Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

[Μέση Ανατολή] Το παρελθόν χειραφετεί το μέλλον

Στις μέρες μας, στη Μέση Ανατολή, οι σκελετοί του παρελθόντος –ενός συγκεκριμένου παρελθόντος– επανέρχονται στο παρόν με τον πλέον δραματικό τρόπο. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει βέβαια ότι, στην εποχή του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, στην οποία η πολιτική μετατρέπεται σε ζήτημα πολιτισμικών/εθνοτκών ή θρησκευτικών ιδιαιτεροτήτων, τα αδιέξοδα και οι αντιφάσεις του εκδηλώνονται με τον πιο βίαιο τρόπο στη Μέση Ανατολή – όπου τα όρια πολιτικού-θρησκευτικού είναι, λόγω της βεβαρημένης ιστορίας της δυσδιάκριτα. Αυτή η τόσο ταλαιπωρημένη περιοχή αναδύεται λοιπόν ως ο τόπος που η «ανθρώπινη κοινωνία» ξαναπιάνει το νήμα του παρελθόντος από εκεί όπου η νεοφιλελεύθερης εκδοχής νέα παράδοση πίστεψε ότι το έκοψε οριστικά.

Όταν το παρελθόν υποτάσσει το μέλλον.

Παγκοσμιοποιημένο χαλιφάτο, μουσουλμανική ουμμά, θρησκευτικός /δογματικός κατακερματισμός ή «θρησκευτικός ριζοσπαστισμός»: όλα αυτά που μοιάζουν «πολιτισμικά» στοιχεία της παράδοσης της Μέσης Ανατολής, δεν συνιστούν παρά παλιά υλικά που συνθέτουν μια νέα παράδοση. Η παράδοση αυτή αποτελεί τη νομιμοποιητική ερμηνεία, στα τοπικά συμφραζόμενα, του νέου «δυτικού» σχεδίου για τη Μέση Ανατολή. Πρόκειται για το σχέδιο της «μεγάλης Μέσης Ανατολής» ή της νοτιοδυτικής Ασίας: μια μεγάλη θρησκευτικο-πολιτισμική ενότητα, κατακερματισμένη εσωτερικά σε αδύναμα κράτη-«θρησκευτικές κοινότητες ή δόγματα», υπό τον έλεγχο κρατών της περιοχής, ικανών να νομιμοποιούν, στο όνομα της παράδοσης, τους νέους γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς.

Έτσι επέστρεψε με τον Ερντογάν η οθωμανική παράδοση της μουσουλμανικής ενότητας και η ουτοπία της δικαίωσης ενός «λαϊκού περί δικαίου αισθήματος», που έρχεται από τα βάθη των οθωμανικών αιώνων. Βέβαια, παράδοση οθωμανικού χαλιφάτου δεν υπήρξε στην Ιστορία, παρά μόνο ως κατασκευή του αποικιακού 19ου αιώνα, που αναπαρήγαγαν διάφορα τοπικά αυταρχικά καθεστώτα. Έτσι επέστρεψε στο Ιράκ ο δογματικός κατακερματισμός του ιρακινού λαού, ως αποκατάσταση της ιστορικής αδικίας που υπέστησαν οι σιίτες από τους σουνίτες. Επίσης, παράδοση πολιτικής κατηγοριοποίησης βάσει δόγματος δεν υπήρχε ιστορικά στη Μέση Ανατολή· επινοήθηκε ιμπεριαλιστικά στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και επικαιροποιήθηκε μετέπειτα νατοϊκά, σε διάφορες ντόπιες αναπαραγωγές. Με ανάλογο τρόπο επανήλθε επικαιροποιημένη η παράδοση του μεταρρυθμιστικού-δημοκρατικού Ισλάμ (άλλη μια κατασκευή του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα), ως έκφραση της «λαϊκής οργής» εναντίον των διεφθαρμένων, δυτικότροπων καθεστώτων.

Σε μια εποχή λοιπόν όπου οι λαοί της Μέσης Ανατολής αναζητούσαν πολιτικούς δρόμους εκδημοκρατισμού και ανατροπής των αυταρχικών καθεστώτων, αντί να πολιτικοποιηθούν οι κοινωνίες, πολιτικοποιήθηκε η πολιτισμική/θρησκευτική κατηγοριοποίηση, στη βάση της οποίας φτιάχτηκε η νέα παράδοση. Η αποτρόπαια εκδοχή αυτής της νέας παράδοσης είναι το ISIS.

Σύμβολο αντίστασης.

 Στην «επαναστατημένη περιοχή της Ρογιάβα» –αυτόνομο καντόνι στη Συρία, στο οποίο ανήκει και το Κομπάνι– οι Κούρδοι και οι Κούρδισσες αξιοποίησαν πολιτικά τις ρωγμές που δημιουργούν οι αντιφάσεις του ιμπεριαλισμού και των τοπικών εκδοχών του. Τράβηξαν δυναμικά, εν τόπω και χρόνω, αυτό το νήμα από το παρελθόν που επιτρέπει στις αγωνιζόμενες κοινωνίες να βρουν όχι την από αιώνες δικαίωσή τους, αλλά τον τρόπο αντίστασής τους, εδώ και τώρα. Συγκρότησαν λοιπόν πολιτικούς θεσμούς εκπροσώπησης: προσωρινή κυβέρνηση το 2013 και Σύνταγμα το 2014. Οργανώθηκαν ως ενσώματο –και όχι ψηφιακό– πολιτικό υποκείμενο: συγκρότησαν τοπικά κοινοβούλια και λαϊκές ομάδες προστασίας, με ισότιμη συμμετοχή ανδρών και γυναικών, και διαμόρφωσαν τους όρους για μια «οικονομία της αντίστασης», μια αντιπαγκοσμιοποιημένη οικονομία, με εξασφαλισμένη την υγεία, την παιδεία και το δικαίωμα στην εργασία για όλους.

Το Κομπάνι γίνεται σύμβολο αντίστασης για έναν ολόκληρο κόσμο, καθώς σε αυτό αποκαθίσταται το νήμα της νεωτερικής χειραφέτησης και αντίστασης, στην κουρδική του εκδοχή. Σε αυτό συγκλίνουν γόνιμα μια σειρά στοιχεία: η παράδοση αντίστασης του ΡΚΚ, η δημοκρατική, αριστερή, πολιτική παράδοση κομμάτων όπως το Κόμμα Δημοκρατίας και Ειρήνης των Κούρδων της Τουρκίας, τα στοιχεία λαϊκής αντίστασης και υπεράσπισης που έφτιαξε το Κόμμα της Δημοκρατικής Ένωσης. Συγκλίνουν όλα τα στοιχεία μιας κατακερματισμένης εθνικής οντότητας που έμαθε να φτιάχνει πολιτικές αντίστασης εν χώρω και στο πλαίσιο άλλων εθνών-κρατών, υπό την καθοδήγηση σήμερα του Συμβουλίου Εθνικής Ενότητας των Κούρδων.

Ο Ερντογάν, εγκλωβισμένος στις μεγάλες αντιφάσεις που έχει δημιουργήσει η πολιτική του –ισλαμικός και εθνικιστικός εξτρεμισμός στο εσωτερικό της Τουρκίας, υπόγειες «συμμαχίες» με τους τζιχαντιστές στην περιοχή– επιμένει να θέλει να παίξει τον ρόλο της «προστάτιδας δύναμης» της περιοχής. Επιμένει στην επικαιροποίηση της λογικής των σφαιρών επιρροής, του εντολοδόχου των Μεγάλων Δυνάμεων –αποστολή στρατού «για την επιβολή της ειρήνης»– και της δημιουργίας «κοινοτήτων» υπό την προστασία του. Αρνείται, έτσι, να διευκολύνει την υπεράσπιση του Κομπάνι από τους Κούρδους, γιατί αυτό θα ακυρώσει τη διεθνή νομιμότητα της «εντολής».

Η βαρβαρότητα των τζιχαντιστών και τα κενά κρατικής εξουσίας που δημιουργεί αποτελούν τον παραμορφωτικό καθρέφτη της πολιτικής που άσκησαν οι ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες στην περιοχή, μαζί με την άβουλη και ανύπαρκτη Ε.Ε. Το Κομπάνι, ωστόσο, δείχνει μια κατεύθυνση λύσης για τη Μέση Ανατολή. Κι αυτή δεν είναι ούτε η σύγκρουση δύο πολιτισμικών μετώπων ούτε η εγκατάσταση περιφερειακών δυνάμεων: (ούτε «εντολοδόχος» Τουρκία, ούτε μεγάλο Κουρδιστάν, ούτε ντόπιοι και ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας Ιράν κλπ). Η λύση για την ειρήνη μπορεί να είναι η «ομοσπονδιακή» συγκρότηση των ήδη υπαρχόντων κρατών: καντόνια με εσωτερική αυτονομία, με δημοκρατική, λαϊκή συγκρότηση εν τόπω, με εκμετάλλευση από τα ίδια των πλούσιων, τοπικών πόρων. Το πείραμα του καθαρού (εθνοτικά ή θρησκευτικά ή δογματικά) κράτους στο όνομα μιας διαχρονικής ιστορικής δικαίωσης οδηγεί σε αντιδημοκρατικά καθεστώτα, περιθωριοποίηση ολόκληρων πληθυσμιακών ομάδων, στην εκμετάλλευση και, βεβαίως, στον πόλεμο. Το Κομπάνι είναι ακόμα εδώ!

[Δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής]

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

[Μέση Ανατολή] Σία Αναγνωστοπούλου: Τα επακόλουθα του "διαίρει και βασίλευε"

[Συνέντευξη στην Αναστασία Γιάμαλη που δημοσιεύτηκε στην Αυγή.]
 

Την περασμένη εβδομάδα είδε το φως της δημοσιότητας άλλο ένα βίντεο με τον αποκεφαλισμό ακόμη ενός δημοσιογράφου, του 31χρονου Στίβεν Σότλοφ, από τους τζιχαντιστές. Το βίντεο τιτλοφορείται  «Δεύτερο μήνυμα στην Αμερική» και η σκηνοθεσία είναι ίδια με αυτή του πρώτου. Για τους τζιχαντιστές, μιλήσαμε με την αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Σία Αναγνωστοπούλου. Οι τζιχαντιστές δεν εμφανίστηκαν "χθες", μας λέει, ούτε πρόκειται για κάτι "ενιαίο". "Υπάρχουν πολλές εσωτερικές διαιρέσεις εντός του Ισλάμ" τονίζει και μας βοηθά να χαρτογραφήσουμε τις διαφορές και τις νέες ισορροπίες που φέρνουν μαζί τους στην ευρύτερη περιοχή της Μ. Ανατολής.

* Οι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους "ξεφύτρωσαν" από το κίνημα των αντικαθεστωτικών κατά του Άσαντ ή τους συναντάμε και πιο πίσω;
Toυς βρίσκουμε και πιο πίσω. Βέβαια σήμερα, όταν μιλάμε για τζιχαντιστές, δεν εννοούμε ένα και μοναδικό πράγμα, αλλά πολλές ομάδες μαζί που έχουν μπει κάτω από αυτό το όνομα. Έτσι κι αλλιώς αυτή η ιστορία, τουλάχιστον στο πρόσφατο παρελθόν, εξελίσσεται κυρίως στο Ιράκ, ειδικά μετά την αμερικανική εισβολή. Εντοπίζονται περισσότερο εκεί όπου έχει δημιουργηθεί μεγάλο κενό εξουσίας. Ξεκινούν δηλαδή από το Ιράκ κυρίως στην επαρχία Ανμπάρ -αμιγώς σουνιτική περιοχή- όπου έγιναν και οι μεγάλες μάχες. Εκεί γίνονται μεγάλες επιχειρήσεις της Αλ Κάιντα, οι οποίες τελικά κατορθώνουν να δημιουργήσουν ένα τεράστιο ρήγμα ανάμεσα σε αυτή την επαρχία, που μετατράπηκε σε βαθύ ρήγμα ανάμεσα στους σουνίτες και την σιιτική κυβέρνηση του Μαλίκι που έφτιαξαν οι Αμερικανοί.
 
* Πως έχουν τέτοια δύναμη οι τζιχαντιστές;
Στη Μ. Ανατολή πάντα το πρόβλημα είναι οι πολλές διαφορετικές θρησκευτικές ταυτότητες - και μέσα στο ίδιο το Ισλάμ -όχι μόνο μεταξύ μουσουλμάνων- χριστιανών. Έτσι, το να επιχειρήσει κανείς να εκδημοκρατίσει "παίζοντας" με φυλετικές ή θρησκευτικές ταυτότητες ενισχύει την πολιτικοποίησή τους και την άνθηση των φυλετικών διαστάσεων. Σε αυτό που αποκαλούμε σήμερα "τζιχαντιστές" έχουμε να κάνουμε με πολλές φυλετικές σεχταριστικές και θρησκευτικές ταυτότητες μαζί, όπου μία ομάδα, αυτή του του Ισλαμικού Κράτους (ΙΚ), ως ισχυρότερη έχει πάρει το πάνω χέρι. Δεν σημαίνει ότι το ΙΚ του Ιράκ και της Συρίας είναι μόνο του, το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο.

* Διάφοροι αναλυτές υποστηρίζουν ότι είναι λάθος να μιλάμε για άμεση ευθύνη της Αμερικής καθώς επί της ουσίας η εμπλοκή της στην ανάπτυξη των τζιχαντιστών δεν είναι άμεση, αλλά έμμεση αφού επέτρεψε την χρηματοδότησή τους από τους συμμάχους της.
Δεν ξέρω πόσο χρηματοδότησε ή όχι η Αμερική αυτές τις ομάδες, αυτό που ξέρω όμως πάρα πολύ καλά είναι ότι στη Μ. Ανατολή, ειδικά στο Ιράκ, έγινε κάτι αντίστοιχο με αυτό που είχε γίνει -τηρουμένων των αναλογιών- επί αποικιοκρατίας. Δηλαδή, αντί να έχουμε τη δημιουργία μιας κυβέρνησης στο Ιράκ από τους πολίτες, που θα προχωρά στη συγκρότηση μιας μακροταυτότητας -ικανής να συμπεριλάβει τις όποιες φυλετικές, τοπικές, θρησκευτικές ταυτότητες- έχουμε ακριβώς το αντίθετο. Έχουμε μια κυβέρνηση που στο όνομα της απομπααθοποίησης δημιούργησε σεχταριστική ταυτότητα σιιτών και με ορισμένες φυλές εναντίον κάποιων άλλων. Η επέμβαση της Αμερικής ήταν λοιπόν σημαντική προς αυτήν την κατεύθυνση. Για τη χρηματοδότηση πρέπει να γίνει άλλου είδους έρευνα, αλλά η αντιμετώπιση του θέματος του Ιράκ και της Μ. Ανατολής γενικά ακούμπησε σε αυτό που είχε ακουμπήσει η αποικιοκρατία. Στη Συρία έγινε πάνω - κάτω το ίδιο πράγμα.
 
* Ποιος ο ρόλος της Τουρκίας στην όλη κατάσταση την  ώρα που το ΙΚ ισχυροποιείται στο βόρειο Ιράκ και στη Συρία; Αρκεί η ενίσχυση των Κούρδων;
H Τουρκία έχει παίξει μεγάλο ρόλο σε αυτή την υπόθεση, που πάλι δεν θα κρίνω αν ήταν άμεσος ή έμμεσος. Ωστόσο με την πολιτική που ακολούθησε ο Ερντογάν, να κάνει την Τουρκία και την Κωνσταντινούπολη το κέντρο ενός ισλαμικού κόσμου, τροφοδότησε την πολιτική διαφόρων ομάδων που στο όνομα του Ισλάμ και του οράματος ενός ισλαμικού κόσμου προωθούσαν τη δική τους ατζέντα. Η Τουρκία υποστήριξε σχεδόν αμέσως τις αντιπολιτευόμενες ομάδες που κινήθηκαν κατά του Άσαντ εκτιμώντας πως θα τον αποδυναμώσει ώστε να γίνει το επίκεντρο. Αυτό γύρισε μπούμερανγκ, με τζιχαντιστές να δρουν και να κινούνται στο έδαφός της. Έχει βρεθεί λοιπόν στο επίκεντρο μιας κατάστασης που τελικά θα την υπονομεύσει.
Οι Κούρδοι εν τω μεταξύ ενδυνάμωσαν τη θέση τους σημαντικά, -κυρίως το αυτόνομο κράτος του Κουρδιστάν στο Ιράκ με πρωτεύουσα το Ερμπίλ- αλλά δεν είναι σε θέση απο μόνοι τους να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, αν και είναι οι μόνοι που αντιστάθηκαν οργανωμένα στο ΙΚ Συρίας και Ιράκ. Φαίνεται όμως πως η κατάσταση έχει ξεφύγει από οποιονδήποτε έλεγχο και θα έχει απρόβλεπτη εξέλιξη, γιατί η λογική του τρόμου έχει μπει στο επίκεντρο της μάχης για εξουσία στην περιοχή. Οι αποκεφαλισμοί είναι ένα μέσο οικειοποίησης του κόσμου με τη λογική του τρόμου. 

* Είναι πια διαχειρίσιμη η χάραξη του χάρτη της Μ. Ανατολής, όπως αυτή έγινε από τους Σάικς - Πικό μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας;
Κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι θα δούμε στη Μ. Ανατολή στο μέλλον. Έχουμε πολλές ομάδες, έχουμε ένα ΙΚ που θέλει Χαλιφάτο, ένα κατακερματισμένο ανομοιογενές Ισλάμ. Ωστόσο, αν πρέπει να γίνει μία επανατοποθέτηση στον χάρτη της Μ. Ανατολής, αυτή πρέπει να αφορά την Παλαιστίνη. Όσο υπάρχει το πρόβλημα της Παλαιστίνης, αναπαράγεται μια μεγάλη σύγκρουση στην περιοχή και τη νομιμοποιεί. Το να αλλάξει όλος ο χάρτης είναι πρόβλημα.


* Η ύπαρξη του ΙΚ πως λειτουργεί για το Ισραήλ; Ενισχυτικά ή όχι;
Ενισχύεται σίγουρα το Ισραήλ. Μπαίνουμε σε λογική τρόμου και τρομοκράτησης, σε μια λογική που από φόβο θα έχουμε περισσότερη στρατιωτικοποίηση και πολέμους. Η απειλή για το Ισραήλ προσωποποιείται στους Παλαιστινίους και αυτούς θα διαλύσει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως υπάρχουν δύο πληθυσμοί τα προβλήματα των οποίων πρέπει να διευθετηθούν, οι Παλαιστίνιοι και οι Κούρδοι.

* Το Κουρδικό θα λυθεί; O Ερντογάν φαίνεται πρόθυμος
Φαίνεται πως και οι Κούρδοι της Τουρκίας είναι πρόθυμοι και έχουν βρει κοινό τόπο με τον Ερντογάν. Μακάρι να λυθεί με τον καλύτερο τρόπο, όσο όμως η Μ. Ανατολή είναι σε τέτοια αναταραχή κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Φοβάμαι πως η Ιστορία μάς έχει ξεπεράσει στην περιοχή.

* Να πάμε λίγο στην Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ. Έχουμε μπει σε μια περίοδο κρίσεων σε Μ. Ανατολή και ανατολική Ευρώπη, με τον ΣΥΡΙΖΑ να προωθεί μια ενεργητικά φιλειρηνική εξωτερική πολιτική. Προς ποια κατεύθυνση εκτιμάτε ότι πρέπει να κινηθεί;
H πρώτη κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να κινηθεί κατά τη γνώμη μου η Αριστερά και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η άμεση λύση του Κυπριακού. Άμεση λύση, γιατί Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι πρέπει να ξαναβρεθούν ισότιμα στο κυπριακό κράτος. Η Κύπρος θα μπορούσε να είναι μια εστία που θα μπορούσε να δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στο μέλλον ή θα χρησιμοποιούνταν σαν ένα ανεξέλεγκτο έδαφος -κυρίως στην κατεχόμενη βόρεια πλευρά- με απρόβλεπτη εξέλιξη. Η φιλειρηνική πολιτική πρέπει να ξεκινά από τους γείτονες, από τον άμεσο περίγυρο μας. Για τον ΣΥΡΙΖΑ σήμερα εκτιμώ πως η επίλυση με τον πιο ειρηνικό και δημοκρατικο τρόπο των προβλημάτων που έχει η Ελλάδα, χωρίς αναπαραγωγή εθνικιστικών σχημάτων στο όνομα ενός αριστερού πατριωτισμού θα είναι μια καλή αρχή. Αυτά τα προβλήματα πρέπει να λυθούν στο όνομα της σημερινής πραγματικότητας με όρους δημοκρατίας και διεθνούς δικαίου.
Για να μπορεί να έχει ένα αριστερό κόμμα αντιιμπεριαλιστική πολιτική, πρέπει ακριβώς να χτυπήσει την καρδιά του ιμπεριαλισμού, που είναι το "διαιρώ τους πληθυσμούς προκειμένου να έχω κυριαρχία". Για μας, φιλειρηνική πολιτική σημαίνει ενίσχυση της πολιτικής μας με τους γύρω λαούς, με σεβασμό και στις ανησυχίες των άλλων και τις δικές μας. Η διάσπαση των εθνών - κρατών δεν βοηθάει καθόλου και οξύνει τις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις.

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

[Παρέμβαση] Έκκληση 152 ιστορικών: Να αποσυρθεί το άρθρο 2 του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου που περιορίζει την ελευθερία του λόγου

Όσοι και όσες υπογράφουμε αυτό το κείμενο, ιστορικοί από πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και άλλους επιστημονικούς φορείς, παρακολουθούμε με μεγάλο ενδιαφέρον και αγωνία την τύχη του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, το οποίο, έπειτα από πολλούς μήνες αναμονής, συζητιέται την Τρίτη και την Παρασκευή στη Βουλή.. Κι αυτό επειδή θεωρούμε ότι ο ρατσισμός και η ρατσιστική βία είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα που απειλούν την κοινωνία μας και ότι μια κατάλληλη αντιρατσιστική νομοθεσία συνιστά ένα σημαντικό όπλο για την αντιμετώπισή τους.

Δεν θέλουμε εδώ να εκφράσουμε την άποψή μας για επιμέρους διατάξεις, για τα θετικά σημεία και τις αδυναμίες του συγκεκριμένου νομοσχεδίου· άλλωστε, σε πολλά από αυτά οι απόψεις μας ενδεχομένως διαφοροποιούνται. Θέλουμε ωστόσο να εκφράσουμε την έντονη κοινή μας ανησυχία για ένα ζήτημα το οποίο κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση και συνδέεται με το επιστημονικό αντικείμενό μας. Το άρθρο 2 του νομοσχεδίου προβλέπει την τιμωρία όποιου «με πρόθεση προφορικά ή διά του Τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιαδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, επιδοκιμάζει, ευτελίζει ή κακόβουλα αρνείται τη σοβαρότητα εγκλημάτων γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, του Ολοκαυτώματος και εγκλημάτων του ναζισμού και η συμπεριφορά αυτή στρέφεται κατά ομάδας προσώπων που προσδιορίζεται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, ή την αναπηρία, κατά τρόπο που μπορεί να υποκινήσει βία, ή μίσος ή ενέχει απειλητικό, υβριστικό ή προσβλητικό χαρακτήρα κατά μίας τέτοιας ομάδας ή μέλους της». Μάλιστα, με ρητή δέσμευση του υπουργού Δικαιοσύνης (20.8.2014) η διάταξη θα διευρυνθεί συμπεριλαμβάνοντας και την «κακόβουλη άρνηση ή ευτελισμό» γενοκτονιών που έχουν αναγνωρίσει το ελληνικό Κοινοβούλιο, καθώς και «διεθνή ή ελληνικά δικαστήρια με αμετάκλητες αποφάσεις».

Εκφράζουμε τη ρητή αντίθεσή μας με μια τέτοια διάταξη. Είμαστε αντίθετοι στη δίωξη όλων των «αρνητών», ακόμη και εκείνων του φριχτότερου εγκλήματος του 20ού αιώνα, του Ολοκαυτώματος. Η στάση μας αυτή δεν πηγάζει από οποιαδήποτε ανοχή στους «αρνητές» απεχθών εγκλημάτων, ούτε από την άρνηση τιμωρίας εγκληματικών πράξεων, αλλά από την πεποίθηση, ότι, όπως έχει αποδείξει και η διεθνής εμπειρία, τέτοιες διατάξεις οδηγούν σε επικίνδυνες ατραπούς: πλήττουν καίρια το δημοκρατικό και αναφαίρετο δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου, ενώ ταυτόχρονα δεν είναι διόλου αποτελεσματικές, όσον αφορά την καταπολέμηση του ρατσισμού και του ναζισμού, του ρατσιστικού και μισαλλόδοξου λόγου. Συχνά μάλιστα οδηγούν στο αντίθετο αποτέλεσμα, επιτρέποντας οι εχθροί της δημοκρατίας να παρουσιάζονται στην κοινή γνώμη ως «θύματα» λογοκρισίας και αυταρχισμού. Οι προϋποθέσεις που θέτει το νομοσχέδιο καθώς ενέχουν μεγάλη απροσδιοριστία και ρευστότητα δυστυχώς δεν αποτελούν εγγύηση.

Επιπλέον, η προβλεπόμενη διεύρυνση του άρθρου όχι μόνο δεν θεραπεύει αλλά μεγεθύνει το πρόβλημα. Θεωρούμε ότι ο χαρακτηρισμός και η προσέγγιση μαζικών εγκλημάτων ως γενοκτονιών, εθνοκαθάρσεων ή σφαγών πρέπει να είναι αντικείμενο επιστημονικού και νηφάλιου δημόσιου διαλόγου και όχι νομοθετικής ρύθμισης και ποινικής τιμωρίας με κίνδυνο να φιμώνεται κάθε αντίθετη στην κυρίαρχη άποψη, ακόμα και αυτή η ιστορική έρευνα και διδασκαλία. Επειδή η ελευθερία του λόγου και της γραπτής έκφρασης –ακόμη και των πιο λανθασμένων απόψεων– είναι σύμφυτη με τη δημοκρατία καλούμε την κυβέρνηση να αποσύρει το παραπάνω άρθρο.


[Το κείμενο μαζί με τις υπογραφές βρίσκεται στο μπλογκ των Ενθεμάτων της Αυγής, εδώ.]

Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

[Μέση Ανατολή] Εν ονόματι του σιίτη ή σουννίτη Αλλάχ

Μέση Ανατολή ή προβλήματα Ιστορίας και Γεωγραφίας

Η δράση της ισλαμιστικής (σουνιτικής) οργάνωσης «Ισλαμικό κράτος του Ιράκ και της Εγγύς Ανατολής» έρχεται να επιβεβαιώσει την «επαναθρησκειοποίηση» της Μέσης Ανατολής. Πρόκειται για μια διαδικασία η οποία εγκαινιάστηκε με την πολιτική των ΗΠΑ στην περιοχή και την επικράτηση σε χώρες όπως η Τουρκία ενός άλλου πολιτικού προτύπου: του ισλαμικού νεοφιλελευθερισμού. Η Αραβική Άνοιξη, ξέσπασμα της ανάγκης εκδημοκρατισμού, συνεθλίβη στο χάος που δημιούργησε η επικαιροποίηση του Ισλάμ και των εκδοχών του ως αποκλειστικής πολιτικής «γλώσσας» συνομιλίας, καθώς αναβίωνε η πάλαι ποτέ επινοημένη σύγκρουση «πολιτισμών».

Εντούτοις, το μείζον ιστορικό πρόβλημα στις χώρες της περιοχής οι οποίες χαρακτηρίζονταν από ανομοιογένεια πληθυσμού (είτε σε εθνοτική ή θρησκευτική βάση είτε λόγω των πολλών και διάσπαρτων φυλών) ήταν η οικοδόμηση δημοκρατικού έθνους-κράτους. Πρόβλημα το οποίο, λόγω των ιδιαίτερων ιστορικών συνθηκών –αποικιοκρατία, τεράστιοι οικονομικοί και γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί–, καταντούσε πιο πολύπλοκο όσο αυτός ο παραδοσιακός κατακερματισμός, αντί να εξουδετερώνεται, αναδεικνυόταν σε βάση μετάβασης στη νεωτερικότητα. Η περιοχή πέρασε στη φάση της νεωτερικότητας με όλες τις στρεβλώσεις που δημιούργησε παντού η αποικιοκρατία, στο πλαίσιο της οποίας κατασκευάστηκε μια ιδιαίτερη, μεσανατολίτικη νεωτερικότητα, με κυρίαρχο εργαλείο τη νεωτερική επικαιροποίηση της θρησκείας.

Ο μύθος του αντιιμπεριαλιστικού Ισλάμ

Σε ένα αντιδημοκρατικό νεωτερικό περιβάλλον, που επέβαλε η αποικιακή νεωτερικότητα στην περιοχή, ενισχύθηκαν –είτε ως προνομιακοί συνομιλητές είτε ως φορείς μιας άλλης, ισλαμικής νεωτερικότητας– οι τοπικές θρησκευτικές κατεξοχήν ελίτ, οι οποίες κινδύνευαν, στη νέα ιστορική φάση, να χάσουν την εξουσία τους. Με λίγα λόγια, η πολιτικοποίηση του Ισλάμ, ακόμη και ως αντιαποικιακού, ομογενοποιητικού φορέα αντίστασης, ήταν προϊόν του αντιδημοκρατικού πλαισίου άσκησης της εξουσίας που διαμόρφωνε η αποικιοκρατία. Ο μύθος του αντιιμπεριαλιστικού Ισλάμ ή των αντιιμπεριαλιστικών θρησκευτικών ομάδων είναι προϊόν πολλών κατασκευών και στρεβλώσεων. Τόσο η αποικιακή εξουσία όσο και μια ντόπια θρησκευτική αντιμετώπιζαν τον ίδιο κίνδυνο: τη συγκρότηση ενός πολιτικού σώματος, ομογενοποιημένου στη βάση πολιτικών, κοσμικών αρχών.

Η αποαποικιοποίηση και η συγκρότηση εθνών-κρατών στην περιοχή, που σημαδεύτηκε –και πάλι για ιστορικούς λόγους– από την κυριαρχία στρατιωτικών καθεστώτων, σε προνομιακή συνομιλία είτε με τη μία είτε με την άλλη υπερδύναμη του Ψυχρού Πολέμου, οδήγησε μεν στην ομογενοποίηση των πληθυσμών και την εκκοσμίκευση του πολιτικού συστήματος, ο εκδημοκρατισμός ωστόσο παρουσίαζε σημαντικό έλλειμμα. Ο εκδημοκρατισμός αποτελούσε απειλή, όχι μόνο γι’ αυτά τα καθεστώτα, αλλά κυρίως για τη «Δύση», για την οποία ο κίνδυνος σε αυτές τις χώρες (και όχι μόνο) ήταν (και παραμένει) η «ανυπότακτη» πλειοψηφία, η πλειοψηφία ως πολιτικό σώμα με πολιτική και ταξική συνείδηση. Ο όρος «Μεσανατολίτης» παραμένει μια χρήσιμη επινόηση, που νομιμοποιεί ιστορικά την κηδεμονία και την υποταγή.

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου που είχε ως συνέπεια την απρόσκοπτη επέλαση του νεοφιλελευθερισμού και, ταυτόχρονα, διεθνείς ανακατατάξεις, δημιούργησε νέα δεδομένα. Ενώ λοιπόν σε αυτές τις χώρες –σε άλλες νωρίτερα, σε άλλες αργότερα– το ζήτημα του εκδημοκρατισμού τέθηκε επιτακτικά, η παγκόσμια νεοφιλελεύθερη «Δύση» αποφάσισε να συνομιλήσει με τις δυνάμεις που μπορούσαν είτε να «υποτάξουν» είτε να κατακερματίσουν την πλειοψηφία. Η περίπτωση του Ιράκ είναι η πλέον χαρακτηριστική. Ενώ το μείζον πρόβλημα ήταν το δικτατορικό καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν, εναντίον του οποίου άρχισε να συγκροτείται ένα πολιτικό δημοκρατικό σώμα, η επέμβαση των ΗΠΑ άλλαξε εντελώς τα δεδομένα. Η δημοκρατία τέθηκε ως ζήτημα θρησκευτικής ετερότητας, και όχι ως ζήτημα ισότιμης πολιτικής ελευθερίας των πολιτών. Ο Σαντάμ δεν αντιμετωπίστηκε ως δικτάτορας με πολιτικούς όρους, αλλά με «πολιτισμικούς»: ως σουννίτης ο οποίος καταπίεζε τους σιίτες. Έτσι ο ιρακινός λαός κατακερματίστηκε ανάμεσα σε δύο «κοινότητες», τους σουννίτες και τους σιίτες, κι άρχισε το μεγάλο «γλέντι», η ανάδυση όλων των θρησκευτικών-φυλετικών δαιμόνων.

Εν ονόματι του σιίτη ή του σουννίτη Αλλάχ

Αυτό ήταν το έδαφος για να αναπτυχθούν από τη μια μεριά όλες οι φυλετικές-θρησκευτικές εξτρεμιστικές ομάδες. Από την άλλη, ενισχύθηκαν οι φιλοδοξίες των γειτονικών κρατών (Ιράν, Τουρκία, Σαουδική Αραβία), τα οποία ανέλαβαν, στο όνομα του σιίτη ή σουνίτη Αλλάχ, να παίξουν τον ρόλο της ομογενοποιητικής, «εκπολιτιστικής Δύσης» στο όνομα ή εναντίον της «Δύσης». Να γίνουν δηλαδή οι διακινητές στο Ιράκ, τη Συρία αλλά και την Αίγυπτο (με άλλους όρους στην τελευταία) μιας ισλαμικής κοινότητας.

Η Τουρκία, το Ιράν και οι μοναρχίες του Κόλπου, με πρώτη τη Σαουδική Αραβία, ενίσχυσαν τη θέση τους στην περιοχή αλλά και τη διαπραγματευτική τους ικανότητα διεθνώς, εκμεταλλευόμενες τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις στη Συρία και το Ιράκ. Η Τουρκία, όπως και η Σαουδική Αραβία άλλωστε, «συνομίλησαν» προνομιακά με το «Ισλαμικό κράτος του Ιράκ και της Εγγύς Ανατολής», εν ονόματι του σουννί Ισλάμ, στην ουσία όμως για να διαφεντέψουν την περιοχή. Η Τουρκία είχε έναν λόγο παραπάνω: επεδίωκε, μέσα από την ενίσχυση της ισλαμιστικής οργάνωσης, να μειώσει τη δύναμη των Κούρδων της Συρίας. Παρά τις «αναλύσεις» ελλήνων «ειδικών», οι οποίοι παπαγαλίζουν τα περί «νεοθωμανισμού», ήταν προφανές ότι η πολιτική της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή στεφόταν από απόλυτη αποτυχία. Κι αυτό γιατί η γλώσσα με την οποία επέλεγε να συνδιαλλαγεί σε αυτή την περιοχή, οι συμμαχίες που έκανε στο όνομα του σουννί Ισλάμ, οδηγούσαν πρωτίστως στην ενίσχυση τέτοιων φονταμενταλιστικών ομάδων, οι οποίες βεβαίως κατακερμάτιζαν τον ενιαίο «ισλαμικό χώρο» όπου η Τουρκία ήθελε να πρωταγωνιστήσει.

Η «κουρδική λεκάνη»

Σε αυτό το «θρησκευτικό» χάος που έχει διαμορφωθεί στην περιοχή, ο μοναδικός παράγοντας που έχει οικοδομήσει πολιτικές δομές εξουσίας είναι οι Κούρδοι. Έπειτα από δεκαετίες φυλετικού, γεωγραφικού και γλωσσικού κατακερματισμού, οι Κούρδοι βρίσκονται σε φάση ομογενοποίησης με κριτήρια εθνικής συγκρότησης. Διαμορφώνεται μια «κουρδική λεκάνη» (κατά την έκφραση του Νταβούτογλου), που τείνει να συμπεριλάβει τους Κούρδους του Ιράκ, της Συρίας και τη Τουρκίας. Τη στιγμή λοιπόν που η Τουρκία νόμιζε ότι πρωταγωνιστούσε στις εξελίξεις στη Συρία, ενισχύοντας το «Ισλαμικό κράτος του Ιράκ και της Εγγύς Ανατολής», οι Κούρδοι της περιοχής συσπειρώνονταν θεσμικά γύρω από το Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης (PDY) και τα τοπικά κοινοβούλια που αυτό ίδρυσε. Ενώ η Τουρκία με τις ισλαμικές μεγαλοστομίες της έχανε την μπάλα στη Συρία, οι Κούρδοι, σε συνεργασία με το ΡΚΚ, όριζαν τον γεωγραφικό τους χώρο (Ροζιάβα) και αναδεικνύονταν στον πλέον αποτελεσματικό αναχαιτιστή της ισλαμιστικής οργάνωσης, ενώ πρόσφεραν την πιο αξιόπιστη κοσμική εναλλακτική πρόταση στην πολιτική του Άσσαντ. Στο Ιράκ επίσης, το αυτόνομο κράτος των Κούρδων συνιστά τη μοναδική κοσμική απάντηση στο χάος των «φυλετικών-θρησκευτικών» αντιπαραθέσεων.
Το «μικρό Αφγανιστάν» (κατά την έκφραση ενός σημαντικού τούρκου αναλυτή), που επιδιώκει να κατασκευάσει το «Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και της Εγγύς Ανατολής» στη λεκάνη Συρίας-Ιράκ, έκανε την Τουρκία να συνειδητοποιήσει το αυτονόητο: ότι η οικονομική, ενεργειακή και κυρίως η πολιτική επιβίωση των συνόρων της δεν εξαρτάται από τα μεγαλεπήβολα σχέδιά της, αλλά από την επίλυση του Κουρδικού. Μόνο που σε αυτή τη φάση οι Κούρδοι έχουν ισχυρά διαπραγματευτικά χαρτιά. Από την άλλη, οι Κούρδοι επικαιροποίησαν τη σημασία των παλιών, «κλασικών» νεωτερικών θεσμών και μηχανισμών αποτελεσματικής, πολιτικής κινητοποίησης: του κόμματος και των τοπικών κοινοβουλίων, μέσα από τα οποία διαμορφώνονται οι όροι της ενσώματης συμμετοχής, εν τόπω και χρόνω. Ίσως αυτή να είναι η πιο σημαντική διαφορά με την Αραβική ή την Τουρκική Άνοιξη, η οποία, παρά τις τεράστιες και μαχητικές κινητοποιήσεις, έμεινε στη «διαφήμιση» του πολιτικού μηνύματος. Δεν μπόρεσε να συγκροτήσει τους θεσμούς και του μηχανισμούς πολιτικοποίησης της κοινωνίας.


[Δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής]

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

[Ελλάδα - Ευρώπη] Σχετικά με την Χρυσή Αυγή - Ακροδεξιά και νεοφιλελευθερισμός

Ομιλία στην Φλωρεντία το Νοέμβρη του 2013

Η είσοδος στο ελληνικό κοινοβούλιο ενός ναζιστικού κόμματος -της Χρυσής Αυγής- εντάσσεται στο ευρύτερο φαινόμενο της ανόδου της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, αποκαλύπτει ωστόσο και κάποιες ιδιαίτερες διαστάσεις της πολιτικής και οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Το ερώτημα που τίθεται αφορά τους λόγους για τους οποίους ένα ναζιστικό κόμμα, με συστατικό στοιχείο της οργάνωσής του τη βία, κατόρθωσε να ξεφύγει από τον περιθωριακό χαρακτήρα που επί χρόνια είχε και κέρδισε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Η Χρυσή Αυγή ιδρύθηκε το 1980, αλλά άρχισε να δραστηριοποιείται έντονα στη δεκαετία του ’90, στο πλαίσιο δύο προβλημάτων που υπερπροβλήθηκαν από τα ΜΜΕ ως μείζονος εθνικής σημασίας: το μακεδονικό και τους Βαλκάνιους μετανάστες, προβλήματα στα οποία η Αριστερά είχε θέσεις, ενώ τα αστικά κόμματα ήταν αμήχανα. Η Χρυσή Αυγή, παρά τις αιματηρές επιθέσεις εναντίον αριστερών και κυρίως μεταναστών, παρά τη διείσδυσή της στα σχολεία από τη δεκαετία του 2000 και μετά, δεν αποτέλεσε ποτέ αντικείμενο μιας σοβαρής κοινοβουλευτικής ή δικαστικής έρευνας. Όταν βάφτισε τον ναζισμό ελληνικό εθνικισμό της επετράπη η συμμετοχή της σε εκλογές, καταρχάς στις δημοτικές εκλογές της Αθήνας του 2010 και δύο χρόνια μετά, στις βουλευτικές εκλογές του 2012, όπου εκτινάχθηκε στα ύψη με ποσοστό σχεδόν 7% και στις δύο αναμετρήσεις.

Οι λόγοι για τους οποίους ένα ναζιστικό κόμμα απέκτησε τέτοια δυναμική στην ελληνική κοινωνία δεν οφείλονται γενικώς στην οικονομική κρίση, αλλά κυρίως στο κυρίαρχο, εθνικό και ευρωπαϊκό, αφήγημα για την κρίση, καθώς και στη διαχείρισή της. Σε αυτό το αφήγημα απέκτησε κεντρικό ρόλο η άκρα δεξιά. Καταρχάς, πριν από τη Χρυσή Αυγή, κοινοβουλευτικός εκφραστής της άκρας δεξιάς στην Ελλάδα ήταν από το 2000 και μετά το ΛΑΟΣ, ένα κόμμα, στο οποίο συσπειρώθηκε η κατακερματισμένη στη μεταπολίτευση ελληνική άκρα δεξιά, συμπεριλαμβανόμενων μάλιστα κατά καιρούς και κάποιων στελεχών της Χρυσής Αυγής. Ήδη από το 2008, αυτό το λαϊκιστικό, ακροδεξιό κόμμα –περιθωριακό μέχρι το 2007- άρχισε να κερδίζει κεντρικό ρόλο στο πολιτικό σύστημα. Ήταν η εποχή που στις μεγάλες ταραχές που ξέσπασαν στην Αθήνα και σε άλλα αστικά κέντρα, καταγράφτηκε στα πεζοδρόμια μια ριζοσπαστική μετατόπιση της ελληνικής κοινωνίας, η οποία υπέβοσκε από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και την οποία εξέφρασε ο ΣΥΡΙΖΑ. Σε όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης, που η διαιρετική τομή ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά ήταν κυρίαρχη και το ΠΑΣΟΚ ηγεμόνευε στον αριστερό χώρο, η Αριστερά συνιστούσε δύναμη ιστορικής εγγύησης της διαίρεσης. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν το ΠΑΣΟΚ οριστικοποίησε το ρόλο του, αυτόν του φορέα του νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα, άρχισε να δημιουργείται μια νέα διαίρεση: εκσυγχρονιστικού - αντιεκσυγχρονιστικού χώρου. Αυτός ο νέος εκσυγχρονιστικός χώρος, στον οποίο εντασσόταν τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η ΝΔ, δεν χώραγε η Αριστερά, αντιθέτως άνοιγε ο δρόμος για την ένταξη σε αυτόν ακροδεξιών κομμάτων.

Με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στα τέλη του 2009, στο εθνικό και ευρωπαϊκό αφήγημα περί κρίσης, το ακροδεξιό κόμμα ΛΑΟΣ απέκτησε ενισχυμένη αποστολή. Κι αυτό γιατί, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το αφήγημα για την κρίση συγκροτήθηκε αταξικά, με όρους εθνικής και όχι ταξικής ευθύνης. Στο πλαίσιο αυτού του αφηγήματος, η έννοια του πολίτη συρρικνώθηκε σε μια γενικόλογη έννοια κοινής, αταξικής ταυτότητας, ενώ η δημοκρατικότητα του κράτους ορίσθηκε με όρους όχι δέσμευσης για την εγγύηση των αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του πολίτη, αλλά με όρους αναπαραγωγής της «μυστικιστικής» ταυτότητας του έθνους και της ευρωπαϊκότητάς του. Το αφήγημα για την κρίση λοιπόν, κατά το οποίο υπεύθυνοι γι αυτήν ήταν οι πολίτες και τα δικαιώματά τους, προϋπέθετε και συνεπαγόταν την κατασκευή ενός νεοφιλελεύθερου εθνικισμού: η σωτηρία του έθνους (δηλαδή της ευρωπαϊκότητάς του) πάνω από όλα, κι αυτή τη σωτηρία την αναλαμβάνουν οι «άριστοι» -οι υπεύθυνοι εκφραστές της ευρωπαϊκής ταυτότητας του έθνους, ασχέτως αν αυτοί οι «άριστοι» ήταν οι ίδιοι που οδήγησαν την Ελλάδα στην κρίση. Στην Ελλάδα από το 2009 και μετά, ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε δυναμικά τον ιστορικό ρόλο της Αριστεράς: αυτόν της διαρκούς πάλης για τη διατήρηση των δικαιωμάτων του πολίτη, για τη διατήρηση του ίδιου του δημοκρατικού κράτους. Στο πλαίσιο αυτής της σκληρής μάχης, οι κυρίαρχες πολιτικές ελίτ αντεπιτέθηκαν με δύο τρόπους: πρώτον, συμμάχησαν με το ακροδεξιό ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση Λουκά Παπαδήμου (πρώην τραπεζίτη), προϊόν σύμπραξης ΠΑΣΟΚ, ΛΑΟΣ και ΝΔ. Δεύτερον, νομιμοποίησαν τον παλαιοεθνικισμό, αλλά και τον αντιμεταναστευτικό λόγο του ΛΑΟΣ, ως σωτήριο για την ευρωπαϊκότητα του έθνους λόγο. Πρόσφεραν έτσι το ιστορικό βάθος που ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός είχε ανάγκη. Το ΛΑΟΣ, δίνοντας εθνική ιστορικότητα στο νεοφιλελευθερισμό, έδινε ιστορική νομιμοποίηση στην αποπολιτικοποίηση της έννοιας του πολίτη, ιστορική νομιμοποίηση επίσης στο αντιμεταναστευτικό μένος που, στο όνομα της έκτακτης ανάγκης, εκφράσθηκε με «στρατόπεδα συγκέντρωσης» των μεταναστών, με αποκλεισμό τους από το δημόσιο σύστημα υγείας, κλπ.

Η άσκηση κρατικής, οριακά νόμιμης, βίας απέναντι στις μεγαλειώδεις διαδηλώσεις -έκφραση της νόμιμης αντίστασης και ανυπακοής των Ελλήνων- μετέτρεπε το κράτος, από πεδίο δημοκρατικής διαβούλευσης σε φορέα δύναμης και καταστολής. Τους δημοκρατικούς τρόπους λοιπόν αντίστασης και ανυπακοής η κυβέρνηση Παπαδήμου τις απονομιμοποιούσε με τη βία ως ακραίες και αντεθνικές, και τον ΣΥΡΙΖΑ ως ακραίο κόμμα. Σε αυτό το πλαίσιο, όπου η δημοκρατία υποδείχθηκε ως φορέας του προβλήματος, βρήκε χώρο για να δράσει ανοικτά η Χρυσή Αυγή. Ας σημειωθεί ότι αυτή ποτέ δεν πήρε μέρος σε καμιά διαδήλωση παρά μόνο στο πλευρό της Αστυνομίας εναντίον των διαδηλωτών. Συγχρόνως η κυβέρνηση που, προκειμένου να αποπροσανατολίσει τη δίκαιη οργή των πολιτών, ενέτεινε την πολιτική πογκρόμ κατά των μεταναστών, εξοικείωνε τους Έλληνες με την αντιμεταναστευτική-ρατσιστική δράση της Χρυσής Αυγής. Συγχρόνως η βιαιότητα της Χρυσής Αυγής –με την οποία η κυβέρνηση δεν ασχολήθηκε καθόλου- ήταν πολύ χρήσιμη για να κατασκευασθεί η θεωρία των δύο άκρων. Θεωρία που χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται με τον χυδαιότερο τρόπο για να περιθωριοποιηθεί, όχι η Χρυσή Αυγή βέβαια, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ. Μάλιστα αυτή η θεωρία βολεύει τη Χρυσή Αυγή αφού, μέσα από αυτή, το σύστημα την προίκισε με μια αντιμνημονιακή αποσκευή που δεν είχε και την έκανε πιο ελκυστική στα μάτια των ψηφοφόρων. Η εγκληματική, ρατσιστική, αντιδημοκρατική δράση λοιπόν της Χρυσής Αυγής ταυτίστηκε με τη δημοκρατική, αντικαπιταλιστική, και γι αυτό αντιμνημονιακή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ.

Ωστόσο όπως καταγράφτηκε στις κρίσιμες εκλογές του 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ, διεκδικώντας μια εναλλακτική εντολή διακυβέρνησης, επικαιροποίησε εκ νέου αλλά και εμβάθυνε την ιστορική διαίρεση ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά. Οι Έλληνες πολίτες ψήφισαν μετά από πάρα πολλά χρόνια απολύτως ταξικά, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να χωριστεί η Ελλάδα σε δύο χώρες: γεωγραφικά, ηλικιακά και οικονομικά. Μια Ελλάδα, ηλικίας μέχρι 55 χρονών, των μεγάλων αστικών κέντρων (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ηράκλειο και λοιπά) και των κοινωνικών ομάδων που επλήγησαν από την κρίση (άνεργοι, εργαζόμενοι στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, πτωχωποιημένοι μεσοαστοί, κλπ), και την οποία εξέφρασε ο ΣΥΡΙΖΑ με ποσοστό 27%. Και μια άλλη Ελλάδα γερασμένη ηλικιακά, πλούσια, χάρη στο πελατειακό σύστημα ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, που αισθάνθηκε ως απειλή την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτός ο δημοκρατικός, ταξικός «διχασμός», που επέβαλε ο ΣΥΡΙΖΑ, ανέτρεψε σε μεγάλο βαθμό τον εθνικό διχασμό που ήθελαν να επιβάλλουν οι νεοφιλελεύθερες δυνάμεις, και από τον οποίο επωφελήθηκε η Χρυσή Αυγή. Η τελευταία χρησιμοποίησε τον κυρίαρχο λόγο περί εθνικής καταστροφής στα δικά της συμφραζόμενα, και ανέλαβε απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ (και όχι δίπλα στον ΣΥΡΙΖΑ) να εκφράσει την εθνική οργή κατά των συστημικών πολιτικών δυνάμεων. Εδώ χρειάζεται να προσέξουμε λίγο: η Χρυσή Αυγή συνομίλησε με το κυρίαρχο σύστημα στη δική του γλώσσα, και όχι στη γλώσσα του ΣΥΡΙΖΑ, με την έννοια ότι στην εθνική, αταξική υπακοή του συστήματος αντέταξε την εθνική, αταξική οργή. Αποτέλεσε θα λέγαμε το μέσον για να περιοριστεί η ταξικότητα της ψήφου, αποτέλεσε την αντιπολιτευτική, βίαιη ως προς την έκφραση και τη δράση, εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού ωστόσο.

Στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2012, κυρίως κατά την περίοδο ανάμεσα στις δύο εκλογές, ζήσαμε στην Ελλάδα μια πρωτοφανή στα ιστορικά της δημοκρατικής Ευρώπης απροκάλυπτης παρέμβασης ευρωπαίων ηγετών και αξιωματούχων στην εσωτερική πολιτική ζωή. Με τον εκφοβισμό ότι η Ελλάδα θα εκδιωχθεί από την ευρωζώνη, αν οι Έλληνες ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ (όχι Χρυσή Αυγή), ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανιζόταν σε διαφημιστικά σποτ με την ελληνική σημαία να υποστέλλεται και την Ελλάδα κουρελιασμένη να βγαίνει από την ΕΕ. Σε αυτό το κλίμα ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδίκησε τη λαϊκή εντολή διακυβέρνησης, στο όνομα μιας αριστερής, δημοκρατικής ευρωπαϊκότητας των κοινωνιών σε αλληλεγγύη. Ενώ λοιπόν το κυρίαρχο ελληνικό, πολιτικό σύστημα, με την πλήρη στήριξη ηγετών και αξιωματούχων της ΕΕ, περιθωριοποιούσε τον ΣΥΡΙΖΑ ως ακραία, αντιευρωπαϊκή δύναμη, επειδή ήταν αντιμνημονιακή, και ενίσχυε τη θεωρία των δύο αντιευρωπαϊκών άκρων, η ψήφος των Ελλήνων πολιτών στον ΣΥΡΙΖΑ έδειξε ότι η ψήφος ήταν ευρωπαϊκή, επειδή ήταν αντιμνημονιακή. Με αυτή την έννοια ο ΣΥΡΙΖΑ καθόρισε την τομή ανάμεσα στην ταξικότητα της ευρωπαϊκής συνείδησης των πολιτών και στην νεοφιλελεύθερη αταξικότητα της ευρωπαϊκής ταυτότητας των εθνών. Η Χρυσή Αυγή από την άλλη μεριά, επωφελούμενη από την αταξική, εθνικιστική επί της ουσίας ευρωπαϊκότητα του νεοφιλελεύθερου συστήματος, διεκδίκησε ψήφο εθνικιστικού μίσους και οργής για την ταπείνωση που υφίσταται το έθνος εξαιτίας των εχθρών του, των σιωνιστών, των μεταναστών και των αριστερών. Αυτή η ψήφος εθνικιστικού μίσους και οργής στην Χρυσή Αυγή ανταποκρίνεται ακριβώς στην αντίφαση που δημιουργεί η νεοφιλελεύθερη, ευρωπαϊκή τάξη, αντίφαση εγγενή στον καπιταλισμό: ενώ κατασκευάζει βίαια έναν ομοιογενή πολιτικό-κοινωνικό χρόνο για όλα τα κράτη, αυτός είναι στο εσωτερικό του κατακερματισμένος σε πολλούς εθνικούς χρόνους, οι οποίοι ορίζονται ανταγωνιστικά ο ένας με τον άλλο, και σε δυναμική σύγκρουσης μεταξύ τους. Δεν υπάρχει πιο πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη της άκρας δεξιάς, αφού η σωτηρία του έθνους δεν εξαρτάται από τη δημιουργία θεσμών αλληλεγγύης και αμοιβαιότητας ανάμεσα στους ευρωπαίους πολίτες, αλλά από την κατασκευή μηχανισμών για την εξολόθρευση των εθνικών εχθρών.

Η Χρυσή Αυγή δεν είναι απλώς ένα αντισυστημικό, ναζιστικό κόμμα. Εκφράζει την πιο παραδοσιακή, αντιαριστερή δεξιά. Το σύνθημα «τιμή στους χίτες και ταγματασφαλίτες» (ευθεία αναφορά στον εμφύλιο πόλεμο) καταδεικνύει και το βασικό της αντίπαλο: τον ΣΥΡΙΖΑ. Η Χρυσή Αυγή λοιπόν διεκδικεί ένα μέρος της ιστορικής παράδοσης της δεξιάς, η οποία είχε ενσωματώσει όλη την ακροδεξιά, τόσο του εμφυλίου όσο και της δικτατορίας. Η κρίση της προσφέρει την ευκαιρία να απενοχοποιήσει τις φασίζουσες, εθνικιστικές και αντιαριστερές νοοτροπίες που υπήρχαν στην Ελλάδα, κρυμμένες πίσω από τη Δεξιά. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις εκλογές του 2012 τα μεγάλα ποσοστά της ήταν στις παραδοσιακά, σκληρά δεξιές περιοχές, ενώ ως λαϊκιστικό ακροδεξιό κόμμα διείσδυσε είτε σε περιοχές που εξαθλιώθηκαν από την κρίση,  είτε σε μικροαστικά στρώματα τα οποία καθημερινά εξαθλιώνονται. Η Χρυσή Αυγή, χρησιμοποιώντας τα εντυπωσιακά και σοκαριστικά στοιχεία του ναζισμού, προσπαθεί να επιβληθεί επικοινωνιακά και κοινωνικά ως δύναμη «εκκαθάρισης» του πολιτικού συστήματος και της κοινωνίας από τους εχθρούς της. Ο στόχος λοιπόν είναι να κερδίσει μια θέση ως ριζοσπαστικό, ακροδεξιό κόμμα στη θέση της ανίκανης γι αυτούς δεξιάς που ταπείνωσε τους Έλληνες και επέτρεψε στον αιώνιο εχθρό, στην Αριστερά να σηκώσει κεφάλι.

Η πολιτική απάντηση στην άνοδο της Χρυσής Αυγής, αλλά και της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, δεν είναι η συγκρότηση ενός ενιαίου αντιφασιστικού μετώπου από όλες τις «δημοκρατικές δυνάμεις». Αυτό το μέτωπο, με το οποίο η διαιρετική τομή δεξιάς-αριστεράς μεταλλάσσεται σε τομή δημοκρατών-φασιστών, θα παίξει το ρόλο του αριστερού «πλυντηρίου» του νεοφιλελευθερισμού. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε κατά τη γνώμη μου μοιραίο πολιτικό λάθος που θα εκτίνασσε στα ύψη την ακροδεξιά και θα υπονόμευε τον ΣΥΡΙΖΑ. Η δημιουργία ενός αταξικού μετώπου, την περίοδο που το πρόβλημα για τις κοινωνίες είναι κατεξοχήν ταξικό, θα καθιστούσε την Αριστερά μέρος του προβλήματος. Η ευρωπαϊκή Αριστερά, σε εθνικό επίπεδο καταρχάς, πρέπει να διεκδικεί θεσμικά και κοινωνικά την απομόνωση της δράσης και της επιρροής της άκρας δεξιάς. Να διεκδικεί δηλαδή την ενεργοποίηση των θεσμών και των μηχανισμών του κράτους, της Αστυνομίας και της Δικαιοσύνης, όταν αυτές αδρανούν όπως στην Ελλάδα, εναντίον της εγκληματικής δράσης μελών αυτών των κομμάτων. Να συγκροτεί επίσης σε κοινωνικό επίπεδο, δίκτυα αλληλεγγύης για τους πληθυσμούς που πλήττονται δραματικά από την κρίση. Το σημαντικότερο ωστόσο είναι η διεκδίκηση διαμόρφωσης μιας ουσιαστικής, δημοκρατικής μεταναστευτικής πολιτικής. Για τον ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, αλλά και για την ευρωπαϊκή Αριστερά το μεταναστευτικό συνιστά ένα μείζον πολιτικό ζήτημα, γιατί είναι ζήτημα κοινωνικής πάλης αλλά και μάχης κατά του εθνικισμού και του ρατσισμού. Με τη διεκδίκηση ενός νέου νόμου περί υπηκοότητας στην Ελλάδα ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να διεκδικήσει τον επαναπροσδιορισμό, ταξικά και ιδεολογικά, του έθνους, της ίδιας της έννοιας της ρεπουμπλίκ.
Σε πολιτικό επίπεδο η Αριστερά, απέναντι στη νεοφιλελεύθερη λογική της άσκησης της πολιτικής από τους «άριστους», είναι καιρός πλέον να διεκδικήσει την ενίσχυση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με θεσμούς άμεσης δημοκρατίας, όπως είναι το λαϊκό δημοψήφισμα ή η ανάκληση των αιρετών πολιτικών στελεχών. Η ταξική πάλη πρέπει να αποτυπωθεί δημοκρατικά, με την έννοια ότι η κοινωνία που πλήττεται από την κρίση πρέπει να εμπλακεί άμεσα στην πολιτική. Σε επίπεδο κατεξοχήν ευρωπαϊκό, η Αριστερά πρέπει να διεκδικήσει δυναμικά ένα άλλο ευρωπαϊκό αφήγημα για την κρίση, μια άλλη κατά συνέπεια συγκρότηση της ΕΕ. Είναι καιρός θεωρώ να συνειδητοποιήσουμε ότι η νεοφιλελεύθερη «αυτοκρατορική» δομή της ΕΕ ευνοεί την άνοδο ακροδεξιών κομμάτων. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι μόνο αυτό της συγκροτημένης σε ευρωπαϊκό επίπεδο αριστερής αντίστασης στα οικονομικά μέτρα, αλλά διεκδίκησης θεσμικών αλλαγών για μια ΕΕ των κοινωνιών σε αλληλεγγύη και όχι των εθνών σε σύγκρουση μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, το θέμα εθνική κυριαρχία, έθνος-κράτος, ευρωπαϊκή άσκηση πολιτικής εξουσίας, κλπ., πρέπει να μπουν στην ημερήσια διάταξη της ευρωπαϊκής αριστερής ατζέντας. Θα κλείσω λέγοντας ότι αφήσαμε ως Αριστερά τον ηγεμονικό λόγο για έννοιες όπως ρεπουμπλίκ, έθνος, Ευρώπη στις αστικές δυνάμεις. Για να σπάσουμε το κυρίαρχο ευρωπαϊκό αφήγημα περί κρίσης που συγκροτήθηκε πάνω στη διαίρεση Βορρά-Νότου, μια διαίρεση που αναπαράγεται σε εθνικό επίπεδο με τη διαίρεση ντόπιοι και ξένοι, είμαστε υποχρεωμένοι να διεκδικήσουμε την ηγεμονία του προσδιορισμού του περιεχομένου αυτών των κρίσιμων εννοιών.


[Ευρώπη] Ο δρόμος για την Αθήνα περνάει από τις Βρυξέλλες

Δημοσιεύτηκε στην Αυγή 20.05.2014


Σε αυτές τις ευρωεκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει ένα κρίσιμο, διπλό ερώτημα: Ποια Ελλάδα θέλουμε, σε ποια Ευρώπη τη θέλουμε; Για πρώτη φορά οι ευρωεκλογές στην Ελλάδα αποκτούν τέτοια ιστορική σημασία, αφού το πολιτικό μήνυμα που θα στείλουμε στις Βρυξέλλες δεν έχει μόνο ευρωπαϊκό περιεχόμενο, έχει πρωτίστως εθνικό. Αν Ευρώπη σημαίνει ότι το ευρωπαϊκό συμφέρον διαμορφώνεται από τη σύγκλιση των εθνικών συμφερόντων, τα οποία ορίζονται στη βάση της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και των δικαιωμάτων για όλους και όλες, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ εξευρωπαΐζει το εθνικό συμφέρον. Αν Ευρώπη σημαίνει ότι οι σχέσεις των κρατών-μελών ορίζονται πάνω στις βαθιές αρχές του Διαφωτισμού -ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα-, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ εθνικοποιεί το ευρωπαϊκό συμφέρον. Αν Ευρώπη σημαίνει υπακοή και αφοσίωση στους νόμους και τους κανόνες που δημοκρατικά αποφασίζονται, αν Ευρώπη σημαίνει πάνω απ' όλα δημοκρατία, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ εκδημοκρατίζει και το εθνικό και το ευρωπαϊκό συμφέρον. Αν, τέλος, Ευρώπη σημαίνει εγγύηση και διασφάλιση της ζωής, της τιμής και της περιουσίας όλων των πολιτών της, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδικεί τη δική μας Ευρώπη.

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

[Ευρώπη] Άλλο Ευρώπη και άλλο ΕΕ

Συνέντευξη στο left.gr 12.05.2014

Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίζεται από μια σφοδρή κριτική κατά της ΕΕ και ταυτόχρονα από την επιμονή του στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Πως εξηγείται αυτό;


Το να είναι κανείς κριτικός απέναντι στην ηγεσία της ΕΕ δεν σημαίνει υπονόμευση της ίδιας της Ευρώπης και του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η Αριστερά είναι γέννημα – θρέμμα της ιδέας της Ευρώπης. Δεν θα αφήσουμε την ιδέα αυτή σε αυταρχικές εξουσίες που έχουν κυριαρχήσει τα τελευταία χρόνια στην ΕΕ. Η ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές έχει μεγάλη σημασία προκειμένου να περάσουμε το μήνυμα πως «μια άλλη Ευρώπη είναι εφικτή». Αυτό που υποστηρίζουμε και υπάρχει και στο πρόγραμμά μας είναι ότι, όπως έχουν υποστηρίξει και οι μεγάλοι διανοητές της ευρωπαϊκής ιδέας, η ήπειρος αυτή δεν μπορεί να είναι γαιοκτησία των αγορών. Υπερασπιζόμαστε την Ευρώπη έναντι της ηγεσίας της ΕΕ που υπονομεύει την ίδια τη δημοκρατία. Άλλωστε, έχουμε και ιστορικά δει ότι η αποκοινωνικοποίηση της δημοκρατίας, ισοδυναμεί με σοβαρότατη υπονόμευσή της. Μέσα λοιπόν, στην ίδια την ΕΕ, πρέπει να επανακτήσουμε την Ευρώπη. Η ηγεσία της ΕΕ και οι πολιτικές της είναι αυτές που υπονομεύουν, καταστρέφουν την ιδέα της Ευρώπης. Είμαστε με την Ευρώπη που διαμόρφωσε το μεγάλο σοσιαλιστικό κίνημα, οι εργαζόμενοι, οι φιλειρηνιστές, όσοι ζήτησαν κοινωνική δικαιοσύνη.


Αυτή τη βδομάδα είχαμε νέα τραγωδία στο Αιγαίο. Ποιες είναι οι ευθύνες της Ευρώπης και της κυβέρνησης και τι προτείνει η ευρωπαϊκή Αριστερά για να μην συνεχίσει το Αιγαίο να είναι κατακόμβη μεταναστών;


Όσα λέγαμε πιο πάνω ισχύουν, στην πιο στυγνή εφαρμογή τους, στο μεταναστευτικό ζήτημα. Υπάρχει μια εντελώς υποκριτική πολιτική της ΕΕ. Έχει αποφασίσει να φτιάξει μια Ευρώπη φρούριο δίνοντας στις συνοριακές χώρες την διαχείριση του ζητήματος χωρίς μια ανθρωποκεντρική και ορθολογική προσέγγιση. Ορθολογική πολιτική σημαίνει μονίμως ο άνθρωπος στο επίκεντρο. Αντιθέτως, στο όνομα δήθεν του ρεαλισμού, αντί να διαμοιράζονται οι μετανάστες και οι πρόσφυγες στις ευρωπαϊκές χώρες, στοιβάζονται άνθρωποι σε αποθήκες στις συνοριακές χώρες. Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε ότι ένα μεγάλο μέρος αυτών των προσφύγων είναι η συνέπεια της πολιτικής που ακολούθησε η ΕΕ στις χώρες τους. Κανείς δεν θέλει να φεύγει από τον τόπο του. Ευθύνες έχουν όμως και οι ελληνικές κυβερνήσεις. Κρύβονται πίσω από την ΕΕ, καθησυχάζονται στον ρόλο του θύματος και αναπαράγουν τις ίδιες λογικές αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους σαν να είναι εμπορεύματα, εξ΄ ου κι όρος «λαθρομετανάστης». Επιπλέον, το μεταναστευτικό έχει χρησιμοποιηθεί προκειμένου να αναπαράγεται η κυρίαρχη ξενοφοβική, ρατσιστική, κατασταλτική και βαθιά αντιδημοκρατική πολιτική. Βάζοντας τον ξένο στο επίκεντρο και αντιμετωπίζοντάς τον ως εχθρό, κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά φτιάχνονται κράτη «ασφάλειας» και όχι αλληλεγγύης. Περιθωριοποιείται ένα μεγάλος μέρος της κοινωνίας και αναπτύσσονται πολιτικές αντιμετώπισης του «ενοχλητικού» που δεν είναι πάντα και μόνο ο μετανάστης.  Αυτό που εμείς τονίζουμε είναι ότι δεν ανεχόμαστε να γίνεται η Μεσόγειος νεκροταφείο της Ευρώπης. Οι τραγωδίες που βλέπουμε και στο Αιγαίο και στη Λαμπεντούζα δείχνουν ότι η ΕΕ δεν ενοχλείται από ένα νεκροταφείο ψυχών στα σύνορά της, αρκεί να εξασφαλίζεται η λογική που ανέπτυξα πιο πάνω. Εμείς ζητάμε ορθολογική διαχείριση του ζητήματος όχι μόνο κοινωνικής αλλά και θεσμικής αλληλεγγύης.


Έχετε ασχοληθεί επισταμένως με την Τουρκία και την Κύπρο. Πιστεύετε ότι η Ελλάδα, μέσα στην Ευρώπη, έχει να παίξει ρόλο στην περιοχή προς την κατεύθυνση της ειρηνικής συμβίωσης των λαών;


Παρατηρούμε ότι ξαναφτιάχνεται στην Ευρώπη η αντίληψη που θέλει τον κόσμο και τις κοινωνίες χωρισμένες στο δίπολο Δύση – Ανατολή. Αυτό παράγει ηγεμονισμούς, αυτοκρατορικούς εθνικισμούς, πόλεμο και επαναφέρει το αξίωμα της ισορροπίας του τρόμου του Ψυχρού Πολέμου. Αυτή η λογική, ειδικά στην Ελλάδα που συνορεύει με την Τουρκία, επιτρέπει σε εθνικιστικές αντιλήψεις και δυναμικές να εκκολαφθούν και να ενισχύονται. Φτιάχνεται μια Ανατολή δίπλα μας, με την οποία οι σχέσεις καθορίζονται σε κλειστά δωμάτια ανάλογα με τα συμφέροντα της εκάστοτε ηγεμονικής δύναμης και προσαρμοσμένα στους ντόπιους εθνικισμούς. Εμείς δεν θέλουμε μια πολιτική διαχείρισης ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή αλλά μια πολιτική ειρήνης και συνεργασίας με την Τουρκία. Αν έχουμε μια πολιτική που βγάζει στην επιφάνεια το δικό μας πολιτικό και κοινωνικό συμφέρον και δεν είμαστε ακόλουθοι της εκάστοτε ηγεμονικής δύναμης στην ΕΕ -στην προκειμένη της Γερμανίας- μπορούμε να βρούμε πολλούς τρόπους εμπέδωσης της ειρήνης στην περιοχή.
Η δε Κύπρος, είναι το πεδίο στο οποίο η Αριστερά χρειάζεται να δουλέψει πάρα πολύ. Θέλουμε να λυθεί το Κυπριακό, όχι στο πλαίσιο μιας ισορροπίας του τρόμου στην περιοχή, που μπορεί να συμφέρει την ΕΕ και το ΝΑΤΟ αλλά γιατί πιστεύουμε ότι η ομοσπονδιακή λύση είναι η μόνη προοπτική ειρηνικής συμβίωσης στο νησί. Μόνο ένα κοινό κυπριακό συμφέρον (ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων) σταματά τους όποιους ηγεμονισμούς, είτε αυτοί προέρχονται από την Τουρκία είτε από την Ελλάδα ή την ΕΕ. Μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι η εθνικιστική προσέγγιση έχει προκαλέσει τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ελληνική ιστορία.