Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

[Ιστορία] Γιατί αλλάζει ο κόσμος;

Γιατί αλλάζει ο κόσμος;
Η Αριστερά στον 20ο αιώνα: Στρατηγικές επιλογές και ιστορικές συγκυρίες

Σειρά εκδηλώσεων του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς και των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, με αφορμή την συμπλήρωση 100 χρόνων από την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Για περισσότερες λεπτομέρειες και τα βίντεο των εκδηλώσεων, κλικ εδώ.

Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

[Αριστερά] Έθνος και Αριστερά

«Έθνος και Αριστερά»

Συζητούν:

Σία Αναγνωστοπούλου,   καθηγήτρια Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο 

Γρηγόρης Ανανιάδης,  αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Θεωρίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο

  Συντονίζει ο  Λουδοβίκος Κωτσονόπουλος,  δρ. Πολιτικής Επιστήμης, Πάντειο Πανεπιστήμιο


Από την εκπομπή "Θεωρία στον αέρα" του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, στον ραδιοφωνικό σταθμό Στο Κόκκινο 105,5

Για το ηχητικό της εκπομπής, κλικ εδώ.

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

[Κύπρος] Περί Κυπριακού και άλλων τινών

Το Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014, το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς και οι εφημερίδες «Αυγή» και «Εποχή» πραγματοποίησαν μία εκδήλωση για το Κυπριακό, σπάνια για τα ελληνικά δεδομένα -και για τα αριστερά- για ένα τέτοιο ζήτημα. Οι συζητήσεις για το Κυπριακό, όπως και για όλα τα λεγόμενα εθνικά θέματα, διεξάγεται συνήθως στη χώρα μας με όρους ποδοσφαιρικού φανατισμού. Το Κυπριακό συνιστά το γήπεδο για την αναμέτρηση της ομάδας των πατριωτών εναντίον των εθνοπροδοτών της χώρας. Η νίκη της πρώτης εναντίον της δεύτερης είναι εκ των προτέρων δεδομένη, αφού αυτή παίζει με πάντα 13 παίκτες: με τα «ιερά και τα όσια της φυλής», που οι αντίπαλοι δεν διαθέτουν.

Αυτό το «στημένο παιχνίδι» είναι ιστορικά δεξιάς –και μάλιστα ακροδεξιάς– έμπνευσης. Αποτέλεσε τον προνομιακό χώρο της Δεξιάς για να περιθωριοποιεί την Αριστερά, για να την αποκλείει από τα «σπουδαία». Ο ορθός λόγος στην πολιτική, που συνιστά συγκροτητικό στοιχείο της Αριστεράς, τρόμαζε μια Δεξιά με ηθικοποιημένο λόγο. Ο σημαντικότερος δρόμος, λοιπόν, ηθικοποίησης της πολιτικής γενικώς πέρναγε για τη Δεξιά μέσα από τα εθνικά θέματα –με τον μεταφυσικό, αταξικό και ανορθολογικό τρόπο που αυτή ορίζει το περιεχόμενο του όρου «εθνικός»–, και τα θέματα αυτά γίνονταν το βαρύ όπλο ακύρωσης της διαλεκτικής και της ταξικής αντιπαράθεσης στην πολιτική.

Κάπως έτσι, μόνο η Δεξιά θεωρούνταν ικανή να αναλαμβάνει τα μείζονα εθνικά θέματα, και μαζί με αυτά, και το μείζον εθνικό ζήτημα: αυτό της διακυβέρνησης της χώρας. Η Αριστερά, αυτή ας «παίζει με τα κουβαδάκια της» – με την κοινωνία. Για τη Δεξιά η κοινωνία δεν αποτέλεσε ποτέ ζήτημα πολιτικής, παρά μόνο υπό πίεση. Ζήτημα άσκησης υψηλής πολιτικής είναι μόνο το έθνος, που είναι υπεράνω κοινωνίας, τάξεων, κλπ. Αν διαβάσουμε λίγο πιο προσεκτικά το λόγο που παράγει η ΝΔ δια του Κεδίκογλου, του Λαζαρίδη και των άλλων, είναι ακριβώς αυτό: αυτοί παλεύουν για το έθνος, για τη σωτηρία του, ενώ η Αριστερά παλεύει για «συντεχνιακά συμφέροντα». Έτσι βλέπει η Δεξιά, και μέσα σ’ αυτή και το ΠΑΣΟΚ, την κοινωνία: ως πελατεία.

Η αποηθικοποίηση των εθνικών θεμάτων αποτελεί για την Αριστερά μονόδρομο για το ξεγύμνωμα της Δεξιάς. Μονόδρομο για την οριστική ακύρωση των ιστορικών λόγων που αναπαράγουν την εξουσία της σε μια κοινωνία κατά τα άλλα διαλυμένη. Πρέπει να είναι κανείς τυφλός για να μην αντιλαμβάνεται το ιστορικό παιχνίδι που παίχτηκε και παίζεται ανάμεσα στην ταξικότητα του έθνους, στον βαθύ πολιτικό και κοινωνικό του χαρακτήρα –το έθνος ως πολιτικό πρόγραμμα– και την αταξικότητά του, την ηθικοποίησή του και, μέσα από αυτό, την ακύρωση της κοινωνίας ως κατεξοχήν πεδίου ταξικών συγκρούσεων, την ακύρωση δηλαδή της Αριστεράς.

Το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς και οι εφημερίδες «Αυγή» και «Εποχή» ανέλαβαν το Σάββατο να πραγματοποιήσουν μια εκδήλωση με στόχο τον εξορθολογισμό (την απογηπεδοποίηση, αν προτιμάτε) ενός από τα σημαντικά, λεγόμενα εθνικά θέματα: του Κυπριακού. Ανέλαβαν το δύσκολο διάβημα συγκρότησης μιας αριστερής πολιτικής για τα εθνικά θέματα. Δεν έφτιαξαν λοιπόν ένα πάνελ Ελλήνων με αντιπαρατιθέμενες απόψεις, δεν κάλεσαν τους οπαδούς δύο ομάδων. Έδωσαν βήμα στους ίδιους τους Κύπριους και σε έναν ομιλητή από την Τουρκία. Κάλεσαν, λοιπόν, ομιλητές από την Αριστερά της Κύπρου και της Τουρκίας, κάλεσαν αριστερούς με βαθιά γνώση του Κυπριακού, όπως και της Τουρκίας. Οι τρεις αυτοί φορείς της Αριστεράς, όπως έχουν αποδείξει σε όλη τους τη διαδρομή, γνωρίζουν ότι ο ορθός λόγος είναι μια μόνιμη, επίπονη και διαρκής μάχη κατά του εύκολου και παγιδευτικού ανορθολογισμού. Γνωρίζουν δε, ότι ορθός λόγος σημαίνει καταρχάς γνώση και, μέσα από αυτήν, σκέψη και κρίση. Σημαίνει δράση με επίγνωση, δράση με όλα τα όπλα του ορθού λόγου στη φαρέτρα του πολίτη, της κοινωνίας, της Αριστεράς. Μόνο έτσι ο δρόμος για την κυβέρνηση θα είναι επιτυχής. Μόνο έτσι μπορεί να ηττηθεί η Δεξιά και η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία της.

Οι ομιλητές λοιπόν ήταν: Ο Αχμέτ Ινσέλ, καθηγητής πολιτικής οικονομίας στη Σορβόννη και στο Πανεπιστήμιο Γκαλατά Σεράι της Κωνσταντινούπολης, ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της τουρκικής Αριστεράς. Ο Σταύρος Τομπάζος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, από τους ιδρυτές της Ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Κύπρο. Ο Νίκος Μούδουρος, διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΑΚΕΛ. Ο Τουμάζος Τσελεμπής, νομικός, μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΑΚΕΛ, μέλος επίσης της ομάδας διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό, και τώρα και του Εθνικού Συμβουλίου της Κύπρου. Ποτέ στην Ελλάδα δεν έχει γίνει μια τέτοια εκδήλωση με Κύπριους ομιλητές με βαθιά γνώση του Κυπριακού. Θα σταθώ μόνο στον Τουμάζο Τσελεμπή (όχι για να μειώσω την εξαιρετική ανάλυση που έκαναν οι άλλοι ομιλητές), αλλά γιατί είναι ένας από τους ανθρώπους που χειρίζονται το Κυπριακό και τα σχέδια επίλυσής του επί χρόνια. Με έναν απολύτως ορθολογικό λόγο ανέλυσε τα μείζονα ζητήματα που τίθενται σε ό,τι αφορά τη λύση του Κυπριακού με ομοσπονδία: τι σημαίνει δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία, τι σημαίνει ομοσπονδιακή διακυβέρνηση, τι σημαίνει διευθέτηση του περιουσιακού, του εδαφικού, των εποίκων, κλπ. Ο Τσελεμπής δεν έκρυψε τα προβλήματα που ανακύπτουν, δεν απέκρυψε ούτε τους σκοπέλους της λύσης. Τόνισε, ωστόσο, με επιχειρήματα ότι το Κυπριακό πρέπει να λυθεί χτες.

Οι ομιλίες έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να ανατρέξει και να τις ακούσει. Η απουσία, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ από μια τέτοια εκδήλωση μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι η εκδήλωση έγινε Σάββατο βράδυ και μάλιστα σε μια περίοδο έντονης, προεκλογικής δραστηριότητας. Θα περίμενε όμως κανείς ότι θα ήταν εκεί κάποιοι έστω από αυτούς που κατεξοχήν έχουν αναλάβει τα θέματα εξωτερικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, αυτοί που αμέσως, και ερήμην των οργάνων του κόμματος, πήραν θέση μετά το κοινό ανακοινωθέν Αναστασιάδη-Έρογλου. Θα περίμενε κανείς ότι κάποιος από τους υπεύθυνους της επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του ΣΥΡΙΖΑ, από αυτούς που είχαν χρόνο για την εκπομπή του Τράγκα, παρέα με τον Φαήλο Κρανιδιώτη, θα θυσίαζε το Σάββατό του για να μάθει κάτι από τους ίδιους τους Κύπριους, και ειδικά από τον Τσελεμπή. Μάλλον, όμως, ο τελευταίος ανήκει στους φιλοϊμπεριαλιστές εθνοπροδότες.

Αντί γι΄ αυτό, λοιπόν, την Κυριακή είχαμε την εκκωφαντική κραυγή, την ασυνήθιστη, για τα αυτιά της Αριστεράς, ανορθολογική, επιθετική και ανατριχιαστικά πανομοιότυπη, ως προς το ύφος και τον λόγο με αυτή του Φαήλου, κραυγή του κ. Γ. Αϋφαντή, ο οποίος υπογράφει (και είναι άλλωστε) διπλωματικός σύμβουλος του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ (το άρθρο του και η ανταπάντηση του Αριστείδη Μπαλτά εδώ - βλ. επίσης εδώ το άρθρο του Αρ. Μπαλτά, που στάθηκε αφορμή). Με διαφορά, λοιπόν, κάποιων ωρών περάσαμε από τον ορθό λόγο στον φανατισμό. Από το πάθος με επίγνωση στο μελοδραματικό πάθος. Από τον αριστερό λόγο με επιχειρήματα στον αριστεροφανή, εθνικιστικό λόγο της αμετροέπειας και του χλευασμού.

Δεν θα σχολιάσω τον ανορθολογισμό ενός διπλωμάτη που σηκώνει τη σημαία της Επανάστασης εναντίον των πάντων, του ΟΗΕ συμπεριλαμβανόμενου, κι αυτό όχι από μια ιδεολογικά επεξεργασμένη θέση (γιατί σε αυτή την περίπτωση θα ήταν συνεπής και θα είχε παραιτηθεί από το διπλωματικό σώμα και τη θέση του διπλωματικού συμβούλου του Αλέξη Τσίπρα). Απ’ όσο θυμάμαι, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει πάρει μέχρι τώρα θέση για επίλυση του Κυπριακού εκτός ΟΗΕ. Κατά του ΟΗΕ στην Ιστορία του Κυπριακού ήταν ο Γεώργιος Γρίβας, η ΕΟΚΑ Β’ και οι επίγονοί τους. Στον ΟΗΕ η Αριστερά έχει ασκήσει και ασκεί δριμεία κριτική, αλλά μέχρι τώρα δεν έχει ταχθεί υπέρ της κατάργησής του. Τον εκδημοκρατισμό του διεκδικεί. Δεν θα σχολιάσω ούτε την αήθη επίθεση κατά του Αριστείδη Μπαλτά, όχι με πολιτικά επιχειρήματα αλλά με ειρωνείες του τύπου «ταγός του ΣΥΡΙΖΑ». Από αυτό το ύφος –μίγμα ειρωνείας και καλυμμένης ή απροκάλυπτης επιθετικότητας– είμαστε συνηθισμένοι πολλοί από μας που «πέσαμε στο δρόμο του κ. πρέσβη» (μάλλον έπεσε ο ίδιος στον δικό μας). Δεν θα σχολιάσω καν το χλευαστικό ύφος για την εφημερίδα Αυγή, ούτε θα μπω στον κόπο να θυμίσω τι σημαίνει η Αυγή για τον δικό μας χώρο. Όποιος το ξέρει, καλώς, όποιος δεν το ξέρει, ας ψάξει να βρει το γιατί. Ο κ. Αϋφαντής δεν κατάλαβε ποτέ ότι η Αυγή, όπως και η Εποχή, αλλά και το περιοδικό «ο Πολίτης» κάποτε, άσκησαν τους «ανθρώπους του πνεύματος» (για να μιλήσω μόνο γι΄ αυτό που γνωρίζω «από πρώτο χέρι») της Αριστεράς στη γενναιόδωρη προσφορά, στην αριστερή έννοια του πολίτη, στο μη ξεπούλημα της «πνευματικής τους πραμάτειας» από εφημερίδα σε εφημερίδα κι από κόμμα σε κόμμα προς ίδιον όφελος. Τους έμαθαν να είναι αριστεροί πολίτες, κι όχι επαγγελματίες του πνεύματος. Τους έδωσαν βήμα για να δώσει η Αριστερά, στα πέτρινα χρόνια της, τη μάχη εναντίον μιας καθεστωτικής ελίτ που σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά της.

Θα μείνω μόνο, πρώτον στη κριτική (αν αυτό λέγεται κριτική) που ασκεί ο Αϋφαντής κατά του ΑΚΕΛ και του Χριστόφια. Από πότε αλήθεια ο ΣΥΡΙΖΑ έκοψε κάθε γέφυρα με το ΑΚΕΛ, εξομοιώνοντάς το με τη Δεξιά; Από πότε ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει με τέτοιο χλευασμό τον πρώην ηγέτη του ΑΚΕΛ; Βεβαίως, τα πεπραγμένα κάθε κόμματος και της ηγεσίας του πρέπει να υπόκεινται σε κριτική –όχι σε «φτύσιμο»–, και μάλιστα αυστηρή, κατεξοχήν από τα ίδια του τα μέλη. Δεν μπορεί  όμως οποιοσδήποτε να υιοθετεί την κριτική του πιο ακραίου εθνικιστικού (και χυδαία αριβιστικού και ταξικού) τμήματος της ελληνοκυπριακής πολιτικής ζωής. Όλη η μάχη κατά του ΑΚΕΛ και του Χριστόφια στήθηκε, από την πλευρά των κατ’ επάγγελμα εθνικιστών, πάνω στο άθλιο δεξιό και εθνικιστικό επιχείρημα ότι η Αριστερά είναι ανίκανη να κυβερνήσει, είναι ανίκανη να αναλάβει τα «σπουδαία». Ο κ. πρέσβης μάλλον δεν γνωρίζει ούτε την Ιστορία της Κύπρου ούτε την ιστορικότητα των κομμάτων της. Γι΄ αυτό και υιοθετεί άκριτα μια κριτική κατά του ΑΚΕΛ που έρχεται από πολύ μακριά, από μια μαύρη όψη της Ιστορίας. Ας διαβάσουμε μια φορά σωστά την Ιστορία, κ. πρέσβη, προτού αρχίσουμε τους «πυροβολισμούς». Κι εμείς οι αριστεροί οφείλουμε να το κάνουμε αυτό, ειδικά τώρα που η Ιστορία μας καλεί σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Ας έχουμε τουλάχιστον ξεκάθαρο αυτό: δεν υπάρχει «αριστερός εθνικισμός» εναντίον του «δεξιού εθνικισμού». Δεν υπάρχει καν «αριστερός πατριωτισμός», όταν τραβάει από το παρελθόν εκείνα τα νήματα της Ιστορίας που «έστησε» η Δεξιά. Η Αριστερά είναι εγγενώς αντιεθνικιστική: όχι αντεθνική, αλλά αντιεθνικιστική. Όταν δανείζεται «ξένες κουβέντες», τότε ακόμη κι αν κερδίσει συγκυριακά, θα χάσει μεσοπρόθεσμα.

Δεύτερον: ο κ. Αϋφαντής, ανάμεσα στα άλλα υψιπετή περί Κυπριακού, επικαλείται την αρχή «ένας άνθρωπος μία ψήφος». Και με αυτό δείχνει την πλήρη άγνοιά του για την ιστορία της Κύπρου. Το κυπριακό κράτος δεν συγκροτήθηκε ως εθνικό κράτος, αφού δεν υπάρχει κυπριακό έθνος. Συγκροτήθηκε λοιπόν ως δικοινοτικό κράτος, με δύο ισότιμες πολιτικά εθνοτικές κοινότητες. Καλώς ή κακώς, έτσι έγινε. Πρέπει επομένως να εξασφαλίζεται η εκπροσώπηση και των δύο κοινοτήτων. Δεν θα επιχειρηματολογήσω περισσότερο πάνω σε αυτό. Απλώς ας φανταστούμε τι θα γίνει αν στην ΕΕ επικρατήσει αυτή η αρχή. Με πόσους ευρωβουλευτές θα εκπροσωπείται η Ελλάδα; Μάλλον με 2 ή τρεις. Η δε Κύπρος με μισό. Στο ήδη υπάρχον έλλειμμα δημοκρατίας στην ΕΕ, έτσι, θα προστεθεί κι ένας λόγος παραπάνω για να εξαφανιστούν τα μικρά έθνη. Ας σκεφτόμαστε λοιπόν τι λέμε, γιατί θα τα βρούμε όλα μπροστά μας!

Στην δική μας Αριστερά υπάρχουν αντιπαρατιθέμενες απόψεις, και καλώς υπάρχουν. Υπάρχουν συγκρούσεις, και καλώς υπάρχουν. Ωστόσο, στη δική μας Αριστερά, αριστεροί με ύφος και λόγο Φαήλου δεν μπορεί να υπάρχουν. Ο χλευασμός και η ειρωνεία δεν είναι όπλα του δικού μας οπλοστασίου.


Δημοσιεύτηκε στο Red Notebook

* Οι ομιλίες της εκδήλωσης -σε βίντεο- βρίσκονται στον ιστότοπο του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς: κλικ εδώ.

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

[Κύπρος] Ας δώσουμε στην ελπίδα την τελευταία της ευκαιρία

Των Σίας Αναγνωστοπούλου, Αδάμου Ζαχαριάδη, Χρήστου Καραγιαννίδη


Είναι σαφές ότι το «κοινό ανακοινωθέν» δεν συνιστά σχέδιο τελικής επίλυσης. Αυτό, θα προκύψει από τις συνομιλίες και βεβαίως θα τεθεί προς έγκριση ή απόρριψη σε ξεχωριστά δημοψηφίσματα των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Πρόκειται, δηλαδή, για μια εξέλιξη η οποία βγάζει τη διαδικασία από τον «πάγο» και ξαναβάζει το Κυπριακό σε τροχιά επίλυσης.

Στο κείμενο που δόθηκε στη δημοσιότητα διασφαλίζεται η διζωνική, δικοινοτική, ομοσπονδία με μία κυριαρχία, μία ιθαγένεια και μία διεθνή προσωπικότητα. Επιπλέον, υπάρχει ρητή απαγόρευση οποιωνδήποτε πιθανών αποσχιστικών τάσεων με ενισχυμένη, μάλιστα, αναφορά σε σχέση με προηγούμενα προσχέδια. Προφανώς, σε ένα τέτοιο κείμενο υπάρχουν ασάφειες, παραλείψεις και κενά, που θα αποτελέσουν άλλωστε και το αντικείμενο των ίδιων των διαπραγματεύσεων.

Τόσο το ΑΚΕΛ όσο και μικρότερες αριστερές συλλογικότητες της Κύπρου εξέφρασαν την υποστήριξή τους στην επανέναρξη των συνομιλιών, υπογραμμίζοντας τα ζητήματα που χρήζουν διαπραγμάτευσης και ταυτόχρονα επισημαίνοντας ότι σε ορισμένα από αυτά είχε επιτευχθεί σύγκλιση στις διαπραγματεύσεις Χριστόφια – Ταλάτ. 

Οι αντιδράσεις που έχουν προκληθεί στην Ελλάδα ακόμα και σε μέρος της Αριστεράς είναι βιαστικές, αδικαιολόγητες, ακατανόητες και αβάσιμες. Το όποιο σχέδιο προκύψει θα είναι, προφανώς, προϊόν συμβιβασμού τόσο λόγω των σημερινών, εσωτερικών και εξωτερικών δεδομένων, όσο και λόγω των δεδομένων που δημιούργησαν η στασιμότητα και η αδυναμία επίτευξης λύσης εδώ και σαράντα χρόνια. Επιπλέον, η διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία είναι συμφωνημένη θέση εδώ και πάρα πολλά χρόνια και μόνο η ακροδεξιά την αμφισβητεί. Η ομοσπονδία δεν αποτελεί υποχώρηση της ελληνοκυπριακής πλευράς αλλά αποδοχή της πραγματικότητας και απόφαση ότι στην Κύπρο υπάρχουν δύο ισότιμες πολιτικά κοινότητες, εξίσου υπεύθυνες να ορίζουν την τύχη του τόπου. Και κυρίως αποτελεί συνειδητοποίηση ότι μόνο με αυτόν τον τρόπο θα σταματήσει η κατοχή του νησιού.

Έχουμε τη βεβαιότητα ότι κανένα σχέδιο δεν είναι ικανό να λύσει όλες τις πολιτικές πτυχές του προβλήματος. Το Σύνταγμα του 1960 και ο τρόπος με τον οποίο καταλήξαμε από το ενιαίο κράτος στο πραξικόπημα και την εισβολή αποτελεί την πιο τρανταχτή επιβεβαίωση αυτού. Τη λύση θα την κάνουν «βιώσιμη και λειτουργική» οι Κύπριοι. Πιθανή επίλυση του Κυπριακού θα ανοίξει νέες δυνατότητες και για την Αριστερά στις δύο κοινότητες. Θα υποβαθμίσει το ρόλο συντηρητικών θεσμών, όπως η εκκλησία και ο στρατός, θα εξαλείψει τα υπέρογκα ποσά για στρατιωτικούς εξοπλισμούς και κυρίως θα δημιουργήσει τη δυνατότητα στις δύο κοινότητες να αναπτύξουν δυναμικές συνεργασίας, αλληλεγγύης, κοινής πάλης και αγώνων. Κι αυτό δεν μπορούν να το ελέγξουν οι συστημικές δυνάμεις.

Άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Είτε θα υπάρξει λύση είτε θα ζήσουμε την οριστική διχοτόμηση της Κύπρου. Η πάροδος του χρόνου παγιώνει τη διχοτόμηση τόσο επί του εδάφους όσο και στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Για αυτό, η επανένωση της Κύπρου συνιστά αδήριτη ανάγκη και άμεση προτεραιότητα.

Η Αριστερά οφείλει  να δώσει τη μάχη με τις δικές της αξίες και χαρακτηριστικά. Να διαμορφώσει ένα διαφορετικό πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο που θα αλλάζει το ιστορικό παράδειγμα και θα μετατρέπει την Κύπρο σε υπόδειγμα ειρήνης, ευημερίας, αλληλεγγύης και συνύπαρξης. Ας δώσουμε στην ελπίδα την τελευταία της ευκαιρία. 


Δημοσιεύτηκε στο Red Notebook

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

[Τουρκία] Τουρκία: Στον αστερισμό της σύγκρουσης Ερντογάν-Γκιουλέν

Ιστορικά προαπαιτούμενα για την κατανόηση της σύγκρουσης

Εδώ και δύο περίπου μήνες, η πολιτική ζωή της Τουρκίας κινείται στον αστερισμό της σύγκρουσης Eρντογάν-Γκιουλέν. Για να κατανοήσουμε την ουσία και το πολιτικό της βάρος, χρειάζεται να δούμε μερικά ιστορικά δεδομένα, για τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε η δημοκρατία στη χώρα.

Το δημοκρατικό πολιτικό σύστημα στην Τουρκία συγκροτήθηκε, λοιπόν, μέσα από μια μάχη που υπερκαθορίστηκε από ένα αντιδημοκρατικό ερώτημα: Ποιο ηγεμονικό όραμα εξασφαλίζει στην Τουρκία τον ρόλο του ισχυρού, επομένως δυτικού κράτους στην περιοχή; Από αυτό το ερώτημα, το οποίο έθεσε με όρους διχαστικών και συγκρουσιακών διλημμάτων η νατοϊκή κυρίως «Δύση» για λογαριασμό της Τουρκίας, προέκυψαν δύο αντίπαλα ηγεμονικά οράματα, που ενίσχυαν τη θέση δύο αυταρχικών δυνάμεων — στρατού και Ισλάμ: το όραμα του κοσμικού κράτους-έθνους του κεμαλισμού, και το όραμα του εθνοθρησκευτικού κράτους-κοινότητας του τουρκοϊσλαμισμού. Η Τουρκία λοιπόν βρήκε τη θέση της στον «πολιτισμένο κόσμο», όχι ως δημοκρατική χώρα, αλλά επειδή μπορούσε να αναπαράγει μια μόνιμη εσωτερική απειλή, ως μέσον νομιμοποίησης της ενίσχυσης του ισχυρού, αυταρχικού κράτους.

Έτσι, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν εγκαινιάστηκε το πολυκομματικό σύστημα στη χώρα και άρχιζε η μάχη για τη δημοκρατία, κινητοποιήθηκαν ταυτοχρόνως και δύο «ξεχασμένες» δυνάμεις: ο στρατός και η θρησκεία. Ο πρώτος αποτέλεσε τη χρυσή εφεδρεία του ΝΑΤΟ, μια δύναμη ικανή να εξασφαλίζει την επιβολή ενός ισχυρού δυτικού κράτους σε μια ανατολίτικη, επομένως ευεπίφορη στον κομμουνισμό, κοινωνία. Το Ισλάμ αποτέλεσε το κρυφό όπλο που ανέσυρε το Σχέδιο Μάρσαλ, όπλο που θα έπαιζε τον ρόλο της «φωνής της ανατολίτικης κοινωνίας» για δημοκρατία, απέναντι σε ένα κράτος που ξεπέρναγε τα πολιτισμικά και ηθικά όριά της. Στην ουσία, με το Ισλάμ φτιαχνόταν ένας εναλλακτικός διάδρομος διείσδυσης του κεφαλαίου, το οποίο δεν μπορούσε να αφήνει την τύχη του σε ένα σκληρό κράτος. Ο στρατός λοιπόν θα επέβαλε την πίστη στο δυνατό κράτος, ενώ το Ισλάμ θα εξέφραζε την προσδοκία για δημοκρατία (εναντίον πάντα του κομμουνισμού, και τα δύο). Πράγματι, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, κι ενώ το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας συγκροτούνταν γύρω από κόμματα με σαφείς ιδεολογικούς προσανατολισμούς και ταξικές αναφορές, καθώς και μέσα από κινήματα, ενώ λοιπόν φαινόταν ότι η χώρα είχε μπει σε φάση όπου η δημοκρατία αποκτούσε κοινωνικές ρίζες, το πραξικόπημα του 1971, αλλά και η ίδρυση του ισλαμικού κόμματος του Ερμπακάν (1969) άλλαξαν την πολιτική ατζέντα.

Παρ’ όλα αυτά, η μάχη, τις δεκαετίες του ’70 και ’80, δεν δόθηκε ανάμεσα στον στρατό και το πολιτικό Ισλάμ. Η πραγματική μάχη δόθηκε, από το αριστερό και το κουρδικό κίνημα, για τη δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη αλλά και την πολιτική οριοθέτηση του εθνικού, εναντίον ενός αυταρχικού κράτους. Στα πραξικοπήματα, κυνηγήθηκαν ανελέητα οι αριστεροί, οι Κούρδοι, οι δημοκράτες («κεμαλιστές» ή μη), όχι όμως το πολιτικό Ισλάμ. Αυτό που κυνηγήθηκε, εντέλει, ήταν η αυτονομία των κομμάτων και τα κινήματα. Τα δύο αντίπαλα ηγεμονικά οράματα (του κοσμικού κράτους του στρατού και του εθνοθρησκευτικού κράτους-κοινότητας του Ισλάμ) λειτούργησαν μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80 συμπληρωματικά, συντηρητικοποιούσαν εξίσου την πολιτική ζωή της Τουρκίας, ενίσχυαν τη δεξιά πελατειακή στροφή του πολιτικού συστήματος και προωθούσαν την ηγεμονία του μεγάλου κεφαλαίου (κατεξοχήν του «στρατιωτικού», και στη συνέχεια του ισλαμικού). Ο στρατός και το πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν έπαιζαν στο ίδιο γήπεδο: του αυταρχισμού και του συντηρητισμού — του ισχυρού κράτους. Τα πράγματα άλλαξαν στη δεκαετία του ’90, όταν το διεθνές και το εγχώριο κεφάλαιο δεν είχαν πλέον ανάγκη ούτε τον στρατό ούτε το «σκληρό» πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν. Είχαν ανάγκη έναν αποτελεσματικό φορέα ενός ομοιογενούς πολιτισμού που θα εξασφαλίζει την ατομική συμμετοχή σε ένα καταναλωτικό σύμπαν, με όρους ηθικής-θρησκευτικής αφοσίωσης. Είχαν ανάγκη ένα ισχυρό κράτος, όχι έθνος αλλά κοινότητα, με ευσέβεια στις ατομικές «εξουσίες» (όχι ελευθερίες) και τις δημοκρατικές αρχές της κοινότητας.

Είναι η εποχή που ισχυροποιήθηκαν οι παράλληλες «δομές» στην κοινωνία και τη γραφειοκρατία που δημιουργούσαν οι ΜΚΟ, με σημαντικότερες τα θρησκευτικά τάγματα (μεταξύ τους, αυτό του Φετουλάχ Γκιουλέν με υποστήριξη αμερικανικών κεφαλαίων). Ούτε ο στρατός ούτε το πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν, που συγκρούονταν πια ανηλεώς, κατάλαβαν ότι ο κόσμος είχε αλλάξει και ότι και οι δύο πια δεν αποτελούσαν «δυτικά όπλα». Το κόμμα του Ερντογάν, γεννημένο μέσα από τα σπλάχνα του πολιτικού Ισλάμ του Ερμπακάν, αλλά και σε ρήξη μ’ αυτό, δεν μπήκε στην παλιά αντιπαλότητα ανάμεσα στα δύο παραδοσιακά οράματα, δεν συγκρούστηκε με τον στρατό, ως φορέας μιας αντίπαλης ηγεμονίας. Εμφανίστηκε ως ο αποτελεσματικότερος εκφραστής του διαχρονικού αιτήματος για δημοκρατία. Κινητοποίησε τη θρησκεία ως τον διαχρονικό συνδετικό κρίκο ανάμεσα στα πολλά και διαφορετικής ιδεολογικής προέλευσης αιτήματα για δημοκρατία, ενώ συνεργάστηκε στενά με τις θρησκευτικές ΜΚΟ για τον έλεγχο της γραφειοκρατίας (δικαιοσύνη, αστυνομία) εναντίον του στρατού. Ο στρατός ηττήθηκε από την ίδια τη γραφειοκρατία, το άλλοτε ισχυρό του όπλο.

 Το κόμμα του Ερντογάν λοιπόν αποδέσμευσε μια δημοκρατική, χειραφετητική δυναμική στην κοινωνία, και μάλιστα σε μια στιγμή που η Ε.Ε. προέκρινε, για διάφορους λόγους, στον διάλογό της με την Τουρκία, τη δημοκρατία και όχι το δόγμα του εκδυτικισμένου ισχυρού συνεταίρου στην περιοχή. Οι αριστεροί –και όχι μόνο οι Τούρκοι– γνώριζαν ότι το κόμμα του Ερντογάν ήταν νεοδεξιό και νεοφιλελεύθερο, θεώρησαν ωστόσο ότι η εξουδετέρωση του στρατού εξουδετέρωνε συγχρόνως και τον αντιδημοκρατικό παράγοντα, που στοίχειωνε την πολιτική ζωή της χώρας.

 Η παράδοση της Ε.Ε. στον νεοφιλελευθερισμό και ο διάλογός της (όπως και των ΗΠΑ) με την Τουρκία με όρους όχι δημοκρατίας αλλά αποτελεσματικότητας και ισχύος ενίσχυσε τις αυταρχικές δυνάμεις στο εσωτερικό του κόμματος του Ερντογάν (και τον αυταρχισμό του ίδιου), στο όνομα του παλιού ηγεμονικού οράματος του πολιτικού Ισλάμ. Ενίσχυσε, επομένως, την άσκηση της πολιτικής με όρους συνωμοσίας και προστασίας του κράτους, φορέα καταστολής στο όνομα μιας απειλής (ή κρίσης).

Η σύγκρουση με το «παράλληλο σύμπαν» που έχει φτιάξει μέσα στο κράτος ο Φετουλάχ Γκιουλέν θα μπορούσε να σημάνει βαθύ εκδημοκρατισμό. Αρκεί ωστόσο να παρακολουθήσουμε τους όρους με τους οποίους διεξάγει τη σύγκρουση ο Ερντογάν, για να καταλάβουμε ότι την αντιμετωπίζει ως διαμάχη φατριών, ως μάχη εναντίον των «προδοτών της κοινότητας». Ενσωματώνει στον λόγο του ταυτοχρόνως και τα δύο οράματα: και του στρατού και του πολιτικού Ισλάμ. Δεν επικαλείται λοιπόν τη δημοκρατία και τους δημοκρατικούς θεσμούς, αλλά την οθωμανική περίοδο του Φετρέτ (πόλεμος μεταξύ των διαδόχων του σουλτάνου Βαγιαζήτ Ι, 1402-1413), που έληξε με τη νίκη του μιλλέτ (της εθνοθρησκευτικής κοινότητας), ενώ οικειοποιείται τη γλώσσα του στρατού περί «εθνικών προδοτών».

Για πρώτη φορά ωστόσο μετά τη δεκαετία του ’60 η Τουρκία βρίσκεται σε φάση επανιδεολογικοποίησης του πολιτικού, όπως δείχνουν οι διαδηλώσεις εναντίον του Ερντογάν. Όσο όμως τα κόμματα που τον αντιπολιτεύονται συγκροτούν τη σύγκρουση όχι με όρους ταξικούς, ιδεολογικούς και πολιτικούς, αλλά τη συρρικνώνουν σε σύγκρουση της μιας θρησκείας (κοσμικότητας) εναντίον της άλλης (Ισλάμ), το παιχνίδι της δημοκρατίας θα υπονομεύεται και ο φασισμός θα καραδοκεί. Όσο η Ε.Ε., συμπεριφερόμενη ως Μεγάλη Δύναμη άλλων εποχών, δεν ξεκαθαρίζει με τι είδους Τουρκία θέλει να συνομιλεί, ενώ τα γειτονικά, «μικρά» κράτη-μέλη, όπως η Ελλάδα, συμμεριζόμενα αυτό το παιχνίδι, είτε αναπαράγουν τα εθνικιστικά αντιτουρκικά παραληρήματα που διευκολύνουν το φαγοπότι των εξοπλισμών, είτε ανοίγουν «φιλίες» με στόχο να μοιραστούν την ηγεμονία στην περιοχή, η κατάσταση θα παραμένει δυσοίωνα μετέωρη, τόσο για την Τουρκία όσο και ευρύτερα. Η Ε.Ε. (όπως και τα κράτη-μέλη) οφείλει να συνομιλεί με οποιοδήποτε κόμμα εξέλεξε δημοκρατικά ο λαός της Τουρκίας, με οποιοδήποτε κίνημα εκφράζει αιτήματα αυτού του λαού. Οφείλει, ωστόσο, επίσης, να αναπτύξει έναν δημοκρατικό, ξεκάθαρο διάλογο με αυτή τη χώρα.


Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

[Κύπρος] Γλαύκος Κληρίδης (1919-2013) : Ο ι­δρυ­τής της κυ­πρια­κής Δε­ξιάς

Ο Γλαύ­κος Κλη­ρί­δης α­νή­κε στη «νέ­α» γε­νιά των κύ­πριων πο­λι­τι­κών, που εμ­φα­νί­στη­καν την ε­πο­χή της Ε­Ο­ΚΑ και γεν­νη­θή­καν πο­λι­τι­κά μα­ζί με την Ανε­ξαρ­τη­σία της Κύ­πρου το 1959. Ήταν, λοι­πόν, «α­νε­ξαρ­τη­σια­κός» πο­λι­τι­κός, έ­τσι ό­πως την Ανε­ξαρ­τη­σία την ό­ρι­ζε ε­κεί­νη την ε­πο­χή ο ε­θναρ­χι­σμός του Μα­κά­ριου σε συμ­φω­νία με τους α­γω­νι­στές της Ε­Ο­ΚΑ, κα­θώς ε­πί­σης και η Ελλά­δα και οι συ­σχε­τι­σμοί στο να­τοϊκό στρα­τό­πε­δο. Ο Κλη­ρί­δης, λοι­πόν, α­κού­μπη­σε στα πρώ­τα βή­μα­τα της πο­λι­τι­κής του ζωής σε δύο πο­λι­τι­κό-πο­λι­τι­σμι­κά πε­ρι­βάλ­λο­ντα: έ­να «ε­θναρ­χι­κό», στο ο­ποίο οι ρί­ζες της α­νε­ξαρ­τη­σια­κής ταυ­τό­τη­τας βυ­θί­ζο­νταν ι­στο­ρι­κά στα α­λυ­τρω­τι­κά σχή­μα­τα της ε­θνι­κο­φρο­σύ­νης και της Ένω­σης, και σε έ­να διε­θνές και ελ­λη­νι­κό πε­ρι­βάλ­λον, στο ο­ποίο η α­νε­ξαρ­τη­σια­κή ταυ­τό­τη­τα φτια­χνό­ταν α­πό τα υ­λι­κά των συμ­φε­ρό­ντων με­γά­λου μέ­ρους της «εκ­συγ­χρο­νι­στι­κής» α­στι­κής τά­ξης αλ­λά και του διε­θνούς ρε­α­λι­σμού. Ωστό­σο, ω­ρί­μα­σε πο­λι­τι­κά μέ­σα στις δύ­σκο­λες συν­θή­κες του α­νε­ξάρ­τη­του κρά­τους, στο ο­ποίο κα­τεί­χε πρω­τα­γω­νι­στι­κή θέ­ση, ως ο ε­πί πολ­λά χρό­νια πρό­ε­δρος της κυ­πρια­κής Βου­λής, αλ­λά και ως ο εκ­πρό­σω­πος της ελ­λη­νο­κυ­πρια­κής κοι­νό­τη­τας στις δι­κοι­νο­τι­κές συ­νο­μι­λίες, με­τα­ξύ 1968 και 1974.

Το σχή­μα της ε­θναρ­χι­κής α­νε­ξαρ­τη­σίας του Μα­κά­ριου, μέ­σα α­πό το ο­ποίο α­να­πα­ρά­γο­νταν οι α­δρά­νειες ε­νός μα­κρού, ε­θνο­θρη­σκευ­τι­κού πα­ρελ­θό­ντος, δη­μιουρ­γού­σε γι’ αυ­τό τον α­στό πο­λι­τι­κό ε­πι­κίν­δυ­νες ε­πι­πλο­κές, με θα­νά­σι­μες πα­γί­δες. Ο Κλη­ρί­δης α­νέ­πτυσ­σε την ταυ­τό­τη­τα του Έλλη­να α­στού πο­λι­τι­κού της Κύ­πρου, για τον ο­ποίο το α­νε­ξάρ­τη­το κυ­πρια­κό κρά­τος έ­πρε­πε να εκ­συγ­χρο­νί­ζε­ται ε­ναρ­μο­νι­σμέ­νο με τα συμ­φέ­ρο­ντα του ελ­λη­νι­κού κρά­τους, ό­πως αυ­τά δια­μορ­φώ­νο­νταν στο πλαί­σιο του δυ­τι­κού στρα­το­πέ­δου. Όσο η ελ­λη­νι­κή, α­στι­κή τά­ξη της Κύ­πρου πα­ρέ­με­νε α­δύ­να­μη, κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νη και δι­χα­σμέ­νη α­νά­με­σα στον Μα­κά­ριο και τον Γρί­βα, ο Κλη­ρί­δης πα­ρέ­με­νε α­φο­σιω­μέ­νος στον Μα­κά­ριο και την ε­θναρ­χι­κή α­νε­ξαρ­τη­σία, κι αυ­τό πα­ρά τη δια­φω­νία του σε μεί­ζο­να θέ­μα­τα, ό­πως αυ­τό της, μο­νο­με­ρούς και χω­ρίς τη συ­ναί­νε­ση της Ελλά­δας, α­να­θεώ­ρη­σης των 13 ση­μείων του κυ­πρια­κού Συ­ντάγ­μα­τος.

Στην ε­ξαι­ρε­τι­κά κρί­σι­μη πε­ρίο­δο των δι­κοι­νο­τι­κών συ­νο­μι­λιών (1968-1974), ό­που το πα­ρα­κρά­τος δρού­σε α­νε­ξέ­λε­γκτο και η ελ­λη­νι­κή χού­ντα με τα κυ­πρια­κά της πα­ρα­κλά­δια α­πλω­νό­ταν σε αυ­τό, ε­νώ ο Μα­κά­ριος α­δυ­να­τού­σε να κα­τα­νοή­σει τη ση­μα­σία, σε ε­κεί­νες τις δύ­σκο­λες συν­θή­κες, που εί­χε για το κυ­πρια­κό κρά­τος η «ε­πα­νί­δρυ­σή» του ως δι­κοι­νο­τι­κού, ο Κλη­ρί­δης έ­κα­νε τη ρή­ξη. Μα­ζί με τον Τάσ­σο Πα­πα­δό­που­λο και τον Πο­λύ­καρ­πο Γεωρ­κάτ­ζη και με τη στή­ρι­ξη με­λών της ι­σχυ­ρής, χά­ρη στο κρά­τος, α­στι­κής τά­ξης και του α­γρο­τι­κού κό­σμου στον ο­ποίο ο Γεωρ­κάτ­ζης έ­λεγ­χε ό­λα τα ε­θνι­κι­στι­κά σω­μα­τεία, α­πο­φά­σι­σε το 1969 να συ­νε­νώ­σει τα κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­να κομ­μά­τια του α­στι­κού, πο­λι­τι­κού κό­σμου. Ίδρυ­σε το «Ενιαίο Κόμ­μα» με «κε­ντρο­δε­ξιό πο­λι­τι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό», κα­τά τη δια­τύ­πω­σή του, και με σα­φέ­στα­τα «φι­λο­δυ­τι­κό», ε­πο­μέ­νως α­ντι­κομ­μου­νι­στι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό. Η ί­δρυ­ση αυ­τού του κόμ­μα­τος α­πο­τέ­λε­σε το­μή για την κυ­πρια­κή πο­λι­τι­κή ζωή, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο που το μο­να­δι­κό πο­λι­τι­κό κόμ­μα που υ­πήρ­χε στην Κύ­προ, ή­δη α­πό το 1941, ή­ταν το Α­ΚΕΛ. Σε α­ντί­θε­ση, λοι­πόν, με τον α­ρι­στε­ρό χώ­ρο, ο ο­ποίος ο­ρί­στη­κε ι­στο­ρι­κά στην Κύ­προ έ­ξω α­πό τον ε­θναρ­χι­κό χώ­ρο, άλ­λο­τε σε σφο­δρή σύ­γκρου­ση με αυ­τόν άλ­λο­τε σε συμ­μα­χία (α­πό το 1960 και με­τά), ο δε­ξιός πο­λι­τι­κός χώ­ρος υ­πήρ­χε χά­ρη στον ε­θναρ­χι­σμό, κά­τω α­πό τα ρά­σα της Εκκλη­σίας.

Δε­ξιός χώ­ρος έ­ξω α­πό τον ε­θναρ­χι­κό

Υπό την α­πει­λή, λοι­πόν, ό­τι το Α­ΚΕΛ ε­λέγ­χει τον κοι­νω­νι­κό και πο­λι­τι­κό χώ­ρο και με δε­δο­μέ­νο ό­τι ο ε­θναρ­χι­κός ρό­λος του Μα­κά­ριου ή­ταν πλέ­ον δια­πραγ­μα­τεύ­σι­μος, ο Κλη­ρί­δης α­πο­φά­σι­σε τη σχε­τι­κή αυ­το­νό­μη­ση της α­στι­κής δε­ξιάς α­πό το ε­θναρ­χι­κό μέ­τω­πο. Όπως ο ί­διος ε­ξη­γεί: «εί­χα τη βε­βαιό­τη­τα ό­τι η κα­τά­στα­ση ή­ταν πο­λι­τι­κά αρ­ρω­στη­μέ­νη […]. Εί­χα ε­πί­σης την ά­πο­ψη ό­τι ο ρό­λος της εκ­κλη­σίας στην πο­λι­τι­κή ζωή του τό­που έ­πρε­πε να ε­πα­να­προσ­διο­ρι­σθεί. Πί­στευα ό­τι αν και η εκ­κλη­σία εί­χε δι­καίω­μα να έ­χει φω­νή στα πο­λι­τι­κά πράγ­μα­τα, ω­στό­σο δεν έ­πρε­πε να εί­ναι η κυ­ρίαρ­χη φω­νή ή ε­ξου­σία στην πο­λι­τι­κή ζωή της Κύ­πρου, […] ό­τι τα πο­λι­τι­κά κόμ­μα­τα α­πο­τε­λούν βα­σι­κό συ­στα­τι­κό στοι­χείο της πο­λι­τι­κής ζωής και ό­τι ή­ταν α­πα­ρά­δε­κτο το έ­να και μο­να­δι­κό κόμ­μα να εί­ναι της α­ρι­στε­ράς, τη στιγ­μή που η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία των Ελλή­νων, οι ο­ποίοι δεν ή­ταν α­ρι­στε­ροί, δεν εί­χαν πο­λι­τι­κά κόμ­μα­τα, με α­πο­τέ­λε­σμα να εμ­φα­νί­ζο­νται έ­τσι πο­λι­τι­κά κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι και με με­σαιω­νι­κή α­ντί­λη­ψη και νοο­τρο­πία» (Η Κα­τά­θε­σή μου, τ. 2, σς. 329-330). Για πρώ­τη φο­ρά, λοι­πόν, η δε­ξιά στην Κύ­προ ό­ρι­σε το δι­κό της πο­λι­τι­κό χώ­ρο, έ­ξω α­πό τον ε­θναρ­χι­κό της εκ­κλη­σια­στι­κής ιε­ραρ­χίας.

Αυ­τό το δε­ξιό, «εκ­συγ­χρο­νι­στι­κό» κόμ­μα που συ­σπεί­ρω­σε με­γά­λο τμή­μα της α­στι­κής τά­ξης της Κύ­πρου, αλ­λά και ό­λα τα α­κρο-δε­ξιά, ε­θνι­κι­στι­κά σω­μα­τεία και συλ­λό­γους της Κύ­πρου, έ­γι­νε φο­ρέ­ας μιας λαϊκής, ε­θνι­κι­στι­κής ι­δε­ο­λο­γίας, για την ο­ποία ο α­γώ­νας της Ε­Ο­ΚΑ συ­νι­στού­σε τη με­γά­λη το­μή. Τα α­στι­κά στρώ­μα­τα, λοι­πόν, της Κύ­πρου α­πο­φά­σι­σαν με αυ­τό το κόμ­μα να ση­μα­σιο­δο­τή­σουν και να δια­χει­ρι­στούν την ελ­λη­νι­κό­τη­τα σε κυ­πρια­κό πλαί­σιο, ως προ­νο­μια­κοί ε­ντο­λο­δό­χοι της Μη­τέ­ρας Πα­τρί­δας. Σε αυ­τή την ι­δε­ο­λο­γία, ό­ποιο κόμ­μα ή­ταν κα­τά της Ελλά­δας, ή­ταν αν­θελ­λη­νι­κό και αμ­φι­σβη­τού­σε την ί­δια την ταυ­τό­τη­τα των Ελλη­νο­κυ­πρίων. Η αιώ­νια Ελλά­δα έ­γι­νε η πη­γή της νο­μι­μο­ποίη­σης της κυ­πρια­κής, α­στι­κής δε­ξιάς και η α­πό­δει­ξη του προ­δο­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα του α­ρι­στε­ρού α­ντί­πα­λου: του Α­ΚΕΛ. Ο Κλη­ρί­δης με το κόμ­μα που ί­δρυ­σε έ­θε­σε με κο­σμι­κούς ό­ρους το ό­ριο της διαί­ρε­σης α­νά­με­σα στη Δε­ξιά και την Αρι­στε­ρά.

Με­τά την τουρ­κι­κή ει­σβο­λή

Το ελ­λη­νι­κό πρα­ξι­κό­πη­μα και η τουρ­κι­κή ει­σβο­λή στη Κύ­προ α­νέ­τρε­ψαν, βίαια και ο­δυ­νη­ρά, την προ­η­γού­με­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Τα α­στι­κά στρώ­μα­τα βρέ­θη­καν και πά­λι δια­σπα­σμέ­να και κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­να πο­λι­τι­κά. Ένα μέ­ρος των α­στι­κών στρω­μά­των α­πο­φά­σι­σε να συ­γκρο­τή­σει έ­να κε­ντρώο κόμ­μα (Δη­μο­κρα­τι­κό Κόμ­μα –ΔΗ­ΚΟ), του ο­ποίου η κύ­ρια ταυ­τό­τη­τα ή­ταν αυ­τή του πι­στού και α­με­τα­κί­νη­του κλη­ρο­νό­μου της μα­κα­ρια­κής κλη­ρο­νο­μιάς. Το κόμ­μα αυ­τό α­να­λάμ­βα­νε το ρό­λο του α­να­πα­ρα­γω­γού με κο­σμι­κούς ό­ρους του ε­θναρ­χι­σμού, σύμ­φω­να με τον ο­ποίο το κρά­τος έ­πρε­πε να εί­ναι α­νε­ξάρ­τη­το αλ­λά ε­θναρ­χι­κό. Ο Κλη­ρί­δης, α­ντι­θέ­τως, α­πο­φά­σι­σε να συ­γκρο­τή­σει εκ νέ­ου τη δε­ξιά, ι­δρύο­ντας το 1976 έ­να νέο κόμ­μα –τον Δη­μο­κρα­τι­κό Συ­να­γερ­μό (ΔΗ­ΣΥ)– στο ο­ποίο συμ­με­τεί­χαν πολ­λά α­πό τα στε­λέ­χη του προ­η­γού­με­νου κόμ­μα­τος και άλ­λων προ­πο­λε­μι­κών κομ­μά­των. Το νέο αυ­τό κόμ­μα, φτιαγ­μέ­νο α­πό πολ­λά α­πό τα πα­λιά υ­λι­κά του προ­η­γού­με­νου κόμ­μα­τος, γι­νό­ταν φο­ρέ­ας μιας εκ­συγ­χρο­νι­στι­κής, δυ­τι­κό­στρο­φης και πά­ντα α­ντι­κο­μου­νι­στι­κής δε­ξιάς, της ο­ποίας η α­πο­στο­λή ή­τα­ν: «την πα­τρί­δα ουκ ε­λάτ­τω πα­ρα­δώ­σω». Η λύ­ση του κυ­πρια­κού με βά­ση τις α­πο­φά­σεις του Ο­ΗΕ και σε α­γα­στή σύ­μπνοια με τις ελ­λη­νι­κές κυ­βερ­νή­σεις έ­γι­ναν η ση­μαία του ΔΗ­ΣΥ.

Ο ε­θνι­κι­σμός και ο εκ­συγ­χρο­νι­σμός α­πο­τέ­λε­σαν τα συ­γκολ­λη­τι­κά στοι­χεία της πα­λιάς και της νέ­ας δε­ξιάς ταυ­τό­τη­τας: το βο­λι­κό σχή­μα, σύμ­φω­να με το ο­ποίο για ό­λα έ­φται­γε η ελ­λη­νι­κή χού­ντα, ε­ξά­γνι­σε τους κύ­πριους συ­νερ­γά­τες της χού­ντας, και ε­πέ­τρε­ψε στις εκ­συγ­χρο­νι­στι­κές ο­μά­δες να ξα­να­φτιά­ξουν έ­να με­γά­λο χρό­νο, στον ο­ποίο ό­λοι οι κα­λοί Έλλη­νες της Κύ­πρου χώ­ρα­γαν. Από την άλ­λη με­ριά, η ει­σβο­λή α­πο­δό­θη­κε στη βαρ­βα­ρό­τη­τα της Τουρ­κίας, αλ­λά και στα «λά­θη» της τό­τε κυ­πρια­κής η­γε­σίας. Το ο­δυ­νη­ρό πα­ρελ­θόν σκε­πά­στη­κε και ό­λα ξε­κί­να­γαν α­πό το ’74 και με­τά. Ο Κλη­ρί­δης, δε­ξιός, εκ­συγ­χρο­νι­στής πο­λι­τι­κός, δεν προ­σπά­θη­σε να συν­δέ­σει την ο­μο­σπον­δία με τη λαϊκή ι­δε­ο­λο­γία, να την κα­τα­στή­σει α­ξία αυ­τής της λαϊκής κουλ­τού­ρας. Ανή­κε σε αυ­τή την κυ­πρια­κή α­στι­κή τά­ξη, για την ο­ποία η ο­μο­σπον­δία ή­ταν έ­να ε­πί­κτη­το, ρε­α­λι­στι­κό στοι­χείο της ελ­λη­νι­κής ταυ­τό­τη­τας, κα­ταρ­χάς α­πο­δε­κτό α­πό την Ελλά­δα και το δυ­τι­κό κό­σμο. Δεν εγ­γρα­φό­ταν που­θε­νά στην κυ­πρια­κή ι­στο­ρία. Ο ρε­α­λι­σμός του συ­μπυ­κνω­νό­ταν στο δόγ­μα της σύ­μπρα­ξης με την Ελλά­δα, σε αρ­μο­νία με το δυ­τι­κό, διε­θνές πε­ρι­βάλ­λον.

Ση­μα­ντι­κός η­γέ­της

Στην πρώ­τη προ­ε­δρία του (1993-1998), η ρε­α­λι­στι­κή πο­λι­τι­κή που α­σκού­σε του ε­πέ­τρε­ψε να α­πο­δε­χτεί τις δι­κοι­νο­τι­κές συ­νο­μι­λίες. Συγ­χρό­νως, ό­μως, του ε­πέ­βα­λε την πλή­ρη α­πο­δο­χή και σύ­μπλευ­ση με το ε­νιαίο α­μυ­ντι­κό δόγ­μα του Γερ. Αρσέ­νη που α­κύ­ρω­νε την ο­μο­σπον­δία. Στη δεύ­τε­ρη προ­ε­δρία του (1998-2002) ω­στό­σο, ει­δι­κά προς το τέ­λος, ο Κλη­ρί­δης έ­κα­νε τη με­γά­λη ρή­ξη στην πο­λι­τι­κή ζωή του. Με τη θέ­ση που πή­ρε υ­πέρ του σχε­δίου Ανάν, α­νέ­τρε­ψε τη δε­ξιά ατ­ζέ­ντα: κα­τέ­στη­σε για πρώ­τη φο­ρά τη συ­νύ­παρ­ξη με τους Τουρ­κο­κύ­πριους σε έ­να ο­μό­σπον­δο κρά­τος δο­μι­κό στοι­χείο της ταυ­τό­τη­τας των Ελλη­νο­κύ­πριων. Ακό­μη κι αν αυ­τό υ­πα­γο­ρεύ­τη­κε α­πό έ­να ρε­α­λι­σμό που η ευ­ρω­παϊκή πο­ρεία της Κύ­πρου και η πο­λι­τι­κή της Ελλά­δας υ­πέ­βα­λαν, δεν μειώ­νει κα­θό­λου τον α­να­τρε­πτι­κό χα­ρα­κτή­ρα μιας θέ­σης έ­ξω ε­ντε­λώς α­πό τον πο­λι­τι­σμι­κό ο­ρί­ζο­ντα της δε­ξιάς.

Δεν ξέ­ρω αν ο Κλη­ρί­δης ή­ταν με­γά­λος πο­λι­τι­κός. Ένα εί­ναι βέ­βαιο, ω­στό­σο. Ήταν έ­νας πο­λι­τι­κός της ε­πο­χής του, που δεν θέ­λη­σε να οι­κειο­ποιη­θεί κα­νέ­ναν ε­θναρ­χι­κό ρό­λο για να μεί­νει στην ι­στο­ρία ως με­γά­λος η­γέ­της. Ανα­με­τρή­θη­κε με την ι­στο­ρία με τα ό­πλα της ι­δε­ο­λο­γίας του και της πο­λι­τι­κό-πο­λι­τι­σμι­κής ταυ­τό­τη­τάς του. Αυ­τό τον κα­θι­στά ση­μα­ντι­κό η­γέ­τη. 


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή