Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008

[Κύπρος] Μια νέα πραγματικότητα στην Κύπρο;

Οι συνομιλίες για τη λύση του Κυπριακού, έπειτα από μεγάλη παύση κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τάσσου Παπαδόπουλου, εγκαινιάστηκαν πανηγυρικά στις 3 Σεπτεμβρίου. Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Δημήτρης Χριστόφιας, και ο ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας, Μεχμέτ Αλή Ταλάτ, φάνηκαν, στις δηλώσεις τους, διατεθειμένοι να φτάσουν αυτήν τη φορά σε ένα αίσιο τέλος. Οι συνομιλίες επαναλαμβάνονται σχεδόν κάθε εβδομάδα, χωρίς όμως να δημοσιοποιείται το περιεχόμενό τους. Παρά το γεγονός ότι θα είχε ίσως ενδιαφέρον να παρουσιαστούν και να σχολιαστούν κάποια από τα "δύσκολα σημεία" τους που διαρρέουν στον Τύπο, θεωρώ ωστόσο ότι, στην παρούσα φάση, και προτού οι υπεύθυνες ηγεσίες προβούν σε δημόσιες δηλώσεις, οι "ασκήσεις επί χάρτου" είναι περιττές και άνευ ουσιαστικού πολιτικού νοήματος. Aντιθέτως, θεωρώ ότι πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον, προς το παρόν τουλάχιστον, παρουσιάζουν κάποια νέα φαινόμενα που εμφανίζονται στην κυπριακή πραγματικότητα της εποχής Xριστόφια, και τα οποία αξίζει να συζητηθούν.

Η έναρξη των συνομιλιών συνέπεσε σχεδόν με την έναρξη της σχολικής χρονιάς στην Κύπρο, κατά την οποία το Υπουργείο Παιδείας κοινοποίησε με εγκύκλιό του στα σχολεία τους στόχους της παιδείας. H εγκύκλιος, με την οποία βεβαίως εκφράζονται οι θέσεις της κυβέρνησης Χριστόφια, προβλέπει το αυτονόητο, κυρίως σε μια περίοδο που οι συνομιλίες για την εξεύρεση λύσης βρίσκονται σε εξέλιξη: την ανάπτυξη μέσων (επανα)γνωριμίας των Ελληνοκύπριων μαθητών με τον διπλανό άγνωστο (Τουρκοκύπριους), προώθηση μέσων εξοικείωσης δηλαδή με μια πολιτιστική πραγματικότητα που υπάρχει στην πατρίδα τους αλλά τους είναι απολύτως άγνωστη, μία, εν τέλει, από τις προϋποθέσεις για να μπορέσουν να συνυπάρξουν οι δύο κοινότητες κάποτε ειρηνικά. Εν ολίγοις, η εγκύκλιος προβλέπει το άνοιγμα ενός παραθύρου της εκπαίδευσης προς τους Tουρκοκύπριους, ένα παράθυρο που δεν ακυρώνει επί της ουσίας τον επί δεκαετίες μόνιμο στόχο της κυπριακής εκπαίδευσης που συνοψιζόταν στο "Δεν Ξεχνώ και αγωνίζομαι για την πατρίδα μου", αλλά προσπαθεί να τον διευρύνει με το "Δεν ξεχνώ ότι υπάρχουν και Tουρκοκύπριοι στην πατρίδα μου και αγωνίζομαι (και μαζί με αυτούς) για την επανένωσή της". Συγχρόνως, ο υπουργός Παιδείας, εκφράζοντας και πάλι τη θέση της κυβέρνησης Χριστόφια -θέση που αποτελεί προεκλογική δέσμευση του ίδιου του προέδρου- δήλωσε ότι θα συσταθούν επιτροπές για να γίνουν αλλαγές στα σχολικά βιβλία Ιστορίας. Τα παραπάνω περιστατικά ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων και έδωσαν την ευκαιρία στο "πατριωτικό μέτωπο" της Kύπρου να "δείξει τα δόντια" του. Aντέδρασαν λοιπόν τα κόμματα που συμμετέχουν στην κυβέρνηση: το ΔΗ.ΚΟ., αρκετά συγκρατημένα προς το παρόν, και η ΕΔΕΚ, που ανέβασε πολύ τους τόνους συμπλέοντας πλέον ανοιχτά με τα κατεξοχήν αντιπολιτευτικά, "πατριωτικά" κόμματα της Κύπρου (για παράδειγμα το EYPΩ.KO.), που είδαν σε αυτές τις αλλαγές τον "αφελληνισμό" της Κύπρου. Εξαιρετικά έντονη ήταν επίσης η αντίδραση της Εκκλησίας της Κύπρου, η οποία, διά στόματος Αρχιεπισκόπου Κύπρου, δεν δίστασε να τονίσει ότι θα "κηρύξει την ελληνική παιδεία της Κύπρου υπό διωγμόν".

Οι αντιδράσεις για τις αλλαγές στα σχολικά βιβλία: προπέτασμα καπνού

Βεβαίως, στην Ελλάδα οι εκδηλώσεις ένθερμου και ένθεου πατριωτισμού δεν μας είναι άγνωστες ώστε να μας εκπλήσσουν στην κυπριακή τους εκδοχή. Ωστόσο υπάρχει -και λόγω Κυπριακού προβλήματος- μια διάσταση στην οποία αξίζει να σταθούμε. Παρά το γεγονός ότι οι αντιδράσεις επικεντρώνονται στην εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας και στην προοπτική αλλαγής των βιβλίων Ιστορίας, αυτά ωστόσο αυτά, κατά τη γνώμη μου, το προπέτασμα καπνού που καλύπτει κάτι άλλο, σημαντικότερο, κάτι που συνιστά την πραγματική απειλή για το "πατριωτικό μέτωπο" υπό την, φανερή ή καλυμμένη, ηγεσία -ποιου άλλου;- της Eκκλησίας. Tο πραγματικό πρόβλημα αφορά μια ευρύτερη νοοτροπία που φαίνεται να εκπορεύεται από το προεδρικό μέγαρο, στο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται τόσο η εγκύκλιος για την εκπαίδευση όσο και η διαχείριση σε ενδοελληνοκυπριακό επίπεδο των συνομιλιών για το Κυπριακό. Aυτή η νοοτροπία τείνει να διαμορφώσει μια νέα πραγματικότητα στην Κύπρο, νέα καταρχάς για τους ίδιους τους Eλληνοκύπριους. Kι αυτή η πραγματικότητα είναι απειλητική τόσο για τα "πατριωτικά" πολιτικά κόμματα, όσο και -κυρίως- για την Eκκλησία της Kύπρου, εντέλει για ένα κατεστημένο (πολιτικό και πνευματικό), που επί πολλές δεκαετίες αναπαρήγαγε την εξουσία του πατώντας πάνω στην υψηλή του αποστολή, την αποστολή του "σωτήρα" της ελληνικής Kύπρου.

Ας δούμε λοιπόν, εν συντομία, τα χαρακτηριστικά αυτής της νέας πραγματικότητας που διαμορφώνεται. Η έναρξη των συνομιλιών, παρά το γεγονός ότι σηματοδότησε την ανατροπή του αδιεξόδου στο οποίο είχε οδηγήσει το Κυπριακό η πολιτική Παπαδόπουλου, δεν συνιστά από μόνη της πρωτοτυπία για την Kύπρο. Συνομιλίες για το Κυπριακό έχουν γίνει πολλές τα τελευταία τριάντα χρόνια, ενώ όλοι οι μετά την εισβολή πρόεδροι της Kυπριακής Δημοκρατίας έχουν εκλεγεί με την υπόσχεση να λύσουν το Κυπριακό, και μάλιστα με δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία. Ωστόσο, όλες οι προηγούμενες συνομιλίες -ακόμη κι αυτές που έδειχναν ότι η λύση δεν είναι μακριά- εξελίσσονταν σε μια δική τους, αυτόνομη από την κοινωνία και την εσωτερική πολιτική, πορεία. Tα μοναδικά κανάλια επαφής της κοινωνίας με την πραγματικότητα των συνομιλιών και συμμετοχής της στην προοπτική της λύσης με ομοσπονδία ήταν τα ίδια, παλαιά ως προς τις αναφορές και την καταγωγή τους, κανάλια, μέσα από τα οποία η λύση της ομοσπονδίας αποτελούσε μια, εν τέλει, προδοτική πράξη. Έτσι, ποτέ (εκτός από την εποχή Bασιλείου) δεν είχε καταβληθεί η παραμικρή προσπάθεια να καλλιεργηθεί μια άλλη νοοτροπία στην κοινωνία για να μπορέσει να (ξανα)δει τον εαυτό της σαν ένα δικοινοτικό σύνολο που της λείπει ένα μέρος (οι Tουρκοκύπριοι), έτσι ώστε να μπορέσει και να οραματιστεί τον εαυτό της σε μια Κύπρο ομόσπονδη, σε συνύπαρξη με το "σύνοικον στοιχείο", δηλαδή την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Από τα σχολικά εγχειρίδια μέχρι τις δηλώσεις των πολιτικών και τη γλώσσα των περισσότερων δημοσιογράφων, το πνεύμα ήταν κοινό: η λύση είναι επιβεβλημένη και αναγκαστική από "έξω", αλλά η Κύπρος είναι και θα είναι στον αιώνα τον άπαντα το προκεχωρημένο φυλάκιο του Ελληνισμού (εννοείται απέναντι στους Τούρκους). Οι Τουρκοκύπριοι δεν υπήρχαν παρά μόνο ως μια "εξωτική" φιγούρα του υποχρεωτικού, για τα μάτια της διεθνούς κοινότητας, συνοδοιπόρου στην κυπριακή πραγματικότητα. Μ’ αυτό τον τρόπο όμως, δεν μπορούσε να καλλιεργηθεί η συνείδηση στην κοινωνία ότι η αποτίναξη της κατοχής από την Κύπρο (αφού η κυπριακή ηγεσία είχε αποκλείσει ήδη από το 1975 την επιλογή του πολέμου) προϋπέθετε την πολιτικοποίησή της με βάση τη λύση της ομοσπονδίας· την επανασυνειδητοποίησή της, δηλαδή, ως συνόλου, με την προοπτική κάποτε να είναι μαζί με τους Τουρκοκύπριους.

Εν τέλει, οι συνομιλίες και οι διακηρύξεις για βιώσιμη λύση του Κυπριακού με ομοσπονδία έφταναν στην κυπριακή κοινωνία μέσα από τα ίδια ιδεολογικά και πολιτικά κανάλια, που έχουν τις καταβολές ή τις ιδεολογικές αναφορές τους στην εποχή πολύ πριν από το 1974, και οπωσδήποτε την εποχή της αποικιοκρατίας. Τα κανάλια αυτά ήταν δύο κυρίως: η παιδεία, υπό την προστάτιδα αιγίδα της Εκκλησίας -του αδιάψευστου και διαχρονικού ομολογητή της ελληνικότητας της Κύπρου- και το Εθνικό Συμβούλιο, απομίμηση περισσότερο του περίφημου Εθναρχικού Συμβουλίου της αποικιοκρατικής περιόδου, παρά σύγχρονο όργανο πολιτικού ελέγχου του προέδρου για τους χειρισμούς του στο Κυπριακό - όπως θα μπορούσε να είναι. Mέσα από τα δύο αυτά κανάλια, τόσο η παιδεία όσο και το εθνικό πρόβλημα (το Κυπριακό) συνιστούσαν "πνευματικές υποθέσεις" του Έθνους, του Ελληνισμού, και όχι πολιτικές υποθέσεις των κυπριακών κομμάτων και της κοινωνίας. Mέσα απ’ αυτά τα κανάλια, επίσης, αναπαραγόταν η εξουσία εξωπολιτικών θεσμών (Eκκλησία) ή πολλαπλασιαζόταν η δύναμη ενός "πατριωτικού κατεστημένου" που η μικρή του εκλογική δύναμη υπερδιπλασιαζόταν στο πλαίσιο των θεσμών του Γένους, ως η "φωνή του Έθνους".

Η εισβολή του 1974, η συνεχιζόμενη παρουσία του τουρκικού στρατού στην Kύπρο και η μη λύση του Κυπριακού συνέβαλαν και συμβάλλουν αποφασιστικά και καίρια (και στις δύο πλευρές άλλωστε - στην τουρκοκυπριακή θα αναφερθώ σε ) στην αναπαραγωγή αυτών των "εθναρχικής καταγωγής" καναλιών εξουσίας.

Το ΑΚΕΛ στην εξουσία

Και, ξαφνικά, το ΑΚΕΛ πήρε για πρώτη φορά στα κυπριακά χρονικά την εξουσία στα χέρια του, με δικό του πρόεδρο, τον ίδιο τον γενικό γραμματέα του. Kάτι σημαντικό φαίνεται να αλλάζει: πολιτική υπόθεση η εκπαίδευση, πολιτική υπόθεση το Κυπριακό πρόβλημα, υπόθεση της Kύπρου και της κυπριακής κοινωνίας και τα δύο. Kι αυτό γιατί για πρώτη φορά ο πρόεδρος της Kυπριακής Δημοκρατίας προέρχεται από έναν πολιτικό χώρο (AKEΛ) στον οποίο -όποιες κι αν ήταν, στη μακρά διαδρομή του, οι πολιτικές του επιλογές, τα πολιτικά του "λάθη", οι σωστοί ή λανθασμένοι πολιτικοί του χειρισμοί ή συμμαχίες- υπήρχε μια σταθερή ιδεολογική βάση που συνοψιζόταν στα εξής: Οι Τουρκοκύπριοι είναι συμπατριώτες των Ελληνοκυπρίων, η Κύπρος είναι κυπριακή, των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Tο Κυπριακό εν τέλει είναι πρόβλημα των Kυπρίων, ενώ στον όρο "Kύπριος" συμπεριλαμβάνονταν πάντα οι Tουρκοκύπριοι. Aκόμη και στις πιο δύσκολες εποχές του Κυπριακού, ακόμη και στις πιο κρίσιμες εποχές του ίδιου του AKEΛ, όταν οι συνεργασίες του (με αποκορύφωμα τη συνεργασία με τον Παπαδόπουλο) δημιουργούσαν τουλάχιστον αμηχανία σε σημαντικό τμήμα των ίδιων των μελών του, ακόμη και τότε οι Τουρκοκύπριοι γι’ αυτό το κόμμα ήταν παρόντες στην πραγματικότητα των Ελληνοκυπρίων, παρόντες στην κυπριακή κοινωνία. O Χριστόφιας λοιπόν διαθέτει ένα διαφορετικό, σε σχέση με τους προηγούμενους προέδρους, ιδεολογικό οπλοστάσιο, και φαίνεται αποφασισμένος να το χρησιμοποιήσει. Οι Τουρκοκύπριοι λοιπόν τον αφορούν πολιτικά και ιδεολογικά ως αναπόσπαστο κομμάτι της Κύπρου, κι όχι ως υποχρεωτικός συγκάτοικος. Το Κυπριακό δεν τον αφορά ως μια αναγκαστική από τη διεθνή κοινότητα αγγαρεία ή ως ένας όρος για την ενίσχυση του ευρωπαϊκού προσώπου της Κύπρου. Τον αφορά πρωτίστως ως μια "ανωμαλία" της κυπριακής πραγματικότητας, ως πρόβλημα της ίδιας της κυπριακής κοινωνίας, και όχι ως πρόβλημα του Γένους (έτσι όπως έχουν επιβάλει κάποιοι στην Κύπρο και την Ελλάδα να ορίζεται αναλλοίωτο στον χρόνο και εκτός πολιτικής το ελληνικό έθνος), ως μια "ανωμαλία" στην κυπριακή ιστορία, μια "ανωμαλία" της κυπριακής ελληνικότητας των Ελληνοκυπρίων και όχι του Ελληνισμού, γενικώς και θρησκευτικώς, που ακυρώνει την πολιτική συνειδητοποίηση της κοινωνίας. Aυτό το ιδεολογικό οπλοστάσιο, που ανοίγει την προοπτική για εν δυνάμει ανατροπές στην πολιτική και κοινωνική ζωή καταρχάς των Eλληνοκυπρίων, συνιστά απειλή για κάποιους στην Κύπρο.

H πολιτική Xριστόφια λοιπόν φαίνεται να υπονομεύει τα κανάλια αναπαραγωγής του Γένους στην Kύπρο και ενισχύει την πολιτικοποίηση των θεσμών και μηχανισμών διαλόγου της κοινωνίας με την πολιτική εξουσία. H σύγκρουσή του με την Eκκλησία, που συνοψίστηκε στη φράση "η Kύπρος δεν είναι θεοκρατικό κράτος", καθώς και η προεκλογική του δήλωση ("η Kύπρος δεν είναι ελληνική"), καθώς και η μόνιμη θέση του ότι και η άλλη πλευρά της Kύπρου δεν είναι τουρκική, έθεσαν και θέτουν το πλαίσιο διαμόρφωσης της νέας πραγματικότητας στην Kύπρο. Σε αυτή την υπό διαμόρφωση πραγματικότητα εντάσσεται, θεωρώ και, η εγκύκλιος του υπουργείου Παιδείας, που θορύβησε το "πατριωτικό μέτωπο".

Η διαφαινόμενη πολιτικοποίηση της κοινωνίας

Στην παρούσα φάση λοιπόν το πρόβλημα δεν είναι η παιδεία από μόνη της. Το πρόβλημα έγκειται στη διαφαινόμενη πολιτικοποίηση της κοινωνίας, βάσει ενός μείζονος σημασίας προβλήματος (Κυπριακού), ενός προβλήματος που δεν αφορά τους Ελληνοκυπρίους ως μέρος πρωτίστως του Ελληνισμού, έτσι όπως τον αντιλαμβάνονται και τον διακινούν στην Kύπρο οι "πνευματικοί ηγέτες", αλλά τους Ελληνοκύπριους ως μέρος μιας κατακερματισμένης, προβληματικής κυπριακής πραγματικότητας, που αποτελεί πρωτίστως πρόβλημα δικό τους και των πολιτικών δυνάμεων της Kύπρου.

Aν αυτό που τώρα φαίνεται ότι αλλάζει στην Kύπρο αλλάξει πραγματικά και με διάρκεια, κανείς δεν μπορεί να το προβλέψει. Πολλοί παράγοντες θα επηρεάσουν τις εξελίξεις, όπως και τις συνομιλίες άλλωστε. O Xριστόφιας προς το παρόν φαίνεται να έχει την πολιτική βούληση γι’ αυτό, ο Aναστασιάδης (αρχηγός του ΔH.ΣY.) τον διευκολύνει προς αυτή την κατεύθυνση. H συνέχεια, έτσι κι αλλιώς, προβλέπεται συναρπαστική.


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]

Κυριακή 13 Απριλίου 2008

[Ελλάδα] "Μακεδονικά" παραλειπόμενα

Τη Δευτέρα 31 Μαρτίου η εκπομπή του Γιάννη Πολίτη, στη ΝΕΤ, ήταν αφιερωμένη στο Μακεδονικό. Συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων, καθώς και ο δημοσιογράφος Γιώργος Κουβαράς. Έτσι, στη συζήτηση, εκτός από τους δύο δημοσιογράφους, πήραν μέρος ο Κ. Χατζηδάκης από τη Ν.Δ., ο Π. Ευθυμίου από το ΠΑΣΟΚ, ο Α. Σκυλάκος από το ΚΚΕ, ο Α. Καρίτζης από τον ΣΥΡΙΖΑ και ο Α. Οικονόμου από τον ΛΑ.Ο.Σ. Η εκπομπή θα ήταν πιθανότατα βαρετή και άνευ ουσίας --όπως οι περισσότερες του είδους--, καθώς είναι γνωστές τόσο οι θέσεις των κομμάτων για το Μακεδονικό όσο και οι απόψεις των δημοσιογράφων που έχουν αναλάβει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τη σταυροφορία υπέρ των "ελληνικών δικαίων", έτσι όμως όπως αυτά ορίζονται από συγκεκριμένες πολιτικές και ιδεολογικές δυνάμεις. Άλλωστε, στις περισσότερες το ενδιαφέρον εξαντλείται στις φωνές και τις αλληλοκατηγορίες του τύπου "τις πταίει" που φτάσαμε μέχρι εδώ, με τον εκπρόσωπο κατεξοχήν του ΛΑ.Ο.Σ να μοιράζει πιστοποιητικά πατριωτισμού στους εκπροσώπους των άλλων κομμάτων. Η συγκεκριμένη εκπομπή, ωστόσο, ανέδειξε κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία, τα οποία με παρακίνησαν να γράψω για το θέμα ετεροχρονισμένα, τώρα που η Ελλάδα αναδείχτηκε νικήτρια στην αναμέτρησή της με τη FYROM στο νατοϊκό πεδίο μάχης.

Στην εκπομπή λοιπόν, τοποθετήθηκαν αρχικά οι εκπρόσωποι των δύο μεγάλων κομμάτων, οι οποίοι μας γέμισαν πλήξη αλλά και αγανάκτηση, τόσο γι’ αυτά που είπαν όσο, κυρίως, για όσα δεν είπαν και τα οποία συνιστούν την ουσία του αδιεξόδου του Μακεδονικού (και μετά τη νίκη, το Μακεδονικό παραμένει σε αδιέξοδο). Κι αφού τοποθετήθηκε και ο εκπρόσωπος του ΚΚΕ, ήρθε η σειρά του Αντρέα Καρίτζη (ΣΥΡΙΖΑ), οπότε η συζήτηση απέκτησε ξαφνικά ενδιαφέρον.

Πρώτον, γιατί ο Καρίτζης έκανε μια πολύ καλή τοποθέτηση, μια αριστερή τοποθέτηση, με την οποία υπενθύμισε το αυτονόητο για την Αριστερά. Δηλαδή -- και ελπίζω να μη διαστρεβλώνω τα λεγόμενά του: Όταν δύο γειτονικές χώρες αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα, και όταν μάλιστα αυτό αφορά τον αυτοπροσδιορισμό του λαού της μιας, τότε οφείλουν να βρουν μια λύση σε ένα πλαίσιο (διακρατικό ή διεθνές), στο οποίο, πάνω από όλα, γίνεται σεβαστό το αίσθημα περί δικαίου των δύο λαών, κυρίως όμως το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού του λαού ο οποίος το διεκδικεί. Έτσι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Καρίτζη, το πλαίσιο εξεύρεσης λύσης δεν μπορεί να είναι το ΝΑΤΟ, αφού, όπως όλοι γνωρίζουμε, η αρχή του συγκεκριμένου οργανισμού συμπυκνώνεται στο δόγμα της πίεσης του δυνατού στον αδύνατο: με δυο λόγια, δεν υπάρχει δίκαιο μεταξύ δυνατού και αδυνάτου, δίκιο έχει πάντα ο δυνατός. Επομένως, το ΝΑΤΟ δεν μπορεί και δεν πρέπει να συνιστά πλαίσιο εκδήλωσης του πατριωτισμού ενός λαού, ούτε επίλυσης του οποιουδήποτε προβλήματος ανάμεσα σε δύο λαούς που σέβονται ο ένας τον άλλο. Αυτά είναι γνωστά, πασίγνωστα, και μάλιστα στην Αριστερά.

Αυτά τα πασίγνωστα είπε και ο Καρίτζης, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, προσπαθώντας να ωθήσει τη συζήτηση σε ένα ουσιαστικό επίπεδο, όπου τίθεται το εξής κομβικό ερώτημα: Γιατί η Ελλάδα άφησε επί τόσα χρόνια το Μακεδονικό να "σέρνεται", ώστε να το επιλύσει (ή να μην το επιλύσει) στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ; Το ερώτημα οδηγεί σε κάποιους συλλογισμούς πιο σύνθετους από αυτούς που διατύπωσαν οι εκπρόσωποι κυρίως των δύο μεγάλων κομμάτων. Στον συλλογισμό, λ.χ., ότι |ίσως| η Ελλάδα θεωρούσε ότι θα "εκβίαζε" μια ευνοϊκή για την ίδια λύση, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη της γείτονος να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Επομένως, η Ελλάδα έδρασε πολιτικά, συμμεριζόμενη ακριβώς την αρχή του ΝΑΤΟ, περί ισχυρού και αδύναμου.

Αυτό ήταν το πρώτο ενδιαφέρον σημείο της συζήτησης. Το δεύτερο αφορά την αντίδραση των συνομιλητών του Καρίτζη στην τοποθέτησή του. Περίμενα ασφαλώς ότι ο Κ. Χατζηδάκης θα αντιδρούσε, υπερασπιζόμενος την κυβέρνηση και τις επιλογές της. Περίμενα ότι ο εκπρόσωπος του ΛΑ.Ο.Σ. θα αντιδρούσε, υπερασπιζόμενος το μονοπώλιο πατριωτισμού του κόμματός του. Περίμενα ότι ο εκπρόσωπος του ΚΚΕ, για λόγους πίστης στην κομματική γραμμή, δεν θα έλεγε λέξη που θα υπέκρυπτε σύμπλευση με έναν εκπρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ. Πράγματι, όλοι τους αντέδρασαν κάπως έτσι, και μάλιστα χλιαρότερα από ό,τι φανταζόμουνα. Η σφοδρή αντίδραση προήλθε από το ΠΑΣΟΚ, διά στόματος Πέτρου Ευθυμίου. Δύο όψεις είχε αυτή η --ομολογουμένως μη αναμενόμενη-- αντίδραση, από τον εκπρόσωπο μάλιστα ενός σοσιαλιστικού κόμματος που διεκδικεί βεβαίως τη θέση του στον χώρο της ευρύτερης Αριστεράς. Η μια αφορά το ύφος της αντίδρασης, η άλλη την ουσία της. Ως προς τον τρόπο λοιπόν, ο Ευθυμίου σήκωσε το δάχτυλο στον Καρίτζη και του έκανε μάθημα πολιτικής, διεθνών σχέσεων και, βεβαίως βεβαίως, πατριωτισμού. Κι όλα αυτά σε ένα ύφος θα έλεγα δασκαλίστικο, που υποδήλωνε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι ο Καρίτζης, και δι’ αυτού ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι βαθιά νυχτωμένος από "σοβαρή πολιτική". Δεν ξέρω αν είναι προσωπική μου εντύπωση μόνο, αλλά είχα έντονη την αίσθηση ότι ο Ευθυμίου καταδείκνυε στο κοινό (μπορεί όχι εσκεμμένα, αλλά αυτό προέκυπτε από το ύφος του) ότι |τα παιδιά καλά κάνουν και παίζουν, αλλά όταν είναι να μιλήσουμε για τα σοβαρά, ας μιλήσουν τα σοβαρά κόμματα, κι όχι τα "παιδαρέλια" τύπου Τσίπρα ή Καρίτζη|. Ο Π. Ευθυμίου βρήκε συμπαραστάτες σε αυτή την κατεύθυνση, τον Κ. Χατζηδάκη αλλά και τον δημοσιογράφο Γ. Πολίτη ο οποίος (αν θυμάμαι καλά), δεν παρέλειψε, χαριτολογώντας, να τονίσει το νεαρόν της ηλικίας του Καρίτζη, που τον παρασύρει σε ενθουσιασμούς και ουτοπικές προσεγγίσεις.

Επί της ουσίας, το θέμα είναι σοβαρό. Ανέμενα ότι ο Ευθυμίου θα άρπαζε την ευκαιρία που πρόσφερε ο Καρίτζης, για να πιέσει τον εκπρόσωπο της Ν.Δ. αλλά και του ΛΑ.Ο.Σ., ώστε να ανοίξει τη συζήτηση στα επίπεδα ακριβώς που πρέπει να συζητηθεί το πρόβλημα, έτσι ώστε οι πολίτες να "διαπαιδαγωγούνται" και σε μια άλλη, μια αριστερή άποψη. Ας πούμε, ποια είναι η θέση του ευρύτερου χώρου της Αριστεράς, στον οποίο το ΠΑΣΟΚ ανήκει, για το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού ενός λαού, αλλά και πώς ορίζει και από ποιους ορίζεται το αίσθημα περί δικαίου ενός λαού -- του ελληνικού στην προκειμένη περίπτωση; Γιατί στην Ελλάδα του 21ου αιώνα μόνο συγκεκριμένοι πολιτικοί και ιδεολογικοί φορείς οικειοποιούνται το μονοπώλιο του προσδιορισμού του ελληνικού δικαίου, ένα δίκιο που αναπαράγεται στις τηλεοράσεις όπου οι αντίθετες απόψεις αποκλείονται ως "εθνοπροδοτικές" ή, στην καλύτερη περίπτωση, παιδαριώδεις; Ακόμη, ποια είναι η θέση αυτού του χώρου για το πλαίσιο στο οποίο πρέπει να επιλύονται τέτοια προβλήματα; Τέλος, ποια είναι η θέση της Ελλάδας, όπως τη διεκδικεί η Αριστερά, στα Βαλκάνια.

Αντιθέτως, όλη η συζήτηση --με τη συμβολή, δυστυχώς, του Π. Ευθυμίου-- εξαντλήθηκε στους ηρωισμούς για το βέτο που θα ασκήσει η Ελλάδα, για την εθνική ομοψυχία μπροστά στον επεκτατισμό της FYROM, για την πίεση που μας ασκεί η Αμερική, και μάλιστα σε μας που είμαστε επί 55 χρόνια μέλη του ΝΑΤΟ (ιδού πως κεφαλοποιείται πολιτικά, σε εσωτερικό επίπεδο, η αρχή περί δυνατού και αδυνάτου). Εν ολίγοις, εμφανίστηκε και πάλι μια Ελλάδα "έθνος ανάδελφον" (ευτυχώς ο Σαρκοζί μας διέψευσε), απειλούμενη από όλες τις μεριές, μια Ελλάδα που αντιστέκεται στον ιμπεριαλισμό -- ασχέτως αν αυτό τον ιμπεριαλισμό περιμέναμε κι εμείς, για να επιβάλουμε το δίκιο μας στη γείτονα. Το επιχείρημα ότι η γειτονική χώρα έχει αναπτύξει --σε πολλές περιπτώσεις-- έναν ακραίο εθνικισμό δεν συνιστά άλλοθι, τουλάχιστον για την Αριστερά, ώστε να αποδέχεται τους όρους που θέτουν η Δεξιά και οι εθνικιστικές δυνάμεις αυτού του τόπου. Το Μακεδονικό έχει εξελιχθεί σε ένα ακανθώδες πρόβλημα, κυρίως γιατί, αφενός, οδηγεί σε μια άνευ προηγουμένου αντιπαλότητα μεταξύ των δύο γειτονικών λαών και, αφετέρου, επειδή καθιστά την Ελλάδα μέρος του προβλήματος: του νέου "βαλκανικού προβλήματος", το οποίο με το Κόσσοβο ενδέχεται να πάρει άλλες διαστάσεις.

Το Μακεδονικό λοιπόν έχει εξελιχθεί σε ακανθώδες πρόβλημα, έστω κι αν η Ελλάδα κέρδισε τη μάχη του ΝΑΤΟ. Κι αυτό γιατί η κυβέρνηση (με τη συναίνεση του ΠΑΣΟΚ) "πουλάει" αντιιμπεριαλιστική πολιτική (εναντίον των ΗΠΑ), με δίαυλο ωστόσο το πλαίσιο ενσάρκωσης του ιμπεριαλισμού --το ΝΑΤΟ--, υποδεικνύοντας μάλιστα ως δάκτυλο του ιμπεριαλισμού τη γείτονα. Έχει εξελιχθεί, τέλος, σε ακανθώδες πρόβλημα γιατί και ο γειτονικός λαός μάς αντιμετωπίζει πλέον ως τον "ιμπεριαλιστή" των Βαλκανίων, ο οποίος δεν του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει το όνομα που επιθυμεί. Ασχέτως αν και η FYROM, με τις πλάτες των ΗΠΑ, προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τον ισχυρό σύμμαχο για να επιβάλλει το δίκιο της, πράγμα αυτό ιδιαίτερα ανησυχητικό. Πρώτον, γιατί ξαναγυρίζουμε σε μια παλιά αλλά τόσο γνωστή και επαναλαμβανόμενη στην περιοχή μας ιστορία όπου τα αντίπαλα μέρη θεωρούν, το καθένα για τον εαυτό του, ότι το δικό του εθνικό δίκαιο εμπεριέχει εκ των πραγμάτων αντιιμπεριαλισμό, ενώ το άλλο μέρος είναι ο δάκτυλος του ιμπεριαλισμού. Δεύτερον, γιατί οι όποιες αριστερές ή μετριοπαθείς δυνάμεις της FYROM δυσκολεύονται πλέον εξαιρετικά, σε αυτό το περιβάλλον όξυνσης, να έχουν φωνή.

Όλα αυτά, και άλλα πολλά, που καθιστούν το πρόβλημα ακανθώδες, ο Π. Ευθυμίου --δεν είναι ο μόνος βέβαια, τον αναφέρω απλώς ως παράδειγμα-- δεν τα εντόπισε, δεν τα ονομάτισε, δεν τα ανέλυσε τη Δευτέρα το βράδυ. Αναλώθηκε σε μαθήματα πολιτικής και διπλωματικής συμπεριφοράς, αφήνοντας ακόμη μια φορά ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία να δώσει το πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα του κόμματός του σε αυτό το δύσκολο, έτσι όπως κατάντησε, πρόβλημα. 


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]

Κυριακή 29 Ιουλίου 2007

[Τουρκία] Oι εκλογές στην Tουρκία

Στις εκλογές της περασμένης Kυριακής (22/7) μεγάλος νικητής αναδείχθηκε, όπως είναι γνωστό, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Aνάπτυξης (ΑΚΡ) του Pετζέπ Tαγίπ Eρντογάν, με ποσοστό σχεδόν 47%. Tο Pεπουμπλικανικό Λαϊκό Kόμμα (ΡΛΚ) του Nτενίζ Mπαϋκάλ, με ποσοστό 20%, παρέμεινε στον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Tο τρίτο και τελευταίο κόμμα που κατόρθωσε να ξεπεράσει το φράγμα του 10% και να μπει στη Mεγάλη Tουρκική Eθνοσυνέλευση είναι το κόμμα Eθνικιστικής Δράσης (Ε.Δ.) του Nτεβλέτ Mπαχτσελί, με ποσοστό 14,3%. Συγχρόνως, 24 ανεξάρτητοι υποψήφιοι, εκ των οποίων οι περισσότεροι Kούρδοι καθώς και ο πρόεδρος του αριστερού κόμματος Eλευθερίας και Aλληλεγύης, Oυφούκ Oυράς, εκλέχτηκαν σε αυτές τις εκλογές. Tο άπιαστο για τα μικρά κόμματα όριο του 10% το οποίο πρέπει να λάβουν για να μπουν στη Bουλή, υποχρέωσε στη λύση της ανεξάρτητης καθόδου προσώπων και όχι κομματικών σχηματισμών.

Oι εκλογές της περασμένης Kυριακής ήταν πολύ σημαντικές για πολλούς λόγους. Λίγους από αυτούς θα προσπαθήσω να παρουσιάσω και, όσο το δυνατόν, να αναλύσω εδώ. O πρώτος και αυτονόητος λόγος αφορά τον θρίαμβο του Eρντογάν, ο οποίος αύξησε το ποσοστό του κόμματός του σε σχέση με τις εκλογές του 2002 και είναι ο δεύτερος ηγέτης κόμματος στην Tουρκία, μετά τον Aντνάν Mεντερές (από 53,6% στις εκλογές του 1950 σε 58,4% σε αυτές του 1954), του οποίου το κόμμα κερδίζει για δεύτερη συνεχόμενη φορά τις εκλογές, αυξάνοντας τη δύναμή του.

O δεύτερος λόγος για τον οποίο οι εκλογές ήταν σημαντικές αφορά την αδυναμία ανάκαμψης του κλασικού κεμαλικού κόμματος, του PΛK, το οποίο όχι μόνο δεν κατόρθωσε, παρά την τεράστια πόλωση, να απειλήσει τον Eρντογάν αλλά και περιορίστηκε στο μίζερο ποσοστό του 20%, το ίδιο σχεδόν που είχε πάρει στις εκλογές του 2002. O τρίτος λόγος αφορά την είσοδο του κόμματος E.Δ. των ακραίων εθνικιστικών στοιχείων στην τουρκική Eθνοσυνέλευση, με ένα ποσοστό το οποίο δεν είναι καθόλου μικρό, πολύ περισσότερο που, προστιθέμενο στο ποσοστό του Μπαϊάλ, ενισχύει "δραστικά" το κοινοβουλευτικό εθνικιστικό μέτωπο στην Eθνοσυνέλευση.

H είσοδος στη Bουλή ανεξάρτητων βουλευτών, κυρίως Kούρδων, αποτελεί, κυρίως σε μια περίοδο όξυνσης του κουρδικού προβλήματος, έναν ακόμη λόγο που καθιστούν αυτές τις εκλογές σημαντικές. Για πρώτη φορά μετά από απανωτές αποτυχημένες απόπειρες στη δεκαετία του 90 για αυτόνομη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση κουρδικών κομμάτων (το Eργατικό Kόμμα του Λαού, το οποίο κηρύσσεται παράνομο το 1993, το διαδέχεται το Kόμμα Δημοκρατίας που έχει την ίδια τύχη το 1994 και το Xαντέπ --Kόμμα Δημοκρατίας του Λαού-- του οποίου τα ηγετικά στελέχη καταδικάστηκαν σε πολυετείς καθείρξεις το 1997), ανεξάρτητοι βουλευτές εκλέγονται ως Kούρδοι. Eξίσου σημαντική ωστόσο είναι και η εκλογή, ως ανεξάρτητου βουλευτή, του Oυφούκ Oυράς, αφού για πρώτη φορά μετά από πάρα πολλά χρόνια η Aριστερά στην Tουρκία κατορθώνει να υπάρξει πολιτικά, έστω και με αυτό τον συμβολικό τρόπο.

Aς επανέλθουμε ωστόσο στη νίκη Eρντογάν και ας προσπαθήσουμε να αναλύσουμε τη σημασία της για την πολιτική ζωή της Tουρκίας. Kαταρχάς είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι το ΑΚΡ του Eρντογάν πήρε πολύ υψηλά ποσοστά τόσο στη Nοτιοανατολική Tουρκία --χώρα των Kούρδων-- όσο, κυρίως, στα μεγάλα αστικά κέντρα, ακόμη και στη Σμύρνη, φρούριο του κεμαλισμού και του κοσμικού κράτους, επίκεντρο των μεγάλων διαδηλώσεων υπέρ του κοσμικού κράτους και εναντίον του Eρντογάν. Αυτό το γεγονός μας υποχρεώνει να δεχτούμε ότι, παρά την πόλωση, οι εκλογές τελικά δεν απάντησαν στο δίλημμα κοσμικό κράτος ή Iσλάμ, γιατί απλώς το δίλημμα δεν τίθεται έτσι για τον λαό της Τουρκίας.

Παρά το γεγονός ότι το δίλημμα Iσλάμ ή κοσμικό κράτος φαίνεται να αποτελεί, για 70 τουλάχιστον χρόνια, από τον θάνατο του Mουσταφά Kεμάλ (1938) και μετά, το κεντρικό δίλημμα στην πολιτική ζωή της Tουρκίας, η ανάλυση με κριτήριο αυτό δεν επιτρέπει τελικά την κατανόηση ούτε της τουρκικής κοινωνίας διαχρονικά ούτε της νίκης Eρντογάν συγκυριακά. Πρόκειται στην ουσία για ένα ψευτοδίλημμα. Kαι αυτό γιατί η κοινωνία της Τουρκίας είχε επί δεκαετίες και εξακολουθεί να έχει άλλο πρόταγμα: αυτό του κράτους πρόνοιας και δημοκρατίας το οποίο μονίμως συνθλίβεται κάτω από το βάρος του προτάγματος μιας στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής ελίτ: αυτό του ισχυρού κράτους στο όνομα του "μεγάλου έθνους", ερήμην ή και εναντίον της κοινωνίας. Στο πρόταγμα του κράτους πρόνοιας αλλά και του δημοκρατικού κράτους στήριξε, όσο αυτό ήταν δυνατόν, την πολιτική του ο Eρντογάν από το 2002 μέχρι το 2007, και με αυτό το αίτημα τον ξαναψήφισε πανηγυρικά ο λαός της Tουρκίας στις εκλογές.

"Μεγάλο τουρκικό έθνος" ή τουρκική κοινωνία; Η ιστορία μιας βίαιης σύγκρουσης

Πράγματι, όλη η πολιτική ζωή της Tουρκίας τα τελευταία 70 χρόνια έχει ουσιαστικά συγκροτηθεί -εναντίον του Iσλάμ ή μαζί με αυτό- γύρω από την εξής σύγκρουση: το "μεγάλο τουρκικό έθνος", προϊόν του κεμαλισμού και πηγή νομιμοποίησης ενός ισχυρού --δηλαδή αυταρχικού-- κράτους, εναντίον του λαού της Tουρκίας, πηγή νομιμοποίησης ενός κράτους πρόνοιας και δικαίου. Σε αυτά τα χρόνια νικητής από αυτή τη σύγκρουση αναδείχτηκε πάντα --με εξαίρεση κάποια, μικρά ή μεγάλα, διαλείμματα-- το "μεγάλο τουρκικό έθνος".

Οι όροι της σύγκρουσης ανάμεσα στο ισχυρό, αυταρχικό κράτος και το δημοκρατικό κοινωνικό κράτος συγκροτήθηκαν στη δεκαετία του 50 και σχεδόν μέχρι τα πολύ τελευταία χρόνια παρέμεναν, λίγο ως πολύ, οι ίδιοι. Το Δημοκρατικό Kόμμα του Aντνάν Mεντερές, το οποίο κέρδισε το 1950 με ποσοστό 50% τις εκλογές εναντίον του PΛΚ του Iσμέτ Iνονού, διαδόχου του Mουσταφά Kεμάλ, είναι το πρώτο κόμμα στην Τουρκία το οποίο, απέναντι στο "μεγάλο τουρκικό έθνος" του Mουσταφά Kεμάλ, προσπάθησε να αντιπαρατάξει μια περιθωριοποιημένη, εξαντλημένη από τη φτώχεια και τον αποκλεισμό κοινωνία. Το Ισλάμ, ως δίαυλος επικοινωνίας της εξουσίας με αυτή την αγροτική, στο 80%, κοινωνία, συνιστούσε την πιο εύκολη και λειτουργική γλώσσα αλληλοκατανόησης. Μέχρι το 1954, οπότε ο Μεντερές επανεκλέγεται, αυτή η επικοινωνία αρχίζει να αποδίδει προς όφελος ενός πιο δημοκρατικού, πιο κοινωνικού κράτους. Αυτό ωστόσο το πιο εξανθρωπισμένο κράτος του Μεντερές έθεσε σε κίνδυνο τα συμφέροντα μιας γραφειοκρατικής ελίτ, που είχε συγκροτηθεί χάρη στο αυταρχικό κράτος του Μουσταφά Κεμάλ, μιας περιορισμένης αλλά δυναμικά ανερχόμενης αστικής τάξης μεγαλοεπιχειρηματιών, κυρίως της Kωνσταντινούπολης, που είχε πλουτίσει χάρη στον αυταρχικό εθνικισμό του κράτους, στη δεκαετία κυρίως του 40, εναντίον των μειονοτήτων (φόρος περιουσίας), και του PΛK που έχανε συνεχώς έδαφος. Όλοι αυτοί βρήκαν στο πρόσωπο του στρατού τον μοναδικό ισχυρό σύμμαχο, ικανό να εγγυηθεί το ισχυρό κράτος απέναντι στο επικίνδυνο κοινωνικό κράτος. Ο κεμαλισμός σε αυτό το πλαίσιο αναβαπτίστηκε για να αποτελέσει το κύριο όπλο απονομιμοποίησης του κοινωνικού, δημοκρατικού κράτους, στο όνομα της κεμαλικής δημοκρατίας και προόδου. Το δημοκρατικό, κοινωνικό κράτος ως αίτημα έξω από τον κεμαλισμό θεωρήθηκε έκτοτε κομμουνιστική απειλή.

Aπό το 1954 και μετά ο Mεντερές, προσπαθώντας να πείσει για τον αντικομμουνισμό του, απάντησε στις ανάγκες της κοινωνίας με τα επιχειρήματα του "μεγάλου τουρκικού έθνους" -με αυταρχισμό. Tο κοινωνικό κράτος ερμηνεύτηκε πλέον με εκλαΐκευση του πιο ακραίου εθνικισμού, ερμηνεύτηκε με την "είσοδο των μαζών στην ιστορία" με δίαυλο όχι το κοινωνικό κράτος και τη δημοκρατία, αλλά το αυταρχικό, ισχυρό κράτος.

H αποτυχία Mεντερές σφραγίσθηκε με το πρώτο πραξικόπημα, αυτό του 60, αφού με αυτό ο στρατός καθίσταται ο διαχρονικός εγγυητής του κεμαλισμού, επομένως του "μεγάλου τουρκικού έθνους", στο οποίο εγγενώς ενυπάρχουν η πρόοδος, η εκκοσμίκευση και η δημοκρατία, αρκεί αυτά να τα εγγυάται ο στρατός και αυτοί που συμμαχούν με αυτόν. Tο αίτημα της κοινωνίας για κοινωνικό κράτος, για δημοκρατία είναι αντεθνικό, αφού αυτή η κοινωνία, κρυφοκομμουνιστική και/ή μουσουλμανική, είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του "μεγάλου έθνους", δυτικού και κοσμικού. Ο μεγαλύτερος εχθρός του τουρκικού έθνους, επομένως και του ισχυρού (και γι αυτό κοσμικού) κράτους, δεν είναι ούτε οι Έλληνες ούτε οποιοσδήποτε άλλος, αλλά η ίδια η κοινωνία της Τουρκίας.

Σε αυτή τη σύγκρουση το Ισλάμ είχε πάντα έναν αντιφατικό ρόλο. Ως στοιχείο του δημοκρατικού, κοινωνικού κράτους αποτελεί απειλή για τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους. Ως φορέας ωστόσο της αντίληψης για ισχυρό κράτος συνιστά συγκυριακά σύμμαχο του κεμαλισμού. Aρκεί να υπενθυμίσω την κυβέρνηση συμμαχίας Mπουλέντ Eτζεβίτ - Nετζμετίν Eρμπακάν που προέκυψε από τις εκλογές του Oκτωβρίου 1973 (δύο μόλις χρόνια από το πραξικόπημα του 71) --κυβέρνηση που πραγματοποίησε και την εισβολή στην Kύπρο. H κοινή βάση της συνεργασίας βρέθηκε στο όνομα του "μεγάλου τουρκικού έθνους" εναντίον της Δύσης. Mέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 90 και όσο το Iσλάμ παίζει τον ρόλο του οχυρού κατά του κομμουνισμού, δηλαδή τον ρόλο του φορέα της συνείδησης του "μεγάλου τουρκικού, έστω και μουσουλμανικού, έθνους", ο κλασικός κεμαλισμός και οι φορείς του δεν έχουν ιδιαίτερο πρόβλημα.

Σε αυτές τις δεκαετίες (70-80), οι κυβερνήσεις που προσπαθούν να προβάλλουν το αίτημα του κοινωνικού κράτους και της δημοκρατίας με δίαυλο το Iσλάμ, κυρίως στη δεκαετία του 80 με τις κυβερνήσεις Oζάλ και με δεδομένη την ύπαρξη του ακραίου πολιτικού Iσλάμ του Eρμπακάν, καταλήγουν στην ουσία σε μια πολιτική γέφυρας. Δηλαδή το δημοκρατικό, κοινωνικό κράτος συρρικνώνεται πάντα στο αίτημα για ισχυρό κράτος το οποίο επιβάλλεται (ή προβάλλεται) πλέον ως αίτημα και της κοινωνίας, με μουσουλμανικό θρήσκευμα. Aπό αυτή τη γέφυρα ωφελημένοι βγαίνουν σχεδόν πάντα οι μεγάλοι επιχειρηματίες --ανάμεσα σε αυτούς και ο στρατός επιχειρηματίας-- οι οποίοι ποντάρουν είτε στα στρατιωτικά είτε, αργά αλλά σταθερά, στα πράσινα (ισλαμικά) χρώματα. Στη δεκαετία του 90 ωστόσο τα πράγματα αλλάζουν. Όσο ο κεμαλισμός περιορίζεται στο κυνήγι του Ισλάμ, στο όνομα του "μεγάλου, κοσμικού έθνους" που κινδυνεύει, τόσο το πολιτικό Ισλάμ επενδύει όλο και περισσότερο στο κοινωνικό κράτος (ενδεικτικές της αλλαγής προσανατολισμών του πολιτικού Ισλάμ του Ερμπακάν είναι οι αλλαγές της επωνυμίας του κόμματός του: Κόμμα Εθνικής Τάξης, κατά την ίδρυσή του, Κόμμα Εθνικής Σωτηρίας στη συνέχεια, Κόμμα Ευημερίας στη δεκαετία του 90). Aπό αυτή τη σύγκρουση βγαίνει για ακόμη μια φορά ταπεινωμένη η ίδια η κοινωνία της Tουρκίας, κυρίως οι πιο αδύναμοι κρίκοι της: οι κάτοικοι της Νοτιοανατολικής Τουρκίας (οι Κούρδοι), αλλά και ο φτωχός πληθυσμός των αστικών κέντρων. Από αυτή τη σύγκρουση το "μεγάλο τουρκικό έθνος" ενισχύεται με καινούριους σεχίτ (ιερούς μάρτυρες) που έπεσαν στη μάχη εναντίον της κοινωνίας της Τουρκίας.

"Το μεγάλο έθνος" αρχίζει να μιλά με τη φωνή της κοινωνίας: Οι απαρχές ενός "ιστορικού συμβιβασμού".
"Προσπάθησαν να ταπεινώσουν τον λαό της Τουρκίας", είπε ο Ερντογάν, και με αυτή την απλή πρόταση ξανάπιανε το νήμα του αιτήματος για κοινωνική δικαιοσύνη και δημοκρατία. Το κόμμα του Ερντογάν είναι, θα λέγαμε, ένα κεντροδεξιό κόμμα, στην παράδοση περισσότερο του Κόμματος Δικαιοσύνης (Ντεμιρέλ), του Κόμματος Μητέρας Πατρίδας (Οζάλ), στο οποίο όμως συσπειρώθηκαν όλοι αυτοί (ακόμη και Κούρδοι της Νοτιοανατολικής Τουρκίας όπου το ΑΚΡ μοιράστηκε τις ψήφους με τους Κούρδους ανεξάρτητους, αλλά και αριστεροί και οι πάσης προέλευσης μειονοτικοί), που βρήκαν στο πρόσωπο του Ερντογάν τον ηγέτη, ικανό να αλλάξει τους όρους της σύγκρουσης, να εξουδετερώσει το ιστορικό ψευτο-δίλημμα (Ισλάμ-κοσμικό κράτος) και να αναδείξει το πραγματικό δίλημμα: κοσμικό, αυταρχικό κράτος ή κοσμικό, δημοκρατικό κράτος;

Ο Ερντογάν φαίνεται διατεθειμένος να εξουδετερώσει το ψευτο-δίλημμα γιατί, παρά το γεγονός της ισλαμοδεξιάς παράδοσής του, το ΑΚΡ τελικά δεν επικοινώνησε με την κοινωνία με κατεξοχήν δίαυλο το Ισλάμ, αλλά με δίαυλο τον εξευρωπαϊσμό του κράτους, δηλαδή με δίαυλο τις ανάγκες (δημοκρατία, κοινωνικό κράτος) μιας πολύπλοκης και πολυπρόσωπης κοινωνίας. Και σε ένα βαθμό το πέτυχε! Στον εξευρωπαϊσμό του κράτους συναντήθηκαν ένα σημαντικό μέρος της μεσαίας αστικής τάξης, των διανοούμενων, των μειονοτήτων, των εργατών και αγροτών, των δημοκρατών αλλά και των ισλαμιστών, των κεντροδεξιών και μέρους των αριστερών. Κι εδώ είναι το κρίσιμο σημείο της ανατροπής, καθώς και αυτό που διαφοροποιεί το ΑΚΡ από τα προηγούμενα κόμματα (Μεντερές, Οζάλ), ενώ το φέρνει και σε σύγκρουση με το ισλαμικό του παρελθόν, της εποχής Ερμπακάν. Αν στην παράδοση από Μεντερές μέχρι Οζάλ, τα αντίστοιχα κόμματα συνέβαλαν, εκουσίως ή ακουσίως, μέσα από μια δαιδαλώδη διαδρομή (στο πλαίσιο της οποίας ο Ψυχρός Πόλεμος έπαιξε σημαντικό ρόλο) στην "εκλαΐκευση" του κεμαλισμού, και μέσω αυτού στη νομιμοποίηση της υποταγής στο "μεγάλο έθνος" του ανατολίτη, ανάξιου αυτού του έθνους λαού, η πολιτική Ερντογάν στοχεύει στο αντίθετο: στον εξευρωπαϊσμό του κράτους, και μέσω αυτού στην ταύτιση του "μεγάλου έθνους" με αυτό τον λαό και τα προβλήματά του. Η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας συνέβαλε τα μέγιστα στην πολιτική Ερντογάν.

Αν με δίαυλο το Ισλάμ ο Ερντογάν προσπάθησε το 2002 να εμπεδώσει έναν ιστορικό συμβιβασμό ανάμεσα σε μια, παντοιοτρόπως, αποκλεισμένη κοινωνία (θρησκεύουσα ή όχι) και το κράτος, από τότε και μετά φαίνεται να προσπαθεί με δίαυλο τις ευρωπαϊκές αξίες να εμπεδώσει τον ιστορικό συμβιβασμό -ταύτιση- ανάμεσα στο "μεγάλο έθνος" και την κοινωνία, των οποίων ο εχθρός είναι κοινός, η έλλειψη δημοκρατίας και κοινωνικού κράτους. Στο πλαίσιο του δημοκρατικού, κοινωνικού κράτους που φαίνεται να προσπαθεί να οικοδομήσει η κυβέρνηση Ερντογάν, το Ισλάμ εξευρωπαΐζεται, με την έννοια ότι υποτάσσεται στις αρχές ενός δημοκρατικού, και ως εκ τούτου ευρωπαϊκού κράτους. Τόσο το στοίχημα του δημοκρατικού, κοινωνικού κράτους όσο και αυτό της υποταγής του Ισλάμ στις ευρωπαϊκές αξίες ο Ερντογάν τα έχει αναλάβει, δεν τα έχει κερδίσει ωστόσο ακόμη. Τα μέτωπα παραμένουν ανοιχτά, εξωτερικά (στρατός, κεμαλιστές) και ενδοκομματικά (ακραίοι ισλαμιστές, ισχυρές ισλαμιστικές αναφορές των στελεχών του κόμματος).

Κεμαλισμός και κοσμικό κράτος

Το 35% σχεδόν του λαού όμως της Τουρκίας ψήφισε τους ορκισμένους αντιπάλους του Ερντογάν, το ΡΛΚ και το κόμμα ΕΔ. Σε ό,τι αφορά το κόμμα του Μπαϊκάλ -που αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι όσοι το ψήφισαν δεν συμμερίζονται όλοι ούτε τον αυταρχισμό και την αντιδημοκρατικότητα του κεμαλισμού ούτε βεβαίως την πολιτική παρουσία του στρατού- το ισχνό 20% δείχνει καταρχάς κρίση των φορέων του παραδοσιακού κεμαλισμού. Σε αυτό το σημείο επικεντρώνεται το μείζον πρόβλημα για τον θεωρούμενο ως κλασικό κεμαλισμό. Τι σημαίνει κεμαλισμός σήμερα, στη μορφή που τον διακινούν κόμματα όπως αυτό του Μπαϊκάλ;

Κάποτε ο κλασικός κεμαλισμός του Μουσταφά Κεμάλ ομογενοποίησε και συσπείρωσε ένα ταπεινωμένο έθνος και του επέτρεψε να αποκτήσει υπερηφάνεια και αξιοπρέπεια. Κάποτε ο κλασικός κεμαλισμός, έτσι όπως τον διακίνησε κατά περιόδους το ΡΛΚ του Ετζεβίτ συσπείρωσε διαφορετικές ομάδες της κοινωνίας (ακόμη και αριστερούς ή Κούρδους) με το όραμα του σοσιαλισμού και του αντιϊμπεριαλισμού. Τα παραδοσιακά κεμαλικά κόμματα ωστόσο, κυρίως από το πραξικόπημα του 1980 και μετά, έχαναν όλο και περισσότερο τις αναφορές τους στην κοινωνία, προσδένονταν στον στρατό και σε μια οικονομική και γραφειοκρατική ελίτ, και καθιστούσαν τον κεμαλισμό τον απόλυτο νομιμοποιητή του αυταρχικού, κοσμικού, κράτους. Στη δεκαετία του 90 αυτός ο κεμαλισμός έδειξε τα όρια του, αφού η πλήρης αδυναμία του να απαντήσει στα φλέγοντα αιτήματα της κοινωνίας, αντισταθμιζόταν από έναν όλο και μεγαλύτερο αυταρχισμό με πρόσχημα τους εθνικούς εχθρούς: τη "θρησκευτική αντίδραση" και τους Κούρδους. Έτσι, στο όνομα του κλασικού κεμαλισμού, στο όνομα της παράδοσης σύμφωνα με την οποία αυτός έχτισε το "μεγάλο τουρκικό έθνος" ταπεινώνονταν όλο και μεγαλύτερα τμήματα της τουρκικής κοινωνίας, αυτά που δεν ήταν αντάξια του έθνους. Ο κλασικός ωστόσο κεμαλισμός έχασε και τη σημαντικότερη αποστολή του, αυτή των μεταρρυθμίσεων εκδυτικισμού. Από τη στιγμή που ο εκδυτικισμός σημαίνει σήμερα τον εξευρωπαϊσμό του κράτους, δηλαδή τον εκδημοκρατισμό του, ο εξευρωπαϊσμός θεωρείται αντεθνικός.

Ο κεμαλισμός λοιπόν συρρικνώθηκε σε ένα και μοναδικό αίτημα: την προστασία του κοσμικού κράτους, εναντίον του δημοκρατικού και κοινωνικού κράτους. Κι εδώ τίθεται το μείζον πρόβλημα: απειλείται τελικά το κοσμικό κράτος στην Τουρκία, και από ποιον; Αν υπάρχει μια παράδοση βαθιά εμπεδωμένη στην Τουρκία (ήδη από την οθωμανική εποχή) είναι ο αυταρχισμός της κοσμικής εξουσίας, στο όνομα μιας θρησκείας (Ισλάμ ή "μεγάλο τουρκικό έθνος"). Το ζητούμενο λοιπόν πάντα δεν ήταν το κοσμικό κράτος, αλλά το δημοκρατικό κοσμικό κράτος. Και σε αυτή την ανάγκη ο κλασικός κεμαλισμός του Μπαϊκάλ δεν μπορεί να απαντήσει. Επομένως ο κεμαλισμός έχασε και την αποστολή του φορέα της εκκοσμίκευσης, αφού το απογυμνωμένο από κοινωνικές αναφορές κοσμικό κράτος είναι αυτό που ενισχύει εντέλει τον ακραίο ισλαμισμό, αφού και τα δύο συμμερίζονται την ίδια αρχή: αυτήν της απολιτικοποίησης της κοινωνίας. Το κοσμικό κράτος στην Τουρκία, έτσι όπως το προβάλλει ο κεμαλισμός, κινδυνεύει καταρχάς από τον αυταρχικό εαυτό του, έναν εαυτό τον οποίο επέβαλε στην κοινωνία με το Ισλάμ και εναντίον του Ισλάμ.

Οι τελευταίες εκλογές στην Τουρκία επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι από το 2002 και μετά έχει ανοίξει ένα πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο στην ιστορία της Τουρκίας. Η είσοδος των ακραίων εθνικιστών του Μπαχτσελί στη Βουλή, αλλά και των ανεξάρτητων Κούρδων βουλευτών, όπως και του Ουφούκ Ουράς, μπορεί να δημιουργεί ένα εκρηκτικό κοινοβουλευτικό μίγμα, συνιστά ωστόσο ένα αντιπροσωπευτικό, δημοκρατικό δείγμα των τάσεων και των προβλημάτων της Τουρκίας. Ακόμη κι αν όλα τα μεγάλα προβλήματα στην Τουρκία παραμένουν ανοιχτά (μέσα σε αυτά και ο στρατός), το 47% υποχρεώνει τον Ερντογάν πλέον να μην προδώσει τον λαό της Τουρκίας. 


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]

Κυριακή 20 Μαΐου 2007

[Τουρκία] Η Τουρκία σε κρίση ή σε φάση μιας δραματικής "ενηλικίωσης"

Τους τελευταίους μήνες κάτι σοβαρό συμβαίνει στη γείτονα χώρα. Όλοι μιλούν για κρίση, για μια μεγάλη κρίση με απρόβλεπτες συνέπειες μεταξύ των οποίων --τουλάχιστον κατά τη γνώμη κάποιων-- ακόμη κι ένα νέο στρατιωτικό πραξικόπημα. Το τι θα γίνει στην Τουρκία, έτσι κι αλλιώς, ούτε μπορούμε να το προβλέψουμε ούτε και έχει καμιά σημασία να το προσπαθήσουμε. Αυτό ωστόσο που προς το παρόν μπορούμε να ανιχνεύσουμε --όσο κι εάν αυτό είναι δυνατόν-- είναι η φύση και ο χαρακτήρας αυτής της κρίσης, να εντοπίσουμε τα μέτωπα που διαμορφώνονται στο πλαίσιο της.

Η πρώτη εύκολη ανάγνωση της σημερινής κατάστασης στην Τουρκία οδηγεί στη διαπίστωση ότι η κρίση προκύπτει από τη σύγκρουση δύο μετώπων: του πολιτικού Ισλάμ, με κύριο εκφραστή τον Ερντογάν και το κόμμα του, από τη μια μεριά, και τον κεμαλισμό, με κύριο εκφραστή τον στρατό και τα κεμαλικά, καθοδηγούμενα από τον στρατό, κόμματα, όπως το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα του Μπαϋκάλ. Η σύγκρουση, μάλιστα, ανάμεσα στα δύο μέτωπα θεωρείται από πολλούς ως σύγκρουση για τη δημοκρατία, για τον πλήρη εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος.

Σε αυτό το πλαίσιο η σύγκρουση έχει τα εξής χαρακτηριστικά: το μέτωπο Ερντογάν είναι το μέτωπο της δημοκρατίας και του εκδημοκρατισμού, στο οποίο η θρησκεία παίζει δευτερεύοντα ρόλο, που όχι μόνο δεν θέτει σε κίνδυνο τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους, αντιθέτως ενισχύει τον εκδημοκρατισμό αφού το Ισλάμ επιτρέπει την πολιτικοποίηση της μεγάλης και οικονομικά αδύναμης μάζας του τουρκικού λαού. Το άλλο μέτωπο, αυτό του στρατού, είναι ένα μέτωπο που, με πρόσχημα την απειλή του Ισλάμ, με πρόσχημα τον κίνδυνο για το κοσμικό κράτος, υπονομεύει τη δημοκρατία και τον εκδημοκρατισμό, αφού στο όνομα της απειλής νομιμοποιεί την παρουσία του στρατού στον δημόσιο χώρο και την ανοιχτή ή σχεδόν ανοιχτή ανάμιξή του στην πολιτική ζωή της Τουρκίας.

Αυτή η ανάλυση μοιάζει σωστή, πολύ περισσότερο που τα περισσότερα στοιχεία στα οποία βασίζεται έχουν αληθοφάνεια ("συνταγματικό" πραξικόπημα του στρατού). Ωστόσο, σε αυτή την ανάλυση υποτιμούνται δύο παράγοντες. Ο ένας είναι το Ισλάμ στην Τουρκία, το οποίο πολλοί αναλυτές, κυρίως στην Ελλάδα, αντιμετωπίζουν ως ιδιαίτερη περίπτωση, ως δίαυλο εκδημοκρατισμού στο πλαίσιο ενός αυταρχικού καθεστώτος. Ο δεύτερος παράγοντας που έχει υπεισέλθει είναι ένας νέος παράγοντας του οποίου δεν μπορούμε ακόμη να εκτιμήσουμε την βαρύτητα: Είναι οι ογκωδέστατες διαδηλώσεις εκατοντάδων χιλιάδων Τούρκων κατά του Ερντογάν και υπέρ του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους. Σε όλες τις μεγάλες πόλεις (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη και άλλες) οι Τούρκοι που διαδηλώνουν κατά του Ερντογάν, οι Τούρκοι που θεωρούν την εκλογή ισλαμιστή προέδρου άμεση απειλή για τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους ξεπερνούν κατά πολύ πλέον το ένα εκατομμύριο. Ακόμη και με το δεδομένο ότι πράγματι ένα μέρος των διαδηλωτών, ακόμη και μεγάλο, είναι κατευθυνόμενο από τον στρατό, τα κεμαλικά κόμματα και τις οργανώσεις της "ατατουρκικής σκέψης", αυτό δεν αλλοιώνει την ουσία των διαδηλώσεων. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Τουρκίας φαίνεται να διεκδικείται μαζικά με τέτοια ένταση ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους, ο ρεπουμπλικανικός του χαρακτήρας, έτσι όπως τον ενσαρκώνει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Αυτές οι διαδηλώσεις λοιπόν μας υποχρεώνουν να δούμε την κρίση και από μια άλλη οπτική. Η πρώτη παρατήρηση που μπορούμε να κάνουμε υπό το φως των διαδηλώσεων είναι η εξής: αν ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους αποτελούσε επί δεκαετίες την αδιαμφισβήτητη αξία του ιερού κανόνα --του κεμαλισμού--, αν λοιπόν ο στρατός ως ο εγγυητής του κεμαλικού κανόνα εξασφάλιζε και μόνο με την παρουσία του τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους ερήμην και εναντίον του λαού, σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αν λοιπόν κάποτε ο κοσμικός χαρακτήρας επιβλήθηκε από πάνω εναντίον του Ισλάμ, της θρησκείας του λαού, σήμερα ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους διεκδικείται στις διαδηλώσεις ως αξία του λαού εναντίον της θρησκείας. Τελικά, οι ογκώδεις διαδηλώσεις, κατευθυνόμενες ή μη, δείχνουν κάτι σημαντικό: μπορεί η εκκοσμίκευση να επιβλήθηκε από πάνω και αυταρχικά ως ιερή αξία του κεμαλισμού, ωστόσο ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους έχει σήμερα λαϊκό έρεισμα στην Τουρκία, και μάλιστα αρκετά ισχυρό. Μεγάλο μέρος πλέον του λαού της Τουρκίας θεωρεί ότι το Ισλάμ συνιστά πραγματική απειλή.

Οι παραπάνω πρόχειρες και απλές παρατηρήσεις μάς υποχρεώνουν να προσεγγίσουμε διαφορετικά την κρίση στην Τουρκία. Η ανάλυση περί δύο μετώπων (Ερντογάν εναντίον στρατού, δημοκρατία εναντίον στρατοκρατικού καθεστώτος) αποδεικνύεται ανεπαρκής για να αποδώσει το μέγεθος και το ιστορικό βάθος της κρίσης στην Τουρκία. Καταρχάς, ποια είναι η πραγματική απειλή όχι μόνο σήμερα αλλά μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα για την Τουρκία, η πραγματική απειλή για τη δημοκρατία; Το Ισλάμ ή ο στρατός; Η αυτονόητη απάντηση είναι βεβαίως ο στρατός, ο οποίος προσχηματικά χρησιμοποιεί την απειλή του Ισλάμ για να κηδεμονεύει την πολιτική εξουσία. Αυτό σημαίνει ότι το Ισλάμ στην πολιτική ζωή της Τουρκίας ήταν και παραμένει το μέσον αντίστασης στην αυταρχικότητα του κεμαλισμού και του φορέα του –του στρατού. Το μέσον αντίστασης στον βίαιο εθνικισμό του κεμαλισμού. Τα αυτονόητα όμως στη συγκυρία κρίσης που βρίσκεται η Τουρκία παύουν να είναι αυτονόητα. Η εκτίμηση ότι το πολιτικό Ισλάμ σήμερα στην Τουρκία είναι ένα μετριοπαθές Ισλάμ που δεν απειλεί καθόλου το κοσμικό κράτος, αντιθέτως επιτρέπει την έκφραση της θρησκευτικότητας του λαού της Τουρκίας, επομένως αποτελεί τον φορέα και την έκφραση του εκδημοκρατισμού στην Τουρκία, ακόμη κι αν φαίνεται σωστή συγκυριακά, δεν είναι. Το Ισλάμ ως δίαυλος πολιτικής έκφρασης δεν αποτέλεσε ιστορικά το μέσον εκδημοκρατισμού στην Τουρκία~ αποτέλεσε το μέσον ενίσχυσης του αυταρχισμού, μέσα από την ενίσχυση του πιο ακραίου εθνικισμού.

Ισλάμ και κεμαλισμός

Με αυτή την έννοια, το πολιτικό Ισλάμ στην Τουρκία βάδισε επί μακρόν παράλληλα με τον στρατό και τα συντηρητικά κεμαλικά κόμματα, σε μια σχέση αλληλοεξυπηρέτησης. Συγχρόνως όμως τα δύο μέτωπα βάδιζαν και ανταγωνιστικά το ένα απέναντι στο άλλο. Αν ο στρατός στο όνομα της ιερής αξίας του κοσμικού κράτους αντιμετώπιζε καχύποπτα και ανταγωνιστικά το πολιτικό Ισλάμ, το δεύτερο αντιμετώπιζε ανταγωνιστικά τον στρατό όχι στο όνομα της δημοκρατίας αλλά στο όνομα του φορέα των αρχών του έθνους. Το πολιτικό Ισλάμ, με δίαυλο τη θρησκεία, προσπαθούσε να επιβληθεί ως ισχυρότερος από τον στρατό φορέας του τουρκισμού στο όνομα της ιερότητας του έθνους. Από τη μια μεριά λοιπόν το Ισλάμ αποτέλεσε, σε πολιτικό επίπεδο, το "λαϊκό" σωσίβιο του κεμαλισμού προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της ιερότητας των αρχών και των αξιών του τουρκικού έθνους, δηλαδή του κεμαλισμού. Από την άλλη ωστόσο, ακριβώς λόγω αυτής του της εργαλειοποίησης, απειλούσε τους φορείς αλλά και τις αξίες του κεμαλισμού, κυρίως τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους.

Το κόμμα του Ερμπακάν δείχνει καθαρά όσα ανέφερα παραπάνω. Η δημιουργία αυτού του κόμματος συμπίπτει με την περίοδο κατά την οποία ενισχύεται, κυρίως μετά το πραξικόπημα του 71, ο αυταρχισμός του κράτους και ένας προσχηματικά ή μη αντιιμπεριαλιστικός εθνικισμός. Το Ισλάμ του Ερμπακάν ενισχύει ακριβώς τον αυταρχικό και εθνικιστικό χαρακτήρα του κράτους, ενισχύει τη δεξιά πλευρά του κεμαλισμού. Στη δεκαετία του 70 λειτουργεί ακριβώς ενισχυτικά για την πιο ακραία εθνικιστική και ιερή λογική του κεμαλισμού, ακόμη κι αν μέσα από αυτό εκφράζονται αντικεμαλικά στοιχεία. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη κυβέρνηση μετά το πραξικόπημα του 71 συγκροτείται από τη συμμαχία του πλέον κεμαλικού κόμματος, αυτού του Ετζεβίτ (Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα) και του πολιτικού Ισλάμ του Ερμπακάν. Θα έλεγα μάλιστα ότι με το πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν η αντιιμπεριαλιστική πολιτική της Αριστεράς της δεκαετίας του 60 απονομιμοποιείται. Ο αντιιμπεριαλισμός της Αριστεράς εξουδετερώνεται από έναν προσχηματικά αντιϊμπεριαλιστικό, στην ουσία ακραίο εθνικισμό.

Στη δεκαετία του 80, και μετά το τρίτο πραξικόπημα, ο κεμαλισμός ενσωματώνει με το κόμμα του Οζάλ τα πιο "χρήσιμα" στοιχεία του Ισλάμ στην αυτοκρατορικής λογικής τουρκοϊσλαμική σύνθεση. Μέσα από αυτή τη σύνθεση επιτυγχάνεται για πρώτη φορά, με τη συμβολή του Ισλάμ, η κεμαλοποίηση του οθωμανικού παρελθόντος, δηλαδή η ενίσχυση ακόμη περισσότερο του εθνικισμού και του τουρκικού μεγαλείου. Ακόμη κι αν το πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν εμφανίζεται όλο και περισσότερο ως αντικεμαλικό (κυρίως στη δεκαετία του 90), ακόμη κι αν πράγματι εκφράζει τις αδύναμες οικονομικά και περιθωριοποιημένες μάζες, ωστόσο το Ισλάμ είναι το μέσον ενίσχυσης της αντίληψης περί αταξικής κοινωνίας, μέσον κυρίως ενίσχυσης του φονταμενταλιστικού εθνικισμού, μέσον ενίσχυσης του αυταρχισμού και της ιερότητας του κράτους. Η όλη σύγκρουση ανάμεσα στον Ερμπακάν και τον στρατό θα μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής: Ποιος εκφράζει αποτελεσματικότερα έναν φονταμενταλιστικό εθνικισμό; Ο στρατός με όχημα τις κεμαλικές αξίες του τουρκικού έθνους ή το πολιτικό Ισλάμ με όχημα τη θρησκεία του λαού; Και στις δύο περιπτώσεις, έστω και με διαφορετικό τρόπο, η δημοκρατία αποδυναμώνεται.

Το κοσμικό κράτος, όπλο του εθνικισμού ή προϋπόθεση του εκδημοκρατισμού;
Το πολιτικό Ισλάμ του Ερντογάν με μια αρκετά ισχυρή πλέον μεσαία αστική τάξη που διεκδικεί την εξουσία στο όνομα της ισλαμικότητάς της –το "πράσινο κεφάλαιο" της Τουρκίας- είναι η πρώτη φορά που αισθάνεται αρκετά ισχυρό ώστε να διεκδικήσει το ίδιο το κράτος εναντίον του στρατού. Η κυβέρνηση Ερντογάν, έχοντας τη συγκυρία με το πλευρό της --την ευνοϊκή ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας-- διεκδίκησε την ανάδειξη του Ισλάμ ως του αποτελεσματικότερου μέσου για την εγγύηση της μιας από τις δύο σημαντικότερες αξίες του κεμαλισμού: του δυτικού, ευρωπαϊκού χαρακτήρα του κράτους. Με άλλα λόγια, διεκδίκησε, όχι τόσο τον εκδημοκρατισμό, αλλά την αποτελεσματικότερη διαχείριση του τουρκισμού. Είναι βεβαίως γεγονός ότι στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας, η πίεση από την Ευρωπαϊκή Ένωση για μεταρρυθμίσεις συνεπαγόταν αλλαγές προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού. Ωστόσο, η κυβέρνηση Ερντογάν δεν τόλμησε, ή δεν θέλησε να τολμήσει, να θέσει σε αμφισβήτηση ούτε καν τον νόμο 301 περί τουρκικότητας. Δεν τόλμησε ή δεν θέλησε να τολμήσει να αρπάξει την ευκαιρία μετά τη δολοφονία του Αρμένιου Χρ. Ντικ όταν χιλιάδες Τούρκοι διαδήλωναν στους δρόμους, με το σύνθημα "είμαστε όλοι Αρμένιοι", και να καταργήσει τον νόμο. Δεν μπορεί να μιλά κανείς για εκδημοκρατισμό στην Τουρκία χωρίς να έχει τη θέληση να πριονίσει αποφασιστικά τα ερείσματα του εθνικισμού.

Ας δεχτούμε, παρά ταύτα, ότι το μετριοπαθές Ισλάμ του Ερντογάν δεν τόλμησε να χτυπήσει τον εθνικισμό λόγω της απειλής του στρατού. Η μόνιμη ωστόσο επίκληση της απειλής -απειλή ο στρατός για το Ισλάμ, απειλή το Ισλάμ για τον στρατό--, μήπως τελικά ενισχύει τον αυταρχισμό, και κυρίως τον εθνικισμό; Αν δούμε και πάλι τη σύγκρουση των δύο μετώπων (πολιτικό Ισλάμ, στρατός) υπό το φως της ιστορίας του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία, όπως πολύ σχηματικά την περιέγραψα, θα λέγαμε ότι η σύγκρουση ανάμεσα στους δύο συνοψίζεται ως εξής: Ποιος εκφράζει πιο αποτελεσματικά τον ιερό χαρακτήρα των αξιών του έθνους; Ποιος είναι ο πιο αυθεντικός και αποτελεσματικός δίαυλος συνοχής και ενότητας του έθνους: ένα κράτος μουσουλμανικό και, προς το παρόν, εξευρωπαϊσμένο ή ένα κράτος κοσμικό; Με αυτό το ερώτημα αναβιώνει στην Τουρκία μια πολύ παλιά σύγκρουση -- που σχεδόν ποτέ δεν σταμάτησε -- που άρχισε από τα μέσα του 19ου αιώνα και με διαφορετικούς τρόπους επανεμφανιζόταν στο προσκήνιο. Αν στον 19ο αιώνα το ερώτημα τέθηκε με κύριο γνώμονα τη σωτηρία του κράτους (ποιος μπορεί να είναι ο πιο αποτελεσματικός σωτήρας του κράτους; Το Ισλάμ, δίαυλος και νομιμοποιητής του εκδυτικισμού, ή ο εκδυτικισμός, νομιμοποιητής της περιθωριοποίησης του Ισλάμ;), στη συνέχεια, κυρίως με τους Νεότουρκους, το ερώτημα διαφοροποιήθηκε: Ποιος μπορεί να σώσει το κράτος; Ένα εκδυτικισμένο μιλλέτι ή το τουρκικό έθνος; Ο Μουσταφά Κεμάλ έδωσε την απάντηση: Το τουρκικό έθνος έσωσε το κράτος, αλλά και το κοσμικό, δυτικό κράτος σώζει εσαεί το έθνος.

Η σύγκρουση σήμερα, και λόγω διεθνούς αλλά και ευρωπαϊκής συγκυρίας, επικεντρώνεται στο ποιος είναι ο πιο αποτελεσματικός σωτήρας του κράτους στο όνομα του έθνους. Ο Ερντογάν διεκδικεί την εκλογή Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας από τον χώρο του πολιτικού Ισλάμ, στο όνομα του μιλλετιού. Αυτός ο παλιός γνώριμος όρος που επανέρχεται στο πολιτικό προσκήνιο ούτε αθώος είναι ούτε απλός. Ο Ερντογάν διεκδικεί την ψήφιση του προέδρου όχι από τον λαό (|χαλκ|), ούτε από το έθνος (|ουλούς|), αλλά από το |μιλλέτι|. Ο όρος αυτός παραπέμπει σε ένα εθνοθρησκευτικό σύνολο, σε ένα έθνος-θρησκευτική κοινότητα, σε ένα τουρκικό έθνος-μουσουλμανική κοινότητα. Με τον όρο μιλλέτι σήμερα επιτυγχάνεται η πλήρης ταύτιση τουρκισμού και ισλαμισμού. Αναδεικνύεται το Ισλάμ ως ο φορέας και εγγυητής της τουρκικότητας --και όχι της δημοκρατικότητας-- του έθνους. Η εργαλειοποίηση του Ισλάμ με τέτοιους όρους αφήνει εν δυνάμει τα περιθώρια (ανεξαρτήτως των προθέσεων του κόμματος Ερντογάν) για τη διεκδίκηση στο μέλλον (κοντινό ή απώτερο) ενός ισλαμιστικού κράτους; Την απάντηση σε αυτό το ερώτημα μόνο έμμεσα μπορούμε να την προσεγγίσουμε, αν αναλύσουμε λίγο το άλλο μέτωπο της σύγκρουσης. Αυτό ωστόσο που με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε είναι το πολιτικό Ισλάμ, ακόμη και το μετριοπαθές, ενισχύει και με δίαυλο τη θρησκεία, τον φονταμενταλισμό --θρησκευτικό ή, στον αντίποδα, κοσμικό.

Το άλλο μέτωπο, ο στρατός, στο τελεσίγραφό του προς τον Ερντογάν, καταλήγει με μια χαρακτηριστική διατύπωση: "Ο στρατός θα είναι πάντα εναντίον αυτών που δεν λένε: Τι ευτυχής να μπορείς να λες ότι είσαι Τούρκος". Αυτή η διάσημη ρήση ("Τι ευτυχής να μπορείς να λες ότι είσαι Τούρκος") του Μουσταφά Κεμάλ επιστρατεύεται πάλι από τον στρατό, προκειμένου να ορίσει τα όρια της τουρκικότητας και να απονομιμοποιήσει το πολιτικό Ισλάμ ως εκφραστή και εγγυητή της τουρκικότητας. Στο όνομα του κοσμικού κράτους και της κοσμικής ταυτότητας του τουρκισμού, ο στρατός ενισχύει από την πλευρά του τον εθνικισμό, καθιστώντας το κοσμικό κράτος αδιαπραγμάτευτη αξία του έθνους.

Πράγματι, στο όνομα του κοσμικού κράτους συσπειρώνονται αυτή τη στιγμή στην Τουρκία τα πιο εθνικιστικά στοιχεία, οργανώσεις, κ.λπ., που αντιμετωπίζουν τον Ερντογάν ως προδότη και το Ισλάμ ως δίαυλο υποταγής του έθνους στη Δύση. Ωστόσο, αυτή είναι η μια όψη του νομίσματος. Οι διαδηλώσεις στην Τουρκία σήμερα δείχνουν ότι, αν το πολιτικό Ισλάμ εξέφρασε κάποτε τις περιθωριοποιημένες ομάδες του πληθυσμού και αποτέλεσε, για κάποιους, το μέσον αντίστασης στο αυταρχικό κράτος και τον στρατό, σήμερα η διεκδίκηση του κοσμικού κράτους συσπειρώνει κι ένα μέρος του λαού --μάλιστα και περιθωριοποιημένες μάζες-- που με όπλο το κοσμικό κράτος προσπαθεί να αποτρέψει την απειλή του Ισλάμ. "Ούτε στρατός ούτε μαντίλα" είναι το κεντρικό σύνθημα αυτών των διαδηλώσεων, ένα σύνθημα που εκφράζει τη διεκδίκηση για τον εκδημοκρατισμό με όρους πλέον πολιτικούς, μακριά από την κηδεμονία του στρατού και το καταφύγιο της θρησκείας.

Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά. Τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, οι διαδηλώσεις, παρά το σύνθημα, δεν φαίνεται να διαμορφώνουν έναν πολιτικό χώρο που να ξεφεύγει από τα όρια που θέτει το κατεξοχήν κεμαλικό κόμμα του Μπαϋκάλ και ο ίδιος ο στρατός. Δεν συγκροτούν εν δυνάμει έναν πολιτικό χώρο που να χτυπά τον εθνικισμό και τον τουρκισμό, έτσι όπως τον ορίζει, είτε το πολιτικό Ισλάμ --μιλλέτ-- είτε ο στρατός και το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα. Δεν απαντάνε οι διαδηλώσεις στο μείζον πρόβλημα του εθνικισμού, αντιθέτως "σέρνονται", αν δεν συμμερίζονται την αρχή του ουλουσαλτζιλίκ (εθνικιστικότητα), που στην ουσία σημαίνει κοσμικός εθνικισμός, ένας εθνικισμός που διεκδικείται ως αντιϊμπεριαλιστικός και ως αντιϊσλαμιστικός στο όνομα του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους. Ένας εθνικισμός "εναντίον της Δύσης, με όπλο τις δυτικές αξίες του έθνους".

Η κατάσταση στην Τουρκία είναι κρίσιμη, όχι γιατί συγκρούεται η δημοκρατία (:Ερντογάν) με τον αυταρχισμό, αλλά γιατί η σύγκρουση, προς το παρόν, ενισχύει τον πιο φονταμενταλιστικό εθνικισμό. Η διεκδίκηση του κοσμικού κράτους αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, πρόκριμα για έναν ουσιαστικό εκδημοκρατισμό, όμως μέχρι στιγμής αυτή η διεκδίκηση είναι ιδεολογικά εγκλωβισμένη σε έναν ακραίο αντιδυτικό εθνικισμό που από την πλευρά του εν δυνάμει ενισχύει τον ισλαμιστικό φονταμενταλισμό.


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]

Κυριακή 23 Ιουλίου 2006

[Μέση Ανατολή] Κομμάτια και θρύψαλα η Μέση Ανατολή

"Έκαναν κομμάτια τη χώρα μου", δήλωσε ο πρωθυπουργός του Λιβάνου για τον χαλασμό που γίνεται στη χώρα του, εξαιτίας και των δύο: Ισραήλ και Χεζμπολάχ. Εκτός από την απόγνωση που κρύβει η δήλωση του πρωθυπουργού για την κατάσταση που επικρατεί αυτή τη στιγμή στον Λίβανο, αναδεικνύει συγχρόνως και μια μεγάλη αλήθεια για την πραγματικότητα που διαμορφώνεται εδώ και κάποια χρόνια και ενισχύεται με ταχύτητα, τις τελευταίες εβδομάδες, σε όλη τη Μέση Ανατολή: Κομμάτια και θρύψαλα η Μέση Ανατολή. Πράγματι, κομμάτια ο Λίβανος, κομμάτια το Ιράκ, κομμάτια η Παλαιστίνη και έπεται συνέχεια. Και πάνω στα κομμάτια πανίσχυρες θρονιάζονται οι ΗΠΑ, ισχυρά τα κράτη-τοπικοί κοτζαμπάσηδες όπως το Ισραήλ, ισχυροί οι προφήτες του Προφήτη επί της Γης όπως η Χεζμπολάχ, η Χαμάς και λοιποί σωτήρες, παντελώς ανίσχυρη η διεθνής κοινότητα, να κάνει κάτι, να σταματήσει το κακό. Η αγωνιώδης κραυγή του πρωθυπουργού του Λιβάνου δεν φαίνεται προς το παρόν να βρίσκει αυτιά ανοιχτά.

Πολλοί σοβαροί αναλυτές --Έλληνες και ξένοι-- έχουν γράψει και μας έχουν διαφωτίσει για το τι γίνεται στη Μέση Ανατολή και για το τι ενδεχομένως ακολουθεί. Προσωπικά θα σταθώ λίγο --άλλωστε δεν έχω να πω τίποτε ούτε νέο ούτε πρωτότυπο-- σε αυτό το "κομμάτια" του πρωθυπουργού του Λιβάνου. Αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι οι μεγαλύτερες κρίσεις τα τελευταία χρόνια ξεσπούν ακριβώς σε εκείνες τις περιοχές με αδύναμη ή εύθραυστη εθνική ενότητα. Η απόλυτη κυριαρχία της Αμερικής και των κατά τόπους πιστών της εμπεδώνεται καταρχάς διαμέσου των αδύναμων κρίκων μιας ευρύτερης περιοχής: εκεί όπου οι κεντρικές κρατικές εξουσίες δεν έχουν κατορθώσει να νομιμοποιήσουν μια ισχυρή, ενοποιητική και εθνική ιδεολογία επί του συνόλου των πληθυσμών τους μέσα από δημοκρατικούς θεσμούς. Ή δεν έχουν κατορθώσει να εξουδετερώσουν τη φυγόκεντρη δυναμική που αναπτύσσουν παράλληλες προς την κεντρική εξουσία φονταμενταλιστικές δυνάμεις. Εκεί δηλαδή όπου το έδαφος προσφέρεται για διασπάσεις, επομένως για αποδυνάμωση. Ο Λίβανος είναι (ήταν;) μια χώρα με αδύναμη εθνική ενότητα. Μόλις και μετά βίας (αλλά μεγάλης βίας, που καταγράφεται στα ακόμη υπαρκτά κτίρια γεμάτα από τα σημάδια του εμφύλιου) κατόρθωσε τα πρόσφατα χρόνια να οικοδομήσει μια ενότητα που του επέτρεπε να ατενίζει το μέλλον με μεγαλύτερη αισιοδοξία από το παρελθόν. Αυτή η αδύναμη αλλά πάντως υπαρκτή εθνική ενότητα τις τελευταίες εβδομάδες σωριάζεται σε ερείπια. Όπως σε ερείπια σωριάστηκε η ενότητα του Ιράκ.

Η Μέση Ανατολή, για πολλούς ιστορικούς λόγους για τους οποίους δεν είναι άμοιρη ευθυνών και η "Δύση", απαρτίζεται από κράτη τα οποία με δυσκολία, άλλοτε με αυταρχισμό και με αυθαιρεσία, άλλοτε πιο δημοκρατικά, κατόρθωσαν να συγκροτηθούν στη βάση μιας μίνιμουμ ενότητας. Αυτή η μίνιμουμ ενότητα προϋπέθετε και συνεπαγόταν τη μίνιμουμ εκκοσμίκευση του πολιτικού πεδίου, πράγμα δύσκολο αλλά ελπιδοφόρο για τη Μέση Ανατολή, όπου η εκκοσμίκευση του θεοκρατούμενου δημόσιου χώρου ήταν ιστορικά, και παραμένει σήμερα, εξαιρετικά προβληματική. Η προβληματική εκκοσμίκευση είχε και έχει ως συνέπεια την εύθραυστη συγκρότηση μιας εθνικής ενότητας που δύσκολα, και με χωλό τρόπο, συγκροτείται πάνω από τη θρησκεία. Καλύτερα, θα έλεγα, την εύθραυστη συγκρότηση μιας εθνικής ενότητας στο πλαίσιο της οποίας με πολλή δυσκολία η θρησκεία υποτάσσεται στον εκκοσμικευμένο δημόσιο χώρο. Ο Λίβανος αποτελεί μια τέτοια περίπτωση: με πολλή δυσκολία συγκροτήθηκε μια λιβανέζικη ενότητα πάνω από τις θρησκείες. Ωστόσο, ο βαθμός εμπέδωσης αυτής της αδύναμης ενότητας εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από το διεθνές περιβάλλον, από τις αρχές και τις αξίες που διέπουν την διεθνή κοινότητα, ώστε να ενισχύονται στο εσωτερικό των χωρών αυτών οι πολιτικές δυνάμεις που προωθούν και υπερασπίζονται την εκκοσμικευμένη εθνική ενότητα.

Σε ένα διεθνές περιβάλλον όμως όπου τα τελευταία χρόνια βασιλεύει, ελέω ΗΠΑ, η αρχή της διαίρεσης του κόσμου σε "καλό" και "κακό", στη Μέση Ανατολή, κατεξοχήν επιρρεπή σε τέτοιες διαιρέσεις, αντί να ενισχύονται οι εκκοσμικευτικές δυνάμεις, βρήκαν πρόσφορο έδαφος να ενισχυθούν οι φονταμενταλιστικές. Άλλωστε, αυτές οι δεύτερες μόνο σε τέτοιου τύπου διαιρέσεις μπορούν να αναπτυχθούν, όπως όμως μόνο σε τέτοιο έδαφος μπορεί να γίνει απόλυτος κυρίαρχος η μόνη δύναμη του καλού -- οι ΗΠΑ. Και οι δύο αγωνίζονται κατά του εχθρού, και ο πόλεμος αυτός είναι ιερός -- δηλαδή ολοκληρωτικός αφανισμός του "κακού κόσμου", προκειμένου να κυριαρχήσει ο "καλός". Το μοναδικό αποτέλεσμα αυτού του ιερού πολέμου είναι ο κατακερματισμός (πολιτικός, εδαφικός, εθνοθρησκευτικός) των κρατών με αδύναμη εθνική ενότητα. Και η πιο σίγουρη συνέπεια: η ενδυνάμωση σε διεθνές επίπεδο της μιας κυρίαρχης δύναμης, των ΗΠΑ και, σε τοπικό επίπεδο, όσων δουλεύουν γι’ αυτήν: του Ισραήλ δηλαδή αλλά και των φονταμενταλιστών.

"Διαίρει και βασίλευε" ήταν το κλασικό αξίωμα, όχι μόνο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, αλλά της λογικής που διείπε τις αποικιοκρατικές δυνάμεις. "Διάλυε και βασίλευε" είναι το σημερινό αξίωμα της πιο εθνικιστικής, ιμπεριαλιστικής αυτοκρατορίας: των ΗΠΑ. Με τις ΗΠΑ σήμερα διαμορφώνεται μια εθνοποιημένη (αμερικανοποιημένη) "ιερή κοινότητα πιστών", ομοιογενής και ενοποιημένη μέσα από έναν ιερό πόλεμο -- αυτόν κατά "της κοινότητας των απίστων". Η "ιερή κοινότητα των πιστών", για να μπορεί να υπάρξει, χρειάζεται ομογενοποιημένο και τον αντίπαλο: "Το έδαφος των πιστών" εναντίον του εδάφους των "απίστων" (κάτι έμαθαν οι Αμερικανοί από το Ισλάμ τελικά!). Από τη στιγμή που αυτή η κοινότητα είναι ιερή, ο εντολοδόχος της είναι ιερός, δηλαδή ο Μπους (σε τι μαύρη κατάντια φτάσαμε!), και μαζί με αυτόν τα κράτη-οπαδοί. Το Ισραήλ, το οποίο έχει διαπράξει και διαπράττει τη μεγαλύτερη αδικία, με όρους πολιτικούς και όχι ηθικοπλαστικούς, των τελευταίων σαράντα και πλέον χρόνων, προβαίνει πλέον σε συστηματική εξόντωση των Παλαιστινίων αλλά χαίρει πλήρους κάλυψης και ασυλίας~ ανήκει στην ιερή κοινότητα και πολεμά κατά των απίστων.

"Διάλυε και βασίλευε" ωστόσο είναι και η αρχή που διέπει τις φονταμενταλιστικές δυνάμεις, όπως την Χεζμπολάχ και τη Χαμάς, δυνάμεις που συμμερίζονται απολύτως τη μεθοδολογία της ιμπεριαλιστικής υπερδύναμης. Αυτές, κατά μίμηση του αντιπάλου και στο όνομα μιας ιερής μουσουλμανικής παράδοσης, συγκροτούν την αντίπαλη "ιερή κοινότητα". Στο πλαίσιο της λογικής της "ιερής κοινότητας" ο συντομότερος δρόμος εμπέδωσης της κυριαρχίας --είτε της μιας πλευράς είτε της άλλης-- είναι η διάλυση των κρατών τα οποία παραμένουν απρόβλεπτα για τη μια ή την άλλη "ιερή κοινότητα", και των οποίων η εύθραυστη εθνοπολιτική ενότητα διευκολύνει τη διάλυση και επιτρέπει, από τη μια μεριά, την ένταξη κάποιων στοιχείων της στην ιερή κοινότητα και, από την άλλη, την αναγκαστική σε μεγάλο βαθμό εξώθηση των υπόλοιπων στοιχείων της στην κοινότητα των απίστων. Δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστική εικόνα, κατά τη γνώμη μου, από αυτή που βλέπουμε κάθε μέρα να περνάει στην τηλεόραση, στις ειδήσεις: Καράβια φορτώνουν από το Λίβανο ανθρώπους, αυτούς μόνο που ανήκουν στην "ιερή κοινότητα" και πρέπει να σωθούν. Πίσω μένουν οι άλλοι, οι πολλοί, οι μουσουλμάνοι το θρήσκευμα. Αυτοί οι άλλοι που, θέλοντας και μη, θα πρέπει για να επιβιώσουν να ενταχθούν ή να ανεχθούν την Χεζμπολάχ. Έτσι βέβαια έχουν υπογράψει την καταδίκη τους -- έχουν οριστικά μπει στο "πεδίο του πολέμου" ή "στο πεδίο της ειρήνης", εξαρτάται από ποια πλευρά βλέπει κανείς την κατάσταση. Το γεγονός ότι, μετά από χρόνια πολέμου, η δύσκολη λιβανέζικη ενότητα (χριστιανών και μουσουλμάνων) τινάζεται στον αέρα, όχι μόνο δεν απασχολεί την υπερδύναμη αλλά την ευνοεί. Το ίδιο έκανε και στο Ιράκ. Η διάλυση αυτών των κρατικών δομών και της ενότητας που επιτρέπει την, όσο αυτή είναι δυνατή, αντίσταση στην άνευ όρων ένταξη είτε στη μία και μοναδική, την αμερικανοποιημένη ιερή κοινότητα, είτε στην ιερή κοινότητα των μουσουλμάνων, οδηγεί με μαθηματική πλέον ακρίβεια στη διάλυση όλης της Μέσης Ανατολής.

Το Ισραήλ, μέλος πρωταγωνιστικό της μιας "ιερής κοινότητας" εμφανίζεται στην περιοχή ως ο απόλυτος υπερασπιστής της εναντίον αυτής των απίστων (=μουσουλμάνοι). Πράγματι, το Ισραήλ είναι ίσως η μοναδική χώρα της οποίας η πολιτική απέναντι στους Παλαιστινίους προϋποθέτει και συνεπάγεται την σε τόσο απόλυτο βαθμό υιοθέτηση των αρχών, οι οποίες εκ του αγίου Πνεύματος (Θεέ μου, συγχώρεσέ με) εκπορεύονται: του Μπους. Η απόλυτη υιοθέτηση των αρχών διαίρεσης του κόσμου σε καλό και κακό επιτρέπουν σε μια εν αδίκω τοπική δύναμη να καταστρέφει τους γείτονες της στο όνομα της υπεράσπισης του καλού και του δίκαιου.

Η διαίρεση του κόσμου με τέτοιον τρόπο προϋποθέτει την επαναφορά ενός πολιτισμού άγριου οριενταλισμού της εποχής της αποικιοκρατίας. Δεν είναι όλοι άξιοι για ελευθερία, πολιτική ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα. Αυτός ο οριενταλισμός έχει επιτρέψει μέχρι σήμερα στο Ισραήλ να δρα χωρίς ουσιαστικές συνέπειες από τη διεθνή κοινότητα. Αυτός ο οριενταλισμός που δημιουργεί αίσθημα ταπείνωσης σε κάποιους λαούς διευκολύνει την απόλυτη κυριαρχία των φονταμενταλιστικών δυνάμεων πάνω στα ερείπια των κρατικών οντοτήτων. Αυτές οι φονταμενταλιστικές δυνάμεις είναι --κι ας μην γελιόμαστε-- εξίσου οριενταλιστικές με τις πρώτες. Η όλη κατάσταση στον Λίβανο, και γενικότερα στη Μέση Ανατολή, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για μια ολοκληρωτική αποθρησκειοποίηση-εκκοσμίκευση της πολιτικής, επομένως και για οριστική λύση του Μεσανατολικού. Ωθεί μάλιστα την κοινή γνώμη των λαών να πάρει θέση καθαρή, είτε υπέρ του ενός στρατοπέδου είτε υπέρ του άλλου: είτε υπέρ της αμερικανοποιημένης, εθνικιστικής ιερής κοινότητας είτε υπέρ της ιερής κοινότητας όπως την θέλει ένα άλλο τόσο εθνικιστικό --όσο παράδοξη κι αν φαίνεται η διατύπωση-- Ισλάμ. Παρά το γεγονός ότι σε έναν πόλεμο πρέπει να πάρει κανείς θέση υπέρ του ενός ή του άλλου, παρά το γεγονός ότι οι καταστάσεις πιέζουν για μια άνευ όρων υπεράσπιση της Χεζμπολάχ, αφού αυτή μόνο έχει προς στιγμή τη δυνατότητα να αντιστέκεται κατά του Ισραήλ και των ΗΠΑ, ωστόσο επιβάλλεται να επιμείνουμε και να εμμείνουμε σταθερά σε έναν δρόμο: αυτόν της σθεναρής αντίστασης κατά της ομογενοποίησης, διά του κατακερματισμού των κρατικών οντοτήτων, του κόσμου ανάμεσα σε δύο ιερές κοινότητες.

Όσο δεν σταματά η αδικία κατά της Παλαιστίνης, όσο οι ευρωπαϊκές τουλάχιστον χώρες δεν σταματούν τώρα την καταστροφή του Λιβάνου και την εξουδετέρωση της λιβανέζικης ενότητας, οι τρόποι αντίστασης στη λογική των δύο ιερών πεδίων μειώνονται.


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2006

[Τουρκία] Τουρκία και Δύση: ο εκδυτικισμός ως κεμαλική αξία

Στη σημερινή μου εισήγηση θα αναφερθώ στο πρόβλημα του εκδυτικισμού της Τουρκίας, ως μιας από τις μεγάλες κεμαλικές αξίες. Δηλαδή, πώς η πορεία της Τουρκίας προς τη Δύση συνιστά μια από τις μεγαλύτερες κεμαλικές αξίες. Σε αυτό το πλαίσιο, θα προσπαθήσω να παρακολουθήσω την παραπάνω πορεία σε δύο επίπεδα: Πρώτον, ως μια συνεχή προσπάθεια εκδυτικισμού, έτσι όπως ο εκδυτικισμός ορίζεται από τον κεμαλισμό. Δεύτερον, ως προς τις μεταβολές που υφίσταται ιστορικά το περιεχόμενο του εκδυτικισμού, επομένως και της Δύσης, τόσο στο πλαίσιο ενός συνεχώς μεταβαλόμενου κεμαλισμού όσο και στο πλαίσιο των μεταβολών της πολιτικής της ίδιας της Δύσης απέναντι στην Τουρκία. Είναι γνωστό ότι η προσπάθεια εκδυτικισμού ξεκινά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήδη από τον 19ο αιώνα, με τις περίφημες μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ, και θα συνεχιστεί ενισχυμένη την περίοδο των Νεοτούρκων, 1908-1918.

Όλη αυτή την περίοδο διαμορφώνονται δύο τάσεις εκδυτικισμού, η μια γραφειοκρατική (εκδυτικισμός επιβεβλημένος από τις ανάγκες του κράτους, άρα από πάνω), η άλλη εκδυτικισμός με τη συναίνεση της κοινωνίας. Τη δεύτερη τάση την εκφράζουν πρώτοι οι Νεοθωμανοί διανοούμενοι, που αναπτύσσουν τη θεωρία σύμφωνα με την οποία ο κοινοβουλευτισμός, το Σύνταγμα, οι δυτικές αξίες δηλαδή, δεν αποτελούν αξίες ασύμβατες προς το Ισλάμ, δεν αποτελούν λοιπόν νεωτερισμό (μπιντάτ), αλλά υπάρχουν στη σαρία. Μέσα από το Ισλάμ, επίσης, νομιμοποιούνται οι επιδράσεις του δυτικού κόσμου, οι μεταρρυθμίσεις προς την κατεύθυνση του εκδυτικισμού, αφού η σαρία προβλέπει αποφάσεις (αχκάμ) για αλλαγές αναλόγως της συγκυρίας.

Λίγο αργότερα, ο θεωρητικός του τουρκικού εκδυτικισμού συστηματοποιεί τη συζήτηση περί εκδυτικισμού, καταφεύγοντας στην πολύ λειτουργική για την εποχή διάκριση ανάμεσα στον πολιτισμό (μεντενιγιέτ) και την κουλτούρα (χαρς). Σύμφωνα με αυτήν τη διάκριση, οι δυτικές αξίες αποτελούν υλικές αξίες του τουρκικού έθνους, είναι θέμα λοιπόν πολιτισμού, ενώ τα ήθη, τα έθιμα, η θρησκεία αποτελούν πνευματικές αξίες, δηλαδή συνιστούν την κουλτούρα ενός έθνους. Στη δεύτερη αυτή τάση ενυπάρχει το αίτημα για έναν εκδυτικισμό μέσα από τον οποίο θα εξασφαλίζεται η δύναμη του κράτους εναντίον της δυτικής οικονομικής εξάρτησης, ενώ θα εξασφαλίζεται επίσης η ενότητα του πληθυσμού. Ένας εκδυτικισμός λοιπόν "εθνικός" και ομογενοποιητικός, που θα αποτρέπει τις αποσχιστικές τάσεις, επομένως την κατάρρευση του κράτους. Τελικά, ο εκδυτικισμός αυτής της περιόδου λειτούργησε για πολλούς λόγους ως μέσον νομιμοποίησης της διάσπασης, επομένως της κατάρρευσης, και όχι ομογενοποιητικά.

Ο Μουσταφά Κεμάλ, μέσα από το τουρκικό εθνικό κίνημα, επανοριοθετεί τόσο την έννοια και το περιεχόμενο του εκδυτικισμού όσο και την έννοια "Δύση". Ο Αγώνας εθνικής ανεξαρτησίας των Τούρκων διεξάγεται "εναντίον της Δύσης", αλλά και "με τη Δύση εναντίον της Δύσης". Αυτή την κρίσιμη περίοδο του τουρκικού εθνικού κινήματος διαμορφώνεται μια πολυπρόσωπη Δύση --καλή, κακή--, αλλά συγχρόνως εμπεδώνεται και ένας ομοιογενής και ομογενοποιητικός εκδυτικισμός. Έτσι, η καλή ή η κακή Δύση δεν οριοθετείται με ιδεολογικά κριτήρια, όπως επίσης δεν προϋποθέτει ούτε συνεπάγεται τη νομιμοποίηση ανάπτυξης ιδεολογικών ρευμάτων στην κοινωνία υπέρ ή εναντίον της μιας ή της άλλης Δύσης. Το ποια είναι κακή, το ποια είναι καλή το αποφασίζει το έθνος, δηλαδή ο Μουσταφά Κεμάλ στον οποίο, όπως ο ίδιος κατηγορηματικά δηλώνει, το έθνος εμπιστεύτηκε το εθνικό μυστικό.

Ο εκδυτικισμός της τουρκικής κοινωνίας καθίσταται απόλυτη εθνική αξία, μέρος της συνείδησης του έθνους, μόνο όμως στο πλαίσιο του κεμαλισμού. Ο εκδυτικισμός δηλαδή και οι δυτικές αξίες (δημοκρατία, ελευθερία κλπ.) αποτελούν μη διαπραγματεύσιμες, εθνικές αξίες μόνον εφόσον οριοθετούνται στο πλαίσιο του κεμαλισμού, εφόσον τις διαχειρίζονται οι ειδικοί του έθνους, δηλαδή οι φορείς του κεμαλισμού. Έξω από αυτόν γίνονται αντεθνικές, προδοτικές αξίες. Ο απόλυτα ελεγχόμενος εκδυτικισμός της τουρκικής κοινωνίας αποτελεί μονόδρομο για τους Τούρκους. Ο ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ υπογραμμίζει: "Πρέπει να είμαστε πολιτισμένοι άνθρωποι. Υποφέραμε πολύ γιατί δεν καταλάβαμε τον κόσμο. Οι ιδέες μας και ο τρόπος σκέψης μας πρέπει να είναι πολιτισμένοι από κορυφής μέχρι ονύχων. Είτε το θέλουμε είτε όχι, θα προχωρήσουμε, είναι υποχρέωση. Το έθνος οφείλει να το γνωρίζει". Οι μεταρρυθμίσεις εκδυτικισμού που επιβάλλονται με τον πιο βίαιο τρόπο από πάνω, την πρώτη περίοδο της Τουρκικής Δημοκρατίας, θεωρούνται επιβεβλημένες από το έθνος, μέσω των ειδικών του που κατέχουν το μυστικό του έθνους.

Πριν κλείσω αυτή την πρώτη περίοδο, αξίζει να αναφερθώ στην ίδια τη Δύση και τις σχέσεις της με την Τουρκική Δημοκρατία της πρώτης περιόδου. Μέσα από το κεμαλικό κίνημα (1919-1922) οριοθετούνται σταδιακά σε νέα βάση ως προς τις στοχεύσεις αλλά παλιά ως προς τους διαύλους επικοινωνίας, οι σχέσεις Δύσης-Τουρκίας. Παρά τις αρχικές σοβαρές επιφυλάξεις των Μεγάλων Δυνάμεων για το κεμαλικό κίνημα, επιφυλάξεις που κάποιες από αυτές, όπως η Αγγλία, διατήρησαν για αρεκτό διάστημα, δύο πράγματα τις πίεσαν ώστε να αναγνωρίσουν το κεμαλικό κίνημα, και κυρίως την Τουρκική Δημοκρατία, ως δυτικά. Πρώτον, η συμμαχία του Μουσταφά Κεμάλ με τον Λένιν~ δεύτερον, ο ξεσηκωμός όλου του μουσουλμανικού κόσμου --αποικιοκρατούμενου στο μεγαλύτερο μέρος του-- εναντίον της απόβασης του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, καθώς και η αναγνώριση από τους μουσουλμάνους του κεμαλικού κινήματος ως αντιαποικιακού, αντιιμπεριαλιστικού. Ένα τουρκικό κράτος σταθερά προσανατολισμένο προς τη Δύση και αρκετά δυνατό στο εσωτερικό του, ώστε να επιβάλλει τις δυτικές αξίες χωρίς να επιτρέπει την ανάδειξη φυγόκεντρων αποσχιστικών δυνάμεων, αποτελούσε τον σημαντικότερο ενδιάμεσο των δυτικών συμφερόντων, τόσο εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης όσο και για καθησυχασμό του μουσουλμανικού κόσμου. Θα έλεγα --εκ των υστέρων βέβαια-- ότι ο Μουσταφά Κεμάλ, εργαλειοποιώντας τις σχέσεις του με τη Σοβιετική Ένωση και το αντιαποικιακό πνεύμα του μουσουλμανικού κόσμου, κέρδισε για την Τουρκία τη θέση του δυτικού κράτους στη Δύση, μια θέση που η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε χάσει. Άλλωστε ο Κεμάλ, παρά τις καλές σχέσεις που διατηρεί με τη Σοβιετική Ένωση μέχρι το τέλος της ζωής του --είναι γνωστός ο θαυμασμός του για τον Στάλιν--, παρά τις συμμαχίες του με γειτονικά κράτη, παραμένει σταθερά προσηλωμένος σε μια Δύση των δυνατών, στην οποία η Τουρκία πρέπει οπωσδήποτε να ανήκει.

Αυτή η θέση της Τουρκίας στον δυτικό κόσμο αρχίζει να σταθεροποιείται κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, κυρίως από το 1952 και μετά, όταν γίνεται μέλος του ΝΑΤΟ. Καταρχάς ο εκδυτικισμός προσλαμβάνει μια πιο πλουραλιστική, αλλά συγχρόνως και πιο αυταρχική διάσταση. Μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τον κεμαλισμό, και κατά συνέπεια τον εκδυτικισμό, τον διαχειρίζεται απολύτως το ένα και μοναδικό κόμμα: το Λαϊκό Ρεπουμπλικανικό, με ηγέτη τον ίδιο τον Κεμάλ. Μετά το Β’ Παγκόσμιο, όταν η Τουρκία εγκαινιάζει πλουραλιστικό κομματικό σύστημα, και στις εκλογές του ’50 εκλέγεται ένα νέο κόμμα, το Δημοκρατικό, τόσο ο κεμαλισμός όσο και ο εκδυτικισμός από εθνικά, αδιαπραγμάτευτα θέματα καθίστανται πολιτικά, με την έννοια ότι αποτελούν ζητήματα πολιτικής αντιπαράθεσης, κατεξοχήν ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα. Ο εκδυτικισμός λοιπόν αρχίζει να λειτουργεί συγκρουσιακά, θα λέγαμε πιο δημοκρατικά. Ωστόσο, σε μια χώρα, με αδύναμο, για να διαχειρίζεται αυτό τον δημοκρατικά διαμορφούμενο εκδυτικισμό, πολιτικό σύστημα, οι κίνδυνοι είναι πολλοί για ένα κράτος-μέλος της Ατλαντικής Συμμαχίας από το 1952. Ένας ελεγχόμενος, δημοκρατικός, αλλά οπωσδήποτε ομογενοποιητικός εκδυτικισμός, που θα εξουδετερώνει όλες τις φυγόκεντρες δυνάμεις που γεννιώνται από αυτόν σε μια κοινωνία με ανοιχτά ταξικά αλλά και εθνικά ζητήματα, είναι παραπάνω από απαραίτητος για την αντιμετώπιση του κομμουνισμού. Μια ισχυρή δύναμη, ικανή να επιβάλει έναν ομοιογενή και αδιαμφισβήτητο εκδυτικισμό --έναν ατλαντικό εκδυτικισμό-- είναι απαραίτητη. Η ατλαντική Δύση έχει ανάγκη από μια Τουρκία δημοκρατική μεν αλλά αρκετά ισχυρή ώστε να προωθεί τις δυτικές (ατλαντικές) αξίες, χωρίς τον κίνδυνο ανατροπών. Ο στρατός στο παρασκήνιο αρχίζει σιγά σιγά, με την αμέριστη βοήθεια των ΗΠΑ, να ανασυγκροτείται.

Η δεκαετία του ’50 είναι εξαιρετικά κρίσιμη, αφού το Δημοκρατικό Κόμμα στην εξουσία αποδεικνύεται ανίκανο να εμπεδώσει δημοκρατικά έναν ομογενοποιητικό εκδυτικισμό. Με τα γεγονότα του 1955, όταν ένας άγριος εθνικισμός, που ξεπερνά τις προθέσεις και τους στόχους του κράτους που τον είχε εκθρέψει, εκδηλώνεται κατά της ρωμέικης μειονότητας της Πόλης, η Τουρκία έρχεται αντιμέτωπη με δύο κρίσιμα προβλήματα. Το πρώτο αφορά το κατά πόσον η Τουρκία είναι δημοκρατική, επομένως και δυτική χώρα. Το δεύτερο αφορά το κατά πόσον η Τουρκία είναι δυτική χώρα ως προς την ικανότητά της να παίζει σταθεροποιητικό ρόλο στην περιοχή. Τα γεγονότα του 1955 δημιούργησαν μεγάλη εμπλοκή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τέτοια που έθετε σε κίνδυνο την ατλαντική συμμαχία σε αυτή την περιοχή.

Σε αυτή την έκρυθμη κατάσταση όπου το οικονομικό αδιέξοδο και η μεγάλη αστυφιλία αφήνουν διόδους ενίσχυσης του Ισλάμ και υπονομεύουν τον εκδυτικισμό, ο στρατός αναλαμβάνει να γίνει ο ρυθμιστής ενός δημοκρατικού αλλά απολύτως ελεγχόμενου και ομογενοποιητικού εκδυτικισμού. Τον Μάιο του 1960 εκδηλώνεται το πρώτο πραξικόπημα το οποίο, όσο αντιφατικό κι αν είναι, θεωρείται "δημοκρατικό", και με το οποίο επαναπροσδιορίζεται ο κανόνας της δημοκρατίας, επομένως του εκδυτικισμού -- δηλαδή ο κεμαλισμός. Με αυτό το πραξικόπημα ο στρατός επιβάλλεται ως ο ρυθμιστής και εγγυητής των κεμαλικών αξιών, επομένως και του εκδυτικισμού. Με αυτό τον τρόπο ο εκδυτικισμός ως κεμαλική αξία μπορεί να αναπροσαρμόζεται στη συγκυρία --όπως άλλωστε το σύνολο του κεμαλικού αξιακού συστήματος-- αρκεί αυτό να γίνεται από τους ειδικούς του έθνους, δηλαδή τον στρατό. Με αυτή την έννοια ο στρατός εγγυάται τον επαναπροσδιορισμό της ίδιας της δημοκρατίας στο πλαίσιο του κεμαλισμού, όπως ο ίδιος τον διαχειρίζεται. Στο εξής κεμαλικά, επομένως και δυτικά, κόμματα θα είναι αυτά που θα έχουν την ανοιχτή ή σιωπηρή συναίνεση του στρατού.

Αν όμως το πραξικόπημα του 1960 ρύθμισε τον εκδυτικισμό με όρους "δημοκρατικούς", δεν συμβαίνει το ίδιο και με το πραξικόπημα του 1971. Στη δεκαετία του 1960 στην Τουρκία το αριστερό κίνημα εμφανίζεται ενισχυμένο, ενώ νέα κόμματα κάνουν την εμφάνισή τους~ ανάμεσα σε αυτά, και το εθνικιστικό κόμμα του Αρπασλάν Τουρκές. Το σύνθημα που επικρατεί αυτή την περίοδο στις μεγάλες διαδηλώσεις της Αριστεράς είναι το μπαγιμσίζ Τουρκιέ (ανεξάρτητη Τουρκία), ένα σύνθημα εναντίον της ατλαντικής Δύσης. Αυτός ο αριστερός αντιδυτικισμός, μέσα από τον οποίο διεκδικούνται οι ευρωπαϊκές αξίες της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας κλπ. εναντίον της Δύσης, δεν είναι σε καμιά περίπτωση αντικεμαλικός, αντιθέτως διεκδικείται ως κεμαλικός αντιδυτικισμός. Μέσα από αυτόν ανακαλείται ένας κεμαλικός αντιιμπεριαλισμός της περιόδου του εθνικού κινήματος. Σε αυτήν τη φάση, όπου οι κεμαλικές αξίες διεκδικούνται ως αριστερές, επομένως μέσα από αυτές νομιμοποιείται η Αριστερά, ο κίνδυνος ενίσχυσης ενός αντιατλαντικού, αριστερού εκδυτικισμού είναι άμεσος. Ο στρατός, με τη βοήθεια που του προσφέρει η ανεξέλεγκτα εθνικιστική δράση του Τουρκές, αναλαμβάνει να ερμηνεύσει τον αντιατλαντικό εκδυτικισμό της Αριστεράς με έναν σκληρό εθνικιστικό εκδυτικισμό. Το πραξικόπημα του 1971 είναι ένα σκληρό, εθνικιστικό και αντιαριστερό πραξικόπημα. Ο αντιιμπεριαλισμός λοιπόν είναι νομιμοποιημένος εθνικά μόνο στο πλαίσιο του κεμαλισμού, όπως αυτό τον ρυθμίζει ο στρατός. Στην ουσία ο στρατός με το πραξικόπημα κεμαλοποιεί τον αυταρχικό εκδυτικισμό του Τουρκές και απονομιμοποιεί ως αντεθνικό τον αριστερό εκδυτικισμό.

Αν με το πραξικόπημα του 1971 νομιμοποιείται στο πλαίσιο του κεμαλισμού από τον στρατό ένας αυταρχικός εθνικιστικός εκδυτικισμός, η δεκαετία του ’70 αναδεικνύει μια άλλη πιο σύνθετη πραγματικότητα. Είναι η εποχή της εμφάνισης του ισλαμικού αντιδυτικισμού, όπως εκφράζεται από το πρώτο ισλαμικό κόμμα στην Τουρκία, το κόμμα εθνικής τάξης του Νετζμεττίν Ερμπακάν. Με το πολιτικό Ισλάμ επανέρχεται η παλιά, γνωστή διάκριση, την οποία ο Μουσταφά Κεμάλ είχε εξουδετερώσει, ανάμεσα σε πολιτισμό και κουλτούρα. Σύμφωνα με αυτή, τα ευρωπαϊκά επιτεύγματα του πολιτισμού, κυρίως τεχνολογία και επιστήμη, είναι αποδεκτά στο πλαίσιο του πολιτισμού. Οι αξίες όμως της δημοκρατίας της ελευθερίας κ.λπ. αποτελούν αξίες της κουλτούρας των Τούρκων, επομένως είναι ισλαμικές αξίες. Υπό το φως της ανάδειξης των ευρωπαϊκών αξιών ως πρωτογενώς ισλαμικών, το πολιτικό Ισλάμ νομιμοποιεί την εδραίωση του συνδρόμου του Τανζιμάτ, όπως αυτό είναι γνωστό. Δηλαδή η κατάρρευση της Αυτοκρατορίας προήλθε από τον εκδυτικισμό, ο οποίος δεν βασίστηκε στις ισλαμικές αξίες αλλά προκάλεσε ρήξη με την οθωμανοϊσλαμική παράδοση. Σε μια πρώτη ανάγνωση, το Κόμμα Εθνικής Τάξης φαίνεται να είναι αντικεμαλικό και οπωσδήποτε αντιδυτικό, πολύ περισσότερο που το κεντρικό του σύνθημα είναι "Ενάντια στη Δύση, ενάνρτια στην Ευρώπη". Ωστόσο, μια πιο προσεχτική ανάγνωση ανατρέπει την πρώτη εντύπωση. Με το πολιτικό Ισλάμ ενισχύεται ο πιο αυταρχικός, συντηρητικός και εθνικιστικός κεμαλισμός, εναντίον οποιασδήποτε κοινωνικής και πολιτικής διεκδίκησης στο εσωτερικό της Τουρκίας βασισμένης στη δημοκρατική εμπέδωση των ευρωπαϊκών αξιών.

Πράγματι, με το πολιτικό Ισλάμ, η διεκδίκηση του εκδυτικισμού ως ισλαμικού, στην ουσία σημαίνει την ενίσχυση του αυταρχικού, αντιδημοκρατικού εκδυτικισμού. Αφού οι δυτικές αξίες είναι πρωτογενώς ισλαμικές δεν επιδέχονται συζήτηση, επιβάλλονται μόνο από τους ειδικούς της ιερής κοινότητας, δηλαδή του ιερού έθνους. Οι δυτικές αξίες, ως ισλαμικές, είναι ιερές. Με τον Ερμπακάν ιεροποιείται το τουρκικό έθνος, ως πρωτίστως ιερή κοινότητα, και μαζί με αυτόν ιεροποιούνται οι ειδικοί του. Τόσο το πολιτικό Ισλάμ όσο και το εθνικιστικό κόμμα του Τουρκές κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση: στην κατεύθυνση της ενίσχυσης ενός συντηρητικού, αυταρχικού, κεμαλικού όμως εκδυτικισμού. Το βίαιο, ακραία εθνικιστικό πραξικόπημα του 1980 το αποδεικνύει, αφού με αυτό επαναπροσαρμόζεται ο κεμαλισμός στις νέες συνθήκες όπου κυρίαρχος είναι ο εθνικισμός και ο συντηρητισμός. Σε μια εποχή, κυρίως στη δεκαετία του ’80, όπου το κουρδικό κίνημα διεκδικεί στην ουσία την εμπέδωση των δυτικών αξιών (ελευθερία έκφρασης, σεβασμό στα δικαιώματα της εθνότητας), όπου επίσης η Αριστερά δίνει σοβαρά δείγματα απεγκλωβισμού της από τον κεμαλισμό, και επομένως διεκδίκησης του εκδυτικισμού με δημοκρατικό τρόπο έξω από τον κεμαλισμό, τα κεμαλικά κόμματα και ο στρατός κεμαλοποιούν το πολύ χρήσιμο για την εποχή σύνδρομο του Τανζιμάτ που το πολιτικό Ισλάμ έφερε στο μέσον της τουρκικής πολιτικής πραγματικότητας. Ο αυταρχικός εκδυτικισμός είναι εθνικά επιβεβλημένος, αφού με αυτόν εξασφαλίζεται η ενότητα του έθνους. Σε αυτό το πλαίσιο αρχίζει να εμφανίζεται το πολύ βολικό δόγμα: οι ιδιαιτερότητες της Τουρκίας.

Στη δεκαετία του ’80, παρά το γεγονός ότι κυριαρχεί ο επαναπροσδιορισμός του τουρκισμού μέσα από τον ισλαμισμό, που καταλήγει στην περίφημη τουρκοϊσλαμική σύνθεση και στην αποκατάσταση της συνέχειας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, κυρίως με τον Οζάλ, ο εκδυτικισμός ωστόσο γίνεται πιο σύνθετος, γιατί γίνεται πιο σύνθετη και η Δύση αναφοράς. Το 1987 απορρίπτεται η αίτηση της Τουρκίας για ένταξη στην ΕΟΚ, εξαιτίας των οικονομικών αλλά κυρίως των πολιτικών της προβλημάτων, και αυτή η απόρριψη λειτουργεί αποφασιστικά στο εσωτερικό της Τουρκίας, για τον επαναπροσδιορισμό τόσο του εκδυτικισμού όσο και της Δύσης. Όσο αποκρυσταλλώνονται οι δύο όψεις της Δύσης --μια ατλαντική και μια ευρωπαϊκή-- τόσο στο εσωτερικό της Τουρκίας αποκρυσταλλώνονται δύο όψεις του εκδυτικισμού: ένας αυταρχικός εκδυτικισμός μέσα από τον οποίο θα εξασφαλίζεται η δύναμη του τουρκικού έθνους στον ατλαντικό κόσμο, και μέσα από αυτόν και στην Ευρώπη, και ένας δημοκρατικός, ευρωπαϊκός εκδυτικισμός, βασισμένος στα πολιτικά κριτήρια ένταξης που θέτει η Ε.Ε.

Ο αυταρχικός εκδυτικισμός νομιμοποιείται στο όνομα των ιδιαιτεροτήτων της Τουρκίας, μέσα από τις οποίες ανακαλείται ένα άλλο σύνδρομο, το σύνδρομο των Σεβρών. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρευσε λόγω των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες ευνόησαν τις μειονότητες της Αυτοκρατορίας σε βάρος του τουρκικού έθνους. Ο ευρωπαϊκός εκδυτισμός προσκρούει στις ανάγκες του έθνους, στην ενότητά του, όπως αυτή ορίζεται από τον κεμαλισμό, επομένως δεν αποτελεί εθνική αξία. Στο πλαίσιο του κεμαλισμού λοιπόν ο εκδυτικισμός παίρνει δύο μορφές: εθνικός και αντεθνικός. Κι ενώ τα κεμαλικά πολιτικά κόμματα, όπως και ο στρατός δεν τοποθετούνται κατά του ευρωπαϊκού εκδυτικισμού, θεωρούν ωστόσο ότι αυτός πρέπει να εμπεδωθεί με εξαιρέσεις ώστε να μην πληγεί η ενότητα του έθνους.

Σε αυτή την περίεργη δεκαετία του ’90 όπου ο κεμαλικός εκδυτικισμός "νοθεύεται" με τις πιο ετερόκλητες και αντικρουόμενες πολιτικές, ο στρατός αρχίζει να δείχνει σοβαρά δείγματα αδυναμίας να διαχειριστεί το ζήτημα του ευρωπαϊκού εκδυτικισμού σε κεμαλικό πλαίσιο. Αν η δυτική του παρουσία στο πλαίσιο της ατλαντικής Δύσης αποτελούσε την εγγύηση του εκδυτικισμού, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής Δύσης λειτουργεί απολύτως υπονομευτικά για τη δυτικότητα της Τουρκίας. Η απειλή του Ισλάμ, την οποία χρησιμοποιεί σε όλη τη δεκαετία του ’90, κάνοντας μάλιστα και το "βελούδινο πραξικόπημα" του 1997, δεν αρκεί για να νομιμοποιήσει πλέον τον ρόλο του στρατού ως εγγυητή του εκδυτικισμού. Αντιθέτως, η Δύση αναζητεί στον μουσουλμανικό κόσμο πολιτικές δυνάμεις που δεν θα περιθωριοποιούν αλλά θα εξευρωπαϊζουν το Ισλάμ.

Αυτό τον ρόλο τον αναλαμβάνει ένα ισλαμικό κόμμα, το ΑΚΠ του Ερντογάν, ο οποίος στην ουσία εγγυάται τον εξευρωπαϊσμό του Ισλάμ, και μέσα από αυτό τον εκδημοκρατισμό του ίδιου του κεμαλισμού. Μέσω λοιπόν της ευρωπαϊκής πορείας, το νέο πολιτικό Ισλάμ ενσωματώνει τον ισλαμισμό στον κεμαλισμό και εξευρωπαϊζει τον κεμαλισμό. Σε αυτήν τη νέα πορεία του εκδημοκρατισμένου, μέσω του ευρωπαϊκού Ισλάμ, κεμαλισμού, όπου πολλές αλλαγές έχουν γίνει προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού, η αφομοίωση από τον κεμαλισμό του Ισλάμ ή η ισλαμική ερμηνεία του κεμαλισμού μπορεί να αποτελεί παράδοξο, ωστόσο εντάσσεται σε μια συνέχεια όπου ο κεμαλισμός μονίμως μεταλλάσσεται, αφομοιώνοντας εκείνα τα στοιχεία που αποδεικνύουν τη δημοκρατική του ελαστικότητα αλλά και επιτρέπουν τον ελεγχόμενο και χωρίς ανατροπές εκδυτικισμό. Το ευρωπαϊκό Ισλάμ του Ερντογάν τελικά δεν ανατρέπει τον εκδυτικισμό του κεμαλισμού, αντιθέτως τον διευρύνει και τον νομιμοποιεί σε μια όλο και μεγαλύτερη μερίδα της κοινωνίας, αποκλεισμένη για πολλά χρόνια από το όραμα του εκδυτικισμού. Η ΕΕ άλλωστε συναινεί στο ότι εγγυητής της δυτικότητας της Τουρκίας είναι και θα είναι ο κεμαλισμός, που δεν χρειάζεται ωστόσο πλέον τον στρατό για να τον ρυθμίζει και που στο πλαίσιο του εξευρωπαϊζεται το Ισλάμ. Κλείνω με το χαρακτηριστικό απόσπασμα από την Έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την αίτηση της Τουρκίας για ένταξη στην ΕΕ, της 20.5.2003: "Η Τουρκία πρέπει να αξιοποιήσει την ευκαιρία της σημερινής κυβέρνησης που έχει ισχυρή κοινοβουλευτική στήριξη, ώστε να επεξεργαστεί ένα νέο πολιτικό και συνταγματικό σύστημα που θα εγγυάται τις αρχές ενός κοσμικού συστήματος, σύμφωνα με τις κεμαλικές μεταρρυθμίσεις [...]".


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]

Τρίτη 6 Απριλίου 2004

[Κύπρος] Η πολιτική ισότητα των κοινοτήτων από τη Ζυρίχη έως σήμερα

Η πολιτική ισότητα των κοινοτήτων, ανεξαρτήτως μειοψηφίας-πλειοψηφίας των πληθυσμών τους, έχει αναγνωριστεί από τις συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου και πάνω σ’ αυτή στηρίχθηκε η ίδρυση του κυπριακού κράτους το 1960. Το θέμα, λοιπόν, της πολιτικής ισότητας των κοινοτήτων έχει λήξει οριστικά και αμετάκλητα από εκείνη την περίοδο.

Αμφισβήτηση της πολιτικής ισότητας των κοινοτήτων σημαίνει αμφισβήτηση του ίδιου του κυπριακού κράτους και επιστροφή σε μια δραματική περίοδο, σε αυτήν πριν από το 1959.

Πριν από το 1959 η αποικιοκρατική αγγλική διοίκηση είχε αναγνωρίσει δύο ξεχωριστές εθνοθρησκευτικές κοινότητες, την τουρκοκυπριακή και την ελληνοκυπριακή, παράδοση που συνέχισε από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Ο αγώνας της ΕΟΚΑ ανάμεσα στο 1955 και 1959, με τον οποίο διεκδικείται η Ενωση της Κύπρου με την Ελλάδα (αγώνας που εκφράζει το αίτημα της πλειοψηφίας του πληθυσμού της Κύπρου, αλλά συγχρόνως και το αίτημα της μιας από τις δυο κοινότητες καθώς και η διεκδίκηση των Τουρκοκυπρίων για διχοτόμηση, με τη βοήθεια της Τουρκίας και τη συναίνεση της Αγγλίας (αίτημα που εκφράζει τη μειοψηφία του πληθυσμού της Κύπρου, αλλά ωστόσο αίτημα της δεύτερης κοινότητας), οδηγούν στη ριζοσπαστικοποίηση του χάσματος ανάμεσα στις δύο κοινότητες.

Η τακτική Μακαρίου

Σε αυτή την κρίσιμη φάση, που αρχίζει να εκδηλώνεται ένας εμφύλιος πόλεμος στην κυριολεξία ανάμεσα στις δύο κοινότητες, ο Μακάριος πραγματοποιεί τη «στροφή» προς την ανεξαρτησία. Ο Μακάριος ήδη από το 1958 αντιλαμβάνεται ότι ο μοναδικός τρόπος για να τερματιστεί η αποικιοκρατία, καθώς και ο μοναδικός τρόπος για να μην πάρει διαστάσεις ένας κυπριακός διακοινοτικός εμφύλιος, αλλά και για να μην εμπλακούν σε πόλεμο μέσω της Κύπρου και στην Κύπρο η Ελλάδα με την Τουρκία, είναι η ανεξαρτησία της Κύπρου με τη συναίνεση των δύο κοινοτήτων. Ο Μακάριος στις δηλώσεις του για την ανεξαρτησία υπογραμμίζει ότι αυτή θα βασιστεί στην ισότητα των δύο κοινοτήτων. Δεν κάνει καμιά αναφορά σε πλειοψηφία και μειοψηφία. Η σωτηρία, λοιπόν, της Κύπρου κατά τον Μακάριο εξαρτάται από τη συναίνεση των δύο κοινοτήτων. Από τη συνύπαρξή τους στο ίδιο κράτος. Η Ελλάδα και η Τουρκία, επίσης, αποφασίζουν ότι η μεταξύ τους ειρήνη θα διασφαλιστεί από την εκ μέρους τους εγγύηση της ισότιμης πολιτικά συνεργασίας των δύο κοινοτήτων σε ένα ανεξάρτητο κράτος

Το σχέδιο Ανάν, λοιπόν, βασίζεται σε αυτή την ιστορική πραγματικότητα, του 1960. Βασίζεται, όμως, και σε κάποια άλλη ιστορική πραγματικότητα. Σε αυτήν της μη λειτουργίας του ενιαίου δικοινοτικού κράτους του ’60. Οταν το 1977 αρχίζουν και πάλι οι διαπραγματεύσεις του Μακαρίου στον ΟΗΕ για λύση του Κυπριακού, έχει προηγηθεί το 1963 που οι Ελληνοκύπριοι προσπάθησαν να ακυρώσουν τον πολιτικά δικοινοτικό χαρακτήρα του κράτους, έχει προηγηθεί το 1974 που η Ελλάδα έκανε το πραξικόπημα στην Κύπρο και έχει προηγηθεί κυρίως το 1974 που η Τουρκία πραγματοποίησε την εισβολή στην Κύπρο.

Το θέμα, λοιπόν, που τίθεται το 1977 είναι η εξεύρεση μιας λύσης που θα διασφαλίζει, πρώτον, τη λειτουργία του κράτους και, δεύτερον, την πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων. Ο Μακάριος προτείνει ως λύση τη διζωνικότητα και δικοινοτικότητα, μια λύση μέσα από την οποία αποκλείεται η υποταγή της μειοψηφούσας πληθυσμιακά κοινότητας στην κοινότητα που αριθμεί την πλειοψηφία των Κυπρίων. Από την άλλη μεριά, η συναίνεση για διζωνικότητα και δικοινοτικότητα σήμαινε την εξουδετέρωση και από τις δύο κοινότητες των δεδομένων της εισβολής - εισβολή που έγινε στο όνομα της σωτηρίας της μιας, της τουρκοκυπριακής κοινότητας, έτσι όπως ήθελε να παρουσιάζει την εισβολή η Τουρκία.

Η Τουρκία, βεβαίως, απέρριπτε αυτή τη λύση που ακύρωνε τα δεδομένα της εισβολής, ενώ μαζί με τον Ντενκτάς θεωρούσαν ως μοναδική λύση την αναγνώριση δύο ανεξάρτητων κρατών στην Κύπρο. Επιπλέον, ούτε η Τουρκία ούτε ο Ντενκτάς μπορούσαν να ανεχθούν την παραμικρή αποχώρηση Τούρκων στρατιωτών από την Κύπρο, καθώς και την επιστροφή κατεχόμενου εδάφους. Η Κυπριακή Δημοκρατία συνέχισε, ωστόσο, τις προσπάθειές της για διζωνική, δικοινοτική ομόσπονδη λύση στην Κύπρο, με τον Σπύρο Κυπριανού, με τον Γεώργιο Βασιλείου, με τον Γλαύκο Κληρίδη. Σε όλες αυτές τις φάσεις, η πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων ποτέ και από κανέναν πρόεδρο δεν τέθηκε σε αμφισβήτηση.

Το σχέδιο Ανάν είναι, λοιπόν, προϊόν αυτής της συνέχειας της πολιτικής της Κυπριακής Δημοκρατίας για λύση του Κυπριακού στο πλαίσιο και υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Οι προσπάθειες τριάντα χρόνων της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και της Ελλάδας, οδήγησαν σήμερα σε ένα σκαλοπάτι πριν από τη λύση του Κυπριακού· σε αυτό συνέβαλαν δύο σημαντικοί παράγοντες: η νίκη των δημοκρατικών ομοσπονδιακών δυνάμεων στην τουρκοκυπριακή κοινότητα τον Δεκέμβριο του 2003. Των δυνάμεων που επί τριάντα χρόνια κατόρθωσαν, παρά το σκληρό καθεστώς Ντενκτάς, να διατηρήσουν ζωντανό το αίτημα για λύση του Κυπριακού.

Ηττα εθνικιστών

Η υπερίσχυση αυτή την περίοδο στην Τουρκία των ευρωπαϊστικών δυνάμεων, που θεωρούν ως πρωτεύον εθνικό θέμα την ευρωπαϊκή ένταξη, η οποία ωστόσο περνάει μέσα από τη λύση του Κυπριακού, εναντίον των εθνικιστικών, φανατικών δυνάμεων, που θεωρούν ότι το Κυπριακό λύθηκε το ’74. Οι δυνάμεις του στρατιωτικού κατεστημένου, βεβαίως, δεν θέλουν τη λύση βάσει του σχεδίου Ανάν, αλλά δεν πιστεύω ότι μπορούν πλέον να υπονομεύσουν την Ενωμένη Κύπρο (αν γίνει πραγματικότητα), ακόμη και στην περίπτωση που αυτές οι εθνικιστικές δυνάμεις στην Τουρκία ξαναεπιβάλουν τον πλήρη έλεγχο στην πολιτική ζωή. Η Ενωμένη Κύπρος θα ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Στην Τουρκία ακόμη και οι στρατιωτικοί δεν μπορούν να υπονομεύσουν τον πυλώνα του κεμαλισμού: την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας. Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι στην τουρκοκυπριακή κοινότητα υπάρχει πλέον, σε αντίθεση με το ’60, ένα ισχυρό πολιτικό μέτωπο που βλέπει τη σωτηρία της κοινότητας όχι με την Τουρκία, αλλά με τους Ελληνοκυπρίους. Που βίωσε την εξαθλίωση, την απομόνωση και την καταπίεση ενός κατοχικού καθεστώτος. Αυτή η πραγματικότητα ήταν άγνωστη το 1960.

Η Λουκέρνη δεν συνιστά σε καμιά περίπτωση νίκη της Τουρκίας. Συνιστά νίκη όλων των πολιτικών δυνάμεων που, και από τις δύο πλευρές της «πράσινης γραμμής» και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου, προσπαθούν επί χρόνια να καταστήσουν πραγματικότητα και σε αυτή τη δύσκολη περιοχή έναν πολιτισμό, σύμφωνα με τον οποίο οι συγκρούσεις, οι πόλεμοι και οι εχθρότητες συνιστούν μια ιστορική προοπτική, αλλά όχι τη μοναδική.


[Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία.]