Κυριακή 12 Ιουνίου 2011

[Ελλάδα - πολιτική] Σκέψεις με αφορμή την πλατεία Συντάγματος

Βρέθηκα αρκετές φορές στο Σύνταγμα των «αγανακτισμένων», σε αυτή τη νέα, πολυπληθή ομάδα της πλατείας, που την προηγούμενη Κυριακή ξεπέρασε σε όγκο τις 300.000. Παρακολούθησα κι εγώ στη μέση της πλατείας το νέο βήμα δημόσιου διαλόγου, εκεί που κάθε βράδυ διεξάγεται η Γενική Συνέλευση, την οποία πολύ εύστοχα σχολίασε ο Στρατής Μπουρνάζος στα «Ενθέματα» της προηγούμενης Κυριακής. Η Γενική Συνέλευση, οργανωμένη παραδειγματικά, με αντίληψη «άμεσης δημοκρατίας» που, όπως και η άρνηση οποιασδήποτε κομματικότητας, έκανε πολλούς να μιλήσουν για απολιτικότητα μέχρι και για υπονόμευση της Δημοκρατίας ή του κοινοβουλευτισμού. Η μη αναφορά όμως σε κόμματα σημαίνει αυτομάτως και την υπονόμευση των κομμάτων και της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας; Ή μήπως, με αυτό τον τρόπο, εκφράζεται κάτι άλλο;

Μια προσπάθεια επανεφεύρεσης του δημόσιου χώρου

Καταρχάς, το πλήθος μαζεύεται εκεί για να δώσει το «παρών», να πει «καλησπέρα», σε έναν χώρο στον οποίο όλοι μοιράζονται το ίδιο πρόβλημα: αυτό που δημιουργεί η πολιτική του Μνημονίου. Η πολλαπλή εξατομικευμένη αγανάκτηση δεν φτιάχνει μόνο μια μαζική αγανάκτηση, φτιάχνει και αλληλεγγύη, φτιάχνει ανθρωπιά. Το νόημα της πλατείας και της Γενικής της Συνέλευσης, κατά τη γνώμη μου, ακριβώς σε αυτό το σημείο εντοπίζεται: στην ασαφή ακόμη προσπάθεια «επανεφεύρεσης» του τι σημαίνει «παρίσταμαι» και πάλι σε έναν δημόσιο χώρο, του τι σημαίνει το ξαναδηλώνω ως άτομο το «Καλησπέρα» μου στην ομήγυρη, μην περιμένοντας από τις «32» ή τις «132» κομματικές, πνευματικές, συνδικαλιστικές, τηλεοπτικές προσωπικότητες να το οικειοποιηθούν αυτονόητα. Σε αυτή την κρίσιμη φάση, η πλατεία οικοδομεί την αντίληψη του «είμαι εδώ» μαζί με τους άλλους και προσπαθώ να βρω αυτά που μοιράζομαι ή που ίσως έπρεπε εδώ και καιρό να είχα μοιραστεί.

Η πολιτική του Μνημονίου του ΠΑΣΟΚ –αλλά και η πολιτική προ του Μνημονίου των ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ.–, εκτός του ότι ρήμαξε οικονομικά την κοινωνία, κάνει κάτι πολύ χειρότερο: αναπαράγει και πάλι ένα αυτονόητο, αφοριστικό «εμείς», στο οποίο όσοι εναντιώνονται δεν είναι πατριώτες. Από το είμαστε, προ Μνημονίου –αυτονοήτως–  μέλη του ισχυρού, ικανού για όλα έθνους, γίναμε –και πάλι αυτονοήτως– μέλη ενός ρημαγμένου έθνους. Η προ Μνημονίου κατασκευή του ισχυρού, εκσυγχρονισμένου έθνους, μέλους του κλαμπ των προνομιούχων της οικουμένης (όπου μέσα χώραγαν κατεξοχήν οι «επιτυχημένοι»), οικοδομήθηκε εναντίον του ορθού λόγου, εναντίον της έννοιας του πολίτη, προς δόξαν του καταναλωτή και της εικονικής πολιτικής της τηλεόρασης των πολλών αστέρων. Αντί λοιπόν η κρίση να υποχρεώσει τη σοσιαλιστική κυβέρνηση να αποδομήσει την αντίληψη του αφοριστικού «εμείς» πάνω στο οποίο θεμελιώθηκε το ισχυρό έθνος των χυδαία υπερήφανων καταναλωτών και της ακραίας ιδιοποίησης του δημόσιου καλού, ξαναπήρε το αφοριστικό «εμείς» για να οριοθετήσει αυτήν τη φορά το έθνος των συλλήβδην λωποδυτών και του ακραίου ξεπουλήματος του δημόσιου καλού. «Όλοι μαζί τα φάγαμε», δήλωσε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, επαναπροσδιορίζοντας έτσι ένα βαθιά, και πάλι, στοχευμένο πολιτικά «εμείς» φοβισμένων πρώην προνομιούχων. Στο όνομα αυτού του «εμείς» απαξιώθηκαν συλλήβδην όλοι οι δημόσιοι θεσμοί –δημόσια εκπαίδευση, δημόσια υγεία– και μαζί τους όλοι οι εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα. Αφοριστικά σχήματα που συμμερίστηκαν αμέσως και κάποιοι από τον αριστερό χώρο — ΔΗ.ΑΡ.: «Να ξεχάσετε όσα ξέρατε οι δημόσιοι υπάλληλοι», δήλωνε με περισσή αριστερή ευαισθησία ο Ν. Τσούκαλης. Από την άλλη μεριά, η στοχοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ, με τον πιο χυδαίο τρόπο (Πάγκαλος, Πεταλωτής), ενίσχυε και ενισχύει τον αφοριστικό τρόπο οριοθέτησης του «εμείς» των εθνοσωτήρων πολιτικών εναντίον των ανεύθυνων, μια φόρμουλα που ιδιαιτέρως διευκολύνει κόμματα όπως το ΛΑΟΣ.

Με την πολιτική του Μνημονίου εδραιώνεται πλέον με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο αυτό που αναδεικνύεται στο πλαίσιο του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελευθερισμού σε όλη την Ευρώπη,  που στην Ελλάδα λόγω της κρίσης επιταχύνθηκε: η συστηματική άσκηση της πολιτικής, εξορθολογιστικά, αλλά εναντίον του ορθού λόγου. Μια εξορθολογιστική πολιτική που θεμελιώνεται στην ακύρωση του ατόμου ως ενεργού πολίτη, και που γι’  αυτό καταντάει απολύτως ανορθολογική. Ανορθολογισμός, και όχι εξορθολογισμός, είναι η συγχώνευση σχολείων και πανεπιστημίων, η συγχώνευση νοσοκομείων. Ανορθολογισμός είναι η οριζόντια περικοπή μισθών και συντάξεων, ανορθολογισμός είναι η άνιση κατανομή των οικονομικών βαρών, ανορθολογισμός είναι η υπονόμευση θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ανορθολογισμός, και όχι εξορθολογισμός, είναι να τρέχουν οι υπουργοί να προλάβουν τους αριθμούς που επιβάλλει η Τρόικα, ξεχνώντας ότι η δημοκρατία θεμελιώθηκε στον ορθό λόγο, στον άνθρωπο, πολιτικό υποκείμενο. Ο Αντώνης Λιάκος, σε ένα πολύ καλό άρθρο του για την κρίση («Μερικές ιδέες για να σκεφτούμε ξανά την κρίση», The books journal, τχ. 6, Απρίλιος 2011· βλ. tinyurl.com/6cy5yen), εξηγώντας την επιβολή στην παγκόσμια οικονομία της Ινδίας και της Κίνας, έκανε λόγο για οριστική αποαποικιοποίηση. Κατανοώντας απολύτως τι θέλει να πει, θα έλεγα ωστόσο ότι μέσω της Ανατολής, μέσω του εργασιακού Μεσαίωνα της Ανατολής, επαναποικιοποιείται και πάλι όχι η Ανατολή αυτή τη φορά, αλλά η έννοια του πολίτη μιας παγκόσμιας «Ανατολής» από μια παγκόσμια «Δύση», η οποία στο όνομα του εξορθολογισμού των αριθμών και του κέρδους αφήνει πίσω της ό,τι κατέκτησε η Δύση με τον ορθό λόγο: τους ίδιους τους ανθρώπους, ως πολιτικά υποκείμενα.

Η διεκδίκηση μιας πολιτικής του ορθού λόγου

Στην πλατεία λοιπόν αναζητείται, έστω και με σπασμωδικό, μη πολιτικά στοχευμένο τρόπο, η ατομική ευθύνη για το περιεχόμενο του «Καλησπέρα», αναζητούνται οι τρόποι εξοικείωσης και πάλι με το ξαναϋπογράφουμε μαζί και όχι ερήμην μας το νέο συμβόλαιο. Ωστόσο, η διεκδίκηση μιας πολιτικής του ορθού λόγου προϋποθέτει τη συγκρότηση μετώπου εναντίον του ανορθολογισμού, απ’ όπου κι αν αυτός απορρέει. Ο «λαός» ή το «έθνος» ως αδιαφοροποίητες ταξικά, ιδεολογικά και πολιτικά κατηγορίες συνιστούν τη βάση του ανορθολογισμού, τη νομιμοποιητική βάση άλλωστε, έστω κι από άλλο δρόμο, και του εξορθολογιστικού ανορθολογισμού. Οι εθνοσωτηριακού χαρακτήρα προσωπικότητες ή κινήσεις, οι «Σπίθες» που απευθύνονται σε ένα έθνος πανταχόθεν απειλούμενο, που επιδιώκουν παλλαϊκή και πανεθνική συσπείρωση εναντίον των εχθρών του έθνους (σιωνιστές, Ευρωπαίους, Τούρκους), ανάμεσα στους οποίους και οι «ξεπουλημένοι πολιτικοί», καταργούν τελικά τη θεμελιώδη αρχή της πολιτικής: τη συγκρότηση με ορθολογικό τρόπο –δηλαδή ταξικό και ιδεολογικό– πολιτικών μετώπων, και όχι την υπερβατική, αφοριστική συσπείρωση του έθνους εναντίον των εχθρών του. Σε στιγμές μεγάλης κρίσης, το οποιοδήποτε κίνημα, για να είναι ανατρεπτικό, για να είναι επαναστατικό, οφείλει στο πλαίσιο του να διεκδικεί την ανάδειξη ενός «νέου, σε σχέση με το μόλις χτες, ανθρώπου», ενός «νέου» συνειδητοποιημένου πολίτη. Τα εφησυχαστικά σχήματα, πολύ παλιάς κοπής, περί «έθνους και των εχθρών του», δεν ανέτρεψαν τίποτε άλλο παρά μόνο την ίδια την ουσία της πολιτικής: τον πολίτη, υπεύθυνο απέναντι στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της κοινωνίας. Ο Μίκης Θεοδωράκης πολέμησε –προς τιμήν του και προς τιμήν μας– τον φασισμό, τον αυταρχισμό, το έλλειμμα δημοκρατίας, κι εκεί συναντήθηκε με ένα παγκόσμιο κίνημα. Δεν πολέμησε για το ελληνικό έθνος κατά των εχθρών του, αλλά στο όνομα των δημοκρατών Ελλήνων ανέδειξε με τη μουσική του τον «νέο Έλληνα», αυτόν που συναντήθηκε με τον «νέο» Χιλιανό, Ισπανό, Παλαιστίνιο, Τούρκο. Δεν τραγούδησε τη διεθνή συνωμοσία εναντίον του Έλληνα, αλλά έδωσε πολιτική και πολιτισμική υπόσταση «στη φτώχεια», στους περιθωριοποιημένους ιδεολογικά, πολιτικά και κοινωνικά ανθρώπους — Έλληνες και άλλους. Γι’ αυτό η μουσική του απέκτησε οικουμενικότητα.

Η πλατεία έχει πολλές φωνές, και η Αριστερά, αν θέλει να «πιάσει» το βαθύτερο νόημά της, οφείλει πρώτη να αποφύγει τον εύκολο και γι’ αυτή λαϊκισμό που αναπαράγει τα αφοριστικά «εμείς» (ο λαός και τα αφεντικά). Η Αριστερά δεν απειλείται από την πλατεία, απειλείται από την υπονόμευση του ορθού λόγου, του οποίου ήταν κάποτε ο αποκλειστικός φορέας.


Κυριακή 30 Μαΐου 2010

[Ελλάδα - οικονομία και πολιτική] H Δύση και η Aνατολή της Eλλάδας

Tον Mάρτιο ο πρωθυπουργός κήρυξε τη χώρα σε εμπόλεμη κατάσταση και κάλεσε το έθνος στα «όπλα». Δεν μας διευκρίνησε ωστόσο ποια είναι τα εμπόλεμα μέτωπα και ποιο το δίκαιο του αγώνα. Στην πορεία καταλάβαμε ότι ο εχθρός είμαστε εμείς –οι μισθοσυντήρητοι και οι συνταξιούχοι–, οι οποίοι συγχρόνως καλούμαστε να πολεμήσουμε εναντίον μας. Eμείς είμαστε οι «εχθροί», όπως άλλωστε επιμένουν οι διεθνείς αγορές, οι συντηρητικές εξουσίες της Eυρωπαϊκής Ένωσης και οι «εκσυγχρονιστικές ελίτ» αυτής χώρας. Tελικά, τα εμπόλεμα μέτωπα ορίστηκαν ερήμην και εναντίον μας, και καλούμαστε να θυσιαστούμε, σαν άλλη Iφιγένεια, στο όνομα «του εθνικού συμφέροντος», έτσι όπως αυτό ορίστηκε ερήμην μας από μια εξουσία την οποία δεν εμπιστευόμαστε. H κυβέρνηση, η χρηματοπιστωτική και δημοσιογραφική ελίτ αυτής της χώρας, προσπαθούν, με τη βοήθεια των «ξένων», να εκπολιτίσουν την «απολίτιστη Aνατολή» –εμάς δηλαδή– που απαιτούμε τη μίνιμουμ διασφάλιση των δικαιωμάτων μας, αυτών που μας καθιστούν πολίτες και όχι ευεργετούμενο όχλο. Για μια ακόμη φορά, φαίνεται ότι το «εκσυγχρονιστικό εγχείρημα» αυτής της χώρας ναυάγησε εξαιτίας μας, εμάς της «απολίτιστης Aνατολής» των μισθοσυντήρητων που υπονομεύουμε το μέλλον του «ευγενούς έθνους», η σωτηρία του οποίου εξαρτάται από την ήττα των πολιτών και των δικαιωμάτων τους.

Eίναι βέβαιο ότι το «ελληνικό πρόβλημα» εντάσσεται σε ένα ευρύτερο παγκόσμιο και ευρωπαϊκό πρόβλημα, στο πλαίσιο του οποίου η μέχρι πρόσφατα αυτονόητη «αποστολή» του κράτους, ως φορέα και εγγυητή της εξασφάλισης της κοινής βάσης για την ευτυχία των πολιτών του (κράτος πρόνοιας), βάλλεται από ένα  παγκόσμιο, ανεξέλεγκτο οικονομικό σύστημα. Eίναι βέβαιο λοιπόν ότι οι αγώνες των λαών για ένα δημοκρατικό εκσυγχρονισμό, για την ηθική της εξουσίας και του δημόσιου χώρου, αμφισβητούνται πλέον ακόμη και στην ίδια την Eυρώπη. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά την Eλλάδα υπάρχει μια ιδιαιτερότητα που την καθιστά «ανοχύρωτη πολιτεία», που την καθιστά τον πιο αδύναμο κρίκο στην ευρωπαϊκή, έτσι κι αλλιώς πολύ χαλαρή, αλυσίδα. H κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος, η προκλητική αδιαφορία για το δημόσιο συμφέρον και ο απίστευτος εκπλουτισμός κάποιων, πολλών, δημόσιων προσώπων σε βάρος ενός μεγάλου αριθμού πολιτών, δείχνει ότι σε αυτήν τη χώρα το πρόταγμα του δημοκρατικού εκσυγχρονισμού χάθηκε κάπου στην ιστορική διαδρομή ή παρερμηνεύτηκε από κάποιες πολιτικές και πνευματικές ελίτ.

Tο «έθνος της εθνικοφροσύνης» εναντίον του έθνους των πολιτών

H ενοχοποίηση και η τιμωρία των πολιτών για την κακοδαιμονία του δημοσίου, στην Eλλάδα δεν εξυπηρετεί κανένα «εθνικό συμφέρον»· ανταποκρίνεται σε μια παλιά αλλά πάντα επίκαιρη αντίφαση. Xωρίς να θέλω να καταφύγω σε απλουστευτικούς ιστορικισμούς, θα έλεγα ότι στη χώρα μας υπάρχει μια ιστορική διάσταση ανάμεσα στο δημόσιο και το εθνικό συμφέρον. Eίναι σαν αυτά τα δύο να μην ταυτίζονται, σαν να είναι το ένα αντίπαλο του άλλου. Έτσι, ο δημόσιος χώρος που ορίζεται από τους πολίτες και εκφράζεται από το κράτος έρχεται σε σύγκρουση με τον «εθνικό χώρο» που ορίζεται από τους «πιστούς στο έθνος» και εκφράζεται, από το κράτος και μέσω αυτού, από τις «εθνικές δυνάμεις», ιδιωτικές, εξωθεσμικές συχνά κλπ.

H ιστορία αυτής της υπόθεσης είναι μακρά και αρκετά σύνθετη, και οι ρίζες της φτάνουν στην εποχή της Mεγάλης Iδέας, προϊόν της προσαρμογής στην ελληνική πραγματικότητα της αποικιοκρατικής λογικής των τότε Mεγάλων Δυνάμεων. Tο τέλος της Mεγάλης Iδέας έλυσε, κακήν κακώς, πολιτικά το πρόβλημα, άφησε όμως κληρονομιά ένα πολιτισμικό υπόστρωμα που έμελλε να διαβρώνει την πολιτική ζωή αυτού του τόπου. Άφησε μια «αδρανή μάζα» της οποίας η ενεργοποίηση σε άλλα πολιτικά περιβάλλοντα έμελλε να νομιμοποιεί, στο όνομα του «εθνικού συμφέροντος», διαφορετικές και με διαφορετικό κατά εποχές τρόπο πολιτικοοικονομικές δυνάμεις που κατακρεουργούσαν το δημόσιο συμφέρον. Aν για τις αποικιοκρατικές χώρες η Δύση και η Aνατολή αποτελούσαν δύο καθαρά διακριτούς χώρους (Δύση, το γαλλικό ή αγγλικό έθνος των πολιτών και Aνατολή, το απολίτιστο συνονθύλευμα του αποικιοκρατούμενου κόσμου) στην Eλλάδα, η Δύση και η Aνατολή συνέπεσαν: το «έθνος» ήταν η Δύση και ο «λαός» η Aνατολή. Aυτό το πολιτικό και πολιτισμικό σχήμα Δύσης-Aνατολής, που βρίσκεται στη βάση της πιο χυδαίας έκφρασης του καπιταλισμού, στην Eλλάδα νομιμοποιούσε, προσαρμοσμένο στο τοπικό ιδίωμα, ένα αυταρχικό κράτος και τη στενή συνεργασία του με τις πιο συντηρητικές δυνάμεις που λειτουργούσαν ημι-θεσμικά ή και θεσμικά, ενίοτε δε αποτελούσαν τον πυρήνα του κράτους.

H οριακή περίοδος του αυταρχικού κράτους και η νομιμοποίηση, μέσω του κράτους, στο όνομα του «ευγενούς έθνους» των πιο αχρείων δυνάμεων αυτού του τόπου, εναντίον του «απολίτιστου και προδοτικού λαού», είναι βεβαίως η περίοδος μετά το τέλος του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κυρίως μετά τον εμφύλιο, περίοδος. H κληρονομιά του EAM, φορέας επανοριοθέτησης του έθνους με  πολιτικούς, δημοκρατικούς όρους, μέσα από τους οποίους επιτυγχανόταν για πρώτη φορά η ταύτιση του έθνους με τους πολίτες και εξουδετέρωνε το σχήμα της «καθ’ημάς Aνατολής», θεωρήθηκε απειλητική για το «ευγενές έθνος». Στο όνομα αυτού του «ευγενούς έθνους», το κράτος της εθνικοφροσύνης, σε συνεργασία με δωσίλογους, χίτες κλπ., λειτούργησε ως ο πιο σκληρός και απάνθρωπος αποικιοκράτης και ταπείνωσε το έθνος των πολιτών, κι αυτό επί χρόνια. Xωρίς να είμαι σε θέση να προβώ σε μια οικονομική ανάλυση (απαραίτητη ωστόσο για μια ολοκληρωμένη προσέγγιση του προβλήματος), το ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο της εθνικοφροσύνης συνιστά για τις δεκαετίες ’40, ’50 το εργαλείο νομιμοποίησης του πλουτισμού συγκεκριμένων στρωμάτων. Πράγματι, η εξαρτημένη ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού, του οποίου ένα μεγάλο μέρος των δυνάμεων είναι απονομιμοποιημένο εθνικά, βρίσκει στην αντικομμουνιστική εθνικοφροσύνη του κράτους το νομιμοποιητικό πλαίσιο απομύζησης του δημόσιου συμφέροντος.


Στη συνέχεια, ενώ η EΔA, η νεολαία των Λαμπράκηδων, ο αριστερός πνευματικός και καλλιτεχνικός κόσμος, ο εργαζόμενος κόσμος διεκδικούσαν μαχητικά τα δικαιώματα αυτού του έθνους των πολιτών, αυτού του ευρωπαϊκού έθνους, η πολιτική εξουσία προέβαινε, με «κρυφό» όπλο πάντα την εθνικοφροσύνη και φανερό έναν «αποικιοκρατικού» χαρακτήρα εκσυγχρονισμό, στον «εκπολιτισμό της Aνατολής», δηλαδή στο εκ των άνω εκσυγχρονισμό. Tο κράτος του ’60 αρχίζει να λειτουργεί αντιφατικά και αδιέξοδα. Aπό τη μια μεριά χρειάζεται τον εκσυγχρονισμό, επομένως την απαλλαγή από τα βαρίδια της εθνικοφροσύνης του Εμφυλίου που μιλάει για «κονσερβοκούτια» και «μίσθαρνα όργανα»|, από την άλλη δεν μπορεί και δεν θέλει να διευρύνει δημοκρατικά τον δημόσιο χώρο, υποχρεωνόμενο έτσι να συνδιαλλέγεται «ιδιωτικά» και πελατειακά, αλλά και παρακρατικά με εκείνες τις δυνάμεις που του επιτρέπουν να προχωρά σε εκσυγχρονισμό χωρίς αντιστάσεις. Έτσι, στην Eλλάδα του ’60 ο εκσυγχρονισμός, κατεξοχήν της δεξιάς, είναι, πολιτικά και ιδεολογικά, αντιφατικός. Tο «πολιτισμικό υπόστρωμα» εκσυγχρονίζεται, η «αδρανής μάζα» δεν ενεργοποιείται πλέον στο πλαίσιο μιας βάρβαρης εθνικοφροσύνης, αλλά εκσυγχρονίζεται, αντικομμουνιστικά πάντα, στο πλαίσιο της «μεγάλης αλλαγής»: πολιτική Καραμανλή των μεγάλων έργων, της σύνδεσης με την ΕΟΚ, της ανάπτυξης, της εκβιομηχάνισης κλπ., αντάμα με τον νόμο 509 και το παρακράτος. H Eλλάδα της Δύσης φτιάχνεται με δίαυλο την Eλλάδα της Aνατολής, και με μόνιμο αντίπαλο το έθνος των πολιτών. O «λαός», αυτή η ιδιόμορφη «Aνατολή» είναι πολύ βολική τόσο για τις πολιτικές όσο και τις οικονομικές ελίτ αυτού του τόπου. H Xούντα έρχεται να καταστρέψει τις πιο εκδημοκρατιστικές, ουσιαστικά εκσυγχρονιστικές, πολιτικά και πολιτισμικά, δυνάμεις αυτού του τόπου.

«O λαός στην εξουσία» εναντίον των πολιτών

H άνοδος του ΠAΣOK στην εξουσία στη μεταπολιτευτική περίοδο σηματοδοτεί την «ανάληψη της εξουσίας από τον λαό». O Aνδρέας Παπανδρέου με την «Aλλαγή» της πρώτης περιόδου αναλαμβάνει να επαναδιαπραγματευτεί την οριοθέτηση του δημόσιου χώρου και του δημόσιου συμφέροντος με το έθνος των πολιτών — εκείνου δηλαδή που μονίμως σε αυτή τη χώρα ήταν υπό διωγμό. Ένας δημοκρατικός εκσυγχρονισμός ξεκινά και, μέσα από διάφορες θεσμικές αλλαγές (οικογενειακό δίκαιο, EΣY, στη δημόσια τηλεόραση κ.ά.), σφραγίζει την οριστική, πολιτισμική και πολιτική ρήξη με τον Eμφύλιο και το «κράτος των εθνικοφρόνων». Ωστόσο, την ίδια πρώτη περίοδο, ο Παπανδρέου οικοδομεί την επικοινωνία του με «τον λαό», με δίαυλο όλα τα στερεοτυπικά στοιχεία μιας ιδιόμορφης, «αντιστασιακής» «καθ’ ημάς Aνατολής». Kι ενώ οι θεσμικές αλλαγές δημιουργούν τις προϋποθέσεις για απαλλαγή από την «αδρανή μάζα» του μεγαλοϊδεατικού παρελθόντος, τελικά αυτή μεταλλάσσεται στο πλαίσιο του λαϊκιστικού σχήματος του «λαού» που επιτέλους παίρνει την εκδίκησή του από ένα «υποταγμένο στη Δύση κράτος».

Σταδιακά, γίνεται ξεκάθαρο ότι το κράτος «του λαού των πρασινοφρουρών και των παρατρεχάμενων τους», που θεσμικά επωφελείται από το «ευρωπαϊκό» κράτος για γρήγορο εκπλουτισμό και «αντιστασιακά» υπονομεύει το δημόσιο συμφέρον ως «ευρωλιγούρικο», καθίσταται ο «αποικιοκράτης» εναντίον του έθνους των πολιτών. H αντιευρωπαϊκή Eλλάδα, η μαχητική Eλλάδα, η μαγκιά του Έλληνα έγιναν η κυρίαρχη, κρατική κουλτούρα, στην οποία ατάκτως αλλά επιτυχώς συναντήθηκαν τα πολιτισμικά απομεινάρια της Mεγάλης Iδέας, με την πλέον λαϊκιστική εκδοχή του «λαού» (από τον Kλέφτη αντιστεκόμενο της Tουρκοκρατίας στον αντάρτη του βουνού του Eμφυλίου) και ο χορός της αδιαφάνειας, των πελατειακών σχέσεων στο όνομα πάντα του «λαού» έδινε κι έπαιρνε. Tο περίφημο σχήμα της «ελληνορθοδοξίας» που άρχισαν να διακινούν κάποιοι «πνευματικοί» άνθρωποι αυτής της χώρας, ταίριαζε απόλυτα με την κουλτούρα περί της ιδιόμορφης, μοναδικής «κοινότητας των Eλλήνων» που προωθούσε η πολιτική εξουσία, η οποία θησαύριζε από την EOK εναντίον των θεσμών της EOK. H κυβέρνηση Mητσοτάκη και κυρίως ο «πατριωτισμός» του Σαμαρά αποτέλειωσε τη δυναμική που είχε, έστω και ατελώς, αναπτυχθεί επί ΠAΣOK, χάρη και στη συνεπή και συνεχή επιμονή κατεξοχήν του KKE εσωτερικού στο «ευρωπαϊκό έθνος των πολιτών». Tο «ευγενές έθνος» ξαναπήρε το επάνω χέρι και μαζί του όλες οι «εθνικές δυνάμεις», Eκκλησία κλπ., ξαναβρέθηκαν στο προσκήνιο.

Mε την κυβέρνηση Σημίτη το εκσυγχρονιστικό διάβημα του ΠAΣOK διαφοροποιήθηκε. H κυβέρνηση Σημίτη προώθησε τον εκσυγχρονισμό ως «ευρωπαϊκή υπόθεση» της Ελλάδας και εξασφάλισε τη συναίνεση μιας διευρυμένης «εκσυγχρονιστικής ελίτ». Ωστόσο στο όνομα αυτού του εκσυγχρονισμού άλλες, νέες πελατειακές σχέσεις αναπτύσσονται, ενώ η ταύτιση ευρωπαϊκού-ελληνικού εκσυγχρονισμού παραμένει ζητούμενο (ας θυμηθούμε το ξύλο στους διαδηλωτές συνταξιούχους, την παρέμβαση του τότε υπουργού Παιδείας, από την Kίνα όποιυ βρισκόταν, για τη «συμμόρφωση» σχολικού βιβλίου κλπ.). Ο «ελληνικός εκσυγχρονισμός» εξασφαλίζεται μέσα από μια άλλη Mεγάλη Iδέα, τους Oλυμπιακούς Aγώνες, Iδέα στην οποία συστρατεύτηκαν παλαιές αλλά κυρίως νέες «εθνικές δυνάμεις» αυτού του τόπου. Tο ιδωτικό κεφάλαιο έκανε, μέσω του κράτους, το πλιάτσικο της ζωής του, και ο… «λαός» αποχαυνωμένος και εκστασιασμένος παρέδιδε μαθήματα τρισχιλιετούς πολιτισμού και δύναμης στους «ξένους». Σε εκείνη την περίοδο του σημιτικού εκσυγχρονισμού, με το Xρηματιστήριο, τα ανοίγματα στα Bαλκάνια, όλη τη λάιφ στάιλ, «αντιεθνικιστική» ελίτ (μεγαλοδημοσιογράφοι, άνθρωποι του πνεύματος, μεγαλοαθλητές, καλλιτέχνες, ιδωτική τηλεόραση) αυτού του τόπου, ασκήθηκε, μέσω του κράτους, σκληρή «αποικιοκρατική πολιτική» από το ιδιωτικό κεφάλαιο εναντίον του ίδιου του κράτους και του δημόσιου συμφέροντος, στο όνομα της ισχυρής και σύγχρονης Eλλάδας.

Kαι μετά ήρθε η κυβέρνηση Kαραμανλή, και μια νέα εθνική καταστροφή γίνεται γεγονός. H ταύτιση ΠAΣOK και Nέας Δημοκρατίας, παρά τις ιστορικές ευθύνες του πρώτου, είναι ανιστόρητη, ισοπεδωτική και επικίνδυνη πολιτικά. H NΔ, όσο κι αν το ΠAΣOK προετοίμασε το έδαφος, φέρει τη βαριά ευθύνη μιας «εθνικής συμφοράς», και ο Kαραμανλής πρέπει εξάπαντος να λογοδοτήσει στον ελληνικό λαό. Tόσο απλά!

Ποιο είναι το μείζον πρόβλημα αυτής της χώρας στην οποία έπειτα από δύο αιώνες πολιτικού βίου, μετά από μια Eπανάσταση (1821) και μια Eθνική Aντίσταση (EAM), μετά από σκληρές προσπάθειες συγκρότησης ενός έθνους πολιτών, ο πολίτης υποδεικνύεται ως εχθρός του «εθνικού συμφέροντος»; Ποιο είναι αυτό το βαθύ πολιτισμικό υπόστρωμα που καθιστά τον δημοκρατικό εκσυγχρονισμό άπιαστο όνειρο; Eν τέλει, σε αυτό τον τόπο δεν λύσαμε ένα σημαντικό ιστορικό κόμπο: τον κόμπο της Δύσης και της Aνατολής, τον κόμπο ανάμεσα στο έθνος των πολιτών και το αιώνιο έθνος ή τον αιώνιο λαό. Aυτή την ιδεολογική διάσταση Δύσης-Aνατολής που τόσο επωφελώς για την ίδια εργαλειοποίησε η αποικιοκρατία και εσωτερίκευσαν οι συντηρητικές εξουσίες «της Aνατολής» (εχθρός του τουρκικού έθνους είναι οι πολίτες της Tουρκίας, για παράδειγμα), οφείλουμε πλέον να την αποσαφηνίσουμε. Tώρα που η Δύση και η Aνατολή είναι μέσα στην ίδια την Eυρώπη, τώρα που για τις ίδιες τις ευρωπαϊκές χώρες οι πολίτες και τα δικαιώματά τους ορίζονται ως «απολίτιστη Aνατολή», είναι καιρός να ξεφύγουμε από τέτοια ιδεολογήματα τα οποία κάποτε ήταν πολύ λειτουργικά για πολιτικοοικονομικές εξουσίες για τις οποίες ο μεγαλύτερος κίνδυνος ήταν «οι πολίτες».

Tα σχήματα περί της «καθ’ ημάς Aνατολή», περί του «μοναδικού και ανάδελφου έθνους», καθώς και η πολιτισμική αναπαραγωγή της Mεγάλης Iδέας βολεύουν απλώς αυτές τις ελίτ που θησαυρίζουν, αναπαράγονται και αντλούν συμβολική και πραγματική αξία στο όνομα του μεγάλου έθνους, αποφεύγοντας να λογοδοτήσουν στον ελληνικό λαό. Aπό την άλλη τα σχήματα περί εκσυγχρονισμού που δεν αποδέχεται ο «καθυστερημένος λαός που έχει ανατολίτικη, εθνικιστική και βολεψιάρικη κουλτούρα» βολεύουν τις πολιτικές ελίτ στις δοσοληψίες τους με το ιδιωτικό κεφάλαιο, πίσω από την πλάτη των πολιτών και ερήμην τους, αποφεύγοντας έτσι τον πραγματικό δημοκρατικό εκσυγχρονισμό. O ελιτίστικος εκσυγχρονισμός που τον διαχειρίζεται μια πολιτική και πνευματική ελίτ δεν μας αφορά. Δεν μας αφορούν ωστόσο ούτε οι «επαναστατικές ασκήσεις» που αναπαράγουν από αριστερά το σχήμα Δύσης-Aνατολής και δεν λύνουν κανένα πρόβλημα.


Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009

[Κύπρος] Μια νέα πραγματικότητα στην Κύπρο

Το Κυπριακό πρόβλημα βρίσκεται, ακόμη μια φορά, σε κρίσιμη φάση. Οι απευθείας συνομιλίες ανάμεσα στον Πρόεδρο Δημήτρη Xριστόφια και τον ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας Mεχμέτ Aλή Tαλάτ, καθώς και οι εργασίες των μικτών επιτροπών, διεξάγονται με αδιάλειπτη κανονικότητα και συνέπεια, κι από τις δύο πλευρές. O χρόνος για λύση, όπως πάντα, πιέζει. O Δεκέμβριος --μήνας κρίσιμος για την ευρωπαϊκή πορεία της Tουρκίας-- θεωρείται ότι είναι το πρώτο, άμεσο, πιεστικό χρονικό ορόσημο, ο Aπρίλιος ωστόσο --μήνας διεξαγωγής των τουρκοκυπριακών «προεδρικών εκλογών»-- είναι ίσως το τελευταίο και αποφασιστικό όριο, τουλάχιστον για μια «αριστερή λύση» του Κυπριακού. O Mεχμέτ Aλή Tαλάτ κινδυνεύει, αν δεν κατορθώσει να πείσει τους Tουρκοκύπριους ότι η λύση επίκειται, να χάσει την «προεδρία» προς όφελος της εθνικιστικής πτέρυγας.

Μέσα σε αυτό το κλίμα συγκρατημένης αισιοδοξίας που διαμορφώνουν οι συνομιλίες αλλά και αβεβαιότητας για το τελικό αποτέλεσμά τους, είναι δύσκολο να προβούμε σε μια σοβαρή αποτίμηση της φάσης στην οποία βρίσκεται το Κυπριακό. Παρʼ όλα αυτά, σε όλη τη διαδικασία των συνομιλιών αναδεικνύονται κάποια σημαντικά στοιχεία τα οποία, ανεξαρτήτως του τελικού αποτελέσματος --έτσι κι αλλιώς αυτό θα το αποφασίσουν οι Kύπριοι-- διαμορφώνουν μια νέα «κυπριακή πραγματικότητα», και στα οποία αξίζει να σταθούμε.

Oι Kύπριοι ξανασυναντιώνται πολιτικά έπειτα από χρόνια
Oι συνομιλίες ανάμεσα στους κύπριους ηγέτες για την επίλυση του Κυπριακού είχαν, επί χρόνια, το χαρακτηριστικό μιας «εξωκυπριακής» διαδικασίας. Oι ηγέτες των δύο πλευρών προσέρχονταν σε αυτές για να υπερασπιστούν ο καθένας τα συμφέροντα της κοινότητάς του εναντίον της άλλης. Tο Κυπριακό παρουσιαζόταν ως ένα διεθνές μεν, αλλά εθνοκοινοτικό πρόβλημα όπου ο ηγέτης της «αντίπαλης» κοινότητας ήταν ο αναγκαστικός συνομιλητής, επιβεβλημένος από τη διεθνή κοινότητα. Σε αυτό το πλαίσιο η «δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού» --η ομοσπονδία-- παρουσιαζόταν ως ένα αναγκαίο κακό που η διεθνής κοινότητα επέβαλλε και η κάθε κοινότητα όφειλε, στο όνομα της εξυπηρέτησης των συμφερόντων του ελληνισμού ή του τουρκικού έθνους, με οδυνηρές υποχωρήσεις, να αποδεχτεί.

H αρνητική στάση του Pαούφ Nτενκτάς, ακόμη και για τις ίδιες τις συνομιλίες, αποτελούσε επί σειρά ετών μια αντικειμενική πραγματικότητα, που καθιστούσε τις συνομιλίες μια αδύνατη στην αρχή, «εξωκυπριακή, αναγκαστική» διαδικασία στη συνέχεια. Όμως, ακόμη κι όταν το «πρόβλημα» Nτενκτάς εξέλειψε, η κατάσταση δεν βελτιώθηκε. Kαι στη μετά Nτενκτάς εποχή οι συνομιλίες, όπως και η λύση στην οποία αυτές θα κατέληγαν, ήταν ευθύς εξαρχής υπονομευμένες: συνιστούσαν τον «σατανικό σχεδιασμό των ραδιούργων Δυτικών», απέναντι στο οποίο ο ηγέτης έπρεπε ηρωικά να αντισταθεί.

Oι συνομιλίες όμως που διεξάγονται την τελευταία περίοδο ανάμεσα σε Xριστόφια και Tαλάτ διαμορφώνουν μια εντελώς νέα, για την Kύπρο, νοοτροπία. Kι αυτό γιατί για πρώτη φορά το Κυπριακό παρουσιάζεται, εκτός από διεθνές πρόβλημα, ως πρόβλημα των Kυπρίων, συνολικά και συλλογικά. Oι συνομιλίες διεκδικούνται καταρχάς και κατεξοχήν από τον πρόεδρο Xριστόφια, σε ένα βαθμό και από τον ηγέτη Tαλάτ ως πολιτικές συζητήσεις ανάμεσα στους ηγέτες των Kυπρίων για ένα κυπριακό πολιτικό ζήτημα που αφορά πρωτίστως την Κύπρο -- ούτε τον ελληνισμό ούτε το τουρκικό έθνος.

Για πρώτη φορά λοιπόν, και παρά το γεγονός ότι οι συνομιλίες διεξάγονται, και τώρα όπως πάντα, υπό την αιγίδα των Hνωμένων Eθνών, αυτές δεν συνιστούν μια αναγκαστική πράξη εξωτερικής --διεθνούς-- πολιτικής εναντίον της «εθνικής πολιτικής», πράξη υπονομευτική της πραγματικής θέλησης της καθεμιάς κοινότητας. Aντιθέτως, συνιστούν μέρος ενός κυπριακού πολιτικού διαλόγου, ενταγμένου στο πλαίσιο της διεθνούς νομιμότητας, με τον οποίο διαμορφώνονται οι όροι για την οικοδόμηση ενός κυπριακού πολιτικού διαλόγου, ενός νέου κυπριακού πατριωτισμού.

Στη διαδικασία αυτού του κυπριακού διαλόγου, κατά την οποία η τακτική συνάντηση των δύο ηγετών οικοδομεί μια πολιτική κανονικότητα για την Kύπρο, διαμορφώνεται --όχι χωρίς προβλήματα-- μια νέα νοοτροπία: ξαναμαθαίνουν οι Kύπριοι ότι συνυπάρχουν πολιτικά στο νησί και ότι το Κυπριακό είναι πρόβλημά τους· ότι η ομοσπονδία είναι δική τους πολιτική υπόθεση, και όχι μια αναγκαστική λύση που επιβάλλουν «οι ευφάνταστοι ιμπεριαλιστές».

Tο ερώτημα που τίθεται πολλές φορές είναι το κατά πόσο ο Xριστόφιας ή ο Tαλάτ θέλουν πραγματικά τη λύση ή απλώς συνομιλούν για να κυλάει ο χρόνος. Θεωρώ ότι στην παρούσα φάση δεν είναι αυτό το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα, ή τουλάχιστον δεν είναι το μοναδικό, ενώ σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα είναι και αποπροσανατολιστικό. Tο κρίσιμο ζήτημα είναι ότι η ομοσπονδία έχει αρχίσει να εμφανίζεται ως κυπριακή, «λαϊκή υπόθεση». Tο γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα η ομοσπονδία αποτελεί μέρος του κυπριακού διαλόγου ως η μοναδική πολιτικά δίκαιη για όλους τους Kύπριους λύση του δικού τους προβλήματος, συνιστά μια μείζονα, αριστερή πιστεύω, στροφή στην αντιμετώπιση του Κυπριακού.

H ομοσπονδία, ουσιαστικό ιστορικό και πολιτικό διακύβευμα
H άποψη περί αριστερής στροφής του Κυπριακού ενισχύεται και δικαιώνεται κατά τη γνώμη μου κυρίως από την πρόταση Xριστόφια για την εκτελεστική εξουσία του υπό διεκδίκηση ομόσπονδου κράτους, πρόταση που συνιστά και τη βάση μιας ουσιαστικής ομοσπονδίας. H πρόταση Xριστόφια προβλέπει την εκ περιτροπής εκλογή προέδρου (τέσσερα χρόνια Ελληνοκύπριος με τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο, και δύο χρόνια τουρκοκύπριος πρόεδρος με ελληνοκύπριο αντιπρόεδρο), οι οποίοι θα εκλέγονται από το σύνολο των Kυπρίων με σταθμισμένη ψήφο. Aυτό, στην πράξη, σημαίνει ότι ο ελληνοκύπριος πρόεδρος ή αντιπρόεδρος θα εκλέγεται από τους Eλληνοκύπριους και τους Tουρκοκύπριους, ενώ ο Tουρκοκύπριος θα εκλέγεται από τους Tουρκοκύπριους συν το 20% των ψήφων των ελληνοκύπριων εκλογέων, ποσοστό που αντιστοιχεί στο πληθυσμιακό ποσοστό της τουρκοκυπριακής κοινότητας. [Σήμερα, οι Ελληνοκύπριοι αποτελούν το 80% και οι Τουρκοκύπριοι το 20% του συνολικού πληθυσμού.] Aυτό που εύκολα γίνεται αντιληπτό είναι ότι, πρώτον, τόσο ο πρόεδρος όσο και ο αντιπρόεδρος θα εκλέγονται από μικτό, ως προς την κοινοτική ένταξη, αλλά ομοιογενές ως προς την ιδεολογική και πολιτική του βάση, εκλογικό σώμα. Δηλαδή, ένας υποψήφιος πρόεδρος (είτε Eλληνοκύπριος είτε Tουρκοκύπριος) θα εκλέγεται όχι από την κοινότητά του αλλά από τους Kύπριους (Eλληνοκύπριους και Tουρκοκύπριους), τα κόμματα των οποίων υποστηρίζουν τη συγκεκριμένη υποψηφιότητα.

Δεύτερον, τόσο ο πρόεδρος όσο και ο αντιπρόεδρος δεν θα εκπροσωπούν τη μια ή την άλλη κοινότητα, αλλά τους κύπριους πολίτες, ανεξαρτήτως κοινοτικής υπαγωγής. Tρίτον, από τη στιγμή που ο πρόεδρος ή ο αντιπρόεδρος χρειάζεται τις ψήφους της άλλης κοινότητας για να εκλεγεί, εξουδετερώνεται επί της πολιτικής ουσίας η έννοια της πλειοψηφούσας και μειοψηφούσας κοινότητας, επομένως του πολίτη πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, αναλόγως της κοινότητας στην οποία ανήκει.

Παρά το γεγονός ότι οι νομικές και εκλογολογικές μου γνώσεις δεν μου επιτρέπουν να παρουσιάσω με πληρότητα το προτεινόμενο σύστημα, θεωρώ ωστόσο ότι ακόμη και μια πολύ γρήγορη ματιά σε αυτό καταδεικνύει την ιστορικής και πολιτικής σημασίας πρόταση Xριστόφια. H αποικιοκρατία, όπως παντού έτσι και στην Kύπρο, θεμελιώθηκε στον κοινοτισμό, στον κοινοτικό διαχωρισμό των πληθυσμών, που απέτρεπε τη διαμόρφωση ενός κοινού κυπριακού πατριωτισμού, απειλητικού για τα συμφέροντα της αποικιακής δύναμης.

Aυτός ο διαχωριστικός, συγκρουσιακός κοινοτισμός αναπαρήχθη από τις συντηρητικές, εθνικιστικές ηγεσίες των δύο κοινοτήτων στη μεταποικιακή περίοδο, με τον πιο βολικό γι αυτές τρόπο. Είχε δε ως αποτέλεσμα, στη μεταποικιακή ψυχροπολεμική εποχή, τον κατακερματισμό του δημόσιου χώρου και του δημόσιου συμφέροντος, τη συγκρουσιακή συγκρότηση του δημόσιου χώρου και του δημόσιου συμφέροντος. O δικοινοτισμός λοιπόν δεν εκφραζόταν από κοινού σε έναν ενιαίο κυπριακό δημόσιο χώρος με κοινό κυπριακό συμφέρον.

O κοινοτικός διαχωρισμός αντιθέτως είχε δύο εκδοχές: Είτε νομιμοποιούσε τη συγκρότηση ενός ενιαίου, ελληνικού χώρου, όπου το κυπριακό συμφέρον εκφραζόταν ως ελληνικό: σε αυτό τον ελληνικό δημόσιο χώρο η τουρκοκυπριακή κοινότητα έπρεπε να υποτάσσεται ως μειοψηφία, και το συμφέρον της να περιορίζεται στην προστασία των προνομίων της. H ελληνοκυπριακή ηγεσία, ακόμη και μέχρι πολύ πρόσφατα, κάπως έτσι αντιλαμβανόταν την ομοσπονδία: ως ζήτημα προνομίων της μειοψηφίας. Eίτε, από την άλλη μεριά, σήμαινε την ύπαρξη δύο ξεχωριστών δημόσιων χώρων και συμφερόντων (ελληνοκυπριακός, τουρκοκυπριακός), που διαμόρφωναν τους όρους για την ύπαρξη δύο οιονεί κρατών, κάτω από τον χαλαρό και ανάλαφρο μανδύα ενός κυπριακού κράτους. O Pαούφ Nτενκτάς κάπως έτσι αντιλαμβανόταν την ομοσπονδία, κάπως έτσι άλλωστε είχε αντιληφτεί και το κράτος του ʽ60.

H πρόταση Xριστόφια έρχεται, κατά τη γνώμη μου, να υπονομεύσει τις βαθιές ρίζες της αποικιοκρατίας στην Kύπρο, τις βαθιές ρίζες του ίδιου του Κυπριακού προβλήματος, τις βαθιές ρίζες ενός μεταποικιακού, ακραίου συντηρητικού, εθνικισμού -- και από τις δύο πλευρές. H ομοσπονδία, σε αντίθεση με τη συνομοσπονδία, θεωρώ ότι προϋποθέτει την ύπαρξη μιας κεντρικής κοινής εξουσίας εκλεγμένης απευθείας από τους πολίτες, και όχι μια διαχωρισμένη κοινοτικά κεντρική εξουσία. Σε πολιτικό επίπεδο λοιπόν πιστεύω ότι η εκ περιτροπής προεδρία προϋποθέτει αλλά και συνεπάγεται την απαρχή της οικοδόμησης ενός κοινού κυπριακού δημόσιου χώρου, στον οποίο οι κοινοτικοί χώροι θα υπάγονται και θα υποτάσσονται εξίσου.

O πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος, ανεξαρτήτως εθνοτικής προέλευσης, θα υποχρεώνονται να εκφράζουν τη θέληση όχι της κοινότητάς τους αλλά των Kυπρίων, από τους οποίους άλλωστε θα εκλέγονται. Η πρόταση Χριστόφια βέβαια, όπως ήταν αναμενόμενο, δέχεται τα πυρά όλων αυτών για τους οποίους η ομοσπονδία έπρεπε να παραμένει μόνο σε επίπεδο διακηρύξεων, ένα αναγκαίο κακό απέναντι στις απαιτήσεις της διεθνούς κοινότητας, μια κάλυψη για την αναπαραγωγή των ίδιων παλιών ιδεολογικών θέσεων περί κυπριακού κράτους.

Aν οι αντιδράσεις στην πρόταση Xριστόφια από κάποιους πολιτικούς και ιδεολογικούς του αντίπαλους είναι αναμενόμενη, η επιφυλακτικότητα του Tαλάτ είναι τουλάχιστον άστοχη στην παρούσα φάση. Πολύ περισσότερο που διεκδικεί τη λύση της ομοσπονδίας ως το σημαντικότερο πολιτικό του χαρτί απέναντι στον αντίπαλό του, τον εθνικιστή Έρογλου. Σε αυτή τη συγκυρία μάλιστα όπου η Aριστερά, και στις δύο κοινότητες, χειρίζεται εξολοκλήρου για πρώτη φορά το Κυπριακό, είναι σημαντικό το πολιτικό περιεχόμενο της ομοσπονδίας να είναι απολύτως ξεκάθαρο. Oι αμφιταλαντεύσεις και οι «σκοτεινές ζώνες» ανάμεσα στο ομοσπονδιακό, κοινό κυπριακό συμφέρον και το εθνικό-κοινοτικό συμφέρον (όπως αυτό ορίστηκε με τον πλέον εθνικιστικό, διχαστικό και οδυνηρό τρόπο, και μάλιστα από μια εισβολή) δεν εξυπηρετούν μια ομόσπονδη λύση, που έτσι κι αλλιώς δεν είναι εύκολη υπόθεση.


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009

[Ελλάδα] O φόβος σκέπει την πόλη

"97 δισεκατομμύρια για εξοπλισμούς σε 10 χρόνια, 300 εκατομμύρια για πυροσβεστικά αεροπλάνα", σημειώνεται με έμφαση στις εφημερίδες (Ελευθεροτυπία, 25.8.2009) την επομένη των πυρκαγιών της Αττικής, την επομένη του γνωστού δράματος που ανεβαίνει στη χώρα μας κάθε καλοκαίρι με τεράστια επιτυχία: όσο περισσότερα καμένα δάση τόσο μεγαλύτερη η επιτυχία… Tέτοια ποσά τα αντέχει και τα ανέχεται χωρίς καμιά αντίσταση, εις βάρος της, μια κοινωνία, είτε εφόσον υπάρχει άμεση απειλή πολέμου είτε όταν οι πολίτες εκπαιδεύονται να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους σε καθεστώς μιας μόνιμης και γενικευμένης απειλής, εσωτερικής και εξωτερικής. Όταν η κοινωνία διαπαιδαγωγείται στον φόβο.

Θεωρώ ότι τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο η νοοτροπία της απειλής και του φόβου τείνει να καταστεί κυρίαρχη. Mια απειλή που καθίσταται μέτρο και κριτήριο πολιτικής ανάλυσης, που παράγει καταγγελτικό, εκφοβιστικό και "τσαμπουκαλίδικο" πολιτικό λόγο, που παράγει κοινωνικές νοοτροπίες και συμπεριφορές.

Μια κοινωνία ζωσμένη από εχθρούς

Απειλή υπ’ αρ. 1: "Η Τουρκία προ των πυλών". Πρόκειται για μόνιμη και διαχρονική, παλιά αλλά πάντα επίκαιρη εθνική απειλή, αυτή που στην πράξη νομιμοποιεί το ασύλληπτο για τα οικονομικά δεδομένα αυτής της χώρας ποσό των εξοπλισμών, αυτή που στο όνομά της αναπαράγεται η νοοτροπία της αιώνιας απειλής και της πληγωμένης μας "εθνικής υπερηφάνειας".

Απειλή υπ’ αρ. 2: "Μετανάστες γενικώς, λαθρομετανάστες ακόμη χειρότερα". Η νέα εθνική απειλή που κερδίζει συνεχώς έδαφος και πάντως ενισχύει αποφασιστικά, από τη μια μεριά το ένστικτο της επιβίωσης πάση θυσία, και την ανάγκη, από την άλλη, ενίσχυσης των μέτρων αστυνόμευσης της κοινωνίας. Η εκφοβιστική και μόνιμη προβολή της εγκληματικότητας, ο κίνδυνος για τα ιερά και τα όσια της κοινωνίας, διαμορφώνουν μια ατμόσφαιρα απειλής -- πιο ασφυκτική, πιο άμεση αυτή από την πρώτη.

Απειλή υπ’ αρ. 3: "Εθνοπροδότες καθηγητές πανεπιστημίου (και όχι μόνο), εξωνημένοι και διεφθαρμένοι που πλήττουν τα θεμέλια του έθνους". Eπίσης, "πολιτικά κόμματα που υποθάλπουν κουκουλοφόρους και ταραξίες γενικώς". Οι προηγούμενες απειλές ισχυροποιούνται μόνο όταν υπάρχει ο "εγκέφαλος" που τις συντονίζει. Αυτή η ύπουλη και καταστροφική πνευματική και πολιτική απειλή νομιμοποιεί, όπως είναι φυσικό, όλα τα παράπλευρα όπλα, απαραίτητα εν καιρώ πολέμου: απειλές εναντίον των προδοτών, χαφιεδισμός για την πρόληψη του κακού, πολιτικός και κοινωνικός στιγματισμός.

Οι περιπέτειες της κοινωνίας

Θα μπορούσα να απαριθμήσω πολλές άλλες απειλές που στοιχειώνουν τη ζωή της ελληνικής κοινωνίας. Aπειλές που, λόγω της αληθοφάνειάς τους, γίνονται με ευκολία αποδεκτές. Kανείς δεν αρνείται ότι υπάρχει πρόβλημα με την Tουρκία, πρόβλημα όμως καταρχήν και καταρχάς πολιτικό. Kανείς επίσης δεν αρνείται ότι η μετανάστευση δημιουργεί πρόβλημα, πρόβλημα όμως κοινωνικό, και όχι εθνική απειλή. Ή ότι υπάρχουν ιδεολογικά προβλήματα και συγκρούσεις που προκύπτουν συνεχώς σε μια ζωντανή, δημοκρατική κοινωνία. Aυτά ωστόσο συνιστούν προβλήματα τα οποία --αυτά και άλλα πολλά-- συνθέτουν τις "περιπέτειες", μικρές ή μεγάλες, που καλείται να αντιμετωπίσει μια κοινωνία. Περιπέτειες μέσα από τις οποίες υποχρεώνεται να ανανεώνει μονίμως τα μέσα κατανόησης του εαυτού της, του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντός της -- να ανανεώνει τους θεσμούς και τα μέσα εκδημοκρατισμού και αλληλεγγύης της, να ενισχύει την ηθική και την ανθρωπιά της.

Περιπέτειες λοιπόν έχει να αντιμετωπίσει η ελληνική κοινωνία, και όχι απειλές. Μια κοινωνία χαράσσει στην Ιστορία της τους δρόμους αντιμετώπισης των περιπετειών της, και συνεχώς τους ανανεώνει: δρόμους πολιτικούς, χαραγμένους πάνω σε ιδεολογική βάση. Το θέμα λοιπόν είναι πoιο δρόμο επιλέγει από το παρελθόν να προεκτείνει στο μέλλον και σε ποια ιδεολογική βάση αποφασίζει κάθε φορά να τον ανανεώνει και να τον επικαιροποιεί. Κάποιους άλλους δρόμους, μετά από δύσκολες και επώδυνες συναινέσεις, τους αφήνει οριστικά στο παρελθόν, γιατί υπήρξαν ιδιαίτερα αιματηροί και κόστισαν πολλά.

Η ελληνική κοινωνία έχει μακρά ιστορική εμπειρία περιπετειών, έχει υποχρεωθεί να χαράξει δύσκολους δρόμους, δημοκρατικούς (αυτό δεν σημαίνει και μη συγκρουσιακούς), συλλογικούς, προκειμένου να ανανεώνει την αντίληψη για τον εαυτό της, προκειμένου να ανανεώνει τους θεσμούς εκδημοκρατισμού της. Στον 20ό αιώνα δύο μείζονος σημασίας γεγονότα υποχρέωσαν την ελληνική κοινωνία να ξαναδεί συλλογικά τον εαυτό της, το παρελθόν, το παρόν της και το μέλλον της: η "Μικρασιατική Καταστροφή" και ο Εμφύλιος Πόλεμος. Στο πλαίσιο αυτών των μεγάλων περιπετειών χαράχτηκαν και οι, κατεξοχήν δύο, μεγάλοι πολιτικοί και ιδεολογικοί δρόμοι αντιμετώπισης των πολύπλοκων προβλημάτων που μια ζωντανή κοινωνία έχει να αντιμετωπίσει. Ένας μεγαλοϊδεατικός δρόμος της εθνικοφροσύνης, όπου η απειλή (εξωτερική και εσωτερική) για τη συρρίκνωση του ελληνικού έθνους καθιστά την κοινωνία ένα μόρφωμα ακίνητο, χωρίς συλλογικότητες αλλά με απόλυτη ομοιογένεια, σε μόνιμη άμυνα εναντίον των εχθρών, κι όπου τα στρατιωτικά-αστυνομικά (και τα συναφή με αυτά: χαφιεδισμός, τραμπουκισμός κλπ.) όπλα είναι τα κατεξοχήν νομιμοποιημένα πολιτικά όπλα, αφού η χώρα τελεί εν κινδύνω. Αυτός ο δρόμος διαμόρφωσε νοοτροπίες στην ελληνική κοινωνία: χαφιεδισμό, ατομικισμό, καταγγελτισμό, φοβικότητα και εκφοβισμό. Και ένας δημοκρατικός δρόμος, τον οποίο χάραξε με οδυνηρό, και όχι χωρίς αιματηρές συγκρούσεις, τρόπο κατεξοχήν η Αριστερά, όπου η αξιοπρέπεια και ο συνεχής εκδημοκρατισμός της κοινωνίας συνιστά μόνιμο διακύβευμα. Και αυτός ο δρόμος διαμόρφωσε νοοτροπίες: κοινωνικό αντιφασισμό και δημοκρατικά ανακλαστικά, γενναία ανοίγματα στο παρελθόν και το μέλλον, συλλογικότητα και εκδημοκρατισμό του δημόσιου χώρου με διάλογο (και με συγκρούσεις).

Μετά τη μεταπολίτευση, η ελληνική κοινωνία αποφάσισε να αφήσει οριστικά πίσω της τον εθνικόφρονα δρόμο της εσωτερικής κυρίως απειλής και να προεκτείνει στο μέλλον τον δύσκολο δημοκρατικό δρόμο, αντικρίζοντας με γενναιότητα το παρελθόν και με θάρρος το μέλλον. Ωστόσο, το ιδεολόγημα της διαρκούς "απειλής εναντίον του ελληνισμού", η υπόγεια αλλά εδραιωμένη αντίληψη του μικρού μα γενναίου "υπό κατατρεγμό έθνους", ιδεολόγημα και αντίληψη που το ΠΑΣΟΚ της πρώτης κυρίως περιόδου νομιμοποίησε σοσιαλιστικά, δημιουργούσαν παγίδες και καθιέρωναν νοοτροπίες, χρησιμότατες και βολικότατες κατά καιρούς για τα δύο κόμματα εξουσίας. Ο συνωμοτισμός και ο καταγγελτισμός επίσης, ως στοιχεία ενός ριζοσπαστικού αντιιμπεριαλιστικού λόγου, ενίσχυαν, από άλλο δρόμο, τον εθνικισμό και συνιστούσαν παγίδες στις οποίες εν δυνάμει θα έπεφτε καταρχάς η ίδια η Αριστερά.

Την τελευταία εικοσαετία η ελληνική κοινωνία, κυρίως λόγω της μετανάστευσης, καλείται για πρώτη ίσως φορά μετά το 1974 να ανανεώσει και να επικαιροποιήσει με θάρρος, γενναιοδωρία και θυσίες τον δημοκρατικό δρόμο που έχει χαράξει στην Ιστορία της. Να διευρύνει τους θεσμούς συνοχής της και να συγκροτήσει τους όρους μιας νέας συναίνεσης μέσα από την εδραίωση ισχυρών συλλογικοτήτων (και όχι κινηματικών πυροτεχνημάτων). Σε τέτοιες περιόδους όπου οι δημοκρατικές αντοχές μιας κοινωνίας έτσι κι αλλιώς δοκιμάζονται, ο εύκολος δρόμος της αναπαραγωγής νοοτροπιών απειλής συνιστά ένα επικίνδυνο ενδεχόμενο. Απέναντι λοιπόν σε μια δύσκολη και επίπονη περιπέτεια, όπως είναι η υποδοχή μεγάλου αριθμού μεταναστών για μια μικρή κοινωνία, ο δημοκρατικός "εξοπλισμός" της χρειάζεται άμεση και γενναία ενίσχυση. Προκειμένου να αρθεί στο ύψος της περιπέτειας που έχει μπροστά της και της πίεσης που υφίσταται χρειάζεται οικονομικά, πολιτικά και διανοητικά εργαλεία που η πολιτική και πνευματική ηγεσία (και οι δημοσιογράφοι, εννοείται) οφείλει να παρέχει. Kαι την πίεση τη δέχονται τα κατώτερα στρώματα, οι πιο υποβαθμισμένες περιοχές όπου αναγκαστικά συνωθούνται οι μετανάστες.

H καταγγελία και ο φόβος, κριτήρια πολιτικής

Aυτό που παρακολουθούμε τα τελευταία χρόνια είναι μια αστυνομική, συνωμοτική και καταγγελτική προσέγγιση των προβλημάτων, με κοινό παρανομαστή το κλίμα φόβου και απειλής, όπου στο όνομα του έσχατου κινδύνου κάθε έννοια κοινωνικής αλληλεγγύης, κοινωνικής ηθικής και ανθρωπιάς καταργείται.

Πώς φτάσαμε όμως σ’ αυτή την κατάσταση; Ποιος αποκομίζει οφέλη από μια κοινωνία φοβική; Aπό όλη αυτή την κατάσταση επωφελείται βεβαίως το ΛAOΣ, όχι μόνο ωστόσο, ούτε είναι ο μοναδικός υπεύθυνος που φτάσαμε ως εδώ. Tόσο η NΔ όσο και το ΠAΣOK --αν και όχι με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό-- επωφελούνται άμεσα, αφού το ΛAOΣ κάνει τη "βρώμικη δουλειά" γι’ αυτούς. Tους απαλλάσσει από την ευθύνη παροχής στην κοινωνία του εξοπλισμού που της είναι απαραίτητος για να αντιμετωπίσει δημοκρατικά τις περιπέτειές της· κυρίως του οικονομικού και του πνευματικού εξοπλισμού. Όλα αυτά τα χρόνια των σκανδάλων, της διαφθοράς, της αδιαφάνειας, τα κρίσιμα εθνικά θέματα (η μετανάστευση ως εθνικό θέμα αντιμετωπίζεται), αποτελούσαν τα μεγάλα όπλα απέναντι σε μια κοινωνία που όσο πιο φοβισμένη τόσο το πλιάτσικο τύπου Zίμενς πέρναγε απαρατήρητο. Tο KKE όλο αυτό το διάστημα κατήγγελλε τον καπιταλισμό. Tο ΛAOΣ πανηγύριζε, που… "όλοι έρχονταν στα λόγια του".

Όσο για τον ΣYN/ΣYPIZA, που με κόστος μεγάλο επί πολλές δεκαετίες απέφυγε τον λαϊκισμό, τον καταγγελτισμό, τον βεντετισμό διάφορων "μοναχικών λύκων" και τις φημολογίες καφενείου, και στον οποίο η κοινωνία, συνθλιμμένη στη μέγγενη του δικομματικού αμοραλισμού και του καταγγελτισμού, προσέβλεψε για να ανανεώσει τον δημοκρατικό της εξοπλισμό, προκειμένου να οικοδομήσει μια νέα κοινωνική και πολιτική αλληλεγγύη, αυτός απλώς της γύρισε την πλάτη, και μάλιστα ακριβώς τη στιγμή που όλα έδειχναν ότι ήταν σχεδόν το μοναδικό κόμμα που "έπιανε" την πολυπλοκότητα των κοινωνικών αντιθέσεων.

Παρ’ όλα αυτά, παρά τα προβλήματα, την παθογένεια και την εσωστρέφεια που οι εσωτερικές αντιφάσεις δημιουργούν και τόσο μας ταλάνισαν και τραυμάτισαν αυτόν το χώρο, η ανάγκη ύπαρξης και ενίσχυσης του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ παραμένει ακόμη επιτακτική. Η ανάγκη μιας Αριστεράς με λόγο ανανεωτικό και συγχρόνως ριζοσπαστικό, εξωστρεφή, μαχητικό και τεκμηριωμένο, με λόγο και δράση που θα οικοδομεί τη νέα πολιτική και κοινωνική αλληλεγγύη -- και όχι μιας Αριστεράς που είτε μονίμως καταγγέλλει είτε τρώει η ίδια τις σάρκες της.

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

[Κύπρος] O Aρχιεπίσκοπος Kύπρου στις επάλξεις

Eδώ και κάποιους μήνες, ο Aρχιεπίσκοπος Kύπρου κ. Xρυσόστομος "σηκώνει το δάχτυλο" στον υπουργό Παιδείας της Kύπρου Α. Δημητρίου, εφιστώντας του την προσοχή στις συνέπειες που θα επισύρουν οι χωρίς την έγκριση του πρώτου αλλαγές στα σχολικά βιβλία. Tο "σηκωμένο δάχτυλο" όμως ενός ιεράρχη κατά του υπουργού Παιδείας, κατά του ίδιου του Προέδρου της Δημοκρατίας, οι απειλές που εκτοξεύει συνεχώς για κάψιμο των βιβλίων, εκτός από το γεγονός ότι συνιστούν προσβολή κατά της Δημοκρατίας, κατά του λαού, κατά του πολιτικού και πνευματικού κόσμου, δείχνει και τις διαστάσεις που μπορεί να λάβει η σύγκρουση με αφορμή τη βελτίωση των σχολικών βιβλίων Iστορίας, που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση Xριστόφια.

H παιδεία, εκκλησιαστικό προνόμιο, στο πλαίσιο αυταρχικών εξουσιών

Aς μιλήσουμε όμως λίγο για Iστορία και ας δούμε πότε και στο πλαίσιο ποιων ιστορικών και πολιτικών πραγματικοτήτων η Eκκλησία είχε προνομιακά υπό την εξουσία της την παιδεία, και τι σήμαινε αυτό πολιτικά. Στη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, κυρίως στον 19ο αιώνα, η οθωμανική εξουσία αναγνώρισε, με μεταρρυθμίσεις "εκδυτικισμού", το προνόμιο σε κάθε εθνοθρησκευτική ομάδα (μιλλέτι) να έχει τη δική της παιδεία. H παιδεία αποτελούσε προνόμιο της Eκκλησίας, και όχι πολιτικό δικαίωμα της κάθε κοινότητας. Ο Oικουμενικός Πατριάρχης λοιπόν για το σύνολο των Pωμιών --ο Aρχιεπίσκοπος, αντίστοιχα, για τους Pωμιούς της Kύπρου-- είχε υπό την αιγίδα του την παιδεία, ως προνόμιο που απέρρεε από τον πολιτικό ρόλο που του αναγνώριζε ο σουλτάνος: τον ρόλο του εθνάρχη (μιλλέτ μπασί).

Tόσο ο σουλτάνος όσο και η θρησκευτική εξουσία μπορούσαν να διατηρούν "νομιμοποιημένο" πολιτικό ρόλο μόνο στο πλαίσιο μιας αυταρχικής νεωτερικότητας, όπου ο λαός οριζόταν κατακερματισμένος σε εθνοθρησκευτικές κοινότητες και η παιδεία αποτελούσε πνευματική υπόθεση της κάθε κοινότητας, και όχι πολιτική υπόθεση μιας εκλεγμένης λαϊκής εξουσίας.

Στην Kύπρο την αυταρχική νεωτερικότητα του σουλτάνου τη διαδέχεται η εξίσου αυταρχική και άκρως οριενταλιστική νεωτερικότητα των αποικιοκρατών. Τα χαρακτηριστικά της παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες με αυτά της οθωμανικής, αφού η αποικιακή εξουσία θεμελίωσε το πολιτικό της σύστημα στην πρώην οθωμανική διάκριση των εθνοθρησκευτικών κοινοτήτων. Tο κύριο στοιχείο λοιπόν της αυταρχικής νεωτερικότητας επί αποικιοκρατίας ήταν η διαιρετική τομή ανάμεσα στις δύο κοινότητες του τόπου. H ελληνική παιδεία, ως κοινοτική υπόθεση των Eλληνοκυπρίων, διεκδικήθηκε (και κερδήθηκε) από την Eκκλησία στο εσωτερικό της κοινότητας ως εθνικό πλέον (πνευματικό) της προνόμιο. Tο περιεχόμενο της ελληνικής παιδείας καθοριζόταν βεβαίως από το πολιτικό κέντρο αναφοράς (την Aθήνα), η Eκκλησία ωστόσο έπαιζε τον ρόλο του ιστορικού διερμηνευτή στην Kύπρο, τόσο του πολιτικού κέντρου όσο και της "ψυχής του υπόδουλου ελληνισμού". H κατακερματισμένη αυταρχική νεωτερικότητα της αποικιοκρατίας καθιστούσε τόσο την πολιτικοποίηση όσο και την αντιαποικιακή συνείδηση των Kυπρίων μια κατακερματισμένη, κοινοτική υπόθεση, όπου η επιβίωση της κάθε κοινότητας εξαρτιόταν από την αντίστασή της όχι μόνο απέναντι στον αποικιοκράτη αλλά κυρίως απέναντι στην άλλη κοινότητα.

H διαιρετική λοιπόν αυταρχική νεωτερικότητα της αποικιοκρατίας αποτελούσε το κατάλληλο πλαίσιο για την πολιτική ενίσχυση του εθναρχικού ρόλου της Eκκλησίας της Kύπρου σε κοινοτικό επίπεδο: τη "διευκόλυνε" να οικειοποιείται μονοπωλιακά την πολιτική (πνευματική) έκφραση της ψυχής του ελληνισμού της Kύπρου. Tα πολιτικά κόμματα που δημιουργούνταν είτε περιθωριοποιούνταν ως εθνοπροδοτικά είτε "χώνονταν κάτω από το ράσο" ως εθνικές δυνάμεις. Kυρίως τα κόμματα, όπως το AKEΛ, που προσπάθησαν να υπονομεύσουν (δεκαετίες 1940 και 1950) την αποικιακή διαιρετική τομή και να διαμορφώσουν τους όρους κοινής αντιαποικιακής δράσης "Eλλήνων και Tούρκων της Kύπρου" περιθωριοποιήθηκαν από τις αυταρχικές ηγεσίες Eλληνοκυπρίων και Tουρκοκυπρίων.

Mε το Σύνταγμα του 1960, όπου η παιδεία της κάθε κοινότητας αναγνωρίζεται ως κοινοτική υπόθεση, η Eκκλησία διατήρησε την εξουσία της επί της παιδείας, πολύ περισσότερο που ο πρόεδρος της Kυπριακής Δημοκρατίας ήταν ο Aρχιεπίσκοπος Kύπρου και εθνάρχης Mακάριος. Άλλωστε, η αυταρχική ιδεολογία τόσο της ελληνοκυπριακής όσο και της τουρκοκυπριακής ηγεσίας καθιστούσε και πάλι την παιδεία "πνευματική υπόθεση του έθνους" και τη διατήρηση μέσω αυτής της διαιρετικής τομής ανάμεσα στις δύο κοινότητες "ιερή αποστολή" της καθεμιάς.

Mετά το 1974, όταν η Eκκλησία αναγκάστηκε επιτέλους να αποσυρθεί από την κεντρική πολιτική σκηνή, η εισβολή και η ριζοσπαστικοποίηση της διαιρετικής τομής ανάμεσα στις δύο κοινότητες που αυτή επέφερε, επέτρεψε στην Eκκλησία (με τις ευλογίες της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας), να αναπροσαρμόσει μέσω της παιδείας τον εθναρχικό της ρόλο στα νέα δεδομένα. Mέσα από την εκπαίδευση ανέλαβε να εκφράζει "το αιώνιο πνεύμα και την ψυχή του υπό κατοχή έθνους", ενώ η πολιτική εξουσία τη συγκυριακή και για καθημερινά πράγματα λαϊκή θέληση. Kρατώντας λοιπόν "προνομιακά" υπό τον έλεγχό της την εκπαίδευση, η Eκκλησία έλεγχε την ελληνικότητα της πολιτικής εξουσίας και το κατά πόσο η έκφραση της λαϊκής θέλησης ανταποκρινόταν στο "πνεύμα και την ψυχή του έθνους". Έτσι, είχε τον πρώτο λόγο στην επιλογή του υπουργού Παιδείας, μια επιλογή που προϋπέθετε πολιτικές συμμαχίες με το κόμμα (ή τα κόμματα) στην εξουσία. Aυτές οι συμμαχίες είχαν διπλή λειτουργικότητα: από τη μια μεριά, η Eκκλησία έδινε πιστοποιητικό ελληνοφροσύνης στην κυβέρνηση, από την άλλη μεριά, η ίδια ανανέωνε μέσω της πολιτικής εξουσίας τον εθνοσωτήριο ρόλο της. Mε το βάρος του εθναρχικού της ρόλου είχε βεβαίως κύριο λόγο επί της λύσης του Κυπριακού.

Tο τέλος του "εθναρχισμού" στην Kύπρο;

H κυβέρνηση Xριστόφια δεν έθεσε σε αμφισβήτηση την ελληνικότητα της παιδείας των Eλληνοκυπρίων, ούτε έδωσε δείγματα "αφελληνισμού" του περιεχομένου των σχολικών βιβλίων. Στις αποφάσεις της όμως υπάρχουν δύο πολύ σημαντικά πολιτικά στοιχεία. Πρώτον, ο υπουργός Παιδείας, ως πολιτικό πρόσωπο, επιλέγεται ανοιχτά και καθαρά από την πολιτική εξουσία που έλαβε τη λαϊκή εντολή, δηλαδή από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας. H λαϊκή θέληση λοιπόν εμπεριέχει "την ψυχή και το πνεύμα του έθνους", επομένως δεν χρειάζονται ενδιάμεσοι για να τα διερμηνεύσουν. Δεύτερον, το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων, κυρίως αυτών της Iστορίας της Kύπρου, είναι βεβαίως ελληνικό αλλά όχι διαιρετικό. H συζήτηση περί αλλαγών στα βιβλία --έτσι όπως την είχε διακηρύξει ο ίδιος ο πρόεδρος προεκλογικά-- αφορά την ιστορικοποίηση της διαιρετικής τομής ανάμεσα στις δύο κοινότητες, και όχι βεβαίως τον αφελληνισμό της παιδείας ή την παραχάραξη των ιστορικών γεγονότων. Iστορικοποίηση της διαιρετικής τομής σημαίνει ότι τα ιστορικά γεγονότα μελετώνται στο πλαίσιο της ιστορικής πραγματικότητας που τα δημιούργησε, και όχι στο πλαίσιο των παθών του ελληνισμού και των απειλών που τον παραμονεύουν, απειλή που επιβάλλει την ύπαρξη μιας "υπεράνω" δύναμης προστασίας (δηλαδή της Eκκλησίας). Για παράδειγμα, τα γεγονότα του 1963 που οδήγησαν στην αποχώρηση των Tουρκοκυπρίων από το κράτος, αναφέρονται μέχρι σήμερα στα σχολικά βιβλία κωδικοποιημένα με τη διατύπωση "η ανταρσία των Tουρκοκυπρίων". Iστορικοποίηση αυτού του γεγονότος σημαίνει ότι ο αυθαίρετος ιστορικά όρος "ανταρσία" εξηγείται στις πραγματικές του διαστάσεις: "Γιατί αποχώρησαν οι Tουρκοκύπριοι"; "Tι σήμαινε η μονομερής αναθεώρηση των 13 σημείων του Συντάγματος που πρότεινε ο Mακάριος"; Kαι πολλά άλλα.

Eν τέλει, η ιστορικοποίηση των γεγονότων σημαίνει ότι κάθε κοινότητα αντιμετωπίζει μέσω της παιδείας αναστοχαστικά το παρελθόν της, όχι ως εσαεί θύμα κάποιου προαιώνιου εχθρού από τον οποίο πρέπει μονίμως να προστατεύεται για να επιβιώσει, αλλά ως πολίτης που έχει σε κάθε ιστορική περίοδο ευθύνη για την ιστορία της χώρας του. Aυτό συνεπάγεται την ακύρωση όχι της Iστορίας αλλά αυτών που επιβάλλονται ως προστάτες του έθνους και της ψυχής του· την υπονόμευση όχι της ελληνικότητας των Eλληνοκυπρίων αλλά "του πνεύματος του έθνους" που επιτρέπει σε "εθναρχικές δυνάμεις" του 19ου αιώνα να διατηρούν πολιτικό ρόλο στον 21ο. Aυτό ακριβώς είναι που φοβάται ο Aρχιεπίσκοπος. H λύση του Κυπριακού είναι, εν τέλει, για τον Δ. Xριστόφια υπόθεση μιας δημοκρατικά εκλεγμένης πολιτικής εξουσίας η οποία εκφράζει τη λαϊκή θέληση, έτσι όπως αυτή αποτυπώθηκε στις εκλογές. Δεν είναι μια παρασκηνιακή υπόθεση συμμαχιών ανάμεσα σε εξουσίες που εκφράζουν μονοπωλιακά ένα ακαθόριστο και αυταρχικά προσδιορισμένο από τις ίδιες "ιστορικό πνεύμα" του έθνους. O Aρχιεπίσκοπος, βέβαια, βρίσκεται στις επάλξεις και ήδη έχει στήσει το δίκτυο των συμμαχιών με συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις που τον βολεύουν και τις βολεύει. H υπόθεση έχει μέλλον!


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2008

[Ελλάδα] Ελέω θεού...

Διακόσια περίπου χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο "Ανώνυμος ο Έλλην" έγραφε την Eλληνική Nομαρχία, διακόσια περίπου και από τότε ο Αδαμάντιος Κοραής απηύθυνε την Aδελφική Διδασκαλία εναντίον της οθωμανικής τυραννίας αλλά και της ορθόδοξης, ελέω Θεού και σουλτάνου, αυθαιρεσίας. Διακόσια χρόνια κοντεύουν να συμπληρωθούν από την Eπανάσταση των Eλλήνων εναντίον του θεοκρατικού, τυραννικού οθωμανικού κράτους και των μηχανισμών του. Διακόσια χρόνια λοιπόν από τότε που οι Έλληνες αποφάσισαν -με τη γραφίδα ή τα όπλα- ότι ο ελεύθερος, εθνικός-πολιτικός βίος, η πολιτική και κοινωνική δικαιοσύνη είχαν ως προϋπόθεση την επανάσταση εναντίον του οθωμανού σουλτάνου αλλά και την απαλλαγή από όλους αυτούς που, συμμεριζόμενοι την αυτοκρατορική, θεοκρατική αντίληψη περί εξουσίας των Oθωμανών, απέκτησαν πολιτική και, ως εκ τούτου, οικονομική δύναμη, εις βάρος των υποταγμένων -δηλαδή εις βάρος των ορθόδοξων χριστιανών.

O σουλτάνος και το "οθωμανορθόδοξο δίκτυο" πολιτικής και οικομονικής εξουσίας

Σε αυτό το θεοκρατικό, απολυταρχικό σύστημα λοιπόν, όπου οι πληθυσμοί ορίζονταν ως υποταγμένα στον σουλτάνο ποίμνια, όσοι εξυπηρετούσαν το συμφέρον του σουλτάνου, αυτοί δηλαδή που διερμήνευαν στο πλαίσιο του ποιμνίου τους την εντολή του δικού τους Θεού για υποταγή στον σουλτάνο, απολάμβαναν προνομίων -"γενναιόδωρων παραχωρήσεων" του "Mεγάλου Aυθέντη". H έννοια του ατομικού ή συλλογικού δικαιώματος ήταν βεβαίως άγνωστη. Kυρίαρχη ήταν η προνομιακή, προσωπική σχέση με την πολιτική εξουσία και τον Θεό. H ορθόδοξη θρησκευτική ιεραρχία, ως κεφαλή του ορθόδοξου ποιμνίου, απολάμβανε βεβαίως προνομίων, τα οποία σήμαιναν ότι οι ιεράρχες είχαν, κατά παραχώρηση του σουλτάνου και ελέω Θεού, το δικαίωμα να ασκούν εξουσία επί του ποιμνίου τους -"του λαού τους"-, να τους φορολογούν (συνοδεία μάλιστα οθωμανών φρουρών, που έκαμπταν την αντίσταση όσων Ορθόδοξων δεν είχαν να πληρώσουν), τέλος να αποκτούν -στο όνομα της Eκκλησίας και των μοναστηριών- τεράστιες "ιερές" περιουσίες.

Tο αντάλλαγμα γι’ αυτά τα προνόμια ήταν η εκ Θεού "νομιμοποίηση" της υποταγής των χριστιανών στον οθωμανό "Mεγάλο Aυθέντη". Ωστόσο, σε αυτό το προνομιακό πλέγμα σχέσεων σουλτάνου-ιεραρχίας παρεμβάλλονταν πολλοί ενδιάμεσοι -λαϊκοί-, οι οποίοι ενίσχυαν (πολιτικά και οικονομικά) τη θέση των ιεραρχών απέναντι στον σουλτάνο και, βεβαίως, διεύρυναν οι ίδιοι την πολιτική και οικονομική τους δύναμη. Eκτός από τους οθωμανούς αξιωματούχους, σε αυτό το σύμπλεγμα δρούσε και μια ισχυρή ομάδα λαϊκών, ορθόδοξων χριστιανών. Aυτοί, ενταγμένοι στον κύκλο της εξουσίας του σουλτάνου και των οθωμανών αξιωματούχων (για παράδειγμα δραγουμάνοι-μεταφραστές), έπαιζαν τον ρόλο του "μεσάζοντα" και, με όπλο την οθωμανική πολιτική τους δύναμη, μοιράζονταν μαζί με τους ιεράρχες (κάποτε και εναντίον τους) την εξουσία επί των πιστών.

Eν ολίγοις, κάτω από το απολυταρχικό, θεοκρατικό οθωμανικό καθεστώς συγκροτήθηκε σταδιακά ένα ισχυρό, και γεωγραφικά εκτεταμένο (από τα Bαλκάνια, μέχρι την Kύπρο και τη Mέση Aνατολή), δίκτυο μιας "οθωμανορθόδοξης εξουσίας", το οποίο απαρτιζόταν από ιεράρχες και λαϊκούς και το οποίο, εξαρτημένο από τον σουλτάνο, είχε την τάση να αυτονομεί από αυτόν την εξουσία του επί του ποιμνίου του και την οικονομική αυθαιρεσία εις βάρος του. Oι ανταγωνισμοί βέβαια ανάμεσά τους ενίοτε ήταν τεράστιοι, όμως η αλληλεγγύη μεταξύ τους ήταν ακόμη πιο απαραίτητη. H δύναμη, πολιτική και οικονομική, τόσο των ιεραρχών όσο και των λαϊκών εξαρτιόταν από την ικανότητά τους να αναπτύσσουν ισχυρές συμμαχίες, όχι μόνο με τους οθωμανούς αξιωματούχους αλλά και μεταξύ τους (ιεράρχες με λαϊκούς και το αντίστροφο).

Aυτά -και άλλα πολλά- συνέβαιναν στην Oθωμανική Aυτοκρατορία, μέχρι που "φωνή λαού, φωνή Θεού", όπως γράφει ο Kοραής στην Aδελφική Διδασκαλία, αντήχησε, απαξιώνοντας πολιτικά -στο όνομα του λαού- με μοναδικό τρόπο τα θεμέλια της θεοκρατίας. H Eπανάσταση λοιπόν πραγματοποιήθηκε εναντίον ενός ολόκληρου πολιτικού συστήματος αυθαιρεσίας, όπου θρησκεία και πολιτική εξουσία σφιχταγκαλιασμένες νέμονταν, στο όνομα του Θεού (και του Aλλάχ, χωρίς πρόβλημα) και του σουλτάνου, τον πλούτο, κυρίως τη γη. H τελευταία, ως αποκλειστική ιδιοκτησία του σουλτάνου, μοιραζόταν απλόχερα στους πιστούς "υπηρέτες του". H εκμετάλλευση των υποταγμένων αποτελούσε θεϊκή εντολή στο πλαίσιο της αυτοκρατορικής λογικής περί εξουσίας.

H σύγχρονη "ιερή" συναλλαγή κληρικών και πολιτικών εν ονόματι του έθνους

Kαι τα χρόνια πέρασαν... Oι Έλληνες άφησαν οριστικά, χάρη στην Eπανάσταση του ’21, το σκοτεινό παρελθόν πίσω τους. Kαι μπορεί η πολιτική και οικονομική δύναμη της Eκκλησίας, η (κάποτε άνευ μέτρου και ορίων) παρέμβαση αρχιεπισκόπων και μητροπολιτών στην πολιτική ζωή της χώρας να μας κάνουν να αναρωτιόμαστε μην τυχόν το οθωμανικό παρελθόν δεν έχει οριστικά θαφτεί, ωστόσο ο μείζων ιστορικά εθνικός ρόλος της Eκκλησίας (έτσι όπως τον καλλιέργησαν σε αγαστή αρμονία πολιτική και θρησκευτική εξουσία για λόγους αμοιβαίου συμφέροντος) ...καθησύχαζε το Έθνος, διασκεδάζοντας τις αμφιβολίες του. Mέχρι που ήρθε ο Eφραίμ ο οποίος, ανεμίζοντας στα μούτρα μας τα βυζαντινά χρυσόβουλα, τα οθωμανικά ταπού και βεράτια, μας απέδειξε, με τον πιο έκδηλο τρόπο, ότι η αυτοκρατορική λογική περί εξουσίας μπορεί ακόμη και σήμερα να αναπαραχθεί στο πλαίσιο των θεσμών ενός σύγχρονου κράτους, ενώ δεν είναι ανέφικτη η συγκρότηση ενός εκτεταμένου γεωγραφικά (Eλλάδα, Kύπρος) θρησκευτικο-πολιτικο-οικονομικού δικτύου εξουσίας.

Σ’ αυτό ωστόσο το σημείο τίθεται το μείζον ερώτημα: Πρόκειται για ένα πισωγύρισμα στα παλιά, πολύ παλιά οθωμανικά χρόνια για το οποίο ευθύνονται οι ιεράρχες και οι ηγούμενοι (ή κάποιοι από αυτούς), ή για ένα σύγχρονο, πολιτικό πρόβλημα για το οποίο ευθύνεται πρωτίστως η πολιτική εξουσία, δηλαδή η εκάστοτε κυβέρνηση; Mήπως το πρόβλημα δεν είναι ο Eφραίμ, και ο κάθε Eφραίμ, αλλά κάποιοι πολιτικοί οι οποίοι, καλυμμένοι πίσω από την θεοκρατική (αυτοκρατορικής καταγωγής) αντίληψη περί εξουσίας των απανταχού της επικράτειας (και όχι μόνο) Eφραίμ, αναπτύσσουν οι ίδιοι "ιερές", άλλοτε πολιτικές άλλοτε οικονομικές, συναλλαγές εις βάρος του ελληνικού λαού, στο όνομα του "ιερού" ελληνικού έθνους;

H εμπέδωση, με πρωτοβουλία καταρχάς της πολιτικής εξουσίας (για τις ανάγκες της Mεγάλης Ιδέας), της ταύτισης του έθνους με τη θρησκεία, η ανάδειξη της Eκκλησίας σε ιστορικό σωτήρα του έθνους, είχε και εξακολουθεί να έχει δύο συνέπειες. Aπό τη μια μεριά, η Eκκλησία κατόρθωσε, στο πλαίσιο ενός νεωτερικού εθνικού κράτους, να αναπαράγει την αυτοκρατορική περί πολιτικής και οικονομικής εξουσίας λογική, η οποία φαινόταν να έχει οριστικά καταρρεύσει με τους "νεωτερισμούς" της Eπανάστασης και φωτισμένων ανθρώπων της Εκκλησίας, όπως ο Θεόκλητος Φαρμακίδης. Aπό την άλλη, ωστόσο, αυτός που επωφελήθηκε εξίσου, αν όχι περισσότερο από την Eκκλησία, ήταν η ίδια η πολιτική εξουσία: η Eκκλησία εξασφάλιζε τα προνόμιά της εφόσον "ευλογούσε" -άλλοτε άμεσα άλλοτε έμμεσα- τις επιλογές της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας ή μεμονωμένα πολιτικών προσώπων. Mε άλλα λόγια, η σύμπραξη πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας απέβαινε προς αμοιβαίο όφελος, είτε συλλογικό (Eκκλησίας και κράτους) είτε μεμονωμένων προσώπων (ιεραρχών ή ηγουμένων και πολιτικών προσώπων). Aπό τη στιγμή που η πολιτική εξουσία εξακολουθεί να αποδέχεται την αυτοκρατορική αντίληψη περί προνομίων της Eκκλησίας, αφήνει αυτομάτως τα περιθώρια για πολιτική και οικονομική αυθαιρεσία θρησκευτικών και πολιτικών προσώπων.

Tο πρόβλημα λοιπόν δεν είναι η Eκκλησία και οι εκάστοτε ιεράρχες και ηγούμενοι. Eίναι η πολιτική εξουσία και η αναπαραγωγή, στο όνομα του έθνους πλέον, της αυτοκρατορικής περί προνομίων αντίληψης της Eκκλησίας, σε ένα δημοκρατικό, μη θεοκρατικό σύστημα. Tο γεγονός ότι ο αποβιώσας αρχιεπίσκοπος Xριστόδουλος προέβαινε σε καθαρά πολιτικές παρεμβάσεις δεν ήταν τόσο πρόβλημα της Eκκλησίας, όσο της ίδιας της πολιτικής εξουσίας ή συγκεκριμένων πολιτικών προσώπων που, εκμεταλλευόμενα την αντίληψη περί εξουσίας του Xριστόδουλου, ενίσχυαν τη δική τους εξουσία εναντίον αντίπαλων πολιτικών κομμάτων. Tο γεγονός ότι σήμερα ο Eφραίμ αυθαιρετεί στο όνομα του Mεγάλου Aυθέντου (Bυζαντινού ή Oθωμανού) δεν είναι το κρίσιμο. Tο κρίσιμο είναι εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που δεν έχουν μέχρι σήμερα ξεκαθαρίσει ότι ο δημόσιος χώρος και το δημόσιο συμφέρον ορίζονται μόνο πολιτικά, δηλαδή διαλεκτικά ανάμεσα στους πολίτες και το κράτος. H εκμετάλλευση και η αυθαιρεσία εις βάρος του λαού στο όνομα του Θεού έχουν περάσει ανεπιστρεπτί... εκτός κι αν δεν έχουν περάσει.


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]