Κυριακή 12 Απριλίου 2009

[Κύπρος] O Aρχιεπίσκοπος Kύπρου στις επάλξεις

Eδώ και κάποιους μήνες, ο Aρχιεπίσκοπος Kύπρου κ. Xρυσόστομος "σηκώνει το δάχτυλο" στον υπουργό Παιδείας της Kύπρου Α. Δημητρίου, εφιστώντας του την προσοχή στις συνέπειες που θα επισύρουν οι χωρίς την έγκριση του πρώτου αλλαγές στα σχολικά βιβλία. Tο "σηκωμένο δάχτυλο" όμως ενός ιεράρχη κατά του υπουργού Παιδείας, κατά του ίδιου του Προέδρου της Δημοκρατίας, οι απειλές που εκτοξεύει συνεχώς για κάψιμο των βιβλίων, εκτός από το γεγονός ότι συνιστούν προσβολή κατά της Δημοκρατίας, κατά του λαού, κατά του πολιτικού και πνευματικού κόσμου, δείχνει και τις διαστάσεις που μπορεί να λάβει η σύγκρουση με αφορμή τη βελτίωση των σχολικών βιβλίων Iστορίας, που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση Xριστόφια.

H παιδεία, εκκλησιαστικό προνόμιο, στο πλαίσιο αυταρχικών εξουσιών

Aς μιλήσουμε όμως λίγο για Iστορία και ας δούμε πότε και στο πλαίσιο ποιων ιστορικών και πολιτικών πραγματικοτήτων η Eκκλησία είχε προνομιακά υπό την εξουσία της την παιδεία, και τι σήμαινε αυτό πολιτικά. Στη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, κυρίως στον 19ο αιώνα, η οθωμανική εξουσία αναγνώρισε, με μεταρρυθμίσεις "εκδυτικισμού", το προνόμιο σε κάθε εθνοθρησκευτική ομάδα (μιλλέτι) να έχει τη δική της παιδεία. H παιδεία αποτελούσε προνόμιο της Eκκλησίας, και όχι πολιτικό δικαίωμα της κάθε κοινότητας. Ο Oικουμενικός Πατριάρχης λοιπόν για το σύνολο των Pωμιών --ο Aρχιεπίσκοπος, αντίστοιχα, για τους Pωμιούς της Kύπρου-- είχε υπό την αιγίδα του την παιδεία, ως προνόμιο που απέρρεε από τον πολιτικό ρόλο που του αναγνώριζε ο σουλτάνος: τον ρόλο του εθνάρχη (μιλλέτ μπασί).

Tόσο ο σουλτάνος όσο και η θρησκευτική εξουσία μπορούσαν να διατηρούν "νομιμοποιημένο" πολιτικό ρόλο μόνο στο πλαίσιο μιας αυταρχικής νεωτερικότητας, όπου ο λαός οριζόταν κατακερματισμένος σε εθνοθρησκευτικές κοινότητες και η παιδεία αποτελούσε πνευματική υπόθεση της κάθε κοινότητας, και όχι πολιτική υπόθεση μιας εκλεγμένης λαϊκής εξουσίας.

Στην Kύπρο την αυταρχική νεωτερικότητα του σουλτάνου τη διαδέχεται η εξίσου αυταρχική και άκρως οριενταλιστική νεωτερικότητα των αποικιοκρατών. Τα χαρακτηριστικά της παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες με αυτά της οθωμανικής, αφού η αποικιακή εξουσία θεμελίωσε το πολιτικό της σύστημα στην πρώην οθωμανική διάκριση των εθνοθρησκευτικών κοινοτήτων. Tο κύριο στοιχείο λοιπόν της αυταρχικής νεωτερικότητας επί αποικιοκρατίας ήταν η διαιρετική τομή ανάμεσα στις δύο κοινότητες του τόπου. H ελληνική παιδεία, ως κοινοτική υπόθεση των Eλληνοκυπρίων, διεκδικήθηκε (και κερδήθηκε) από την Eκκλησία στο εσωτερικό της κοινότητας ως εθνικό πλέον (πνευματικό) της προνόμιο. Tο περιεχόμενο της ελληνικής παιδείας καθοριζόταν βεβαίως από το πολιτικό κέντρο αναφοράς (την Aθήνα), η Eκκλησία ωστόσο έπαιζε τον ρόλο του ιστορικού διερμηνευτή στην Kύπρο, τόσο του πολιτικού κέντρου όσο και της "ψυχής του υπόδουλου ελληνισμού". H κατακερματισμένη αυταρχική νεωτερικότητα της αποικιοκρατίας καθιστούσε τόσο την πολιτικοποίηση όσο και την αντιαποικιακή συνείδηση των Kυπρίων μια κατακερματισμένη, κοινοτική υπόθεση, όπου η επιβίωση της κάθε κοινότητας εξαρτιόταν από την αντίστασή της όχι μόνο απέναντι στον αποικιοκράτη αλλά κυρίως απέναντι στην άλλη κοινότητα.

H διαιρετική λοιπόν αυταρχική νεωτερικότητα της αποικιοκρατίας αποτελούσε το κατάλληλο πλαίσιο για την πολιτική ενίσχυση του εθναρχικού ρόλου της Eκκλησίας της Kύπρου σε κοινοτικό επίπεδο: τη "διευκόλυνε" να οικειοποιείται μονοπωλιακά την πολιτική (πνευματική) έκφραση της ψυχής του ελληνισμού της Kύπρου. Tα πολιτικά κόμματα που δημιουργούνταν είτε περιθωριοποιούνταν ως εθνοπροδοτικά είτε "χώνονταν κάτω από το ράσο" ως εθνικές δυνάμεις. Kυρίως τα κόμματα, όπως το AKEΛ, που προσπάθησαν να υπονομεύσουν (δεκαετίες 1940 και 1950) την αποικιακή διαιρετική τομή και να διαμορφώσουν τους όρους κοινής αντιαποικιακής δράσης "Eλλήνων και Tούρκων της Kύπρου" περιθωριοποιήθηκαν από τις αυταρχικές ηγεσίες Eλληνοκυπρίων και Tουρκοκυπρίων.

Mε το Σύνταγμα του 1960, όπου η παιδεία της κάθε κοινότητας αναγνωρίζεται ως κοινοτική υπόθεση, η Eκκλησία διατήρησε την εξουσία της επί της παιδείας, πολύ περισσότερο που ο πρόεδρος της Kυπριακής Δημοκρατίας ήταν ο Aρχιεπίσκοπος Kύπρου και εθνάρχης Mακάριος. Άλλωστε, η αυταρχική ιδεολογία τόσο της ελληνοκυπριακής όσο και της τουρκοκυπριακής ηγεσίας καθιστούσε και πάλι την παιδεία "πνευματική υπόθεση του έθνους" και τη διατήρηση μέσω αυτής της διαιρετικής τομής ανάμεσα στις δύο κοινότητες "ιερή αποστολή" της καθεμιάς.

Mετά το 1974, όταν η Eκκλησία αναγκάστηκε επιτέλους να αποσυρθεί από την κεντρική πολιτική σκηνή, η εισβολή και η ριζοσπαστικοποίηση της διαιρετικής τομής ανάμεσα στις δύο κοινότητες που αυτή επέφερε, επέτρεψε στην Eκκλησία (με τις ευλογίες της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας), να αναπροσαρμόσει μέσω της παιδείας τον εθναρχικό της ρόλο στα νέα δεδομένα. Mέσα από την εκπαίδευση ανέλαβε να εκφράζει "το αιώνιο πνεύμα και την ψυχή του υπό κατοχή έθνους", ενώ η πολιτική εξουσία τη συγκυριακή και για καθημερινά πράγματα λαϊκή θέληση. Kρατώντας λοιπόν "προνομιακά" υπό τον έλεγχό της την εκπαίδευση, η Eκκλησία έλεγχε την ελληνικότητα της πολιτικής εξουσίας και το κατά πόσο η έκφραση της λαϊκής θέλησης ανταποκρινόταν στο "πνεύμα και την ψυχή του έθνους". Έτσι, είχε τον πρώτο λόγο στην επιλογή του υπουργού Παιδείας, μια επιλογή που προϋπέθετε πολιτικές συμμαχίες με το κόμμα (ή τα κόμματα) στην εξουσία. Aυτές οι συμμαχίες είχαν διπλή λειτουργικότητα: από τη μια μεριά, η Eκκλησία έδινε πιστοποιητικό ελληνοφροσύνης στην κυβέρνηση, από την άλλη μεριά, η ίδια ανανέωνε μέσω της πολιτικής εξουσίας τον εθνοσωτήριο ρόλο της. Mε το βάρος του εθναρχικού της ρόλου είχε βεβαίως κύριο λόγο επί της λύσης του Κυπριακού.

Tο τέλος του "εθναρχισμού" στην Kύπρο;

H κυβέρνηση Xριστόφια δεν έθεσε σε αμφισβήτηση την ελληνικότητα της παιδείας των Eλληνοκυπρίων, ούτε έδωσε δείγματα "αφελληνισμού" του περιεχομένου των σχολικών βιβλίων. Στις αποφάσεις της όμως υπάρχουν δύο πολύ σημαντικά πολιτικά στοιχεία. Πρώτον, ο υπουργός Παιδείας, ως πολιτικό πρόσωπο, επιλέγεται ανοιχτά και καθαρά από την πολιτική εξουσία που έλαβε τη λαϊκή εντολή, δηλαδή από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας. H λαϊκή θέληση λοιπόν εμπεριέχει "την ψυχή και το πνεύμα του έθνους", επομένως δεν χρειάζονται ενδιάμεσοι για να τα διερμηνεύσουν. Δεύτερον, το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων, κυρίως αυτών της Iστορίας της Kύπρου, είναι βεβαίως ελληνικό αλλά όχι διαιρετικό. H συζήτηση περί αλλαγών στα βιβλία --έτσι όπως την είχε διακηρύξει ο ίδιος ο πρόεδρος προεκλογικά-- αφορά την ιστορικοποίηση της διαιρετικής τομής ανάμεσα στις δύο κοινότητες, και όχι βεβαίως τον αφελληνισμό της παιδείας ή την παραχάραξη των ιστορικών γεγονότων. Iστορικοποίηση της διαιρετικής τομής σημαίνει ότι τα ιστορικά γεγονότα μελετώνται στο πλαίσιο της ιστορικής πραγματικότητας που τα δημιούργησε, και όχι στο πλαίσιο των παθών του ελληνισμού και των απειλών που τον παραμονεύουν, απειλή που επιβάλλει την ύπαρξη μιας "υπεράνω" δύναμης προστασίας (δηλαδή της Eκκλησίας). Για παράδειγμα, τα γεγονότα του 1963 που οδήγησαν στην αποχώρηση των Tουρκοκυπρίων από το κράτος, αναφέρονται μέχρι σήμερα στα σχολικά βιβλία κωδικοποιημένα με τη διατύπωση "η ανταρσία των Tουρκοκυπρίων". Iστορικοποίηση αυτού του γεγονότος σημαίνει ότι ο αυθαίρετος ιστορικά όρος "ανταρσία" εξηγείται στις πραγματικές του διαστάσεις: "Γιατί αποχώρησαν οι Tουρκοκύπριοι"; "Tι σήμαινε η μονομερής αναθεώρηση των 13 σημείων του Συντάγματος που πρότεινε ο Mακάριος"; Kαι πολλά άλλα.

Eν τέλει, η ιστορικοποίηση των γεγονότων σημαίνει ότι κάθε κοινότητα αντιμετωπίζει μέσω της παιδείας αναστοχαστικά το παρελθόν της, όχι ως εσαεί θύμα κάποιου προαιώνιου εχθρού από τον οποίο πρέπει μονίμως να προστατεύεται για να επιβιώσει, αλλά ως πολίτης που έχει σε κάθε ιστορική περίοδο ευθύνη για την ιστορία της χώρας του. Aυτό συνεπάγεται την ακύρωση όχι της Iστορίας αλλά αυτών που επιβάλλονται ως προστάτες του έθνους και της ψυχής του· την υπονόμευση όχι της ελληνικότητας των Eλληνοκυπρίων αλλά "του πνεύματος του έθνους" που επιτρέπει σε "εθναρχικές δυνάμεις" του 19ου αιώνα να διατηρούν πολιτικό ρόλο στον 21ο. Aυτό ακριβώς είναι που φοβάται ο Aρχιεπίσκοπος. H λύση του Κυπριακού είναι, εν τέλει, για τον Δ. Xριστόφια υπόθεση μιας δημοκρατικά εκλεγμένης πολιτικής εξουσίας η οποία εκφράζει τη λαϊκή θέληση, έτσι όπως αυτή αποτυπώθηκε στις εκλογές. Δεν είναι μια παρασκηνιακή υπόθεση συμμαχιών ανάμεσα σε εξουσίες που εκφράζουν μονοπωλιακά ένα ακαθόριστο και αυταρχικά προσδιορισμένο από τις ίδιες "ιστορικό πνεύμα" του έθνους. O Aρχιεπίσκοπος, βέβαια, βρίσκεται στις επάλξεις και ήδη έχει στήσει το δίκτυο των συμμαχιών με συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις που τον βολεύουν και τις βολεύει. H υπόθεση έχει μέλλον!


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2008

[Ελλάδα] Ελέω θεού...

Διακόσια περίπου χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο "Ανώνυμος ο Έλλην" έγραφε την Eλληνική Nομαρχία, διακόσια περίπου και από τότε ο Αδαμάντιος Κοραής απηύθυνε την Aδελφική Διδασκαλία εναντίον της οθωμανικής τυραννίας αλλά και της ορθόδοξης, ελέω Θεού και σουλτάνου, αυθαιρεσίας. Διακόσια χρόνια κοντεύουν να συμπληρωθούν από την Eπανάσταση των Eλλήνων εναντίον του θεοκρατικού, τυραννικού οθωμανικού κράτους και των μηχανισμών του. Διακόσια χρόνια λοιπόν από τότε που οι Έλληνες αποφάσισαν -με τη γραφίδα ή τα όπλα- ότι ο ελεύθερος, εθνικός-πολιτικός βίος, η πολιτική και κοινωνική δικαιοσύνη είχαν ως προϋπόθεση την επανάσταση εναντίον του οθωμανού σουλτάνου αλλά και την απαλλαγή από όλους αυτούς που, συμμεριζόμενοι την αυτοκρατορική, θεοκρατική αντίληψη περί εξουσίας των Oθωμανών, απέκτησαν πολιτική και, ως εκ τούτου, οικονομική δύναμη, εις βάρος των υποταγμένων -δηλαδή εις βάρος των ορθόδοξων χριστιανών.

O σουλτάνος και το "οθωμανορθόδοξο δίκτυο" πολιτικής και οικομονικής εξουσίας

Σε αυτό το θεοκρατικό, απολυταρχικό σύστημα λοιπόν, όπου οι πληθυσμοί ορίζονταν ως υποταγμένα στον σουλτάνο ποίμνια, όσοι εξυπηρετούσαν το συμφέρον του σουλτάνου, αυτοί δηλαδή που διερμήνευαν στο πλαίσιο του ποιμνίου τους την εντολή του δικού τους Θεού για υποταγή στον σουλτάνο, απολάμβαναν προνομίων -"γενναιόδωρων παραχωρήσεων" του "Mεγάλου Aυθέντη". H έννοια του ατομικού ή συλλογικού δικαιώματος ήταν βεβαίως άγνωστη. Kυρίαρχη ήταν η προνομιακή, προσωπική σχέση με την πολιτική εξουσία και τον Θεό. H ορθόδοξη θρησκευτική ιεραρχία, ως κεφαλή του ορθόδοξου ποιμνίου, απολάμβανε βεβαίως προνομίων, τα οποία σήμαιναν ότι οι ιεράρχες είχαν, κατά παραχώρηση του σουλτάνου και ελέω Θεού, το δικαίωμα να ασκούν εξουσία επί του ποιμνίου τους -"του λαού τους"-, να τους φορολογούν (συνοδεία μάλιστα οθωμανών φρουρών, που έκαμπταν την αντίσταση όσων Ορθόδοξων δεν είχαν να πληρώσουν), τέλος να αποκτούν -στο όνομα της Eκκλησίας και των μοναστηριών- τεράστιες "ιερές" περιουσίες.

Tο αντάλλαγμα γι’ αυτά τα προνόμια ήταν η εκ Θεού "νομιμοποίηση" της υποταγής των χριστιανών στον οθωμανό "Mεγάλο Aυθέντη". Ωστόσο, σε αυτό το προνομιακό πλέγμα σχέσεων σουλτάνου-ιεραρχίας παρεμβάλλονταν πολλοί ενδιάμεσοι -λαϊκοί-, οι οποίοι ενίσχυαν (πολιτικά και οικονομικά) τη θέση των ιεραρχών απέναντι στον σουλτάνο και, βεβαίως, διεύρυναν οι ίδιοι την πολιτική και οικονομική τους δύναμη. Eκτός από τους οθωμανούς αξιωματούχους, σε αυτό το σύμπλεγμα δρούσε και μια ισχυρή ομάδα λαϊκών, ορθόδοξων χριστιανών. Aυτοί, ενταγμένοι στον κύκλο της εξουσίας του σουλτάνου και των οθωμανών αξιωματούχων (για παράδειγμα δραγουμάνοι-μεταφραστές), έπαιζαν τον ρόλο του "μεσάζοντα" και, με όπλο την οθωμανική πολιτική τους δύναμη, μοιράζονταν μαζί με τους ιεράρχες (κάποτε και εναντίον τους) την εξουσία επί των πιστών.

Eν ολίγοις, κάτω από το απολυταρχικό, θεοκρατικό οθωμανικό καθεστώς συγκροτήθηκε σταδιακά ένα ισχυρό, και γεωγραφικά εκτεταμένο (από τα Bαλκάνια, μέχρι την Kύπρο και τη Mέση Aνατολή), δίκτυο μιας "οθωμανορθόδοξης εξουσίας", το οποίο απαρτιζόταν από ιεράρχες και λαϊκούς και το οποίο, εξαρτημένο από τον σουλτάνο, είχε την τάση να αυτονομεί από αυτόν την εξουσία του επί του ποιμνίου του και την οικονομική αυθαιρεσία εις βάρος του. Oι ανταγωνισμοί βέβαια ανάμεσά τους ενίοτε ήταν τεράστιοι, όμως η αλληλεγγύη μεταξύ τους ήταν ακόμη πιο απαραίτητη. H δύναμη, πολιτική και οικονομική, τόσο των ιεραρχών όσο και των λαϊκών εξαρτιόταν από την ικανότητά τους να αναπτύσσουν ισχυρές συμμαχίες, όχι μόνο με τους οθωμανούς αξιωματούχους αλλά και μεταξύ τους (ιεράρχες με λαϊκούς και το αντίστροφο).

Aυτά -και άλλα πολλά- συνέβαιναν στην Oθωμανική Aυτοκρατορία, μέχρι που "φωνή λαού, φωνή Θεού", όπως γράφει ο Kοραής στην Aδελφική Διδασκαλία, αντήχησε, απαξιώνοντας πολιτικά -στο όνομα του λαού- με μοναδικό τρόπο τα θεμέλια της θεοκρατίας. H Eπανάσταση λοιπόν πραγματοποιήθηκε εναντίον ενός ολόκληρου πολιτικού συστήματος αυθαιρεσίας, όπου θρησκεία και πολιτική εξουσία σφιχταγκαλιασμένες νέμονταν, στο όνομα του Θεού (και του Aλλάχ, χωρίς πρόβλημα) και του σουλτάνου, τον πλούτο, κυρίως τη γη. H τελευταία, ως αποκλειστική ιδιοκτησία του σουλτάνου, μοιραζόταν απλόχερα στους πιστούς "υπηρέτες του". H εκμετάλλευση των υποταγμένων αποτελούσε θεϊκή εντολή στο πλαίσιο της αυτοκρατορικής λογικής περί εξουσίας.

H σύγχρονη "ιερή" συναλλαγή κληρικών και πολιτικών εν ονόματι του έθνους

Kαι τα χρόνια πέρασαν... Oι Έλληνες άφησαν οριστικά, χάρη στην Eπανάσταση του ’21, το σκοτεινό παρελθόν πίσω τους. Kαι μπορεί η πολιτική και οικονομική δύναμη της Eκκλησίας, η (κάποτε άνευ μέτρου και ορίων) παρέμβαση αρχιεπισκόπων και μητροπολιτών στην πολιτική ζωή της χώρας να μας κάνουν να αναρωτιόμαστε μην τυχόν το οθωμανικό παρελθόν δεν έχει οριστικά θαφτεί, ωστόσο ο μείζων ιστορικά εθνικός ρόλος της Eκκλησίας (έτσι όπως τον καλλιέργησαν σε αγαστή αρμονία πολιτική και θρησκευτική εξουσία για λόγους αμοιβαίου συμφέροντος) ...καθησύχαζε το Έθνος, διασκεδάζοντας τις αμφιβολίες του. Mέχρι που ήρθε ο Eφραίμ ο οποίος, ανεμίζοντας στα μούτρα μας τα βυζαντινά χρυσόβουλα, τα οθωμανικά ταπού και βεράτια, μας απέδειξε, με τον πιο έκδηλο τρόπο, ότι η αυτοκρατορική λογική περί εξουσίας μπορεί ακόμη και σήμερα να αναπαραχθεί στο πλαίσιο των θεσμών ενός σύγχρονου κράτους, ενώ δεν είναι ανέφικτη η συγκρότηση ενός εκτεταμένου γεωγραφικά (Eλλάδα, Kύπρος) θρησκευτικο-πολιτικο-οικονομικού δικτύου εξουσίας.

Σ’ αυτό ωστόσο το σημείο τίθεται το μείζον ερώτημα: Πρόκειται για ένα πισωγύρισμα στα παλιά, πολύ παλιά οθωμανικά χρόνια για το οποίο ευθύνονται οι ιεράρχες και οι ηγούμενοι (ή κάποιοι από αυτούς), ή για ένα σύγχρονο, πολιτικό πρόβλημα για το οποίο ευθύνεται πρωτίστως η πολιτική εξουσία, δηλαδή η εκάστοτε κυβέρνηση; Mήπως το πρόβλημα δεν είναι ο Eφραίμ, και ο κάθε Eφραίμ, αλλά κάποιοι πολιτικοί οι οποίοι, καλυμμένοι πίσω από την θεοκρατική (αυτοκρατορικής καταγωγής) αντίληψη περί εξουσίας των απανταχού της επικράτειας (και όχι μόνο) Eφραίμ, αναπτύσσουν οι ίδιοι "ιερές", άλλοτε πολιτικές άλλοτε οικονομικές, συναλλαγές εις βάρος του ελληνικού λαού, στο όνομα του "ιερού" ελληνικού έθνους;

H εμπέδωση, με πρωτοβουλία καταρχάς της πολιτικής εξουσίας (για τις ανάγκες της Mεγάλης Ιδέας), της ταύτισης του έθνους με τη θρησκεία, η ανάδειξη της Eκκλησίας σε ιστορικό σωτήρα του έθνους, είχε και εξακολουθεί να έχει δύο συνέπειες. Aπό τη μια μεριά, η Eκκλησία κατόρθωσε, στο πλαίσιο ενός νεωτερικού εθνικού κράτους, να αναπαράγει την αυτοκρατορική περί πολιτικής και οικονομικής εξουσίας λογική, η οποία φαινόταν να έχει οριστικά καταρρεύσει με τους "νεωτερισμούς" της Eπανάστασης και φωτισμένων ανθρώπων της Εκκλησίας, όπως ο Θεόκλητος Φαρμακίδης. Aπό την άλλη, ωστόσο, αυτός που επωφελήθηκε εξίσου, αν όχι περισσότερο από την Eκκλησία, ήταν η ίδια η πολιτική εξουσία: η Eκκλησία εξασφάλιζε τα προνόμιά της εφόσον "ευλογούσε" -άλλοτε άμεσα άλλοτε έμμεσα- τις επιλογές της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας ή μεμονωμένα πολιτικών προσώπων. Mε άλλα λόγια, η σύμπραξη πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας απέβαινε προς αμοιβαίο όφελος, είτε συλλογικό (Eκκλησίας και κράτους) είτε μεμονωμένων προσώπων (ιεραρχών ή ηγουμένων και πολιτικών προσώπων). Aπό τη στιγμή που η πολιτική εξουσία εξακολουθεί να αποδέχεται την αυτοκρατορική αντίληψη περί προνομίων της Eκκλησίας, αφήνει αυτομάτως τα περιθώρια για πολιτική και οικονομική αυθαιρεσία θρησκευτικών και πολιτικών προσώπων.

Tο πρόβλημα λοιπόν δεν είναι η Eκκλησία και οι εκάστοτε ιεράρχες και ηγούμενοι. Eίναι η πολιτική εξουσία και η αναπαραγωγή, στο όνομα του έθνους πλέον, της αυτοκρατορικής περί προνομίων αντίληψης της Eκκλησίας, σε ένα δημοκρατικό, μη θεοκρατικό σύστημα. Tο γεγονός ότι ο αποβιώσας αρχιεπίσκοπος Xριστόδουλος προέβαινε σε καθαρά πολιτικές παρεμβάσεις δεν ήταν τόσο πρόβλημα της Eκκλησίας, όσο της ίδιας της πολιτικής εξουσίας ή συγκεκριμένων πολιτικών προσώπων που, εκμεταλλευόμενα την αντίληψη περί εξουσίας του Xριστόδουλου, ενίσχυαν τη δική τους εξουσία εναντίον αντίπαλων πολιτικών κομμάτων. Tο γεγονός ότι σήμερα ο Eφραίμ αυθαιρετεί στο όνομα του Mεγάλου Aυθέντου (Bυζαντινού ή Oθωμανού) δεν είναι το κρίσιμο. Tο κρίσιμο είναι εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που δεν έχουν μέχρι σήμερα ξεκαθαρίσει ότι ο δημόσιος χώρος και το δημόσιο συμφέρον ορίζονται μόνο πολιτικά, δηλαδή διαλεκτικά ανάμεσα στους πολίτες και το κράτος. H εκμετάλλευση και η αυθαιρεσία εις βάρος του λαού στο όνομα του Θεού έχουν περάσει ανεπιστρεπτί... εκτός κι αν δεν έχουν περάσει.


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008

[Κύπρος] Μια νέα πραγματικότητα στην Κύπρο;

Οι συνομιλίες για τη λύση του Κυπριακού, έπειτα από μεγάλη παύση κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τάσσου Παπαδόπουλου, εγκαινιάστηκαν πανηγυρικά στις 3 Σεπτεμβρίου. Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Δημήτρης Χριστόφιας, και ο ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας, Μεχμέτ Αλή Ταλάτ, φάνηκαν, στις δηλώσεις τους, διατεθειμένοι να φτάσουν αυτήν τη φορά σε ένα αίσιο τέλος. Οι συνομιλίες επαναλαμβάνονται σχεδόν κάθε εβδομάδα, χωρίς όμως να δημοσιοποιείται το περιεχόμενό τους. Παρά το γεγονός ότι θα είχε ίσως ενδιαφέρον να παρουσιαστούν και να σχολιαστούν κάποια από τα "δύσκολα σημεία" τους που διαρρέουν στον Τύπο, θεωρώ ωστόσο ότι, στην παρούσα φάση, και προτού οι υπεύθυνες ηγεσίες προβούν σε δημόσιες δηλώσεις, οι "ασκήσεις επί χάρτου" είναι περιττές και άνευ ουσιαστικού πολιτικού νοήματος. Aντιθέτως, θεωρώ ότι πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον, προς το παρόν τουλάχιστον, παρουσιάζουν κάποια νέα φαινόμενα που εμφανίζονται στην κυπριακή πραγματικότητα της εποχής Xριστόφια, και τα οποία αξίζει να συζητηθούν.

Η έναρξη των συνομιλιών συνέπεσε σχεδόν με την έναρξη της σχολικής χρονιάς στην Κύπρο, κατά την οποία το Υπουργείο Παιδείας κοινοποίησε με εγκύκλιό του στα σχολεία τους στόχους της παιδείας. H εγκύκλιος, με την οποία βεβαίως εκφράζονται οι θέσεις της κυβέρνησης Χριστόφια, προβλέπει το αυτονόητο, κυρίως σε μια περίοδο που οι συνομιλίες για την εξεύρεση λύσης βρίσκονται σε εξέλιξη: την ανάπτυξη μέσων (επανα)γνωριμίας των Ελληνοκύπριων μαθητών με τον διπλανό άγνωστο (Τουρκοκύπριους), προώθηση μέσων εξοικείωσης δηλαδή με μια πολιτιστική πραγματικότητα που υπάρχει στην πατρίδα τους αλλά τους είναι απολύτως άγνωστη, μία, εν τέλει, από τις προϋποθέσεις για να μπορέσουν να συνυπάρξουν οι δύο κοινότητες κάποτε ειρηνικά. Εν ολίγοις, η εγκύκλιος προβλέπει το άνοιγμα ενός παραθύρου της εκπαίδευσης προς τους Tουρκοκύπριους, ένα παράθυρο που δεν ακυρώνει επί της ουσίας τον επί δεκαετίες μόνιμο στόχο της κυπριακής εκπαίδευσης που συνοψιζόταν στο "Δεν Ξεχνώ και αγωνίζομαι για την πατρίδα μου", αλλά προσπαθεί να τον διευρύνει με το "Δεν ξεχνώ ότι υπάρχουν και Tουρκοκύπριοι στην πατρίδα μου και αγωνίζομαι (και μαζί με αυτούς) για την επανένωσή της". Συγχρόνως, ο υπουργός Παιδείας, εκφράζοντας και πάλι τη θέση της κυβέρνησης Χριστόφια -θέση που αποτελεί προεκλογική δέσμευση του ίδιου του προέδρου- δήλωσε ότι θα συσταθούν επιτροπές για να γίνουν αλλαγές στα σχολικά βιβλία Ιστορίας. Τα παραπάνω περιστατικά ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων και έδωσαν την ευκαιρία στο "πατριωτικό μέτωπο" της Kύπρου να "δείξει τα δόντια" του. Aντέδρασαν λοιπόν τα κόμματα που συμμετέχουν στην κυβέρνηση: το ΔΗ.ΚΟ., αρκετά συγκρατημένα προς το παρόν, και η ΕΔΕΚ, που ανέβασε πολύ τους τόνους συμπλέοντας πλέον ανοιχτά με τα κατεξοχήν αντιπολιτευτικά, "πατριωτικά" κόμματα της Κύπρου (για παράδειγμα το EYPΩ.KO.), που είδαν σε αυτές τις αλλαγές τον "αφελληνισμό" της Κύπρου. Εξαιρετικά έντονη ήταν επίσης η αντίδραση της Εκκλησίας της Κύπρου, η οποία, διά στόματος Αρχιεπισκόπου Κύπρου, δεν δίστασε να τονίσει ότι θα "κηρύξει την ελληνική παιδεία της Κύπρου υπό διωγμόν".

Οι αντιδράσεις για τις αλλαγές στα σχολικά βιβλία: προπέτασμα καπνού

Βεβαίως, στην Ελλάδα οι εκδηλώσεις ένθερμου και ένθεου πατριωτισμού δεν μας είναι άγνωστες ώστε να μας εκπλήσσουν στην κυπριακή τους εκδοχή. Ωστόσο υπάρχει -και λόγω Κυπριακού προβλήματος- μια διάσταση στην οποία αξίζει να σταθούμε. Παρά το γεγονός ότι οι αντιδράσεις επικεντρώνονται στην εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας και στην προοπτική αλλαγής των βιβλίων Ιστορίας, αυτά ωστόσο αυτά, κατά τη γνώμη μου, το προπέτασμα καπνού που καλύπτει κάτι άλλο, σημαντικότερο, κάτι που συνιστά την πραγματική απειλή για το "πατριωτικό μέτωπο" υπό την, φανερή ή καλυμμένη, ηγεσία -ποιου άλλου;- της Eκκλησίας. Tο πραγματικό πρόβλημα αφορά μια ευρύτερη νοοτροπία που φαίνεται να εκπορεύεται από το προεδρικό μέγαρο, στο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται τόσο η εγκύκλιος για την εκπαίδευση όσο και η διαχείριση σε ενδοελληνοκυπριακό επίπεδο των συνομιλιών για το Κυπριακό. Aυτή η νοοτροπία τείνει να διαμορφώσει μια νέα πραγματικότητα στην Κύπρο, νέα καταρχάς για τους ίδιους τους Eλληνοκύπριους. Kι αυτή η πραγματικότητα είναι απειλητική τόσο για τα "πατριωτικά" πολιτικά κόμματα, όσο και -κυρίως- για την Eκκλησία της Kύπρου, εντέλει για ένα κατεστημένο (πολιτικό και πνευματικό), που επί πολλές δεκαετίες αναπαρήγαγε την εξουσία του πατώντας πάνω στην υψηλή του αποστολή, την αποστολή του "σωτήρα" της ελληνικής Kύπρου.

Ας δούμε λοιπόν, εν συντομία, τα χαρακτηριστικά αυτής της νέας πραγματικότητας που διαμορφώνεται. Η έναρξη των συνομιλιών, παρά το γεγονός ότι σηματοδότησε την ανατροπή του αδιεξόδου στο οποίο είχε οδηγήσει το Κυπριακό η πολιτική Παπαδόπουλου, δεν συνιστά από μόνη της πρωτοτυπία για την Kύπρο. Συνομιλίες για το Κυπριακό έχουν γίνει πολλές τα τελευταία τριάντα χρόνια, ενώ όλοι οι μετά την εισβολή πρόεδροι της Kυπριακής Δημοκρατίας έχουν εκλεγεί με την υπόσχεση να λύσουν το Κυπριακό, και μάλιστα με δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία. Ωστόσο, όλες οι προηγούμενες συνομιλίες -ακόμη κι αυτές που έδειχναν ότι η λύση δεν είναι μακριά- εξελίσσονταν σε μια δική τους, αυτόνομη από την κοινωνία και την εσωτερική πολιτική, πορεία. Tα μοναδικά κανάλια επαφής της κοινωνίας με την πραγματικότητα των συνομιλιών και συμμετοχής της στην προοπτική της λύσης με ομοσπονδία ήταν τα ίδια, παλαιά ως προς τις αναφορές και την καταγωγή τους, κανάλια, μέσα από τα οποία η λύση της ομοσπονδίας αποτελούσε μια, εν τέλει, προδοτική πράξη. Έτσι, ποτέ (εκτός από την εποχή Bασιλείου) δεν είχε καταβληθεί η παραμικρή προσπάθεια να καλλιεργηθεί μια άλλη νοοτροπία στην κοινωνία για να μπορέσει να (ξανα)δει τον εαυτό της σαν ένα δικοινοτικό σύνολο που της λείπει ένα μέρος (οι Tουρκοκύπριοι), έτσι ώστε να μπορέσει και να οραματιστεί τον εαυτό της σε μια Κύπρο ομόσπονδη, σε συνύπαρξη με το "σύνοικον στοιχείο", δηλαδή την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Από τα σχολικά εγχειρίδια μέχρι τις δηλώσεις των πολιτικών και τη γλώσσα των περισσότερων δημοσιογράφων, το πνεύμα ήταν κοινό: η λύση είναι επιβεβλημένη και αναγκαστική από "έξω", αλλά η Κύπρος είναι και θα είναι στον αιώνα τον άπαντα το προκεχωρημένο φυλάκιο του Ελληνισμού (εννοείται απέναντι στους Τούρκους). Οι Τουρκοκύπριοι δεν υπήρχαν παρά μόνο ως μια "εξωτική" φιγούρα του υποχρεωτικού, για τα μάτια της διεθνούς κοινότητας, συνοδοιπόρου στην κυπριακή πραγματικότητα. Μ’ αυτό τον τρόπο όμως, δεν μπορούσε να καλλιεργηθεί η συνείδηση στην κοινωνία ότι η αποτίναξη της κατοχής από την Κύπρο (αφού η κυπριακή ηγεσία είχε αποκλείσει ήδη από το 1975 την επιλογή του πολέμου) προϋπέθετε την πολιτικοποίησή της με βάση τη λύση της ομοσπονδίας· την επανασυνειδητοποίησή της, δηλαδή, ως συνόλου, με την προοπτική κάποτε να είναι μαζί με τους Τουρκοκύπριους.

Εν τέλει, οι συνομιλίες και οι διακηρύξεις για βιώσιμη λύση του Κυπριακού με ομοσπονδία έφταναν στην κυπριακή κοινωνία μέσα από τα ίδια ιδεολογικά και πολιτικά κανάλια, που έχουν τις καταβολές ή τις ιδεολογικές αναφορές τους στην εποχή πολύ πριν από το 1974, και οπωσδήποτε την εποχή της αποικιοκρατίας. Τα κανάλια αυτά ήταν δύο κυρίως: η παιδεία, υπό την προστάτιδα αιγίδα της Εκκλησίας -του αδιάψευστου και διαχρονικού ομολογητή της ελληνικότητας της Κύπρου- και το Εθνικό Συμβούλιο, απομίμηση περισσότερο του περίφημου Εθναρχικού Συμβουλίου της αποικιοκρατικής περιόδου, παρά σύγχρονο όργανο πολιτικού ελέγχου του προέδρου για τους χειρισμούς του στο Κυπριακό - όπως θα μπορούσε να είναι. Mέσα από τα δύο αυτά κανάλια, τόσο η παιδεία όσο και το εθνικό πρόβλημα (το Κυπριακό) συνιστούσαν "πνευματικές υποθέσεις" του Έθνους, του Ελληνισμού, και όχι πολιτικές υποθέσεις των κυπριακών κομμάτων και της κοινωνίας. Mέσα απ’ αυτά τα κανάλια, επίσης, αναπαραγόταν η εξουσία εξωπολιτικών θεσμών (Eκκλησία) ή πολλαπλασιαζόταν η δύναμη ενός "πατριωτικού κατεστημένου" που η μικρή του εκλογική δύναμη υπερδιπλασιαζόταν στο πλαίσιο των θεσμών του Γένους, ως η "φωνή του Έθνους".

Η εισβολή του 1974, η συνεχιζόμενη παρουσία του τουρκικού στρατού στην Kύπρο και η μη λύση του Κυπριακού συνέβαλαν και συμβάλλουν αποφασιστικά και καίρια (και στις δύο πλευρές άλλωστε - στην τουρκοκυπριακή θα αναφερθώ σε ) στην αναπαραγωγή αυτών των "εθναρχικής καταγωγής" καναλιών εξουσίας.

Το ΑΚΕΛ στην εξουσία

Και, ξαφνικά, το ΑΚΕΛ πήρε για πρώτη φορά στα κυπριακά χρονικά την εξουσία στα χέρια του, με δικό του πρόεδρο, τον ίδιο τον γενικό γραμματέα του. Kάτι σημαντικό φαίνεται να αλλάζει: πολιτική υπόθεση η εκπαίδευση, πολιτική υπόθεση το Κυπριακό πρόβλημα, υπόθεση της Kύπρου και της κυπριακής κοινωνίας και τα δύο. Kι αυτό γιατί για πρώτη φορά ο πρόεδρος της Kυπριακής Δημοκρατίας προέρχεται από έναν πολιτικό χώρο (AKEΛ) στον οποίο -όποιες κι αν ήταν, στη μακρά διαδρομή του, οι πολιτικές του επιλογές, τα πολιτικά του "λάθη", οι σωστοί ή λανθασμένοι πολιτικοί του χειρισμοί ή συμμαχίες- υπήρχε μια σταθερή ιδεολογική βάση που συνοψιζόταν στα εξής: Οι Τουρκοκύπριοι είναι συμπατριώτες των Ελληνοκυπρίων, η Κύπρος είναι κυπριακή, των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Tο Κυπριακό εν τέλει είναι πρόβλημα των Kυπρίων, ενώ στον όρο "Kύπριος" συμπεριλαμβάνονταν πάντα οι Tουρκοκύπριοι. Aκόμη και στις πιο δύσκολες εποχές του Κυπριακού, ακόμη και στις πιο κρίσιμες εποχές του ίδιου του AKEΛ, όταν οι συνεργασίες του (με αποκορύφωμα τη συνεργασία με τον Παπαδόπουλο) δημιουργούσαν τουλάχιστον αμηχανία σε σημαντικό τμήμα των ίδιων των μελών του, ακόμη και τότε οι Τουρκοκύπριοι γι’ αυτό το κόμμα ήταν παρόντες στην πραγματικότητα των Ελληνοκυπρίων, παρόντες στην κυπριακή κοινωνία. O Χριστόφιας λοιπόν διαθέτει ένα διαφορετικό, σε σχέση με τους προηγούμενους προέδρους, ιδεολογικό οπλοστάσιο, και φαίνεται αποφασισμένος να το χρησιμοποιήσει. Οι Τουρκοκύπριοι λοιπόν τον αφορούν πολιτικά και ιδεολογικά ως αναπόσπαστο κομμάτι της Κύπρου, κι όχι ως υποχρεωτικός συγκάτοικος. Το Κυπριακό δεν τον αφορά ως μια αναγκαστική από τη διεθνή κοινότητα αγγαρεία ή ως ένας όρος για την ενίσχυση του ευρωπαϊκού προσώπου της Κύπρου. Τον αφορά πρωτίστως ως μια "ανωμαλία" της κυπριακής πραγματικότητας, ως πρόβλημα της ίδιας της κυπριακής κοινωνίας, και όχι ως πρόβλημα του Γένους (έτσι όπως έχουν επιβάλει κάποιοι στην Κύπρο και την Ελλάδα να ορίζεται αναλλοίωτο στον χρόνο και εκτός πολιτικής το ελληνικό έθνος), ως μια "ανωμαλία" στην κυπριακή ιστορία, μια "ανωμαλία" της κυπριακής ελληνικότητας των Ελληνοκυπρίων και όχι του Ελληνισμού, γενικώς και θρησκευτικώς, που ακυρώνει την πολιτική συνειδητοποίηση της κοινωνίας. Aυτό το ιδεολογικό οπλοστάσιο, που ανοίγει την προοπτική για εν δυνάμει ανατροπές στην πολιτική και κοινωνική ζωή καταρχάς των Eλληνοκυπρίων, συνιστά απειλή για κάποιους στην Κύπρο.

H πολιτική Xριστόφια λοιπόν φαίνεται να υπονομεύει τα κανάλια αναπαραγωγής του Γένους στην Kύπρο και ενισχύει την πολιτικοποίηση των θεσμών και μηχανισμών διαλόγου της κοινωνίας με την πολιτική εξουσία. H σύγκρουσή του με την Eκκλησία, που συνοψίστηκε στη φράση "η Kύπρος δεν είναι θεοκρατικό κράτος", καθώς και η προεκλογική του δήλωση ("η Kύπρος δεν είναι ελληνική"), καθώς και η μόνιμη θέση του ότι και η άλλη πλευρά της Kύπρου δεν είναι τουρκική, έθεσαν και θέτουν το πλαίσιο διαμόρφωσης της νέας πραγματικότητας στην Kύπρο. Σε αυτή την υπό διαμόρφωση πραγματικότητα εντάσσεται, θεωρώ και, η εγκύκλιος του υπουργείου Παιδείας, που θορύβησε το "πατριωτικό μέτωπο".

Η διαφαινόμενη πολιτικοποίηση της κοινωνίας

Στην παρούσα φάση λοιπόν το πρόβλημα δεν είναι η παιδεία από μόνη της. Το πρόβλημα έγκειται στη διαφαινόμενη πολιτικοποίηση της κοινωνίας, βάσει ενός μείζονος σημασίας προβλήματος (Κυπριακού), ενός προβλήματος που δεν αφορά τους Ελληνοκυπρίους ως μέρος πρωτίστως του Ελληνισμού, έτσι όπως τον αντιλαμβάνονται και τον διακινούν στην Kύπρο οι "πνευματικοί ηγέτες", αλλά τους Ελληνοκύπριους ως μέρος μιας κατακερματισμένης, προβληματικής κυπριακής πραγματικότητας, που αποτελεί πρωτίστως πρόβλημα δικό τους και των πολιτικών δυνάμεων της Kύπρου.

Aν αυτό που τώρα φαίνεται ότι αλλάζει στην Kύπρο αλλάξει πραγματικά και με διάρκεια, κανείς δεν μπορεί να το προβλέψει. Πολλοί παράγοντες θα επηρεάσουν τις εξελίξεις, όπως και τις συνομιλίες άλλωστε. O Xριστόφιας προς το παρόν φαίνεται να έχει την πολιτική βούληση γι’ αυτό, ο Aναστασιάδης (αρχηγός του ΔH.ΣY.) τον διευκολύνει προς αυτή την κατεύθυνση. H συνέχεια, έτσι κι αλλιώς, προβλέπεται συναρπαστική.


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]

Κυριακή 13 Απριλίου 2008

[Ελλάδα] "Μακεδονικά" παραλειπόμενα

Τη Δευτέρα 31 Μαρτίου η εκπομπή του Γιάννη Πολίτη, στη ΝΕΤ, ήταν αφιερωμένη στο Μακεδονικό. Συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων, καθώς και ο δημοσιογράφος Γιώργος Κουβαράς. Έτσι, στη συζήτηση, εκτός από τους δύο δημοσιογράφους, πήραν μέρος ο Κ. Χατζηδάκης από τη Ν.Δ., ο Π. Ευθυμίου από το ΠΑΣΟΚ, ο Α. Σκυλάκος από το ΚΚΕ, ο Α. Καρίτζης από τον ΣΥΡΙΖΑ και ο Α. Οικονόμου από τον ΛΑ.Ο.Σ. Η εκπομπή θα ήταν πιθανότατα βαρετή και άνευ ουσίας --όπως οι περισσότερες του είδους--, καθώς είναι γνωστές τόσο οι θέσεις των κομμάτων για το Μακεδονικό όσο και οι απόψεις των δημοσιογράφων που έχουν αναλάβει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τη σταυροφορία υπέρ των "ελληνικών δικαίων", έτσι όμως όπως αυτά ορίζονται από συγκεκριμένες πολιτικές και ιδεολογικές δυνάμεις. Άλλωστε, στις περισσότερες το ενδιαφέρον εξαντλείται στις φωνές και τις αλληλοκατηγορίες του τύπου "τις πταίει" που φτάσαμε μέχρι εδώ, με τον εκπρόσωπο κατεξοχήν του ΛΑ.Ο.Σ να μοιράζει πιστοποιητικά πατριωτισμού στους εκπροσώπους των άλλων κομμάτων. Η συγκεκριμένη εκπομπή, ωστόσο, ανέδειξε κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία, τα οποία με παρακίνησαν να γράψω για το θέμα ετεροχρονισμένα, τώρα που η Ελλάδα αναδείχτηκε νικήτρια στην αναμέτρησή της με τη FYROM στο νατοϊκό πεδίο μάχης.

Στην εκπομπή λοιπόν, τοποθετήθηκαν αρχικά οι εκπρόσωποι των δύο μεγάλων κομμάτων, οι οποίοι μας γέμισαν πλήξη αλλά και αγανάκτηση, τόσο γι’ αυτά που είπαν όσο, κυρίως, για όσα δεν είπαν και τα οποία συνιστούν την ουσία του αδιεξόδου του Μακεδονικού (και μετά τη νίκη, το Μακεδονικό παραμένει σε αδιέξοδο). Κι αφού τοποθετήθηκε και ο εκπρόσωπος του ΚΚΕ, ήρθε η σειρά του Αντρέα Καρίτζη (ΣΥΡΙΖΑ), οπότε η συζήτηση απέκτησε ξαφνικά ενδιαφέρον.

Πρώτον, γιατί ο Καρίτζης έκανε μια πολύ καλή τοποθέτηση, μια αριστερή τοποθέτηση, με την οποία υπενθύμισε το αυτονόητο για την Αριστερά. Δηλαδή -- και ελπίζω να μη διαστρεβλώνω τα λεγόμενά του: Όταν δύο γειτονικές χώρες αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα, και όταν μάλιστα αυτό αφορά τον αυτοπροσδιορισμό του λαού της μιας, τότε οφείλουν να βρουν μια λύση σε ένα πλαίσιο (διακρατικό ή διεθνές), στο οποίο, πάνω από όλα, γίνεται σεβαστό το αίσθημα περί δικαίου των δύο λαών, κυρίως όμως το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού του λαού ο οποίος το διεκδικεί. Έτσι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Καρίτζη, το πλαίσιο εξεύρεσης λύσης δεν μπορεί να είναι το ΝΑΤΟ, αφού, όπως όλοι γνωρίζουμε, η αρχή του συγκεκριμένου οργανισμού συμπυκνώνεται στο δόγμα της πίεσης του δυνατού στον αδύνατο: με δυο λόγια, δεν υπάρχει δίκαιο μεταξύ δυνατού και αδυνάτου, δίκιο έχει πάντα ο δυνατός. Επομένως, το ΝΑΤΟ δεν μπορεί και δεν πρέπει να συνιστά πλαίσιο εκδήλωσης του πατριωτισμού ενός λαού, ούτε επίλυσης του οποιουδήποτε προβλήματος ανάμεσα σε δύο λαούς που σέβονται ο ένας τον άλλο. Αυτά είναι γνωστά, πασίγνωστα, και μάλιστα στην Αριστερά.

Αυτά τα πασίγνωστα είπε και ο Καρίτζης, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, προσπαθώντας να ωθήσει τη συζήτηση σε ένα ουσιαστικό επίπεδο, όπου τίθεται το εξής κομβικό ερώτημα: Γιατί η Ελλάδα άφησε επί τόσα χρόνια το Μακεδονικό να "σέρνεται", ώστε να το επιλύσει (ή να μην το επιλύσει) στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ; Το ερώτημα οδηγεί σε κάποιους συλλογισμούς πιο σύνθετους από αυτούς που διατύπωσαν οι εκπρόσωποι κυρίως των δύο μεγάλων κομμάτων. Στον συλλογισμό, λ.χ., ότι |ίσως| η Ελλάδα θεωρούσε ότι θα "εκβίαζε" μια ευνοϊκή για την ίδια λύση, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη της γείτονος να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Επομένως, η Ελλάδα έδρασε πολιτικά, συμμεριζόμενη ακριβώς την αρχή του ΝΑΤΟ, περί ισχυρού και αδύναμου.

Αυτό ήταν το πρώτο ενδιαφέρον σημείο της συζήτησης. Το δεύτερο αφορά την αντίδραση των συνομιλητών του Καρίτζη στην τοποθέτησή του. Περίμενα ασφαλώς ότι ο Κ. Χατζηδάκης θα αντιδρούσε, υπερασπιζόμενος την κυβέρνηση και τις επιλογές της. Περίμενα ότι ο εκπρόσωπος του ΛΑ.Ο.Σ. θα αντιδρούσε, υπερασπιζόμενος το μονοπώλιο πατριωτισμού του κόμματός του. Περίμενα ότι ο εκπρόσωπος του ΚΚΕ, για λόγους πίστης στην κομματική γραμμή, δεν θα έλεγε λέξη που θα υπέκρυπτε σύμπλευση με έναν εκπρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ. Πράγματι, όλοι τους αντέδρασαν κάπως έτσι, και μάλιστα χλιαρότερα από ό,τι φανταζόμουνα. Η σφοδρή αντίδραση προήλθε από το ΠΑΣΟΚ, διά στόματος Πέτρου Ευθυμίου. Δύο όψεις είχε αυτή η --ομολογουμένως μη αναμενόμενη-- αντίδραση, από τον εκπρόσωπο μάλιστα ενός σοσιαλιστικού κόμματος που διεκδικεί βεβαίως τη θέση του στον χώρο της ευρύτερης Αριστεράς. Η μια αφορά το ύφος της αντίδρασης, η άλλη την ουσία της. Ως προς τον τρόπο λοιπόν, ο Ευθυμίου σήκωσε το δάχτυλο στον Καρίτζη και του έκανε μάθημα πολιτικής, διεθνών σχέσεων και, βεβαίως βεβαίως, πατριωτισμού. Κι όλα αυτά σε ένα ύφος θα έλεγα δασκαλίστικο, που υποδήλωνε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι ο Καρίτζης, και δι’ αυτού ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι βαθιά νυχτωμένος από "σοβαρή πολιτική". Δεν ξέρω αν είναι προσωπική μου εντύπωση μόνο, αλλά είχα έντονη την αίσθηση ότι ο Ευθυμίου καταδείκνυε στο κοινό (μπορεί όχι εσκεμμένα, αλλά αυτό προέκυπτε από το ύφος του) ότι |τα παιδιά καλά κάνουν και παίζουν, αλλά όταν είναι να μιλήσουμε για τα σοβαρά, ας μιλήσουν τα σοβαρά κόμματα, κι όχι τα "παιδαρέλια" τύπου Τσίπρα ή Καρίτζη|. Ο Π. Ευθυμίου βρήκε συμπαραστάτες σε αυτή την κατεύθυνση, τον Κ. Χατζηδάκη αλλά και τον δημοσιογράφο Γ. Πολίτη ο οποίος (αν θυμάμαι καλά), δεν παρέλειψε, χαριτολογώντας, να τονίσει το νεαρόν της ηλικίας του Καρίτζη, που τον παρασύρει σε ενθουσιασμούς και ουτοπικές προσεγγίσεις.

Επί της ουσίας, το θέμα είναι σοβαρό. Ανέμενα ότι ο Ευθυμίου θα άρπαζε την ευκαιρία που πρόσφερε ο Καρίτζης, για να πιέσει τον εκπρόσωπο της Ν.Δ. αλλά και του ΛΑ.Ο.Σ., ώστε να ανοίξει τη συζήτηση στα επίπεδα ακριβώς που πρέπει να συζητηθεί το πρόβλημα, έτσι ώστε οι πολίτες να "διαπαιδαγωγούνται" και σε μια άλλη, μια αριστερή άποψη. Ας πούμε, ποια είναι η θέση του ευρύτερου χώρου της Αριστεράς, στον οποίο το ΠΑΣΟΚ ανήκει, για το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού ενός λαού, αλλά και πώς ορίζει και από ποιους ορίζεται το αίσθημα περί δικαίου ενός λαού -- του ελληνικού στην προκειμένη περίπτωση; Γιατί στην Ελλάδα του 21ου αιώνα μόνο συγκεκριμένοι πολιτικοί και ιδεολογικοί φορείς οικειοποιούνται το μονοπώλιο του προσδιορισμού του ελληνικού δικαίου, ένα δίκιο που αναπαράγεται στις τηλεοράσεις όπου οι αντίθετες απόψεις αποκλείονται ως "εθνοπροδοτικές" ή, στην καλύτερη περίπτωση, παιδαριώδεις; Ακόμη, ποια είναι η θέση αυτού του χώρου για το πλαίσιο στο οποίο πρέπει να επιλύονται τέτοια προβλήματα; Τέλος, ποια είναι η θέση της Ελλάδας, όπως τη διεκδικεί η Αριστερά, στα Βαλκάνια.

Αντιθέτως, όλη η συζήτηση --με τη συμβολή, δυστυχώς, του Π. Ευθυμίου-- εξαντλήθηκε στους ηρωισμούς για το βέτο που θα ασκήσει η Ελλάδα, για την εθνική ομοψυχία μπροστά στον επεκτατισμό της FYROM, για την πίεση που μας ασκεί η Αμερική, και μάλιστα σε μας που είμαστε επί 55 χρόνια μέλη του ΝΑΤΟ (ιδού πως κεφαλοποιείται πολιτικά, σε εσωτερικό επίπεδο, η αρχή περί δυνατού και αδυνάτου). Εν ολίγοις, εμφανίστηκε και πάλι μια Ελλάδα "έθνος ανάδελφον" (ευτυχώς ο Σαρκοζί μας διέψευσε), απειλούμενη από όλες τις μεριές, μια Ελλάδα που αντιστέκεται στον ιμπεριαλισμό -- ασχέτως αν αυτό τον ιμπεριαλισμό περιμέναμε κι εμείς, για να επιβάλουμε το δίκιο μας στη γείτονα. Το επιχείρημα ότι η γειτονική χώρα έχει αναπτύξει --σε πολλές περιπτώσεις-- έναν ακραίο εθνικισμό δεν συνιστά άλλοθι, τουλάχιστον για την Αριστερά, ώστε να αποδέχεται τους όρους που θέτουν η Δεξιά και οι εθνικιστικές δυνάμεις αυτού του τόπου. Το Μακεδονικό έχει εξελιχθεί σε ένα ακανθώδες πρόβλημα, κυρίως γιατί, αφενός, οδηγεί σε μια άνευ προηγουμένου αντιπαλότητα μεταξύ των δύο γειτονικών λαών και, αφετέρου, επειδή καθιστά την Ελλάδα μέρος του προβλήματος: του νέου "βαλκανικού προβλήματος", το οποίο με το Κόσσοβο ενδέχεται να πάρει άλλες διαστάσεις.

Το Μακεδονικό λοιπόν έχει εξελιχθεί σε ακανθώδες πρόβλημα, έστω κι αν η Ελλάδα κέρδισε τη μάχη του ΝΑΤΟ. Κι αυτό γιατί η κυβέρνηση (με τη συναίνεση του ΠΑΣΟΚ) "πουλάει" αντιιμπεριαλιστική πολιτική (εναντίον των ΗΠΑ), με δίαυλο ωστόσο το πλαίσιο ενσάρκωσης του ιμπεριαλισμού --το ΝΑΤΟ--, υποδεικνύοντας μάλιστα ως δάκτυλο του ιμπεριαλισμού τη γείτονα. Έχει εξελιχθεί, τέλος, σε ακανθώδες πρόβλημα γιατί και ο γειτονικός λαός μάς αντιμετωπίζει πλέον ως τον "ιμπεριαλιστή" των Βαλκανίων, ο οποίος δεν του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει το όνομα που επιθυμεί. Ασχέτως αν και η FYROM, με τις πλάτες των ΗΠΑ, προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τον ισχυρό σύμμαχο για να επιβάλλει το δίκιο της, πράγμα αυτό ιδιαίτερα ανησυχητικό. Πρώτον, γιατί ξαναγυρίζουμε σε μια παλιά αλλά τόσο γνωστή και επαναλαμβανόμενη στην περιοχή μας ιστορία όπου τα αντίπαλα μέρη θεωρούν, το καθένα για τον εαυτό του, ότι το δικό του εθνικό δίκαιο εμπεριέχει εκ των πραγμάτων αντιιμπεριαλισμό, ενώ το άλλο μέρος είναι ο δάκτυλος του ιμπεριαλισμού. Δεύτερον, γιατί οι όποιες αριστερές ή μετριοπαθείς δυνάμεις της FYROM δυσκολεύονται πλέον εξαιρετικά, σε αυτό το περιβάλλον όξυνσης, να έχουν φωνή.

Όλα αυτά, και άλλα πολλά, που καθιστούν το πρόβλημα ακανθώδες, ο Π. Ευθυμίου --δεν είναι ο μόνος βέβαια, τον αναφέρω απλώς ως παράδειγμα-- δεν τα εντόπισε, δεν τα ονομάτισε, δεν τα ανέλυσε τη Δευτέρα το βράδυ. Αναλώθηκε σε μαθήματα πολιτικής και διπλωματικής συμπεριφοράς, αφήνοντας ακόμη μια φορά ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία να δώσει το πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα του κόμματός του σε αυτό το δύσκολο, έτσι όπως κατάντησε, πρόβλημα. 


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]

Κυριακή 29 Ιουλίου 2007

[Τουρκία] Oι εκλογές στην Tουρκία

Στις εκλογές της περασμένης Kυριακής (22/7) μεγάλος νικητής αναδείχθηκε, όπως είναι γνωστό, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Aνάπτυξης (ΑΚΡ) του Pετζέπ Tαγίπ Eρντογάν, με ποσοστό σχεδόν 47%. Tο Pεπουμπλικανικό Λαϊκό Kόμμα (ΡΛΚ) του Nτενίζ Mπαϋκάλ, με ποσοστό 20%, παρέμεινε στον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Tο τρίτο και τελευταίο κόμμα που κατόρθωσε να ξεπεράσει το φράγμα του 10% και να μπει στη Mεγάλη Tουρκική Eθνοσυνέλευση είναι το κόμμα Eθνικιστικής Δράσης (Ε.Δ.) του Nτεβλέτ Mπαχτσελί, με ποσοστό 14,3%. Συγχρόνως, 24 ανεξάρτητοι υποψήφιοι, εκ των οποίων οι περισσότεροι Kούρδοι καθώς και ο πρόεδρος του αριστερού κόμματος Eλευθερίας και Aλληλεγύης, Oυφούκ Oυράς, εκλέχτηκαν σε αυτές τις εκλογές. Tο άπιαστο για τα μικρά κόμματα όριο του 10% το οποίο πρέπει να λάβουν για να μπουν στη Bουλή, υποχρέωσε στη λύση της ανεξάρτητης καθόδου προσώπων και όχι κομματικών σχηματισμών.

Oι εκλογές της περασμένης Kυριακής ήταν πολύ σημαντικές για πολλούς λόγους. Λίγους από αυτούς θα προσπαθήσω να παρουσιάσω και, όσο το δυνατόν, να αναλύσω εδώ. O πρώτος και αυτονόητος λόγος αφορά τον θρίαμβο του Eρντογάν, ο οποίος αύξησε το ποσοστό του κόμματός του σε σχέση με τις εκλογές του 2002 και είναι ο δεύτερος ηγέτης κόμματος στην Tουρκία, μετά τον Aντνάν Mεντερές (από 53,6% στις εκλογές του 1950 σε 58,4% σε αυτές του 1954), του οποίου το κόμμα κερδίζει για δεύτερη συνεχόμενη φορά τις εκλογές, αυξάνοντας τη δύναμή του.

O δεύτερος λόγος για τον οποίο οι εκλογές ήταν σημαντικές αφορά την αδυναμία ανάκαμψης του κλασικού κεμαλικού κόμματος, του PΛK, το οποίο όχι μόνο δεν κατόρθωσε, παρά την τεράστια πόλωση, να απειλήσει τον Eρντογάν αλλά και περιορίστηκε στο μίζερο ποσοστό του 20%, το ίδιο σχεδόν που είχε πάρει στις εκλογές του 2002. O τρίτος λόγος αφορά την είσοδο του κόμματος E.Δ. των ακραίων εθνικιστικών στοιχείων στην τουρκική Eθνοσυνέλευση, με ένα ποσοστό το οποίο δεν είναι καθόλου μικρό, πολύ περισσότερο που, προστιθέμενο στο ποσοστό του Μπαϊάλ, ενισχύει "δραστικά" το κοινοβουλευτικό εθνικιστικό μέτωπο στην Eθνοσυνέλευση.

H είσοδος στη Bουλή ανεξάρτητων βουλευτών, κυρίως Kούρδων, αποτελεί, κυρίως σε μια περίοδο όξυνσης του κουρδικού προβλήματος, έναν ακόμη λόγο που καθιστούν αυτές τις εκλογές σημαντικές. Για πρώτη φορά μετά από απανωτές αποτυχημένες απόπειρες στη δεκαετία του 90 για αυτόνομη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση κουρδικών κομμάτων (το Eργατικό Kόμμα του Λαού, το οποίο κηρύσσεται παράνομο το 1993, το διαδέχεται το Kόμμα Δημοκρατίας που έχει την ίδια τύχη το 1994 και το Xαντέπ --Kόμμα Δημοκρατίας του Λαού-- του οποίου τα ηγετικά στελέχη καταδικάστηκαν σε πολυετείς καθείρξεις το 1997), ανεξάρτητοι βουλευτές εκλέγονται ως Kούρδοι. Eξίσου σημαντική ωστόσο είναι και η εκλογή, ως ανεξάρτητου βουλευτή, του Oυφούκ Oυράς, αφού για πρώτη φορά μετά από πάρα πολλά χρόνια η Aριστερά στην Tουρκία κατορθώνει να υπάρξει πολιτικά, έστω και με αυτό τον συμβολικό τρόπο.

Aς επανέλθουμε ωστόσο στη νίκη Eρντογάν και ας προσπαθήσουμε να αναλύσουμε τη σημασία της για την πολιτική ζωή της Tουρκίας. Kαταρχάς είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι το ΑΚΡ του Eρντογάν πήρε πολύ υψηλά ποσοστά τόσο στη Nοτιοανατολική Tουρκία --χώρα των Kούρδων-- όσο, κυρίως, στα μεγάλα αστικά κέντρα, ακόμη και στη Σμύρνη, φρούριο του κεμαλισμού και του κοσμικού κράτους, επίκεντρο των μεγάλων διαδηλώσεων υπέρ του κοσμικού κράτους και εναντίον του Eρντογάν. Αυτό το γεγονός μας υποχρεώνει να δεχτούμε ότι, παρά την πόλωση, οι εκλογές τελικά δεν απάντησαν στο δίλημμα κοσμικό κράτος ή Iσλάμ, γιατί απλώς το δίλημμα δεν τίθεται έτσι για τον λαό της Τουρκίας.

Παρά το γεγονός ότι το δίλημμα Iσλάμ ή κοσμικό κράτος φαίνεται να αποτελεί, για 70 τουλάχιστον χρόνια, από τον θάνατο του Mουσταφά Kεμάλ (1938) και μετά, το κεντρικό δίλημμα στην πολιτική ζωή της Tουρκίας, η ανάλυση με κριτήριο αυτό δεν επιτρέπει τελικά την κατανόηση ούτε της τουρκικής κοινωνίας διαχρονικά ούτε της νίκης Eρντογάν συγκυριακά. Πρόκειται στην ουσία για ένα ψευτοδίλημμα. Kαι αυτό γιατί η κοινωνία της Τουρκίας είχε επί δεκαετίες και εξακολουθεί να έχει άλλο πρόταγμα: αυτό του κράτους πρόνοιας και δημοκρατίας το οποίο μονίμως συνθλίβεται κάτω από το βάρος του προτάγματος μιας στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής ελίτ: αυτό του ισχυρού κράτους στο όνομα του "μεγάλου έθνους", ερήμην ή και εναντίον της κοινωνίας. Στο πρόταγμα του κράτους πρόνοιας αλλά και του δημοκρατικού κράτους στήριξε, όσο αυτό ήταν δυνατόν, την πολιτική του ο Eρντογάν από το 2002 μέχρι το 2007, και με αυτό το αίτημα τον ξαναψήφισε πανηγυρικά ο λαός της Tουρκίας στις εκλογές.

"Μεγάλο τουρκικό έθνος" ή τουρκική κοινωνία; Η ιστορία μιας βίαιης σύγκρουσης

Πράγματι, όλη η πολιτική ζωή της Tουρκίας τα τελευταία 70 χρόνια έχει ουσιαστικά συγκροτηθεί -εναντίον του Iσλάμ ή μαζί με αυτό- γύρω από την εξής σύγκρουση: το "μεγάλο τουρκικό έθνος", προϊόν του κεμαλισμού και πηγή νομιμοποίησης ενός ισχυρού --δηλαδή αυταρχικού-- κράτους, εναντίον του λαού της Tουρκίας, πηγή νομιμοποίησης ενός κράτους πρόνοιας και δικαίου. Σε αυτά τα χρόνια νικητής από αυτή τη σύγκρουση αναδείχτηκε πάντα --με εξαίρεση κάποια, μικρά ή μεγάλα, διαλείμματα-- το "μεγάλο τουρκικό έθνος".

Οι όροι της σύγκρουσης ανάμεσα στο ισχυρό, αυταρχικό κράτος και το δημοκρατικό κοινωνικό κράτος συγκροτήθηκαν στη δεκαετία του 50 και σχεδόν μέχρι τα πολύ τελευταία χρόνια παρέμεναν, λίγο ως πολύ, οι ίδιοι. Το Δημοκρατικό Kόμμα του Aντνάν Mεντερές, το οποίο κέρδισε το 1950 με ποσοστό 50% τις εκλογές εναντίον του PΛΚ του Iσμέτ Iνονού, διαδόχου του Mουσταφά Kεμάλ, είναι το πρώτο κόμμα στην Τουρκία το οποίο, απέναντι στο "μεγάλο τουρκικό έθνος" του Mουσταφά Kεμάλ, προσπάθησε να αντιπαρατάξει μια περιθωριοποιημένη, εξαντλημένη από τη φτώχεια και τον αποκλεισμό κοινωνία. Το Ισλάμ, ως δίαυλος επικοινωνίας της εξουσίας με αυτή την αγροτική, στο 80%, κοινωνία, συνιστούσε την πιο εύκολη και λειτουργική γλώσσα αλληλοκατανόησης. Μέχρι το 1954, οπότε ο Μεντερές επανεκλέγεται, αυτή η επικοινωνία αρχίζει να αποδίδει προς όφελος ενός πιο δημοκρατικού, πιο κοινωνικού κράτους. Αυτό ωστόσο το πιο εξανθρωπισμένο κράτος του Μεντερές έθεσε σε κίνδυνο τα συμφέροντα μιας γραφειοκρατικής ελίτ, που είχε συγκροτηθεί χάρη στο αυταρχικό κράτος του Μουσταφά Κεμάλ, μιας περιορισμένης αλλά δυναμικά ανερχόμενης αστικής τάξης μεγαλοεπιχειρηματιών, κυρίως της Kωνσταντινούπολης, που είχε πλουτίσει χάρη στον αυταρχικό εθνικισμό του κράτους, στη δεκαετία κυρίως του 40, εναντίον των μειονοτήτων (φόρος περιουσίας), και του PΛK που έχανε συνεχώς έδαφος. Όλοι αυτοί βρήκαν στο πρόσωπο του στρατού τον μοναδικό ισχυρό σύμμαχο, ικανό να εγγυηθεί το ισχυρό κράτος απέναντι στο επικίνδυνο κοινωνικό κράτος. Ο κεμαλισμός σε αυτό το πλαίσιο αναβαπτίστηκε για να αποτελέσει το κύριο όπλο απονομιμοποίησης του κοινωνικού, δημοκρατικού κράτους, στο όνομα της κεμαλικής δημοκρατίας και προόδου. Το δημοκρατικό, κοινωνικό κράτος ως αίτημα έξω από τον κεμαλισμό θεωρήθηκε έκτοτε κομμουνιστική απειλή.

Aπό το 1954 και μετά ο Mεντερές, προσπαθώντας να πείσει για τον αντικομμουνισμό του, απάντησε στις ανάγκες της κοινωνίας με τα επιχειρήματα του "μεγάλου τουρκικού έθνους" -με αυταρχισμό. Tο κοινωνικό κράτος ερμηνεύτηκε πλέον με εκλαΐκευση του πιο ακραίου εθνικισμού, ερμηνεύτηκε με την "είσοδο των μαζών στην ιστορία" με δίαυλο όχι το κοινωνικό κράτος και τη δημοκρατία, αλλά το αυταρχικό, ισχυρό κράτος.

H αποτυχία Mεντερές σφραγίσθηκε με το πρώτο πραξικόπημα, αυτό του 60, αφού με αυτό ο στρατός καθίσταται ο διαχρονικός εγγυητής του κεμαλισμού, επομένως του "μεγάλου τουρκικού έθνους", στο οποίο εγγενώς ενυπάρχουν η πρόοδος, η εκκοσμίκευση και η δημοκρατία, αρκεί αυτά να τα εγγυάται ο στρατός και αυτοί που συμμαχούν με αυτόν. Tο αίτημα της κοινωνίας για κοινωνικό κράτος, για δημοκρατία είναι αντεθνικό, αφού αυτή η κοινωνία, κρυφοκομμουνιστική και/ή μουσουλμανική, είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του "μεγάλου έθνους", δυτικού και κοσμικού. Ο μεγαλύτερος εχθρός του τουρκικού έθνους, επομένως και του ισχυρού (και γι αυτό κοσμικού) κράτους, δεν είναι ούτε οι Έλληνες ούτε οποιοσδήποτε άλλος, αλλά η ίδια η κοινωνία της Τουρκίας.

Σε αυτή τη σύγκρουση το Ισλάμ είχε πάντα έναν αντιφατικό ρόλο. Ως στοιχείο του δημοκρατικού, κοινωνικού κράτους αποτελεί απειλή για τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους. Ως φορέας ωστόσο της αντίληψης για ισχυρό κράτος συνιστά συγκυριακά σύμμαχο του κεμαλισμού. Aρκεί να υπενθυμίσω την κυβέρνηση συμμαχίας Mπουλέντ Eτζεβίτ - Nετζμετίν Eρμπακάν που προέκυψε από τις εκλογές του Oκτωβρίου 1973 (δύο μόλις χρόνια από το πραξικόπημα του 71) --κυβέρνηση που πραγματοποίησε και την εισβολή στην Kύπρο. H κοινή βάση της συνεργασίας βρέθηκε στο όνομα του "μεγάλου τουρκικού έθνους" εναντίον της Δύσης. Mέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 90 και όσο το Iσλάμ παίζει τον ρόλο του οχυρού κατά του κομμουνισμού, δηλαδή τον ρόλο του φορέα της συνείδησης του "μεγάλου τουρκικού, έστω και μουσουλμανικού, έθνους", ο κλασικός κεμαλισμός και οι φορείς του δεν έχουν ιδιαίτερο πρόβλημα.

Σε αυτές τις δεκαετίες (70-80), οι κυβερνήσεις που προσπαθούν να προβάλλουν το αίτημα του κοινωνικού κράτους και της δημοκρατίας με δίαυλο το Iσλάμ, κυρίως στη δεκαετία του 80 με τις κυβερνήσεις Oζάλ και με δεδομένη την ύπαρξη του ακραίου πολιτικού Iσλάμ του Eρμπακάν, καταλήγουν στην ουσία σε μια πολιτική γέφυρας. Δηλαδή το δημοκρατικό, κοινωνικό κράτος συρρικνώνεται πάντα στο αίτημα για ισχυρό κράτος το οποίο επιβάλλεται (ή προβάλλεται) πλέον ως αίτημα και της κοινωνίας, με μουσουλμανικό θρήσκευμα. Aπό αυτή τη γέφυρα ωφελημένοι βγαίνουν σχεδόν πάντα οι μεγάλοι επιχειρηματίες --ανάμεσα σε αυτούς και ο στρατός επιχειρηματίας-- οι οποίοι ποντάρουν είτε στα στρατιωτικά είτε, αργά αλλά σταθερά, στα πράσινα (ισλαμικά) χρώματα. Στη δεκαετία του 90 ωστόσο τα πράγματα αλλάζουν. Όσο ο κεμαλισμός περιορίζεται στο κυνήγι του Ισλάμ, στο όνομα του "μεγάλου, κοσμικού έθνους" που κινδυνεύει, τόσο το πολιτικό Ισλάμ επενδύει όλο και περισσότερο στο κοινωνικό κράτος (ενδεικτικές της αλλαγής προσανατολισμών του πολιτικού Ισλάμ του Ερμπακάν είναι οι αλλαγές της επωνυμίας του κόμματός του: Κόμμα Εθνικής Τάξης, κατά την ίδρυσή του, Κόμμα Εθνικής Σωτηρίας στη συνέχεια, Κόμμα Ευημερίας στη δεκαετία του 90). Aπό αυτή τη σύγκρουση βγαίνει για ακόμη μια φορά ταπεινωμένη η ίδια η κοινωνία της Tουρκίας, κυρίως οι πιο αδύναμοι κρίκοι της: οι κάτοικοι της Νοτιοανατολικής Τουρκίας (οι Κούρδοι), αλλά και ο φτωχός πληθυσμός των αστικών κέντρων. Από αυτή τη σύγκρουση το "μεγάλο τουρκικό έθνος" ενισχύεται με καινούριους σεχίτ (ιερούς μάρτυρες) που έπεσαν στη μάχη εναντίον της κοινωνίας της Τουρκίας.

"Το μεγάλο έθνος" αρχίζει να μιλά με τη φωνή της κοινωνίας: Οι απαρχές ενός "ιστορικού συμβιβασμού".
"Προσπάθησαν να ταπεινώσουν τον λαό της Τουρκίας", είπε ο Ερντογάν, και με αυτή την απλή πρόταση ξανάπιανε το νήμα του αιτήματος για κοινωνική δικαιοσύνη και δημοκρατία. Το κόμμα του Ερντογάν είναι, θα λέγαμε, ένα κεντροδεξιό κόμμα, στην παράδοση περισσότερο του Κόμματος Δικαιοσύνης (Ντεμιρέλ), του Κόμματος Μητέρας Πατρίδας (Οζάλ), στο οποίο όμως συσπειρώθηκαν όλοι αυτοί (ακόμη και Κούρδοι της Νοτιοανατολικής Τουρκίας όπου το ΑΚΡ μοιράστηκε τις ψήφους με τους Κούρδους ανεξάρτητους, αλλά και αριστεροί και οι πάσης προέλευσης μειονοτικοί), που βρήκαν στο πρόσωπο του Ερντογάν τον ηγέτη, ικανό να αλλάξει τους όρους της σύγκρουσης, να εξουδετερώσει το ιστορικό ψευτο-δίλημμα (Ισλάμ-κοσμικό κράτος) και να αναδείξει το πραγματικό δίλημμα: κοσμικό, αυταρχικό κράτος ή κοσμικό, δημοκρατικό κράτος;

Ο Ερντογάν φαίνεται διατεθειμένος να εξουδετερώσει το ψευτο-δίλημμα γιατί, παρά το γεγονός της ισλαμοδεξιάς παράδοσής του, το ΑΚΡ τελικά δεν επικοινώνησε με την κοινωνία με κατεξοχήν δίαυλο το Ισλάμ, αλλά με δίαυλο τον εξευρωπαϊσμό του κράτους, δηλαδή με δίαυλο τις ανάγκες (δημοκρατία, κοινωνικό κράτος) μιας πολύπλοκης και πολυπρόσωπης κοινωνίας. Και σε ένα βαθμό το πέτυχε! Στον εξευρωπαϊσμό του κράτους συναντήθηκαν ένα σημαντικό μέρος της μεσαίας αστικής τάξης, των διανοούμενων, των μειονοτήτων, των εργατών και αγροτών, των δημοκρατών αλλά και των ισλαμιστών, των κεντροδεξιών και μέρους των αριστερών. Κι εδώ είναι το κρίσιμο σημείο της ανατροπής, καθώς και αυτό που διαφοροποιεί το ΑΚΡ από τα προηγούμενα κόμματα (Μεντερές, Οζάλ), ενώ το φέρνει και σε σύγκρουση με το ισλαμικό του παρελθόν, της εποχής Ερμπακάν. Αν στην παράδοση από Μεντερές μέχρι Οζάλ, τα αντίστοιχα κόμματα συνέβαλαν, εκουσίως ή ακουσίως, μέσα από μια δαιδαλώδη διαδρομή (στο πλαίσιο της οποίας ο Ψυχρός Πόλεμος έπαιξε σημαντικό ρόλο) στην "εκλαΐκευση" του κεμαλισμού, και μέσω αυτού στη νομιμοποίηση της υποταγής στο "μεγάλο έθνος" του ανατολίτη, ανάξιου αυτού του έθνους λαού, η πολιτική Ερντογάν στοχεύει στο αντίθετο: στον εξευρωπαϊσμό του κράτους, και μέσω αυτού στην ταύτιση του "μεγάλου έθνους" με αυτό τον λαό και τα προβλήματά του. Η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας συνέβαλε τα μέγιστα στην πολιτική Ερντογάν.

Αν με δίαυλο το Ισλάμ ο Ερντογάν προσπάθησε το 2002 να εμπεδώσει έναν ιστορικό συμβιβασμό ανάμεσα σε μια, παντοιοτρόπως, αποκλεισμένη κοινωνία (θρησκεύουσα ή όχι) και το κράτος, από τότε και μετά φαίνεται να προσπαθεί με δίαυλο τις ευρωπαϊκές αξίες να εμπεδώσει τον ιστορικό συμβιβασμό -ταύτιση- ανάμεσα στο "μεγάλο έθνος" και την κοινωνία, των οποίων ο εχθρός είναι κοινός, η έλλειψη δημοκρατίας και κοινωνικού κράτους. Στο πλαίσιο του δημοκρατικού, κοινωνικού κράτους που φαίνεται να προσπαθεί να οικοδομήσει η κυβέρνηση Ερντογάν, το Ισλάμ εξευρωπαΐζεται, με την έννοια ότι υποτάσσεται στις αρχές ενός δημοκρατικού, και ως εκ τούτου ευρωπαϊκού κράτους. Τόσο το στοίχημα του δημοκρατικού, κοινωνικού κράτους όσο και αυτό της υποταγής του Ισλάμ στις ευρωπαϊκές αξίες ο Ερντογάν τα έχει αναλάβει, δεν τα έχει κερδίσει ωστόσο ακόμη. Τα μέτωπα παραμένουν ανοιχτά, εξωτερικά (στρατός, κεμαλιστές) και ενδοκομματικά (ακραίοι ισλαμιστές, ισχυρές ισλαμιστικές αναφορές των στελεχών του κόμματος).

Κεμαλισμός και κοσμικό κράτος

Το 35% σχεδόν του λαού όμως της Τουρκίας ψήφισε τους ορκισμένους αντιπάλους του Ερντογάν, το ΡΛΚ και το κόμμα ΕΔ. Σε ό,τι αφορά το κόμμα του Μπαϊκάλ -που αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι όσοι το ψήφισαν δεν συμμερίζονται όλοι ούτε τον αυταρχισμό και την αντιδημοκρατικότητα του κεμαλισμού ούτε βεβαίως την πολιτική παρουσία του στρατού- το ισχνό 20% δείχνει καταρχάς κρίση των φορέων του παραδοσιακού κεμαλισμού. Σε αυτό το σημείο επικεντρώνεται το μείζον πρόβλημα για τον θεωρούμενο ως κλασικό κεμαλισμό. Τι σημαίνει κεμαλισμός σήμερα, στη μορφή που τον διακινούν κόμματα όπως αυτό του Μπαϊκάλ;

Κάποτε ο κλασικός κεμαλισμός του Μουσταφά Κεμάλ ομογενοποίησε και συσπείρωσε ένα ταπεινωμένο έθνος και του επέτρεψε να αποκτήσει υπερηφάνεια και αξιοπρέπεια. Κάποτε ο κλασικός κεμαλισμός, έτσι όπως τον διακίνησε κατά περιόδους το ΡΛΚ του Ετζεβίτ συσπείρωσε διαφορετικές ομάδες της κοινωνίας (ακόμη και αριστερούς ή Κούρδους) με το όραμα του σοσιαλισμού και του αντιϊμπεριαλισμού. Τα παραδοσιακά κεμαλικά κόμματα ωστόσο, κυρίως από το πραξικόπημα του 1980 και μετά, έχαναν όλο και περισσότερο τις αναφορές τους στην κοινωνία, προσδένονταν στον στρατό και σε μια οικονομική και γραφειοκρατική ελίτ, και καθιστούσαν τον κεμαλισμό τον απόλυτο νομιμοποιητή του αυταρχικού, κοσμικού, κράτους. Στη δεκαετία του 90 αυτός ο κεμαλισμός έδειξε τα όρια του, αφού η πλήρης αδυναμία του να απαντήσει στα φλέγοντα αιτήματα της κοινωνίας, αντισταθμιζόταν από έναν όλο και μεγαλύτερο αυταρχισμό με πρόσχημα τους εθνικούς εχθρούς: τη "θρησκευτική αντίδραση" και τους Κούρδους. Έτσι, στο όνομα του κλασικού κεμαλισμού, στο όνομα της παράδοσης σύμφωνα με την οποία αυτός έχτισε το "μεγάλο τουρκικό έθνος" ταπεινώνονταν όλο και μεγαλύτερα τμήματα της τουρκικής κοινωνίας, αυτά που δεν ήταν αντάξια του έθνους. Ο κλασικός ωστόσο κεμαλισμός έχασε και τη σημαντικότερη αποστολή του, αυτή των μεταρρυθμίσεων εκδυτικισμού. Από τη στιγμή που ο εκδυτικισμός σημαίνει σήμερα τον εξευρωπαϊσμό του κράτους, δηλαδή τον εκδημοκρατισμό του, ο εξευρωπαϊσμός θεωρείται αντεθνικός.

Ο κεμαλισμός λοιπόν συρρικνώθηκε σε ένα και μοναδικό αίτημα: την προστασία του κοσμικού κράτους, εναντίον του δημοκρατικού και κοινωνικού κράτους. Κι εδώ τίθεται το μείζον πρόβλημα: απειλείται τελικά το κοσμικό κράτος στην Τουρκία, και από ποιον; Αν υπάρχει μια παράδοση βαθιά εμπεδωμένη στην Τουρκία (ήδη από την οθωμανική εποχή) είναι ο αυταρχισμός της κοσμικής εξουσίας, στο όνομα μιας θρησκείας (Ισλάμ ή "μεγάλο τουρκικό έθνος"). Το ζητούμενο λοιπόν πάντα δεν ήταν το κοσμικό κράτος, αλλά το δημοκρατικό κοσμικό κράτος. Και σε αυτή την ανάγκη ο κλασικός κεμαλισμός του Μπαϊκάλ δεν μπορεί να απαντήσει. Επομένως ο κεμαλισμός έχασε και την αποστολή του φορέα της εκκοσμίκευσης, αφού το απογυμνωμένο από κοινωνικές αναφορές κοσμικό κράτος είναι αυτό που ενισχύει εντέλει τον ακραίο ισλαμισμό, αφού και τα δύο συμμερίζονται την ίδια αρχή: αυτήν της απολιτικοποίησης της κοινωνίας. Το κοσμικό κράτος στην Τουρκία, έτσι όπως το προβάλλει ο κεμαλισμός, κινδυνεύει καταρχάς από τον αυταρχικό εαυτό του, έναν εαυτό τον οποίο επέβαλε στην κοινωνία με το Ισλάμ και εναντίον του Ισλάμ.

Οι τελευταίες εκλογές στην Τουρκία επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι από το 2002 και μετά έχει ανοίξει ένα πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο στην ιστορία της Τουρκίας. Η είσοδος των ακραίων εθνικιστών του Μπαχτσελί στη Βουλή, αλλά και των ανεξάρτητων Κούρδων βουλευτών, όπως και του Ουφούκ Ουράς, μπορεί να δημιουργεί ένα εκρηκτικό κοινοβουλευτικό μίγμα, συνιστά ωστόσο ένα αντιπροσωπευτικό, δημοκρατικό δείγμα των τάσεων και των προβλημάτων της Τουρκίας. Ακόμη κι αν όλα τα μεγάλα προβλήματα στην Τουρκία παραμένουν ανοιχτά (μέσα σε αυτά και ο στρατός), το 47% υποχρεώνει τον Ερντογάν πλέον να μην προδώσει τον λαό της Τουρκίας. 


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]

Κυριακή 20 Μαΐου 2007

[Τουρκία] Η Τουρκία σε κρίση ή σε φάση μιας δραματικής "ενηλικίωσης"

Τους τελευταίους μήνες κάτι σοβαρό συμβαίνει στη γείτονα χώρα. Όλοι μιλούν για κρίση, για μια μεγάλη κρίση με απρόβλεπτες συνέπειες μεταξύ των οποίων --τουλάχιστον κατά τη γνώμη κάποιων-- ακόμη κι ένα νέο στρατιωτικό πραξικόπημα. Το τι θα γίνει στην Τουρκία, έτσι κι αλλιώς, ούτε μπορούμε να το προβλέψουμε ούτε και έχει καμιά σημασία να το προσπαθήσουμε. Αυτό ωστόσο που προς το παρόν μπορούμε να ανιχνεύσουμε --όσο κι εάν αυτό είναι δυνατόν-- είναι η φύση και ο χαρακτήρας αυτής της κρίσης, να εντοπίσουμε τα μέτωπα που διαμορφώνονται στο πλαίσιο της.

Η πρώτη εύκολη ανάγνωση της σημερινής κατάστασης στην Τουρκία οδηγεί στη διαπίστωση ότι η κρίση προκύπτει από τη σύγκρουση δύο μετώπων: του πολιτικού Ισλάμ, με κύριο εκφραστή τον Ερντογάν και το κόμμα του, από τη μια μεριά, και τον κεμαλισμό, με κύριο εκφραστή τον στρατό και τα κεμαλικά, καθοδηγούμενα από τον στρατό, κόμματα, όπως το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα του Μπαϋκάλ. Η σύγκρουση, μάλιστα, ανάμεσα στα δύο μέτωπα θεωρείται από πολλούς ως σύγκρουση για τη δημοκρατία, για τον πλήρη εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος.

Σε αυτό το πλαίσιο η σύγκρουση έχει τα εξής χαρακτηριστικά: το μέτωπο Ερντογάν είναι το μέτωπο της δημοκρατίας και του εκδημοκρατισμού, στο οποίο η θρησκεία παίζει δευτερεύοντα ρόλο, που όχι μόνο δεν θέτει σε κίνδυνο τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους, αντιθέτως ενισχύει τον εκδημοκρατισμό αφού το Ισλάμ επιτρέπει την πολιτικοποίηση της μεγάλης και οικονομικά αδύναμης μάζας του τουρκικού λαού. Το άλλο μέτωπο, αυτό του στρατού, είναι ένα μέτωπο που, με πρόσχημα την απειλή του Ισλάμ, με πρόσχημα τον κίνδυνο για το κοσμικό κράτος, υπονομεύει τη δημοκρατία και τον εκδημοκρατισμό, αφού στο όνομα της απειλής νομιμοποιεί την παρουσία του στρατού στον δημόσιο χώρο και την ανοιχτή ή σχεδόν ανοιχτή ανάμιξή του στην πολιτική ζωή της Τουρκίας.

Αυτή η ανάλυση μοιάζει σωστή, πολύ περισσότερο που τα περισσότερα στοιχεία στα οποία βασίζεται έχουν αληθοφάνεια ("συνταγματικό" πραξικόπημα του στρατού). Ωστόσο, σε αυτή την ανάλυση υποτιμούνται δύο παράγοντες. Ο ένας είναι το Ισλάμ στην Τουρκία, το οποίο πολλοί αναλυτές, κυρίως στην Ελλάδα, αντιμετωπίζουν ως ιδιαίτερη περίπτωση, ως δίαυλο εκδημοκρατισμού στο πλαίσιο ενός αυταρχικού καθεστώτος. Ο δεύτερος παράγοντας που έχει υπεισέλθει είναι ένας νέος παράγοντας του οποίου δεν μπορούμε ακόμη να εκτιμήσουμε την βαρύτητα: Είναι οι ογκωδέστατες διαδηλώσεις εκατοντάδων χιλιάδων Τούρκων κατά του Ερντογάν και υπέρ του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους. Σε όλες τις μεγάλες πόλεις (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη και άλλες) οι Τούρκοι που διαδηλώνουν κατά του Ερντογάν, οι Τούρκοι που θεωρούν την εκλογή ισλαμιστή προέδρου άμεση απειλή για τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους ξεπερνούν κατά πολύ πλέον το ένα εκατομμύριο. Ακόμη και με το δεδομένο ότι πράγματι ένα μέρος των διαδηλωτών, ακόμη και μεγάλο, είναι κατευθυνόμενο από τον στρατό, τα κεμαλικά κόμματα και τις οργανώσεις της "ατατουρκικής σκέψης", αυτό δεν αλλοιώνει την ουσία των διαδηλώσεων. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Τουρκίας φαίνεται να διεκδικείται μαζικά με τέτοια ένταση ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους, ο ρεπουμπλικανικός του χαρακτήρας, έτσι όπως τον ενσαρκώνει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Αυτές οι διαδηλώσεις λοιπόν μας υποχρεώνουν να δούμε την κρίση και από μια άλλη οπτική. Η πρώτη παρατήρηση που μπορούμε να κάνουμε υπό το φως των διαδηλώσεων είναι η εξής: αν ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους αποτελούσε επί δεκαετίες την αδιαμφισβήτητη αξία του ιερού κανόνα --του κεμαλισμού--, αν λοιπόν ο στρατός ως ο εγγυητής του κεμαλικού κανόνα εξασφάλιζε και μόνο με την παρουσία του τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους ερήμην και εναντίον του λαού, σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αν λοιπόν κάποτε ο κοσμικός χαρακτήρας επιβλήθηκε από πάνω εναντίον του Ισλάμ, της θρησκείας του λαού, σήμερα ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους διεκδικείται στις διαδηλώσεις ως αξία του λαού εναντίον της θρησκείας. Τελικά, οι ογκώδεις διαδηλώσεις, κατευθυνόμενες ή μη, δείχνουν κάτι σημαντικό: μπορεί η εκκοσμίκευση να επιβλήθηκε από πάνω και αυταρχικά ως ιερή αξία του κεμαλισμού, ωστόσο ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους έχει σήμερα λαϊκό έρεισμα στην Τουρκία, και μάλιστα αρκετά ισχυρό. Μεγάλο μέρος πλέον του λαού της Τουρκίας θεωρεί ότι το Ισλάμ συνιστά πραγματική απειλή.

Οι παραπάνω πρόχειρες και απλές παρατηρήσεις μάς υποχρεώνουν να προσεγγίσουμε διαφορετικά την κρίση στην Τουρκία. Η ανάλυση περί δύο μετώπων (Ερντογάν εναντίον στρατού, δημοκρατία εναντίον στρατοκρατικού καθεστώτος) αποδεικνύεται ανεπαρκής για να αποδώσει το μέγεθος και το ιστορικό βάθος της κρίσης στην Τουρκία. Καταρχάς, ποια είναι η πραγματική απειλή όχι μόνο σήμερα αλλά μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα για την Τουρκία, η πραγματική απειλή για τη δημοκρατία; Το Ισλάμ ή ο στρατός; Η αυτονόητη απάντηση είναι βεβαίως ο στρατός, ο οποίος προσχηματικά χρησιμοποιεί την απειλή του Ισλάμ για να κηδεμονεύει την πολιτική εξουσία. Αυτό σημαίνει ότι το Ισλάμ στην πολιτική ζωή της Τουρκίας ήταν και παραμένει το μέσον αντίστασης στην αυταρχικότητα του κεμαλισμού και του φορέα του –του στρατού. Το μέσον αντίστασης στον βίαιο εθνικισμό του κεμαλισμού. Τα αυτονόητα όμως στη συγκυρία κρίσης που βρίσκεται η Τουρκία παύουν να είναι αυτονόητα. Η εκτίμηση ότι το πολιτικό Ισλάμ σήμερα στην Τουρκία είναι ένα μετριοπαθές Ισλάμ που δεν απειλεί καθόλου το κοσμικό κράτος, αντιθέτως επιτρέπει την έκφραση της θρησκευτικότητας του λαού της Τουρκίας, επομένως αποτελεί τον φορέα και την έκφραση του εκδημοκρατισμού στην Τουρκία, ακόμη κι αν φαίνεται σωστή συγκυριακά, δεν είναι. Το Ισλάμ ως δίαυλος πολιτικής έκφρασης δεν αποτέλεσε ιστορικά το μέσον εκδημοκρατισμού στην Τουρκία~ αποτέλεσε το μέσον ενίσχυσης του αυταρχισμού, μέσα από την ενίσχυση του πιο ακραίου εθνικισμού.

Ισλάμ και κεμαλισμός

Με αυτή την έννοια, το πολιτικό Ισλάμ στην Τουρκία βάδισε επί μακρόν παράλληλα με τον στρατό και τα συντηρητικά κεμαλικά κόμματα, σε μια σχέση αλληλοεξυπηρέτησης. Συγχρόνως όμως τα δύο μέτωπα βάδιζαν και ανταγωνιστικά το ένα απέναντι στο άλλο. Αν ο στρατός στο όνομα της ιερής αξίας του κοσμικού κράτους αντιμετώπιζε καχύποπτα και ανταγωνιστικά το πολιτικό Ισλάμ, το δεύτερο αντιμετώπιζε ανταγωνιστικά τον στρατό όχι στο όνομα της δημοκρατίας αλλά στο όνομα του φορέα των αρχών του έθνους. Το πολιτικό Ισλάμ, με δίαυλο τη θρησκεία, προσπαθούσε να επιβληθεί ως ισχυρότερος από τον στρατό φορέας του τουρκισμού στο όνομα της ιερότητας του έθνους. Από τη μια μεριά λοιπόν το Ισλάμ αποτέλεσε, σε πολιτικό επίπεδο, το "λαϊκό" σωσίβιο του κεμαλισμού προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της ιερότητας των αρχών και των αξιών του τουρκικού έθνους, δηλαδή του κεμαλισμού. Από την άλλη ωστόσο, ακριβώς λόγω αυτής του της εργαλειοποίησης, απειλούσε τους φορείς αλλά και τις αξίες του κεμαλισμού, κυρίως τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους.

Το κόμμα του Ερμπακάν δείχνει καθαρά όσα ανέφερα παραπάνω. Η δημιουργία αυτού του κόμματος συμπίπτει με την περίοδο κατά την οποία ενισχύεται, κυρίως μετά το πραξικόπημα του 71, ο αυταρχισμός του κράτους και ένας προσχηματικά ή μη αντιιμπεριαλιστικός εθνικισμός. Το Ισλάμ του Ερμπακάν ενισχύει ακριβώς τον αυταρχικό και εθνικιστικό χαρακτήρα του κράτους, ενισχύει τη δεξιά πλευρά του κεμαλισμού. Στη δεκαετία του 70 λειτουργεί ακριβώς ενισχυτικά για την πιο ακραία εθνικιστική και ιερή λογική του κεμαλισμού, ακόμη κι αν μέσα από αυτό εκφράζονται αντικεμαλικά στοιχεία. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη κυβέρνηση μετά το πραξικόπημα του 71 συγκροτείται από τη συμμαχία του πλέον κεμαλικού κόμματος, αυτού του Ετζεβίτ (Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα) και του πολιτικού Ισλάμ του Ερμπακάν. Θα έλεγα μάλιστα ότι με το πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν η αντιιμπεριαλιστική πολιτική της Αριστεράς της δεκαετίας του 60 απονομιμοποιείται. Ο αντιιμπεριαλισμός της Αριστεράς εξουδετερώνεται από έναν προσχηματικά αντιϊμπεριαλιστικό, στην ουσία ακραίο εθνικισμό.

Στη δεκαετία του 80, και μετά το τρίτο πραξικόπημα, ο κεμαλισμός ενσωματώνει με το κόμμα του Οζάλ τα πιο "χρήσιμα" στοιχεία του Ισλάμ στην αυτοκρατορικής λογικής τουρκοϊσλαμική σύνθεση. Μέσα από αυτή τη σύνθεση επιτυγχάνεται για πρώτη φορά, με τη συμβολή του Ισλάμ, η κεμαλοποίηση του οθωμανικού παρελθόντος, δηλαδή η ενίσχυση ακόμη περισσότερο του εθνικισμού και του τουρκικού μεγαλείου. Ακόμη κι αν το πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν εμφανίζεται όλο και περισσότερο ως αντικεμαλικό (κυρίως στη δεκαετία του 90), ακόμη κι αν πράγματι εκφράζει τις αδύναμες οικονομικά και περιθωριοποιημένες μάζες, ωστόσο το Ισλάμ είναι το μέσον ενίσχυσης της αντίληψης περί αταξικής κοινωνίας, μέσον κυρίως ενίσχυσης του φονταμενταλιστικού εθνικισμού, μέσον ενίσχυσης του αυταρχισμού και της ιερότητας του κράτους. Η όλη σύγκρουση ανάμεσα στον Ερμπακάν και τον στρατό θα μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής: Ποιος εκφράζει αποτελεσματικότερα έναν φονταμενταλιστικό εθνικισμό; Ο στρατός με όχημα τις κεμαλικές αξίες του τουρκικού έθνους ή το πολιτικό Ισλάμ με όχημα τη θρησκεία του λαού; Και στις δύο περιπτώσεις, έστω και με διαφορετικό τρόπο, η δημοκρατία αποδυναμώνεται.

Το κοσμικό κράτος, όπλο του εθνικισμού ή προϋπόθεση του εκδημοκρατισμού;
Το πολιτικό Ισλάμ του Ερντογάν με μια αρκετά ισχυρή πλέον μεσαία αστική τάξη που διεκδικεί την εξουσία στο όνομα της ισλαμικότητάς της –το "πράσινο κεφάλαιο" της Τουρκίας- είναι η πρώτη φορά που αισθάνεται αρκετά ισχυρό ώστε να διεκδικήσει το ίδιο το κράτος εναντίον του στρατού. Η κυβέρνηση Ερντογάν, έχοντας τη συγκυρία με το πλευρό της --την ευνοϊκή ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας-- διεκδίκησε την ανάδειξη του Ισλάμ ως του αποτελεσματικότερου μέσου για την εγγύηση της μιας από τις δύο σημαντικότερες αξίες του κεμαλισμού: του δυτικού, ευρωπαϊκού χαρακτήρα του κράτους. Με άλλα λόγια, διεκδίκησε, όχι τόσο τον εκδημοκρατισμό, αλλά την αποτελεσματικότερη διαχείριση του τουρκισμού. Είναι βεβαίως γεγονός ότι στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας, η πίεση από την Ευρωπαϊκή Ένωση για μεταρρυθμίσεις συνεπαγόταν αλλαγές προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού. Ωστόσο, η κυβέρνηση Ερντογάν δεν τόλμησε, ή δεν θέλησε να τολμήσει, να θέσει σε αμφισβήτηση ούτε καν τον νόμο 301 περί τουρκικότητας. Δεν τόλμησε ή δεν θέλησε να τολμήσει να αρπάξει την ευκαιρία μετά τη δολοφονία του Αρμένιου Χρ. Ντικ όταν χιλιάδες Τούρκοι διαδήλωναν στους δρόμους, με το σύνθημα "είμαστε όλοι Αρμένιοι", και να καταργήσει τον νόμο. Δεν μπορεί να μιλά κανείς για εκδημοκρατισμό στην Τουρκία χωρίς να έχει τη θέληση να πριονίσει αποφασιστικά τα ερείσματα του εθνικισμού.

Ας δεχτούμε, παρά ταύτα, ότι το μετριοπαθές Ισλάμ του Ερντογάν δεν τόλμησε να χτυπήσει τον εθνικισμό λόγω της απειλής του στρατού. Η μόνιμη ωστόσο επίκληση της απειλής -απειλή ο στρατός για το Ισλάμ, απειλή το Ισλάμ για τον στρατό--, μήπως τελικά ενισχύει τον αυταρχισμό, και κυρίως τον εθνικισμό; Αν δούμε και πάλι τη σύγκρουση των δύο μετώπων (πολιτικό Ισλάμ, στρατός) υπό το φως της ιστορίας του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία, όπως πολύ σχηματικά την περιέγραψα, θα λέγαμε ότι η σύγκρουση ανάμεσα στους δύο συνοψίζεται ως εξής: Ποιος εκφράζει πιο αποτελεσματικά τον ιερό χαρακτήρα των αξιών του έθνους; Ποιος είναι ο πιο αυθεντικός και αποτελεσματικός δίαυλος συνοχής και ενότητας του έθνους: ένα κράτος μουσουλμανικό και, προς το παρόν, εξευρωπαϊσμένο ή ένα κράτος κοσμικό; Με αυτό το ερώτημα αναβιώνει στην Τουρκία μια πολύ παλιά σύγκρουση -- που σχεδόν ποτέ δεν σταμάτησε -- που άρχισε από τα μέσα του 19ου αιώνα και με διαφορετικούς τρόπους επανεμφανιζόταν στο προσκήνιο. Αν στον 19ο αιώνα το ερώτημα τέθηκε με κύριο γνώμονα τη σωτηρία του κράτους (ποιος μπορεί να είναι ο πιο αποτελεσματικός σωτήρας του κράτους; Το Ισλάμ, δίαυλος και νομιμοποιητής του εκδυτικισμού, ή ο εκδυτικισμός, νομιμοποιητής της περιθωριοποίησης του Ισλάμ;), στη συνέχεια, κυρίως με τους Νεότουρκους, το ερώτημα διαφοροποιήθηκε: Ποιος μπορεί να σώσει το κράτος; Ένα εκδυτικισμένο μιλλέτι ή το τουρκικό έθνος; Ο Μουσταφά Κεμάλ έδωσε την απάντηση: Το τουρκικό έθνος έσωσε το κράτος, αλλά και το κοσμικό, δυτικό κράτος σώζει εσαεί το έθνος.

Η σύγκρουση σήμερα, και λόγω διεθνούς αλλά και ευρωπαϊκής συγκυρίας, επικεντρώνεται στο ποιος είναι ο πιο αποτελεσματικός σωτήρας του κράτους στο όνομα του έθνους. Ο Ερντογάν διεκδικεί την εκλογή Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας από τον χώρο του πολιτικού Ισλάμ, στο όνομα του μιλλετιού. Αυτός ο παλιός γνώριμος όρος που επανέρχεται στο πολιτικό προσκήνιο ούτε αθώος είναι ούτε απλός. Ο Ερντογάν διεκδικεί την ψήφιση του προέδρου όχι από τον λαό (|χαλκ|), ούτε από το έθνος (|ουλούς|), αλλά από το |μιλλέτι|. Ο όρος αυτός παραπέμπει σε ένα εθνοθρησκευτικό σύνολο, σε ένα έθνος-θρησκευτική κοινότητα, σε ένα τουρκικό έθνος-μουσουλμανική κοινότητα. Με τον όρο μιλλέτι σήμερα επιτυγχάνεται η πλήρης ταύτιση τουρκισμού και ισλαμισμού. Αναδεικνύεται το Ισλάμ ως ο φορέας και εγγυητής της τουρκικότητας --και όχι της δημοκρατικότητας-- του έθνους. Η εργαλειοποίηση του Ισλάμ με τέτοιους όρους αφήνει εν δυνάμει τα περιθώρια (ανεξαρτήτως των προθέσεων του κόμματος Ερντογάν) για τη διεκδίκηση στο μέλλον (κοντινό ή απώτερο) ενός ισλαμιστικού κράτους; Την απάντηση σε αυτό το ερώτημα μόνο έμμεσα μπορούμε να την προσεγγίσουμε, αν αναλύσουμε λίγο το άλλο μέτωπο της σύγκρουσης. Αυτό ωστόσο που με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε είναι το πολιτικό Ισλάμ, ακόμη και το μετριοπαθές, ενισχύει και με δίαυλο τη θρησκεία, τον φονταμενταλισμό --θρησκευτικό ή, στον αντίποδα, κοσμικό.

Το άλλο μέτωπο, ο στρατός, στο τελεσίγραφό του προς τον Ερντογάν, καταλήγει με μια χαρακτηριστική διατύπωση: "Ο στρατός θα είναι πάντα εναντίον αυτών που δεν λένε: Τι ευτυχής να μπορείς να λες ότι είσαι Τούρκος". Αυτή η διάσημη ρήση ("Τι ευτυχής να μπορείς να λες ότι είσαι Τούρκος") του Μουσταφά Κεμάλ επιστρατεύεται πάλι από τον στρατό, προκειμένου να ορίσει τα όρια της τουρκικότητας και να απονομιμοποιήσει το πολιτικό Ισλάμ ως εκφραστή και εγγυητή της τουρκικότητας. Στο όνομα του κοσμικού κράτους και της κοσμικής ταυτότητας του τουρκισμού, ο στρατός ενισχύει από την πλευρά του τον εθνικισμό, καθιστώντας το κοσμικό κράτος αδιαπραγμάτευτη αξία του έθνους.

Πράγματι, στο όνομα του κοσμικού κράτους συσπειρώνονται αυτή τη στιγμή στην Τουρκία τα πιο εθνικιστικά στοιχεία, οργανώσεις, κ.λπ., που αντιμετωπίζουν τον Ερντογάν ως προδότη και το Ισλάμ ως δίαυλο υποταγής του έθνους στη Δύση. Ωστόσο, αυτή είναι η μια όψη του νομίσματος. Οι διαδηλώσεις στην Τουρκία σήμερα δείχνουν ότι, αν το πολιτικό Ισλάμ εξέφρασε κάποτε τις περιθωριοποιημένες ομάδες του πληθυσμού και αποτέλεσε, για κάποιους, το μέσον αντίστασης στο αυταρχικό κράτος και τον στρατό, σήμερα η διεκδίκηση του κοσμικού κράτους συσπειρώνει κι ένα μέρος του λαού --μάλιστα και περιθωριοποιημένες μάζες-- που με όπλο το κοσμικό κράτος προσπαθεί να αποτρέψει την απειλή του Ισλάμ. "Ούτε στρατός ούτε μαντίλα" είναι το κεντρικό σύνθημα αυτών των διαδηλώσεων, ένα σύνθημα που εκφράζει τη διεκδίκηση για τον εκδημοκρατισμό με όρους πλέον πολιτικούς, μακριά από την κηδεμονία του στρατού και το καταφύγιο της θρησκείας.

Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά. Τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, οι διαδηλώσεις, παρά το σύνθημα, δεν φαίνεται να διαμορφώνουν έναν πολιτικό χώρο που να ξεφεύγει από τα όρια που θέτει το κατεξοχήν κεμαλικό κόμμα του Μπαϋκάλ και ο ίδιος ο στρατός. Δεν συγκροτούν εν δυνάμει έναν πολιτικό χώρο που να χτυπά τον εθνικισμό και τον τουρκισμό, έτσι όπως τον ορίζει, είτε το πολιτικό Ισλάμ --μιλλέτ-- είτε ο στρατός και το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα. Δεν απαντάνε οι διαδηλώσεις στο μείζον πρόβλημα του εθνικισμού, αντιθέτως "σέρνονται", αν δεν συμμερίζονται την αρχή του ουλουσαλτζιλίκ (εθνικιστικότητα), που στην ουσία σημαίνει κοσμικός εθνικισμός, ένας εθνικισμός που διεκδικείται ως αντιϊμπεριαλιστικός και ως αντιϊσλαμιστικός στο όνομα του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους. Ένας εθνικισμός "εναντίον της Δύσης, με όπλο τις δυτικές αξίες του έθνους".

Η κατάσταση στην Τουρκία είναι κρίσιμη, όχι γιατί συγκρούεται η δημοκρατία (:Ερντογάν) με τον αυταρχισμό, αλλά γιατί η σύγκρουση, προς το παρόν, ενισχύει τον πιο φονταμενταλιστικό εθνικισμό. Η διεκδίκηση του κοσμικού κράτους αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, πρόκριμα για έναν ουσιαστικό εκδημοκρατισμό, όμως μέχρι στιγμής αυτή η διεκδίκηση είναι ιδεολογικά εγκλωβισμένη σε έναν ακραίο αντιδυτικό εθνικισμό που από την πλευρά του εν δυνάμει ενισχύει τον ισλαμιστικό φονταμενταλισμό.


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]

Κυριακή 23 Ιουλίου 2006

[Μέση Ανατολή] Κομμάτια και θρύψαλα η Μέση Ανατολή

"Έκαναν κομμάτια τη χώρα μου", δήλωσε ο πρωθυπουργός του Λιβάνου για τον χαλασμό που γίνεται στη χώρα του, εξαιτίας και των δύο: Ισραήλ και Χεζμπολάχ. Εκτός από την απόγνωση που κρύβει η δήλωση του πρωθυπουργού για την κατάσταση που επικρατεί αυτή τη στιγμή στον Λίβανο, αναδεικνύει συγχρόνως και μια μεγάλη αλήθεια για την πραγματικότητα που διαμορφώνεται εδώ και κάποια χρόνια και ενισχύεται με ταχύτητα, τις τελευταίες εβδομάδες, σε όλη τη Μέση Ανατολή: Κομμάτια και θρύψαλα η Μέση Ανατολή. Πράγματι, κομμάτια ο Λίβανος, κομμάτια το Ιράκ, κομμάτια η Παλαιστίνη και έπεται συνέχεια. Και πάνω στα κομμάτια πανίσχυρες θρονιάζονται οι ΗΠΑ, ισχυρά τα κράτη-τοπικοί κοτζαμπάσηδες όπως το Ισραήλ, ισχυροί οι προφήτες του Προφήτη επί της Γης όπως η Χεζμπολάχ, η Χαμάς και λοιποί σωτήρες, παντελώς ανίσχυρη η διεθνής κοινότητα, να κάνει κάτι, να σταματήσει το κακό. Η αγωνιώδης κραυγή του πρωθυπουργού του Λιβάνου δεν φαίνεται προς το παρόν να βρίσκει αυτιά ανοιχτά.

Πολλοί σοβαροί αναλυτές --Έλληνες και ξένοι-- έχουν γράψει και μας έχουν διαφωτίσει για το τι γίνεται στη Μέση Ανατολή και για το τι ενδεχομένως ακολουθεί. Προσωπικά θα σταθώ λίγο --άλλωστε δεν έχω να πω τίποτε ούτε νέο ούτε πρωτότυπο-- σε αυτό το "κομμάτια" του πρωθυπουργού του Λιβάνου. Αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι οι μεγαλύτερες κρίσεις τα τελευταία χρόνια ξεσπούν ακριβώς σε εκείνες τις περιοχές με αδύναμη ή εύθραυστη εθνική ενότητα. Η απόλυτη κυριαρχία της Αμερικής και των κατά τόπους πιστών της εμπεδώνεται καταρχάς διαμέσου των αδύναμων κρίκων μιας ευρύτερης περιοχής: εκεί όπου οι κεντρικές κρατικές εξουσίες δεν έχουν κατορθώσει να νομιμοποιήσουν μια ισχυρή, ενοποιητική και εθνική ιδεολογία επί του συνόλου των πληθυσμών τους μέσα από δημοκρατικούς θεσμούς. Ή δεν έχουν κατορθώσει να εξουδετερώσουν τη φυγόκεντρη δυναμική που αναπτύσσουν παράλληλες προς την κεντρική εξουσία φονταμενταλιστικές δυνάμεις. Εκεί δηλαδή όπου το έδαφος προσφέρεται για διασπάσεις, επομένως για αποδυνάμωση. Ο Λίβανος είναι (ήταν;) μια χώρα με αδύναμη εθνική ενότητα. Μόλις και μετά βίας (αλλά μεγάλης βίας, που καταγράφεται στα ακόμη υπαρκτά κτίρια γεμάτα από τα σημάδια του εμφύλιου) κατόρθωσε τα πρόσφατα χρόνια να οικοδομήσει μια ενότητα που του επέτρεπε να ατενίζει το μέλλον με μεγαλύτερη αισιοδοξία από το παρελθόν. Αυτή η αδύναμη αλλά πάντως υπαρκτή εθνική ενότητα τις τελευταίες εβδομάδες σωριάζεται σε ερείπια. Όπως σε ερείπια σωριάστηκε η ενότητα του Ιράκ.

Η Μέση Ανατολή, για πολλούς ιστορικούς λόγους για τους οποίους δεν είναι άμοιρη ευθυνών και η "Δύση", απαρτίζεται από κράτη τα οποία με δυσκολία, άλλοτε με αυταρχισμό και με αυθαιρεσία, άλλοτε πιο δημοκρατικά, κατόρθωσαν να συγκροτηθούν στη βάση μιας μίνιμουμ ενότητας. Αυτή η μίνιμουμ ενότητα προϋπέθετε και συνεπαγόταν τη μίνιμουμ εκκοσμίκευση του πολιτικού πεδίου, πράγμα δύσκολο αλλά ελπιδοφόρο για τη Μέση Ανατολή, όπου η εκκοσμίκευση του θεοκρατούμενου δημόσιου χώρου ήταν ιστορικά, και παραμένει σήμερα, εξαιρετικά προβληματική. Η προβληματική εκκοσμίκευση είχε και έχει ως συνέπεια την εύθραυστη συγκρότηση μιας εθνικής ενότητας που δύσκολα, και με χωλό τρόπο, συγκροτείται πάνω από τη θρησκεία. Καλύτερα, θα έλεγα, την εύθραυστη συγκρότηση μιας εθνικής ενότητας στο πλαίσιο της οποίας με πολλή δυσκολία η θρησκεία υποτάσσεται στον εκκοσμικευμένο δημόσιο χώρο. Ο Λίβανος αποτελεί μια τέτοια περίπτωση: με πολλή δυσκολία συγκροτήθηκε μια λιβανέζικη ενότητα πάνω από τις θρησκείες. Ωστόσο, ο βαθμός εμπέδωσης αυτής της αδύναμης ενότητας εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από το διεθνές περιβάλλον, από τις αρχές και τις αξίες που διέπουν την διεθνή κοινότητα, ώστε να ενισχύονται στο εσωτερικό των χωρών αυτών οι πολιτικές δυνάμεις που προωθούν και υπερασπίζονται την εκκοσμικευμένη εθνική ενότητα.

Σε ένα διεθνές περιβάλλον όμως όπου τα τελευταία χρόνια βασιλεύει, ελέω ΗΠΑ, η αρχή της διαίρεσης του κόσμου σε "καλό" και "κακό", στη Μέση Ανατολή, κατεξοχήν επιρρεπή σε τέτοιες διαιρέσεις, αντί να ενισχύονται οι εκκοσμικευτικές δυνάμεις, βρήκαν πρόσφορο έδαφος να ενισχυθούν οι φονταμενταλιστικές. Άλλωστε, αυτές οι δεύτερες μόνο σε τέτοιου τύπου διαιρέσεις μπορούν να αναπτυχθούν, όπως όμως μόνο σε τέτοιο έδαφος μπορεί να γίνει απόλυτος κυρίαρχος η μόνη δύναμη του καλού -- οι ΗΠΑ. Και οι δύο αγωνίζονται κατά του εχθρού, και ο πόλεμος αυτός είναι ιερός -- δηλαδή ολοκληρωτικός αφανισμός του "κακού κόσμου", προκειμένου να κυριαρχήσει ο "καλός". Το μοναδικό αποτέλεσμα αυτού του ιερού πολέμου είναι ο κατακερματισμός (πολιτικός, εδαφικός, εθνοθρησκευτικός) των κρατών με αδύναμη εθνική ενότητα. Και η πιο σίγουρη συνέπεια: η ενδυνάμωση σε διεθνές επίπεδο της μιας κυρίαρχης δύναμης, των ΗΠΑ και, σε τοπικό επίπεδο, όσων δουλεύουν γι’ αυτήν: του Ισραήλ δηλαδή αλλά και των φονταμενταλιστών.

"Διαίρει και βασίλευε" ήταν το κλασικό αξίωμα, όχι μόνο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, αλλά της λογικής που διείπε τις αποικιοκρατικές δυνάμεις. "Διάλυε και βασίλευε" είναι το σημερινό αξίωμα της πιο εθνικιστικής, ιμπεριαλιστικής αυτοκρατορίας: των ΗΠΑ. Με τις ΗΠΑ σήμερα διαμορφώνεται μια εθνοποιημένη (αμερικανοποιημένη) "ιερή κοινότητα πιστών", ομοιογενής και ενοποιημένη μέσα από έναν ιερό πόλεμο -- αυτόν κατά "της κοινότητας των απίστων". Η "ιερή κοινότητα των πιστών", για να μπορεί να υπάρξει, χρειάζεται ομογενοποιημένο και τον αντίπαλο: "Το έδαφος των πιστών" εναντίον του εδάφους των "απίστων" (κάτι έμαθαν οι Αμερικανοί από το Ισλάμ τελικά!). Από τη στιγμή που αυτή η κοινότητα είναι ιερή, ο εντολοδόχος της είναι ιερός, δηλαδή ο Μπους (σε τι μαύρη κατάντια φτάσαμε!), και μαζί με αυτόν τα κράτη-οπαδοί. Το Ισραήλ, το οποίο έχει διαπράξει και διαπράττει τη μεγαλύτερη αδικία, με όρους πολιτικούς και όχι ηθικοπλαστικούς, των τελευταίων σαράντα και πλέον χρόνων, προβαίνει πλέον σε συστηματική εξόντωση των Παλαιστινίων αλλά χαίρει πλήρους κάλυψης και ασυλίας~ ανήκει στην ιερή κοινότητα και πολεμά κατά των απίστων.

"Διάλυε και βασίλευε" ωστόσο είναι και η αρχή που διέπει τις φονταμενταλιστικές δυνάμεις, όπως την Χεζμπολάχ και τη Χαμάς, δυνάμεις που συμμερίζονται απολύτως τη μεθοδολογία της ιμπεριαλιστικής υπερδύναμης. Αυτές, κατά μίμηση του αντιπάλου και στο όνομα μιας ιερής μουσουλμανικής παράδοσης, συγκροτούν την αντίπαλη "ιερή κοινότητα". Στο πλαίσιο της λογικής της "ιερής κοινότητας" ο συντομότερος δρόμος εμπέδωσης της κυριαρχίας --είτε της μιας πλευράς είτε της άλλης-- είναι η διάλυση των κρατών τα οποία παραμένουν απρόβλεπτα για τη μια ή την άλλη "ιερή κοινότητα", και των οποίων η εύθραυστη εθνοπολιτική ενότητα διευκολύνει τη διάλυση και επιτρέπει, από τη μια μεριά, την ένταξη κάποιων στοιχείων της στην ιερή κοινότητα και, από την άλλη, την αναγκαστική σε μεγάλο βαθμό εξώθηση των υπόλοιπων στοιχείων της στην κοινότητα των απίστων. Δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστική εικόνα, κατά τη γνώμη μου, από αυτή που βλέπουμε κάθε μέρα να περνάει στην τηλεόραση, στις ειδήσεις: Καράβια φορτώνουν από το Λίβανο ανθρώπους, αυτούς μόνο που ανήκουν στην "ιερή κοινότητα" και πρέπει να σωθούν. Πίσω μένουν οι άλλοι, οι πολλοί, οι μουσουλμάνοι το θρήσκευμα. Αυτοί οι άλλοι που, θέλοντας και μη, θα πρέπει για να επιβιώσουν να ενταχθούν ή να ανεχθούν την Χεζμπολάχ. Έτσι βέβαια έχουν υπογράψει την καταδίκη τους -- έχουν οριστικά μπει στο "πεδίο του πολέμου" ή "στο πεδίο της ειρήνης", εξαρτάται από ποια πλευρά βλέπει κανείς την κατάσταση. Το γεγονός ότι, μετά από χρόνια πολέμου, η δύσκολη λιβανέζικη ενότητα (χριστιανών και μουσουλμάνων) τινάζεται στον αέρα, όχι μόνο δεν απασχολεί την υπερδύναμη αλλά την ευνοεί. Το ίδιο έκανε και στο Ιράκ. Η διάλυση αυτών των κρατικών δομών και της ενότητας που επιτρέπει την, όσο αυτή είναι δυνατή, αντίσταση στην άνευ όρων ένταξη είτε στη μία και μοναδική, την αμερικανοποιημένη ιερή κοινότητα, είτε στην ιερή κοινότητα των μουσουλμάνων, οδηγεί με μαθηματική πλέον ακρίβεια στη διάλυση όλης της Μέσης Ανατολής.

Το Ισραήλ, μέλος πρωταγωνιστικό της μιας "ιερής κοινότητας" εμφανίζεται στην περιοχή ως ο απόλυτος υπερασπιστής της εναντίον αυτής των απίστων (=μουσουλμάνοι). Πράγματι, το Ισραήλ είναι ίσως η μοναδική χώρα της οποίας η πολιτική απέναντι στους Παλαιστινίους προϋποθέτει και συνεπάγεται την σε τόσο απόλυτο βαθμό υιοθέτηση των αρχών, οι οποίες εκ του αγίου Πνεύματος (Θεέ μου, συγχώρεσέ με) εκπορεύονται: του Μπους. Η απόλυτη υιοθέτηση των αρχών διαίρεσης του κόσμου σε καλό και κακό επιτρέπουν σε μια εν αδίκω τοπική δύναμη να καταστρέφει τους γείτονες της στο όνομα της υπεράσπισης του καλού και του δίκαιου.

Η διαίρεση του κόσμου με τέτοιον τρόπο προϋποθέτει την επαναφορά ενός πολιτισμού άγριου οριενταλισμού της εποχής της αποικιοκρατίας. Δεν είναι όλοι άξιοι για ελευθερία, πολιτική ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα. Αυτός ο οριενταλισμός έχει επιτρέψει μέχρι σήμερα στο Ισραήλ να δρα χωρίς ουσιαστικές συνέπειες από τη διεθνή κοινότητα. Αυτός ο οριενταλισμός που δημιουργεί αίσθημα ταπείνωσης σε κάποιους λαούς διευκολύνει την απόλυτη κυριαρχία των φονταμενταλιστικών δυνάμεων πάνω στα ερείπια των κρατικών οντοτήτων. Αυτές οι φονταμενταλιστικές δυνάμεις είναι --κι ας μην γελιόμαστε-- εξίσου οριενταλιστικές με τις πρώτες. Η όλη κατάσταση στον Λίβανο, και γενικότερα στη Μέση Ανατολή, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για μια ολοκληρωτική αποθρησκειοποίηση-εκκοσμίκευση της πολιτικής, επομένως και για οριστική λύση του Μεσανατολικού. Ωθεί μάλιστα την κοινή γνώμη των λαών να πάρει θέση καθαρή, είτε υπέρ του ενός στρατοπέδου είτε υπέρ του άλλου: είτε υπέρ της αμερικανοποιημένης, εθνικιστικής ιερής κοινότητας είτε υπέρ της ιερής κοινότητας όπως την θέλει ένα άλλο τόσο εθνικιστικό --όσο παράδοξη κι αν φαίνεται η διατύπωση-- Ισλάμ. Παρά το γεγονός ότι σε έναν πόλεμο πρέπει να πάρει κανείς θέση υπέρ του ενός ή του άλλου, παρά το γεγονός ότι οι καταστάσεις πιέζουν για μια άνευ όρων υπεράσπιση της Χεζμπολάχ, αφού αυτή μόνο έχει προς στιγμή τη δυνατότητα να αντιστέκεται κατά του Ισραήλ και των ΗΠΑ, ωστόσο επιβάλλεται να επιμείνουμε και να εμμείνουμε σταθερά σε έναν δρόμο: αυτόν της σθεναρής αντίστασης κατά της ομογενοποίησης, διά του κατακερματισμού των κρατικών οντοτήτων, του κόσμου ανάμεσα σε δύο ιερές κοινότητες.

Όσο δεν σταματά η αδικία κατά της Παλαιστίνης, όσο οι ευρωπαϊκές τουλάχιστον χώρες δεν σταματούν τώρα την καταστροφή του Λιβάνου και την εξουδετέρωση της λιβανέζικης ενότητας, οι τρόποι αντίστασης στη λογική των δύο ιερών πεδίων μειώνονται.


[Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής.]