. Είναι άραγε ζήτημα
ανικανότητας ή ιδεολογίας; Θεωρώ και τα δύο, κυρίως όμως το δεύτερο.
Μείζον πρόβλημα για την κυρίαρχη στη
σημερινή Ευρώπη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία είναι οι συγκροτημένες
κοινωνίες και τα κεκτημένα δικαιώματά τους. Με τη συναίνεση δεξιών και
σοσιαλιστικών κυβερνήσεων, είχε ξεκινήσει εδώ και κάποια χρόνια μια
ιδιόμορφη άλωση, με στόχο τη μετατροπή της συγκροτημένης κοινωνίας σε
«πλαστική»: από κοινωνία διαρκούς διεκδίκησης των δικαιωμάτων για όλους,
σε κοινωνία-σύνολο ατόμων όπου δικαίωμα συνιστά η συμμετοχή σε μια πλαστική ευδαιμονία,
από την οποία όσοι αποκλείονται είναι «ανίκανοι» και «άχρηστοι». Η
επιδίωξη της διεύρυνσης του κράτους πρόνοιας έδινε τη θέση της στην
επιδίωξη της επιβολής ενός κράτους-τροχονόμου της ελεύθερης αγοράς.
Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές και διεθνείς ομάδες κρούσης του
νεοφιλελευθερισμού, με σύμμαχο τις εγχώριες εξουσίες, εξαπέλυαν
ολομέτωπη επίθεση σε κοινωνίες αποδιοργανωμένες (ανατολική Ευρώπη,
ασιατικές χώρες). Αυτό υπήρξε το νέο αποικιοκρατικό όραμα,
νεοφιλελεύθερης κοπής, το οποίο αφομοίωσαν γρήγορα τα ισχυρά ευρωπαϊκά
κράτη, με την ίδια εθνικιστική ορμή που είχαν δείξει οι πρόγονοί τους
του 19ου αιώνα, όραμα που δεν άφησε αδιάφορα και μικρότερα κράτη της
Ε.Ε.
Το 2002, με την καθιέρωση του κοινού
ευρωπαϊκού νομίσματος, αποτελεί αποφασιστική καμπή στην Ιστορία της
μεταπολεμικής Ευρώπης, συγκρίσιμη σε σημασία με την κατάρρευση των
ανατολικών καθεστώτων. Ωστόσο, το ευρώ, αντί να ωθήσει, ως κοινό
νόμισμα, στη συγκρότηση ενός νέου, ενιαίου ευρωπαϊκού προγράμματος, στο πλαίσιο του οποίου θα εναρμονίζονταν τα νέα
εθνικά προγράμματα, αποτέλεσε τη βάση για την έξαρση της
αποικιοκρατικής εθνικιστικής ορμής των κρατών – ισχυρών αλλά και
λιγότερο ισχυρών. Το νέο ευρωπαϊκό αφήγημα ήταν τελικά και
παλιό και εθνικιστικά κατακερματισμένο, ενώ οι πιο ευάλωτες οικονομικά,
θεσμικά και πολιτικά χώρες παραδίδονταν άνευ όρων σ’ αυτό, αφήνοντας τις
πύλες ορθάνοικτες.
Η Ελλάδα, μέσα στους έξαλλους
πανηγυρισμούς μιας εκσυγχρονιστικής ελίτ, πολιτικής και πνευματικής, με
την ενορχήστρωση των ΜΜΕ, άλλαξε σελίδα το 2002, μπαίνοντας στο κλαμπ
των «μεγάλων χωρών». Η πολιτική εξουσία διερμήνευσε, με τον δικό της
τρόπο, στα καθ’ ημάς, το νέο ευρωπαϊκό όραμα: παράδοση του κράτους μέσω
της μίζας στους πελάτες, παράδοση της κοινωνίας μέσω της
ατομικής διάβρωσης στη διαφθορά, την αδιαφορία και την έλλειψη
αλληλεγγύης. Όλα αυτά ονομάζονταν «εκσυγχρονισμός», ενώ οι τράπεζες
έστηναν τρελό πανηγύρι: μοίραζαν πλαστικό χρήμα, συμβάλλοντας
αποφασιστικά στην εξάπλωση της ατομικής ευδαιμονίας εναντίον της
συλλογικής. Τα άτομα ευημερούσαν, όχι όμως και η κοινωνία: οι μισθοί
παρέμεναν χαμηλοί, οι τιμές στρογγυλοποιούνταν προς τα πάνω και οι
φτωχοί γίνονταν φτωχότεροι. Διεκδικήσεις μισθολογικές και κατά της
ακρίβειας έμοιαζαν απομεινάρια άλλης εποχής. Οι ατομικές λύσεις (δάνεια,
κάρτες, ευρωπαϊκά προγράμματα, γλείψιμο, κομπίνες με την Εφορία)
επιβραβεύονταν – και αφορούσαν πολλούς: ο διεφθαρμένος πλούτος διάβρωνε
μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, γι’ αυτό η πολιτική ελίτ ήταν
αποτελεσματική. Όσοι δεν ακολουθούσαν ήταν απλώς «ανίκανοι» ή
μετανάστες.
Η πολιτική ελίτ δεν συνομολόγησε ένα νέο
κοινωνικό συμβόλαιο, όπως απαιτούσε η περίσταση, αλλά έπαιξε σε δύο
επίπεδα. Αφενός, άφησε ανέγγιχτο το εθνικιστικό πρόγραμμα άλλων εποχών,
εκσυγχρονίζοντάς το για να αρμόζει στο όραμα της ισχυρής Ελλάδας
(Ολυμπιακοί Αγώνες). Ένα πρόγραμμα-κακέκτυπο αντίστοιχων προγραμμάτων
των ισχυρών κρατών της Ε.Ε. Πάντα θα θυμάμαι την εμπνευσμένη ομιλία του
Μιχάλη Παπαγιαννάκη, σε συνέδριο του Συνασπισμού, όπου είχε
κατακεραυνώσει την κοντόφθαλμη, νεοεθνικιστική πολιτική της «ισχυρής
Ελλάδας», με τις επιχειρήσεις στα Βαλκάνια, το δόγμα της μεγάλης
περιφερειακής δύναμης και, ταυτόχρονα, την εκτεταμένη φοροδιαφυγή –όχι
μόνο του μεγάλου κεφαλαίου– και την καταρράκωση του κράτους. Αφετέρου, η
πολιτική ελίτ συνομιλούσε προνομιακά με εκείνη την πνευματική ελίτ της
οποίας ο κοσμοπολίτικος αντιεθνικισμός, ενταγμένος στο
πρόγραμμα εξυπηρέτησης των κυβερνήσεων και των ΜΜΕ, καταντούσε
συντηρητικός. Γιατί το ζητούμενο δεν ήταν η ανθρώπινη κοινωνία,
η ανασυγκρότηση μιας νέας, διευρυμένης εθνικής κοινωνίας προβεβλημένης
σε μια ευρωπαϊκή ενότητα: ο ευρωπαϊσμός, όπως τον υπαγόρευε η πολιτική
εξουσία, καθίστατο αυταξία. Η ελίτ αυτή δεν άσκησε καμιά σοβαρή κριτική
στο σημιτικό δόγμα της «ισχυρής Ελλάδας», που άνοιγε την κερκόπορτα στον
εθνικισμό, πριμοδοτώντας τον από άλλο δρόμο. Δεν άσκησε κριτική στη
διάβρωση του κράτους πρόνοιας, που είχε καταντήσει πελατειακό. Η «ισχυρή
Ελλάδα» πάνω απ’ όλα. Το αποτέλεσμα ήταν η πλαδαρή κοινωνία, όπου οι
συλλογικότητες χάνονταν κάτω από τόνους ατομικού λίπους, όχι μόνο των
κεφαλαιοκρατών αλλά και του «πονεμένου λαού».
Μ’ αυτά και με κείνα, αγαπητοί σύντροφοι
της Αριστεράς, φτάσαμε εδώ που είμαστε. Και ευθύνες δικές μας υπάρχουν,
παρ’ όλο που δεν είναι της ίδιας βαρύτητας. Το ευρωπαϊκό μας όραμα δεν
μπορέσαμε να το πάμε πουθενά, γιατί κι εμείς πλαδαρέψαμε πολύ. Αφήσαμε
κατά μέρος το ισχυρότερο όπλο της Αριστεράς, την κριτική σκέψη, και
πέσαμε στη συνθηματολογία, τις ατάκες και τον λαϊκισμό. Το όραμα της
ανανεωτικής, ευρωπαϊκής Αριστεράς γέμισε γκρίζες ζώνες και παραφωνίες.
Από τη μια, ένας εύκολος, αντιιμπεριαλιστικός, αντι-μετανεωτερικός
εθνικισμός, που καταντούσε αντιευρωπαϊσμός, και από την άλλη ο
εκσυγχρονιστικός, αντιεθνικιστικός ευρωπαϊσμός. Από τη μια
αριστερίστικες επιλογές του μπάχαλου στο όνομα εν γένει του λαού, από
την άλλη εκσυγχρονιστικές, ελιτίστικες επιλογές. Και στη μέση μια
κοινωνία σε πλήρες ξεχαρβάλωμα ευδαιμονίας. Δεν αντιληφθήκαμε ότι, αν το
έθνος-κράτος παραμένει το έσχατο καταφύγιο κάθε κατατρεγμένου, η αλλαγή
νοοτροπιών –και ατομικά και συλλογικά– ήταν επιβεβλημένη. Αυτό όμως
απαιτούσε κριτική σκέψη, όχι συνθήματα και συναισθηματικές εξάρσεις. Η
κοινωνία ολοένα ξεχείλωνε, κι εμείς παίζαμε «ποιος είναι πιο αριστερός
από τον άλλο».
Καθώς δεν υπάρχει πια χρόνος, δύο λύσεις
μας μένουν: μετανάστευση ή επανάσταση. Η μετανάστευση είναι η εύκολη και
ωφέλιμη, για λόγους ευνόητους, λύση γι’ αυτούς που μας κυβερνούν. Η
επανάσταση είναι η δύσκολη, αλλά και μοναδική λύση για όλους μας. Βήμα
πρώτο: η ελληνική κοινωνία δεν ήταν πλούσια και φτώχυνε· ήταν φτωχή και
εξαθλιώθηκε. Ως «πλαστική κοινωνία» ήταν πλούσια, στην πραγματικότητα
ήταν όμως ήταν φτωχή. Η Ελλάδα δεν ήταν μια «ισχυρή χώρα»· θα μπορούσε
να ήταν μια αξιοπρεπής. Η πρώτη διεκδίκηση λοιπόν είναι να ξαναορίσουμε
τον στόχο μιας ανθρώπινης κοινωνίας. Επειδή η κυβέρνηση, για να
παραμείνει η Ελλάδα «ισχυρή», πρέπει να ξεφορτωθεί άπαξ διά παντός την
πραγματική κοινωνία, να διαλύσει το κράτος και τους θεσμούς, οφείλουμε
να ξαναδιεκδικήσουμε την αξιοπρέπεια αυτής της χώρας, και μαζί τη δική
μας. Η κυβέρνηση, ταμπουρωμένη πλέον πίσω από ένα αναχρονιστικό
πρόγραμμα (με τη συμπαράσταση και του ΛΑΟΣ), λειτουργεί διά του
αποκλεισμού του μεγαλύτερου μέρους της κοινωνίας, την οποία
αντιπαραθέτει στο «έθνος»: τα Πανεπιστήμια έγιναν ξαφνικά ο υπ’ αριθμόν
ένα κίνδυνος για το έθνος, οι δημόσιοι υπάλληλοι το ίδιο, το ΕΣΥ επίσης
κ.ο.κ. Παράλληλα, η κυβέρνηση, εμπνεόμενη από τον ίδιο εθνικισμό,
επιδίδεται σε μια ριψοκίνδυνη και απαράδεκτη εξωτερική πολιτική:
εξοπλιστικές αγορές και συμμαχία με το Ισραήλ, και μάλιστα με την πιο
ακροδεξιά κυβέρνηση αυτής της χώρας τα τελευταία χρόνια.
Ο μόνος δρόμος, λοιπόν: επανάσταση στις
νοοτροπίες και τις διεκδικήσεις! Με επεξεργασμένο πρόγραμμα για μια
ανθρώπινη κοινωνία, με τη συγκρότηση δικτύων κοινωνικής αλληλεγγύης,
διεκδικούμε την ανυπακοή και την αξιοπρεπή φτώχεια όλων. Οι
μισθοί και οι συντάξεις πριν την κρίση ήταν ήδη –αν εξαιρέσουμε κάποιους
προνομιούχους– σε επίπεδα χαμηλά· διεκδικούμε την επάνοδό τους σε αυτά
τα, έστω χαμηλά, επίπεδα. Η Αριστερά δεν πρέπει να σωπαίνει στις
υπέρογκες αμοιβές και τα προνόμια βουλευτών και υπουργών: να αμείβονται
ανάλογα με τους άλλους δημόσιους λειτουργούς. Διεκδικούμε την άμεση
πτώση των ενοικίων και της τιμής των τροφίμων, τη στάση πληρωμών στα
δάνεια — ειδικά πρώτης κατοικίας. Δεν συναινούμε σε όλα όσα οδηγούν την
κοινωνία στον εκβαρβαρισμό, ούτε επιτρέπουμε ωστόσο σε κανέναν είτε να
μετατρέψει τη συντεταγμένη ανυπακοή σε μπάχαλο, είτε
να την οικειοποιηθεί με συντηρητικούς ή νεοεθνικιστικούς τρόπους. Δεν θα
πληρώσουμε τον παραλογισμό τους με τον εξευτελισμό μας. Καμιά κοινωνία
δεν μπορεί να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της πληρώνοντας κεφαλικό φόρο
και φόρους προστασίας, υπό την απειλή απολύσεων. Δεν είμαστε
εναντίον της Ευρώπης, αντιθέτως προβαλλόμαστε σε μια Ευρώπη στην οποία
μας έλαχε, από τη συγκυρία, να είμαστε πρωτοπόροι. Ο Παπανδρέου, ο
Βενιζέλος, ο Λοβέρδος, η Διαμαντοπούλου και η όλη παρέα δεν θα γράψουν
ιστορία στην πλάτη μας: όποιος ξεφτιλίζει μια κοινωνία δεν έγραψε παρά
μαύρες σελίδες στην Ιστορία.
Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της εφημερίδας Αυγή
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)