Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

[Κύπρος] Ας δώσουμε στην ελπίδα την τελευταία της ευκαιρία

Των Σίας Αναγνωστοπούλου, Αδάμου Ζαχαριάδη, Χρήστου Καραγιαννίδη


Είναι σαφές ότι το «κοινό ανακοινωθέν» δεν συνιστά σχέδιο τελικής επίλυσης. Αυτό, θα προκύψει από τις συνομιλίες και βεβαίως θα τεθεί προς έγκριση ή απόρριψη σε ξεχωριστά δημοψηφίσματα των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Πρόκειται, δηλαδή, για μια εξέλιξη η οποία βγάζει τη διαδικασία από τον «πάγο» και ξαναβάζει το Κυπριακό σε τροχιά επίλυσης.

Στο κείμενο που δόθηκε στη δημοσιότητα διασφαλίζεται η διζωνική, δικοινοτική, ομοσπονδία με μία κυριαρχία, μία ιθαγένεια και μία διεθνή προσωπικότητα. Επιπλέον, υπάρχει ρητή απαγόρευση οποιωνδήποτε πιθανών αποσχιστικών τάσεων με ενισχυμένη, μάλιστα, αναφορά σε σχέση με προηγούμενα προσχέδια. Προφανώς, σε ένα τέτοιο κείμενο υπάρχουν ασάφειες, παραλείψεις και κενά, που θα αποτελέσουν άλλωστε και το αντικείμενο των ίδιων των διαπραγματεύσεων.

Τόσο το ΑΚΕΛ όσο και μικρότερες αριστερές συλλογικότητες της Κύπρου εξέφρασαν την υποστήριξή τους στην επανέναρξη των συνομιλιών, υπογραμμίζοντας τα ζητήματα που χρήζουν διαπραγμάτευσης και ταυτόχρονα επισημαίνοντας ότι σε ορισμένα από αυτά είχε επιτευχθεί σύγκλιση στις διαπραγματεύσεις Χριστόφια – Ταλάτ. 

Οι αντιδράσεις που έχουν προκληθεί στην Ελλάδα ακόμα και σε μέρος της Αριστεράς είναι βιαστικές, αδικαιολόγητες, ακατανόητες και αβάσιμες. Το όποιο σχέδιο προκύψει θα είναι, προφανώς, προϊόν συμβιβασμού τόσο λόγω των σημερινών, εσωτερικών και εξωτερικών δεδομένων, όσο και λόγω των δεδομένων που δημιούργησαν η στασιμότητα και η αδυναμία επίτευξης λύσης εδώ και σαράντα χρόνια. Επιπλέον, η διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία είναι συμφωνημένη θέση εδώ και πάρα πολλά χρόνια και μόνο η ακροδεξιά την αμφισβητεί. Η ομοσπονδία δεν αποτελεί υποχώρηση της ελληνοκυπριακής πλευράς αλλά αποδοχή της πραγματικότητας και απόφαση ότι στην Κύπρο υπάρχουν δύο ισότιμες πολιτικά κοινότητες, εξίσου υπεύθυνες να ορίζουν την τύχη του τόπου. Και κυρίως αποτελεί συνειδητοποίηση ότι μόνο με αυτόν τον τρόπο θα σταματήσει η κατοχή του νησιού.

Έχουμε τη βεβαιότητα ότι κανένα σχέδιο δεν είναι ικανό να λύσει όλες τις πολιτικές πτυχές του προβλήματος. Το Σύνταγμα του 1960 και ο τρόπος με τον οποίο καταλήξαμε από το ενιαίο κράτος στο πραξικόπημα και την εισβολή αποτελεί την πιο τρανταχτή επιβεβαίωση αυτού. Τη λύση θα την κάνουν «βιώσιμη και λειτουργική» οι Κύπριοι. Πιθανή επίλυση του Κυπριακού θα ανοίξει νέες δυνατότητες και για την Αριστερά στις δύο κοινότητες. Θα υποβαθμίσει το ρόλο συντηρητικών θεσμών, όπως η εκκλησία και ο στρατός, θα εξαλείψει τα υπέρογκα ποσά για στρατιωτικούς εξοπλισμούς και κυρίως θα δημιουργήσει τη δυνατότητα στις δύο κοινότητες να αναπτύξουν δυναμικές συνεργασίας, αλληλεγγύης, κοινής πάλης και αγώνων. Κι αυτό δεν μπορούν να το ελέγξουν οι συστημικές δυνάμεις.

Άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Είτε θα υπάρξει λύση είτε θα ζήσουμε την οριστική διχοτόμηση της Κύπρου. Η πάροδος του χρόνου παγιώνει τη διχοτόμηση τόσο επί του εδάφους όσο και στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Για αυτό, η επανένωση της Κύπρου συνιστά αδήριτη ανάγκη και άμεση προτεραιότητα.

Η Αριστερά οφείλει  να δώσει τη μάχη με τις δικές της αξίες και χαρακτηριστικά. Να διαμορφώσει ένα διαφορετικό πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο που θα αλλάζει το ιστορικό παράδειγμα και θα μετατρέπει την Κύπρο σε υπόδειγμα ειρήνης, ευημερίας, αλληλεγγύης και συνύπαρξης. Ας δώσουμε στην ελπίδα την τελευταία της ευκαιρία. 


Δημοσιεύτηκε στο Red Notebook

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

[Τουρκία] Τουρκία: Στον αστερισμό της σύγκρουσης Ερντογάν-Γκιουλέν

Ιστορικά προαπαιτούμενα για την κατανόηση της σύγκρουσης

Εδώ και δύο περίπου μήνες, η πολιτική ζωή της Τουρκίας κινείται στον αστερισμό της σύγκρουσης Eρντογάν-Γκιουλέν. Για να κατανοήσουμε την ουσία και το πολιτικό της βάρος, χρειάζεται να δούμε μερικά ιστορικά δεδομένα, για τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε η δημοκρατία στη χώρα.

Το δημοκρατικό πολιτικό σύστημα στην Τουρκία συγκροτήθηκε, λοιπόν, μέσα από μια μάχη που υπερκαθορίστηκε από ένα αντιδημοκρατικό ερώτημα: Ποιο ηγεμονικό όραμα εξασφαλίζει στην Τουρκία τον ρόλο του ισχυρού, επομένως δυτικού κράτους στην περιοχή; Από αυτό το ερώτημα, το οποίο έθεσε με όρους διχαστικών και συγκρουσιακών διλημμάτων η νατοϊκή κυρίως «Δύση» για λογαριασμό της Τουρκίας, προέκυψαν δύο αντίπαλα ηγεμονικά οράματα, που ενίσχυαν τη θέση δύο αυταρχικών δυνάμεων — στρατού και Ισλάμ: το όραμα του κοσμικού κράτους-έθνους του κεμαλισμού, και το όραμα του εθνοθρησκευτικού κράτους-κοινότητας του τουρκοϊσλαμισμού. Η Τουρκία λοιπόν βρήκε τη θέση της στον «πολιτισμένο κόσμο», όχι ως δημοκρατική χώρα, αλλά επειδή μπορούσε να αναπαράγει μια μόνιμη εσωτερική απειλή, ως μέσον νομιμοποίησης της ενίσχυσης του ισχυρού, αυταρχικού κράτους.

Έτσι, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν εγκαινιάστηκε το πολυκομματικό σύστημα στη χώρα και άρχιζε η μάχη για τη δημοκρατία, κινητοποιήθηκαν ταυτοχρόνως και δύο «ξεχασμένες» δυνάμεις: ο στρατός και η θρησκεία. Ο πρώτος αποτέλεσε τη χρυσή εφεδρεία του ΝΑΤΟ, μια δύναμη ικανή να εξασφαλίζει την επιβολή ενός ισχυρού δυτικού κράτους σε μια ανατολίτικη, επομένως ευεπίφορη στον κομμουνισμό, κοινωνία. Το Ισλάμ αποτέλεσε το κρυφό όπλο που ανέσυρε το Σχέδιο Μάρσαλ, όπλο που θα έπαιζε τον ρόλο της «φωνής της ανατολίτικης κοινωνίας» για δημοκρατία, απέναντι σε ένα κράτος που ξεπέρναγε τα πολιτισμικά και ηθικά όριά της. Στην ουσία, με το Ισλάμ φτιαχνόταν ένας εναλλακτικός διάδρομος διείσδυσης του κεφαλαίου, το οποίο δεν μπορούσε να αφήνει την τύχη του σε ένα σκληρό κράτος. Ο στρατός λοιπόν θα επέβαλε την πίστη στο δυνατό κράτος, ενώ το Ισλάμ θα εξέφραζε την προσδοκία για δημοκρατία (εναντίον πάντα του κομμουνισμού, και τα δύο). Πράγματι, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, κι ενώ το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας συγκροτούνταν γύρω από κόμματα με σαφείς ιδεολογικούς προσανατολισμούς και ταξικές αναφορές, καθώς και μέσα από κινήματα, ενώ λοιπόν φαινόταν ότι η χώρα είχε μπει σε φάση όπου η δημοκρατία αποκτούσε κοινωνικές ρίζες, το πραξικόπημα του 1971, αλλά και η ίδρυση του ισλαμικού κόμματος του Ερμπακάν (1969) άλλαξαν την πολιτική ατζέντα.

Παρ’ όλα αυτά, η μάχη, τις δεκαετίες του ’70 και ’80, δεν δόθηκε ανάμεσα στον στρατό και το πολιτικό Ισλάμ. Η πραγματική μάχη δόθηκε, από το αριστερό και το κουρδικό κίνημα, για τη δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη αλλά και την πολιτική οριοθέτηση του εθνικού, εναντίον ενός αυταρχικού κράτους. Στα πραξικοπήματα, κυνηγήθηκαν ανελέητα οι αριστεροί, οι Κούρδοι, οι δημοκράτες («κεμαλιστές» ή μη), όχι όμως το πολιτικό Ισλάμ. Αυτό που κυνηγήθηκε, εντέλει, ήταν η αυτονομία των κομμάτων και τα κινήματα. Τα δύο αντίπαλα ηγεμονικά οράματα (του κοσμικού κράτους του στρατού και του εθνοθρησκευτικού κράτους-κοινότητας του Ισλάμ) λειτούργησαν μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80 συμπληρωματικά, συντηρητικοποιούσαν εξίσου την πολιτική ζωή της Τουρκίας, ενίσχυαν τη δεξιά πελατειακή στροφή του πολιτικού συστήματος και προωθούσαν την ηγεμονία του μεγάλου κεφαλαίου (κατεξοχήν του «στρατιωτικού», και στη συνέχεια του ισλαμικού). Ο στρατός και το πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν έπαιζαν στο ίδιο γήπεδο: του αυταρχισμού και του συντηρητισμού — του ισχυρού κράτους. Τα πράγματα άλλαξαν στη δεκαετία του ’90, όταν το διεθνές και το εγχώριο κεφάλαιο δεν είχαν πλέον ανάγκη ούτε τον στρατό ούτε το «σκληρό» πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν. Είχαν ανάγκη έναν αποτελεσματικό φορέα ενός ομοιογενούς πολιτισμού που θα εξασφαλίζει την ατομική συμμετοχή σε ένα καταναλωτικό σύμπαν, με όρους ηθικής-θρησκευτικής αφοσίωσης. Είχαν ανάγκη ένα ισχυρό κράτος, όχι έθνος αλλά κοινότητα, με ευσέβεια στις ατομικές «εξουσίες» (όχι ελευθερίες) και τις δημοκρατικές αρχές της κοινότητας.

Είναι η εποχή που ισχυροποιήθηκαν οι παράλληλες «δομές» στην κοινωνία και τη γραφειοκρατία που δημιουργούσαν οι ΜΚΟ, με σημαντικότερες τα θρησκευτικά τάγματα (μεταξύ τους, αυτό του Φετουλάχ Γκιουλέν με υποστήριξη αμερικανικών κεφαλαίων). Ούτε ο στρατός ούτε το πολιτικό Ισλάμ του Ερμπακάν, που συγκρούονταν πια ανηλεώς, κατάλαβαν ότι ο κόσμος είχε αλλάξει και ότι και οι δύο πια δεν αποτελούσαν «δυτικά όπλα». Το κόμμα του Ερντογάν, γεννημένο μέσα από τα σπλάχνα του πολιτικού Ισλάμ του Ερμπακάν, αλλά και σε ρήξη μ’ αυτό, δεν μπήκε στην παλιά αντιπαλότητα ανάμεσα στα δύο παραδοσιακά οράματα, δεν συγκρούστηκε με τον στρατό, ως φορέας μιας αντίπαλης ηγεμονίας. Εμφανίστηκε ως ο αποτελεσματικότερος εκφραστής του διαχρονικού αιτήματος για δημοκρατία. Κινητοποίησε τη θρησκεία ως τον διαχρονικό συνδετικό κρίκο ανάμεσα στα πολλά και διαφορετικής ιδεολογικής προέλευσης αιτήματα για δημοκρατία, ενώ συνεργάστηκε στενά με τις θρησκευτικές ΜΚΟ για τον έλεγχο της γραφειοκρατίας (δικαιοσύνη, αστυνομία) εναντίον του στρατού. Ο στρατός ηττήθηκε από την ίδια τη γραφειοκρατία, το άλλοτε ισχυρό του όπλο.

 Το κόμμα του Ερντογάν λοιπόν αποδέσμευσε μια δημοκρατική, χειραφετητική δυναμική στην κοινωνία, και μάλιστα σε μια στιγμή που η Ε.Ε. προέκρινε, για διάφορους λόγους, στον διάλογό της με την Τουρκία, τη δημοκρατία και όχι το δόγμα του εκδυτικισμένου ισχυρού συνεταίρου στην περιοχή. Οι αριστεροί –και όχι μόνο οι Τούρκοι– γνώριζαν ότι το κόμμα του Ερντογάν ήταν νεοδεξιό και νεοφιλελεύθερο, θεώρησαν ωστόσο ότι η εξουδετέρωση του στρατού εξουδετέρωνε συγχρόνως και τον αντιδημοκρατικό παράγοντα, που στοίχειωνε την πολιτική ζωή της χώρας.

 Η παράδοση της Ε.Ε. στον νεοφιλελευθερισμό και ο διάλογός της (όπως και των ΗΠΑ) με την Τουρκία με όρους όχι δημοκρατίας αλλά αποτελεσματικότητας και ισχύος ενίσχυσε τις αυταρχικές δυνάμεις στο εσωτερικό του κόμματος του Ερντογάν (και τον αυταρχισμό του ίδιου), στο όνομα του παλιού ηγεμονικού οράματος του πολιτικού Ισλάμ. Ενίσχυσε, επομένως, την άσκηση της πολιτικής με όρους συνωμοσίας και προστασίας του κράτους, φορέα καταστολής στο όνομα μιας απειλής (ή κρίσης).

Η σύγκρουση με το «παράλληλο σύμπαν» που έχει φτιάξει μέσα στο κράτος ο Φετουλάχ Γκιουλέν θα μπορούσε να σημάνει βαθύ εκδημοκρατισμό. Αρκεί ωστόσο να παρακολουθήσουμε τους όρους με τους οποίους διεξάγει τη σύγκρουση ο Ερντογάν, για να καταλάβουμε ότι την αντιμετωπίζει ως διαμάχη φατριών, ως μάχη εναντίον των «προδοτών της κοινότητας». Ενσωματώνει στον λόγο του ταυτοχρόνως και τα δύο οράματα: και του στρατού και του πολιτικού Ισλάμ. Δεν επικαλείται λοιπόν τη δημοκρατία και τους δημοκρατικούς θεσμούς, αλλά την οθωμανική περίοδο του Φετρέτ (πόλεμος μεταξύ των διαδόχων του σουλτάνου Βαγιαζήτ Ι, 1402-1413), που έληξε με τη νίκη του μιλλέτ (της εθνοθρησκευτικής κοινότητας), ενώ οικειοποιείται τη γλώσσα του στρατού περί «εθνικών προδοτών».

Για πρώτη φορά ωστόσο μετά τη δεκαετία του ’60 η Τουρκία βρίσκεται σε φάση επανιδεολογικοποίησης του πολιτικού, όπως δείχνουν οι διαδηλώσεις εναντίον του Ερντογάν. Όσο όμως τα κόμματα που τον αντιπολιτεύονται συγκροτούν τη σύγκρουση όχι με όρους ταξικούς, ιδεολογικούς και πολιτικούς, αλλά τη συρρικνώνουν σε σύγκρουση της μιας θρησκείας (κοσμικότητας) εναντίον της άλλης (Ισλάμ), το παιχνίδι της δημοκρατίας θα υπονομεύεται και ο φασισμός θα καραδοκεί. Όσο η Ε.Ε., συμπεριφερόμενη ως Μεγάλη Δύναμη άλλων εποχών, δεν ξεκαθαρίζει με τι είδους Τουρκία θέλει να συνομιλεί, ενώ τα γειτονικά, «μικρά» κράτη-μέλη, όπως η Ελλάδα, συμμεριζόμενα αυτό το παιχνίδι, είτε αναπαράγουν τα εθνικιστικά αντιτουρκικά παραληρήματα που διευκολύνουν το φαγοπότι των εξοπλισμών, είτε ανοίγουν «φιλίες» με στόχο να μοιραστούν την ηγεμονία στην περιοχή, η κατάσταση θα παραμένει δυσοίωνα μετέωρη, τόσο για την Τουρκία όσο και ευρύτερα. Η Ε.Ε. (όπως και τα κράτη-μέλη) οφείλει να συνομιλεί με οποιοδήποτε κόμμα εξέλεξε δημοκρατικά ο λαός της Τουρκίας, με οποιοδήποτε κίνημα εκφράζει αιτήματα αυτού του λαού. Οφείλει, ωστόσο, επίσης, να αναπτύξει έναν δημοκρατικό, ξεκάθαρο διάλογο με αυτή τη χώρα.


Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

[Κύπρος] Γλαύκος Κληρίδης (1919-2013) : Ο ι­δρυ­τής της κυ­πρια­κής Δε­ξιάς

Ο Γλαύ­κος Κλη­ρί­δης α­νή­κε στη «νέ­α» γε­νιά των κύ­πριων πο­λι­τι­κών, που εμ­φα­νί­στη­καν την ε­πο­χή της Ε­Ο­ΚΑ και γεν­νη­θή­καν πο­λι­τι­κά μα­ζί με την Ανε­ξαρ­τη­σία της Κύ­πρου το 1959. Ήταν, λοι­πόν, «α­νε­ξαρ­τη­σια­κός» πο­λι­τι­κός, έ­τσι ό­πως την Ανε­ξαρ­τη­σία την ό­ρι­ζε ε­κεί­νη την ε­πο­χή ο ε­θναρ­χι­σμός του Μα­κά­ριου σε συμ­φω­νία με τους α­γω­νι­στές της Ε­Ο­ΚΑ, κα­θώς ε­πί­σης και η Ελλά­δα και οι συ­σχε­τι­σμοί στο να­τοϊκό στρα­τό­πε­δο. Ο Κλη­ρί­δης, λοι­πόν, α­κού­μπη­σε στα πρώ­τα βή­μα­τα της πο­λι­τι­κής του ζωής σε δύο πο­λι­τι­κό-πο­λι­τι­σμι­κά πε­ρι­βάλ­λο­ντα: έ­να «ε­θναρ­χι­κό», στο ο­ποίο οι ρί­ζες της α­νε­ξαρ­τη­σια­κής ταυ­τό­τη­τας βυ­θί­ζο­νταν ι­στο­ρι­κά στα α­λυ­τρω­τι­κά σχή­μα­τα της ε­θνι­κο­φρο­σύ­νης και της Ένω­σης, και σε έ­να διε­θνές και ελ­λη­νι­κό πε­ρι­βάλ­λον, στο ο­ποίο η α­νε­ξαρ­τη­σια­κή ταυ­τό­τη­τα φτια­χνό­ταν α­πό τα υ­λι­κά των συμ­φε­ρό­ντων με­γά­λου μέ­ρους της «εκ­συγ­χρο­νι­στι­κής» α­στι­κής τά­ξης αλ­λά και του διε­θνούς ρε­α­λι­σμού. Ωστό­σο, ω­ρί­μα­σε πο­λι­τι­κά μέ­σα στις δύ­σκο­λες συν­θή­κες του α­νε­ξάρ­τη­του κρά­τους, στο ο­ποίο κα­τεί­χε πρω­τα­γω­νι­στι­κή θέ­ση, ως ο ε­πί πολ­λά χρό­νια πρό­ε­δρος της κυ­πρια­κής Βου­λής, αλ­λά και ως ο εκ­πρό­σω­πος της ελ­λη­νο­κυ­πρια­κής κοι­νό­τη­τας στις δι­κοι­νο­τι­κές συ­νο­μι­λίες, με­τα­ξύ 1968 και 1974.

Το σχή­μα της ε­θναρ­χι­κής α­νε­ξαρ­τη­σίας του Μα­κά­ριου, μέ­σα α­πό το ο­ποίο α­να­πα­ρά­γο­νταν οι α­δρά­νειες ε­νός μα­κρού, ε­θνο­θρη­σκευ­τι­κού πα­ρελ­θό­ντος, δη­μιουρ­γού­σε γι’ αυ­τό τον α­στό πο­λι­τι­κό ε­πι­κίν­δυ­νες ε­πι­πλο­κές, με θα­νά­σι­μες πα­γί­δες. Ο Κλη­ρί­δης α­νέ­πτυσ­σε την ταυ­τό­τη­τα του Έλλη­να α­στού πο­λι­τι­κού της Κύ­πρου, για τον ο­ποίο το α­νε­ξάρ­τη­το κυ­πρια­κό κρά­τος έ­πρε­πε να εκ­συγ­χρο­νί­ζε­ται ε­ναρ­μο­νι­σμέ­νο με τα συμ­φέ­ρο­ντα του ελ­λη­νι­κού κρά­τους, ό­πως αυ­τά δια­μορ­φώ­νο­νταν στο πλαί­σιο του δυ­τι­κού στρα­το­πέ­δου. Όσο η ελ­λη­νι­κή, α­στι­κή τά­ξη της Κύ­πρου πα­ρέ­με­νε α­δύ­να­μη, κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νη και δι­χα­σμέ­νη α­νά­με­σα στον Μα­κά­ριο και τον Γρί­βα, ο Κλη­ρί­δης πα­ρέ­με­νε α­φο­σιω­μέ­νος στον Μα­κά­ριο και την ε­θναρ­χι­κή α­νε­ξαρ­τη­σία, κι αυ­τό πα­ρά τη δια­φω­νία του σε μεί­ζο­να θέ­μα­τα, ό­πως αυ­τό της, μο­νο­με­ρούς και χω­ρίς τη συ­ναί­νε­ση της Ελλά­δας, α­να­θεώ­ρη­σης των 13 ση­μείων του κυ­πρια­κού Συ­ντάγ­μα­τος.

Στην ε­ξαι­ρε­τι­κά κρί­σι­μη πε­ρίο­δο των δι­κοι­νο­τι­κών συ­νο­μι­λιών (1968-1974), ό­που το πα­ρα­κρά­τος δρού­σε α­νε­ξέ­λε­γκτο και η ελ­λη­νι­κή χού­ντα με τα κυ­πρια­κά της πα­ρα­κλά­δια α­πλω­νό­ταν σε αυ­τό, ε­νώ ο Μα­κά­ριος α­δυ­να­τού­σε να κα­τα­νοή­σει τη ση­μα­σία, σε ε­κεί­νες τις δύ­σκο­λες συν­θή­κες, που εί­χε για το κυ­πρια­κό κρά­τος η «ε­πα­νί­δρυ­σή» του ως δι­κοι­νο­τι­κού, ο Κλη­ρί­δης έ­κα­νε τη ρή­ξη. Μα­ζί με τον Τάσ­σο Πα­πα­δό­που­λο και τον Πο­λύ­καρ­πο Γεωρ­κάτ­ζη και με τη στή­ρι­ξη με­λών της ι­σχυ­ρής, χά­ρη στο κρά­τος, α­στι­κής τά­ξης και του α­γρο­τι­κού κό­σμου στον ο­ποίο ο Γεωρ­κάτ­ζης έ­λεγ­χε ό­λα τα ε­θνι­κι­στι­κά σω­μα­τεία, α­πο­φά­σι­σε το 1969 να συ­νε­νώ­σει τα κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­να κομ­μά­τια του α­στι­κού, πο­λι­τι­κού κό­σμου. Ίδρυ­σε το «Ενιαίο Κόμ­μα» με «κε­ντρο­δε­ξιό πο­λι­τι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό», κα­τά τη δια­τύ­πω­σή του, και με σα­φέ­στα­τα «φι­λο­δυ­τι­κό», ε­πο­μέ­νως α­ντι­κομ­μου­νι­στι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό. Η ί­δρυ­ση αυ­τού του κόμ­μα­τος α­πο­τέ­λε­σε το­μή για την κυ­πρια­κή πο­λι­τι­κή ζωή, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο που το μο­να­δι­κό πο­λι­τι­κό κόμ­μα που υ­πήρ­χε στην Κύ­προ, ή­δη α­πό το 1941, ή­ταν το Α­ΚΕΛ. Σε α­ντί­θε­ση, λοι­πόν, με τον α­ρι­στε­ρό χώ­ρο, ο ο­ποίος ο­ρί­στη­κε ι­στο­ρι­κά στην Κύ­προ έ­ξω α­πό τον ε­θναρ­χι­κό χώ­ρο, άλ­λο­τε σε σφο­δρή σύ­γκρου­ση με αυ­τόν άλ­λο­τε σε συμ­μα­χία (α­πό το 1960 και με­τά), ο δε­ξιός πο­λι­τι­κός χώ­ρος υ­πήρ­χε χά­ρη στον ε­θναρ­χι­σμό, κά­τω α­πό τα ρά­σα της Εκκλη­σίας.

Δε­ξιός χώ­ρος έ­ξω α­πό τον ε­θναρ­χι­κό

Υπό την α­πει­λή, λοι­πόν, ό­τι το Α­ΚΕΛ ε­λέγ­χει τον κοι­νω­νι­κό και πο­λι­τι­κό χώ­ρο και με δε­δο­μέ­νο ό­τι ο ε­θναρ­χι­κός ρό­λος του Μα­κά­ριου ή­ταν πλέ­ον δια­πραγ­μα­τεύ­σι­μος, ο Κλη­ρί­δης α­πο­φά­σι­σε τη σχε­τι­κή αυ­το­νό­μη­ση της α­στι­κής δε­ξιάς α­πό το ε­θναρ­χι­κό μέ­τω­πο. Όπως ο ί­διος ε­ξη­γεί: «εί­χα τη βε­βαιό­τη­τα ό­τι η κα­τά­στα­ση ή­ταν πο­λι­τι­κά αρ­ρω­στη­μέ­νη […]. Εί­χα ε­πί­σης την ά­πο­ψη ό­τι ο ρό­λος της εκ­κλη­σίας στην πο­λι­τι­κή ζωή του τό­που έ­πρε­πε να ε­πα­να­προσ­διο­ρι­σθεί. Πί­στευα ό­τι αν και η εκ­κλη­σία εί­χε δι­καίω­μα να έ­χει φω­νή στα πο­λι­τι­κά πράγ­μα­τα, ω­στό­σο δεν έ­πρε­πε να εί­ναι η κυ­ρίαρ­χη φω­νή ή ε­ξου­σία στην πο­λι­τι­κή ζωή της Κύ­πρου, […] ό­τι τα πο­λι­τι­κά κόμ­μα­τα α­πο­τε­λούν βα­σι­κό συ­στα­τι­κό στοι­χείο της πο­λι­τι­κής ζωής και ό­τι ή­ταν α­πα­ρά­δε­κτο το έ­να και μο­να­δι­κό κόμ­μα να εί­ναι της α­ρι­στε­ράς, τη στιγ­μή που η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία των Ελλή­νων, οι ο­ποίοι δεν ή­ταν α­ρι­στε­ροί, δεν εί­χαν πο­λι­τι­κά κόμ­μα­τα, με α­πο­τέ­λε­σμα να εμ­φα­νί­ζο­νται έ­τσι πο­λι­τι­κά κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι και με με­σαιω­νι­κή α­ντί­λη­ψη και νοο­τρο­πία» (Η Κα­τά­θε­σή μου, τ. 2, σς. 329-330). Για πρώ­τη φο­ρά, λοι­πόν, η δε­ξιά στην Κύ­προ ό­ρι­σε το δι­κό της πο­λι­τι­κό χώ­ρο, έ­ξω α­πό τον ε­θναρ­χι­κό της εκ­κλη­σια­στι­κής ιε­ραρ­χίας.

Αυ­τό το δε­ξιό, «εκ­συγ­χρο­νι­στι­κό» κόμ­μα που συ­σπεί­ρω­σε με­γά­λο τμή­μα της α­στι­κής τά­ξης της Κύ­πρου, αλ­λά και ό­λα τα α­κρο-δε­ξιά, ε­θνι­κι­στι­κά σω­μα­τεία και συλ­λό­γους της Κύ­πρου, έ­γι­νε φο­ρέ­ας μιας λαϊκής, ε­θνι­κι­στι­κής ι­δε­ο­λο­γίας, για την ο­ποία ο α­γώ­νας της Ε­Ο­ΚΑ συ­νι­στού­σε τη με­γά­λη το­μή. Τα α­στι­κά στρώ­μα­τα, λοι­πόν, της Κύ­πρου α­πο­φά­σι­σαν με αυ­τό το κόμ­μα να ση­μα­σιο­δο­τή­σουν και να δια­χει­ρι­στούν την ελ­λη­νι­κό­τη­τα σε κυ­πρια­κό πλαί­σιο, ως προ­νο­μια­κοί ε­ντο­λο­δό­χοι της Μη­τέ­ρας Πα­τρί­δας. Σε αυ­τή την ι­δε­ο­λο­γία, ό­ποιο κόμ­μα ή­ταν κα­τά της Ελλά­δας, ή­ταν αν­θελ­λη­νι­κό και αμ­φι­σβη­τού­σε την ί­δια την ταυ­τό­τη­τα των Ελλη­νο­κυ­πρίων. Η αιώ­νια Ελλά­δα έ­γι­νε η πη­γή της νο­μι­μο­ποίη­σης της κυ­πρια­κής, α­στι­κής δε­ξιάς και η α­πό­δει­ξη του προ­δο­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα του α­ρι­στε­ρού α­ντί­πα­λου: του Α­ΚΕΛ. Ο Κλη­ρί­δης με το κόμ­μα που ί­δρυ­σε έ­θε­σε με κο­σμι­κούς ό­ρους το ό­ριο της διαί­ρε­σης α­νά­με­σα στη Δε­ξιά και την Αρι­στε­ρά.

Με­τά την τουρ­κι­κή ει­σβο­λή

Το ελ­λη­νι­κό πρα­ξι­κό­πη­μα και η τουρ­κι­κή ει­σβο­λή στη Κύ­προ α­νέ­τρε­ψαν, βίαια και ο­δυ­νη­ρά, την προ­η­γού­με­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Τα α­στι­κά στρώ­μα­τα βρέ­θη­καν και πά­λι δια­σπα­σμέ­να και κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­να πο­λι­τι­κά. Ένα μέ­ρος των α­στι­κών στρω­μά­των α­πο­φά­σι­σε να συ­γκρο­τή­σει έ­να κε­ντρώο κόμ­μα (Δη­μο­κρα­τι­κό Κόμ­μα –ΔΗ­ΚΟ), του ο­ποίου η κύ­ρια ταυ­τό­τη­τα ή­ταν αυ­τή του πι­στού και α­με­τα­κί­νη­του κλη­ρο­νό­μου της μα­κα­ρια­κής κλη­ρο­νο­μιάς. Το κόμ­μα αυ­τό α­να­λάμ­βα­νε το ρό­λο του α­να­πα­ρα­γω­γού με κο­σμι­κούς ό­ρους του ε­θναρ­χι­σμού, σύμ­φω­να με τον ο­ποίο το κρά­τος έ­πρε­πε να εί­ναι α­νε­ξάρ­τη­το αλ­λά ε­θναρ­χι­κό. Ο Κλη­ρί­δης, α­ντι­θέ­τως, α­πο­φά­σι­σε να συ­γκρο­τή­σει εκ νέ­ου τη δε­ξιά, ι­δρύο­ντας το 1976 έ­να νέο κόμ­μα –τον Δη­μο­κρα­τι­κό Συ­να­γερ­μό (ΔΗ­ΣΥ)– στο ο­ποίο συμ­με­τεί­χαν πολ­λά α­πό τα στε­λέ­χη του προ­η­γού­με­νου κόμ­μα­τος και άλ­λων προ­πο­λε­μι­κών κομ­μά­των. Το νέο αυ­τό κόμ­μα, φτιαγ­μέ­νο α­πό πολ­λά α­πό τα πα­λιά υ­λι­κά του προ­η­γού­με­νου κόμ­μα­τος, γι­νό­ταν φο­ρέ­ας μιας εκ­συγ­χρο­νι­στι­κής, δυ­τι­κό­στρο­φης και πά­ντα α­ντι­κο­μου­νι­στι­κής δε­ξιάς, της ο­ποίας η α­πο­στο­λή ή­τα­ν: «την πα­τρί­δα ουκ ε­λάτ­τω πα­ρα­δώ­σω». Η λύ­ση του κυ­πρια­κού με βά­ση τις α­πο­φά­σεις του Ο­ΗΕ και σε α­γα­στή σύ­μπνοια με τις ελ­λη­νι­κές κυ­βερ­νή­σεις έ­γι­ναν η ση­μαία του ΔΗ­ΣΥ.

Ο ε­θνι­κι­σμός και ο εκ­συγ­χρο­νι­σμός α­πο­τέ­λε­σαν τα συ­γκολ­λη­τι­κά στοι­χεία της πα­λιάς και της νέ­ας δε­ξιάς ταυ­τό­τη­τας: το βο­λι­κό σχή­μα, σύμ­φω­να με το ο­ποίο για ό­λα έ­φται­γε η ελ­λη­νι­κή χού­ντα, ε­ξά­γνι­σε τους κύ­πριους συ­νερ­γά­τες της χού­ντας, και ε­πέ­τρε­ψε στις εκ­συγ­χρο­νι­στι­κές ο­μά­δες να ξα­να­φτιά­ξουν έ­να με­γά­λο χρό­νο, στον ο­ποίο ό­λοι οι κα­λοί Έλλη­νες της Κύ­πρου χώ­ρα­γαν. Από την άλ­λη με­ριά, η ει­σβο­λή α­πο­δό­θη­κε στη βαρ­βα­ρό­τη­τα της Τουρ­κίας, αλ­λά και στα «λά­θη» της τό­τε κυ­πρια­κής η­γε­σίας. Το ο­δυ­νη­ρό πα­ρελ­θόν σκε­πά­στη­κε και ό­λα ξε­κί­να­γαν α­πό το ’74 και με­τά. Ο Κλη­ρί­δης, δε­ξιός, εκ­συγ­χρο­νι­στής πο­λι­τι­κός, δεν προ­σπά­θη­σε να συν­δέ­σει την ο­μο­σπον­δία με τη λαϊκή ι­δε­ο­λο­γία, να την κα­τα­στή­σει α­ξία αυ­τής της λαϊκής κουλ­τού­ρας. Ανή­κε σε αυ­τή την κυ­πρια­κή α­στι­κή τά­ξη, για την ο­ποία η ο­μο­σπον­δία ή­ταν έ­να ε­πί­κτη­το, ρε­α­λι­στι­κό στοι­χείο της ελ­λη­νι­κής ταυ­τό­τη­τας, κα­ταρ­χάς α­πο­δε­κτό α­πό την Ελλά­δα και το δυ­τι­κό κό­σμο. Δεν εγ­γρα­φό­ταν που­θε­νά στην κυ­πρια­κή ι­στο­ρία. Ο ρε­α­λι­σμός του συ­μπυ­κνω­νό­ταν στο δόγ­μα της σύ­μπρα­ξης με την Ελλά­δα, σε αρ­μο­νία με το δυ­τι­κό, διε­θνές πε­ρι­βάλ­λον.

Ση­μα­ντι­κός η­γέ­της

Στην πρώ­τη προ­ε­δρία του (1993-1998), η ρε­α­λι­στι­κή πο­λι­τι­κή που α­σκού­σε του ε­πέ­τρε­ψε να α­πο­δε­χτεί τις δι­κοι­νο­τι­κές συ­νο­μι­λίες. Συγ­χρό­νως, ό­μως, του ε­πέ­βα­λε την πλή­ρη α­πο­δο­χή και σύ­μπλευ­ση με το ε­νιαίο α­μυ­ντι­κό δόγ­μα του Γερ. Αρσέ­νη που α­κύ­ρω­νε την ο­μο­σπον­δία. Στη δεύ­τε­ρη προ­ε­δρία του (1998-2002) ω­στό­σο, ει­δι­κά προς το τέ­λος, ο Κλη­ρί­δης έ­κα­νε τη με­γά­λη ρή­ξη στην πο­λι­τι­κή ζωή του. Με τη θέ­ση που πή­ρε υ­πέρ του σχε­δίου Ανάν, α­νέ­τρε­ψε τη δε­ξιά ατ­ζέ­ντα: κα­τέ­στη­σε για πρώ­τη φο­ρά τη συ­νύ­παρ­ξη με τους Τουρ­κο­κύ­πριους σε έ­να ο­μό­σπον­δο κρά­τος δο­μι­κό στοι­χείο της ταυ­τό­τη­τας των Ελλη­νο­κύ­πριων. Ακό­μη κι αν αυ­τό υ­πα­γο­ρεύ­τη­κε α­πό έ­να ρε­α­λι­σμό που η ευ­ρω­παϊκή πο­ρεία της Κύ­πρου και η πο­λι­τι­κή της Ελλά­δας υ­πέ­βα­λαν, δεν μειώ­νει κα­θό­λου τον α­να­τρε­πτι­κό χα­ρα­κτή­ρα μιας θέ­σης έ­ξω ε­ντε­λώς α­πό τον πο­λι­τι­σμι­κό ο­ρί­ζο­ντα της δε­ξιάς.

Δεν ξέ­ρω αν ο Κλη­ρί­δης ή­ταν με­γά­λος πο­λι­τι­κός. Ένα εί­ναι βέ­βαιο, ω­στό­σο. Ήταν έ­νας πο­λι­τι­κός της ε­πο­χής του, που δεν θέ­λη­σε να οι­κειο­ποιη­θεί κα­νέ­ναν ε­θναρ­χι­κό ρό­λο για να μεί­νει στην ι­στο­ρία ως με­γά­λος η­γέ­της. Ανα­με­τρή­θη­κε με την ι­στο­ρία με τα ό­πλα της ι­δε­ο­λο­γίας του και της πο­λι­τι­κό-πο­λι­τι­σμι­κής ταυ­τό­τη­τάς του. Αυ­τό τον κα­θι­στά ση­μα­ντι­κό η­γέ­τη. 


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

[Ελλάδα - εξωτερική πολιτική] Ελληνική εξωτερική πολιτική: σε αναζήτηση «Προστάτιδος Δυνάμεως»

Η κρίσιμη κατάσταση στη Συρία, και εν γένει στη Μέση Ανατολή, και η σπουδή με την οποία η ελληνική κυβέρνηση συντάχθηκε με τις ΗΠΑ θέτουν επιτακτικά το ερώτημα: Τι είδους εξωτερική πολιτική έχει η χώρα; Το δόγμα που με υπερηφάνεια διακινεί η κυβέρνηση («η Ελλάδα παράγοντας σταθερότητας και ειρήνης στην περιοχή») είναι κενό περιεχομένου, καλύπτοντας με στόμφο μια εντελώς ετεροπροσδιορισμένη, αντιδημοκρατική, και γι’ αυτό επικίνδυνη πολιτική. Τα κόμματα εξουσίας (Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ) τις τελευταίες δεκαετίες δεν παράγουν πολιτική, ούτε εσωτερική ούτε εξωτερική. Η ελληνική κυβέρνηση σήμερα επικαιροποιεί, σε νεοφιλελεύθερη εκδοχή, την παλαιά λογική των Προστάτιδων Δυνάμεων, με τις οποίες το εθνικό συμφέρον πρέπει να συμπλέει.Η ικανότητα της κυβέρνησης εξαρτάται από τον βαθμό καλής διερμηνείας της πολιτικής των Προστάτιδων σε μια αντιδημοκρατική, εθνικιστική διάλεκτο. Ένα έργο που έχει παιχτεί πολλές φορές, από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, οδηγώντας τους μεν πολλούς σε εθνική καταστροφή, τους δε λίγους σε υψηλές πράξεις σωτηρίας!
 
Η εξωτερική (και η εσωτερική) πολιτική της προσκόλλησης σε προστάτες, παρά τα εύσημα του ρεαλισμού που διεκδικεί, είναι ανεδαφική, αντεθνική και επικίνδυνη. Καταρχάς, διαμορφώνεται με τους γεωστρατηγικούς όρους και τα συμφέροντα του προστάτη, και όχι του μικρού εθνικού κράτους στο πλαίσιο της γειτονιάς του. Η ένταξη του εθνικού συμφέροντος στη γεωστρατηγική μιας Δύναμης το καθιστά ανεδαφικό, αποϊστορικοποιημένο και αποϊδεολογικοποιημένο: ενώ έχει οριστεί σε ιμπεριαλιστικό πλαίσιο, έχει αυτονομηθεί, αποκτώντας μια δική του εθνική ιστορικότητα που πρέπει να εμπνέει την εξωτερική πολιτική. Έτσι, η εξωτερική πολιτική διαμορφώνεται με τη ρητορική ενός μεγάλου εθνικού συμφέροντος (της ισχυρής Ελλάδας), και διεκδικείται με την παθητικότητα και την υποταγή που επιβάλλουν τα συμφέροντα της Προστάτιδας Δύναμης. Η ελληνική εξωτερική πολιτική, εν ολίγοις, διαμορφώνεται στο πλαίσιο του ρόλου του μικρομέγαλου, σε ανταγωνισμό με τον κατεξοχήν μικρομέγαλο της περιοχής: την Τουρκία. Η κυβέρνηση σήμερα θεωρεί ότι με το νέο μεγάλο όραμα –άξονας «Ισραήλ-Κύπρου-Ελλάδας»– η ρακένδυτη Ελλάδα θα γίνει ξανά ισχυρή χώρα, μαζί με την Τουρκία, και εναντίον της συνάμα. Συμμερίζεται λοιπόν πλήρως αλλά και ανταγωνίζεται το ηγεμονικό, νεοφιλελεύθερο όραμα του Ερντογάν για την περιοχή (και για την Ελλάδα), και με αυτό το κριτήριο σύρεται πίσω από τη Γερμανία, σε ό,τι αφορά την εσωτερική πολιτική, και πίσω από τις ΗΠΑ, σε ό,τι αφορά την εξωτερική.

 Εξωτερική πολιτική και Αριστερά

Στη Μέση Ανατολή παίζονται εδώ και χρόνια, με διαφορετικούς τρόπους και ιστορικότητες, οι ίδιες αξίες που παίζονται και στη χώρα μας σήμερα: δημοκρατία, δικαιοσύνη και ειρήνη. Το ερώτημα που τίθεται γιατί τα κινήματα στη Μέση Ανατολή, ενώ ξεκινούν από καταπιεσμένους και φτωχούς, συσπειρώνοντας μεσαία, προοδευτικά και αντικαθεστωτικά στρώματα, τελικά «θρησκειοποιούνται». Και αντί να οδηγήσουν στη δημοκρατία και τη χειραφέτηση οδηγούνται σε «θρησκευτικούς εμφυλίους». Η απάντηση μπορεί να αναζητηθεί στους τρόπους με τους οποίους εξακολουθεί να συνδιαλέγεται η «Δύση» (όπου και η Ρωσία και η Κίνα, όχι μόνο η ΗΠΑ και η ΕΕ, καθώς και οι τοπικοί δορυφόροι τους) με αυτή την περιοχή: με όρους μετώπων στη βάση φυλετικών και θρησκευτικών διαιρέσεων, όρους δηλαδή που υπονομεύουν τη δημοκρατία και επιτρέπουν την αναπαραγωγή ντόπιων πατερναλιστικών δυνάμεων, η εξουσία των οποίων –είτε σε αμοιβαιότητα είτε σε σύγκρουση με τη «Δύση»– ενισχύεται.

Βασικό κλειδί για τον εκδημοκρατισμό και την ειρήνη, την αποθρησκειοποίηση της πολιτικής ζωής σε όλη τη Μέση Ανατολή, την εξουδετέρωση των προστάτιδων και πατερναλιστικών δυνάμεων, ντόπιων και διεθνών, είναι η λύση του Παλαιστινιακού με δημοκρατία και δικαιοσύνη, και για τους δύο λαούς. Κι αυτό γιατί το Παλαιστινιακό είναι «ο ιερός τόπος» αναπαραγωγής του φυλετισμού και των θρησκευτικών διαιρέσεων, ο «ιερός τόπος» αναπαραγωγής του παγκόσμιου και τοπικού ηγεμονισμού. Χωρίς τη λύση του, κάθε συζήτηση για τη Μέση Ανατολή είναι άνευ νοήματος. Θα παραμένει το «ευέλικτο ταμπόν» που προσαρμόζεται, με συγκρούσεις ή επιβεβλημένη ειρήνη, στις αντιπαραθέσεις των μεγάλων και μικρών δυνάμεων.

Μια αντιιμπεριαλιστική εξωτερική πολιτική της Αριστεράς έχει ως προϋπόθεση τη διαμόρφωση μετώπων βάσει αρχών –δημοκρατία, δικαιοσύνη, ειρήνη–, και όχι στη βάση του ποιος πολεμά αποτελεσματικότερα τον κατεξοχήν ιμπεριαλιστή, τις ΗΠΑ και την Ε.Ε. Ούτε η «Δύση» ούτε ο ιμπεριαλισμός έχουν σήμερα ένα και μοναδικό πρόσωπο: για την Αριστερά αυτό πρέπει να είναι ξεκάθαρο, διαφορετικά αναπαράγει εξ αριστερών τη λογική της Προστάτιδας Δύναμης. Η αριστερή εξωτερική πολιτική πρέπει να στοχεύει σε δύο κατευθύνσεις: στο κινηματικό και στο θεσμικό, σε πλήρη αμοιβαιότητα. Σε κινηματικό επίπεδο, ιδίως σε ό,τι αφορά τη Μέση Ανατολή, χρειάζεται σύσφιξη σχέσεων, εκτός όλων των άλλων, με το γυναικείο κίνημα, όσο και όπου υπάρχει, αλλά και προσπάθεια ανάδειξης –και με τη σύμπραξη της ευρωπαϊκής Αριστεράς– τέτοιων κινημάτων και ζητημάτων. Η δημοκρατία, επομένως ο αντιιμπεριαλισμός στη Μέση Ανατολή, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, περνά από τη χειραφέτηση των γυναικών. Ταυτόχρονα, η δράση του ΣΥΡΙΖΑ στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής Αριστεράς για την εκ βάθρων αλλαγή των όρων συγκρότησης του διαλόγου με την περιοχή μας αποτελεί προτεραιότητα. Ο διάλογος με όρους οριενταλιστικών στερεοτύπων, που οξύνουν τις θρησκευτικές, εθνικές και φυλετικές αντιθέσεις ή δημιουργούν «ζώνες επιρροής» ανάλογα με ηθικού τύπου χαρακτηριστικά κάθε χώρας, ενισχύουν τον αυταρχισμό στην Ε.Ε., δημιουργώντας τον απαραίτητο κατακερματισμό για τη διείσδυση του νεοφιλελευθερισμού και του ιμπεριαλισμού στην περιοχή.

Σε θεσμικό επίπεδο, ο ΟΗΕ μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό πεδίο διεκδίκησης μιας άλλης πολιτικής. Παρά την καταρράκωση του κύρους του λόγω της σύμπλευσής του με τον ιμπεριαλισμό, αποτελεί ωστόσο τον παγκόσμιο θεσμό όπου η Αριστερά πρέπει να δώσει μάχη, σε συμμαχία με τις χώρες που διεκδικούν δημοκρατία, δικαιοσύνη και ειρήνη, αλλά και υπό την πίεση των αντιιμπεριαλιστικών και φιλειρηνικών κινημάτων. Η μάχη πρέπει να δοθεί για τον ΟΗΕ αλλά και στον ΟΗΕ, για τη δημοκρατία και την ειρήνη στην περιοχή μας. Στον ΟΗΕ, όχι σε ρόλο Προστάτιδας Δύναμης του εθνικού συμφέροντος (όπως τον αντιμετωπίζουν συνήθως οι ελληνικές, αλλά και οι κυπριακές κυβερνήσεις), αλλά ως πεδίο άσκησης δικαίου.

Για να ορίσουμε ωστόσο τα πεδία και τα μέσα μιας αντιιμπεριαλιστικής πολιτικής πρέπει να προσδιορίσουμε την εξωτερική πολιτική όχι με όρους εθνικού συμφέροντος, έτσι όπως το όρισαν οι κυρίαρχες δυνάμεις στο πλαίσιο του ιμπεριαλισμού, του Ψυχρού Πολέμου και της εθνικοφροσύνης, αλλά με όρους δημοκρατίας, δικαίου και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Αν το αίτημα είναι δημοκρατία και δικαιοσύνη στην Ελλάδα και την περιοχή –και όχι ισχυρή Ελλάδα– τότε η εξωτερική πολιτική πρέπει να επαναπροσδιοριστεί με βάση αυτές τις αρχές, και όχι οι αρχές να κόβονται και να ράβονται στα μέτρα κάποιου αναλλοίωτου εθνικού συμφέροντος. Η εξωτερική πολιτική είναι προϊόν πολιτικών αποφάσεων, που έχουν ληφθεί δημοκρατικά, και όχι υπακοή σε μια ιερή εντολή που ορίζεται με θρησκευτικούς ή φυλετικούς όρους.

Η αντιιμπεριαλιστική πολιτική δεν συγκροτείται με γνώμονα την αντιπαράθεση στους αντιπάλους του εθνικού συμφέροντος. Αυτό οδηγεί μοιραία σε αναζήτηση Προστάτιδας Δύναμης, υπονομεύοντας το διάβημα για τη συγκρότηση μιας αντιιμπεριαλιστικής εξωτερικής πολιτικής. Το Κυπριακό, τα ελληνοτουρκικά, η ονομασία της ΠΓΜΔ αποτελούν μείζονα ζητήματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, από την έκβαση των οποίων εξαρτάται η θέση της χώρας στην περιοχή αλλά και στη διεθνή κοινότητα. Η λύση τους δεν μπορεί να υπαγορεύεται από ένα «εθνικό δίκαιο» –έστω κι αν αυτό βαφτίζεται αριστερός πατριωτισμός– που υπακούει στη λογική και τις ανάγκες του ’50. Όταν η Αριστερά διεκδικεί, για παράδειγμα, διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία στην Κύπρο, πρέπει να γνωρίζει ότι αυτό προϋποθέτει ευθύ χτύπημα στον εθνικισμό και το εθνικό συμφέρον που παράχθηκε στο πλαίσιό του.

Η χειραφέτηση, η ελευθερία και η ανεξαρτησία, ο αντιιμπεριαλισμός προϋποθέτουν, εντέλει, την ανάληψη της ευθύνης της Ιστορίας. Η Αριστερά είναι η δύναμη που μπορεί να κινητοποιήσει τους ανθρώπους ώστε να αντιμετωπίζουν την Ιστορία και τις διακυμάνσεις της ως ανοικτό πεδίο διεκδικήσεων, και όχι ως μοίρα. Η διεκδίκηση του αναλλοίωτου εθνικού συμφέροντος φτιάχνει εθνική μοίρα, η διεκδίκηση δημοκρατίας για τα θέματα πολιτικής –εσωτερικής και εξωτερικής– φτιάχνει Ιστορία.


Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

[Τουρκία - πάρκο Γκεζί] Η Τουρκία των δύο Τουρκιών;

Όλα ξεκίνησαν όπως κι αλλού μέσω διαδικτύου δι’ ασήμαντον αφορμή, κι όλα πήγαν κάπου που ούτε οι πρώτοι διαδηλωτές της πλατείας Ταξίμ μπορούσαν να φαντασθούν. Το σχέδιο του πρωθυπουργού Ερντογάν για την οθωμανο-εμπορική ανάπλαση του πάρκου Γκεζί αποτέλεσε τη θρυαλλίδα που άναψε μια μεγάλη φωτιά γύρω από την οποία αναμετριόνται δύο Τουρκίες: αυτή του Ερντογάν και μια άλλη η οποία, μέσα από την αντίσταση στον τσαμπουκά του, οριοθετεί επώδυνα την ταυτότητά της. Μια άλλη Τουρκία, ετερόκλητη –οικολογική, αντιϊσλαμική, αριστερή, κεμαλική, κοσμική, αντικαπιταλιστική, κλπ- την οποία ο ίδιος ο Ερντογάν με την αυταρχική και βίαιη αντίδρασή του στις διαδηλώσεις, την υπέδειξε ως ενιαία: ως ξενοκίνητη Τουρκία της αντίδρασης, της καθυστέρησης, και του πλιάτσικου, απέναντι στη νέα Τουρκία, της εθνικής ηθικής και ανάπτυξης, της επιτυχίας και της ευημερίας.

Στην πλατεία Ταξίμ δεν συγκρούονται δύο εκ των προτέρων διαμορφωμένες και με συνείδηση του εαυτού τους Τουρκίες, αντιθέτως και οι δύο διαμορφώνονται στο πλαίσιο της σύγκρουσης. Η Τουρκία του Ερντογάν διεκδικεί την οριστική επιβολή της ηγεμονίας της, η άλλη την άρνηση της ύπαρξής της. Η ίδια η γεωγραφία της σύγκρουσης δείχνει ότι η διαίρεση στην Τουρκία δεν είναι ανάμεσα στον κεμαλισμό και τον ισλαμισμό (άλλωστε ποτέ δεν ήταν, παρά μόνο προσχηματικά για την εμπέδωση ενός δεξιού συντηρητισμού που οφείλει πολλά και στον κεμαλισμό και στον ισλαμισμό). Εναντίον του Ερντογάν δεν ξεσηκώθηκε η παραδοσιακή γεωγραφικά, κεμαλική Τουρκία, ξεσηκώθηκαν και πόλεις που θεωρούνταν άντρα του ισλαμισμού (για παράδειγμα Ικόνιο). Μια άλλη πολιτική γεωγραφία λοιπόν διαμορφώνεται που δεν έχει σχέση με παραδοσιακού τύπου διαιρέσεις.

Ο Ερντογάν το 2002 ανέβηκε στην εξουσία με την υπόσχεση μιας νέας Τουρκίας, δημοκρατικής και ευρωπαϊκής. Ανέβηκε δηλαδή στην εξουσία, υποσχόμενος να ξαναβρεί και να αποκαταστήσει το, κομμένο και χαμένο μέσα σε τόνους αίματος, φυλακίσεων και πραξικοπημάτων, νήμα του μόνιμου αιτήματος για δημοκρατία σε αυτήν τη χώρα. Στο όνομα αυτού του νήματος τον ψήφισαν ακόμη και αριστεροί, στο όνομα αυτού του νήματος προέβη σε μεταρρυθμίσεις εκδημοκρατισμού. Το συμβόλαιο λοιπόν που συνήψε ο Ερντογάν με την κοινωνία το 2002 δεν ήταν στο όνομα μιας νέας ηγεμονίας απέναντι στην κεμαλική ηγεμονία, ήταν στο όνομα της δημοκρατίας, και γι αυτό εναντίον του φορέα της κεμαλικής ηγεμονίας (του στρατού)! Το 2002 ένα μεγάλο μέρος των Τούρκων ψήφισε για να θάψει οριστικά τον μεγάλο ηγέτη (Μουσταφά Κεμάλ) που στοίχειωνε την κοινωνία  –δεν ψήφισε για να τον αντικαταστήσει με έναν άλλο. Το Ισλάμ αποτελούσε στοιχείο αυτού του νέου δημοκρατικού συμβολαίου, δεν ήταν το συμβόλαιο. Ωστόσο όσο το ΑΚΠ ενίσχυε τη δύναμή του, τόσο επεδίωκε την εγκαθίδρυση μιας νέας, αδιαμφισβήτητης ηγεμονίας, μιας νεοσυντηρητικής (και γι αυτό θρησκευτικής), νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας. Αν ο ισλαμισμός ενίσχυσε κάποτε τον συντηρητισμό του δεξιού, κεμαλικού κράτους, ο ισλαμισμός του Ερντογάν ενίσχυε τον νεοσυντηρητισμό ενός δεξιού, αντικεμαλικού κράτους. Το κράτος μεταβαλλόταν σε έναν ισχυρό μηχανισμό του νέου νόμου και της νέας τάξης, που αναπαρήγαγε την ίδια πάντα, βολική για τη δεξιά, διαίρεση (Ισλάμ-κεμαλισμός).

Ο ίδιος ενσάρκωνε το νέο κράτος, ο ίδιος γινόταν ο απόλυτος φορέας του νέου μηνύματος, του νέου εθνικού μυστικού εναντίον του μυστικού που κάποτε το έθνος είχε εμπιστευτεί στον Μουσταφά Κεμάλ. Το Ισλάμ –όπως το εργαλειοποιούσε ο ηγέτης- μεταβαλλόταν από στοιχείο δημοκρατίας σε ιστορικό φορέα των αμετακίνητων αξιών μιας φαντασιακής, αδιάφθορης και πατριωτικής Ανατολίας. Προκειμένου να εγκαταστήσει τη νέα ηγεμονία ο Ερντογάν έπρεπε να αλλάξει το τοπίο, συμβολικά και πραγματικά. Η Κωνσταντινούπολη ορίσθηκε ως το κέντρο επιβολής της νέας ηγεμονίας, εναντίον της κεμαλικής Άγκυρας. Το οθωμανικό παρελθόν λοιπόν κλήθηκε να νομιμοποιήσει ιστορικά την ηγεμονία του -νεοφιλελεύθερης κοπής- αυταρχισμού στην Τουρκία. Σε μια Κωνσταντινούπολη όπου το οθωμανικό παρελθόν (όπως άλλωστε και το βυζαντινό) ήταν συνεχώς παρόν σαν μια παγωμένη εικόνα, σαν ένα κάδρο στο βάθος, όπου επίσης ο κεμαλισμός πέρασε αλλά δεν κόλλησε, σε αυτή την πόλη –κυρίως στο Ταξίμ- που συνιστά τη ζωντανή υπόμνηση ότι η δημοκρατία συνιστά μια διαρκή εθνική ουτοπία, σε αυτή την Πόλη ο Ερντογάν θέλησε να εγκαθιδρύσει τη νέα ηγεμονία. Και το Ταξίμ έγινε το σύμβολο αντίστασης της άλλης Τουρκίας κατά του νέου ηγεμόνα.

Οι αποκαλούμενες συγκεντρώσεις «Σεβασμού στην Εθνική Βούληση» των οπαδών του επιβεβαιώνουν την υπόθεση ότι στο νέο εθνικό αφήγημα του Ερντογάν η Τουρκία είναι δημοκρατική, επειδή αυτό το εγγυάται η δική του παρουσία. Η λύση του κουρδικού ακριβώς σε αυτό το, αντίπαλο του κεμαλικού, αφήγημα εντασσόταν, σε αυτό το αφήγημα που θα νομιμοποιούσε την προεδρική, ομοσπονδιακή Τουρκία με ηγεμόνα τον ίδιο. Μόνο που η αλλαγή του παλιού αφηγήματος απελευθέρωσε μια νέα για την Τουρκία δημοκρατική δυναμική που ο αυταρχισμός του Ερντογάν δεν ανέχεται, έστω κι αν αυτό αντί για λύση του κουρδικού μπορεί να οδηγήσει σε εμφύλιο, όπως έγραψε ο πάντα καίριος Μουράτ Μπελγκέ.


Δημοσιεύτηκε στο ecoleft.gr

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

[ΕΡΤ] Το μαύρο στους δέκτες ταιριάζει με το χρώμα των ναζί

Έγραφα στα «Ενθέματα», με αφορμή την επιστράτευση των καθηγητών, ότι αν δεν σταματήσουμε αυτή την κυβέρνηση θα κλάψουμε πολύ· δεν περίμενα όμως ότι θα κλαίγαμε τόσο γρήγορα και τόσο πικρά. Το ακαριαίο, αντιδημοκρατικό, αντισυνταγματικό και αδιανόητο για κάθε πολιτισμένο κράτος κλείσιμο της ΕΡΤ μάς φέρνει πλέον αντιμέτωπους με τη ζοφερή πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που αν δεν την ανατρέψουμε θα είμαστε άξιοι της μοίρας που μας επιφυλάσσει η ακροδεξιών αναφορών και ναζιστικών υποστηριγμάτων κυβέρνηση. Το μαύρο στους δέκτες μας ταιριάζει με το χρώμα των ναζί, όπως ωραία το έγραψε η Αθηνά Αθανασίου στο ηλεκτρονικό περιοδικό Χρόνος.
 
Το κλείσιμο της ΕΡΤ, και μάλιστα με πράξη νομοθετικού περιεχομένου, συμπυκνώνει συμβολικά όσα έγιναν μέχρι τώρα σε αυτήν τη μνημονιακή χώρα, και κυρίως όσα θα ακολουθήσουν. Πρώτον, οι μεταρρυθμίσεις είναι το πρόσχημα για να επιβληθεί ένας βίαιος νεοφιλελευθερισμός. Ανάμεσα στην εξυγίανση και τη διαφάνεια που χρειαζόταν η ΕΡΤ –όπως πολλοί δημόσιοι οργανισμοί– και στο πέταγμα στο δρόμο κοντά 2.700 εργαζομένων υπάρχει χάος. Δεύτερον, με το πρόσχημα του εκσυγχρονισμού εξουδετερώνεται ο ήδη ξεζουμισμένος (νοσοκομεία, σχολεία, πανεπιστήμια) δημόσιος χώρος. Η ΕΡΤ συμβολίζει το περίγραμμα του δημόσιου χώρου των πολιτών απέναντι στον χώρο των ιδιωτών (με την αρχαιοελληνική και τη σύγχρονη έννοια), που συγκροτεί το κεφάλαιο το οποίο ελέγχει τα ΜΜΕ. Η ΕΡΤ –ακόμα και με τον στρεβλό τρόπο που επέβαλαν οι κυβερνήσεις έως σήμερα– αναπαριστά τα όρια του ελέγχου και των εγγυήσεων που οφείλει στους πολίτες του ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος, περιορίζοντας την παρεμβατικότητα του κεφαλαίου στον δημόσιο χώρο. Τρίτον, αυτή η κυβέρνηση, θέλοντας να επιβάλλει ένα νέο εθνικό αφήγημα (success story), καταστρέφει την έννοια ενός σύγχρονου έθνους-κράτους, ευρωπαϊκού και κοσμοπολίτικου. Τι ειρωνεία! Εκείνοι που κατηγορούν για αποδομισμό και εθνοπροδοτισμό όποιον τολμά να προσεγγίσει κριτικά το παρελθόν, εκείνοι που κραδαίνουν τα λάβαρα του πατριωτισμού, είναι αυτοί που καταστρέφουν ό,τι συγκροτεί την έννοια του έθνους-κράτους. Οι πιο ύπουλοι και αποτελεσματικοί εχθροί του έθνους είναι οι ακροδεξιοί εθνικιστές — και ο Σαμαράς με το επιτελείο του ενστερνίζονται αυτή την ιδεολογία.

Η ΕΡΤ, παρά τις στρεβλώσεις της –ή, μαζί με τις στρεβλώσεις της–, είναι χώρος αναπαραγωγής της δύσκολα αλλά δημοκρατικά συγκροτημένης, σύγχρονης νεοελληνικής πολιτισμικής και πολιτικής ταυτότητας. Μιας ταυτότητας εθνικής, επειδή είναι ευρωπαϊκή και κοσμοπολίτικη (συνεντεύξεις ξένων διανοουμένων και καλλιτεχνών, εκπομπές έρευνας, θέατρο, κινηματογράφος, μουσική και λογοτεχνία)· μιας ταυτότητας εθνικής, επειδή συνδιαλέγεται με τα δείγματα υψηλού και λαϊκού πολιτισμού, ελληνικού και ξένου· μιας ταυτότητας εθνικής, επειδή είναι ανοικτή στον κόσμο. Όταν λοιπόν ο ορίζοντας της ΕΡΤ (της δεδομένης ΕΡΤ, με τις κακοδαιμονίες της) ήταν τα λαμπρά δείγματα πολιτισμού, που καλλιεργεί μια χειραφετημένη ευρωπαϊκή κοινωνία, ο ορίζοντας των ιδιωτών ήταν το τσιφτετέλι, το κουτσομπολιό και η «μαγκιά» του ανάδελφου Ελληνάρα: τα ιδιωτικά κανάλια πρότειναν και επέβαλαν τη συγκρότηση ενός χώρου στον οποίο αναπαράγεται μια φαντασιακή ελληνική, ανατολίτικη ταυτότητα, προς όφελος των συμφερόντων του κεφαλαίου και μιας «δυτικής» πολιτικής ελίτ, που χωρίς αυτά τα κανάλια δεν θα επιβίωνε. Γιατί μπορεί στην ΕΡΤ να υπήρχε λογοκρισία και παρέμβαση της πολιτικής εξουσίας, στα ιδιωτικά κανάλια όμως αναπτύσσονται οι προνομιακές σχέσεις κεφαλαίου-πολιτικών, με ενδιάμεσους τους μεγαλοδημοσιογράφους και μεγαλοδιασκεδαστές. Στο «πάρτι» της ΕΡΤ μπορούμε να παρέμβουμε ως πολίτες, στο «πάρτι» των ιδιωτικών μέσων επικοινωνίας –ακόμη κι όταν παράγουν πολιτισμό– δεν μπορούμε να παρέμβουμε. Ας μην το ξεχνάμε.

Η κυβέρνηση Σαμαρά έχει δώσει πολλά δείγματα γραφής προς την κατεύθυνση ενός ακροδεξιού νεοφιλελεύθερου εθνικισμού, ο οποίος καταστρέφει το έθνος ως πολιτικό πρόγραμμα χειραφέτησης της κοινωνίας. Το πάγωμα του νόμου για την ιθαγένεια, η απόσυρση του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου είναι δείγματα αυτής της γραφής. Στη χώρα μας διαμορφώνονται πια δύο μέτωπα: ένα ακροδεξιό, εθνικιστικό, νεοφιλελεύθερο και ένα δημοκρατικό μέτωπο. Η ΕΡΤ είναι από τα μεγάλα οχυρά που έχουμε ως πολίτες απέναντι στην ακροδεξιά. Η ΔΗΜ.ΑΡ σε ποιο μέτωπο δίνει τη μάχη της; Σε αυτό με τον Βορίδη, τον Άδωνι Γεωργιάδη και τον Φαήλο Κρανιδιώτη ή στο δημοκρατικό μέτωπο; Τα άλλοθι έχουν τελειώσει οριστικά.

Δημοσιεύτηκε στα "Ενθέματα" της Αυγής