Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

[Αριστερά] Για ποια χώρα πολεμάμε

Στο παρά πέντε των επαναληπτικών εκλογών, το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά το κατασκευασμένο δίλημμα «με την Ευρώπη» ή «εκτός Ευρώπης», «με ευρώ» ή «χωρίς ευρώ». Αυτό το δίλημμα, στη βάση του οποίου η ΝΔ και οι λοιπές δυνάμεις προσπαθούν να δημιουργήσουν «ευρωπαϊκό» ρεύμα εναντίον του «αντιευρωπαϊκού» ρεύματος του ΣΥΡΙΖΑ, υποκρύπτει το πραγματικό ερώτημα των εκλογών της 17ης Ιουνίου. Κι αυτό δεν αφορά την ευρωπαϊκότητα της χώρας, αλλά την ίδια τη χώρα: για ποια χώρα θέλουμε να πολεμήσουμε. Το μεγάλο όραμα το οποίο ενέπνευσε επί δύο σχεδόν δεκαετίες την πολιτική του ΠΑΣΟΚ (η ΝΔ δεν είχε όραμα, σερνόταν και σέρνεται πίσω από το όραμα του ΠΑΣΟΚ) ήταν αυτό της «ισχυρής Ελλάδας», των Ολυμπιακών Αγώνων, του Χρηματιστηρίου, της διαπλοκής, της διαφθοράς και του εύκολου διαύλου του νεοφιλελευθερισμού, στη χώρα αλλά και την ευρύτερη περιοχή. Επί δύο δεκαετίες, το ΠΑΣΟΚ κυρίως προσπαθούσε να φτιάξει τη «λευκή» Ελλάδα, τις αξίες της οποίας υπαγόρευε η «λευκή» Ευρώπη, ο νεοφιλελεύθερος δηλαδή καπιταλισμός, με μήνυμα διαμεσολάβησης του οράματος τον εκσυγχρονισμό. Σήμερα, τον ρόλο της Ελλάδας  έχει αναλάβει η «λευκή» Τουρκία του Ερντογάν, με δίαυλο διαμεσολάβησης, για την ενσωμάτωση της Ανατολίας και των μουσουλμανικών Βαλκανίων αυτή τη φορά, το Ισλάμ.

Το όραμα της «λευκής» Ευρώπης, το οποίο συμμεριζόταν απολύτως η Ελλάδα, έχει στηθεί στη βάση ενός «σύμπαντος» χωρίς γεωγραφία και  επικράτειες. Αυτή η Ευρώπη, ξεχνώντας τι γίνεται στην ίδια την αυλή και τη γειτονιά της, φτιάχνει το «κάστρο» της σε σχέση μόνο με τους μακρινούς, αόρατους φίλους  – τις χρηματαγορές. Αντικαθιστά την πραγματικότητα που παράγει η γεωγραφία και τους δημοκρατικούς θεσμούς που παράγονται εντός των επικρατειών, με την υπεργεωγραφική και υπερεπικρατειακή, επί της ουσίας αντιδημοκρατική, «φυλή» των αγορών. Η τεράστια μετακίνηση πληθυσμών, με τη μορφή της μετανάστευσης, από χώρες εξαθλιωμένες λόγω της «δυτικής» πολιτικής, η φτώχεια και η ανασφάλεια μέσα στον ίδιο τον ευρωπαϊκό χώρο, οι εξεγέρσεις στη γειτονιά της Ευρώπης (Μέση Ανατολή) αποτελούν φαινόμενα τα οποία η «λευκή» Ευρώπη –και η Ελλάδα– απλώς «ξέχασαν». Κατάντησε η Ευρώπη ένας χώρος χωρίς συνείδηση γεωγραφίας, χωρίς συνείδηση των θεσμών και των δικαιωμάτων των ευρωπαϊκών επικρατειών, αλλά με συνείδηση μιας διεθνούς υπεργεωγραφικής και υπεράνω επικρατειών «φυλής», για την οποία εμπόδιο είναι οι απολίστιστοι απανταχού γηγενείς. Η Ελλάδα, στα σύνορα της ευρωπαϊκής γειτονιάς, επομένως στο μάτι του κυκλώνα, προσποιείτο ότι ήταν μέλος της «φυλής», ξεχνώντας ότι η πραγματικότητα του χώρου αλλά και της επικράτειας είναι πανίσχυρη. Το μεγάλο κύμα μετανάστευσης, που έσκαγε στην Ελλάδα, αντί να αποτελέσει μείζον θέμα της ευρωπαϊκής και της ελληνικής πολιτικής, αντιμετωπίστηκε με συνθήκες (Δουβλίνο) που κουκούλωναν ένα από τα δύο μεγαλύτερα προβλήματα του 21ου αιώνα –το άλλο είναι η οικονομική κρίση–, αρκεί να μη λερωνόταν η «λευκότητα» της Ευρώπης. Οι συνθήκες έρχονταν να καλύψουν την απουσία πολιτικής σκέψης, διορατικότητας, αλλά και ανθρωπισμού.Όταν ξέσπασε η κρίση, αντί να εγκαταλειφθεί το μεγαλοϊδεατικό όραμα, ως απολύτως αποτυχημένο, αφού γινόταν προφανές ότι ούτε η Ελλάδα ούτε η Ευρώπη ήταν τόσο «λευκές», ενισχύθηκαν οι πιέσεις για να διατηρηθεί αλώβητη η ευρωπαϊκότητα της Ελλάδας, αμόλυντη η «λευκότητα» της Ευρώπης. Με τις αναποτελεσματικές και εξαθλιωτικές μνημονιακές πολιτικές της «ιεράς συμμαχίας» των πάλαι ποτέ ισχυρών κομμάτων, κατασκευαζόταν μια τεχνητή νομιμοποίηση: της «λευκής» Ελλάδας που παλεύει εναντίον της «απολίτιστης» κοινωνίας. Όλο το μνημονιακό πρόγραμμα, αποικιοκρατικής λογικής και ιστορικότητας, απέβλεπε στον εξευρωπαϊσμό των «άχρηστων» της Ευρώπης. Όσο βάθαινε η κρίση τόσο επιταχύνονταν οι «μεταρρυθμίσεις», που είχαν στόχο όχι την ανασυγκρότηση του κράτους, την εξάλειψη των παθογενειών του ελληνικού συστήματος, την ανάπτυξη μιας άλλης κοινωνικής συνείδησης, αλλά τη διατήρηση, πάση θυσία, της Ελλάδας στον ρόλο του αντάξιου συνοδοιπόρου στον νεοφιλελεύθερο ευρωπαϊκό πλανήτη. Το ρήγμα ανάμεσα σε μια κοινωνία που βίαια, με φόβο και  ενοχές, αποκτούσε συνείδηση της «μαυρίλας» της και σε μια εξουσία που επέμενε στο «λευκό όραμά» της μεγάλωνε, και εκφράστηκε δυναμικά στις εκλογές της 6ης Μαΐου. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να διευρύνει τον φακό και να μετατοπίσει το κέντρο εστίασης από τη «λευκή» Ελλάδα στη «μαύρη» κοινωνία, από τη «λευκή» Ευρώπη στις «γκρίζες ζώνες» της. Κατέδειξε με τα πιο ζωηρά χρώματα το τέλος του μύθου της «λευκής» Ελλάδας, απελευθερώνοντας την κοινωνία από την ενοχή του αποτυχημένου και άχρηστου Ευρωπαίου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν δεν είναι αντιευρωπαϊκή δύναμη· αντιθέτως, έδειξε ότι η Ελλάδα ανήκει όχι σε μια «περιούσια φυλή», αλλά στην Ευρώπη της μεγάλης ανεργίας, του μεγάλου ποσοστού επιβίωσης κάτω από τα όρια της φτώχειας, του φόβου και της ανασφάλειας. Συναντήθηκε με την άλλη Ευρώπη που προσπαθεί, στη βάση της ηθικής και των πολιτικών αξιών που ο ευρωπαϊκός χώρος έχει στο οπλοστάσιό του, να ξαναφέρει την πολιτική «στο κρεβάτι της κοινωνίας». Να ξαναμάθει να αντιστέκεται συλλογικά και διεπικρατειακά. Παρά τη σιωπή των ΜΜΕ, δεν υπάρχει μόνο η «λευκή» Ευρώπη που απειλεί. Υπάρχει και η «μαύρη» Ευρώπη που πάσχει, συμπάσχει και δραστηριοποιείται. Αυτό φάνηκε και στις 29 Μαΐου, σε μια σημαντική συνάντηση στη Φραγκφούρτη, την οποία οργάνωσε το «Τρανσφόρμ» κατόπιν πρόσκλησης της Ιγκέ Μετάλ, του μεγαλύτερου συνδικάτου της Γερμανίας, με τη συμμετοχή και άλλων ευρωπαϊκών συνδικάτων και συλλογικοτήτων, όπως η δική μας «Πρωτοβουλία για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας». Σ’ αυτή τη συνάντηση τέθηκαν οι βάσεις για τη συγκρότηση ενός μεγάλου, εν τόπω και χρόνω συγκροτημένου, ευρωπαϊκού δικτύου, αλληλεγγύης αλλά και συνεργασίας των συνδικάτων και των κινημάτων της Ευρώπης, προκειμένου να επαναπροσδιοριστεί η πολιτική σε σχέση με τον πραγματικό χρόνο των κοινωνιών και σε άμεση σχέση με τον χώρο τους. Η συνάντηση, η οποία θα επαναληφθεί στις 29 και 30 Ιουνίου, ανέδειξε την ανάγκη να ξεπεραστεί ο απομονωτισμός της κάθε ευρωπαϊκής κοινωνίας, ενοχοποιημένης ως παρία και ανάξιας να βρίσκεται στην Ευρώπη των ισχυρών. Και έγινε φανερό ότι η κρίση στην Ευρώπη εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους στην κάθε χώρα, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητές της. Όμως η κρίση δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα μιας χώρας· είναι ευρωπαϊκή, αποτέλεσμα του οράματος ενός πολιτικού συστήματος που φαντασιώνεται μια «λευκή» Ευρώπη με αποστολή τον εκπολιτισμό, όχι πια των μακρινών «απολίτιστων» γηγενών των αποικιών, αλλά των «απολίτιστων» γηγενών της Ευρώπης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ συνομίλησε και συνομιλεί όχι με τους «άχρηστους», ανάξιους της Ευρώπης Έλληνες, αλλά με τους γηγενείς της Ευρώπης κατοίκους της Ελλάδας (Έλληνες και μετανάστες), με τους νέους «κολασμένους» της Ιστορίας. Με αυτούς τους «κολασμένους» που, όταν αποκτούν συνείδηση του ιστορικού τους ρόλου, όταν χειραφετούνται από τις βολικές χειραγωγήσεις του παρελθόντος, όταν καθιστούν τις κατοχυρωμένες ευρωπαϊκές αξίες όπλο διεκδίκησης και αγώνα και όχι εργαλείο εθνικιστικής μαγκιάς, μπορούν να κουρελιάσουν συνθήκες και μνημόνια. Στη γειτονιά μας άλλωστε έχουμε εμπειρία από κουρέλιασμα πολύ ισχυρών διεθνών συνθηκών, όταν ένα κίνημα «κολασμένων», στη συνάντησή του με άλλους «κολασμένους», υποχρέωνε την τότε «λευκή» Ευρώπη να διαπραγματευτεί με τη μαχητικά εκφρασμένη βούληση ενός λαού αποφασισμένου για όλα. Σε έναν πόλεμο επιλέγεις κανείς στρατόπεδο, όχι γιατί γνωρίζει την έκβασή του, αλλά γιατί πιστεύει στις αξίες του στρατοπέδου που επέλεξε. Και οι αξίες αυτές πρέπει να είναι ξεκάθαρες. «Κολασμένοι» δεν είναι συλλήβδην όσοι φωνάζουν κατά του Μνημονίου και, στο όνομα της φτώχειας και της ανασφάλειας, οραματίζονται μια «λευκή» ρατσιστική Ελλάδα, μιλώντας για «λαθρομετανάστες» αντί για ανθρώπους χωρίς χαρτιά. «Κολασμένοι» δεν είναι αυτοί που ανέχονται τηλεοπτικούς αστέρες να χαριεντίζονται με τα αστέρια της Χρυσής Αυγής. «Κολασμένοι» δεν είναι όσοι βλέπουν το πρωτοπαλίκαρο της Χρυσής Αυγής να χειροδικεί ζωντανά στην τηλεόραση και δεν αισθάνονται τη μαχαιριά στην καρδιά της δημοκρατίας. Στις παρούσες, κρίσιμες συνθήκες ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας σπρώχνει τον ΣΥΡΙΖΑ να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Με μια ηχηρή νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, εκφραστή των «κολασμένων», η λαϊκή βούληση μπορεί να αποτελέσει το ισχυρό όπλο επαναδιαπραγμάτευσης της θέσης της χώρας στην ευρωπαϊκή γεωγραφία, το ισχυρό όπλο επαναπροσδιορισμού των όρων συγκρότησης της ευρωπαϊκής πραγματικότητας των γηγενών, το ισχυρό όπλο συσπείρωσης των Ευρωπαίων «κολασμένων». Ο χρόνος για ισορροπίες ανάμεσα στη λίγο «λευκή» Ελλάδα και τους λίγο «κολασμένους» έχει λήξει εδώ και καιρό. Το όραμα της, μετά Μνημονίου ή/και βίας, «λευκής» Ελλάδας ναυάγησε οριστικά. Η Ελλάδα πλέον δεν μπορεί να διαπραγματευτεί παρά μόνο με την πραγματικότητα της κοινωνίας της, με την πραγματικότητα της αυλής και της γειτονιάς της· και η Ευρώπη, όσο «λευκή» κι να είναι, μόνο έτσι θα αντικρίσει την πραγματικότητα του ίδιου της του σπιτιού.



Κυριακή 20 Μαΐου 2012

[Αριστερά] Αυτή η Αριστερά δεν πρέπει και δεν μπορεί να ηττηθεί — με τίποτα όμως!

Τις μέρες μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου ζήσαμε στιγμές απίστευτης πολιτικής χυδαιότητας, στιγμές που πρόσβαλαν την πολιτική ευαισθησία κάθε αριστερού πολίτη της χώρας. Σε μια σκηνοθετημένη από τα ΜΜΕ παράσταση, με πρωταγωνιστές ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και κομπάρσο τη ΔΗΜΑΡ, παίχτηκε το χιλιοπαιγμένο στην ελληνική ιστορία έργο: της ανεύθυνης, καταστροφικής Αριστεράς. Η πρώτη πράξη άρχισε μόλις έκλεισαν οι κάλπες. «Να κυβερνήσετε για να μάθετε» (δηλαδή, να σας στείλουμε στη Μέρκελ, να σας γελοιοποιήσει) ήταν η ιαχή που υψώθηκε στον αέρα, από τα πρωτοπαλίκαρα του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Εκείνες τις κρίσιμες μέρες των διερευνητικών εντολών, οι πολιτικάντηδες που θεωρούν ότι η εξουσία του τόπου τούς ανήκει «κληρονομικώ δικαίω» και ότι η Αριστερά είναι ανίκανη να κυβερνήσει, παρά μόνο υπό την υψηλή ανοχή και καθοδήγησή τους, έστησαν κάποια ιδιότυπα «δικαστήρια», στα οποία νυχθημερόν προσήγαγαν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, τα οποία βομβαρδίζονταν από απανωτές ερωτήσεις, προκειμένου να αποδειχθεί το προαποφασισμένο: ο ΣΥΡΙΖΑ είναι επικίνδυνος για τη χώρα γιατί δεν γνωρίζει πώς ασκείται η πολιτική, και μάλιστα η ευρωπαϊκή. Θα μας βγάλει από το ευρώ, θα μας γυρίσει στη δραχμή, ήταν το πιο ήπιο σχόλιο, ενώ φτάσαμε και σε στιγμές πολιτικής αλητείας, με κορώνες του τύπου: Θα μας οδηγήσει στη χρεωκοπία, θα γίνει πραξικόπημα, θα βγούνε τα καλάσνικοφ, και πολλά τέτοια δείγματα «υψηλής πολιτικής».

Αντί λοιπόν να διεξαχθεί ένας πολιτικός διάλογος –με συγκρούσεις αναμφίβολα, όπως γίνεται πάντα στην πολιτική–, με βάση το περιεχόμενο της λαϊκής βούλησης, έτσι όπως εκφράστηκε την 6η Μαΐου και με την οποία καταδικάστηκε η πολιτική της εξαθλίωσης και του εξευτελισμού που προβλέπει το Μνημόνιο, στήθηκε το κατηγορητήριο κατά του ΣΥΡΙΖΑ. Σ’ αυτή την πρώτη φάση, όπου κλήθηκαν προς συμπαράσταση διάφορες εξ ύψους (Ευρώπη) επαφές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, με δηλώσεις που καταστρατηγούσαν την εθνική κυριαρχία που έχει απομείνει σε αυτό τον τόπο, ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε αυτό για το οποίο είχε δεσμευτεί προεκλογικά: αφού δεν μπορούσε να συγκροτήσει αριστερή κυβέρνηση, κατέθεσε την εντολή.

Κι έτσι περάσαμε στη δεύτερη πράξη, της οικουμενικής κυβέρνησης, όπου το παιχνίδι «χόντρυνε» επικίνδυνα. Ενώ ούτε το ΠΑΣΟΚ ούτε η ΝΔ έκαναν το παραμικρό βήμα με το οποίο να δείχνουν ότι κατανόησαν την ουσία του περιεχομένου της λαϊκής εντολής, τη διερμήνευσαν ως βούληση για συνεργασία των κομμάτων προς το συμφέρον του έθνους. Αφού δηλαδή απέτυχαν ως νεοφιλελεύθεροι κομματάρχες, είπαν να δοκιμάσουν το κουστούμι του εθνοσωτήρα ο οποίος, για το καλό του τόπου, παραμερίζει το κομματικό συμφέρον. Προς αυτή την κατεύθυνση επιστρατεύτηκαν όλα τα δυνατά και αδύνατα μέσα, με κυριότερο τον εκφοβισμό, λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης. Δεν θα επαναλάβω τις κορώνες που εκστομίστηκαν, θα σταθώ απλώς σε ένα στοιχείο του εκφοβισμού: στον κρίσιμο πολιτικό χρόνο που επείγει. Γύρω από αυτό ειπώθηκαν πολλά –πάντα με τη βοήθεια καλοθελητών από την Ε.Ε.–, το βασικό όμως επιχείρημα ήταν ότι δεν υπάρχει πολιτικός χρόνος και ότι τα κόμματα πρέπει να αρθούν στο ύψος της κρισιμότητας της κατάστασης, αποφασίζοντας τώρα για τη σωτηρία του τόπου. Κανένας τους ωστόσο δεν μίλησε για την κρισιμότητα του κοινωνικού χρόνου, για το κατεπείγον του κοινωνικού χρόνου, γι’ αυτό δηλαδή που ψήφισε σε μεγάλο ποσοστό ο ελληνικός λαός. Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ ηττήθηκαν στις εκλογές γιατί αποστέωσαν τον πολιτικό χρόνο από τον κοινωνικό: αποκοινωνικοποίησαν τον πολιτικό χρόνο — επομένως τον κατάργησαν. Αυτό συνιστά δεξιά, συντηρητική, νεοφιλελεύθερη πολιτική. Επί δυόμισι χρόνια ζούμε μια πολιτική κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας η κοινωνία υποχρεώνεται, κατατρομοκρατούμενη, να τρέχει αλαφιασμένη πίσω από τον «πολιτικό χρόνο» της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, προκειμένου να σωθεί η χώρα. Τρέχοντας αφήνει πίσω της ρημάδια: άνεργους, φτωχούς μισθωτούς, αυτόχειρες, νέους και μεγαλύτερους που μεταναστεύουν, μετανάστες σε απόγνωση, στα νύχια της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής και των «μεταναστευτικών πολιτικών» του αχτύπητου διδύμου Λοβέρδου-Χρυσοχοΐδη. Αυτή η αλαφιασμένη κοινωνία ζήτησε το προφανές με την ψήφο της στις 6 Μαΐου: Δώστε μας μια αναπνοή, ταυτίστε τον πολιτικό με τον κοινωνικό χρόνο, ακούστε μας έστω για λίγο. Αυτό δεν είναι λαϊκισμός, δεν είναι χυδαιότητα, δεν είναι κομματικό συμφέρον. Αυτό είναι βάση για αριστερή πολιτική! Δικαίως ο Αντώνης Σαμαράς δήλωσε ευθαρσώς και με περισσή ειλικρίνεια, συλλαμβάνοντας ακριβώς το διακύβευμα για τον χώρο του: «Πρέπει να τελειώνουμε με τις αριστερές ιδέες στην Ελλάδα». Υψώνει τη σημαία της μάχης κατά της Αριστεράς· αυτό του επιβάλλει η ιδεολογία του χώρου που εκπροσωπεί, κι αυτό κάνει.

Δεν υπήρχε κανένα ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο που να νομιμοποιεί τη συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ σε μια οικουμενική κυβέρνηση. Η συμμετοχή σήμαινε προδιαγεγραμμένη ήττα της Αριστεράς. Γιατί ήττα της Αριστεράς, και μάλιστα βαριά και για άλλα 70 χρόνια ακόμη, θα ήταν η συμμετοχή σε μια κυβέρνηση η οποία, στο όνομα του κρίσιμου πολιτικού χρόνου, θα αδιαφορούσε για το κατεπείγον του κοινωνικού χρόνου. Από τη στιγμή που για το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ ο ελληνικός πολιτικός χρόνος ορίστηκε αποκλειστικά σε σχέση με το κατεπείγον που ορίζει ένα μέτωπο συγκεκριμένης ιδεολογίας στην ΕΕ, από τη στιγμή που σε μια τέτοια οικουμενική κυβέρνηση το δίδυμο ΠΑΣΟΚ-ΝΔ θα είχε την πλειοψηφία, με μια ΔΗΜΑΡ που δεν αντιλαμβάνεται ότι τα μέτωπα είναι οριστικά και αμετάκλητα δύο, ο αριστερός χαρακτήρας της κυβέρνησης αυτής ήταν απλώς παγίδα. Η Αριστερά δεν είχε κανένα περιθώριο ήττας, με τίποτα όμως! Και ήττα θα ήταν να σκάσει η κοινωνική βόμβα στα χέρια της. Με μια τέτοια κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας η βόμβα θα έσκαγε.

Σε αυτό το σημείο ωστόσο φτάνουμε στην ουσία του πολιτικού διακυβεύματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ στήθηκε στον τοίχο ως αντιευρωπαϊκό κόμμα, το οποίο θέλει να βγάλει την Ελλάδα από το ευρώ. Τι είναι όμως ευρωπαϊκό και τι αντιευρωπαϊκό μέτωπο; Το ευρωπαϊκό μέτωπο της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ είναι ένας επαρχιωτισμός σύμφωνα με τον οποίο το ευρωπαϊκό διερμηνεύεται στα καθ’ ημάς από «υπεύθυνες» πολιτικές δυνάμεις, για τις οποίες το ευρωπαϊκό είναι αμετακίνητο, ορίζεται άπαξ από κάποιο «κέντρο» στο οποίο η ελληνική κοινωνία, αν θέλει να ανήκει, οφείλει να υποταχθεί. Αυτό σημαίνει αποϊδεολογικοποίηση της ΕΕ, αποκοινωνικοποίηση του ευρωπαϊκού χρόνου, ξεκομμένου από τον χρόνο (και τους χρόνους) των κοινωνιών των ευρωπαϊκών κρατών. Οι αλλαγές που παρατηρούνται σε όλη την Ευρώπη, της Ελλάδας συμπεριλαμβανόμενης, δείχνουν κάτι σημαντικό: στην Ευρώπη αρχίζει να διαμορφώνεται, για πρώτη φορά, μια ευρωπαϊκή συνείδηση την οποία, επώδυνα εξαιτίας της κρίσης, διαμορφώνουν οι ίδιες οι κοινωνίες. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, οι αριστερές δυνάμεις διεκδικούν τη σύνδεση της ευρωπαϊκότητας με τις κοινωνίες. Την ταύτιση του ευρωπαϊκού χρόνου όχι με τον παγκοσμιοποιημένο χρόνο του κεφαλαίου, αλλά με τον χρόνο των κοινωνιών. Αυτό είναι μια ανοικτή διεκδίκηση, και όχι ένα τετελεσμένο γεγονός. Τα κόμματα του ευρωπαϊκού αριστερού μετώπου οριοθετούν την πολιτική τους, επανοριοθετούν τις διεκδικήσεις τους και αναδιοργανώνονται τα ίδια, σε σχέση με τη δυναμική που αναπτύσσεται από την επώδυνη ευρωπαϊκή συνειδητοποίηση των κοινωνιών της Ευρώπης.

Η μάχη που δίνεται τελικά στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη σήμερα, είναι μια μάχη ιστορική ανάμεσα σε ένα δεξιό, συντηρητικό, ευρωπαϊστικό, νεοφιλελεύθερο μέτωπο και σ’ ένα αριστερό, ευρωπαϊκό μέτωπο. Ο δρόμος είναι μακρύς και δύσκολος, πολύ περισσότερο που το δεξιό μέτωπο θα «καμουφλαριστεί», προκειμένου να μη χάσει την ηγεμονία του. Η μάχη όμως για μας είναι εδώ μπροστά μας, και θα είναι λυσσαλέα. Μια προσχηματική, αντιμνημονιακή πολιτική δεν είναι αριστερή, αν προβάλλει είτε εθνικιστικά, αντιευρωπαϊκά και κλειστοφοβικά ανακλαστικά, είτε ευρωπαϊστικούς εκφοβισμούς ή ελεημοσύνες, υπό τύπο ελαφρύνσεων. Το ξαναγράψαμε σε αυτή την εφημερίδα: η κρίση βάθυνε τη ρήξη ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά, και ο ΣΥΡΙΖΑ τόλμησε να δείξει τόσο τη μετατόπιση της διάκρισης ανάμεσα στους δύο χώρους όσο και το βάθος του ρήγματος. Το ενιαίο μέτωπο της Αριστεράς συνιστά ιστορική επιταγή. Η Αριστερά δεν έχει δικαίωμα να ηττηθεί, δεν έχει δικαίωμα να μην αντιληφθεί τη νέα εποχή και το μείζον διακύβευμα που αυτή θέτει. Δεν έχει δικαίωμα, τη στιγμή που η κοινωνία αρχίζει να ριζοσπαστικοποιείται να της γυρίσει την πλάτη. Ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε το βήμα, χρειάζεται ωστόσο μέτωπο ενιαίο και συνεκτικό για να διεκδικηθεί η εξουσία. Η Αριστερά δεν μπορεί και δεν πρέπει να ηττηθεί. Με τίποτα όμως!


Κυριακή 6 Μαΐου 2012

[Ελλάδα - πολιτική] Ενότητα, συνεργασία, μέτωπο

Τα μεγάλα ερωτήματα και οι μεγάλες απαντήσεις

Φτάσαμε στο τέλος μιας σύντομης και παράδοξα σιωπηλής, για τα ελληνικά δεδομένα, προεκλογικής περιόδου, υπό τη σκιά της πιο μεγάλης κρίσης που γνώρισε ο τόπος εδώ και πολλά χρόνια. Ωστόσο, αυτές τις μέρες της προεκλογικής «σιωπής», καταγράφτηκαν με εκκωφαντικό τρόπο κάποια σημαντικά μηνύματα των νέων καιρών, μερικά από τα οποία έχουν, λίγο ως πολύ, σχολιαστεί ποικιλοτρόπως. Ο μεγάλος αριθμός κομμάτων που δημιουργήθηκε σε μικρό διάστημα, πολλά από τα οποία διεκδικούν με αξιώσεις την είσοδό τους στη Βουλή, δείχνει ότι τα δύο «παλαιά κόμματα» εξουσίας (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ), που κάλυπταν πάνω από το 75% του εκλογικού σώματος, θεωρούνται ανίκανα πλέον να απαντήσουν στα προβλήματα που ανέδειξε η σκληρή πραγματικότητα της κρίσης, της οποίας τα δύο αυτά κόμματα είναι εν πολλοίς δημιουργοί. Από την άλλη μεριά, επισημοποιήθηκε η δημιουργία των δύο αντίπαλων «στρατοπέδων»: του μνημονιακού και του αντιμνημονιακού, στο πλαίσιο των οποίων κάθε «παλαιά» ή «νέα» πολιτική δύναμη προσπάθησε να επικοινωνήσει –με δίαυλο κυρίως την οργή, την αγανάκτηση, το φόβο και την ανασφάλεια– με μια κοινωνία της οποίας το αύριο μοιάζει σκοτεινό. Στην προεκλογική περίοδο λοιπόν καταγράφτηκε πανηγυρικά αυτό που διαμορφώθηκε επί δύο χρόνια με βάση την κρίση, η οποία έφερε το Μνημόνιο Ι και ΙΙ. Όμως, η κρίση δεν ανέδειξε απλώς τους όρους συγκρότησης των δύο «στρατοπέδων» («μνημονιακού» και «αντιμνημονιακού») ούτε άλλαξε μόνο την πολιτική γεωγραφία κέντρου-άκρων (όπως επεσήμανε στο ωραίο άρθρο του ο Α. Λιάκος στα προηγούμενα «Ενθέματα» [29.4]). Η κρίση διαμόρφωσε κυρίως τους όρους μετατόπισης της ιστορικής διαίρεσης ανάμεσα στον δεξιό και τον αριστερό χώρο. Με την κρίση λοιπόν όχι μόνο δεν ακυρώθηκε η διαίρεση Δεξιάς-Αριστεράς, αντιθέτως βάθυνε, και μάλιστα πολύ. Η τεράστια δημοσιονομική αλλά και κοινωνική κρίση οριστικοποίησε τη μετατόπιση της διαιρετικής γραμμής ανάμεσα στα δύο ιστορικά μέτωπα, μετατόπιση που είχε δρομολογηθεί αρκετά χρόνια πριν. Το ΠΑΣΟΚ, που πάντα διεκδικούσε τη θέση του στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο, εμφανιζόμενο μάλιστα κατά περιόδους ως η μοναδική αποτελεσματική δύναμη έκφρασης της Αριστεράς εναντίον της Δεξιάς, τέθηκε και έθεσε εαυτόν εκτός του αριστερού χώρου, όπως άλλωστε δήλωσε ευθαρσώς ο κύριος Λοβέρδος –αυτό το Έβερεστ της πολιτικής– πριν λίγους μήνες. Με αυτή τη βίαιη μετατόπιση, ένα μεγάλο μέρος των κοινωνικών δυνάμεων που ανήκαν πριν στον «προοδευτικό χώρο» της λαμογιάς, αλλά και του «εκσυγχρονισμού», όπως τον όριζε το ΠΑΣΟΚ, βρέθηκαν μετέωρες, οργισμένες και πάνω από όλα φοβισμένες. Με τη μετατόπιση της διαίρεσης Δεξιάς-Αριστεράς λοιπόν «ξαναέπεσαν τα χαρτιά στο τραπέζι», τόσο του κοινωνικού όσο και του πολιτικού πεδίου.

Στις μεγάλες κρίσεις, όταν ανανεώνεται η διαιρετική γραμμή Δεξιάς-Αριστεράς, όταν με βάση το Μνημόνιο επανανοηματοδοτείται και ομογενοποιείται ένας ευρύτερος δεξιός χώρος που εκφράζει συγκεκριμένα συμφέροντα και στοχεύσεις, το μεγάλο ερώτημα που τίθεται αφορά την Αριστερά: Κατά πόσο τα αριστερά κόμματα είναι σε θέση να αντιληφθούν τη μετατόπιση, να την ορίσουν και, μέσα από αυτή, να επανανοηματοδοτήσουν τον αριστερό χώρο, στη βάση μιας κοινής στρατηγικής «πολέμου»; Από τη στιγμή που παρατηρούνται μεγάλες κοινωνικές μετατοπίσεις, στο πλαίσιο των οποίων οι παρυφές του Κολωνακίου μπορούν να συναντηθούν με λαϊκές και υποβαθμισμένες γειτονιές της Αθήνας στη βάση της ίδιας κοινής αγωνίας, το μεγάλο ερώτημα αφορά την ετοιμότητα των υπαρχόντων αριστερών κομμάτων να αναγάγουν τις κατακερματισμένες, ιδεολογικά και πολιτικά, κοινωνικές διεκδικήσεις σε μια αριστερή, αντιμνημονιακή πολιτική πρόταση για το αύριο, σε πλήρη ρήξη με οποιοδήποτε φαύλο παρελθόν, σε πλήρη ρήξη με τον εχθρό. Όταν η αγωνία του μεγαλύτερου μέρους της κοινωνίας είναι κοινή –η φτώχεια και το αύριο–, όταν ο αντίπαλος είναι σαφώς οριοθετημένος –το «μνημονιακό», δεξιό στρατόπεδο–, η διεκδίκηση συγκρότησης ενός ενιαίου αριστερού μετώπου είναι επιβεβλημένη. Η οποιαδήποτε δύναμη εμφανίζεται ως αντιμνημονιακή δεν είναι βέβαια εξ ορισμού αριστερή· ωστόσο, οι αντιμνημονιακές κοινωνικές δυνάμεις είναι εν δυνάμει αριστερές, αρκεί να κινητοποιηθούν πολιτικά προς την ίδια κατεύθυνση, με την ίδια προοπτική: την αριστερή προοπτική τη εξουσίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ αντιλήφθηκε την ιστορική μετατόπιση της διαίρεσης Δεξιάς-Αριστεράς και διεκδίκησε, προεκλογικά και μετεκλογικά, την ενότητα του αριστερού χώρου, μέσα από την επανανοηματοδότησή του. Η πρόταση για την ενότητα του αριστερού χώρου δεν είναι μια επιπόλαιη καιροσκοπική κίνηση, ούτε μια απλή πρόσθεση αντιμνημονιακών αριθμητικών συνόλων, προκειμένου να «βγουν» οι αριθμοί για την κατάληψη της εξουσίας. Αντιθέτως, πρόκειται για μεγάλη ιστορική πρόκληση, με την οποία απελευθερώνεται μια νέα δυναμική, της οποίας την πολιτική και κοινωνική εμβέλεια κανένας δεν μπορεί να προδιαγράψει. Πρόκειται για μια ιστορική πρόκληση, για μια «αποκοτιά», που συνομιλεί άφοβα με τις αβεβαιότητες του αύριο, και όχι φοβισμένα με τις βεβαιότητες του χτες. Το αριστερό μέτωπο εξουσίας που πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι εν δυνάμει –και όχι προκαθορισμένα– ανατρεπτικό, γιατί προσδίδει νέο δυναμικό νόημα στον «αντιμνημονιακό πόλεμο», πόλεμο που, ιδεολογικά και πολιτικά, διαμορφώνεται σε σχέση με τους πολιτικούς όρους διαμόρφωσης του ενιαίου αριστερού μετώπου. Πρόσφερε λοιπόν την προοπτική ώστε ο «αντιμνημονιακός πόλεμος» να αποτελέσει το πλαίσιο συσπείρωσης όλων αυτών των κοινωνικών δυνάμεων οι οποίες, από άλλες αφετηρίες και με άλλα συμφέροντα πριν από την κρίση, μπορούν σήμερα να κινητοποιηθούν για τη συγκρότηση μιας ευρείας συλλογικότητας που θα διεκδικήσει τη χειραφέτησή της, μέσω της πολιτικοποίησης των ίδιων των συναισθημάτων της, ενάντια στη χειραγώγησή της μέσω της εκμετάλλευσης των συναισθημάτων που η κρίση δημιούργησε. Ο ΣΥΡΙΖΑ έθεσε το μείζον ερώτημα της ενότητας, προκειμένου να χτιστούν οι μεγάλες απαντήσεις. Οι τελευταίες δεν προϋπάρχουν ως θέσφατο (αυτό μόνο η Ακροδεξιά μπορεί να το κάνει). Οι μεγάλες απαντήσεις προκύπτουν, όταν και μόνο όταν έχει τεθεί το μεγάλο ερώτημα. Όταν η Αριστερά μπορεί να επανοηματοδοτήσει το περιεχόμενο του ιστορικού της ρόλου, και μαζί με αυτό να ομογενοποιήσει πολιτικά τη μεγάλη, την κοινή κοινωνική διεκδίκηση. Και την κοινή κοινωνική διεκδίκηση την έθεσε η ωμή, σκληρή πραγματικότητα της κοινωνικής κρίσης.

Αυτή τη μείζονα διεκδίκηση ο ΣΥΡΙΖΑ τόλμησε να την καταστήσει κοινό παρονομαστή όλων των διεκδικήσεων του αριστερού χώρου. Γι αυτό άλλωστε και συγκέντρωσε όλα τα πυρά επάνω του. Γιατί ανέδειξε αυτό που αποτελεί τη μεγάλη απειλή για τον μνημονιακό, δεξιό χώρο: την εν δυνάμει προοπτική σύμπτυξης ενός αριστερού μετώπου, με σκοπό τη διεκδίκηση της εξουσίας. Για τον δεξιό, μνημονιακό χώρο η Αριστερά –έτσι όπως τη διεκδίκησε προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ– δεν μπορεί να κυβερνήσει, παρά μόνο ως βοηθητικό εξάρτημα και άλλοθι αυτού του χώρου, εφόσον και αν την έχει ανάγκη. Η θέση ότι η Αριστερά –πολύ περισσότερο ο ΣΥΡΙΖΑ– είναι ανίκανη να κυβερνήσει απορρέει από μια δεξιά βεβαιότητα, στην οποία προσδίδεται αξία ιστορικής αλήθειας: η διακυβέρνηση της χώρας είναι σοβαρό, εθνικό θέμα, με το οποίο μόνο σοβαρές πολιτικές δυνάμεις –όπως το ΠΑΣΟΚ– μπορούν να ασχοληθούν. Οι κοινωνικές διεκδικήσεις αποτελούν το πεδίο της Αριστεράς, και με αυτές μπορεί να ασχολείται, εκτός κι αν αυτές υπονομεύουν το εθνικό — όπου το εθνικό ταυτίζεται με το δημοσιονομικό, ξεκομμένο το τελευταίο από το κοινωνικό. Σε όλη την περίοδο της κρίσης, οι αριστερές δυνάμεις που στήριζαν τα κοινωνικά δικαιώματα και τις κατακτήσεις οι οποίες διαλύονταν από την επέλαση των «σοβαρών δυνάμεων», κατηγορούνταν ως στείρα καταγγελτικές, μη σοβαρές, που δεν θέλουν τις «εθνοσωτήριες μεταρρυθμίσεις», τις οποίες προωθούσαν οι ίδιες «σοβαρές δυνάμεις» οι οποίες είχαν στηρίξει την αναπαραγωγή της εξουσίας τους στην χειραγώγηση της κοινωνίας μέσα από το μοίρασμα «προνομίων». Το ίδιο συμβαίνει και σε ό,τι αφορά την Ευρώπη: μείζον εθνικό θέμα η Ευρώπη, μια υπόθεση ανάμεσα σε «σοβαρούς»: τη Μέρκελ, τον Σαρκοζί και τον Παπανδρέου!

Ωστόσο, η πραγματικότητα της κρίσης ανέδειξε κάτι σημαντικό: το κοινωνικό αποτελεί τη μείζονα εθνική και ευρωπαϊκή διεκδίκηση. Οι κοινωνικές διεκδικήσεις, στην Ελλάδα και την Ευρώπη, ανέδειξαν την ταξικότητα της διεκδίκησης της ίδιας της Ευρώπης. Το ευρωπαϊκό δεν είναι αταξικό, αντιθέτως είναι βαθιά ταξικό, επομένως υπό διεκδίκηση. Η συγκρότηση αριστερών μετώπων στα ευρωπαϊκά κράτη, η διασύνδεση μεταξύ τους, η συνειδητοποίηση του ευρωπαϊσμού ως ενός τύπου διεθνισμού μέσα από τον οποίο θα συνδιαμορφώνονται οι όροι αλληλεγγύης ανάμεσα στις κοινωνίες της Ευρώπης, συνιστά το μοναδικό όπλο εναντίον της αλληλεγγύης του κεφαλαίου, που προωθεί η Μέρκελ και οι ιδεολογικοί συνοδοιπόροι της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η δημιουργία αριστερού μετώπου τελικά ούτε ανεδαφική ούτε ανιστόρητη ούτε αντιευρωπαϊκή είναι. Αποτέλεσε πάντα, και αποτελεί και σήμερα, τη μοναδική μεγάλη απάντηση των ευρωπαϊκών λαών, όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με ιστορικές προκλήσεις.


Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

[Βιβλία] Η Δημοκρατία με τα μάτια του… έρωτα

Το 2011 ήταν μια πολύ σκληρή χρονιά για την Ελλάδα. Η οικονομική διάλυση της κοινωνίας είναι η ορατή πλευρά μιας καταστροφής, οι αθέατες όψεις της οποίας, πολιτικές και πολιτισμικές, είναι εξίσου οδυνηρές, αν και πιο μακρόσυρτες ή αδιαφανείς ακόμη. Κι όμως, αυτή τη χρονιά, στην οποία δοκιμάστηκαν και εξακολουθούν να δοκιμάζονται (για πόσο ακόμη, ένας Θεός ξέρει) άνθρωποι, θεσμοί, κατακτήσεις δεκαετιών, και εν τέλει η ίδια η δημοκρατία, υπήρξε μια σημαντική και σε βάθος χρόνου αντίσταση. Στα τέλη του 2011 με αρχές 2012 –την εποχή δηλαδή που κάποιοι διανοούμενοι έτειναν χείρα σωτηρίας σε υπουργούς που ευθύνονται άμεσα για τη διάλυση των θεσμών, μαθαίνοντάς μας ότι η υποταγή μας είναι το καλύτερο μέσον για τη δική τους επιβίωση– κάποιοι άλλοι διανοούμενοι εξέδιδαν βιβλία. Κάποιοι άλλοι λοιπόν κόπιαζαν, προσφέροντάς μας εργαλεία για να ξαναθυμηθούμε ότι η σθεναρή και μακροχρόνια αντίσταση χρειάζεται ρίζες, σκέψη σοβαρή και βαθιά. Ανάμεσα στα σημαντικά βιβλία που βρέθηκαν στα χέρια μου, όπως του Αντώνη Λιάκου και του Γιώργου Γιαννουλόπουλου, και τα οποία δεν είχα ακόμη το χρόνο να διαβάσω (ο όγκος αλλά και η πυκνότητα των ιδεών τους δεν προσφέρονται για γρήγορες αναγνώσεις), έπεσε κι ένα μικρό βιβλιαράκι — ευκολοδιάβαστο αλλά όχι εύκολο, ευχάριστο αλλά πολύ σοβαρό: Έρωτας και τιμωρία στην Ελλάδα. Σύντομη ιστορική εισαγωγή του Νίκου Παρασκευόπουλου (εκδ. Σαββάλας), μόλις 100 σελίδες μικρού σχήματος.

Ο συγγραφέας μιλά για τη δημοκρατία, την ελευθερία, τις κοινωνικές και πολιτικές νοοτροπίες, τις ανθρώπινες συμπεριφορές, με τα μάτια ενός λίγο απροσδόκητου «συντρόφου»: του έρωτα. Ποινικολόγος ο Παρασκευόπουλος, εξοπλισμένος όπως πάντα στις μελέτες του όχι μόνο με τα σίγουρα εργαλεία της επιστήμης του, αλλά και με κοινωνιολογικές, ανθρωπολογικές, φιλοσοφικές και ιστορικές αποσκευές, ανιχνεύει μέσω του δικαιικού συστήματος τη σχέση συγκεκριμένων «ερωτικών συμπεριφορών με τις βαθιές δομές της συλλογικά οργανωμένης εξουσίας». Τον απασχολούν οι σχέσεις εξουσίας και τα κοινωνικοοικονομικά «έργα των συλλογικοτήτων και των ομάδων» (όχι τα έργα των ατόμων, ούτε καν της θεάς Αφροδίτης, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά), έργα στο πλαίσιο των οποίων δομείται ένα αυστηρό ή πιο φιλελεύθερο σύστημα ελέγχου του έρωτα.

Ο συγγραφέας, αναζητώντας καταρχάς τα αποτυπώματα της εμπέδωσης του ελέγχου της ερωτικής ζωής στον χρόνο, μας προσφέρει ένα μαγευτικό ταξίδι, από τα βάθη των αιώνων μέχρι σήμερα, ταξίδι ωστόσο που δεν εξελίσσεται γραμμικά, αλλά «αλλοπρόσαλλα». Σε αυτό το δύσκολο ταξίδι του ελέγχου του έρωτα στον χρόνο, τα αποτυπώματα δεν ακολουθούν μια εξελικτική κανονικότητα — δεν αρχίζουν κάποια συγκεκριμένη στιγμή και, όσο περνάει ο καιρός, όλο και ξεθωριάζουν. Γι’ αυτό ο συγγραφέας επιλέγει άλλες κατηγορίες –όχι χρονικές– με τις οποίες ανατέμνει τον χρόνο, αναδεικνύοντας την κυματοειδή, και όχι ευθύγραμμη πορεία του έρωτα στην ιστορία. Αποφεύγοντας τις εύκολες ευθύγραμμες αναγωγές της αυστηρότητας και του παρεμβατισμού στον έρωτα στην εμφάνιση των μονοθεϊστικών θρησκειών ή στους βιολογικούς παράγοντες, προσπαθεί να εντοπίσει τις διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές στιβάδες που επιστρώθηκαν κάτω από το οικοδόμημα του αυστηρού ελέγχου της ερωτικής ζωής. Το κεντρικό ερώτημα που τίθεται αφορά εκείνες τις σχέσεις εξουσίας στο πλαίσιο των οποίων –κάποτε, όπως και τώρα– «ο έρωτας άλλοτε υψώνεται σαν ελευθερία, άλλοτε βυθίζεται σαν έγκλημα και ντροπή».

Οι απαντήσεις στο παραπάνω ερώτημα αναζητούνται στον εντοπισμό των απαρχών της πατριαρχικής δομής εξουσίας, η οποία παρήγαγε ένα αυταρχικό και αυστηρά ελεγκτικό σύστημα της ερωτικής ζωής. Ο συγγραφέας ξεκινά την ανάλυσή του με ένα αφήγημα: των νοοτροπιών και των συμπεριφορών των νομάδων. Οι μετακινήσεις τους προς αναζήτηση νέων οικονομικών πόρων για την επιβίωσή τους, η εγκατάστασή τους σε νέους χώρους στους οποίους έπρεπε να εμπεδώσουν εξουσία αλλά και να την αναπαράγουν σε βάρος των ντόπιων πληθυσμών που υπέταξαν, είχαν ως συνέπεια την αστυνόμευση των ερωτικών σχέσεων, την εφαρμογή αυστηρών κανόνων ρύθμισης της οικογενειακής και ερωτικής ζωής, ώστε να αποτρέπεται η αλλοίωση της καταγωγής, η μίξη του αίματος με ξένο, που θα είχε ως συνέπεια την αμφισβήτηση ή την ανατροπή της εξουσίας. Η πατριαρχική δομή εξουσίας λοιπόν, στο πλαίσιο της οποίας ο άντρας είναι το «κινητό μέρος» και η γυναίκα το «ακίνητο», αποτελούν προϊόν των συλλογικοτήτων που διαμόρφωσαν τον πολιτισμό τους κυρίως ως νομάδες. Ο έρωτας, τελικά, στην πατριαρχική δομή εξουσίας των νομάδων, αποτελούσε την υποδομή της ιδιοκτησίας και της κυριαρχίας στις οικονομικές σχέσεις, όπως και τον αναγκαίο δίαυλο για την εξουσία.

Με αφορμή «το παραμύθι των νομάδων», ο Παρασκευόπουλος αρθρώνει την ανάλυσή του γύρω από δύο τύπους σχέσεων εξουσίας: στον έναν οι σχέσεις εξουσίας και οι κοινωνικοοικονομικές δομές συγκροτούνται εν χρόνω (στην καταγωγή, στο αίμα, στη συνέχεια της φυλής), ενώ στον άλλο συγκροτούνται εν τόπω (στην ικανότητα ενσωμάτωσης στον χώρο νέων στοιχείων, την αναπαραγωγή της κοινότητας στον χώρο, μέσα από έθιμα, κοινές συμπεριφορές και μνημεία). Στον πρώτο, η αστυνόμευση συγκεκριμένων ερωτικών συμπεριφορών (μοιχεία, παρθενοραφία) αποτέλεσε τη βάση για τη διατήρηση της καταγωγής, μέσο για την ιδιοποίηση του πλούτου και την κατοχή της εξουσίας από τη φυλή. Στον δεύτερο, στον οποίο η εξουσία δεν αναπαραγόταν από τη συνέχεια του αίματος, το αποτέλεσμα ήταν ο περιορισμός του αυστηρού ελέγχου επί της ερωτικής ζωής. Σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση, η διάκριση των δύο φύλων «έχει σαφώς κοινωνική διάσταση, επομένως οι σχέσεις των δύο φύλων, οι ερωτικές σχέσεις γενικά, δομούνται στο πλαίσιο κοινωνικοοικονομικών παραγόντων και όχι αποκομμένες από αυτούς ως σχέσεις απλώς ανάμεσα σε άνδρα και γυναίκα». Αυτή η διαπίστωση εμπεριέχει ένα άλλο, αναπόφευκτο ερώτημα, το οποίο ο συγγραφέας δεν διστάζει να διατυπώσει: Κατά πόσον κάποια από τα ιδεολογήματα του σύγχρονου φεμινισμού, σύμφωνα με τα οποία η γυναίκα πρέπει να «προστατεύεται» με την αυστηρή καταστολή και των πιο μικρών ερωτικών παρεκτροπών, έχουν τις ρίζες τους στην πατριαρχική διάκριση των δύο φύλων.

Τα συστήματα ποινικού ελέγχου της ερωτικής ζωής ταξινομούνται λοιπόν σε δύο: το αυστηρό και το φιλελεύθερο. Στο πρώτο, η ερωτική κανονικότητα ορίζεται στο πλαίσιο των έγγαμων σχέσεων, στο δεύτερο «οποιαδήποτε ερωτική πράξη θεωρείται θεμιτή και κανονική, αρκεί να μην προσβάλλει κάποιο αισθητό αγαθό, κοινωνικό ή προσωπικό». Το αυστηρό σύστημα ελέγχου, κυρίαρχο σε όλη την αρχαιότητα, χαλαρώνει μόνο στην κλασική Αθήνα, όταν τίθενται οι βάσεις της δημοκρατίας: γίνεται σαφής η διάκριση της ιδιωτικής από τη δημόσια σφαίρα, και ο ποινικός έλεγχος της ερωτικής ζωής επικεντρώνεται σε πράξεις βίας• η φιλελευθεροποίηση του συστήματος ελέγχου της ερωτικής ζωής συνιστά ένα από τα αποτυπώματα του διαβήματος προς τη δημοκρατία.

Το φιλελεύθερο σύστημα ελέγχου του έρωτα εφαρμόζεται κατεξοχήν στη νεωτερική εποχή. Στα έθνη-κράτη, φορείς φιλελευθεροποίησης του έρωτα, το ανθρωπολογικό αρχέτυπο που υπερισχύει είναι, κατά τον συγγραφέα, ο πολιτισμός των «ντόπιων», ο εν τόπω πολιτισμός, κάτι που επέτρεψε τη σταδιακή χαλάρωση του ελέγχου της ερωτικής ζωής. Από τη στιγμή που η κυριαρχία βασίζεται στον λαό και το έδαφος, την εξουσία τη νομιμοποιούν τα δύο αυτά στοιχεία, όχι το αίμα ή η καταγωγή. Υπενθυμίζω, παρενθετικά, ότι στα επαναστατικά συντάγματα Έλληνας είναι «όποιος έρθει να κατοικήσει εδώ και πολεμήσει μαζί μας». Βεβαίως, στη μετεπαναστατική Ελλάδα πολλά από τα ήθη των προηγούμενων περιόδων επιβιώνουν, αφού το «κοινό αίμα» φτιάχνει κατά υπερβατικό τρόπο πατριωτική συμπεριφορά. Θα έλεγα ότι στο έθνος-κράτος, όπως δείχνει και η σύγχρονη ελληνική ιστορία, η μάχη για τη δημοκρατία ήταν διαρκής και σύνθετη, ανάμεσα σε δύο αρχετυπικούς πολιτισμούς: την καταγωγή και το έδαφος. Μάχη που αποτυπώθηκε με ενάργεια στο ποινικό σύστημα ελέγχου της ερωτικής ζωής. Στις αυταρχικές και αντιδημοκρατικές εποχές, στις εθνικιστικές περιόδους, αναπαράγεται με ευκολία ο πολιτισμός των νομάδων, το αίμα και η καταγωγή ως αδιάλειπτη συνέχεια στον χρόνο. Σύμφωνα με την ηθική που διέπει τον εθνικισμό, η γη, ο τόπος, υποτάσσεται στο κοινό αίμα. Αντίθετα, σύμφωνα με την ηθική που διέπει τη δημοκρατία το αίμα των κοινωνιών αφιερώνεται στην κοινή πατρίδα αυτών που την κατοικούν.

Ο Παρασκευόπουλος, με την πολιτική ευαισθησία που τον διακρίνει, αναψηλαφεί τα επίπεδα αναπαραγωγής, στο σύστημα της παγκοσμιοποιημένης πολιτικής και οικονομικής εξουσίας του ανθρωπολογικού αρχέτυπου που παρήγαγε ο πολιτισμός των νομάδων. Στο υπέδαφος των οικονομικών και εξουσιαστικών σχέσεων, μας αποκαλύπτει τον καθοριστικό ρόλο της καταγωγής. Η οικογενειοκρατία, ως μέσον αναπαραγωγής της εξουσίας (στην Ελλάδα οικογένειες Παπανδρέου, Καραμανλή, Μητσοτάκη, διεθνώς οικονομικοί κολοσσοί τύπου Ρότσιλντ) δείχνουν τις επικίνδυνες παλινωδίες ανάμεσα στη δημοκρατία και την αυταρχική δημοκρατία. Σε μια εποχή μετανάστευσης, ανεργίας και φτώχειας, «η οικογενειακώς ορθή συμπεριφορά ξαναγίνεται καθεστώς που συμφέρει». Ο έρωτας ηθικοποιείται και πάλι, ώστε να προστατεύσει εξουσιαστικές αλλά και κοινωνικές σχέσεις για τις οποίες ο αυστηρότερος έλεγχος της ερωτικής ζωής συνιστά τη βάση για την εμπέδωση μιας «κηδεμονευόμενης» δημοκρατίας. Έχει δίκαιο, θεωρώ, ο Ν. Παρασκευόπουλος να αναρωτιέται μήπως ο έρωτας και η αγάπη μπορούν να ξαναγίνουν επανάσταση.


Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

[Ελλάδα - πολιτική] Πώς τολμάτε;

«Kούρεμα», παρελάσεις, αγανάκτηση, οργή, φτώχεια, κραυγές αγωνίας για το μέλλον, υποκρισία, δημοψήφισμα, υπεράσπιση των ιερών και οσίων: στοιχεία που συνθέτουν το υπέροχο σκηνικό της σημερινής Eλλάδας. Πάνω από αυτά υπερίπτατο, πριν κάποιες μέρες,  η σωτήρια επιστολή των τριών (Λοβέρδου, Διαμαντοπούλου, Pαγκούση), αλλά και τα έπεα πάθους για την Ευρώπη και την πορεία της χώρας σ’ αυτήν! Τόσο στην επιστολή, στην οποία  οι τρεις ευαγγελίζονται την Eλλάδα του νέου ήθους, της νέας πολιτικής ηθικής, που συμπυκνώνεται στις μεταρρυθμίσεις που οι ίδιοι προωθούν, όσο και στα έπεα πάθους για μια Ελλάδα ευρωπαϊκή της οποίας φυσικοί ηγέτες μόνο ευρωπαϊστές πολιτικοί μπορούν να είναι (δηλαδή Βενιζέλος-Λοβέρδος κλπ.), δεν έχουμε παρά μόνο μια απάντηση: Πώς τολμάτε;

Στην Ελλάδα των μετά βίας 10.000.000 ανθρώπων, που ο ένας γνωρίζει λίγο-πολύ τα πεπραγμένα του άλλου, εμείς ας παραστήσουμε τους ανίδεους. Aς υποθέσουμε ότι οι συγκεκριμένοι πολιτικοί –κι άλλοι σαν αυτούς– ανήκουν στις υγιείς, ευρωπαϊκές ομάδες αυτού του έθνους. Aς υποθέσουμε ότι δεν είχαν ιδέα για τη διαπλοκή της εξουσίας με τις πιο αυταρχικές, αντιευρωπαϊκές και αντιδραστικές δυνάμεις (την Eκκλησία, το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό γενικά), διαπλοκή η οποία έφερνε επίλεκτα στελέχη των μεγάλων κομμάτων στην πρώτη θέση στις εκλογές. Aς υποθέσουμε επίσης ότι κανένας τους δεν αναρριχήθηκε στην εξουσία μέσα από τον πιο βάρβαρο κομματικό μηχανισμό. Aς υποθέσουμε ότι όλοι υπηρετούσαν το δημόσιο συμφέρον, ότι δεν χρησιμοποίησαν το δημόσιο αγαθό ως εφαλτήριο για την προσωπική καριέρα τους. Aς υποθέσουμε ότι δεν είχαν ιδέα ούτε για τον εκμαυλισμό μεγάλων ομάδων της κοινωνίας ούτε για την κατασπατάληση του δημόσιου –και του ευρωπαϊκού– χρήματος ούτε για το πελατειακό σύστημα προνομίων.

Aς υποθέσουμε ότι οι συγκεκριμένοι ήταν διαβασμένοι πολιτικοί, γνώριζαν τι σημαίνει Eυρώπη, τι δεσμεύσεις αναλάμβανε η χώρα μπαίνοντας στην ευρωζώνη. Aς υποθέσουμε ότι δεν ήταν οι επαρχιώτες πολιτικοί του καφενείου, της εύκολης, κουτοπόνηρης ρητορείας και του εντυπωσιασμού του πλήθους. Aς υποθέσουμε ότι αντιλαμβάνονταν την πολυπλοκότητα του «νέου κόσμου» στον οποίο ανήκε η Eλλάδα, ότι κατανοούσαν την ευρωπαϊκή πολιτική, την ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία, ώστε να «προβλέψουν» προς τα πού οδεύει αυτή η Eυρώπη και πώς έπρεπε να στηθεί η Eλλάδα για να περισώσει το «διασωθέν»: ό,τι της είχε απομείνει από δεκαετίες εκμαυλισμού και διαφθοράς. Ας αποδεχτούμε ως δεδομένη την πρόθεσή τους να σώσουν το έθνος και την πατρίδα από την εθνική καταστροφή.

Και πάλι, η απάντηση είναι μία: Πώς τολμάτε; Για να επιβιώσει το έθνος από μια καταστροφή, χρειάζεται να ανασυγκροτηθεί στη βάση ενός νέου αξιακού κώδικα. Aυτό σημαίνει ότι, καταρχήν και καταρχάς, ονοματίζονται και τιμωρούνται οι υπεύθυνοι, ενώ ξαναοριοθετείται το έθνος και οι αξίες του, μεταξύ των οποίων και η ευρωπαϊκή του ταυτότητα. Eν ολίγοις, συνάπτεται ένα νέο εθνικό συμβόλαιο με το οποίο αναδιατυπώνονται το κοινό δίκαιο και το κοινό συμφέρον, με βάση τα οποία συνεγείρονται οι υγιείς ομάδες και συσπειρώνονται γύρω από την ηγεσία που αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει το νέο εθνικό, ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Aς υποθέσουμε λοιπόν ότι οι συγκεκριμένοι πολιτικοί δεν είχαν καμιά ανάμιξη σε αυτή την καταστροφή, συνεπώς νομιμοποιούνται να παίξουν το ρόλο της ηγεσίας του έθνους, που πρέπει να πολεμήσει τους «τυράννους» του προκειμένου να σωθεί. Oι νέες αξίες όμως δεν έρχονται με επιφοίτηση αλλά διαμορφώνονται στο πλαίσιο ενός αγώνα κατά του παλιού που οδήγησε μια χώρα στην καταστροφή. Σε ιστορικές φάσεις μεγάλων ανατροπών, για να διεκδικήσουν ηγετικό ρόλο ακόμη κι αυτοί που επί χρόνια υπηρέτησαν με περισσή πίστη και αφοσίωση την παλιά τάξη πραγμάτων, πρέπει καταρχάς να καταδικάσουν απερίφραστα τους φορείς και τις αξίες της παλιάς τάξης. Δεν μπορείς να ονοματίζεις «τύραννο» και «αντιευρωπαϊστή» τον πανεπιστημιακό, τον εφοριακό, τον υπάλληλο της ΔEH, τον οποιοδήποτε δημόσιο υπάλληλο ή εργαζόμενο, χωρίς πρώτα να έχεις ονοματίσει «τύραννο» τον πρωταρχικό διαφθορέα: όλους όσους ανήγαγαν τη διαφθορά και τη διαπλοκή σε πολιτική και κοινωνική αξία, εξαιτίας της οποίας άνθρωποι έντιμοι περιθωριοποιούνταν ως ανίκανοι.

Πώς τολμάτε λοιπόν; Για να δοθεί ένας αγώνας, πρέπει καταρχάς να οριοθετηθούν τα μέτωπα και οι αρχές. O αγώνας, με ιδεολογικές γραμμές και αξίες συμβάλλει στη ριζοσπαστικοποίηση και του μέχρι πρότινος διεφθαρμένου «κοτζαμπάση», «αρματολού» και «κλέφτη». Aυτός όμως που διεκδικεί την ηγεσία είναι ο πρώτος που πρέπει να αποποιηθεί το παρελθόν του «κοτζαμπάση». Oι μεταρρυθμίσεις λοιπόν, όπως και οι εκ των υστέρων κραυγές για την Ευρώπη, χωρίς οριοθετημένο ιδεολογικό πλαίσιο, χωρίς πρόγραμμα που να δεσμεύει σε έναν κοινό σκοπό-σωτηρία της χώρας και του δημόσιου χώρου ομάδες με ετερόκλητη προέλευση και διαφορετικές διεκδικήσεις, μετά βίας καλύπτουν ιδιοτελή συμφέροντα, βάναυσα ιδεολογήματα και κομματικά συμφέροντα. Μέγιστη απόδειξη, η εκβιαστική χρήση του δημοψηφίσματος από τον πρωθυπουργό και την παρέα του, οι κραυγές αγωνίας για την πορεία της Ελλάδας στην Ευρώπη. Δεν γνωρίζουμε το παρασκήνιο της απόφασης για το δημοψήφισμα, ούτε θέλουμε να προβούμε σε συνωμοτικές εικασίες. Εκείνο όμως που έγινε σαφές είναι ότι, ακόμη μια φορά, η ευρωπαϊκότητα του έθνους παίζεται σε ζαριές ανάμεσα σε συγκρουόμενες ομάδες του ίδιου κόμματος (ΠΑΣΟΚ) ή/και ανάμεσα στα δύο κόμματα εξουσίας. Πάντως, ένα είναι βέβαιο: την ευρωπαϊκότητα του έθνους δεν  την υπονομεύουν οι διαδηλώσεις και το ξέσπασμα οργής –αυτά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ευρωπαϊκού πολιτικού πολιτισμού– , αλλά η χυδαία χρήση τόσο του έθνους όσο και της «Ευρώπης» από τα δυο κόμματα εξουσίας, που οδήγησαν τη χώρα στον εξευτελισμό.

Πώς τολμάτε λοιπόν; H οργή ξέσπασε, πραγματικά και συμβολικά, στις παρελάσεις σε όλη την Eλλάδα. Και άρχισαν πάλι οι υγιείς ομάδες της κοινωνίας –πολιτικοί, δημοσιογράφοι, άνθρωποι του πνεύματος– να ολοφύρονται για την κατάντια αυτού του τόπου που δεν σέβεται τους θεσμούς και την εθνική μνήμη. Πόση υποκρισία, πόσος ελιτισμός, πόσο συμφέρον κρύβεται πίσω από όλα αυτά; Πράγματι, σ’ αυτό το οργισμένο ξέσπασμα μετείχαν από φίλαθλοι και «μπαχαλάκηδες» μέχρι φιλήσυχοι και πολιτικοποιημένοι άνθρωποι, οι οποίοι ριζοσπαστικοποιήθηκαν υπό το βάρος μιας απερίγραπτης αδικίας και ταπείνωσης. Πόσο ανιστόρητος πρέπει να είναι κανείς για να μην καταλαβαίνει ότι όταν το δίκαιο παύει να είναι το κοινώς αυτονόητο ανάμεσα στην κοινωνία και την εξουσία, τότε η έκρηξη είναι αναμενόμενη; Πόσο ανιστόρητος και φτηνός ηθικολόγος πρέπει να είναι αν δεν καταλαβαίνει ότι στην έκρηξη εκφράζονται πολλά και διαφορετικά πράγματα; Πιστεύει κανείς ότι στις ευρωπαϊκές εξεγέρσεις είχαν όλοι την ίδια πολιτική και κοινωνική αφετηρία, τα ίδια συμφέροντα; Πιστεύει κανείς ότι οι θεσμοί, όταν παύουν να περιχαρακώνουν ένα κοινό και μέσα από ευρεία συναίνεση δίκαιο, δεν αυτοϋπονομεύονται; Πόσο  εθνικιστής και αντιευρωπαϊστής πρέπει να είναι για να μην καταλαβαίνει ότι στις παρελάσεις δεν δοξάζεται ένα αποστεωμένο και νεκρό έθνος, αλλά ότι, μέσω της επετείου και στο όνομα των νεκρών, ανανεώνεται το συμβόλαιο εμπιστοσύνης ανάμεσα στα μέλη μιας κοινότητας τα οποία συμμερίζονται τις ίδιες αξίες και αρχές; Στη φετινή παρέλαση, η ελληνική κοινωνία –διεφθαρμένη και αδιάφθορη– γύρισε την πλάτη της, όχι στους νεκρούς της, αλλά στην πολιτική εξουσία που δεν τιμά ούτε νεκρούς ούτε ζωντανούς. Γιατί αν δεν τιμάς τους ζωντανούς δεν μπορείς να τιμήσεις τους νεκρούς. Tα υπόλοιπα είναι για τον Kαρατζαφέρη,  τον εθνικό υποβολέα αυτής της κυβέρνησης.

 Μπροστά σε όλα αυτά, η Aριστερά έχει το ιστορικό βάρος να αναλάβει τις ευθύνες του ρόλου της, την ευθύνη της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας. Από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά (από την Ελληνική για τη χώρα μας), το τι είναι Ευρώπη συνιστά  μείζον πολιτικό διακύβευμα ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις. Αυτό ήταν το διακύβευμα στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτό παραμένει και σήμερα, με διαφορετικούς όρους βέβαια. Όσο πιο πολύπλοκο το διακύβευμα τόσο πιο «διαβασμένη» πολιτική απαιτείται. Η Αριστερά  δεν μπορεί να τροφοδοτείται μόνο από την οργή, αλλά οφείλει να την πολιτικοποιήσει στη βάση ενός αξιακού κώδικα με τον οποίο ο «κοτζαμπασισμός», απ’ όπου κι αν προέρχεται, θα αποτελέσει οριστικά παρελθόν. Πολιτικό πρόγραμμα εξουσίας πρέπει να είναι η απάντησή της, με την επίγνωση ότι η μοναδική σωτηρία για τη χώρα είναι η αποκατάσταση μιας άλλης τάξης που θα ανατρέψει την αταξία που δημιούργησαν οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ-ΝΔ. Μιας άλλης τάξης, μέσα όμως στην Ευρώπη στην οποία ιστορικά, πολιτικά και οικονομικά ανήκουμε. Το ευρώ είναι το κοινό μας νόμισμα, και για να γίνει ένα νόμισμα προς όφελος των πιο αδύναμων χρειάζεται αγώνας αλλά και συνέπεια στο εθνικό συμφέρον, που δεν μπορεί πλέον παρά να είναι και ευρωπαϊκό. Η ιστορία της Ευρώπης ενείχε πάντα τη σύγκρουση ανάμεσα σε δυνάμεις αυταρχικές και δημοκρατικές. Είναι η στιγμή η Αριστερά να συγκροτήσει ένα πρόγραμμα εξουσίας που θα συνεγείρει μεγάλες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες θα συνειδητοποιηθούν στο πλαίσιο ενός αγώνα που, αν έχει στόχο να αλλάξει την Ευρώπη, πρέπει να κάνει θυσίες για να αλλάξει πρώτα τον εαυτό της. Θυσίες μέσα από τις οποίες θα συναντηθεί με τους άλλους λαούς της Ευρώπης και δεν θα απομονώνεται από αυτούς.


Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

[Αριστερά] Μετανάστευση ή Επανάσταση;

«Φτώχυναν οι Έλληνες, δεν πτώχευσε η Ελλάδα», αναφώνησε στη Βουλή ο μέγας σοσιαλιστής πολιτικός, και μ’ αυτή την κουτοπόνηρη φράση απέδωσε το ουσιαστικό περιεχόμενο της πολιτικής της κυβέρνησης: η σωτηρία της Ελλάδας εις βάρος των Ελλήνων. Μιας κυβέρνησης δεν έκανε καμιά διαπραγμάτευση υπέρ των Ελλήνων, δεν έλαβε τα μέτρα που έπρεπε, όπως έπρεπε, τη σωστή στιγμή, και τώρα επιδίδεται σε ένα απερίγραπτο πλιάτσικο εναντίον όλων των θεσμών και των δικαιωμάτων που συγκροτούν μια κοινωνία. Είναι άραγε ζήτημα ανικανότητας ή ιδεολογίας; Θεωρώ και τα δύο, κυρίως όμως το δεύτερο.

Μείζον πρόβλημα για την κυρίαρχη στη σημερινή Ευρώπη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία είναι οι συγκροτημένες κοινωνίες και τα κεκτημένα δικαιώματά τους. Με τη συναίνεση δεξιών και σοσιαλιστικών κυβερνήσεων, είχε ξεκινήσει εδώ και κάποια χρόνια μια ιδιόμορφη άλωση, με στόχο τη μετατροπή της συγκροτημένης κοινωνίας σε «πλαστική»: από κοινωνία διαρκούς διεκδίκησης των δικαιωμάτων για όλους, σε κοινωνία-σύνολο ατόμων όπου δικαίωμα συνιστά η συμμετοχή σε μια πλαστική ευδαιμονία, από την οποία όσοι αποκλείονται είναι «ανίκανοι» και «άχρηστοι». Η επιδίωξη της διεύρυνσης του κράτους πρόνοιας έδινε τη θέση της στην επιδίωξη της επιβολής ενός κράτους-τροχονόμου της ελεύθερης αγοράς. Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές και διεθνείς ομάδες κρούσης του νεοφιλελευθερισμού, με σύμμαχο τις εγχώριες εξουσίες, εξαπέλυαν ολομέτωπη επίθεση σε κοινωνίες αποδιοργανωμένες (ανατολική Ευρώπη, ασιατικές χώρες). Αυτό υπήρξε το νέο αποικιοκρατικό όραμα, νεοφιλελεύθερης κοπής, το οποίο αφομοίωσαν γρήγορα τα ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη, με την ίδια εθνικιστική ορμή που είχαν δείξει οι πρόγονοί τους του 19ου αιώνα, όραμα που δεν άφησε αδιάφορα και μικρότερα κράτη της Ε.Ε.

Το 2002, με την καθιέρωση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, αποτελεί αποφασιστική καμπή στην Ιστορία της μεταπολεμικής Ευρώπης, συγκρίσιμη σε σημασία με την κατάρρευση των ανατολικών καθεστώτων. Ωστόσο, το ευρώ, αντί να ωθήσει, ως κοινό νόμισμα, στη συγκρότηση ενός νέου, ενιαίου ευρωπαϊκού προγράμματος, στο πλαίσιο του οποίου θα εναρμονίζονταν τα νέα εθνικά προγράμματα, αποτέλεσε τη βάση για την έξαρση της αποικιοκρατικής εθνικιστικής ορμής των κρατών – ισχυρών αλλά και λιγότερο ισχυρών. Το νέο ευρωπαϊκό αφήγημα ήταν τελικά και παλιό και εθνικιστικά κατακερματισμένο, ενώ οι πιο ευάλωτες οικονομικά, θεσμικά και πολιτικά χώρες παραδίδονταν άνευ όρων σ’ αυτό, αφήνοντας τις πύλες ορθάνοικτες.

Η Ελλάδα, μέσα στους έξαλλους πανηγυρισμούς μιας εκσυγχρονιστικής ελίτ, πολιτικής και πνευματικής, με την ενορχήστρωση των ΜΜΕ, άλλαξε σελίδα το 2002, μπαίνοντας στο κλαμπ των «μεγάλων χωρών». Η πολιτική εξουσία διερμήνευσε, με τον δικό της τρόπο, στα καθ’ ημάς, το νέο ευρωπαϊκό όραμα: παράδοση του κράτους μέσω της μίζας στους πελάτες, παράδοση της κοινωνίας μέσω της ατομικής διάβρωσης στη διαφθορά, την αδιαφορία και την έλλειψη αλληλεγγύης. Όλα αυτά ονομάζονταν «εκσυγχρονισμός», ενώ οι τράπεζες έστηναν τρελό πανηγύρι: μοίραζαν πλαστικό χρήμα, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην εξάπλωση της ατομικής ευδαιμονίας εναντίον της συλλογικής. Τα άτομα ευημερούσαν, όχι όμως και η κοινωνία: οι μισθοί παρέμεναν χαμηλοί, οι τιμές στρογγυλοποιούνταν προς τα πάνω και οι φτωχοί γίνονταν φτωχότεροι. Διεκδικήσεις μισθολογικές και κατά της ακρίβειας έμοιαζαν απομεινάρια άλλης εποχής. Οι ατομικές λύσεις (δάνεια, κάρτες, ευρωπαϊκά προγράμματα, γλείψιμο, κομπίνες με την Εφορία) επιβραβεύονταν – και αφορούσαν πολλούς: ο διεφθαρμένος πλούτος διάβρωνε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, γι’ αυτό η πολιτική ελίτ ήταν αποτελεσματική. Όσοι δεν ακολουθούσαν ήταν απλώς «ανίκανοι» ή μετανάστες.

Η πολιτική ελίτ δεν συνομολόγησε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, όπως απαιτούσε η περίσταση, αλλά έπαιξε σε δύο επίπεδα. Αφενός, άφησε ανέγγιχτο το εθνικιστικό πρόγραμμα άλλων εποχών, εκσυγχρονίζοντάς το για να αρμόζει στο όραμα της ισχυρής Ελλάδας (Ολυμπιακοί Αγώνες). Ένα πρόγραμμα-κακέκτυπο αντίστοιχων προγραμμάτων των ισχυρών κρατών της Ε.Ε. Πάντα θα θυμάμαι την εμπνευσμένη ομιλία του Μιχάλη Παπαγιαννάκη, σε συνέδριο του Συνασπισμού, όπου είχε κατακεραυνώσει την κοντόφθαλμη, νεοεθνικιστική πολιτική της «ισχυρής Ελλάδας», με τις επιχειρήσεις στα Βαλκάνια, το δόγμα της μεγάλης περιφερειακής δύναμης και, ταυτόχρονα, την εκτεταμένη φοροδιαφυγή –όχι μόνο του μεγάλου κεφαλαίου– και την καταρράκωση του κράτους. Αφετέρου, η πολιτική ελίτ συνομιλούσε προνομιακά με εκείνη την πνευματική ελίτ της οποίας ο κοσμοπολίτικος αντιεθνικισμός, ενταγμένος στο πρόγραμμα εξυπηρέτησης των κυβερνήσεων και των ΜΜΕ, καταντούσε συντηρητικός. Γιατί το ζητούμενο δεν ήταν η ανθρώπινη κοινωνία, η ανασυγκρότηση μιας νέας, διευρυμένης εθνικής κοινωνίας προβεβλημένης σε μια ευρωπαϊκή ενότητα: ο ευρωπαϊσμός, όπως τον υπαγόρευε η πολιτική εξουσία, καθίστατο αυταξία. Η ελίτ αυτή δεν άσκησε καμιά σοβαρή κριτική στο σημιτικό δόγμα της «ισχυρής Ελλάδας», που άνοιγε την κερκόπορτα στον εθνικισμό, πριμοδοτώντας τον από άλλο δρόμο. Δεν άσκησε κριτική στη διάβρωση του κράτους πρόνοιας, που είχε καταντήσει πελατειακό. Η «ισχυρή Ελλάδα» πάνω απ’ όλα. Το αποτέλεσμα ήταν η πλαδαρή κοινωνία, όπου οι συλλογικότητες χάνονταν κάτω από τόνους ατομικού λίπους, όχι μόνο των κεφαλαιοκρατών αλλά και του «πονεμένου λαού».

Μ’ αυτά και με κείνα, αγαπητοί σύντροφοι της Αριστεράς, φτάσαμε εδώ που είμαστε. Και ευθύνες δικές μας υπάρχουν, παρ’ όλο που δεν είναι της ίδιας βαρύτητας. Το ευρωπαϊκό μας όραμα δεν μπορέσαμε να το πάμε πουθενά, γιατί κι εμείς πλαδαρέψαμε πολύ. Αφήσαμε κατά μέρος το ισχυρότερο όπλο της Αριστεράς, την κριτική σκέψη, και πέσαμε στη συνθηματολογία, τις ατάκες και τον λαϊκισμό. Το όραμα της ανανεωτικής, ευρωπαϊκής Αριστεράς γέμισε γκρίζες ζώνες και παραφωνίες. Από τη μια, ένας εύκολος, αντιιμπεριαλιστικός, αντι-μετανεωτερικός εθνικισμός, που καταντούσε αντιευρωπαϊσμός, και από την άλλη ο εκσυγχρονιστικός, αντιεθνικιστικός ευρωπαϊσμός. Από τη μια αριστερίστικες επιλογές του μπάχαλου στο όνομα εν γένει του λαού, από την άλλη εκσυγχρονιστικές, ελιτίστικες επιλογές. Και στη μέση μια κοινωνία σε πλήρες ξεχαρβάλωμα ευδαιμονίας. Δεν αντιληφθήκαμε ότι, αν το έθνος-κράτος παραμένει το έσχατο καταφύγιο κάθε κατατρεγμένου, η αλλαγή νοοτροπιών –και ατομικά και συλλογικά– ήταν επιβεβλημένη. Αυτό όμως απαιτούσε κριτική σκέψη, όχι συνθήματα και συναισθηματικές εξάρσεις. Η κοινωνία ολοένα ξεχείλωνε, κι εμείς παίζαμε «ποιος είναι πιο αριστερός από τον άλλο».

Καθώς δεν υπάρχει πια χρόνος, δύο λύσεις μας μένουν: μετανάστευση ή επανάσταση. Η μετανάστευση είναι η εύκολη και ωφέλιμη, για λόγους ευνόητους, λύση γι’ αυτούς που μας κυβερνούν. Η επανάσταση είναι η δύσκολη, αλλά και μοναδική λύση για όλους μας. Βήμα πρώτο: η ελληνική κοινωνία δεν ήταν πλούσια και φτώχυνε· ήταν φτωχή και εξαθλιώθηκε. Ως «πλαστική κοινωνία» ήταν πλούσια, στην πραγματικότητα ήταν όμως ήταν φτωχή. Η Ελλάδα δεν ήταν μια «ισχυρή χώρα»· θα μπορούσε να ήταν μια αξιοπρεπής. Η πρώτη διεκδίκηση λοιπόν είναι να ξαναορίσουμε τον στόχο μιας ανθρώπινης κοινωνίας. Επειδή η κυβέρνηση, για να παραμείνει η Ελλάδα «ισχυρή», πρέπει να ξεφορτωθεί άπαξ διά παντός την πραγματική κοινωνία, να διαλύσει το κράτος και τους θεσμούς, οφείλουμε να ξαναδιεκδικήσουμε την αξιοπρέπεια αυτής της χώρας, και μαζί τη δική μας. Η κυβέρνηση, ταμπουρωμένη πλέον πίσω από ένα αναχρονιστικό πρόγραμμα (με τη συμπαράσταση και του ΛΑΟΣ), λειτουργεί διά του αποκλεισμού του μεγαλύτερου μέρους της κοινωνίας, την οποία αντιπαραθέτει στο «έθνος»: τα Πανεπιστήμια έγιναν ξαφνικά ο υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνος για το έθνος, οι δημόσιοι υπάλληλοι το ίδιο, το ΕΣΥ επίσης κ.ο.κ. Παράλληλα, η κυβέρνηση, εμπνεόμενη από τον ίδιο εθνικισμό, επιδίδεται σε μια ριψοκίνδυνη και απαράδεκτη εξωτερική πολιτική: εξοπλιστικές αγορές και συμμαχία με το Ισραήλ, και μάλιστα με την πιο ακροδεξιά κυβέρνηση αυτής της χώρας τα τελευταία χρόνια.

Ο μόνος δρόμος, λοιπόν: επανάσταση στις νοοτροπίες και τις διεκδικήσεις! Με επεξεργασμένο πρόγραμμα για μια ανθρώπινη κοινωνία, με τη συγκρότηση δικτύων κοινωνικής αλληλεγγύης, διεκδικούμε την ανυπακοή και την αξιοπρεπή φτώχεια όλων. Οι μισθοί και οι συντάξεις πριν την κρίση ήταν ήδη –αν εξαιρέσουμε κάποιους προνομιούχους– σε επίπεδα χαμηλά· διεκδικούμε την επάνοδό τους σε αυτά τα, έστω χαμηλά, επίπεδα. Η Αριστερά δεν πρέπει να σωπαίνει στις υπέρογκες αμοιβές και τα προνόμια βουλευτών και υπουργών: να αμείβονται ανάλογα με τους άλλους δημόσιους λειτουργούς. Διεκδικούμε την άμεση πτώση των ενοικίων και της τιμής των τροφίμων, τη στάση πληρωμών στα δάνεια — ειδικά πρώτης κατοικίας. Δεν συναινούμε σε όλα όσα οδηγούν την κοινωνία στον εκβαρβαρισμό, ούτε επιτρέπουμε ωστόσο σε κανέναν είτε να μετατρέψει τη συντεταγμένη ανυπακοή σε μπάχαλο, είτε να την οικειοποιηθεί με συντηρητικούς ή νεοεθνικιστικούς τρόπους. Δεν θα πληρώσουμε τον παραλογισμό τους με τον εξευτελισμό μας. Καμιά κοινωνία δεν μπορεί να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της πληρώνοντας κεφαλικό φόρο και φόρους προστασίας, υπό την απειλή απολύσεων. Δεν είμαστε εναντίον της Ευρώπης, αντιθέτως προβαλλόμαστε σε μια Ευρώπη στην οποία μας έλαχε, από τη συγκυρία, να είμαστε πρωτοπόροι. Ο Παπανδρέου, ο Βενιζέλος, ο Λοβέρδος, η Διαμαντοπούλου και η όλη παρέα δεν θα γράψουν ιστορία στην πλάτη μας: όποιος ξεφτιλίζει μια κοινωνία δεν έγραψε παρά μαύρες σελίδες στην Ιστορία.


Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

[Ελλάδα - παιδεία] Το προσχέδιο νόμου για την παιδεία: Η βίαιη ρήξη με την παράδοση του ελληνικού Πανεπιστημίου

Το ελληνικό Πανεπιστήμιο, με μια παράδοση 180 –εντός ολίγου– χρόνων, διένυσε μια δύσκολη και επώδυνη κάποτε πορεία εκδημοκρατισμού, την ίδια που, τηρουμένων των αναλογιών, διένυσε η ελληνική κοινωνία αλλά και το ελληνικό κράτος. Καταρχάς, το ελληνικό Πανεπιστήμιο, θεσμικά και επιστημονικά, αποτέλεσε τον απαραίτητο συνοδοιπόρο του ελληνικού κράτους στην πορεία του προς αναζήτηση ταυτότητας, κυρίως εθνικής αλλά και κοινωνικής. Το ελληνικό κράτος, από ιδρύσεώς του, επένδυσε στο Πανεπιστήμιο, γιατί είχε εν πρώτοις ανάγκη για εθνική συνοχή, συγχρόνως είχε ανάγκη για κρατικές ελίτ, αλλά και για μια αστική τάξη μορφωμένων και καλλιεργημένων ανθρώπων, αφοσιωμένων στις δικές του επιλογές. Η αυστηρή πανεπιστημιακή ιεραρχία (έδρα, περιορισμένος αριθμός φοιτητών κλπ.) αντανακλούσαν την αντίληψη του ίδιου του κράτους περί δημοκρατίας, την αντίληψη περί μιας ταξικά ιεραρχημένης κοινωνίας. Μια αντίληψη που οδηγούσε, σε δύσκολες εποχές, σε σφιχτό μέχρι πνιγμού εναγκαλισμό του κράτους με το Πανεπιστήμιο, έναν εναγκαλισμό που σκοπό είχε τη διασφάλιση της εθνικής, πολιτικής και κοινωνικής καθαρότητας του Πανεπιστημίου από επικίνδυνους πολιτικά, καθηγητές αλλά και φοιτητές. Βεβαίως το ελληνικό Πανεπιστήμιο, όπως κάθε Πανεπιστήμιο τέκνο του Διαφωτισμού, διέγραφε τη δική του υπόγεια πορεία, αφού ως παραγωγός σκέψης αλλά και ως δημόσιο αγαθό δημιουργούσε ανατροπές: η ενασχόληση με την έρευνα, έστω και περιορισμένα, καθώς και η πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο φοιτητών από διαφορετικές τάξεις δημιουργούσαν μη προβλέψιμες ρωγμές, τέτοιες που το καθιστούσαν δυνητικά πρωτοπόρο στην κοινωνία. Ως δημόσιο αγαθό μάλιστα, συνιστούσε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης και κοινωνικών συγκρούσεων, πεδίο εν ολίγοις διεκδίκησης της δημοκρατίας.

Η μακρά πορεία προς τον εκδημοκρατισμό και ο νόμος-πλαίσιο

Αυτές οι ρωγμές, σημαντικές σε διάφορες φάσεις της ελληνικής ιστορίας, εκδηλώθηκαν δυναμικά το 1973 με την εξέγερση του Πολυτεχνείου, όταν το Πανεπιστήμιο έγινε το συμβολικό και ουσιαστικό έμβλημα του γενικού αιτήματος για εκδημοκρατισμό. Έτσι, στον νόμο-πλαίσιο του 1982 εκφράστηκε, σε ένα νέο πλαίσιο, η επώδυνη και μακρά πορεία της κοινωνίας προς τον εκδημοκρατισμό, ενώ συγχρόνως συναντήθηκαν οι ανάγκες τριών πρωταγωνιστών: α) οι ανάγκες του Πανεπιστημίου για τη θεσμική διασφάλιση της δημοκρατικής λειτουργίας του, η οποία αφορούσε τόσο την εξουδετέρωση του αυταρχισμού, μέσω της κατάργησης της έδρας, όσο και την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, μέσω της θέσπισης του ασύλου, αλλά και μέσω της θεσμοθέτησης νέων επιστημονικών Τμημάτων και πεδίων έρευνας, β) οι ανάγκες της κοινωνίας, όπως εκφράστηκαν από τα πολιτικά κόμματα, για τη διασφάλιση του δημοκρατικού Πανεπιστημίου, μέσα από την εξάλειψη του κινδύνου ιδιοποίησης και εκμετάλλευσης του δημόσιου αγαθού προς όφελος μιας κυβέρνησης ή καθεστώτος ή προς όφελος μιας τάξης, γ) οι ανάγκες του δημοκρατικού κράτους για την εμπέδωση της εθνικής και κοινωνικής συμφιλίωσης, πολύ περισσότερο που η αναπαραγωγή της εξουσίας του δεν εξαρτιόταν πλέον από μια περιορισμένη αστική τάξη αλλά από μια ευρεία μεσοαστική τάξη.

Η σύγκλιση των αναγκών, αλλά και των αγώνων, των τριών αυτών πρωταγωνιστών αποτυπώθηκε θεσμικά στην εσωτερική δομή του Πανεπιστημίου (κατάργηση της έδρας), αποτυπώθηκε ωστόσο και στην πνευματική ζωή του Πανεπιστημίου: δημιουργία Τμημάτων, άμεση σύνδεση της διδασκαλίας με την έρευνα κλπ. Το Πανεπιστήμιο μαζικοποιήθηκε και η νέα ακαδημαϊκή δομή (Τμήματα) επέτρεψε κυρίως σε μια νέα φουρνιά επιστημόνων να διευρύνουν τον κατεξοχήν ρόλο του Πανεπιστημίου: τον ρόλο του κέντρου έρευνας, σκέψης και γνώσης. Μια πρόχειρη ματιά στην ελληνική και τη διεθνή βιβλιογραφία αποδεικνύει του λόγου το ασφαλές: στη μακρά του πορεία, το ελληνικό Πανεπιστήμιο κατόρθωσε όχι μόνο να μεταδίδει τη διεθνή σκέψη στα καθ’ ημάς αλλά να παράγει σκέψη με αφετηρία τις ελληνικές πραγματικότητες και να την εντάσσει προς συζήτηση στη διεθνή βιβλιογραφία.

Οι αντιφάσεις: δημόσιο, πελατειακό και κομματικό αγαθό

Βεβαίως, αυτή η παράδοση του δημοκρατικού, δημόσιου αγαθού είχε αντιφάσεις, τις ίδιες αντιφάσεις που έχει κάθε δημόσιο αγαθό στην Ελλάδα, όπου το δημόσιο εύκολα ταυτίζεται με το πελατειακό και το κομματικό αγαθό. Η κατά καιρούς ταύτιση του εκδημοκρατισμού με τον πιο χυδαίο κομματισμό διαμόρφωνε εκφυλιστικές καταστάσεις σε όλα τα επίπεδα, που υπονόμευαν την έννοια του δημοκρατικού Πανεπιστημίου. Το Πανεπιστήμιο εντασσόταν, κατά τη βούληση της εκάστοτε κυβέρνησης, στο πλέγμα των πελατειακών σχέσεων που επεδίωκε να συνάψει (με τοπικούς άρχοντες και τοπικές κοινωνίες), ένα πλέγμα στο οποίο εμπλέκονταν πανεπιστημιακοί και φοιτητικές παρατάξεις. Αυτή η λογική της οικειοποίησης του δημόσιου αγαθού για πελατειακές σχέσεις κατάτρωγε τα σωθικά του Πανεπιστημίου και ενίσχυε μια άλλη, παράλληλη παράδοση που, και αυτή, δεν ήταν νέα ούτε αποκλειστικά πανεπιστημιακή: ο εναγκαλισμός του Πανεπιστημίου από το κράτος επέτρεπε την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πελατειακή εκμετάλλευση του Πανεπιστημίου με το λιγότερο δυνατό κόστος και οδηγούσε στην κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος (νέα ΤΕΙ ή Πανεπιστήμια στη μέση του πουθενά) και στην υποχρηματοδότηση του Πανεπιστημίου γενικότερα. Συγχρόνως, σε κάποια ιδρύματα αναπτύσσονταν, από κάποιους πανεπιστημιακούς, μορφές ιδιωτικοποίησης υπό τις ευλογίες ή την ανοχή του κράτους. Το τελευταίο, προκειμένου να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των χαμηλών μισθών των πανεπιστημιακών (η σύγκριση με τους μισθούς πανεπιστημιακών της Ευρώπης καταρρίπτει εύκολα τον μύθο των «καλοπληρωμένων, τεμπέληδων» πανεπιστημιακών), έκλεινε τα μάτια στις έμμεσες μορφές ιδιωτικοποίησης που κάποιοι «αετονύχηδες» εντός Πανεπιστημίου πετύχαιναν, όπως άλλωστε και στα νοσοκομεία. Ωστόσο, το κράτος, αντί να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις που θα εξάλειφαν τα φαινόμενα διαφθοράς, πελατειακών σχέσεων κλπ., άρχισε να καταφέρεται συλλήβδην κατά του Πανεπιστημίου, να επιζητεί τον στιγματισμό της πανεπιστημιακής κοινότητας, και μάλιστα του σημαντικότερου αριθμητικά και του εντιμότερου τμήματος αυτής της κοινότητας. Το Πανεπιστήμιο υποδεικνυόταν σταδιακά, μαζί με το άλλο μεγάλο δημόσιο αγαθό –την υγεία– ως μέρος της ελληνικής κρίσης.

Η εξουδετέρωση της έννοιας του δημοκρατικού δημόσιου αγαθού

Με την αμέριστη συμπαράσταση των ΜΜΕ, το κράτος ανέδειξε με κάθε τρόπο τις στρεβλώσεις του Πανεπιστημίου και αποφάσισε, στο όνομα των εκφυλιστικών τάσεων, να ξεχαρβαλώσει τη μακρά παράδοσή του, δηλαδή να εξουδετερώσει την έννοια του δημοκρατικού, δημόσιου αγαθού: το πνεύμα που διέπει το «προσχέδιο νόμου Διαμαντοπούλου» συνιστά μια βίαιη ρήξη με την παράδοση του ελληνικού Πανεπιστημίου, ως δημοκρατικού, μαζικού, δημόσιου αγαθού, παραγωγού σκέψης και γνώσης. Το προσχέδιο προτείνει ένα άλλο Πανεπιστήμιο που φαίνεται σαν να προκύπτει από παρθενογένεση. Ασφαλώς χρειάζονται μεταρρυθμίσεις και αλλαγές στο νόμο-πλαίσιο, αλλαγές που αφορούν τη διοικητική δομή του Πανεπιστημίου, τη σταθμισμένη ψήφο των φοιτητών στα όργανα, το «άνοιγμα» του στην κοινωνία και την αγορά, όπως και τη «διεθνοποίησή» του — με την προϋπόθεση ότι αυτό δεν θα έπληττε την ουσία του δημοκρατικού, δημόσιου Πανεπιστημίου. Υπάρχουν πράγματι πανεπιστήμια (Κύπρου) στα οποία προβλέπεται θεσμική σύνδεση του Πανεπιστημίου με την κοινωνία και την αγορά, μέσω της δημιουργίας ενός Συμβουλίου «προσωπικοτήτων», το οποίο ωστόσο λειτουργεί παράλληλα με τη Σύγκλητο, η οποία, αυτή και μόνο αυτή, έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα για τα ακαδημαϊκά θέματα. Το Συμβούλιο, στο οποίο συμμετέχει ο πρύτανης και πανεπιστημιακοί, και το οποίο απαρτίζεται από «προσωπικότητες της κοινωνίας», ελέγχει τη νομιμότητα των αποφάσεων της Συγκλήτου, ελέγχει επίσης την κατανομή του προϋπολογισμού του Πανεπιστημίου, καθώς και τη διαφάνεια των οικονομικών συναλλαγών του Πανεπιστημίου. Τα Τμήματα με τις Συνελεύσεις τους (Συμβούλια Τμημάτων λέγονται) λειτουργούν κανονικά, όπως και όλα τα πανεπιστημιακά όργανα, όπως περίπου τα ξέρουμε στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Γιατί το Υπουργείο δεν έλαβε υπόψη του το κυπριακό μοντέλο, που θα του επέτρεπε να εκσυγχρονίσει και να εξυγιάνει την παράδοση του δημοκρατικού Πανεπιστημίου, εντάσσοντάς τη σε μια νέα αντίληψη σύνδεσης του Πανεπιστημίου με την κοινωνία και με την αγορά, υπό την αιγίδα του όμως; Από την άλλη, στο νομοσχέδιο προβλέπεται «διεθνοποίηση» του Πανεπιστημίου. Κι εδώ θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στοιχεία του κυπριακού μοντέλου (συμμετοχή στις εισηγητικές επιτροπές για εκλογές πανεπιστημιακών ή για υποστηρίξεις διδακτορικών διατριβών), στο οποίο ωστόσο η εκλογή γίνεται από τα εκλεκτορικά που συγκροτούνται στο πλαίσιο του Τμήματος και της Σχολής.

Ένα κράτος που δεν θέλει πια να είναι κράτος

Αυτά τα δύο απλά παραδείγματα μας υποδεικνύουν ότι η βίαιη κατάργηση των κατεξοχήν δημοκρατικών αλλά και ακαδημαϊκών δομών του Πανεπιστημίου (Σύγκλητος, Τμήματα) συνιστά βίαιη ρήξη όχι μόνο με την παράδοση του Πανεπιστημίου, αλλά και με την παράδοση του ίδιου του ελληνικού κράτους, έτσι όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από συνεχείς διεκδικήσεις της κοινωνίας. Το θέμα δεν είναι αν το προσχέδιο νόμου εμπνέεται από νεοφιλελευθερισμό ή από ολιγαρχισμό· το θέμα είναι ότι το ελληνικό κράτος φαίνεται να μη θέλει πια να είναι «κράτος», έτσι όπως αυτό διαμορφώθηκε από το 19ο αιώνα και μετά. Δεν θέλει να έχει την ευθύνη της ιδεολογίας του, την ευθύνη της ταυτότητάς του, την ευθύνη της κοινωνικής και εθνικής συνοχής. Το ελληνικό κράτος αποποιείται το ίδιο την παράδοσή του. Θέλει να είναι ένα κράτος αποϊδεολογικοποιημένο («θέλουμε συναίνεση», «είμαστε αντιεξουσιαστές», ο πρωθυπουργός), παραδομένο στην ιδεολογία που οι διεθνείς αγορές υπαγορεύουν. Το «νομοσχέδιο» για τα Πανεπιστήμια θεωρώ ότι εντάσσεται σε αυτή τη λογική. Αν το ελληνικό (και όχι μόνο) Πανεπιστήμιο, η εκπαίδευση γενικότερα, αποτέλεσε πάντα τη μεγάλη επένδυση του κράτους –αυταρχικού και δημοκρατικού– ήταν γιατί το τελευταίο είχε ανάγκη για αναπαραγωγή της ιδεολογίας του, της εξουσίας του και της συνοχής της κοινωνίας. Το ελληνικό κράτος ελάχιστα ενδιαφέρθηκε για την έρευνα και για την παραγωγή σκέψης στο Πανεπιστήμιο (μια σύγκριση των κονδυλίων για έρευνα ανάμεσα στο ελληνικό και το κυπριακό Πανεπιστήμιο την τελευταία εικοσαετία το αποδεικνύει), ενδιαφερόταν όμως για τα προηγούμενα. Από τη στιγμή που πλέον δεν έχει ανάγκη από αυτά, δεν έχει ανάγκη το δημοκρατικό, το δημόσιο αγαθό, το ελληνικό Πανεπιστήμιο. Κι αν το δημοκρατικό Πανεπιστήμιο άφηνε τα περιθώρια για παραγωγή σκέψης και για έρευνα μέσω των Τμημάτων, με το νέο Πανεπιστήμιο στενεύουν ασφυκτικά­. Κι εδώ το ελληνικό κράτος είναι συνεπέστατο με την παλιά παράδοσή του: πάντοτε θεωρούσε απειλή τη διαμόρφωση σκεπτόμενων πολιτών έξω από τον έλεγχό του, καθώς και τη συγκρότηση μηχανισμών αλληλεγγύης που αναπτύσσονται στο πλαίσιο κάθε δημόσιου αγαθού, όσο διεφθαρμένο κι αν είναι.

Σε μια εποχή ανατροπών, όπως αυτές που ζει η ελληνική κοινωνία τον τελευταίο καιρό, το προσχέδιο νόμου δεν προβλέπει μεταρρυθμίσεις. Εισηγείται ρήξεις, και μάλιστα τέτοιες που ξεπερνούν το Πανεπιστήμιο — άλλωστε το ζούμε σχεδόν καθημερινά σε αυτή τη χώρα. Σε μια εποχή που το κράτος θεωρεί τα δημόσια αγαθά «βαρίδια», η αντίσταση στην καταρράκωση του δημόσιου, δημοκρατικού Πανεπιστήμιου αποτελεί, θεωρώ, καθήκον του κάθε έντιμου πολίτη.