Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

[Αριστερά - Εξωτερική πολιτική] Για να μι­λή­σου­με για ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή, να ξα­να­πο­φα­σί­σου­με «ποιοι εί­μα­στε»

Στη φά­ση της με­γά­λης με­τά­βα­σης την ο­ποία δια­νύει η Ελλά­δα, η συ­ζή­τη­ση πε­ρί ε­ξω­τε­ρι­κής πο­λι­τι­κής περ­νά­ει κα­ταρ­χήν α­πό τη συ­ζή­τη­ση πε­ρί του «ποιοι εί­μα­στε». Η πρώ­τη λοι­πόν εί­ναι προϊόν της δεύ­τε­ρης, κυ­ρίως σε χώ­ρες ό­πως η δι­κή μας, για την ο­ποία ό­λα τα ζη­τή­μα­τα ε­ξω­τε­ρι­κής πο­λι­τι­κής, τα ευ­ρω­παϊκά συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νό­με­να, συ­νι­στούν ε­θνι­κά ζη­τή­μα­τα και ως τέ­τοια α­να­λύο­νται. Ακό­μη και οι υ­πο­τι­θέ­με­νες α­ντι­κει­με­νι­κές α­να­λύ­σεις των τε­χνο­κρα­τών, των «ει­δι­κών» πε­ρί Τουρ­κίας, πε­ρί Μέ­σης Ανα­το­λής, Βαλ­κα­νίων και τα σχε­τι­κά, εί­ναι ε­ξαρ­χής και στο με­γα­λύ­τε­ρο πο­σο­στό τους υ­πο­νο­μευ­μέ­νες, α­φού έ­χουν ως υ­πο­νοού­με­νη α­φε­τη­ρία του «ποιοι εί­μα­στε» και ποιοι εί­ναι ε­πι­στη­μο­νι­κώ τω τρό­πω οι εχ­θροί και οι φί­λοι μας.

Ελλη­νι­κός νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρος ε­θνι­κι­σμός

Τις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες, η ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή δια­μορ­φώ­θη­κε με ό­ρους ε­νός ε­ξορ­θο­λο­γι­σμέ­νου α­νορ­θο­λο­γι­σμού, στο πλαί­σιο του ο­ποίου συ­γκρο­τή­θη­κε η α­ντί­λη­ψη του «πλού­σιου», ευ­ρω­παϊκού έ­θνους, το ο­ποίο αυ­το­χρί­σθη­κε η­γε­μο­νι­κή δύ­να­μη της πε­ριο­χής. Η κα­τάρ­ρευ­ση του α­να­το­λι­κού μπλοκ ά­φη­σε έ­να ευ­ρύ πε­δίο ε­λεύ­θε­ρο για τη συ­γκρό­τη­ση με­γά­λων πο­λι­τι­κοοι­κο­νο­μι­κών και πο­λι­τι­σμι­κών ε­νο­τή­των. Η Ελλά­δα, ως η μο­να­δι­κή χώ­ρα της πε­ριο­χής στην ΕΕ, α­νέ­λα­βε την α­πο­στο­λή του οι­κο­νο­μι­κού και πο­λι­τι­κού εκ­πο­λι­τι­σμού της πε­ριο­χής μας (ευ­ρω­παϊκή τε­χνο­γνω­σία και κα­πι­τα­λι­στι­κή ε­ξά­πλω­ση). Η λο­γι­κή της η­γε­μο­νίας που ε­πε­δίω­ξε να α­σκή­σει η χώ­ρα μας, ε­νώ φαι­νό­ταν α­πο­λύ­τως ρε­α­λι­στι­κή και ορ­θο­λο­γι­κή, εί­χε δύο πη­γές τρο­φο­δο­σίας: α­πό τη μια με­ριά, την πα­λιά δο­κι­μα­σμέ­νη πη­γή του ε­θνι­κι­σμού, α­πό την άλ­λη μιας κα­κο­χω­νε­μέ­νης νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης ευ­ρω­παϊκό­τη­τας, που έ­πρε­πε ε­ξαχ­θεί στην ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή μας. Με λί­γα λό­για, η Ελλά­δα κι­νή­θη­κε ως δύ­να­μη κρού­σης ε­νός ευ­ρω­παϊκού νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού στην πε­ριο­χή (Βαλ­κά­νια κυ­ρίως), μέ­σα α­πό τον ο­ποίο ε­πι­και­ρο­ποιή­θη­κε με νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρους ό­ρους ο πα­λιός, γνω­στός ε­θνι­κι­σμός.

Φτιά­χτη­καν λοι­πόν οι ό­ροι συ­γκρό­τη­σης ε­νός, ελ­λη­νι­κής εκ­δο­χής, νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρου ε­θνι­κι­σμού, σύμ­φω­να με τον ο­ποίο το ελ­λη­νι­κό, ευ­ρω­παϊκό έ­θνος ή­ταν και πλού­σιο και πο­λι­τι­σμι­κά η­γε­μο­νι­κό. Οι υ­παρ­κτές, κά­ποιες φο­ρές, ε­ξορ­θο­λο­γι­σμέ­νες εκ­δο­χές της ε­ξω­τε­ρι­κής πο­λι­τι­κής που α­σκή­θη­κε, α­ντί να ε­ξου­δε­τε­ρώ­σουν τον α­νορ­θο­λο­γι­σμό του πα­λιού ε­θνι­κι­σμού, α­ντι­θέ­τως τον ε­πι­και­ρο­ποίη­σαν, για­τί κα­μιά α­πό τις πο­λι­τι­κές η­γε­σίες δεν α­νέ­λα­βε την ευ­θύ­νη να ξα­να­ο­ρί­σει την ελ­λη­νι­κή κοι­νό­τη­τα με βά­ση τις πραγ­μα­τι­κό­τη­τες που δια­μορ­φώ­νο­νταν ε­σω­τε­ρι­κά και ε­ξω­τε­ρι­κά. Ακό­μη και η πο­λι­τι­κή φι­λίας με το με­γά­λο εχ­θρό, την Τουρ­κία, κυ­ρίως στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ’90, δεν ο­δή­γη­σε στο ε­σω­τε­ρι­κό στην ι­στο­ρι­κή α­πο­δό­μη­ση του ελ­λη­νι­κού (ή για την άλ­λη πλευ­ρά, του τουρ­κι­κού) ε­θνι­κι­σμού. Απο­δό­μη­ση ό­χι του έ­θνους, ό­πως κραύ­γα­ζαν οι ε­θνι­κι­στές, αλ­λά του ε­θνι­κι­σμού. Γι’ αυ­τό αυ­τή η πο­λι­τι­κή ή­ταν α­ντι­φα­τι­κή και κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νη: φι­λία α­πό τη μια, χρή­σι­μη στους έλ­λη­νες κα­πι­τα­λι­στές για τις ε­πεν­δύ­σεις τους, εχ­θρό­τη­τα ε­σω­τε­ρι­κά, χρή­σι­μη για τον χο­ρό ε­κα­τομ­μυ­ρίων στους ε­ξο­πλι­σμούς, για ά­στο­χες συμ­μα­χίες με τους «εχ­θρούς των εχ­θρών μας». Γι’ αυ­τό ε­πί­σης αυ­τή η πο­λι­τι­κή ή­ταν ά­τολ­μη και με­σο­πρό­θε­σμα ε­πι­κίν­δυ­νη α­φού ά­φη­σε μι­κρά θέ­μα­τα, ό­πως η ο­νο­μα­σία της ΦΥ­ΡΟ­Μ, να γί­νουν τε­ρά­στια, προ­κει­μέ­νου να μην πλη­γω­θεί το έ­θνος, ό­πως το α­ντι­λαμ­βά­νο­νταν τα ά­ξια της πα­τρί­δος τέ­κνα που έ­φτια­ξαν πο­λι­τι­κή κα­ριέ­ρα α­πό αυ­τά τα ζη­τή­μα­τα.

Αυ­τή η ε­θνι­κή πο­λι­τι­κή λοι­πόν δια­χύ­θη­κε α­πό τους με­γα­λο­δη­μο­σιο­γρά­φους και τις πο­λι­τι­κές ε­λίτ στο ε­σω­τε­ρι­κό με ό­λη τη σύγ­χυ­ση ορ­θο­λο­γι­σμού-α­νορ­θο­λο­γι­σμού που πα­ρά­γει σκο­πί­μως ο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός, μέ­σα α­πό την ο­ποία πα­ρα­γό­ταν έ­νας ύ­που­λος νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­σμός. Αυ­τή η χώ­ρα θα ή­ταν για πολ­λά γέ­λια, αν δεν προ­ξε­νού­σε στο τέ­λος τό­σα κλά­μα­τα. Σε μια χώ­ρα στην ο­ποία οι με­τα­νά­στες α­πο­τε­λούν έ­να ση­μα­ντι­κό μέ­ρος της πα­ρα­γω­γι­κής δύ­να­μης της κοι­νω­νίας, των ο­ποίων τα παι­διά με­γα­λώ­νουν, σπου­δά­ζουν και α­πο­τε­λούν μέ­ρος της ελ­λη­νι­κής κοι­νό­τη­τας, ο α­να­στο­χα­σμός σε σχέ­ση με το πα­ρελ­θόν, το πα­ρόν και το μέλ­λον μας, α­φέ­θη­κε α­πό τους με­γα­λο­δη­μο­σιο­γρά­φους και με­γα­λο­δια­σκε­δα­στές της τη­λεό­ρα­σης στα χέ­ρια του ΛΑ­ΟΣ, στα χέ­ρια του μέ­χρι πρό­τι­νος υ­πε­ρή­φα­νου νο­μάρ­χη της Θεσ­σα­λο­νί­κης και των ιε­ραρ­χών που θλί­βο­νταν α­πό τη «μαυ­ρί­λα» της Αθή­νας. Κα­τά τα άλ­λα εί­χα­με κα­τά και­ρούς μια α­νοι­κτή ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή, η ο­ποία α­ντί να δη­μιουρ­γή­σει ρήγ­μα­τα στον κυ­ρίαρ­χο ε­θνι­κι­σμό και να συμ­βά­λει στην ι­στο­ρι­κή α­να­θεώ­ρη­ση του «ποιοι εί­μα­στε», ο­δή­γη­σε σε νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­σμό. Η ό­ποια κρι­τι­κή που α­σκεί­το στην ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή, ή­ταν μό­νο προς μια κα­τεύ­θυν­ση: ό­τι δεν ή­ταν αρ­κού­ντως διεκ­δι­κη­τι­κή α­πέ­να­ντι στους εχ­θρούς μας. Αν ε­ξαι­ρέ­σου­με τον Συ­να­σπι­σμό και κά­ποιες άλ­λες συλ­λο­γι­κές ή α­το­μι­κές πε­ρι­πτώ­σεις, ό­λες οι α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις ε­γκλω­βί­στη­καν στο σχή­μα πα­τριώ­τες-που­λη­μέ­νοι.

Νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­σμός της ά­γριας Δύ­σης

Από το 2008, κυ­ρίως α­πό το 2010 και με­τά, αυ­τός ο υ­πε­ρή­φα­νος νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρος ε­θνι­κι­σμός της προ­η­γού­με­νης πε­ριό­δου με­ταλ­λάχ­θη­κε σε έ­ναν α­μυ­ντι­κό νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο ε­θνι­κι­σμό: η α­νε­πάρ­κεια των ελ­λη­νι­κών κυ­βερ­νή­σεων να α­ντα­πο­κρι­θούν στο ρό­λο που οι ί­διες εί­χαν α­να­λά­βει, δη­λα­δή της ε­μπέ­δω­σης του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού στην Ελλά­δα και στον πε­ρί­γυ­ρό της, τις υ­πο­χρέω­σε να αλ­λά­ξουν γραμ­μή και να με­τα­τρέ­ψουν την ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία σε ά­γρια Δύ­ση. Ο τρό­μος για την ευ­ρω­παϊκή (=νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη) ε­πι­βίω­ση της Ελλά­δας υ­πα­γό­ρευ­σε την α­μυ­ντι­κή α­να­συ­γκρό­τη­ση του έ­θνους, ε­σω­τε­ρι­κά και ε­ξω­τε­ρι­κά, ώ­στε να ξα­να­βρεί τους τρό­πους να πλου­τί­σει ε­να­ντίον αυ­τών που της τρώ­νε τον πλού­το: τον εχ­θρό, ε­σω­τε­ρι­κό (τα κα­τώ­τε­ρα στρώ­μα­τα και οι με­τα­νά­στες) και ε­ξω­τε­ρι­κό (κυ­ρίως η Τουρ­κία).

Στο πλαί­σιο της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης και της ρα­γδαίας φτω­χο­ποίη­σης της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας, συν­θή­κη που προοιω­νί­ζε­ται τα­ξι­κή συ­νει­δη­το­ποίη­ση και τα­ξι­κές α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις, ο νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­σμός  και ο ε­θνι­κι­σμός α­πο­τε­λούν τις κρί­σι­μες α­πο­σκευές για την πο­λι­τι­κή της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης ε­λίτ. Σε αυ­τό το πλαί­σιο α­να­κα­λύ­φθη­κε ό­τι το έ­θνος κιν­δυ­νεύει λό­γω της έλ­λει­ψης τά­ξης και α­σφά­λειας, κυ­ρίως λό­γω των α­περ­γών και πά­ντα των με­τα­να­στών. Ανα­κα­λύ­φθη­κε ε­πί­σης και η νέα πη­γή προς πλου­τι­σμό: οι υ­πο­θα­λάσ­σιοι φυ­σι­κοί πό­ροι. Η α­να­κή­ρυ­ξη της ελ­λη­νι­κής Α­ΟΖ προ­βάλ­λε­ται α­πό ό­λη την ελ­λη­νι­κή «σόου­μπιζ» (πο­λι­τι­κούς, δη­μο­σιο­γρά­φους, «ει­δι­κούς») ως η γη της ε­παγ­γε­λίας: ο αιώ­νιος εχ­θρός του έ­θνους –η Τουρ­κία- που δεν ε­πι­τρέ­πει την α­να­κή­ρυ­ξή της, α­να­βαθ­μί­ζε­ται σε υ­πο­νο­μευ­τή της ε­θνι­κής ε­πι­βίω­σης. Ενώ λοι­πόν το θέ­μα εί­χε μπει στο συρ­τά­ρι για αρ­κε­τό και­ρό –μάλ­λον ε­πει­δή τό­τε δεν συ­νέ­φε­ρε τις ε­λίτ να ε­μπλα­κούν σε α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις με την Τουρ­κία- ξαφ­νι­κά έ­γι­νε η λύ­ση των προ­βλη­μά­των της χώ­ρας.

Σε αυ­τό το ση­μείο κα­λό θα ή­ταν να ξε­χω­ρί­σου­με δύο προ­βλή­μα­τα: άλ­λο εί­ναι τα α­νοι­κτά ελ­λη­νο­τουρ­κι­κά ζη­τή­μα­τα (α­νά­με­σα σε αυ­τά και η Α­ΟΖ), τα ο­ποία χρή­ζουν α­ντι­με­τώ­πι­σης σε διε­θνές πλαί­σιο, κι άλ­λο εί­ναι η ε­πα­να­φο­ρά της πα­λιάς δο­κι­μα­σμέ­νης συ­ντα­γής του ε­θνι­κού εχ­θρού στην πιο κρί­σι­μη στιγ­μή της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας, ό­που ο α­ντί­πα­λος εί­ναι ι­δε­ο­λο­γι­κός, τα­ξι­κός και πο­λι­τι­κός. Το ζή­τη­μα της Α­ΟΖ πρέ­πει να ε­πι­λυ­θεί, αλ­λά η ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία δεν έ­φτα­σε στην κα­τα­στρο­φή λό­γω μη α­να­κή­ρυ­ξης της Α­ΟΖ. Η με­τα­τρο­πή της Με­σο­γείου, και κυ­ρίως του Αι­γαίου, σε ά­γρια Δύ­ση προς ά­γραν χρυ­σού δεν θα λύ­σει κα­νέ­να ά­με­σο, θε­σμι­κό και πο­λι­τι­κο-οι­κο­νο­μι­κό πρό­βλη­μα, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο που η εκ­με­τάλ­λευ­ση των φυ­σι­κών πό­ρων ε­ντάσ­σε­ται στη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη λο­γι­κή της α­πό­λυ­της εκ­με­τάλ­λευ­σης, ε­πεν­δυ­μέ­νης με ό­λη τη συμ­βο­λι­κή κλη­ρο­νο­μιά των ε­θνι­κών εχ­θρών.

Αρι­στε­ρή ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή

Η δια­μόρ­φω­ση μιας α­ρι­στε­ρής ε­ξω­τε­ρι­κής πο­λι­τι­κής ε­ξαρ­τά­ται ά­με­σα α­πό τη σθε­να­ρή διεκ­δί­κη­ση του ε­πα­να­προσ­διο­ρι­σμού του «ποιοι εί­μα­στε». Η ση­μα­ντι­κό­τε­ρη γραμ­μή α­ντί­στα­σης της κοι­νω­νίας δεν εί­ναι έ­να έ­θνος-κρά­τος ό­πως ο­ρί­ζε­ται α­πό μια συ­γκε­κρι­μέ­νη τά­ξη, ά­χρο­να και α­δια­φο­ρο­ποίη­τα ι­δε­ο­λο­γι­κά και πο­λι­τι­κά, σύμ­φω­να με τα δι­κά της συμ­φέ­ρο­ντα και το δι­κό της ε­κλαϊκευ­μέ­νο ε­θνι­κό πρό­γραμ­μα. Η ε­πι­βίω­ση στην ευ­ρω­παϊκή και πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νη, δύ­σκο­λη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα στην ο­ποία ζού­με α­παι­τεί έ­να έ­θνος-κρά­τος ε­ξω­στρε­φές, το ο­ποίο προ­τάσ­σει α­πέ­να­ντι στον κυ­ρίαρ­χο νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο ε­θνι­κι­σμό (ε­σω­τε­ρι­κό και ε­ξω­τε­ρι­κό), α­πέ­να­ντι στους νο­μα­δι­κής κα­τα­γω­γής δε­σμούς «αί­μα­τος, οι­κο­γέ­νειας, γε­νιάς ή θρη­σκείας» τους δε­σμούς ε­δα­φι­κών, πο­λι­τι­κών και κοι­νω­νι­κών συ­να­φειών. Για να (ξα­να)δού­με τη γύ­ρω μας πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, για να ξα­να­δού­με τη θέ­ση μας πρώ­τα στη γει­το­νιά μας και με­τά στον κό­σμο, πρέ­πει να ξα­να­δού­με την ε­θνι­κή μας πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Να την ξα­να­δού­με ως μια σύν­θε­τη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, που συ­γκρο­τεί­ται πλέ­ον και α­πό άλ­λους πλη­θυ­σμούς οι ο­ποίοι δεν μοι­ρά­ζο­νται μα­ζί μας το «ό­μαι­μον» και το «ο­μό­τρο­πον», αλ­λά α­γω­νί­ζο­νται μα­ζί μας για την ε­πι­βίω­ση. Ο ε­πα­να­προσ­διο­ρι­σμός της ε­θνι­κής μας κοι­νό­τη­τας στις πο­λύ­πλο­κες δια­στά­σεις της θα ε­πι­τρέ­ψει την α­νά­δει­ξη των βαλ­κα­νι­κών κα­ταρ­χάς, των ευ­ρω­παϊκών και, α­πό ε­κεί και πέ­ρα, των πα­γκό­σμιων συμ­μα­χιών μας.

Ο τρό­πος που συν­δια­λέ­γε­ται κα­νείς στο ε­θνι­κό ε­πί­πε­δο υ­πο­δει­κνύει και τους τρό­πους με τους ο­ποίους συ­νο­μι­λεί με τους συμ­μά­χους, αλ­λά και με τους ε­θνι­κούς, πο­λι­τι­κούς και ι­δε­ο­λο­γι­κούς α­ντί­πα­λους. Ένα νέο «βαλ­κα­νι­κό» και «νο­τιο­ευ­ρω­παϊκό σύμ­φω­νο», βα­σι­σμέ­νο στα κοι­νά, κοι­νω­νι­κά, οι­κο­νο­μι­κά και οι­κο­λο­γι­κά συμ­φέ­ρο­ντα, εί­ναι αυ­τά που ε­πι­τρέ­πουν στην Ελλά­δα, α­πό τη μια με­ριά, να συ­νο­μι­λή­σει με την ευ­ρω­παϊκή και διε­θνή η­γε­σία, ό­χι ως ε­θνι­κή ι­διαι­τε­ρό­τη­τα, αλ­λά στο ό­νο­μα μιας ευ­ρύ­τε­ρης ε­νό­τη­τας, η ο­ποία δεν α­πο­τε­λεί τη σκο­τει­νή πλευ­ρά του ευ­ρω­παϊκού φεγ­γα­ριού, αλ­λά έ­να μέ­ρος του ί­διου ω­στό­σο φεγ­γα­ριού. Της ε­πι­τρέ­πει α­πό την άλ­λη να α­ντι­με­τω­πί­σει συ­να­σπι­σμέ­να τις α­πει­λές α­πό τις γύ­ρω χώ­ρες (και α­πό την Τουρ­κία). Ο Γερ­μα­νός, ο Γάλ­λος, ή ο­ποιοσ­δή­πο­τε α­ρι­στε­ρός ή πρά­σι­νος της Ευ­ρώ­πης α­πο­λύ­τως θα συμ­με­ρι­στεί τις ε­θνι­κές-κοι­νω­νι­κές διεκ­δι­κή­σεις της Ελλά­δας α­πέ­να­ντι σε ο­ποιο­δή­πο­τε κρά­τος την α­πει­λεί. Δεν πρό­κει­ται ό­μως πο­τέ να κα­τα­νοή­σει για­τί η Ελλά­δα βρί­σκε­ται σε τέ­τοια δια­μά­χη με τη ΦΥ­ΡΟΜ ή ό­τι ο ε­θνι­κός της εχ­θρός, γε­νι­κώς και αιω­νίως εί­ναι η Τουρ­κία.

Εί­ναι του­λά­χι­στον φαι­δρό λοι­πόν να θεω­ρεί κα­νείς –του­λά­χι­στον α­ρι­στε­ρός- ό­τι α­πέ­να­ντι στην α­νά­πτυ­ξη του αλ­βα­νι­κού για πα­ρά­δειγ­μα ε­θνι­κι­σμού α­πα­ντά­ει με πό­λε­μο. Εί­ναι ά­κρως ε­πι­κίν­δυ­νο να θεω­ρεί κα­νείς –του­λά­χι­στον α­ρι­στε­ρός- ό­τι η λύ­ση των προ­βλη­μά­των με την Τουρ­κία εί­ναι ο πό­λε­μος ή οι ευ­φά­ντα­στες συμ­μα­χίες με τους εχ­θρούς των εχ­θρών μας.

Υπάρ­χει μια ι­δε­ο­λο­γι­κή α­να­κο­λου­θία πολ­λές φο­ρές σε τμή­μα­τα της Αρι­στε­ράς. Ενώ έ­χει έ­ναν α­πο­λύ­τως ι­δε­ο­λο­γι­κό λό­γο για την α­ντι­με­τώ­πι­ση των κοι­νω­νι­κών ζη­τη­μά­των, ό­ταν πρό­κει­ται για τα πε­ρί­φη­μα ε­θνι­κά, δα­νεί­ζε­ται την ε­θνι­κι­στι­κή ρη­το­ρεία, την ο­ποία ε­πεν­δύει με α­ρι­στε­ρή ι­δε­ο­λο­γία. Η Τουρ­κία δεν εί­ναι ο ε­σα­εί ε­θνι­κός εχ­θρός, ε­πει­δή εί­ναι δά­κτυ­λος του ι­μπε­ρια­λι­σμού, τον ο­ποίο ε­μείς μα­χό­μα­στε ως α­ντιϊμπε­ρια­λι­στές. Αυ­τή η ρη­το­ρεία νο­μι­μο­ποιεί και τους ε­ξο­πλι­σμούς, αλ­λά και την ε­νί­σχυ­ση α­κρο­δε­ξιών κομ­μά­των στην κοι­νω­νία. Δεν υ­πάρ­χει ού­τε α­ντιϊμπε­ρια­λι­στι­κός ε­θνι­κι­σμός, ού­τε α­μυ­ντι­κός, πα­τριω­τι­κός ε­θνι­κι­σμός. Η α­ρι­στε­ρά, για να αλ­λά­ξει τα πά­ντα στο ε­σω­τε­ρι­κό, ο­φεί­λει να ξε­μπερ­δέ­ψει ο­ρι­στι­κά με τον ε­θνι­κι­σμό. Το έ­θνος δεν α­πο­δο­μεί­ται ε­ξαι­τίας της α­ντί­στα­σης κα­τά του ε­θνι­κι­σμού και του ρα­τσι­σμού. Το έ­θνος α­πο­δο­μεί­ται α­πό τον νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­σμό και α­πό τον πα­ρα­δο­σια­κό ή νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο ε­θνι­κι­σμό. Με αυ­τή την έν­νοια, η ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή εί­ναι προϊόν της α­να­συ­γκρό­τη­σης με πο­λι­τι­κούς, ι­δε­ο­λο­γι­κούς, ε­δα­φι­κούς και ε­ξω­στρε­φείς ό­ρους της συ­νεί­δη­σης του «συ­να­νή­κειν».


[Δημοσιεύτηκε στην Εποχή.]

[Ελλάδα - πολιτική] Για την απόφαση του ΣτΕ: Ανιστόρητες αντιλήψεις και υπέρβαση των ορίων

Των Σίας Αναγνωστοπούλου, Χριστίνας Κουλούρη, Αντώνη Λιάκου

Το σκεπτικό της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία ακυρώνονται βασικές διατάξεις του νόμου Περί ιθαγένειας, ως αντισυνταγματικός, εκθέτει, πρώτα πρώτα το ίδιο. Πρώτον, υπεισέρχεται σε ζητήματα, τα οποία αποτελούν αντικείμενο διεθνούς συζήτησης στις κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες, και, δεύτερον, περιβάλλει με κύρος νομοθετικού κειμένου μια μόνο –μονομερή και παρωχημένη– ιστορική ερμηνεία περί έθνους. Αποπειράται δηλαδή να νομοθετήσει επί της Ιστορίας, αγνοώντας ότι το έθνος αποτελεί μια από υπό επιστημονική διαπραγμάτευση έννοιες. Στις δημοκρατίες τα ζητήματα αυτά είναι ανοικτά σε ερμηνείες.

Συγκεκριμένα, το ΣτΕ υιοθετεί την αντίληψη –η οποία μάλιστα διαμορφώθηκε σε συγκεκριμένο ιστορικό, ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο– ότι το έθνος είναι μια κοινότητα αρχέγονη, η οποία καθορίζεται από το «ομόγλωσσον» και το «ομότροπον». Αντικαθιστά τις νομικές, ιστορικές, πολιτικές, κοινωνικές, εδαφικές και συνειδησιακές παραμέτρους της έννοιας «συνανήκειν» με την αναζήτηση «γνησίων δεσμών» με το έθνος. Η έννοια «γνήσιοι» δεσμοί (προφανώς αντιδιαστέλλεται στους μη «γνήσιους» δεσμούς, τους οποίους ονομάζει και «ασπόνδυλους») παραπέμπει σε μια αντίληψη πρωταρχικών δεσμών για το έθνος (primordial bonds), έναντι μιας αντίληψης που θεωρεί ότι το έθνος δημιουργείται με πολιτικούς και πολιτειακούς θεσμούς συμβίωσης και συνανήκειν (civic bonds). Ο ολισθηρός βηματισμός του ΣΤΕ σε επιστημονικά ζητήματα που δεν είναι της αρμοδιότητάς του συνεχίζεται, αφού στο σκεπτικό του περί «γνήσιων δεσμών» υιοθετείται η αντίληψη της κληρονομικώ δικαίω απόκτησής τους. Δυστυχώς, οι αντιλήψεις αυτές δεν είναι μόνο ανιστόρητες (ελάχιστες εθνικές κοινότητες πάνω στον πλανήτη ανταποκρίνονται σε αυτή την ερμηνεία περί έθνους) και παρωχημένες ως προς εκείνες που επικρατούν διεθνώς στις ιστορικές και κοινωνικές επιστήμες. Πρόκειται για υπέρβαση των ορίων της λειτουργίας ενός θεσμού που ιδρύθηκε ως εγγυητής της νομιμότητας.

 Οι ιδεολογικές προτιμήσεις συνιστούν αναφαίρετο ατομικό δικαίωμα. Όμως, με την απόφαση της πλειοψηφίας του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον νόμο 3838/2010, οι ατομικές προτιμήσεις μετατρέπονται σε κανόνες οι οποίοι επιβάλλονται ως οι μόνοι σύμφωνοι με το Σύνταγμα. Η ιστορική ευθύνη που βαραίνει το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο είναι μεγάλη, ειδικά σε καιρούς δύσκολους για το πολίτευμα.


Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

[Ελλάδα - πολιτική] Κράτος, Εκκλησία και φόροι

Η πρόταση για τον εκκλησιαστικό φόρο, που διατύπωσε ο Τάσος Κουράκης, μπορεί να δώσει το έναυσμα για έναν ουσιαστικό διάλογο, όπου θα αναδιατυπωθούν μείζονα ερωτήματα, όπως το πολιτικό, ιδεολογικό, κοινωνικό αλλά και εθνικό περιεχόμενο του ελληνικού εκσυγχρονισμού που διεκδικείται σήμερα. Μόνο έτσι τέτοιες προτάσεις αποκτούν το πλήρες νόημά τους. Έτσι, μια ιστορική περιήγηση στις σχέσεις πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας μάς δείχνει ότι το ζητούμενο δεν είναι τόσο η διατύπωση μιας  νέας μεταρρυθμιστικής πρότασης, αλλά η ένταξή της σε μια άλλη θεώρηση των σχέσεων κράτους-κοινωνίας, επομένως και κράτους-Εκκλησίας.

Στις Αυτοκρατορίες, όπως λ.χ. η Οθωμανική, οι σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την εξουσία, μέχρι τον 19ο αιώνα, συγκροτήθηκαν στο πλαίσιο της αυτοκρατορικής αντίληψης περί εξουσίας. Το πρόσωπο και το σπαθί του σουλτάνου  όριζε κατ’ αποκλειστικότητα τις σχέσεις εξουσίας-κοινωνίας: από τον σουλτάνο αντλούσε η θρησκευτική εξουσία το προνόμιο άσκησης εξουσίας επί των Ορθοδόξων, με αντάλλαγμα την εξασφάλιση της υποταγής τους στον σουλτάνο. Στο προνόμιο άσκησης εξουσίας συμπεριλαμβανόταν και η φορολόγηση των Ορθοδόξων από την ιεραρχία, και μάλιστα με την ενεργό συμπαράσταση του οθωμανικού κράτους, αξιωματούχοι του οποίου βοηθούσαν τους ιεράρχες στην απόσπαση  των φόρων. Αυτό το σύστημα συνέβαλε, με τα χρόνια, στην αυθαίρετη σκληρή φορολόγηση του ποιμνίου και στον πλουτισμό των ιεραρχών, καθώς και στη διαπλοκή της ιεραρχίας με τους πλούσιους Ορθόδοξους (Φαναριώτες), αλλά και τους υψηλά ιστάμενους οθωμανούς αξιωματούχους.

Τον 19ο αιώνα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία προέβη σε μεγάλες μεταρρυθμίσεις εκδυτικισμού (το γνωστό «Τανζιμάτ»), με τις οποίες τέθηκε το ζήτημα του εκσυγχρονισμού του κράτους και της διαμόρφωσης νεωτερικών σχέσεων εξουσίας-κοινωνίας. Στο πλαίσιό τους, προτάθηκε η ένταξη της ορθόδοξης ιεραρχίας –και όχι μόνο– στο «ενιαίο οθωμανικό δημοσιοϋπαλληλικό μισθολόγιο». Η ιεραρχία τελικά δεν εντάχθηκε ποτέ, γιατί ο οθωμανικός εκσυγχρονισμός ήταν αντιφατικός και κυρίως αυταρχικός: αντί να αλλάξουν οι συσχετισμοί εξουσίας και να περιθωριοποιηθούν οι παραδοσιακοί αυταρχικοί θεσμοί άσκησης εξουσίας, εκσυγχρονίστηκαν ακριβώς αυτοί. Έτσι, το προνόμιο άσκησης εξουσίας της ορθόδοξης ιεραρχίας επί του ποιμνίου μεταρρυθμίστηκε σε θεσμοθετημένο ρόλο εξουσίας επί ενός εθνοθρησκευτικού «λαού» (του ελληνορθόδοξου μιλλέτ), μεταρρύθμιση που προέκυψε από την αμοιβαιότητα των αναγκών του σουλτάνου και της ιεραρχίας. Ο σουλτάνος εγγυόταν τη θεσμική κατοχύρωση της εξουσίας της ιεραρχίας επί ενός «λαού» που αμφισβητούσε πλέον την εκκλησιαστική ηγεμονία, και η ιεραρχία εγγυόταν τη χωρίς αντιστάσεις εφαρμογή του οθωμανικού εκσυγχρονισμού στον «λαό» του, ο οποίος αμφισβητούσε επίσης τον οθωμανικό εκσυγχρονισμό. Η ανάδειξη λοιπόν της ιεραρχίας –εκ παραλλήλου με την πολιτική εξουσία– σε φορέα εκσυγχρονισμού του ελληνορθόδοξου «λαού» αποτελεί, ιστορικά, προϊόν του αυταρχικού οθωμανικού εκσυγχρονισμού.

Την ίδια εποχή, σχεδόν μαζί με την ίδρυση του ελληνικού κράτους ιδρύεται και η  ανεξάρτητη από το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης Εκκλησία της Ελλάδος. Η ίδρυσή της –απότοκο της ελληνικής Επανάστασης– αποτέλεσε  πεδίο σκληρής πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης, στο οποίο αναδείχθηκαν όλα τα μείζονα προβλήματα της εποχής: σχέσεις έθνους-θρησκείας, κράτους-Εκκλησίας, σύγκρουση παλαιών και νέων εξουσιών για τον ορισμό και τον έλεγχο του δημόσιου χώρου. Η ίδρυση μιας εθνικής Εκκλησίας υπό τον έλεγχο του κράτους σηματοδότησε πρωτίστως την ανάγκη για την απόλυτη ηγεμονία της πολιτικής εξουσίας απέναντι στη θρησκευτική, ως προς  τον προσδιορισμό του δημόσιου χώρου αλλά και του νέου υπό συγκρότηση «εμείς». Κι ενώ το επόμενο βήμα σε αυτή την επαναστατική διαδικασία θα ήταν το ουδετερόθρησκο κράτος και ο χωρισμός κράτους-Εκκλησίας (παράδειγμα η Γαλλία), η ελληνική νεωτερικότητα λοξοδρόμησε στον δρόμο της Μεγάλης Ιδέας. Το ελληνικό έθνος ανασυγκροτήθηκε ως ένα νέο, εντός και εκτός συνόρων, ελληνορθόδοξο Γένος, για την ιστορική νομιμοποίηση του οποίου χρειάστηκε η ταύτιση θρησκείας-έθνους και η ανάδειξη δύο πόλων εξουσίας σε πλήρη αμοιβαιότητα μεταξύ τους: του ελληνικού κράτους ως πολιτικού φορέα και εγγυητή του ελληνικού έθνους συγχρονικά, και του Πατριαρχείου ή/και της Εκκλησίας της Ελλάδος ως πνευματικού, ιστορικού φορέα και εγγυητή του Γένους. Η ταύτιση κράτους-Εκκλησίας λοιπόν, ως δίπολου εξουσίας του ελληνικού Γένους, είναι προϊόν της εποχής του μεγαλοϊδεατισμού.

Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας έπρεπε να σημάνει και το τέλος του ελληνορθόδοξου Γένους, επομένως και τον χωρισμό κράτους-Εκκλησίας. Ωστόσο, η αναπαραγωγή της αντίληψης του Γένους αποδείχθηκε ιδιαίτερα ωφέλιμη τις εποχές κατά τις οποίες ένας βίαιος, αυταρχικός και αντιδημοκρατικός εκσυγχρονισμός απαιτούσε την ύπαρξη ενός αταξικού, ομοιογενούς πολιτικά και ιδεολογικά «εμείς», εθνοθρησκευτικά προσδιορισμένου και όχι πολιτικά, ώστε να εξασφαλίζεται η υποταγή του στον εκσυγχρονισμό των ελίτ. Στην ταύτιση έθνους-θρησκείας ενυπάρχει η έννοια της υποταγής, ενός πολιτισμικά, και όχι πολιτικά, οριζόμενου «εμείς». Το ελληνικό κράτος δεν προχώρησε στον χωρισμό κράτους-Εκκλησίας ούτε στη μεταπολίτευση. Το πολιτικό κόστος ήταν μεγάλο: η κοινωνία είχε γαλουχηθεί με την αντίληψη του Γένους, ενώ η αμοιβαιότητα πολιτικής εξουσίας και Εκκλησίας εξασφάλιζε στην μεν πολιτική εξουσία μια μεγάλη και σίγουρη –ελέω Θεού– πελατεία και στην Εκκλησία την –ελέω πολιτικής εξουσίας, αλλά με όρους ομηρίας γι’ αυτήν– κυριαρχία στον εθνοθρησκευτικά οριζόμενο δημόσιο χώρο.

Στη φάση που διανύουμε, οι σχέσεις κράτους-Εκκλησίας αλλά και το μείζον ζήτημα του εκσυγχρονισμού προϋποθέτουν την εκ νέου πολιτική, ιδεολογική, ταξική ανασυγκρότηση των σχέσεων κράτους-κοινωνίας. Όλες οι μεταρρυθμιστικές προτάσεις θα έχουν πολιτικό νόημα, αν και εφόσον αναπροσδιορίζουν πολιτικά το «εμείς» στο πλαίσιο ενός πραγματικά ουδετερόθρησκου κράτους. Διαφορετικά, οδηγούν στη δημιουργία προνομιακών και ημιθεσμικών σχέσεων πολιτικής εξουσίας-ιεραρχών, διαμορφώνοντας τους όρους για τη συγκρότηση ενός προνομιακού «εμείς», από το οποίο θα αποκλείονται άλλες, μη ορθόδοξες, κοινωνικές δυνάμεις. Στη χώρα μας υπάρχει μια ιδιομορφία: προσπαθούμε να απαντήσουμε στα νέα ερωτήματα που θέτει η εποχή, αφήνοντας αναπάντητα όλα τα ενδιάμεσα, αυτά που έπρεπε να έχουν απαντηθεί προκειμένου να είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε στα νέα. Κατά τα λοιπά… ζήτω ο ασυγχρόνιστος εκσυγχρονισμός!


Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

[Ελλάδα - πολιτική] The Greek Nazi Party "Golden Dawn"

The fact that a Nazi party - namely "Golden Dawn" - made it to the Greek Parliament is part of the broader phenomenon of the rise of far-Right in Europe; it reveals nonetheless some special dimensions of the political and financial crisis in Greece.

The question we want to investigate is the reasons for which a Nazi party, with violence as an elementary component of its inner structure, succeeded in working off the marginal character it maintained for years, and gained parliamentary representation. Golden Dawn was founded in 1980, but became more active during the decade of 1990s, taking advantage of two issues that were overstressed by the media as "problems of major national importance": the Macedonian question and the immigration from the Balkans. The Greek Left had taken a stance towards those issues, while the bourgeois parties were uneasy. 

Golden Dawn, despite the bloody attacks against leftists and foremost immigrants, despite its penetration in schools from the 2000s and onwards, has never been subjected to serious parliamentary or judicial inquiry. When the Nazism was baptized Greek nationalism, it was allowed to this party to participate in elections, first in municipal elections in Athens in 2010 and two years later, in the parliamentary elections of 2012, where they soared by almost 7% in both. 

The reasons why a Nazi party gained such momentum in Greek society was generally due not to the economic crisis as such, but mainly to the dominant, national and European narrative about the crisis and its management. Extreme Right played an important role in this narrative. First, before Golden Dawn, LAOS was the parliamentary spokesman of the Far Right in Greece from 2000 onwards. LAOS rallied until then the Greek Far Right, which remained fragmented after the fall of the dictatorship, including even at times some Golden Dawn members. Already, since 2008, this populist, far-right party -marginal until 2007- began to gain a central role in the political system. It was during the time when major riots broke out in Athens and other urban centers, that a radical shift on the sidewalks was recorded in Greek society, which had been simmering since the late '90s and was expressed by SYRIZA. Throughout the period that followed the fall of the dictatorship, when the divisional balance between the Left and the Right was dominant and PASOK prevailed the space of the Left, the Left constituted the power of historical warranty of division. During the late 90s, when PASOK solidified its role as the carrier of neoliberal modernization in Greece, a new division started to appear: that of modernizing vs. anti-modernizing space. This new modernizing space, that included both PASOK and New Democracy, did not leave any room for the Left. On the contrary, it paved the way for the inclusion of far right-wing into its ideology. 

With the outbreak of the financial crisis at the end of 2009, the far-right party of LAOS gained an enhanced mission at the national and European narrative of crisis. The reason being, that the narrative for the crisis, at a national and a European level, was established outside the notion of classes and in terms of national responsibility rather than class responsibility. Within this narrative, the citizen concept shrank to a vague notion of a common, classless identity, while the democratic rule of the state was not defined in terms of commitment to guarantee civil, political and social rights, but in terms of reproducing the "mystical" identity of the nation and its European nature. Therefore, narrative for the crisis, according to which  the citizens and their rights were responsible for the crisis, presupposed and entailed the construction of a neo-liberal nationalism: the salvation of the nation (ie of its “Europeaness”) first and foremost. This salvation was to be undertaken by the "excellent" -the responsible spokesmen of the European identity of the nation, irrespective of whether those same "excellent" were the ones who led Greece to the crisis. In Greece, from 2009 onwards, SYRIZA undertook dynamically the historical role of the Left: the continuous struggle to preserve the rights of the citizen in order to maintain the democratic state itself. Within this tough battle, the ruling political elite counter-attacked in two ways: First, they allied with the far-right LAOS party in the government of Lucas Papademos (former banker), a product of partnership between PASOK, LAOS and ND. Second, they legitimated the traditional (old) nationalism, as well as the anti-immigrant discourse of LAOS, as a reason for saving the nation's “Europeanness” (European identity). Thus, they created the historical depth that neoliberal nationalism so desperately needed. LAOS, by offering national historicity to neo-liberalism, gave historical legitimacy to depoliticizing the citizenship concept, historical legitimacy also to anti-immigrant fury, which in the name of emergency, was expressed with "concentration camps" for the immigrants, with their exclusion from the public health system etc. 

 The exercise of marginally legitimate state violence against the grandiose demonstrations -an expression of legitimate resistance and disobedience of the Greeks- transformed the state from a field of democratic consultation to a carrier of power and suppression. Papademos' government violently delegitimized the democratic ways of resistance and disobedience by calling them extreme and anti-national and by presenting SYRIZA as an extreme party. In this context, where democracy was designated as the essence of the problem, Golden Dawn found the ground to act openly. It is worth noting that Golden Dawn never took part in any demonstration but on the side of the police against demonstrators. At the same time the government, in order to divert the justified wrath of the citizens, pursued political pogroms against immigrants, thus familiarizing the Greeks with the anti-immigrant racist activity of Golden Dawn. Simultaneously the brutality of Golden Dawn -which did not puzzle the government at all- was very useful to construct the theory of the two extremes. This theory was and still is used in the most vulgar way with the single aim to marginalize, not the Golden Dawn of course, but SYRIZA. What's more, this theory suits perfectly Golden Dawn since the system used the theory in order to endow Golden Dawn with an anti-memorandum baggage that the party did not carry until then and thus making it more appealing to the eyes of the voters. The criminal, racist, undemocratic activity of Golden Dawn has been identified with the democratic, anti-capitalist, and therefore the anti-austerity policy of SYRIZA.
However, as it was recorded during the critical elections of 2012, SYRIZA claiming an alternative governing mandate, brought again to the surface and at the same time deepened the historical division between the Left and the Right. The Greek citizens after many years voted absolutely driven by class criteria, which resulted in the division of the country based on the following factors: geography, age and economical status. Half of the country was under 55 years of age, resided in large urban centers (Athens, Thessaloniki, Patras, Heraklion and others), and its social groups were affected by the crisis (unemployed, public and private sector's employees, impoverished  middle-class, etc.). This half of the country was expressed by SYRIZA with 27%. The other half of Greece was much older age-wise, and rich thanks to the clientele practices of PASOK and ND. They perceived the rise of SYRIZA as a threat. This democratic, “class division" imposed by SYRIZA, overthrew to a large extent the national division the neoliberal forces wanted to impose, and from which Golden Dawn benefited. The latter used the dominant discourse of national disaster in its own context, and undertook the duty to express against SYRIZA (and not next to SYRIZA) the national rage against the political forces of the system. 

We need to carefully observe that: the Golden Dawn spoke the dominant system's own language, not SYRIZA' language, in the sense that it suggested a national, classless rage for the national, classless disobedience to the system. We would say that Golden Dawn became the carrier to reduce the class character of the vote, it became nevertheless the oppositional, violent both in expression and action, version of neoliberalism. During the two elections held in 2012, mainly during the period between the two elections, Greece experienced an unprecedented intervention in the history of democratic Europe, of European leaders and officials in our internal political life. By directly threatening that Greece would get expelled from the euro zone in case the Greeks voted for SYRIZA (not for Golden Dawn), SYRIZA was connected in political advertisements with the lowering of the Greek flag and with Greece in ruins leaving the EU. In this dark climate SYRIZA claimed the mandate to form a government in the name of a leftist, democratic “Europeaness” of societies in solidarity. So while the sovereign Greek political system, with the full support of EU leaders and officials, marginalized SYRIZA as an extreme, anti-European power, because it was against the austerity measures, and strengthened the theory of the two anti-European extremes, the vote for SYRIZA by the Greek people, proved to be European because it was against the austerity measures. In this sense SYRIZA determined the intersection between the class awareness of European consciousness of the citizens and the neoliberal classlessness of European identity of the nations. 

Golden Dawn on the other hand, taking advantage of the class-less, substantially nationalist “Europeanness” of the neoliberal system, claimed a vote of nationalist hatred and rage for the humiliation the nation undergoes because of its enemies, the Zionists, the immigrants and the leftists. This vote of nationalist hatred and rage in favor of Golden Dawn accurately reflects the contradiction posed by the neoliberal European class; a contradiction inherent in capitalism: while they violently create a homogeneous political-social time for all states, this time is internally fragmented into several national times, that are defined competitively to each other, and carry the dynamics of a conflict among them. The ground could not possibly be more fertile for the growth of the extreme right, since the salvation of the nation does not depend on building institutions of solidarity and reciprocity among European citizens, but by setting forth mechanisms for the extermination of national enemies. 

Golden Dawn is far more than a Nazi party that fights the system. It expresses the deeply traditional (reactionary), anti-leftist Right. Slogans calling to honor Nazi collaborators with direct references to the civil war, demonstrate its main rival: SYRIZA. Golden Dawn therefore claims a part of the historical tradition of the Right, which had incorporated all the far right, both of the civil war and of the military dictatorship. The crisis offers Golden Dawn an opportunity to destigmatize the fascist, nationalist and anti-leftist mentality that existed in Greece under the guise of the Right. It is worth noting that in the elections of 2012 Golden Dawn succeeded its highest scores in traditionally hard-right areas, while as a far-right populist party it either infiltrated areas that were already wretched by the crisis, or petty bourgeois strata which see their life worsen day by day. Golden Dawn, using striking and shocking elements of Nazism, is trying to impose itself socially and communicatively as a power of "purifying" the political system and the society from their enemies. Thus, the goal is to gain a position as a radical right-wing party in the place of what they consider as incompetent Right, a political force that humiliated the Greeks and allowed the eternal enemy, the left, to lift his head. 

The political response to the rise of Golden Dawn, as well as of the extreme right in Europe, is not the creation of a unified anti-fascist front of all "democratic forces". This front, which would lead to a decisive shift from the classical division between Right and Left to the tandem Democrats vs. Fascists, will play the role of a leftist "purification" of neo-liberalism. This would be in my opinion the fatal political mistake that would dash the extreme right to the heights and would undermine SYRIZA. The creation of a classless front, at an era when the problem for societies is predominantly tied to classes, would make the Left part of the problem. The European Left at a national level first, should claim institutionally and socially the isolation of the action and the influence of the extreme right. It should demand the intervention of state institutions and mechanisms, such as the Police and Justice, especially when the latter idle in Greece, against the criminal activity of members of those parties. It should also socially set up solidarity networks for populations dramatically affected by the crisis. Most important however is the claim to establish a substantial, democratic immigration policy. For SYRIZA in Greece, but also for the European Left, immigration is a major political issue, because it is a matter of social struggle and battle against nationalism and racism. By demanding a new law on citizenship in Greece, SYRIZA must assert the redefinition, from a class and ideological point of view, of the nation, of the very notion of Republique. 

In political terms the time has come for the Left, confronted with the neoliberal logic of entrusting politics to the "excellent", to demand the strengthening of representative democracy with institutions of direct democracy, such as the referendum or the recall/withdrawal of elected politicians. The class struggle needs to be asserted democratically, in the sense that the society which is affected by the crisis must be directly involved in politics. Especially in European level, the Left should dynamically claim a different European narrative about the crisis, and consequently a different construction of EU. It is time to realize that the neoliberal "imperial" structure of the EU favors the rise of right-wing parties. So the problem is not only that of a coherent leftist resistance to the austerity measures, but claiming institutional change for an EU of societies in solidarity instead of nations in conflict. Specifically, the issue of national sovereignty, the nation-state, the European exercise of political power etc., should be placed at the front page of the European Left agenda. I will conclude by saying that we abandoned as Left the hegemonic discourse about concepts like Republique, nation, Europe, to bourgeois forces. In order to break the dominant European narrative about the crisis which has been constructed on the North-South division, a division that is nationally reproduced by dividing locals from foreigners, we are compelled to assert the hegemony of defining the content of these critical concepts.


Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

[Διεθνή] Η τουρκοσυριακή διαμάχη και οι εξελίξεις στην περιοχή – Τα βιντεο της εκδήλωσης

Την Τετάρτη 24 Οκτωβρίου, τα Ενθέματα και το RedNotebook διοργάνωσαν συζήτηση με θέμα: «Ελλάδα-Τουρκία-Κύπρος: οι εξελίξεις στην περιοχή, στο φόντο της τουρκοσυριακής διαμάχης». Στην κουβέντα συμμετείχαν η Σία Αναγνωστοπούλου (ιστορικός, Πάντειο Πανεπιστήμιο), ο Νιαζί Κιζιλγιουρέκ (πολιτικός επιστήμονας, Πανεπιστήμιο Κύπρου) και ο Νίκος Μούδουρος (πολιτικός επιστήμονας, σύμβουλος του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας).

Για τα βίντεο της εκδήλωσης κλικ εδώ.

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

[Τουρκία] Ένα παράδειγμα νεοφιλελεύθερου εθνικισμού: η Τουρκία του Ερντογάν

Ένα από τα σημαντικά χτυπήματα που καταφέρει η οικονομική κρίση δεν είναι μόνο ότι στερεί την αξιοπρέπεια και την υπερηφάνεια μιας κοινωνίας, αφήνοντάς την έρμαιο στα χέρια είτε πολιτικών δυνάμεων που διαχειρίζονται ως ιεραπόστολοι την κρίση –για να μην έρθει η κόλαση– είτε φασιστικών μορφωμάτων που επωφελούνται για να παίξουν τον ρόλο του Μπάτμαν. Είναι και ότι την εγκλωβίζει στα προβλήματά της, στερώντας της το δικαίωμα να οραματίζεται τον εαυτό της σε σχέση με τον κόσμο γύρω της. Αυτή η εσωστρέφεια, την οποία υποδαυλίζουν πολιτικές και μιντιακές ελίτ που αναπαράγουν την εξουσία τους μέσα από τον φόβο και τον επαρχιωτισμό («να κάνουμε αυτό, για να είμαστε Ευρωπαίοι») αποκόπτει την κοινωνία από την επαφή με τον κόσμο στον οποίο ανήκει, της στερεί το δικαίωμα να διεκδικεί δυναμικά το μέλλον της. Τη γνώση και το πεπρωμένο της κοινωνίας το αναλαμβάνουν προνομιακά και αδιαφανώς πολιτικές και πνευματικές ελίτ οι οποίες, όπως διαχειρίζονται την οικονομική κρίση, διαχειρίζονται και την ένταξη μιας αποκαμωμένης από τα προβλήματα κοινωνίας στον κόσμο γύρω της: μέσα από μια διαδικασία υποταγής στο όραμα ενός νέου κόσμου που άλλοι ετοίμασαν γι’ αυτήν.

Στον άμεσο περίγυρό μας διαφαίνεται η σύγκρουση Τουρκίας-Συρίας. Για να αντιληφθούμε τις πιθανές συνέπειές της, πρέπει να ξανασκεφτούμε τους γείτονές μας και τις αλλαγές που υφίστανται ή προωθούν. Ας ξανασκεφτούμε λοιπόν καταρχάς τον άμεσο γείτονα, την Τουρκία, και μέσα από αυτήν την ευρύτερη γειτονιά μας. «Τα παιδιά των Οθωμανών δεν μπορούν να καταδικαστούν να μένουν στην Άγκυρα» δήλωνε ο Ταγίπ Ερντογάν τον Φεβρουάριο του 2010, ενώ τον Ιούνιο του 2011 διαπίστωνε ότι «το Σαράγεβο, η Βαγδάτη, η Καμπούλ, η Δαμασκός, το Κάιρο, η Βεγγάζη και ολόκληρος ο κόσμος έχουν στραμμένα τα μάτια τους στην Κωνσταντινούπολη». Σε αυτά τα λόγια αναδεικνύονται συμβολικά οι μεγάλες αλλαγές στην πολιτική της Τουρκίας. Πρώτον, μετατόπιση του κέντρου βάρους από την Άγκυρα στην Κωνσταντινούπολη, μετατόπιση που σηματοδοτεί μια ευθεία και βαθιά ρήξη με τον κεμαλισμό, που είχε επίκεντρο την Άγκυρα. Δεύτερον, μετάβαση από τον ρεπουμπλικανικό, κεμαλικό εθνικισμό σε ένα αυτοκρατορικού τύπου μεγαλείο, το οποίο μόνο μια πάλαι ποτέ αυτοκρατορική πρωτεύουσα μπορεί να ενσαρκώσει. Η επαναφορά της Κωνσταντινούπολης έπειτα από 100 σχεδόν χρόνια ως κέντρου αναφοράς, όχι μόνο της Τουρκίας αλλά κι ενός ευρύτερου χώρου, σημαίνει ότι η πολιτική εξουσία διεκδικεί ενός νέου τύπου ηγεμονία, σε ένα νέο χώρο. Πρόκειται για σημαντική αλλαγή, η οποία αποκαλείται συνήθως νεο-οθωμανισμός· επί της ουσίας όμως πρόκειται για έναν τουρκικό, νεοφιλελεύθερο εθνικισμό, ο οποίος διεκδικεί ιστορική νομιμοποίηση από το οθωμανικό παρελθόν, για την παραγωγή ενός εν δυνάμει τουρκικού γεωπολιτισμικού, ίσως και γεωπολιτικού χώρου.

Ο τουρκικός νεο-εθνικισμός του μεγαλείου, στον οποίο για πρώτη φορά συνυπάρχουν αρμονικά ο τουρκισμός και ο ισλαμισμός και με τον οποίο εκτουρκίζεται το οθωμανικό παρελθόν, χρονολογείται από την εποχή του Τουργκούτ Οζάλ (δεκαετία 1980), κωδικοποιήθηκε το 2001 με το βιβλίο του Αχμέτ Νταβούτογλου (Στρατηγικό βάθος: Η διεθνής θέση της Τουρκίας) και η εκπλήρωσή του διεκδικείται από το ισλαμικό κόμμα του Ερντογάν (ΑΚΠ). Ο νεο-εθνικισμός του ΑΚΠ δεν επιδιώκει την αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με όρους παραδοσιακής επεκτατικής πολιτικής· με το συμβολικό και ιστορικό οπλοστάσιο που αυτή προσφέρει, επιδιώκεται η ηγεμονία της Τουρκίας σε μια μεγάλη περιοχή. Με άλλα λόγια, ο νεο-εθνικισμός του ΑΚΠ αποτελεί μεταφορά του νεοφιλελευθερισμού στην τουρκική διάλεκτο. Μέσα από την επανεπινόηση και επικαιροποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το ΑΚΠ κατασκευάζει ένα νέο τουρκικό όραμα, στο οποίο εμπερικλείεται το κεμαλικό (αλλά είναι πιο μεγαλειώδες από αυτό), παράγοντας έναν μεγάλο πολιτισμικό και οικονομικό χώρο προς εξάπλωση: έναν παγκόσμιο μουσουλμανικό χώρο, με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. Η μηχανή προώθησης αυτού του οράματος είναι η οικονομία, ενώ ο δίαυλος ηθικής και ιστορικής νομιμοποίησης της ομογενοποίησης του χώρου υπό την ηγεμονία της Τουρκίας είναι το οθωμανικό παρελθόν και το Ισλάμ. Η Τουρκία του Ερντογάν επαναπροσδιορίζει έναν φυσικό, ως εκ της Ιστορίας και της θρησκείας, ιδιαίτερο χώρο, του οποίου διεκδικεί την ένταξη, υπό την ηγεσία της, στην παγκόσμια νεοφιλελεύθερη οικονομία. Σύμφωνα με τον Ερντογάν, «σήμερα η Τουρκία είναι η 17η οικονομία του κόσμου. Λίγα χρόνια πριν ήταν η 26η. Ως μέλος των G20, συμμετέχουμε στο σχεδιασμό του οικονομικού μέλλοντος του πλανήτη». Ως εκ τούτου «είναι μεγάλη χώρα και [γι’ αυτό] πρέπει να έχουμε μεγάλες ιδέες και υψηλούς στόχους». Προς εκπλήρωση του υψηλού στόχου –της παγκόσμιας οικονομικής δύναμης– το τουρκικό κράτος αναλαμβάνει μια νέα αποστολή: να λειτουργεί ως εμπορικό κράτος, μέρος μιας παγκόσμιας στρατηγικής για την παραγωγή ενός ιδιαίτερου γεωπολιτικού χώρου, του οποίου η Τουρκία εγγυάται την ομογενοποίηση, την ειρήνη και τη σταθερότητα για την απρόσκοπτη εμπορευματοποίησή του.

Στο πλαίσιο των υψηλών στόχων, η τουρκική εξωτερική πολιτική συγκροτείται με άξονα τη νέα αποστολή του τουρκικού έθνους: να συμβάλει ηγεμονικά στον «εκπολιτισμό» του μουσουλμανικού κόσμου, στην πολιτική και πολιτισμική μεταρρύθμισή του. Η Τουρκία λοιπόν, ως προστάτιδα δύναμη των λαών μουσουλμανικού θρησκεύματος, τίθεται στο πλευρό των «καταδυναστευόμενων εναντίον των δυναστών» –κατά τη διατύπωση του Ερντογάν– και ενισχύει την προώθηση στον μουσουλμανικό κόσμο ενός παγκόσμιου, δημοκρατικού και οικονομικού πολιτισμού. Σύμφωνα με αυτή την αποστολή, υπερασπίζεται τα αντικαθεστωτικά κινήματα στη Μέση Ανατολή αλλά και τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο απέναντι στους «απίστους» — κυρίως το Ισραήλ.

Η ρήξη με το Ισραήλ σηματοδοτεί τη ρήξη του παραδοσιακού «δυτικού άξονα» στη Μέση Ανατολή (Τουρκία-Ισραήλ): η Τουρκία, με όχημα το Ισλάμ και το οθωμανικό παρελθόν, διεκδικεί τον ρόλο της προστάτιδας δύναμης στην περιοχή, της ήπιας δύναμης (soft power), σ’ έναν κόσμο σε πλήρη μετάβαση και αναταραχή. Ωστόσο, ενώ ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός εμφανίζεται ως φορέας δημοκρατίας, ειρήνης και σταθερότητας υπό την ηγεμονία μιας πολιτικής-οικονομικής δύναμης, για να λειτουργεί ως τέτοιος, πρέπει να εμπεριέχει την έννοια της «σκληρής δύναμης» (hard power). Ας δούμε το παράδειγμα των Κούρδων στην Τουρκία. Στην αρχή αντιμετωπίστηκαν ως μια εθνοτική κοινότητα της Τουρκίας στην οποία αναγνωρίστηκαν ιδιαιτερότητες (γλώσσα) και, μέσω του προγράμματος για την οικονομική ανάπτυξη, επιδιώχθηκε η ένταξή τους στην πλειοψηφία. Όταν ωστόσο τα μέτρα δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα, η κυβέρνηση Ερντογάν έκανε χρήση της παλιάς δοκιμασμένης μεθόδου: της «σκληρής δύναμης». Η διαφαινόμενη σύγκρουση Τουρκίας-Συρίας καταδεικνύει ότι η παραγωγή ενός μεγάλου, γεωπολιτισμικού, γεωπολιτικού χώρου δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς συγκρούσεις. Για να εκπολιτιστεί ο μουσουλμανικός κόσμος υπό την προστάτιδα ηγεσία της Τουρκίας, η τελευταία πρέπει να είναι έτοιμη να δράσει όχι μόνο ως ήπια αλλά και ως σκληρή δύναμη.

Από αυτό το σημείο αρχίζουν τα δύσκολα. Η μεταμοντέρνα αντίληψη περί αυτοκρατοριών, που θεωρεί ότι αποτέλεσαν παράγοντες ειρήνης, σταθερότητας και αρμονικής συνύπαρξης των πληθυσμών, είναι ανιστόρητη. Καμιά αυτοκρατορία δεν επιβλήθηκε ως φορέας ενότητας ενός μεγάλου χώρου χωρίς όπλα, και επομένως την υποταγή των ντόπιων πληθυσμών σε αυτή: είτε πρόκειται για τις παραδοσιακές αυτοκρατορίες είτε για τις αποικιακές. Επομένως, σήμερα, η επανεπινόηση αυτοκρατορικών σχημάτων –πολιτικών, πολιτισμικών ή οικονομικών– δεν συνεπάγεται ειρήνη και σταθερότητα, τον επαναπροσδιορισμό των λαών και της πολιτικής με όρους εθνο-θρησκευτικούς και φυλετικό-πολιτισμικούς, με όρους δηλαδή ενός «εκδημοκρατισμένου» αυταρχισμού. Ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός, όπως αυτός του ΑΚΠ, στον οποίο απαραιτήτως εμπεριέχεται και ο παραδοσιακός, σκληρός εθνικισμός, είναι εκ των πραγμάτων φορέας, εσωτερικού καταρχάς, αυταρχισμού, έστω και μέσα από δημοκρατικά σχήματα. Στον νεοφιλελεύθερο εθνικισμό λοιπόν, όπου η πολιτική αντιμετωπίζεται με αυτοκρατορικούς όρους, ο λαός ορίζεται ως νεο-μιλέτ (κοινότητα με εθνοθρησκευτικές, πολιτισμικές ιδιαιτερότητες), που η επιβίωσή του –πολιτική, πολιτισμική, οικονομική– εξαρτάται από τον βαθμό υπακοής και υποταγής.

Η αντίσταση σε αυτό τον κλιμακούμενο νεο-εθνικισμό δεν είναι ο παραδοσιακός εθνικισμός, ο οποίος άλλωστε συμμερίζεται τη φυλετική, εθνοθρησκευτική διάκριση του κόσμου. Αντίσταση σημαίνει μάχη με όρους ταξικής και ιδεολογικής επανοριοθέτησης του έθνους και της εθνικής κυριαρχίας. Η εξέγερση, στη Μέση Ανατολή ή αλλού, η οποία απολήγει σε θρησκευτικών αναφορών πολιτική, μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή του παλαιού αυταρχικού καθεστώτος, αλλά ξαναμπάζει από το παράθυρο, αφού αφήνει ελεύθερο τον δρόμο για άλωση από τον νεοφιλελευθερισμό. Η δημοκρατία, όταν διεκδικείται με θρησκευτικούς ή εθνικιστικούς όρους, στο βάθος δείχνει και πάλι νεοφιλελευθερισμό. Στην αυτοκρατορική λογική του νεοφιλελευθερισμού, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε εθνικιστική ούτε θρησκευτική, αλλά μόνο διεθνιστική. Η διεθνιστική «παραγωγή» χώρων κοσμικής, εθνικής πολιτικής συνιστά, κατά τη γνώμη μου, το μοναδικό όπλο αντίστασης στον νεοφιλελεύθερο εθνικισμό.